Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΓΕΡΩΝ ΖΩΣΙΜΑΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ

Ο ΓΕΡΩΝ ΖΩΣΙΜΑΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ
Ὁ βιογράφος τῶν ἐρημιτῶν π. Παντελεήμων ἄκουσε κάποτε ὅτι μεταξὺ τῶν Κατουνακίων καὶ τῆς Κερασιᾶς, σὲ βαθειὰ καὶ ἀπρόσιτη ἔρημο, ζῆ Ἕλληνας ἐρημίτης ὀνομαζόμενος Ζωσιμᾶς, καὶ ἐπεθύμησε νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ.
Ὁ Γέρων Ζωσιμᾶς, ἐρχόμενος στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔμεινε ἀρχικῶς στὴν Μονὴ Ξηροποτάμου. Ἡ μὴ κοινοβιακὴ τάξις ὅμως καὶ ἀπόμη περισσότερο τὸ διακόνημα, νὰ ταξίδευει δηλαδὴ μὲ πλοῖα σὲ διάφορα μέρη καὶ νὰ ἐκτελῆ ἐργασίες, κούρασαν πολὺ τὴν ψυχή του, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε ἀπερίσπαστα νὰ δοθῆ στὸν Θεό.
Ἔτσι, ξεκίνησε γιὰ τὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνος, ὅπου προσευχήθηκε στὴν Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ νὰ τοῦ δείξει τὸν δρόμο ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει. Ἀποκλείσθηκε ὅμως ἀπὸ τὸ χιόνι καὶ πέρασε δέκα ἡμέρες στὴν κορυφή, ὥσπου μὲ δυσκολία κατάφερε νὰ κατεβῆ στὴν πλαγιὰ τοῦ Καρμηλίου ὄρους. Ἐκεῖ, μὴ ἔχοντας Καλύβα, ἐγκαταστάθηκε κάτω ἀπὸ τὸν προεξέρχοντα βράχο, γιὰ νὰ διακονῆ στὸν ναὸ τοῦ Προφήτου Ἠλιού. Εἶναι ἄξιον ἀπορίας πῶς μποροῦσε νὰ ζῆ σὲ τέτοιο ὕψος χωρὶς προστασία. Ὅμως αὐτὸν δὲν τὸν ἀνησυχοῦσαν οἱ ἐξωτερικὲς ἐλλείψεις καὶ δυσκολίες, ἀλλὰ οἱ φοβεροὶ πειρασμοὶ ποὺ ὑπέφερε. Οἱ δαίμονες, μὲ ποικίλες ἐπιθέσεις, δὲν τὸν ἄφηναν σὲ ἡσυχία οὔτε ἡμέρα οὔτε νύκτα. Ἂν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν εἶχε ἔμπειρον καθοδηγητή, θὰ χανόταν.
Ἐπειδὴ στὸ βουνὸ δὲν εἶχε τὰ ἀπαραίτητα γιὰ νὰ κτίσει Καλύβα, ὁ π. Ζωσιμᾶς ξεκίνησε γιὰ τὴν ἔρημο. Φθάνοντας σὲ ἄβατο τόπο, ἀνεκάλυψε ἕτοιμη μικρὴ Καλύβα, κτισμένη παλαιότερα ἀπὸ κάποιον ἄγνωστο ἐρημίτη.
Τοὺς κόπους του εἶναι φοβερὸ καὶ μόνο νὰ τοὺς σκεφθῆ κανείς. Ἔφερνε νερὸ ἀπὸ τὴν Κερασιά, δύο ὧρες μακριά, καὶ μάλιστα ἀπὸ τέτοιον δρόμο, ποὺ καὶ χωρὶς φορτίο δύσκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν βαδίσει.
***
Ὁ Γέροντας, ἀναφέρει ὁ π. Παντελεήμων ὁ ὁποῖος τὸ ἔτος 1872 τὸν ἐπισκέφθηκε, ξαφνιασμένος ἀπὸ τὴν ἄφιξή μας, σηκώθηκε, μᾶς χαιρέτησε καὶ μᾶς ἔδειξε ὅλα ὅσα εἶχε: στενὴ καλύβα καὶ τόσο ζεστή, ποὺ ἔξω ἦταν δροσερώτερα. Περιφέρω τὸ βλέμμα σ’ αὐτήν. Μπροστὰ στὶς εἰκόνες καίει τὸ κανδήλι· παράθυρο δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ φῶς μπαίνει ἀπὸ τὴν πόρτα. Τὸ ψηλὸ κρεββάτι εἶναι δίπλα στὸν τοῖχο καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὸ εὑρίσκονται ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του: παξιμάδια καὶ ἐργόχειρο.
-Τί σὲ ὡδήγησε ἐδῶ, Γέροντα, σὲ τέτοιο ἄγριο μέρος; Τί σκοπὸ εἶχες;, τὸν ῥωτήσαμε.
-Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ σκοπὸς εἶναι ἕνας: νὰ πάσχω γιὰ τὸν Χριστὸ ἐδῶ, σ’ αὐτὴν τὴν σύντομη ζωή, καὶ νὰ μετοικήσω στὴν αἰωνιότητα! ἀπήντησε.
-Τί ἐντύπωση σοῦ προκαλεῖ αὐτὴ ἡ ἔρημος, τὰ βουνά, οἱ πέτρες καὶ αὐτὴ ἡ φουρτουνιασμένη θάλασσα;
-Σὲ ὅλα βλέπω τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ· μεγάλα τὰ ἔργα Του. Εἶμαι συγκλονισμένος καὶ δοξάζω τὴν ἀγαθότητά Του!
Τὸν ῥωτήσαμε ἀκόμη πῶς μπορεῖ νὰ βαδίζει ἀνυπόδητος καὶ γιατί δὲν ἀγοράζει ἐνδύματα.
-Ἂν περπατοῦσα φορῶντας παπούτσια, τότε τὸ ἐργόχειρό μου δὲν θὰ ἔφθανε οὔτε γιὰ τὰ ἴδια τὰ ῥοῦχά μου, ἀκόμη καὶ ἂν ἐργαζόμουν διπλάσια. Κατασκευάζω ἁπλὰ ξύλινα κουτάλια. Βαδίζω λοιπὸν ἀνυπόδητος, ἂν καὶ ὄχι χωρὶς δυσκολία.
-Πῶς μπορεῖς νὰ ζῆς ἔτσι καὶ νὰ ὐποφέρεις τέτοια στέρηση στὴν ζωή; Ἐμεῖς δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ὑποφέρουμε!
-Ἐσεῖς... αὐτὸ εἶναι κάτι ἄλλο. Ἐγὼ εἶμαι ἁπλὸς ἄνθρωπος καὶ συνήθισα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπαρνηθῆς καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του καὶ ἀκολουθήσει τὸν Κύριο, τότε ἡ χάρις τὸν στηρίζει καὶ τὸν προστατεύει. Μὴν κοιτᾶτε τὸ μέρος. Δὲν σώζει τὸ μέρος τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὰ καλὰ ἔργα χάριν τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδὴ ἤμουν ἄνθρωπος χωρὶς στέγη, ἦλθα καὶ ἐγκαταστάθηκα ἐδῶ, γιὰ τὸν ἁπλὸ λόγο ὅτι γιὰ μένα σὲ ἄλλο μέρος δὲν ὑπῆρχε λιμάνι.
-Ἡ ἀγρυπνία φέρνει στὸν ἄνθρωπο ἄλλη ἀγρυπνία, πρόσθεσε. Ὅταν κάποιος ἀγρυπνῆ, ἡ καρδιά του φλέγεται· καὶ ῥιζώνει μέσα του τέτοια ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, ὥστε ἡ προσευχὴ ἐνεργεῖ στὴν καρδιὰ καὶ δὲν φέρνει ὕπνο, ἀκόμη καὶ ἂν θὰ ἀνάγκαζε τὸν ἑαυτό του νὰ κοιμηθῆ. Ὁ διάβολος τίποτε δὲν φοβᾶται τόσο, ὅσο τὴν νηπτικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς ποὺ ἀγρυπνεῖ καὶ προσεύχεται. Τότε φεύγει μακριά, σὰν νὰ ἅρπαξε φωτιά, καὶ δὲν μπορεῖ καθόλου νὰ πλησιάσει!
***
Αὐτὰ εἶναι ὅσα γνωρίζουμε γιὰ τὸν ἐρημίτη π. Ζωσιμᾶ.
***

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΒΟΥΛΓΑΡΟΣ (+1839)

Ο ΠΑΤΗΡ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΒΟΥΛΓΑΡΟΣ (+1839)
Ὁ π. Γρηγόριος, Βούλγαρος τὴν καταγωγή, σὲ ἡλικία μόλις 15 ἐτῶν ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Ἀφ’ ὅτου πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, δὲν βγῆκε ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ περισσότερα ἀπὸ ἑξήντα ἔτη. Τὰ πενήντα ἀπὸ αὐτὰ ἦταν Πνευματικός, καὶ λέγουν ὅτι εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τόση χάρη, ὥστε κατὰ τὴν ἐξομολόγηση δὲν ἐρωτοῦσε γιὰ τὶς ἁμαρτίες, ἀλλὰ ὁ ἴδιος προγνωρίζοντάς τες τὶς ἐξηγοῦσε καὶ ὡδηγοῦσε τοὺς πάντας σὲ δάκρυα μετανοίας. Ἐγνώριζε τί εἴδους πνευματικὸ φάρμακο νὰ χορηγήσει στὸν καθένα καὶ πόσο μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀντέξει. Πατριάρχαι καὶ ἀρχιερεῖς προσήρχοντο νὰ ζητήσουν τὴν συμβουλή του, τοὺς ἔλυνε μάλιστα καὶ ἀπορίες σὲ θέματα ἐκκλησιαστικῶν κανόνων.
Ἦταν ἐπιεικὴς ἀπέναντι στοὺς πολὺ ἁμαρτωλοὺς καὶ ὅλους τοὺς ὡδηγοῦσε στὴν μετάνοια. Ἄνθρωποι ἀπὸ διάφορες χῶρες, κουρασμένοι ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν, ἔφθαναν κοντά του καὶ ἀνεπαύοντο. Ὁ Πνευματικὸς Γρηγόριος ἐγνώριζε ἀρκετὲς γλῶσσες καὶ λέγεται ὅτι προεῖδε τὸ τέλος του.
Τρία ἔτη μετὰ τὸν θάνατό του, κατὰ τὴν ἁγιορειτικὴ συνήθεια, ἔγινε ἡ ἐκταφὴ τῶν ὀστῶν του, τὰ ὁποῖα μετὰ τὸν καθαρισμὸ πρόβαλαν κίτρινα σὰν τὸ κερί. Ὁ π. Γρηγόριος ἔζησε στὴν Καψάλα καὶ ἦταν πνευματικὸς τοῦ π. Ἀρσενίου.
***


Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ (+24/3/1846) ΚΑΙ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (+6/2/1840)

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ (+24/3/1846) ΚΑΙ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (+6/2/1840)
Τὸν π. Ἀρσένιο ἀνέθρεψε ἡ μεγάλη Ῥωσία. Γεννήθηκε ἀπὸ ὀρθόδοξους γονεῖς, στὴν πόλη Μπάλαχνα (Balahna) τῆς ἐπαρχίας Νιζνιεγκορόντ (Niznjerogorod), κοντὰ στὸν ποταμὸ Βόλγα. Κατὰ τὸ ἅγιον βάπτισμα ὠνομάσθηκε Ἀλέξιος. Στὴν παιδικὴ ἡλικία ἔμαθε νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει. Τὴν νεότητά του πέρασε μὲ κοσμικὲς ἀσχολίες, ὅμως ὁ Κύριος, προγνωρίζοντας τὴν μελλοντικὴ χάρη καὶ ἐνοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ αὐτόν, δὲν ἐπέτρεψε νὰ παρασυρθῆ στὰ κοσμικὰ πάθη. Σύντομα τοῦ ἀπεκάλυψε τὸν θησαυρὸ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐμελέτησε, καὶ ἐνωρὶς εἶδε καὶ βεβαιώθηκε γιὰ τὸ ψεῦδος, τὴν ματαιότητα καὶ τὴν ἀνωφελῆ μέριμνα τοῦ κόσμου τούτου.
Σὲ ἡλικία 20 χρόνων ὁ Ἀλέξιος ἄφησε τὸ σπίτι καὶ τοὺς γονεῖς καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὰ ῥωσικὰ Μοναστήρια, μὲ σκοπὸ νὰ ἀφιερωθῆ στὸν Θεό. Φθάνοντας στὴν περιοχὴ τῆς Μόσχας, στὴν κοινοβιακὴ Σκήτη τοῦ Πεσνόσκ (Pesnosk), εἰσῆλθε στὴν μοναχικὴ ζωή. Συναναστράφηκε μὲ τὴν ἀδελφότητα καὶ ἀνέλαβε κάποιο διακόνημα γιὰ τρία χρόνια.
Κατόπιν τὸν κατέλαβε ἡ ἐπιθυμία νὰ φύγει στὸ ἐξωτερικό, στὰ Μοναστήρια τῆς Μολδαβίας, ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ὀνομαστὰ γιὰ τοὺς μεγάλους Γέροντας καὶ ἀσκητάς. Ἀπεκάλυψε τὴν ἐπιθυμία στὸν πνευματικό του πατέρα καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἔδωσε τὴν εὐλογία του. Μολονότι ὁ ἡγούμενος προσπάθησε πολὺ νὰ τὸν ἀποτρέψει, ἐκεῖνος ξεκίνησε γιὰ τὸ ταξίδι. Ἦλθε στὸ Κίεβο, προσκύνησε τὰ λείψανα τῶν θαυματουργῶν Ἁγίων του καὶ ἐκεῖ συνάντησε κάποιον συνταξιδιώτη μὲ τὸ ὄνομα Νικήτας, ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Τούλα (Tula). Αὐτὸς γιὰ διάστημα περισσότερο ἀπὸ σαράντα χρόνια, ἕως τὸν θάνατο, συμμετεῖχε σὲ ὅλες τὶς θλίψεις, στὰ ἔργα καὶ στοὺς ἄθλους του. Προσευχήθηκαν στοὺς θαυματουργοὺς Ἁγίους τοῦ Κιέβου, πῆραν δύναμη καὶ συνέχισαν τὴν πορεία τους.
Φθάνοντας στὴν Μολβαδία, περιῆλθαν ὅλα τὰ Μοναστήρια καὶ τὶς Σκῆτές της. Στὴν Σκήτη Μπαλασέφ (Balasev), τέσσερις ὧρες δρόμο ἀπὸ τὴν Σκήτη Μποτοσάνι (Botoshani), βρῆκαν πνευματικὸ πατέρα καὶ Γέροντα, ἀναθέτοντας σ’ αὐτὸν τὴν φροντίδα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων τους. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸν καιρό, ὁ πνευματικὸς πατὴρ τοὺς ἔκειρε μοναχούς· στὸν Ἀλέξιο ἔδωσε τὸ ὄνομα Ἄβελ, ἐνῶ τὸν συνταξιδιώτη του μετωνόμασε Νίκανδρο. Βλέποντας τοὺς μεγάλους ἄθλους καὶ τὴν ταπείνωσή τους, σύντομα πρότεινε στὸν Ἄβελ, ὡς ἄξιο καὶ καλὸ γνώστη τῆς Γραφῆς, νὰ δεχθῆ τὴν χειροτονία. Αὐτὸ ὅμως τοῦ φάνηκε ὑπερβολικὰ δύσκολο καὶ μὲ δάκρυα παρακαλοῦσε τὸν Γέροντά του νὰ μὴν τὸν πιέζει μὲ τόσο βαρὺ φορτίο, ποὺ ὑπερβαίνει τὶς δυνάμεις του, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ ἐργασθῆ ὡς ἁπλὸς μοναχὸς χάριν τοῦ Χριστοῦ. Τότε ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε πὼς ὁ τέλειος μοναχὸς δὲν πρέπει μόνος νὰ ἀποφασίζει, ἀλλὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάνει ὅ,τι τοῦ δίδεται ὡς ἐντολή· δὲν εἶναι σωστὸ νὰ συμβουλεύει τὸν Γέροντά του, ἀλλὰ νὰ τὸν ὑπακούει, ἀκόμη καὶ ἂν πρόκειται γιὰ ζήτημα θανάτου. Ὁ Ἄβελ τὸν προσκύνησε ὣς τὸ ἔδαφος καὶ εἶπε:
-Συγχώρεσέ με, Πάτερ Ἅγιε! Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου. Κάνε ὅπως νομίζεις· ὅ,τι πρέπει.
Σύντομα λοιπὸν χειροτονήθηκε ἱερεὺς καί, κατὰ τὴν ἐπιθυμία τῆς ἀδελφότητος τῆς Σκήτης, ὡρίσθηκε καὶ πνευματικός. Ἀλλὰ καὶ ὡς ἱερομόναχος, δὲν ἄλλαξε τίποτε στὴν ὑπακοὴ καὶ στὴν ταπείνωση. Σὲ ὅλα ὑποτασσόταν στὸν Γέροντά του· ἦταν τόσον ἁπλοῦς, ποὺ ποτὲ δὲν ἐνεργοῦσε χωρὶς τὴν εὐλογία του. Καὶ οἱ δύο, ὁ π. Ἄβελ καὶ ὁ π. Νίκανδρος, ζοῦσαν μὲ τελεία ὑπακοὴ καὶ ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος γιὰ δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια.
Ἀπεχαιρέτησαν τὸν διδάσκαλο καὶ ποιμένα τους, ποὺ εἶχε μετοικήσει στὴν αἰωνία μακαριότητα, καὶ ἔμειναν ὀρφανοί, χωρὶς ὁδηγὸ στὴν πορεία τους πρὸς τὸν Θεό.
Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἤθελαν νὰ ζοῦν κατὰ τὸ θέλημά τους, ἀπεφάσισαν νὰ παραμείνουν μαζὶ ὡς συνοδία, ὑπακούοντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον· ἐπίσης, νὰ μὴν χωρίσουν ὣς τὸν θάνατο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐτήρησαν. Ἂν καὶ ὁ π. Νίκανδρος ἐπιθυμοῦσε νὰ γίνει ὁ π. Ἄβελ Γέροντάς του, ἐπειδὴ ἦταν ἱερομόναχος καὶ πνευματικός, ὁ δεύτερος μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἤθελε νὰ δεχθῆ. Ἔζησαν ἔτσι ὡρισμένο χρονικὸ διάστημα καὶ εἶχαν κοινὴ ἀποκάλυψη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ φύγουν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐκεῖ νὰ περάσουν τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς του. Ἀλληλοφανέρωσαν τὴν ἀποκάλυψη καὶ ἄρχισαν τὶς προετοιμασίες γιὰ τὸ ταξίδι.
Ὅταν τὸ ἄκουσαν οἱ σκητιῶται καὶ οἱ λοιποὶ πατέρες, προσπάθησαν νὰ τοὺς μεταπείσουν, λέγοντας ὅτι σ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνήσυχους καιρούς, ὄχι μόνο στὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ταξιδεύσει κανείς, ἀλλὰ οὔτε στὴν Τουρκία. Ἔλεγαν ἐπίσης ὅτι καὶ ὅσοι ζοῦσαν ἐκεῖ ἔφυγαν, ἀφήνοντας τὸν τόπο γεμᾶτο ἀπὸ Τούρκους καὶ ληστάς, καὶ ὅτι ὅλα τὰ Μοναστήρια ἔχουν καταληφθῆ καὶ κλεισθῆ, ἐνῶ τὰ Κελλιὰ εἶναι γεμᾶτα πειρατάς. Τέλος, σ’ ὁλόκληρη τὴν Τουρκία οἱ χριστιανοὶ δὲν μποροῦν ἐλεύθερα νὰ διαβοῦν· παντοῦ ῥέει τὸ χριστιανικὸ αἷμα. Ὁ π. Ἄβελ τοὺς ἀπήντησε:
-Πατέρες καὶ ἀδελφοί, ὄντως εἶναι ὅπως τὰ λέτε, αὐτὰ καὶ ἐμεῖς τὰ γνωρίζουμε· ἀλλὰ ἂς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Καὶ πράγματι, ἔτσι ἀκριβῶς ἔγινε, ὅπως εἶχαν πεῖ οἱ πατέρες. Τὸ 1821 στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπηγχόνησαν τὸν Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ καὶ ἐκεῖ ὐπῆρχε μεγάλη ἀναταραχή. Ὁ π. Ἄβελ ὅμως ἔνιωθε τὸ ἅγιον θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν νὰ πάει στὸν Ἄθωνα. Γι’ αὐτό, δὲν ἄκουσε τὶς ἀνθρώπινες συμβουλές, πιστεύοντας ἀκλόνητα ὅτι ὁ Κύριος δὲν θὰ ἐπιτρέψει πειρασμοὺς μεγαλύτερους ἀπὸ τὶς δυνάμεις του. Ὁ π. Νίκανδρος, ὡς ἄνθρωπος, ἐδίσταζε, ἀλλὰ ὁ Γέροντας τὸν ἔπεισε ὅτι εἶναι καλύτερο νὰ ὑπακούει στὸν Θεὸ παρὰ στοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι, ἀπεφάσισαν νὰ ἀναχωρήσουν. Ὅ,τι εἶχαν, τὸ μοίρασαν στὴν ἀδελφότητα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ναῦλα γιὰ τὸ ταξίδι καὶ τὰ βιβλία.
Πῆγαν στὸ Γαλάτσι (Galats) τῆς Μολδαβίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀπέπλευσαν, μὲ προορισμὸ τὴν Βασιλεύουσα. Ὅταν ἔφθασαν, ἀντίκρυσαν μόνο κλάμα καὶ δυστυχία. Τὸ ἑλληνικὸ αἷμα κυλοῦσε σὰν ποτάμι καὶ οἱ Ἕλληνες τοὺς εἶπαν:
-Πατέρες, γιατί ἤλθατε τώρα ἐδῶ σὲ μᾶς; Μήπως ἐπιθυμεῖτε νὰ μοιρασθῆτε μαζί μας τὶς πικρὲς στιγμές; Σὲ σᾶς, στὴν Μολδαβία, οὔτε τὰ ἀρνιὰ δὲν σφάζουν ὅπως σφάζουν ἐδῶ ἐμᾶς· καθημερινῶς ἐκτελοῦν ἀπὸ ἑκατὸ καὶ διακόσιους στὶς δημόσιες πλατεῖες, καὶ στοὺς δρόμους δὲν εἶναι γνωστὸ πόσους. Γυρίστε πίσω στὴν Μολδαβία. Στὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν μπορεῖτε νὰ πᾶτε, ἀκόμη καὶ ἂν τὸ θέλετε, ἐπειδὴ πλοῖα δὲν ὑπάρχουν καὶ παντοῦ στὴν ξηρὰ κυκλοφοροῦν λησταί. Τὸ Ὄρος εἶναι ἐπίσης γεμᾶτο ληστάς, ἐνῶ στὰ Μοναστήρια μὲ τοὺς μοναχοὺς συγκατοικοῦν Τοῦρκοι.
Οἱ πατέρες μας ὅμως ἐπίστευαν ἀκράδαντα καὶ ἤλπιζαν ὅτι τελικῶς θὰ φθάσουν στὸν Ἄθωνα.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Βασιλεύουσα τὸ ψωμὶ ἦταν πολὺ ἀκριβὸ καὶ αὐτοὶ εἶχαν ξοδεύσει τὰ χρήματα -ἄλλα γιὰ τὸ πλοῖο καὶ ἄλλα γιὰ τροφή- ὁπότε δὲν τοὺς εἶχε μείνει πλέον τίποτε καὶ τὰ βιβλία κανεὶς δὲν τὰ ἀγόραζε. Γι’ αὐτὸ ἀλληλοδιαδόχως πήγαιναν καὶ ζητοῦσαν ἐλεημοσύνη. Ἐξοικονομοῦσαν ἔτσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἀλλὰ συγχρόνως συντηροῦσαν καὶ πτωχοὺς Ἕλληνας. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο πέρασαν τὸν χειμῶνα στὴν Βασιλεύουσα. Πόσες δυσκολίες ὑπέμειναν, μόνον Ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἔστειλε, γνωρίζει.
Ὅταν μπῆκε ἡ ἄνοιξις, ἐδώρισαν τὰ βιβλία τους σὲ κάποιον Ἕλληνα καὶ ξεκίνησαν διὰ ξηρᾶς γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ πόσο ὑπέφεραν πάλι ἀπὸ τὶς δυσχέρειες καὶ τὶς ταλαιπωρίες στὸ ταξίδι, τὸ γνωρίζει μόνον ὁ παντεπόπτης Θεός. Αὐτὸς ἔβλεπε τὰ βάσανά τους καὶ τοὺς ἐδοκίμαζε, ὅπως τὸν χρυσὸ στὴν φωτιά, γιὰ νὰ γίνουν λαμπρότεροι. Σχεδὸν κάθε στιγμὴ τοὺς ἐπετίθεντο λησταί, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τί νὰ ἁρπάξουν· χρήματα δὲν ὑπῆρχαν καὶ τὰ ῥοῦχα ἦταν καταμπαλωμένα. Ἄλλοι μόνο τοὺς ἔδερναν, ἄλλοι τοὺς ἔπαιρναν ἀκόμη καὶ τὸ τελευταῖο ψίχουλο ψωμιοῦ, ἐνῶ ἄλλοι τοὺς βασάνιζαν καὶ στὸ τέλος τοὺς ἄφηναν.
Περισσότερο ἀπὸ ἕναν μῆνα ταξίδευαν μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Τελικῶς ἔφθασαν στὸ Ἅγιον Ὄρος· καὶ τί ἀντίκρυσαν; Τὰ Κελλιὰ τῶν μοναχῶν ἦταν ἐρηπωμένα. Οἱ κῆποι εἶχαν ἀγριέψει καὶ σκεπασθῆ μὲ δάση. Τὰ Μοναστήρια ὑψώνοντα κλειστὰ καὶ ὁ στρατὸς τῆς Βασιλίσσης τῶν Οὐρανῶν εἶχε διασκορπισθῆ πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις. Μερικοὶ κατέφυγαν σὲ ἀδιάβατα δάση, σὲ βουνὰ καὶ σὲ σπηλιές, ἐνῶ ἄλλοι κλείσθηκαν στὸ ἐσωτερικὸ τῶν Μοναστηριῶν καὶ σπανίως φαινόταν κάποιος μοναχός.
Οἱ πατέρες μας προχώρησαν μὲ κατεύθυνση τὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων, ὅπου ὑπῆρχε ἡ «Πορταΐτισσα», ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Φθάνοντας στὴν πύλη τῆς Μονῆς, τοὺ ὑποδέχθηκαν οἱ μοναχοὶ καὶ τοὺς ὡδήγησαν στὴν ἐκκλησία νὰ τὴν προσκυνήσουν. Ἐκεῖνοι, μόλις τὴν εἶδαν, χάρηκαν πάρα πολύ· ἔβαλαν μετάνοια μπροστά της καὶ ἔχυσαν πολλὰ δάκρυα, παρακαλῶντας νὰ τοὺς δεχθῆ στὸν ἅγιον τόπον Της. Τοὺς κατέπληξε καὶ τοὺς χαροποίησε τὸ γεγονὸς ὅτι σὲ τέτοιους δύσκολους καιρούς, ποὺ ὅλοι οἱ ἁγιορεῖται εἶχαν διασκορπισθῆ, ἡ οὐράνια Βασίλισσα βρισκόταν στὴν θέση της λαμπρὴ καὶ χαρούμενη, μὲ ὅλη της τὴν ὁμορφιά, στολισμένη μάλιστα μὲ χρυσό, ἀσήμι καὶ πολυτίμους λίθους. Τὸ Μοναστήρι ἦταν τότε πλημμυρισμένο ἀπὸ Τούρκους, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὴν ἁρπάξουν. Οἱ πατέρες ῤώτησαν τοὺς Ἕλληνες γιατί δὲν τὴν ἔκρυψαν ἢ γιατί δὲν τῆς ἀφήρεσαν τουλάχιστον τὰ ἀκριβὰ ἀφιερώματα, καὶ πῶς συνέβη οἱ Τοῦρκοι νὰ μὴν ἔχουν πάρει τέτοιον πλοῦτο. Οἱ ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς ἀπήντησαν:
-Ποῦ νὰ τὴν κρύψουμε καὶ γιατί; Αὐτὴ εἶναι ἡ προστάτις καὶ πολιοῦχος, ποὺ σκεπάζει τὸ Ἅγιον Ὄρος. Μολονότι μᾶς ἐπαίδευσε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ὅμως δὲν ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπόν Της καὶ δὲν παρέμεινε ὠργισμένη ἐναντίον μας μέχρι τέλους, ἀλλὰ πάντοτε μᾶς συντροφεύει. Καὶ ἐπειδὴ μᾶς κοιτάζει χαρούμενα, ἐλπίζουμε ὅτι αὐτὴ ἡ δυστυχία θὰ παρέλθει. Εἶναι χαρὰ καὶ παρηγοριὰ γιὰ ὅλους τὸ ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι μαζί μας. Καὶ ὅταν μᾶς καταπιέζουν οἱ ἐλλείψεις καὶ οἱ ἀφόρητες συμφορὲς ἀπὸ τοὺς Τούρκους, πρὸς Αὐτὴν καταφεύγουμε καὶ ἡ παραμυθία δὲν λείπει. Ῥωτᾶτε γιατί οἱ Τοῦρκοι δὲν τῆς ἀφαιροῦν τὰ πολύτιμα. Ὄχι μόνο δὲν μποροῦν νὰ ἀφαιρέσουν τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ οὔτε νὰ προχωρήσουν μέσα σ’ αὐτὸν τὸν μικρὸ ναό. Νά, εἶναι ἤδη ὁ τρίτος χρόνος ποὺ ζοῦν στὸ Μοναστήρι, καὶ τὸ πόδι τους δὲν ἔχει πατήσει στὴν ἐκκλησία. Ὅταν θυμώνουν μαζί μας, ἀρχίζουν νὰ ζητοῦν χρυσό, ἀσήμι καὶ ἱερὰ σκεύη· τότε ἐμεῖς ὑποστηρίζουμε ὅτι δὲν ἔχουμε, ἂν καὶ ὑπάρχουν ἀλλὰ εἶναι κρυμμένα. Καὶ δὲν θὰ τοὺς φανερώσουμε, ἀκόμα καὶ ἂν πεθάνουμε ὅλοι. Τοὺς δείχνουμε ἐπίσης τὴν ἁγία εἰκόνα λέγοντας: «Ὁρίστε, σ’ αὐτὴ τὴν εἰκόνα ὑπάρχει πολὺς χρυσός, ἀσήμοι καὶ πολύτιμοι λίθοι· πάρτε, ἂν θέλετε!». Καὶ ἐκεῖνοι σταματοῦν στὴν πόρτα καὶ ἀπαντοῦν: «Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ τὴν πλησιάσουμε, γιατὶ μᾶς κοιτάζει θυμωμένα». Ἔτσι, ἀποχωροῦν ντροπιασμένοι. Εὐχαριστοῦμε τὴν Παντάνασσα, ἐπειδὴ αὐτοπροστατεύεται καὶ σώζει καὶ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἐπὶ πλέον τὴν εὐχαριστοῦμε, ἐπειδή, γιὰ νὰ μᾶς ἡσυχάσει, ἔστειλε τοὺς Τούρκους· ἂν δὲν ὑπῆρχαν αὐτοί, τότε οἱ πειραταὶ θὰ μᾶς εἶχαν καταστρέψει ἐντελῶς καὶ θὰ εἶχαν ἁρπάξει τὰ πάντα.
Θὰ σᾶς ἀναφέρουμε καὶ κάτι ἀκόμη: Πρὶν ἀπὸ ἕνα χρόνο περίπου ὑπῆρχε μεγάλη δυσκολία καὶ ἀναστάτωσις στὸ Ἅγιον Ὄρος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ θέλουν καὶ οἱ ὑπόλοιποι πατέρες νὰ καταφύγουν κάπου ἔξω ἀπὸ αὐτό. Λέγεται ὅτι πρὶν ἀπὸ τὶς ταραχές, ὅλες οἱ ἀδελφότητες τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀριθμοῦσαν πρίπου δέκα χιλιάδες μοναχούς, ἐνῶ τώρα δὲν ἀπέμειναν περισσότεροι ἀπὸ χίλιοι. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἤθελαν νὰ ἀφήσουν τὰ πάντα καὶ νὰ πάει ὁ καθένας ὅπου μπορεῖ, ἐπειδὴ νόμισαν ὅτι ἡ Θεοτόκος ἐγκατέλειψε τὸ «περιβόλι» Της, καὶ γι’ αὐτὸ ἐρήμωσε. Ἀλλά, ὅταν ἄρχισαν νὰ σκέπτονται τὴν ἀναχώρηση, ἡ Γοργοεπήκοος, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἐμφανίσθηκε σὲ πολλοὺς πατέρας καὶ ἐρημίτας καὶ εἶπε: «Γιατί φοβηθήκατε τόσο καὶ γιατί κάθε λογισμὸς εὑρίσκει τόπο στὴν καρδιά σας; Ὅλα αὐτὰ θὰ περάσουν καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος πάλι θὰ γεμίσει μοναχούς. Ναί, σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι ὅσο ἡ εἰκόνα μου θὰ παραμένει στὴν Μονὴ Ἰβήρων, μπορεῖτε νὰ ζῆτε στὰ Κελλιά σας, χωρὶς νὰ φοβᾶσθε τίποτε. Ἀλλὰ ὅταν βγῶ ἀπὸ τὴν Μονὴ αὐτή, τότε ὁ καθένας ἂς πάρει τὸ σακκίδιό του καὶ ἂς πάει ὅπου νομίζει». Καὶ τώρα, ὅλοι οἱ ἐρημῖται ἔρχονται κάθε Κυριακὴ στὸ Μοναστήρι μας καὶ κοιτάζουν ἂν ἡ Θεοτόκος εἶναι στὴν θέση της. Ὅταν τὴν βλέπουν, ἐπιστρέφουν στὴν ἔρημο, στὰ Κελλιά τους.
Ἀκούγοντας τὸ συμβάν, οἱ πατέρες μας χάρηκαν πολύ, ἰδιαιτέρως γιὰ τὰ θαυμάσια τῆς Προστάτιδος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη ἐκεῖ ἀρκετοὶ ἐρημῖται.
Ἐν συνεχείᾳ, οἱ ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς τοὺς ὡδήγησαν στὸ ἀρχονταρίκι, ὅπου ξεκουράσθηκαν γιὰ μία ἑβδομάδα, καὶ στὸ τέλος τοὺς εἶπαν:
-Ἅγιοι πατέρες, σᾶς βοηθήσαμε γιὰ τὴν πρώτη ἀνάγκη, ἀλλὰ σᾶς παρακαλοῦμε νὰ μὴν μείνετε περισσότερο ἐδῶ, ἐπειδὴ καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουμε ἀπὸ ποῦ νὰ πάρουμε τὰ ἀναγκαῖα. Σὲ μᾶς παραμένουν σαράντα Τοῦρκοι καὶ δὲν ἔχουμε μὲ τί νὰ τοὺς ταΐσουμε. Παντοῦ γύρω ὑπάρχουν λησταὶ καὶ ἀπὸ τὸ μετόχι δὲν ἔρχεται κανενὸς εἴδους ἔσοδο. Πάρτε στὴν Σκήτη μας ἕνα Κελλὶ μὲ μικρὴ ἐκκλησία· ἐκεῖ μπορεῖτε νὰ καλλιεργῆτε τὸν κῆπο καὶ νὰ ἀσχοληθῆτε μὲ τὸ ἐργόχειρο. Κάπως ἔτσι θὰ ἐξασφαλίσετε τροφή. Ἂν θὰ ἔχετε κάποια ἀνάγκη, θὰ σᾶς βοηθήσουμε. Καὶ γιὰ τὶς ἀγρυπνίες νὰ ἔρχεσθε στὸ Μοναστήρι.
Ὁ π. Ἄβελ καὶ ὁ π. Νίκανδρος εὐχαρίστησαν τοὺς Ἰβηρίτας μοναχοὺς γιὰ τὴν φιλοξενία, πῆραν στὴν Σκήτη ἕνα Κελλὶ καὶ ἄρχισαν νὰ ἐργάζονται. Ἐφύτευσαν κῆπο καὶ ἔφτιαχναν ξύλινα κουτάλια· ἀλλὰ αὐτὴ τὴν περίοδο τὰ ἐργόχειρα κανεὶς δὲν τὰ ἀγόραζε. Ἔτσι, σ’ αὐτὴ τὴν ταραγμένη ἐποχή, ἐπέζησαν περισσότερο ἀπὸ τέσσερα χρόνια. Μὲ τί ἐτρέφοντο μόνον ὁ Θεὸς γνωρίζει, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι σὲ κανέναν δὲν μιλοῦσαν καὶ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ἦταν ἀρκετὰ δύσκολο νὰ εὑρεθῆ τὸ ψωμί.
***
Συχνά –γράφει ὁ μοναχὸς Παρθένιος- ῥωτοῦσα τὸν Γέροντα:
-Ἅγιε πάτερ, μὲ τί τρεφόσαστε στοὺς δύσκολους καιρούς;
-Καὶ τί εἶπε ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο; «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν», καὶ «ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;». Ἔτσι καὶ ἐμᾶς, μᾶς ἔτρεφε ὁ Κύριος.
Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν στερήθηκαν τὰ ἀναγκαῖα οἱ πατέρες μας· μᾶλλον, ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλὰ περισσότεροι ἀπὸ χίλιοι ποὺ ἐμεναν στὸ Ἅγιον Ὄρος· γιὰ ὅλους ὁ Θεὸς προνοοῦσε. Καὶ ὅσοι ἔζησαν ἐκεῖνα τὰ χρόνια ἀπέκτησαν ἄφθονο πνευματικὸ πλοῦτο. Οἱ μέριμνες καὶ τὰ βάσανα ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων τοῦ σώματος ἄνθησαν, ὡρίμασαν καὶ ἀπέδωσαν καρπούς. Ὁ Δεσπότης καὶ οὐράνιος Βασιλεὺς τοὺς προσέφερε, ὡς ἀνταμοιβὴ γιὰ ὅλα, τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοὺς χάρισε τὴν δύναμη νὰ κυριαρχήσουν στὸν ἐχθρὸ διάβολο καὶ νὰ νικήσουν τὰ πάθη, ψυχικὰ καὶ σαρκικά. Ἄραξαν λοιπὸν στὸ ἥσυχο λιμάνι τῆς ψυχικῆς εἰρήνης καὶ τῆς νήψεως, δηλαδὴ τῆς ἑνώσεως τοῦ νοῦ μὲ τὸν Θεό. Στὸν π. Ἄβελ ὁ Κύριος ἔδωσε τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως καὶ τῆς διοράσεως, καὶ στὸν π. Νίκανδρο τὸ χάρισμα τῶν δακρύων· ἔκλαιε νυχθημερὸν ἕως τὴν κοίμησή του.
Μετὰ ἀπὸ τὸ φουρτουνιασμένο καὶ θλιβερὸ καιρό, ὁ Κύριος ἔστειλε τὴν εἰρήνη στὴν γῆ· ἡρέμησε ἡ πολεμικὴ ὁρμὴ καὶ ἐξαφανίσθησαν τελείως οἱ λησταί· παντοῦ ἐπεκράτησε ἡσυχία καὶ ἄρχισαν πάλι οἱ μοναχοὶ νὰ συναθροίζονται στὸ Ἅγιον Ὄρος. Οἱ οῤθόδοξοι χριστιανοὶ κατέφθαναν γιὰ νὰ προσκυνήσουν, καὶ ἔτσι ξανάρχισε ἡ πώλησις ἐργοχείρων. Τότε ἦλθε ἕνας ἔμπορος καὶ ἀγόρασε ὅλα τους τὰ κουτάλια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν δύο χιλιάδες leva.
-Τώρα, πάτερ, θὰ ἔχουμε χρήματα γιὰ ὅλες τὶς ἀνάγκες μας, εἶπε ὁ π. Νίκανδρος.
-Ναί, τώρα θὰ ἔχουμε γιὰ ὅλα, ἀπήντησε ὁ π. Ἄβελ.
***
Σύντομα ὅμως τοὺς ἐπισκέφθηκε ἕνας λαϊκός, ὁ ὁποῖος ζητοῦσε ἐλεημοσύνη. Ὁ π. Ἄβελ τὸν ῥώτησε ἀπὸ ποῦ εἶναι καὶ τί εἴδους ἀτυχία τὸν καταδιώκει. Ὁ λαϊκὸς μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἀπήντησε:
-Πάτερ ἅγιε, κατάγομαι ἀπὸ τὴν Νῆσο Χίο. Οἱ Τοῦρκοι ὡδήγησαν στὴν σκλαβιὰ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά μου· γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή τους ζητοῦν πέντε χιλιάδες leva, καὶ ἐγὼ συνεχίζω τὴν συγκέντρωσή τους ἤδη γιὰ δεύτερο χρόνο. Δόξα τῷ Θεῷ, συμπλήρωσα τὶς τρεῖς χιλιάδες καὶ μοῦ χρειάζονται ἀκόμη δύο. Ὁ Θεὸς θὰ δώσει νὰ συγκεντρώσω σιγὰ-σιγὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα.
Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ π. Ἄβελ, τοῦ εἶπε:
-Ἔλα μέσα στὸ Κελλί μου, καὶ ἐγὼ κάπως θὰ σὲ βοηθήσω.
Μόλις ἐκεῖνος μπῆκε, ὁ Γέροντας ἔβγαλε ὅσα χρήματα εἶχε καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε λέγοντας:
-Πάρε καὶ πήγαινε νὰ ἐξαγοράσεις τὴν γυναῖκά σου καὶ τὰ παιδιά σου!
-Πάτερ ἅγιε, τοῦ εἶπε ὁ λαϊκός, γιατί μὲ πειράζεις; Δῶσέ μου μόνον ἕνα levi καὶ νὰ πηγαίνω.
-Ὄχι, παιδί μου, δὲν σὲ πειράζω. Ἐγὼ εἶμαι πνευματικός· πῶς μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό; Πᾶρε λοιπὸν  τὰ χρήματα.
Τὸν συνόδευσε ἕως τὴν πόρτα, καὶ ὁ λαϊκὸς μὲ χαρὰ ἔφυγε γιὰ τὸ ταξίδι. Μόλις ὅμως ὁ π. Νίκανδρος τὸ εἶδε αὐτό, ἔκλαψε μὲ πικρὰ δάκρυα καὶ εἶπε:
-Τέσσερα χρόνια βασανισθήκαμε καὶ ἀποταμιεύσαμε γιὰ τὶς πρῶτες ἀνάγκες· τώρα πάλι θὰ στερούμεθα:
-Ὦ, πάτερ Νίκανδρε, ἀπήντησε ὁ π. Ἄβελ, πότε θὰ γίνουμε τέλειοι μοναχοί; Ὁ Κύριος μᾶς φύλαξε μέσα ἀπ’ ὅλες τὶς δυσκολίες, καὶ σὺ ἀκόμη παραπονεῖσαι; Στοὺς πιὸ δυσχερεῖς καιροὺς ὁ Κύριος μᾶς ἔθρεψε καὶ τώρα δηλαδὴ δὲν μπορεῖ; Δόξα τῷ Θεῷ, τὸ ἐργόχειρο πάει καλά. Ὅσο θὰ ἐργαζόμεθα καὶ θὰ παίρνουμε χρήματα, τὸ περίσσευμα θὰ τὸ δίνουμε στὸν Θεό· γιατί νὰ κατακρατοῦμε τὸ ξένο; Τέτοια σκέψις σὲ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν φιλάνθρωπο Κύριο, καὶ ὅταν ἀρχίζεις τὴν προσευχὴ οἱ λογισμοὶ πηγαίνουν στὸν πλοῦτο. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ἡμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν». Τὸ χρῆμα ἂς εὑρίσκεται στὸν Θεό, καὶ ἐμεῖς ἐκεῖ ἂς ἐναποθέσουμε τὶς καρδιές μας.
Ὁ π. Νίκανδρος συγκινήθηκε· ἔπεσε στὰ πόδια του, ἔκλαψε καὶ ζήτησε συγχώρεση. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ γιὰ τίποτε πλέον δὲν ἐνδιαφερόταν, ἀλλὰ μέχρι τὸν θάνατό του ἔκλαιγε.
***
Δὲν πέρασε πολὺς χρόνος, καὶ οἱ δύο πατέρες ἐκάρησαν μεγαλόσχημοι. Ὁ π. Ἄβελ δέχθηκε τὸ Σχῆμα ἀπὸ κάποιον π. Ἀρσένιο παίρνοντας τὸ ὄνομά του, ἐνῶ ὁ π. Νίκανδρος ἔλαβε τὸ Σχῆμα ἀπὸ τὸν π. Ἀρσένιο καὶ ὠνομάσθηκε Νικόλαος. Καὶ οἱ δύο ἔζησαν, ὡς Γέροντας καὶ ὑποτακτικός, δέκα ἔτη στὴν Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς Μονῆς Ἰβήρων.
Ὅταν στὴν Σκήτη αὐξήθηκε ὁ ἀριθμὸς τῶν πατέρων, ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει ἡσυχία, ἀλλὰ καὶ τὸ περιβόλι μεγάλωνε διαρκῶς, ὁπότε ὑπῆρχαν περισσότερες βιοτικὲς ἀπασχολήσεις. Ἔτσι καὶ οἱ δύο ἐπιέζοντο πολύ. Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ἔρημο καὶ τὴν ἡσυχία δὲν μπορεῖ νὰ ὑποφέρει τὶς συζητήσεις καὶ τὶς καθημερινὲς φροντίδες, ἐγκατέλειψαν τὴν Σκήτη. Γι’ αὐτὸ συμφώνησαν, χάριν τῆς τελείας ἡσυχίας, νὰ ἀπομονωθοῦν στὴν ἔρημο, ὥστε νὰ μὴν ἔχουν κανενὸς εἴδους σωματικὴ καὶ ἐπίγειο μέριμνα, ἀλλὰ νὰ ζοῦν μόνο μὲ τὸν Θεόν.
Γρήγορα βρῆκαν ἀπομονωμένο Κελλί, μία ὥρα μακριὰ ἀπὸ τὴν Σκήτη ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἰβήρων· ἦταν στὸ βουνό, σὲ ἀδιάβατη σχεδὸν ἔρημο, καὶ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο. Κάποτε ἦταν μεγάλο, ὅμως τὴν ἐποχὴ τῶν ταραχῶν καταστράφηκε σχεδὸν ὣς τὰ θεμέλια. Αὐτοὶ τὸ ἐπισκεύασαν λίγο, ἔκαναν ἐγκαίνια στὴν ἐκκλησία καὶ ἑτοίμασαν γιὰ χρήση δύο δωμάτια. Ἐκεῖ ἄρχισαν νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸ ἐρημητικὸ τυπικό, χωρὶς νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ βιοτικά· οὔτε κῆπος, οὔτε περιβόλι ὑπῆρχε. Ἂν καὶ τὸ Κελλὶ εἶχε ἐλαιόδενδρα, δὲν τὰ καλλιεργοῦσαν. Ὅταν ὁ καρπὸς ὡρίμαζε, οἱ πατέρες καλοῦσαν κάποιον ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς καὶ τοῦ ἐπέτρεπαν ἐλεύθερα τὴν συγκομιδή.
***
Ἐγὼ ὁ ἴδιος, γράφει ὁ μοναχὸς Παρθένιος, ἤμουν μάρτυς τῆς αὐστηρῆς ζωῆς, διότι συχνὰ μοῦ συνέβαινε νὰ διανυκτερεύω κοντά τους. Παρατηροῦσα προσεκτικὰ πῶς ζοῦσαν καὶ ἐπιθυμοῦσα καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ ζήσω μαζί τους, γιὰ νὰ διδαχθῶ τὸν ἀληθινὸ μοναχισμό. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν ἐδέχοντο κανέναν καὶ ἔλεγαν:
-Μαζί μας κανεὶς δὲν μπορεῖ· ἐμεῖς μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια φθάσαμε σὲ τέτοια ζωὴ καὶ τώρα ἀκόμη καμιὰ φορὰ πέφτουμε. «Τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής»· μόνον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐνδυναμώνει καὶ μᾶς συντηρεῖ.
Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἔφθασαν στὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ π. Νικόλαος ἔζησε δεκαεννέα ἔτη καὶ ὁ π. Ἀρσένιος εἴκοσι τέσσερα. Δὲν ἐδοκίμασαν οὔτε ψάρι, οὔτε τυρί, οὔτε κρασί, οὔτε λάδι. Ἡ τροφή τους ἦταν παξιμάδια, τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι μετέφεραν στὶς πλάτες τους ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἰβήρων ἐπάνω στὸ βουνό. Ἐπίσης ἀγαποῦσαν καὶ καμιὰ κόκκινη πιπεριά. Νά, ποιὰ ἦταν ἡ τράπεζά τους: ξηρὸ ψωμί, πιπεριὰ καὶ μελιτζάνα· συνέβαινε ὅμως νὰ ὑπάρχει καὶ κρεμμύδι, ἂν κάποιος τοὺς ἔφερνε. Ἁλατισμένες ἐλιὲς καὶ σῦκα προσέφεραν μόνο στοὺς ἐπισκέπτας. Ὅταν ἐκεῖνοι ἄρχιζαν νὰ τρώγουν, συχνὰ τύχαινε νὰ εὑρίσκομαι μαζί τους. Ἔτρωγαν μόνο μία φορὰ τὴν ἡμέρα, τὴν τρίτη ὥρα· Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ ἔμεναν χωρὶς τράπεζα.
Τὸ τυπικό τους ἦταν τὸ ἑξῆς: μετὰ τὴν τράπεζα, ὣς τὸν ἑσπερινὸ κατεγίνοντο μὲ τὴν ἀνάγνωση πνευματικῶν κειμένων στὰ κελλιά. Κατόπιν τελοῦσαν τὸν ἑσπερινὸ κατὰ τὸ τυπικό. Διάβαζαν πάντα μὲ προσοχὴ καὶ δάκρυα, χωρὶς νὰ βιάζονται, σιγανὰ καὶ ἁπλά. Ἔπειτα ἔκαναν τὸ ἀπόδειπνο, μὲ τὸν κανόνα στὴν Παναγία ἀπὸ τὸ Θεοτοκάριο, καὶ ἐν συνεχείᾳ προσωπικὴ προσευχὴ πρὶν ἀπὸ τὸν ὕπνο. Τὴν νύκτα περνοῦσαν ἀγρυπνοῦντες, προσευχόμενοι καὶ κάνοντας μετάνοιες. Ἂν ἡ νύστα τοὺς ἐκούραζε, τότε ἐκοιμοῦντο λίγο καθιστοί, ἀλλὰ ὄχι περισσότερο ἀπὸ μία ὥρα ὅλη τὴν νύκτα καὶ αὐτὸ κάπως ἀπαρατήρητα. Ἐπίεζαν τὸν ἑαυτό τους νὰ μείνει στὴν ἀγρυπνία καὶ συχνὰ ἔβγαιναν νὰ περπατήσουν. Ῥολόϊ δὲν εἶχαν, ἀλλὰ πάντα ἐγνώριζαν τὴν ὥρα, ἐπειδὴ κάτω ἀπὸ τὸ βουνὸ ἦταν ἡ Μονὴ Ἰβήρων, καὶ ἀπὸ τὸν πύργο ἀκούγονταν οἱ κτύποι τοῦ ῥολογιοῦ. Τὰ μεσάνυκτα πήγαιναν στὴν ἐκκλησία γιὰ κοινὴ ποσευχή. Ἐκεῖ διάβαζαν τὸ μεσονυκτικό, ἔπειτα τὸν ὄρθρο κατὰ τὸ τυπικό, καὶ ἀκολοθοῦσε πάντα ὁ κανόνας μὲ τὸν ἀκάθιστο ὕμνο στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Κατόπιν παρεδίδοντο στὴν νοερὰ προσευχὴ ὣς τὴν αὐγή. Τὸ πρωΐ ἄρχιζαν τὸ ἐργόχειρο. Ἔπρεπε νὰ κατασκευάζει ὁ καθένας δέκα κουτάλια, τὰ ἁπλούστερα. Ἡ ἐργασία γινόταν «κατὰ μόνας». Ποτὲ δὲν συζητοῦσαν μεταξύ τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πιὸ ἀπαραίτητα, καὶ πάντα ζοῦσαν μὲ τὴν νοερὰ προσευχή. Μετὰ τὸ ἐργόχειρο, διάβαζαν τὴν ἀκολουθία τῶν ὡρῶν καὶ τὸν ἀκάθιστο ὕμνο στὴν Θεοτόκο· τελειώνοντας πήγαιναν στὴν τράπεζα. Ἔτσι περνοῦσαν τὶς ἡμέρες καὶ τὶς νύκτες μὲ ἀδιάκοπη προσευχὴ καὶ ἐργασία.
Ὁ Γέροντας ἀγαποῦσε νὰ τελῆ συχνὰ τὴν Θεία Λειτουργία· σχεδὸν κάθε μέρα λειτουργοῦσαν, ὅταν εἶχαν νᾶμα καὶ πρόσφορα, ἀλλὰ συνήθως ὑπῆρχε μεγάλη ἔλλειψις. Τὶς περισσότερες φορὲς στὴν Λειτουργία ἦσαν μόνοι.
Μερικὲς φορὲς ἤμουν παρὼν καὶ ἐγὼ καὶ ἄκουγα τὴν μελωδικὴ καὶ κατανυκτικὴ ἀπὸ τὰ ἀείρυτα δάκρυα ψαλμωδία τους. Ἀκόμη βλέπω μπροστά μου τοὺς δύο γέροντας, ἀπεξηραμένους ἀπὸ τὴν νηστεία καὶ τὴν ἀδυναμία. Ὁ ἕνας στὸ ἱερό, μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου, στέκεται καὶ κλαίει· ἀπὸ τὰ δάκρυα δύσκολα μπορεῖ νὰ ἐκφωνήσει. Ἐκφράζεται πιὸ πολὺ μὲ τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδιᾶς. Ὁ ἄλλος εἶναι ὄρθιος στὸ ἀναλόγιο καὶ θρηνεῖ. Ἀπὸ τὸ κλάμα, τὸν θρῆνο καὶ τὴν σωματικὴ ἀδυναμία, μόλις ποὺ ἀκούγεται κάτι.
Ἐγώ, ὁ ἁμαρτωλός, ἀνάμεσα σὲ τόσο μεγάλους φλογεροὺς στύλους, εἶχα καταληφθῆ ἀπὸ δέος, μὴν γνωρίζοντας ποῦ νὰ προσηλώσω τὴν ἀκοή μου, στὸ ἱερὸ ἢ πίσω στὸ ἀναλόγιο. Ἀπὸ παντοῦ μοῦ ἐδημιουργεῖτο ἡ διάθεσις γιὰ κλάμα. Καὶ μολονότι τὰ ἀνθρώπινα αὐτιὰ ἐλάχιστα ἄκουγαν, στὴν Λειτουργία τους ὅμως ἐπέβλεπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, κατὰ τὴν ὑπόσχεση: «Καὶ ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου;». Ἐδῶ ἔψαλλαν τὸν «Τρισάγιον ὕμνον», ἀπομακρύνοντας κάθε βιοτικὴ μέριμνα, χωρὶς νὰ σκέπτονται τίποτε ἀπὸ τὰ ἐπίγεια. Ἀνάμεσά τους κατοικοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν».
Οἱ δύο Γέροντες ἀγαποῦσαν τόσο τὸν Κύριόν τους, ὥστε δὲν ἤθελαν οὔτε μία στιγμὴ νὰ χωρίζονται ἀπὸ Αὐτόν. πάντοτε συνωμιλοῦσαν μαζί Του μὲ τὸν νοῦ, τὴν καρδιὰ καὶ τὰ χείλη. Ἄν ποτε συζητοῦσαν, ἡ συζήτησις ἀφοροῦσε μόνον τὴν προσευχὴ ἢ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον. Καὶ ὅταν κάποιος ἐνώπιόν τους ἄρχιζε νὰ λέει κάτι ἄσχημο γιὰ τὸν ἀδελφό του, αὐτοὶ διέκοπταν τὴν συζήτηση. Ἀγαποῦσαν τοὺς πάντας περισσότερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, πρᾶγμα ποὺ ἦσαν φανερὸ ἀπὸ τὰ ἔργα τους. Ἐφρόντιζαν κάθε ἄνθρωπο νὰ τὸν γαληνεύουν. Ὅταν μάλιστα ἔφθανε κανεὶς στὸ Κελλὶ ἔχοντας κάποια ἀνάγκη, δὲν τὸν ἄφηναν νὰ φύγει λυπημένος. Ὅποιος μελαγχολοῦσε, λόγῳ ἐλλείψεως τῶν ἀναγκαίων γιὰ τὸ σῶμα, τὸν ἀνέπαυσαν περισσότερο ἀπ’ ὅσο μποροῦσαν. Ἀκόμη καὶ τὰ τελευταῖά τους βιβλία ἔδιδαν γιὰ ἐνέχυρο, ἀλλὰ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τὰ ἐξαγόραζαν. Καὶ ἐκεῖνον ποὺ εἶχε ψυχικὴ λύπη τὸν παρηγοροῦσαν μὲ τὰ γλυκά τους λόγια. Οἱ πτωχοὶ σ’ αὐτοὺς εὕρισκαν βοήθεια, οἱ θλιμμένοι παρηγορία, οἱ ἐπιῤῥεπεῖς στὴν ἁμαρτία γρήγορη διόρθωση καὶ ἀνάπαυση.
Θὰ ἀναφερθῶ στὸν ἑαυτό μου, συνεχίζει ὁ μοναχὸς Παρθένιος: Ὅταν ἦλθα στὸ Ἅγιον Ὄρος, δὲν εἶχα σχεδὸν οὔτε ἕνα καπίκι. Ὁ π. Ἀρσένιος μοῦ ἔδωσε εὐλογία νὰ μάθω τὴν τέχνη νὰ κατασκευάζω κουτάλια, ἀλλὰ δὲν εἶχα χρήματα γιὰ νὰ ἀγοράσω ἐργαλεῖο. Ὅταν τοῦ τὸ εἶπα, μοῦ ἀπήντησε:
-Μὴν ἀνησυχῆς γι’ αὐτό.
Καὶ ἀμέσως κατέβασε ἕνα σακκούλι ἀπὸ τὸ παράθυρο, ἔβγαλε τὰ χρήματα, τὰ μέτρησε καὶ μοῦ τὰ ἔδωσε ὅλα, λέγοντας:
-Πάρε· δὲν ὑπάρχουν περισσότερα ἀπὸ τριάντα leva.
-Πάτερ ἅγιε, τοῦ εἶπα κλαίγοντας, κρατήσατε κάτι γιὰ τὸν ἑαυτό σας;
-Ἐμεῖς θὰ ἔχουμε γιὰ νὰ συντηρηθοῦμε· μὴν ἀνησυχῆς γιὰ μᾶς. Ὁ Θεὸς θὰ στείλει. Καὶ πόσο κοστίζει τὸ ἐργαλεῖο;
-Κοστίζει πενήντα leva, εἶπα.
Τότε μπῆκε στὴν ἐκκλησία, πῆρε ἀπὸ ἐκεῖ ἕνα βιβλίο, μοῦ τὸ ἔδωσε καὶ πρόσθεσε:
-Πήγαινε, δῶσ’ το ἐνέχυρο στοὺς Κορένιεφ (Koreniev), στοὺς δύο Ῥώσους μοναχοὺς ποὺ εἶναι ἐξαδέλφια καὶ ζοῦν στὸ Κελλὶ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου -ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου- καὶ πάρε ὅσα χρήματα ἔχεις ἀνάγκη. Ἐγὼ ἀργότερα θὰ τὸ ἐξαγοράσω.
Αὐτὸ μοῦ ἐκόστισε πολλὰ δάκρυα· σ’ ὅλο τὸν δρόμο ἔκλαιγα.
***
Ἡ πρώτη ἐρώτησις ποὺ ἔθετε ὁ π. Ἀρσένιος στὸν καθένα ἦταν: «Πῶς εἶσαι; Εἶσαι εὐχαριστημένος; Μήπως ἔχεις καμία ἀνάγκη;»
Θὰ διηγηθῶ ἀκόμη ἕνα περιστατικό, ποὺ συνέβη, ἐνῶ ἤμουν παρὼν στὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἕνας πνευματικός μου ἀδελφός, ὀνόματι Θεόκλητος, πῆρε ὅσα χρήματα εἶχε, ἑκατὸν πενήντα leva, προκειμένου νὰ ἀγοράσει γιὰ τὸν ἑαυτό του ἕνα ῥάσο.
Στὸ δρόμο ὅμως ἔχασε ὅλα τὰ χρήματα καὶ λυπήθηκε πολύ. Ὅταν τὸν εἶδε ὁ π. Ἀρσένιος, τὸν ῥώτησε:
-Γιατί εἶσαι ἔτσι λυπημένος;
-Ἔχασα ὅλα μου τὰ χρήματα, ἀπήντησε ἐκεῖνος.
-Βρίσκεσαι σὲ μεγάλη ἀνάγκη;, ξαναρώτησε ὁ Γέροντας, καὶ βγάζοντας συγχρόνως τὸ σακκούλι του, τοῦ τὸ ἔδωσε καὶ εἶπε:
-Νά, ἔχει ἑξήντα leva. Πήγαινε καὶ ἀγόρας ὅ,τι σοῦ χρειάζεται!
Ὁ π. Θεόκλητος τὰ πῆρε καὶ ξεκίνησε. Μετὰ ὅμως σκέφθηκε: «Ἐγὼ εἶμαι νέος ἄνθρωπος καὶ μπορῶ νὰ ἐργασθῶ·αὐτοὶ εἶναι γέροι καὶ ἀδύναμοι, ἐν τούτοις μοῦ ἔδωσαν καὶ τὸ τελευταῖο ποὺ εἶχαν. Αὐτοὶ ἐλπίζουν στὸν Θεὸ ὅτι θὰ τοὺς χορτάσει· καὶ ἐμένα ὁ Θεὸς θὰ μὲ ἀφήσει; Πάω νὰ τοὺς τὰ ἐπιστρέψω!» Πῆγε πίσω στὸν π. Ἀρσένιο καὶ τοῦ τὰ ἐπέστρεψε, αὐτὸς ὅμως μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἤθελε νὰ τὰ πάρει. Ὁ π. Θεόκλητος τοῦ ἔβαλε μετάνοια καὶ μὲ δάκρυα παρακαλοῦσε νὰ τὰ δεχθῆ. Ἐν τέλει, ὁ Γέροντας τὰ πῆρε ῥωτῶντας:
-Καὶ δὲν εἶσαι λυπημένος;
-Ὄχι, πάτερ ἅγιε· τώρα εἶμαι χαρούμενος, ἐπειδὴ σεῖς πήρατε πίσω τὰ χρήματα!
***
Οἱ πατέρες Ἀρσένιος καὶ Νικόλαος γιὰ ἀρκετὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα ἔζησαν στὴν ἔρημό τους. Ἀργότερα ἐπεθύμησαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὴν Ἁγία Πόλη Ἱερουσαλήμ, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν ζωηφόρο Τάφο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Κύριος δὲν ἀφήνει τοὺς δούλους Του χωρὶς βοήθεια. Τὸ ἔτος 1836 ἔφθασε ἀπὸ τὴν Ῥωσία στὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ ἱερομόναχος Ἀνίκητος, πρῖγκιψ Σιρίνσκι Σιχματόβ (Shirinski Shihmatov), μέγας νηστευτής. Καθὼς τὸ περιηγήθηκε ὁλόκληρο, ἐπισκέφθηκε καὶ τοὺς δύο ἐρημίτας, συνομίλησε πνευματικῶς μαζί τους, τοὺς ἀγάπησε πολὺ καὶ ἐπέλεξε τὸν π. Ἀρσένιο ὡς πνευματικό του πατέρα. Κατόπιν τοὺς πρότεινε, ἂν ἐπιθυμοῦν, νὰ ταξιδεύσουν μαζί του στὰ Ἱεροσόλυμα. Αὐτοὶ δέχθηκαν καὶ ὁ ἱερομόναχος Ἀκίνητος χάρηκε πολύ, ἐπειδὴ θὰ εἶχε τέτοιους συνταξιδιώτας. Πῆγαν λοιπὸν στὰ Ἱεροσόλυμα, πέρασαν ὁλόκληρο τὸν χειμῶνα καί, ἀφοῦ ἑόρτασαν τὸ Πάσχα, ἐπέστρεψαν στὸ Ἅγιον Ὄρος στὸ Κελλί τους.
Ἄκουσα ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Πνευματικοῦ ὅτι στὸ ταξίδι πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα πέρασαν τόσες δυσκολίες, ποὺ μόνο στὸν Θεὸ εἶναι γνωστές.
-Πάτερ, ῥώτησα, τί εἴδους δυσκολίες εἴχατε καὶ ποιὰ ἦταν οἱ αἰτία του; Μήπως ἦταν στερήσεις;
-Ὄχι, ἀπήντησε. Ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὰ εἴχαμε ὅλα· καλύτερα δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ περάσουμε. Στὰ Ἱεροσόλυμα οἱ προσκυνηταὶ μᾶς γέμισαν μὲ δουκᾶτα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ μοιράσαμε στοὺς πτωχοὺς Ἄραβες. Τὰ βάσανα ἦταν ἄλλου εἴδους. Μένοντας τόσα χρόνια στὴν ἔρημο, σχεδὸν εἴχαμε ξεχάσει πῶς ζῆ ὁ κόσμος, ἐκεῖ ὅμως πέσαμε στὴν πιὸ μεγάλη κίνηση καὶ φασαρία. Περισσότερο στενοχωρηθήκαμε ἐξ αἰτίας τῆς νηστείας. Ὅλοι μᾶς ζητοῦσαν. Ὅλοι μᾶς τιμοῦσαν. Ὅλοι ἤθελαν νὰ τοὺς παρηγοροῦμε, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν ζούσσαμε ὅπως ἁρμόζει. Τόσο πολὺ ὑποφέραμε, ποὺ δὲν γνωρίζαμε πῶς νὰ ἐπιστρέψουμε γρηγορότερα στὸν ἁγιώνυμο Τόπο!
Κατὰ τὴν ἐπάνοδο στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὁ π. Νικόλαος παρεκάλεσε τὸν πνευματικὸ π. Ἀρσένιο νὰ μὴν ἐπιτρέψει στοὺς ἐπισκέπτας νὰ πηγαίνουν σ’ αὐτόν, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐνοχλοῦν. Ἕνα χρόνο πρὸ τῆς κοιμήσεως τοῦ π. Νικολάου, καὶ οἱ δύο στὸν ὔπνο τους ἄκουσαν φωνή: Στὸν μὲν π. Νικόλαο ἔλεγε ὅτι πέρασε μέσα ἀπὸ τὴν μεγάλη φουρτουνιασμένη θάλασσα, ἀλλὰ ἔφθασε σὲ ἥσυχο λιμάνι· στὸν δὲ π. Ἀρσένιο, ὅτι αὐτὸς πλησιάζει σὲ μεγάλη καὶ πανέμορφη πόλη, ὅπου θὰ περατώσει τὸ ταξίδι του. Οἱ γέροντες ἀλληλεκμυστηρεύθηκαν ὅ,τι ἀκουσαν καὶ κατάλαβαν ὅτι ἡ πληροφορία ἦταν ἐκ Θεοῦ καὶ ὅτι πλησιάζει τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου βιοτῆς, ὁπότε ἄρχισαν νὰ ἑτοιμάζονται γιὰ τὴν ἔξοδό τους, προσθέτοντας νηστεία στὴν νηστεία καὶ δάκρυα στὰ δάκρυα. Ἕξι μῆνες πρὸ τοῦ θανάτου ὁ π. Νικόλαος στερήθηκε τὴν σωματικὴ ὅραση, ἀλλὰ μὲ τὰ πνευματικὰ μάτια ἔβλεπε τέλεια. Ὁ Θεὸς τοῦ ἀπεκάλυψε ὅλους τοὺς Ὁσίους τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ ἀκόμη ἦταν στὴν ζωή, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φανέρωσε στὸν π. Ἀρσένιο, φοβούμενος μήπως πέσει σὲ δαιμονικὴ πλάνη. Αὐτὸς ἦταν πολὺ προσεκτικὸς καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴν πιστεύει στὰ ὁράματά του, μόνο νὰ κλαίει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ παρακαλῆ γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του. Στὸν π. Νικόλαο προσετέθησαν καὶ ἄλλες σωματικὲς ἀσθένειες. Δὲν μποροῦσε πλέον νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία. Συνήθως καθόταν στὸ κεββάτι καὶ βασανιζόταν, δὲν ἤθελε ὅμως νὰ ξαπλώσει. Ὅταν τὸ Σάββατο ἢ τὴν Κυριακὴ ὁ Πνευματικὸς ἀπεφάσιζε νὰ τελέσει τὴν Θεία Λειτουργία, μετέβαινε στὸ κελλὶ τοῦ π. Νικολάου καὶ ἔλεγε:
-Πάτερ Νικόλαε, πρέπει νὰ τελεσθῆ ἡ λειτουργία:
-Νὰ τὴν τελέσεις, Πάτερ, ἔλεγε αὐτὸς χαρούμενα.
Καὶ ὁ Πνευματικὸς τότε συνέχιζε:
-Πῶς νὰ λειτουργήσω; Ἐσὺ εἶσαι ἄῤῥωστος, καὶ μόνος δὲν μπορῶ!
-Θὰ ἔλθω νὰ σὲ βοηθήσω, ἀπαντοῦσε ὁ π. Νικόλαος, ὁπότε σηκωνόταν ἀμέσως
ἀπὸ τὸ κρεββάτι καὶ ξεκινοῦσε.
Διάβαζαν τὸν κανόνα καὶ προχωροῦσαν στὴν ἀναίμακτη θυσία. Ὁ π. Νικόλαος κοινωνοῦσε τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, ἔπαιρνε ἕνα πρόσφορο καὶ μ’ αὐτὸ τρεφόταν ὅλη τὴν ἑβδομάδα· τίποτε ἄλλο δὲν ἔτρωγε. Καὶ ἔτσι ἔζησαν μισὸ χρόνο. Κάθε ἑβδομάδα ἔκαναν μία Θεία Λειτουργία καὶ μερικὲς φορὲς δύο. Ὁ ψάλτης καὶ ἀναγνώστης ἦταν ἀσθενὴς καὶ τυφλός, ποτὲ ὅμως δὲν ὑπῆρξε διακοπὴ τῆς λατρείας ἐξ αἰτίας του· πάντοτε ἦταν ἕτοιμος γιὰ ὑπακοή.
Τὸ Σάββατο τῆς Ἀπόκρεω λειτούργησαν καὶ ἔπειτα ὁ π. Νικόλαος ἀποσύρθηκε στὸ κελλί του, ἐνῶ ὁ Πνευματικός, ἀφοῦ τακτοποίησε τὶς δουλειές, πῆγε στὸ δικό του. Ὕστερα ἀπὸ λίγο διάστημα, ὁ π. Νικόλαος ἦλθε στὸ κελλὶ τοῦ Πνευματικοῦ, τοῦ ἔβαλε μετάνοια καὶ εἶπε:
-Συγχώρησέ με, Πάτερ ἅγιε, ποὺ ἦλθα σὲ ἀκατάλλη ὥρα, ἀλλὰ πρέπει νὰ σοῦ πῶ κάτι!
-Ὁ Θεὸς νὰ σὲ συγχωρήσει· λέγε τί ἔχεις, τοῦ ἀπήντησε ὁ Πνευματικός.
Τότε ὁ π. Νικόλαος, γεμᾶτος δάκρυα, ἄρχισε νὰ λέει:
-Πάτερ ἅγιε, ὅταν μετὰ τὴν Λειτουργία πῆγα στὸ κελλί μου καὶ κάθησα στὸ κρεββάτι, ἀμέσως ἄνοιξαν τὰ μάτια μου καὶ ξαφνικὰ ἔβλεπα καλά. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ καὶ ὁλόκληρο πλημμύρισε ἀπὸ φῶς. Τότε ἦλθαν μέσα δύο ἄνθρωποι· δύο νέοι μὲ κεριὰ καὶ ἀνάμεσά τους κάποιος μὲ ἱερατικὰ ἄμφια, ποὺ ἔλαμπε μὲ ἀνέκφραστη δόξα. Μὲ πλησίασαν. Ὁ ἄνδρας μὲ τὴν ἱερατικὴ στολὴ ῥώτησε: «Μὲ γνωρίζεις;». «Σὲ γνωρίζω!», τοῦ ἀπήντησα χαμογελῶντας. «Ποιός εἶμαι;». «Εἶσαι ὄντως ὁ π. Ἀνίκητος», τοῦ ἀποκρίθηκα, «ὁ σύντροφος καὶ συνταξιδιώτης μας στὴν Ἱερουσαλήμ. Πέρασαν ἤδη τρία χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ἄφησες τὴν γῆ». «Ναί, π. Νικόλαε, ἐγὼ εἶμαι. Βλέπεις μὲ ποιία δόξα μὲ βράβευσε ὁ οὐράνιος Βασιλεύς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός; Καὶ ἐσένα ἔτσι θὰ σὲ βραβεύσει· σὲ τέσσερις ἡμέρες θὰ ἔχεις ἀπελευθερωθῆ ἀπὸ ὅλες τὶς δυστυχίες καὶ τὶς ἀσθένειες· γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς μὲ ἔστειλε, γιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω». Ἀμέσως οἱ ἐπισκέπται βγῆκαν ἀπὸ τὸ κελλὶ καὶ ἔμεινα μόνος. Τὰ μάτια μου ξανάκλεισαν, ἀλλὰ ἡ καρδιά μου πλημμύρισε μὲ ἀπερίγραπτη χαρά.
Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ Πνευματικὸς τοῦ εἶπε:
-Πρόσεξε, π. Νικόλαε, μὴν πλανηθῆς· μὴν δίνεις σημασία σ’ ὅλα αὐτά. Νὰ ἐλπίζεις στὸν Θεὸ καὶ νὰ παρακαλῆς γιὰ τὸ ἔλεός Του.
-Πάτερ ἄγιε, συγχώρησέ με, εἶπε ὁ π. Νικόλαος. Ἂς γίνει σὲ μένα τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἡ καρδιά μου γέμισε μὲ ἀνέκφραστη χαρά. Σὲ παρακαλῶ, πάτερ, ἀπὸ σήμερα νὰ τελῆς τὴν Θεία Λειτουργία καθημερινά, καὶ ἐγὼ θὰ προετοιμάζομαι γιὰ τὴν θεία Κοινωνία.
-Καλά, ἐγὼ θὰ λειτουργῶ, τοῦ εἶπε ὁ Πνευματικός. Μόνο νὰ μὴν σὲ περιμένω!
Ἔτσι, ὁ π. Νικόλαος ἔφυγε γιὰ τὸ κελλί του.
Λειτούργησαν τὴν Κυριακή, τὴν Δευτέρα καὶ τὴν Τρίτη. Ὁ π. Νικόλαος κοινωνοῦσε καθημερινὰ καὶ ἔνιωθε καλύτερα. Τὴν Τετάρτη τῆς Τυροφάγου ἔγινε ἡ ἀκολουθία τῶν ὡρῶν καὶ τὴν Πέμπτη ἡ Θεία Λειτουργία· ὁ π. Νικόλαος ἔψαλε καὶ κοινώνησε. Ὁ Πνευματικός, κατὰ τὴν συνήθεια, τοῦ ἔδωσε τὸ πρόσφορο, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν τὸ πῆρε, μόνον εἶπε:
-Πάτερ, ἔλα ὣς τὸ κελλί μου.
Ἐκεῖνος τὸν ἀκολούθησε. Ὁ π. Νικόλαος κάθησε στὸ κρεββάτι, μὲ τὴν πλάτη στὸν τοῖχο. Τὸ πρόσωπό του ἄρχισε νὰ παίρνει ἄλλη μορφή, καὶ ἔγινε ῥοδοκόκκινο. Τότε, ὑψώνοντας τὰ μάτια πρὸς τὸν οὐρανό, βρέθηκε σὲ κάποιο εἶδος ἐκστάσεως. Μετὰ ἀπὸ λίγο συνῆλθε καὶ ἄρχισε νὰ λέει:
-Σ’ εὐχαριστῶ, πάτερ ἅγιε, ἐπειδὴ ὑπέμεινες ἕως τὸν θάνατό μου ὅλες τὶς ἀδυναμίες μου καὶ μὲ ὡδήγησες μέχρι τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν!
-Πάτερ Νικόλαε, τί βλέπεις;, τὸν ῥώτησε ὁ Πνευματικός.
-Βλέπω, πάτερ, ὅτι ἦλθαν νὰ μὲ πάρουν καὶ ἔσχισαν τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μου. Τώρα, πάτερ, εὐλόγησον!
-Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογήσει, ἀπήντησε ὁ Πνευματικός.
-Εὐλόγησον μὲ τὸ χέρι!, εἶπε ξανὰ ἐκεῖνος.
Ὁ Πνευματικὸς τὸν εὐλόγησε μὲ τὸ χέρι, καὶ ἐκεῖνος τὸ πῆρε καὶ τὸ κατεφίλησε. Καὶ ἐνῶ ἀκόμη τὸ κρατοῦσε, σήκωσε τὰ μάτια πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ πρόφερε ἤρεμα:
-Κύριε, δέξου τὸ πνεῦμά μου.
Τὴν ἴδια στιγμὴ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, τὸν ὁποῖο ἀπὸ τὴν νεότητά του ὑπηρέτησε μὲ πίστη καὶ ἀγάπη. Ἀληθῶς, «τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ».
Ὁ π. Νικόλαος ἐκοιμήθη στὶς 6 Φεβρουαρίου 1840, ἡμέρα Πέμπτη τῆς Τυροφάγου.
***
Ἐμεῖς ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ζούσαμε στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Ἡ εἴδησις ἔφθασε ἐκεῖ τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου, καὶ πήγαμε τὴν Κυριακή, τέταρτη ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του. Γιὰ τὴν κηδεία ἦλθα ἀρκετοὶ ἀδελφοὶ ἀπὸ τὴν ῥωσικὴ ἀδελφότητα καὶ ὅλοι οἱ μαθηταὶ τοῦ π. Ἀρσενίου. Οἱ πάντες ἐκπλήσσονται. Ὁ π. Νικόλαος κείτεται σὰν ζωντανός· τὸ πρόσωπό του δὲν ἄλλαξε σὲ τίποτε· τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια δὲν εἶναι ἄκαμπτα. Ὅλα τὰ μέλη του εἶναι μαλακὰ καὶ ἀπὸ τὸ στόμα ἐξέρχεται εὐχάριστη εὐωδία, παρομοία τοῦ θυμιάματος. Χάρηκαν ὅλοι καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεό. Τὸν ἔθαψαν τὴν Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου καὶ ἀποχώρησαν.
***
Ὁ π. Ἀρσένιος ἔμεινε μόνος μὲ τὸν Θεὸ νὰ ἑτοιμασθῆ γιὰ τὴν ἰδική του ἔξοδο. Πολλοὶ μαθηταὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς δεχθῆ, ἐπιθυμῶντας νὰ ζήσουν μαζί του, ἀλλὰ ἐκεῖνος γιὰ ἕναν χρόνο δὲν δέχθηκε κανέναν. Κατόπιν ὁ Θεὸς τὸν πληροφόρησε ὅτι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο θὰ ζήσει λίγον καιρὸ ἀκόμη πρὸς ὄφελος τῆς ἀδελφότητος. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ δέχεται ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἤθελαν νὰ ἀποτελέσουν συνοδία του. Σύντομα συγκεντρώθηκαν ὀκτώ. Ἀναγκάσθηκε ὅμως νὰ ἀφήσει τὸ Κελλί του, ἐπειδὴ ἦταν ὑπερβολικὰ μικρό, καὶ μὲ τοὺς μαθητάς του ἔφυγε στὴν Σκήτη Λάκκου, στὴν πιὸ ἀπομεμακρυσμένη ἔρημο, ὅπου πῆραν μεγάλο Κελλὶ καὶ τακτοποιήθηκαν.
Οἱ πατέρες τῆς Σκήτης χάρηκαν πολύ, διότι ἀνάμεσά τους ἦλθε τέτοιος φάρος, ἱκανὸς νὰ φωτίσει τοὺς πάντας μὲ τὴν ζωή του. Ἀντιθέτως οἱ Ῥῶσοι πατέρες, γύρω ἀπὸ τὶς Καρυὲς καὶ τὴν Καψάλα, λυπήθηκαν μὲ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ π. Ἀρσενίου. Ὅμως, ἂν καὶ ὁ δρόμος ἦταν μακρὺς καὶ δύσκολος, δὲν ἄφηναν τὸν παρηγορητή τους· ἐφρόντιζαν νὰ τὸν ἐπισκέπτονται. Ὁ Πνευματικὸς δὲν τοὺς ἐζήτησε νὰ κάνουν αὐτὸν τὸν κόπο· ὁ ἴδιος τοὺς πρότεινε νὰ ἐπιλέξουν κάποιον ἄλλον πλησιέστερα. Ἐκεῖνοι ἀπάντησαν ὅτι πνευματικοὶ ὑπάρχουν πολλοί, ἀλλὰ πατέρα καὶ συμπαραστάτη ποὺ νὰ τοὺς ἀναπαύει δὲν εἶναι εὔκολο νὰ βροῦν.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ π. Ἀρσενίου δὲν μπόρεσαν νὰ ἀντέξουν τὴν ζωὴ καὶ τὴν φτώχεια του. Ἀπεφάσισαν λοιπὸν νὰ τὸν ἐγκαταλείψουν καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν παρακαλοῦν γιὰ εὐλογία, νὰ τοὺς ἐπιτρέψει δηλαδὴ νὰ φύγουν σὲ ἄλλο μέρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ νὰ ζήσουν ἐκεῖ. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε:
-Παιδιά μου ἀγαπημένα, ἀπὸ τί εἶσθε δυσαρεστημένοι; Μήπως σᾶς ἐπίεσα σὲ κάτι; Ἂν εἶσθε λυπημένοι ἐπειδὴ ἐργάζεσθε πολύ, τότε ἂς καθίσει ὁ καθένας στὸ κελλί του σὲ ἡσυχία καὶ προσευχή. Μόνο μὴν ἀφήσετε τὸν προσωπικό σας κανόνα καὶ τὴν ἀκολουθία στὴν ἐκκλησία. Ἐπίσης, πάντα νὰ ζῆτε μὲ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχή. Μὲ ὅλες σας τὶς δυνάμεις νὰ ἐπιμένετε στὸν καθαρισμὸ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καὶ μὴν δέχεσθε κανενὸς εἴδους προτάσεις τοῦ πειρασμοῦ. Νὰ ἀποκαλύπτετε ὅλους τοὺς λογισμούς σας. Δὲν πρέπει νὰ τοὺς κρύβετε, διότι μπορεῖ σὲ κάποιον ἀπὸ σᾶς νὰ κυριαρχήσει ὁ διάβολος. Μήπως δὲν εἶσθε εὐχαριστημένοι μὲ τὴν τροφή; Οὔτε καὶ γι’ αὐτὸ ὅμως νὰ λυπῆσθε. Ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ νὰ χορτάσουμε καὶ νὰ παρηγορηθοῦμε, θὰ τὸ στείλει ὁ Κύριος, ἐπειδὴ Αὐτὸς εἶπε: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».
Ἀλλὰ κάποιοι μαθηταὶ δὲν ὑπήκουσαν στὴν συμβουλὴ τοῦ Γέροντος καὶ ἔλεγαν:
-Ποιός μπορεῖ νὰ ὑπομείνει τὸν τρόπο τῆς ζωῆς σου καὶ τὴν ὑπερβολικὴ ἀκτημοσύνη σου; Ὅ,τι μᾶς στέλνει ὁ Κύριος, τὸ μοιράζεις στοὺς ἄλλους!
-Ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ μείνει μαζί μου, εἶπε ἐκεῖνος, ἂς ζήσει ὅπως ἐγώ. Ὅποιος δὲν θέλει νὰ ἀκολουθήσει τὸν δικό μου τρόπο ζωῆς, ἂς ἀναχωρήσει ὅπου ἐπιθυμεῖ· δίνω εὐλογία, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους· γιὰ τὴν ἔξοδο ὅμως ἀπὸ αὐτὸ δὲν δίνω εὐλογία, ἐκτὸς ἂν κάτι διαφορετικὸ δείξει ὁ Θεός.
Ἀκούγοντας αὐτά, πολλοὶ ἀνεχώρησαν ὅπου ὁ καθένας εἶχε ἀποφασίσει, ἔμειναν ὅμως διὰ τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀγάπης συνδεδεμένοι μαζί του, ἂν καὶ σωματικῶς ἦσαν χωρισμένοι. Ὁ ἴδιος ὁ π. Ἀρσένιος, ἀφοῦ ἔζησε στὴν Σκήτη τρία ἔτη, κατόπιν μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ πῆρε τὸ ὑπόλοιπο τῶν μαθητῶν του καὶ ἔφυγε. Ἀγόρασε τὸ Κελλὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, πλησίον τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα, στὸ ὁποῖο καὶ ἐγκατεστάθησαν.

***
Ὁ π. Ἀρσένιος ὑπέφερε στὴν ζωή του πολλὲς προσβολὲς καὶ συκοφαντίες, καὶ μόνον ποὺ δὲν τὸν ἔδιωξαν ὅσοι τὸν ἐζήλευαν. Ὄντως, «οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται», ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος.
Ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἦλθε ἀπὸ τὴν ἔρημο τοῦ Σάρωφ τῆς Ῥωσίας ὁ ἱερομόναχος Παλλάδιος, ὁ ὁποῖος ἀπεφάσισε νὰ μείνει στὴν Σκήτη τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ καί, ἀφοῦ ἔζησε ἐκεῖ λίγο χρόνο, ἐκοιμήθη. Οἱ Μικροῤῥῶσοι, δηλαδὴ οἱ Οὐκρανοὶ οἰκήτορες τῆς Σκήτης, βρῆκαν μετὰ τὸν θάνατό του ἕνα εἶδος κομποσχοινιοῦ (lestovka) τῶν σχισματικῶν καὶ ἕνα μανδύα. Ἔτσι ἄρχισε νὰ διαδίδεται ὅτι ὅλοι οἱ Ῥῶσοι εἶν αι σχισματικοί. Ἀπὸ καιρὸ αὐτοὶ μισοῦσαν τοὺς Ῥώσους καὶ ζητοῦσαν ἀφορμὴ νὰ τοὺς διώξουν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὁπότε ἄρχισαν οἱ ἔρευνες. Οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Βούλγαροι παραξενεύθηκαν μὲ ὅλα αὐτά, ἐπειδὴ ἀγαποῦσαν περισσότερο τοὺς Ῥώσους ἀπὸ τοὺς Μικροῤῥώσους, καὶ εἶχαν αἰφνιδιασθῆ ἀπὸ τέτοια ἀσυνήθιστα πράγματα. Ὅμως οἱ Μικροῤῥῶσοι πέτυχαν ἐκεῖνο ποὺ ἤθελαν· δυσφήμισαν τοὺς Ῥώσους καὶ περισσότερο ἀπὸ ὅλους τὸν πνευματικὸ π. Ἀρσένιο.
Τὸ ἔτος 1838 -ὅταν ἀκόμη ζοῦσε ὁ π. Νικόλαος- ὁ π. Ἀρσένιος ἦταν γιὰ λίθγο προεστὼς τῆς Σκήτης τοῦ Προφήτου Ἠλιού. Τὰ ἀνακαλυφθέντα πράγματα ἐστάλησαν γιὰ ἐξέταση στὸν Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσθέτοντας καὶ ἐπιστολὴ μὲ διάφορα ψεύδη.
Ὅταν ὁ Πατριάρχης τὰ ἔλαβε, παραξενεύθηκε πολὺ καὶ ὁλόκληρη ἡ Σύνοδος συζητοῦσε περὶ αὐτοῦ. Ἦταν φανερὸ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ κάποια συκοφαντία, ἐπειδὴ ἐγνώριζαν καλὰ ὅτι ὅλη ἡ Ῥωσία εἶναι πράγματι ὀρθόδοξη. Ὁ Πατριάρχης ὅμως ἐζήτησε νὰ παρουσιασθῆ σ’ αὐτὸν προσωπικῶς ὁ Πνευματικὸς Ἀρσένιος.
Τότε οἱ πατέρες Ἀρσένιος καὶ Νικόλαος ἑτοιμάσθηκαν γιὰ τὴν Βασιλεύουσα. Ἐταξίδευσαν πεζοπορῶντας μέσα ἀπὸ τραχὺ δρόμο, ἐπειδὴ οὔτε χρήματα εἶχαν, οὔτε κάτι ἄλλο ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ καταβάλουν γιὰ νὰ μεταβοῦν στὸν προορισμό τους μὲ πλοῖο· διὰ ξηρᾶς δὲ ἡ ἀπόστασις Ἅγιον Ὄρος-Κωνσταντινούπολις εἶναι περίπου χίλια βέρστια.
Μόλις ἔφθασαν, παρουσιάσθηκαν στὸν Πατριάρχη. Αὐτὸς τοὺς ῥώτησε γιὰ ὅλα καὶ διαπιστώνοντας τὴν διαβολὴ τοὺς λυπήθηκε πάρα πολύ. Κατόπιν τοὺς ἔδειξε τὸ ῥάσο καὶ τὸ κομποσχοίνι λέγοντας:
-Καὶ τί εἶναι αὐτά;
Ὁ Πνευματικὸς ἀπήντησε ὅτι ὁ ἱερομόναχος Παλλάδιος ἦρθε ἀπὸ τὴν ἔρημο τοῦ Σάρωφ, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει συνήθεια νὰ φοροῦν τέτοιον μανδύα καὶ νὰ ἔχουν ἰδιαίτερα κομποσχοίνια γιὰ τὸν προσωπικό τους κανόνα.
Ὁ Πατριάρχης εἶπε:
-Ἄκουσα γιὰ τὴν ἔρημο τοῦ Σάρωφ καὶ τὸ τυπικό της μοῦ ἀρέσει. Πῶς ἤλθατε, διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης;
-Διὰ ξηρᾶς, Παναγιώτατε, ἀπήντησαν ἐκεῖνοι.
-Ὦ, πατέρες, πῶς σᾶς ταλαιπώρησα!, εἶπε ὁ Πατριάρχης μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Γιατί δὲν ἐταξιδεύσατε μὲ τὸ πλοῖο;
-Δὲν εἴχαμε χρήματα γιὰ τὰ ναῦλα! ἦταν ἡ ἀπάντησις.
Τότε ὁ Πατριάρχης τοὺς ἔδωσε χρήματα, τοὺς συνέστησε νὰ ξεκινήσουν μὲ τὸ πλοῖο, καὶ ἔγραψε στὶς ἁγιορείτικες ἀρχὲς νὰ μὴν ἐνοχλοῦν στὸ μέλλον τέτοιους γέροντας, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν δέχονται συκοφαντία ἐναντίον τους. Ὅποιος μάλιστα τολμήσει νὰ τοὺς διαβάλει, νὰ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπὸ τὰ ἅγια Μυστήρια. Ἔτσι, οἱ πατέρες μας ἐπέστρεψαν στὸ Κελλί τους καὶ τὰ στόματα τῶν συκοφαντῶν κλείσθησαν.
Ἀπὸ τότε, τὸν π. Ἀρσένιο ἐσέβοντο καὶ ἐκτιμοῦσαν πολὺ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ ἴδιος ἀπεφάσιζε γιὰ σπουδαῖα θέματα, καὶ μὲ τὴν εὐλογία του ἦλθαν πολλοὶ Ῥῶσοι στὸ Ῥωσικό, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλους κράτησε γιὰ νὰ ζήσουν ἐκεῖ, ἐνῶ ἄλλους τοὺς ἔστειλε σὲ διάφορα μέρη.
***

Ἐπίσης, θαυμαστὰ πράγματα διηγοῦντο περὶ τοῦ πνευματικοῦ Ἀρσενίου. Τὸ ἔτος 1839 στὸ Κελλὶ τῶν Ῥώσων ἀδελφῶν Κορένιεφ ἦταν ἄῤῥωστος ὁ μοναχὸς Ἰωάσαφ. Μία νύκτα ἦταν πολὺ ἄσχημα καὶ εὑρισκόμενος πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου ἐζήτησε τὸν Πνευματικό.
Στὸ Κελλὶ τῶν Κορένιεφ εὑρίσκοντο ἐπισκέπται· δύο ἀπὸ αὐτούς, κρατῶντας φανάρι, ξεκίνησαν νὰ τὸν φέρουν. Ἡ ἀπόστασις ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ πέντε χιλιόμετρα. Ὅταν ἔφθασαν, εἶπαν στὸν Πνευματικὸ ὅτι ὁ μοναχὸς Ἰωάσαφ εἶναι στὰ τελευταῖά του καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ τὸν ἰδῆ· τὸν παρεκάλεσαν δὲ νὰ ξεκινήσει ὅσο τὸ δυνατὸν γρηγορώτερα καὶ μαζί τους, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι εἶχαν φανάρι καὶ ἡ νύκτα ἦταν πολὺ σκοτεινή· ἐπὶ πλέον ἔβρεχε. Αὐτὸς τοὺς εἶπε:
-Ναί, πρέπει νὰ κάνουμε γρήγορα. Πράγματι πεθαίνει. Ἐσεῖς πηγαίνετε. Τώρα θὰ ἑτοιμασθῶ καὶ ἐγὼ καὶ μὲ τὸ δικό μου φανάρι θὰ σᾶς φθάσω!
Ἔφυγαν γρήγορα καὶ τὸν ἐλυποῦντο, πῶς θὰ βαδίσει μόνος μέσα στὸ δάσος καὶ κάτω ἀπὸ τὴν βροχή. Πρὸ πάντων ὅμως ἐφοβοῦντο μήπως ὁ ἀσθενὴς πεθάνει πρὶν ἀπὸ τὸν ἐρχομό του.
Φθάνοντας στὸ Κελλί, τοὺς συνήντησε ὁ μοναχὸς Φίλιππος καὶ τοὺς εἶπε ὅτι ὁ π. Ἰωάσαφ ἤδη ἐκοιμήθη· ἐπίσης τοὺς ἐρώτησε γιατί περιπλανήθηκαν τόσο πολύ.
-Προχωρούσαμε γρήγορα καὶ βιαζόμαστε νὰ νὰ τὸν προφθάσουμε ζωντανό!, τοῦ ἀπήντησαν.
-Γιατί δικαιολογεῖσθε;, συνέχισε νὰ λέει ὁ μοναχὸς Φίλιππος. Κάπου παρεκάμψατε, γιὰ νὰ ἐπισκεφθῆτε ἄλλον. Πέρασε περισσότερη ἀπὸ μισὴ ὥρα, ἀφ’ ὅτου ἔφθασε ὁ Πνευματικὸς ποὺ τὸν ἐξωμολόγησε, τὸν κοινώνησε, διάβασε τὴν εἰδικὴ εὐχὴ γιὰ τοὺς ψυχοῤῥαγοῦντας, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ π. Ἰωάσαφ ἐκοιμήθη!
Ὅταν ἄκουσαν αὐτά, παραξενεύθηκαν πολύ, γνωρίζοντας ὅτι δὲν εἶχε περάσει οὔτε μία ὥρα ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ξεκίνησαν ἀπὸ τὸ Κελλὶ τοῦ Πνευματικοῦ.
Πλησίασαν τὸν π. Ἀρσένιο, τὸν χαιρέτησαν καὶ τὸν ῥώτησαν:
-Πάτερ Ἅγιε, πῶς φθάσατε τόσο γρήγορα; Δὲν ἀντιληφθήκαμε πότε μᾶς προσπεράσατε!
-Δὲν ἔπρεπε νὰ καθυστερήσω, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, καὶ μόλις ποὺ τὸν πρόφθασα. Ἀκολούθησα τὸν σωστὸ δρόμο, τὸν ὁποῖο σεῖς δὲν γνωρίζετε.
Ἐσιώπησαν, μολονότι ἤξευραν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος, καὶ ἀναρωτήθηκαν μήπως ἀκολούθησε τὸν δρόμο, ἀπὸ τὸν ὁποῖον πέρασε καὶ ὁ Προφήτης Ἀββακούμ, ὅταν ἔφερε τροφὴ στὸν Δανιὴλ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη στὴν Βαβυλῶνα. Πάντως, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο πῆγε σὲ δύο ἀκόμη ἀσθενεῖς στὴν Καψάλα.
***
Τὴν 4η Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1845 ὁ π. Ἀρσένιος ἀπεφάσισε νὰ πάει στὴν Λαύρα τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου γιὰ τὴν πανήγυρι. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἀφοῦ ἐτέλεσε τὴν Θεία Λειτουργία, πῆρε τὸν δρόμο γύρω ἀπὸ τὸν Ἄθωνα καὶ ἔφθασε στὴν Λαύρα πρὶν ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία. Ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τὸ Κελλί του ὣς τὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου ἦταν ὀκτὼ ὧρες δρόμο καὶ ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου ὣς τὴν Λαύα ἄλλες ἑπτὰ ὧρες πεζῇ.
Κατὰ τὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν λειτουργία, διαρκείας δεκαέξι ὡρῶν, δὲν κάθησε στιγμή. Στὴν τράπεζα δὲν πῆγε, ἀλλὰ πῆρε ψωμὶ καὶ ἀκολούθησε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, ὥστε τὴν ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ βρισκόταν πάλι στὸ Κελλί του. Ὅλοι ἀπόρησαν μὲ τὸ γεγονός, διότι ἀκόμη καὶ ἕνας νέος ἄνθρωπος θὰ χρειαζόταν νὰ ταξιδεύει τρεῖς ὁλόκληρες ἡμέρες. Αὐτὸς ὅμως, σὲ ἡλικία 70 χρόνων καὶ μάλιστα ἀδύνατος καὶ μὲ ἄῤῥωστα πόδια, στεκόταν ὄρθιος δεκαέξι ὧρες καὶ ἐν τούτοις ἐκάλυψε τὴν ἀπόσταση μόνον σὲ μιάμιση ἡμέρα. Ἀργότερα τὸν ῥώτησαν:
-Πάτερ, πῶς μπορέσατε νὰ ἐπιστρέψετε τόσο γρήγορα, ἀφοῦ ὁ δρόμος περνάει πάνω ἀπὸ πολλὰ βουνὰ καὶ αἰχμηρὰ βράχια;
-«Ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης μου», ἀποκρίθηκε· ὄχι ἐπειδὴ ἐγὼ μπορῶ, ἀλλὰ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ!
***

Στὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους 1846 ἦταν φανερὸ ὅτι ὁ Γέρων Ἀρσένιος προχωροῦσε πρὸς τὸν θάνατο. Παλαιότερα, ὅταν ἀκόμη μόνος ἔσκαβε ὁλόκληρο τὸν κῆπο, τὸν ῥώτησαν:
-Πάτερ, γιατί κουράζεσθε τόσο; Γιατί δὲν ἀναθέτετε αὐτὸ στοὺς μαθητάς σας;
-Σὲ μένα δὲν ἔμεινε πλέον πολὺς καιρὸς νὰ σκάψω, ἀπήντησε, ἐνῶ οἱ μαθηταὶ θὰ ἔχουν ἀρκετὸ χρόνο ἀκόμη νὰ σκάβουν μόνοι.
Κατόπιν τὰ πόδια του ἐξησθένησαν ἐντελῶς καὶ δὲν μποροῦσε πλέον οὔτε νὰ ἐργασθῆ οὔτε νὰ βαδίσει· ὅμως κάθε ἑβδομάδα λειτουργοῦσε τέσσερις φορές: Κυριακή, Τετάρτη, Παρασκευὴ καὶ Σάββατο.
Τὸ Σάββατο τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μόλις κατάφερε νὰ λειτουργήσει. Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο Σάββατο, στὶς 23 Μαρτίου, οἱ μαθηταί του ἀνεκοίνωσαν σ’ ὁλόκληρο τὸ Ἅγιον Ὄρος ὅτι ὁ Γέροντας εἶναι ἄῤῥωστος, γιὰ νὰ ἔλθουν ὅλοι νὰ πάρουν τὴν τελευταία εὐλογία. Τὴν Κυριακή, 24 Μαρτίου, ἐνωρὶς τὸ πρωΐ, συγκεντρώθηκαν ὅλα τὰ πνευματικά του τέκνα: ἀπὸ τὸ Ῥωσικὸ ὁ Πνευματικὸς Ἱερώνυμος, ἀπὸ τὴν Σκήτη τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ ὁ Ἡγούμενος Παΐσιος καὶ πλῆθος ἄλλων.
Κάποιος μαθητής, ὁ π. Παῦλος ὁ κουτσός, τὸν πλησίασε καὶ τὸν ῥώτησε:
-Ἅγιε Πάτερ, ἀλήθεια, θέλεις νὰ μᾶς ἀφήσεις, νὰ φύγεις ἀπὸ μᾶς;
-Ναί, ἦλθε ἡ στιγμή· πρέπει νὰ ἐπιστραφῆ τὸ χρέος!
-Πάτερ, δὲν φοβᾶσαι τὴν ὥρα τοῦ θανάτου;, ξαναρώτησε ὁ π. Παῦλος. Δὲν φρίττεις καὶ δὲν τρέμεις τὴν στιγμὴ τῆς κρίσεως ἐνώπιον τοῦ δικαίου Κριτοῦ; Ἤσουν περισσότερο ἀπὸ τριάντα χρόνια Πνευματικός!
Ὁ Γέροντας κοιτάζοντάς τον χαρούμενα εἶπε:
-Φόβο καὶ τρόμο δὲν αἰσθάνομαι, ἀλλὰ κάποια χαρὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιά μου, διότι ἐλπίζω πολὺ στὸν Κύριό μου, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὅτι κατὰ τὸ ἔλεός Του δὲν θὰ μὲ ἀφήσει, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ἔχω καλὰ ἔργα. Τί ἄλλο ἔχω, γιὰ νὰ καυχηθῶ, ἀπὸ τὶς ἀδυναμίες μου; Μὲ τὴν θέλησή μου τίποτε δὲν ἐπέτυχα. Ὅ,τι ἔκανα, ἔγινε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου μου καὶ κατὰ τὸ θέλημά Του!
Κατόπιν ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν πλησιάσουν τὰ πνευματικά μου τέκνα, γιὰ νὰ τοὺς δώσει ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, τελευταῖα εὐλογία καὶ διδαχὲς γιὰ τὸ ποῦ καὶ πῶς νὰ ζήσουν· ἔτσι ἔκανε σχεδὸν ὣς τὰ τελευταῖα λεπτὰ τῆς ζωῆς του. Ἐνῶ ἦταν περικυκλωμένος ἀπὸ κόσμο, κάποια στιγμὴ παρεκάλεσε νὰ ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀκουσθοῦν τὰ λόγια του. Τρεῖς φορὲς ὕψωσε τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανό· μετὰ τὰ κατέβασε καὶ τίποτε πλέον δὲν ἀκούσθηκε. Οἱ μοναχοὶ πλησίασαν καὶ εἶδαν ὅτι ὁ Γέροντας εἶχε ἤδη παραδώσει τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖον ἐκ νεότητος τόσον ἠγάπησε καὶ χάριν Αὐτοῦ εἶχε καταξηράνει ἐντελῶς τὴν σάρκα. Πράγματι, τίμιος ὁ θάνατος τῶν ὁσίων ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.
Ἀμέσως μετὰ ἄρχισαν νὰ τὸν ἑτοιμάζουν γιὰ τὴν ταφή. Ὅταν ἐγύμνωσαν τὰ πόδια του, παρουσιάσθηκε μία φοβερὴ εἰκόνα. Καὶ τὰ δύο, ἀπὸ τὰ γόνατα ὣς τὰ πέλματα, ἦσαν σχεδὸν μόνο γυμνὰ ὀστᾶ, ἐνῶ ἡ σάρκα παντοῦ ἦταν σάπια ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία καὶ τὶς χρόνιες πληγές. Ὅλοι παραξενεύθηκαν. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ στέκεται καὶ πῶς μποροῦσε νὰ περπατᾶ τόσο γρήγορα; Ποτὲ δὲν εἶχε πεῖ ὅτι τὰ πόδια του ἦταν ἄῤῥωστα, ἀλλὰ πάντα στεκόταν ὄρθιος καὶ σ’ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος πετοῦσε σὰν πουλί. Ἐπὶ πλέον, ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς πληγὲς δὲν ἀνεδίδετο κανενὸς εἴδους δυσοσμία.
Τὸν ἔθαψαν ἀκριβῶς δίπλα στὸ Κελλὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὴν 25η Μαρτίου τοῦ ἔτους 1846.
Ἔτσι, τὸ Ἅγιον Ὄρος στερήθηκε τὸν στῦλο καὶ τὸν φάρο, ὁ ὁποῖος ἐπὶ εἴκοσι τέσσερα ἔτη ἐστήριζε καὶ ἐφώτιζε ὁλόκληρη τὴν ῥωσικὴ ἀδελφότητα· μᾶλλον, ὄχι μόνο τοὺς Ῥώσους ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἕλληνας καὶ τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Μολδαβούς. Οἱ Ἕλληνες ἔλεγαν: «Μέγας Γέρων ὁ π. Ἀρσένιος». Καὶ τί ἀκόμη νὰ λεχθῆ; Ἐὰν θέλαμε νὰ περιγράψουμε ὅλους τοὺς ἄθλους, τὰ καλὰ ἔργα καὶ τὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα σχετίζονται μ’ αὐτόν, θὰ ἔπρεπε νὰ γράψουμε μεγάλο βιβλίο. Εἶναι ἀρκετὸ νὰ εἰπωθῆ ὅτι ἔζησε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ὅτι στοὺς μαθητάς του ἔδωσε παράδειγμα ζωῆς. Δὲν ἐδίδασκε μὲ λόγια, ἀλλὰ ὡδηγοῦσε μὲ πράξεις.
Ὁ π. Ἀρσένιος ἦταν μετρίου ἀναστήματος, εἶχε ξανθὰ μαλλιά, γκρίζα μακριὰ γενειάδα καὶ ἔγερνε πάντα τὸ κεφάλι πρὸς τὸν ἀριστερὸ ὦμο. Τὸ πρόσωπό του ἦταν καθαρὸ καὶ πρόσχαρο, τὰ δὲ μάτια του γεμᾶτα δάκρυα. Ἦταν ὑπερβολικὰ ἰσχνός, ἀλλὰ δὲν ἔχανε τὴν ῥοδαλὴ ὄψη. Ἰδιαιτέρως ὅταν λειτουργοῦσε, προκαλοῦσε στοὺς πάντας θαυμασμό, ἐπειδὴ ἔβλεπαν τὸ πρόσωπό του νὰ λάμεπι ὡς φλόγα πυρός.
Τὸ κήρυγμά του ἦταν ἁπλό, χωρὶς πολλὰ λόγια· μιλοῦσε πάντοτε μὲ ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια, χωρὶς κολακεῖες καὶ ἐπαναλήψεις. Ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ πατερικὰ συγγράμματα καὶ πάντποτε χρησιμοποιοῦσε ὡς μαρτυρίες αὐτούσια χωρία ποὺ εἶχε στὴν μνήμη του, ὥστε ἔκανε καὶ μορφωμένους ἀκόμη ἀνθρώπους νὰ τὸν θαυμάζουν.
Οἱ μαθηταί του ποτὲ δὲν τὸν εἶδαν νὰ κοιμᾶται ἢ νὰ ξεκουράζεται σὲ ὁριζόντια θέση. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον στεκόταν ὄρθιος. Ἐπίσης, μολονότι γιὰ τὸ σῶμά του ἀφιέρωνε λίγον ὕπνο, κοιμόταν μόνο καθιστός. Πάντοτε προσηύχετο ἢ μελετοῦσε ἢ ἠσχολεῖτο μὲ τὸ ἐργόχειρο.
Οἱ διδαχὲς τοῦ π. Ἀρσενίου ἦταν σὲ ὅλα σύμφωνες μὲ αὐτὲς τῶν παλαιῶν πατέρων. Στὸν καθένα ἐδίδασκε νὰ ζῆ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ κατὰ τὴν συμβουλὴ τῶν Γερόντων, καὶ ὄχι κατὰ τὴν προσωπική του ἀντίληψη καὶ ἐπιθυμία. Σὲ πολλοὺς φαινόταν δύσκολος ἄνθρωπος, ἐπειδή, ὅπως ζοῦσε αὐτός, τὸ ἴδιο αὐστηρὰ ἔλεγε καὶ στοὺς ἄλλους νὰ ζοῦν καὶ νὰ συμπεριφέρονται κατὰ τὸ θεῖον θέλημα.
Τέτοιος Γέροντας μεταξὺ τῶν Ῥώσων δὲν ἔμεινε ἄλλος στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐκτὸς καὶ ἂν ἀργότερα κάποιος θὰ ἀνθίσει. Ἂν καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ ἀσκηταί, ταπεινοὶ καὶ ἁπλοί, ἐν τούτοις δὲν ἔχουν φθάσει σὲ τέτοιο σημεῖο πνευματικότητος.
Κατὰ τὴν ἁγιορειτικὴ συνήθεια, τρία ἔτη ἀργότερα ἔγινε ἐκταφὴ τῶν ὀστῶν του, τὰ ὁποῖα ἦσαν κίτρινα σὰν κερὶ καὶ ἐξέχεαν γύρω τους εὐωδία.
***


Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ 19ου ΑΙΩΝΟΣ. Ο ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΟΣ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΣ

Ο ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΟΣ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΣ
Τὴν ἵδια ἐποχὴ μὲ τὸν Πνευματικὸ Γρηγόριο, στὸ Ῥωσικὸ ζοῦσε ὁ Ἕλληνας μεγαλόσχημος μοναχὸς Μαρτινιανός, μὲ τελεία ὑπακοὴ καὶ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματός του, ὥστε ἔγινε ἄκακος σὰν παιδί. Εἶχε τόση ἀγάπη πρὸς πάντας, ποὺ ἔδινε ἀκόμη καὶ τὴν ψυχή του γι’ αὐτούς, βαστάζοντας ὁ ἴδιος τὶς ἀδυναμίες ὅλων. Ἔλαβε μάλιστα ἀπὸ τὸν Θεὸ τέτοια χάρη καὶ καθαρότητα καρδίας, ποὺ διέκρινε καὶ τὰ πλέον ἐνδόμυχα διανοήματα τῶν ἄλλων. «Δὲν ἐγνώριζε τὴν ῥωσικὴ γλῶσσα, ἀλλὰ ἐμᾶς τοὺς Ῥώσους», γράφει ὁ μοναχὸς Παρθένιος, «συχνὰ μᾶς ἤλεγχε αὐστηρὰ καὶ μᾶς ἔδινε ψυχοσωτήριες συμβουλές». Μερικὲς φορὲς μιλοῦσε τὰ ῥωσικὰ μὲ τέτοιον τρόπο, ποὺ οὔτε Ῥῶσος δὲν θὰ μποροῦσε, ἀλλὰ κατόπιν τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν θυμόταν, προκαλῶντας ἔτσι μεγάλο θαυμασμό.

ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ 19ου ΑΙΩΝΟΣ. Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Ὁ π. Γρηγόριος ὁ πνευματικός, ἔζησε στὸ Κελλὶ τῶν Ἁγίων βασιλέων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, πλησίον τῆς Μονῆς Παντοκράτορος. Ἦταν Ἕλληνας τὴν καταγωγή, ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, καὶ μέγας νηστευτής. Ἔτρωγε δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα, κατὰ τὴν περίοδο δὲ τῶν νηστειῶν μόνο μία. Σὲ νεαρὰ ἡλικία ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, τοὺς γονεῖς, τὴν περιουσία, καὶ δεκαοκτὼ ἐτῶν ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ἐπὶ σαράντα ἔζησε ὡς ὑποτακτικὸς κοντὰ σὲ κάποιον Γέροντα, τὸν ὁποῖον εἶχε σὲ ὅλα πρότυπον ἀσκητικῆς ζωῆς. Αὐτὸς τὸν ἔκειρε μοναχὸ καὶ τοῦ ἔδωσε εὐλογία νὰ δεχθῆ τὴν ἱερωσύνη καὶ νὰ γίνει πνευματικός. Τὸ 1840 ὁ Γέροντας ἀπῆλθε πρὸς Κύριον καὶ τὸν κατέστησε κληρονόμον τοῦ πνευματικοῦ πλούτου καὶ ὅσης ὑλικῆς περιουσίας εἶχε τὸ Κελλί του· ἐπίσης, τοῦ ἄφησε συνοδία δύο ὑποτακτικούς. Ὁ π. Γρηγόριος, ἀφοῦ ἔθαψε τὸν Γέροντά του, μετὰ ἀπὸ λίγον καιρὸ κάλεσε τοὺς ὑποτακτικοὺς καὶ τοὺς εἶπε:
-Παιδιά μου, δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι Γέροντάς σας καὶ διδάσκαλος. Μολονότι ἔζησα σαράντα χρόνια ὑποτασσόμενος καὶ ἐβίωσσα τὸν μοναχισμό, ἔχω ἀκόμη πολλὲς ἐλείψεις καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ζῶ κατὰ τὸ θέλημά μου. Θὰ κοινοβιάσω στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Ἐκεῖ θὰ διδαχθῶ τὸν τέλειο μοναχισμό, τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπομονή. Ἐσεῖς, ἐὰν θέλετε, μείνετε σ’ αὐτὸ τὸ Κελλὶ ἢ πηγαίνετε σὲ κάποιο Μοναστήρι.
Οἱ μαθηταί, ὅταν ἄκουσαν τέτοια λόγια ἀπὸ τὸν Γέροντά τους, στενοχωρήθηκαν καὶ τὸν παρακαλοῦσαν πολὺ νὰ παραμείνει κοντά τους· τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ὅλη ἡ ἀδελφότης τῆς Μονῆς Παντοκράτορος, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι πατέρες τῶν γειτονικῶν Κελλιῶν. Ὁ π. Γρηγόριος ὅμως τοῦ ἀπήντησε:
-Πατέρες καὶ ἀδελφοί! Δὲν μοῦ εἶναι εὔκολο νὰ εἶμαι ποιμὴν καὶ πνευματικός σας, ἐφ’ ὅσον καὶ σ’ ἐμένα εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γνωρίσω ἀκόμη πολλά. Ὑπάγω νὰ δοκιμασθῶ στὸ κοινόβιο καὶ νὰ διδαχθῶ τὸν τέλειο μοναχισμό. Συχνὰ ἄκουγα ἀπὸ τὸν Γέροντά μου μόνον τὰ πάθη, ἐνῶ τὸ Κοινόβιο τὰ νεκρώνει καὶ τὰ ξεῤῥιζώνει. Καὶ ἐγώ, ἂν καὶ ἔζησα σαράντα χρόνια στὴν ἔρημο μαζὶ μὲ τὸν Γέροντά μου, ἐξακολουθῶ νὰ φοβᾶμαι. Τώρα λοιπὸν ποὺ αὐτὸς ἐκοιμήθη, ἔχω καταληφθῆ ἀπὸ τρόμο μήπως ξυπνήσουν μέσα μου τὰ «θηρία» καὶ μὲ ἀφανίσουν. Γι’ αὐτό, δὲν θὰ μείνω μαζί σας, ἀλλὰ φεύγω γιὰ νὰ νεκρώσω τὰ πάθη μου.
Ἔτσι λοιπόν, ὁ π. Γρηγόριος τὸ ἔτος 1840 πῆγε στὸ Ῥωσικό.
***
Συνέπεσε νὰ εἶναι ἡ ἴδια ἐποχή –γράφει ὁ μοναχὸς Παρθένιος- κατὰ τὴν ὀποία ἐπισκεφθήκαμε καὶ ἐμεῖς τὸ Μοναστήρι. Ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε νὰ ζήσω κοντὰ στὸν π. Γρηγόριο καὶ νὰ εἶμαι μαζί του στὸ διακόνημα. Ἂν καὶ ἦταν πνευματικός, σὲ κάθε ἐργασία πήγαινε πρῶτος καὶ ἐνώπιον ὅλων ἐταπεινώνετο καὶ ὑπετάσσετο.
Εἶχε τόση καθαρότητα καρδίας καὶ χάρισμα διορατικότητος, ὥστε διέβλεπε καὶ τοὺς πλέον κρυφοὺς λογισμούς. Αὐτό, ἐγὼ ὁ ἴδιος ὁ ἁμαρτωλός, τὸ δοκίμασα στὸν ἑαυτό μου. Μία ἡμέρα μαζεύαμε ἐλιὲς ὅλη ἡ ἀδελφότης· μαζί μας ἦταν καὶ ὁ πνευματικὸς Γρηγόριος. Ἐμένα μὲ βασάνιζαν κάποιοι λογισμοί. Τότε ἐκεῖνος μὲ πλησίασα, κτύπησε τὴν πλάτη μου μὲ τὸ χέρι καὶ εἶπε στὰ ἑλληνικά:
-Πάτερ, γιατὶ δέχεσαι τέτοιους λογισμούς; Αὐτοὶ εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο· ἀπώθησέ τους μακριά σου!
Ὅταν τὸ ἄκουσα, φοβήθηκα. Τὸν προσκύνησα ὣς τὸ ἔδαφος καὶ τὸν ἱκέτευσα ζητῶντας τὶς ἅγιες εὐχές του. Μετά, ἔνιωσα τέτοια γλυκύτητα στὴν καρδιά μου, ποὺ μὲ κανέναν τρόπο δὲν μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὰ δάκρυα. Ἀμέσως εὐχαρίστησα τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν Θεοτόκο, ἐπειδὴ ἀξιώθηκα νὰ ζῶ σὲ Κοινόβιο καὶ νὰ συνδιακονῶ μὲ τόσο μεγάλους γέροντας.
Σύντομα ὅμως γιὰ τὸν π. Γρηγόριο στὸ Κοινόβιο προέκυψαν δυσκολίες· μία ἀπὸ αὐτὲς ἦταν τὸ ὅτι, ἐνῶ ποθοῦσε νὰ νηστεύει, ὁ Ἡγούμενος ἀπαιτοῦσε νὰ παρευρίσκεται στὴν Τράπεζα τῆς Μονῆς, γιὰ νὰ ὠφελῆ μὲ τὴν παρουσία του τοὺς ἀδελφούς, καὶ ἐκεῖνος μὲ ταπείνωση ὑπήκουε. Ἐπίσης, τὸν ὥρισε πνευματικὸ ὁλοκλήρου τὴς ἀδελφότητος, μετὰ τῆς ὁποίας ἔζησε συνολικῶς δύο ἔτη.
Οἱ πατέρες τῆς Μονῆς Παντοκράτορος δὲν ἔπαυσαν νὰ ἔρχονται καὶ νὰ τὸν ἱκετεύουν μὲ δάκρυα νὰ ἐπιστρέψει, ἐπειδὴ μὲ κανέναν τρόπο δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν ἄλλον πνευματικό. Παρακαλοῦσαν καὶ οἱ γέροντες, γιὰ νὰ πεισθῆ νὰ ἐπανέλθη σ’ αὐτούς. Ἔτσι, ὅλοι ἄρχισαν νὰ τὸν συμβουλεύουν νὰ ἐπιστρέψει στὸ Κελλί του, ἀκόμη καὶ ὁ Ἡγούμενος τοῦ Ῥωσικοῦ. Τελικῶς, ὁ π. Γρηγόριος ἔφυγε, δίνοντας μεγάλη χαρὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς Παντοκράτορος καὶ τῆς Σκήτης τῶν Καρυῶν.

***

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ 19ου ΑΙΩΝΟΣ. ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΕΦΑΜΙΛΛΟΙ

6. ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΕΦΑΜΙΛΛΟΙ
Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνος ἡ ἔρημος ἐξήνθησε πατέρας μὲ κατορθώματα παρόμοια μὲ ἐκεῖνα τῶν μεγάλων Ὁσίων Ἁγιορειτῶν, Πέτρου καὶ Ἀθανασίου, Νείλου τοῦ Μυροβλύτου, Μαξίμου, Ἀκακίου καὶ Νήφωνος τῶν Καυσοκαλυβιτῶν· μάλιστα οἱ νέοι Πατέρες ἔζησαν στοὺς ἴδιους τόπους μὲ αὐτούς. Ὁ Γέρων Νεόφυτος ὁ Καραμανλῆς καὶ ὁ Χατζη-Γεώργης ἔζησαν κοντὰ στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, ὁ Γέρων Γρηγόριος στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἄλλοι στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Νείλου, ἄλλοι στοῦ Ἁγίου Πέτρου· ἄλλοι ἐπίσης ζοῦσαν ὑπαίθριοι, ὅπως ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλυβίτης, χωρὶς Κελλί, καίγοντας τὶς κάλυβές τους ἢ ἐνδεδυμένοι μόνο μὲ ἕνα παλαιόρασο, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιοῦσαν καὶ ὡς σκηνή.
Ἡ παραμονή τους στοὺς ἡγιασμένους τόπους τῶν μεγάλων Ὁσίων ἐδημιούργησε ταυτότητα πνεύματος μὲ τοὺς παλαιοὺς Πατέρας, καὶ τοὺς παρότρυνε σὲ παρόμοια παλαίσματα τοῦ ἀσκητικοῦ καὶ τελείου βίου. Ὁ Γέρων Χαρίτων προσηύχετο ὅλη τὴν νύκτα ὄρθιος, ὅπως ὁ μέγας Ἀρσένιος καὶ πολλοὶ ἄλλοι Ἁγιορεῖται Πατέρες. Ὁ Γέρων Ἱλαρίων ἔμεινε σαράντα ἡμέρες μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα σὲ θέση ἐσταυρωμένου, χωρὶς νὰ φάει ἢ νὰ πιῆ τίποτε. Ὁ Χατζη-Γεώργης στάθηκε ὄρθιος σὲ προσευχὴ ἑξήντα ἡμέρες. Ἄλλοι, ὅπως ὁ Γέρων Γαβριήλ, ὁ Γέρων Παχώμιος καὶ ὁ Γέρων Ἰωακείμ, κουβαλοῦσαν πέτρες ὅλη τὴν νύκτα, γιὰ νὰ νικοῦν τὸν ὕπνο καὶ νὰ ἀσκοῦν τὸ σῶμα, κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν Ὁσίων Πατέρων τῆς Αἰγύπτοῦ Παχωμίου καὶ Παλάμωνος. Ἄλλος ἔκτιζε τοῖχο τὴν νύκτα, τὸν ὁποῖο γκρέμιζε ἔπειτα, γιὰ νὰ μὴν ἔχει προσκόλληση στὸ ἐργόχειρό του καὶ περισπασμοὺς στὴν προσευχή. Κάποιοι ζοῦσαν σὲ ἀπρόσιτα σπήλαια μὲ τόσην ὑγρασία, ὥστε κανεὶς ἐπισκέπτης δὲν μποροῦσε ἔστω καὶ λίγο νὰ τὴν ἀντέξει καὶ νὰ παραμείνει. Ἐπολιτεύοντο γυμνοί, ῥακένδυτοι, μονοχίτωνες, ἀνυπόδητοι, νίπτοντας τὸ πρόσωπό τους μὲ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὰ δάκρυα, «ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἄξιος ὁ κόσμος» (Ἑβρ. 11, 37). Ἀπεστρέφοντο κάθε περιττὴ ἀνάγκη καὶ μέριμνα, γιὰ νὰ εἶναι ἀπερίσπαστοι, μόνοι ἐνώπιον τοῦ ἀοράτου Θεοῦ.
Πῶς νὰ μὴν συγκινηθῆ ὁ Θεὸς ἀπὸ τέτοια μαρτυρικὰ ἀγωνίσματα; Πῶς νὰ μὴν ἀπαντᾶ στὶς ἀδιάλειπτες προσευχές τους; Πῶς νὰ μὴν τοὺς πλημμυρίζει μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὰ δωρήματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Καὶ πράγματι, ἐφ’ ὅσον ἡ προσευχὴ ἐνεργοῦσε σ’ αὐτοὺς κατὰ τὸ μέτρον τοῦ σωματικοῦ κόπου, ἐγνώριζαν ἤδη ἀπὸ ἐδῶ τὶς ἀπολαύσεις τοῦ Παραδείσου, ἁρπαζόμενοι σὲ ἐκστάσεις καὶ θεωρίες τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ· τέτοια βιώματα βεβαίως, ὡς διακριτικοὶ ἀσκηταί, προσπαθοῦσαν νὰ τὰ κρατοῦν μυστικά, ἄλλα ὅμως τὰ ἐφανέρωναν, ἀναγκαζόμενοι ἀπὸ τὴν πολλή τους ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους τους. Οἱ διδαχές τους, ποὺ ἦσαν θεοφόροι, καθὼς καὶ οἱ ἀποκαλυπτικὲς διοράσεις καὶ προοράσεις, μαρτυροῦν τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ αὐτοὺς τοὺς Πατέρας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ζωή τους ἔγραψαν ἕνα νέο Γεροντικό.
Ὁ Θεοδώρητος Κύρου στὴν Φιλόθεο Ἱστορία του, μετὰ τὴν ἐντυπωσιακὴ περιγραφὴ τῶν κατορθωμάτων τῆς Συρίας τοῦ 5ου αἰῶνος, ἐξηγεῖ ἐν κατακλείδι ὅτι κίνητρο τῶν ἀσκητῶν γιὰ νὰ ὑποστοῦν ἑκουσίως τέτοια ταλαιπωρία, δὲν ἦταν τὸ μῖσος τοῦ σώματος ἢ τῆς ζῆς, ἀλλὰ ἡ «περίσσεια ζωῆς», ἡ ὁποία ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτὴ ἐνεργῆ καὶ καταφλέγει τὴν καρδία. Ὁ Γέρων Ἀβράμιος, ἀναφερόμενος στὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἔλεγε: «Δὲν ὑπάρχει τίποτε γλυκύτερο ἀπὸ τὸ νὰ πάσχουμε γιὰ τὸν Χριστό. Αὐτὴ ἡ γλυκύτης τοῦ πάθους χορηγοῦσε στοὺς μάρτυρας τὴν δύναμη νὰ ὑπομείνουν ἕως τέλους... Ἔρχεται ἐπάνω μας ἀσθένεια, θλῖψις, λύπη ἢ πειρασμός; Ὅλα τὰ ὑπομένουμε χάριν τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου, διότι μᾶς ἐνισχύει ἡ πρὸς Αὐτὸν ἐλπίδα». Τοῦτο εἶναι τὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁποῖο μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβει τοὺς Ἁγιορείτας ἀσκητάς, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ἐραστὰς τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατέχονται ἀπὸ τὴν «μωρίαν τοῦ Σταυροῦ».
***
7. Η ΧΡΥΣΗ ΑΛΥΣΙΔΑ
Οἱ ἅγιοι ἀσκηταὶ τοῦ 19ου αἰῶνος συνέχισαν τὴν ὑπερχιλιετῆ παράδοσιν τοῦ Ἁγιωνύμου Τόπου, προσετέθησαν στὴν χρυσὴ ἁλυσίδα τῶν Ὁσίων Πατέρων, ἀλλὰ δημιούργησαν καὶ πνευματικὲς οἰκογένειες καὶ συγγένειες, οἱ ὁποῖες παρέλαβαν τὴν κληροδοτηθεῖσα σ’ αὐτοὺς ἀσκητικὴ παράδοση καὶ μὲ τὸν μόχθο τους τὴν διεφύλαξαν καὶ τὴν ἐπηύξησαν. Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρουμε τὸν π. Νεόφυτο Κσραμανλῆ (1776-1860) –πνευματικὸ τέκνο τοῦ π. Αὐξεντίου-, ποὺ ἦταν Γέροντας πολλῶν ἀσκητῶν· μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ μέγας Χατζη-Γεώργης (1809-1886), ὁ ὁποῖος παρέλαβε τὸ τυπικὸ τῆς ἀδιαλείπτου νηστείας, καὶ παρὰ τὴν αὐστηρότητα τῆς ζωῆς του ἀπέκτησε πολλοὺς μαθητάς. Ἀρκετοί, περίπου ἑκατό, σύντομα ἀπεβίωσαν ἀπὸ τὴν ἄσκηση, ἐνῶ ἄλλοι μεταφυτεύθηκαν σὲ ὅλο τὸ Ὄρος, μὲ τὸ καύχημα τῆς ἐπωνυμίας Χατζη-Γεωργιάτες. Ἕνας ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς ἐγγόνους του ἦταν καὶ ὁ π. Ἰγνάτιος ὁ Πνευματικός (1927).
Ὁ μέγας μεταξὺ τῶν ἀσκητῶν Ἱλαρίων ὁ Γεωργιανός (1776-1864), ἦταν ὑποτακτικὸς τοῦ πνευματικοῦ Βενεδίκτου (+1862) καὶ ὁδήγησε μία πραγματικὴ πλειάδα μοναχῶν στὴν μοναχικὴ ζωή, εἴτε ὡς Γέροντας εἴτε ὡς κατὰ καιροὺς σύμβουλος. Ἐδίδαξε ἐπὶ παραδείγματι τὴν νοερὰ προσευχὴ στοὺς π. Δοσίθεο καὶ Θεοδόσιο, καθὼς καὶ στὸν π. Λεόντιο, ὁ ὁποῖος τὴν μετέδωσε στὸν Ὅσιο Ἀντίπα τὸν Ῥουμάνο, ποὺ ἐτελείωσε τὴν ζωή του στὴν ἀπόμακρη Μονὴ τοῦ Βαλαάμ· ἦταν δὲ ὁ π. Ἱλαρίων Γέροντας τοῦ Σάββα τοῦ Πνευματικοῦ (+1908).
Ὁ π. Νεόφυτος (+1872), ποὺ ἤσκησε γιὰ ἕνα διάστημα τὰ καθήκοντα τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Γρηγορίου, παρέδωσε τὴν ἡγουμενία στὸν μαθητή του π. Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἀργότερα παρητήθη καὶ πῆγε στὰ Κατουνάκια, ὅπου ἀνέπτυξε πνευματικὲς σχέσεις μὲ τὸν π. Ἱλαρίωνα τὸν Γεωργιανό· ἔγινε μάλιστα καὶ πνευματικὸς πατὴρ τοῦ περιφήμου ἀσκητοῦ καὶ διδασκάλου τῆς νοερᾶς προσευχῆς Γέροντος Καλλινίκου (+1930), τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίδρασις παραμένει αἰσθητὴ μέχρι σήμερα.
Ὁ Γέρων Παχώμιος ὁ Σέρβος (+1870), ἂν καὶ ζοῦσε ἀδέσμευτος, ἔχοντας ὅλο τὸ Ὄρος κατοικία, ἐπαιδαγώγησε καὶ ἄλλους στὴν ἀσκητικὴ τέχνη, ὅπως τὸν Ἰωάννη τῆς Κερασιᾶς καὶ τὸν Γέροντα Βαρνάβα (+1905), ποὺ ἦταν μαθητὴς τοῦ Γέροντος Ναθαναήλ (+1864).
Ἀπὸ τοὺς προπάτορας μέχρι τοὺς ἐγγονούς, ὅλοι ἀποτελοῦν μία πνευματικὴ οἰκογένεια, στὴν ὁποία τὰ πάντα εἶναι κοινά: τὸ φρόνημα, τὰ κατορθώματα, τὰ χαρίσματα.
Ἀρκετοὶ σύγχρονοι Ἁγιορεῖται Γέροντες ἔχουν ἄμεση ἢ ἔμμεση πνευματικὴ σχέση μὲ τοὺς ἀσκητὰς τῆς προηγουμένης γενεᾶς. Τὰ σπήλαια καὶ τὰ Κελλιά, ποὺ κρέμονται σὲ ἀπόκρημνα μέρη, παραμένουν σιωπηλοὶ μάρτυρες καὶ ἔντονες προσκλήσεις στὴν εὐαγγελικὴ βία· «Ἰησοῦς Χριστός, χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺ αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8). Δὲν ἔπαυσε ποτέ, οὔτε παύει νὰ μεταδίδεται ἡ καινὴ ζωὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν· ὁ Μέγας Ἀρχιερεὺς σπέρνει τὴν «ἰδίαν περίσσειαν ζωῆς» στὶς καρδιὲς τῶν ἐραστῶν τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μεταβάλει «τὴν πεπτωκυῖαν ἀνθρωπίνην φύσιν εἰς θεοφόρον».
Καὶ σήμερα ἀκόμη, οἱ νέοι τῆς μεταβιομηχανικῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔνθεον ζῆλο καταφθάνουν στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀναζητῶντας ἄλλην βιοτή, ἔχουν τὴν αὐτὴ δίψα καὶ ἔφεση γιὰ τὴν ζωὴ τῶν πνευματικῶν προγόνων. Οἱ περισσότεροι προτιμοῦν νὰ ζοῦν σὲ Κοινόβια ἢ σὲ συνοδίες μὲ κοινοβιακὴ ζωή, ποὺ προσφέρονται καταλληλότερες συνθῆκες πνευματικῆς ἀγωγῆς.

***

ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ 19ου ΑΙΩΝΟΣ. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΛΑΊΣΙΑ.
Οἱ Τοῦρκοι κατακτηταί, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶχαν σεβασθῆ τὰ ἀρχαία προνόμια τοῦ ἁγιωνύμου Τόπου, τὸν ἐχρησιμοποίησαν ὅμως ὡς ἀνεξάντλητη πηγὴ ἐσόδων γιὰ τὸν ἀνεφοδιασμὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ.
Κατὰ τὸν 17ον καὶ 18ον αἰῶνα οἱ φορολογικὲς πιέσεις ηὐξάνοντο συνεχῶς καὶ τὰ Μοναστήρια ἐπεβίωσαν τελικῶς μὲ τὶς γενναιοδωρίες τῶν χριστιανικῶν λαῶν, καὶ μάλιστα τῶν Παραδουνάβιων ἡγεμονιῶν. Σὺν τῷ χρόνῳ τὰ Ἁγιορείτικα Μοναστήρια ἀπέκτησαν πολλὰ κτήματα, χρρησιμοποιοῦσαν ὅμως τὰ ἔσοδά τους γιὰ τὴν καταβολὴ τῶν φόρων. Παρὰ ταῦτα, κάθε χρόνο τὰ χρέη διωγκοῦντο, οἱ δὲ μοναχοὶ ἦσαν ἀναγκασμένοι νὰ ἐξέρχονται συνεχῶς γιὰ ἐράνους καὶ διοικητικὲς ὑποθέσεις, μὲ ἀρνητικὲς ἀσφαλῶς ἐπιπτώσεις γιὰ τὴν πνευματική τους ζωή. Οἱ αὐξανόμενες αὐτὲς οἰκονομικὲς πιέσεις καὶ ἡ γενικὴ κατάῤῥευσις τῶν χριστιανικῶν ἠθῶν, ἐξηγοῦν τὴν λειψανδρία τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία δὲν ἐπέτρεπε τὴν κανονικὴ λειτουργία τῶν μεγάλων Μονῶν.
Ἡ κατάστασις εἶχε ὡς συνέπεια τὴν ἐξαφάνιση τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἡγουμένου καὶ τὴν γενικὴ ἐφαρμογὴ τῆς ἰδιοῤῥυθμίας. Αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς, ποὺ ἦταν ἀνέκαθεν φυσικὸς γιὰ τοὺς ἐρημίτας καὶ κελλιώτας, ἐφαρμόζεται πλέον στὰ Μοναστήρια ὡς ἀναγκαία προσαρμογὴ στὶς δυσκολίες τῶν καιρῶν. Ἡ ἰδιοῤῥυθμία τῶν Μονῶν Λαύρας, Ἰβήρων καὶ Βατοπεδίου γενικεύθηκε βαθμηδὸν σὲ ὅλα τὰ Μοναστήρια κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ 17ου αἰῶνος, μὲ φυσικὴ συνέπεια τὴν χαλάρωση τῶν μοναχικῶν καθηκόντων.
Τὴν αὔξηση τῶν χρεῶν ἀκολουθοῦσε καὶ ἡ πνευματικὴ παρακμὴ τῶν Μοναστηριῶν, ὥστε οἱ μοναχοὶ ποὺ προσήρχοντο στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ ἐνθέους ἀναζητήσεις καὶ μυστικὰς ἐφέσεις, προτιμοῦσαν νὰ ἐγκατασταθοῦν στὰ διάσπαρτα σὲ ὅλο τὸ Ὄρος χίλια περίπου Κελλιά, καὶ ἰδιατέρως στὴν λεγομένη Ἔρημο, πρὸς τὸ νότιο μέρος τῆς χερσονήσου.
Ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 17ου καὶ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ 18ου αἰῶνος παρατηρεῖται μία τάσις νὰ συγκεντρώνονται οἱ κελλιῶται σὲ οἰκισμούς, μὲ ναὸ στὸ κέντρο, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὴν ὀνομασία τῆς «Σκήτης», γιὰ νὰ τονισθῆ ἡ σχέσις μὲ τὸν ἀρχαῖο τύπο διαβιώσεως τῶν μοναχῶν τῆς Αἰγύπτου.
Ἡ πρώτη ὀργανώμενη Σκήτη ἦταν τῆς Ἁγίας Ἄννης, μὲ ναὸ κτισμένο ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Διονύσιο Γ΄ (1680), ἡ ὁποία μετὰ ἀπὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα  ἀριθμοῦσε περὶ τὰ ἑξήκοντα Κελλιὰ καὶ παρουσίαζε ἔντονη ζωὴ ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς. Κατὰ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος ὀργανώθησαν ἐπίσης ἡ Σκήτη τοῦ Προδρόμου τῆς Μονῆς Ἰβήρων (1734), τῶν Καυσοκαλυβίων (1745), τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὴν περιοχὴ τοῦ Βατοπεδίου (1755), καθὼς καὶ ἡ Νέα Σκήτη ἐξαρτώμενη ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου (1757).
Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ οἱ Σκῆτες καὶ τὰ Κελλιὰ τῆς ἐρήμου δὲν προσέφεραν μόνον εὐνοϊκὲς ἀσκητικὲς συνθῆκες, ἀλλὰ ἔγιναν καὶ ἑστίες προκαταρτίσεως πολλῶν Νεομαρτύρων. Κατὰ τὸν 18ον αἰῶνα καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου, περίπου τριάντα Νεομάρτυρες, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νέοι στὴν ἡλικία, ἑτοιμάσθηκαν ἐκεῖ «διὰ τὸν κατὰ Χριστὸν θάνατον», μέσῳ ὑπερμέτρων ἀσκητικῶν ἀγώνων, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἔμπειρων πνευματικῶν καὶ ἀλειπτῶν Μαρτύρων. Ἐρχόμενοι στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ νὰ εὕρουν τόπο μετανοίας, ἡ καρδία των σύντομα ἀνεφλέγετο ἀπὸ τὸ πῦρ τοῦ θείου ἔρωτος, καὶ ἡ ἄσκησις ἔτρεφε μέσα τους ἄσβεστον τὸν πόθον τοῦ μαρτυρίου. Τὸ ζωντανὸ παράδειγμα τοῦ ζήλου καὶ τῆς ἀποφασιστικότητος αὐτῶν τῶν ἡρώων τῆς πίστεως, δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ ἐπιδράσει βαθιὰ στοὺς συνασκητάς των, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει στὸ Ἅγιον Ὄρος, καλλιεργῶντας ἕνα μαρτυρικὸ φρόνημα καὶ μία ἔφεση γιὰ ἀσκητικὰ παλαίσματα.
2. ΔΥΟ ΠΡΟΦΗΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ: ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΠΑΪΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ ΚΑΙ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Σπουδαῖο ῥόλο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ 18ου αἰῶνος διεδραμάτισε ἐπίσης ἡ ἔκδοσις καὶ ἡ μελέτη τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων, ἰδιατέρως δὲ τῶν ἀσκητικῶν καὶ νηπτικῶν Πατέρων. Δύο μεγάλες πρωτοποριακὲς προσωπικότητες ἐκφράζουν αὐτὸ τὸ Φιλοκαλικὸ κίνημα: ὁ Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809).
Ὁ Παΐσιος, μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς στὶς Σκῆτες τῆς Ῥουμανίας, νεαρὸς ἀκόμη, ἔφθασε τὸ 1746 στὸν Ἄθωνα, ἀλλὰ δὲν βρῆκε κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του πνευματικὸν πατέρα, οὔτε ἀνεπτυγμένες γνώσεις τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων στοὺς μοναχοὺς ποὺ συνήντησε, ἂν καὶ τότε στὸ Ὄρος ζοῦσαν λαμπροὶ ἀσκηταί, ὅπως ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης (+1740). Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ Ὅσιος Νικόδημος ἀργότερα, καθ’ ὅσον καὶ αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ ἀναμιχθῆ στὴν ταραχώδη καὶ ἐμμέριμνη ζωὴ τῶν Κοινοβίων· γι’ αὐτὸ ἐγκαταστάθηκε σὲ Καλύβα τῆς Καψάλας, ἐξάρτημα τῆς Μονῆς Παντοκράτορος στὴν περιοχὴ τῶν Καρυῶν, καὶ ζῶν ἐν ἐσχάτῃ πτωχείᾳ, ἐπιδόθηκε στὸν ἀγῶνα τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἡ ἔλλειψις πνευματικοῦ ὁδηγοῦ παρεκίνησε τὸν Παΐσιο νὰ ἀναζητήσει μὲ ἔνθερμο ζῆλο τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὰ ὁποῖα σποραδικὰ καὶ λανθασμένα ἦσαν μεταφρασμένα στὴν σλαβονικὴ γλῶσσα.
Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς τοῦ Παΐσιου Βελιτσκόφσκι ἔγιναν γνωστά, καὶ σύντομα προσῆλθαν σ’ αὐτὸν πλείστοι μοναχοί, Μολβαδοὶ καὶ Ῥῶσοι, ζητῶντας νὰ τοὺς διδάξει τὴν «τέχνην τῶν τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν», καὶ παρὰ τὴν θέλησή του δημιουργήθηκε μία ἀδελφότητα, ἡ ὁποία ἐγκαταστάθηκε στὸ Κελλὶ τοῦ Προφήτου Ἠλιού· τὸ 1764 αὐτὸ μετετράπη σὲ Σκήτη, ὅπου ζοῦσαν Ῥῶσοι καὶ Ῥουμάνοι κατὰ τὸ κοινοβιακὸ σύστημα. Οἱ ἀκολουθίες ἐτελοῦντο στὶς δύο γλῶσσες, καὶ ἰδιαιτέρα σημασία ἐδίδετο στὴν νοερὰ προσευχὴ καὶ στὴν μελέτη τῶν νηπτικῶν κειμένων. Ὁ Γέρων Παΐσιος εἶχε μάθει τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες γιὰ τὴν εὕρεση καὶ ἀντιγραφὴ πατερικῶν κειμένων ἀπὸ χειρόγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο παραμελημένα καὶ ἄγνωστα ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους μοναχούς.
Ὅταν ἡ συνοδία τοῦ π. Παϊσίου ἀριθμοῦσε περὶ τὰ πενήντα μέλη, ἀναγκάσθησαν νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ καταφύγουν ἀρχικῶς στὴν Βλαχία καὶ ἔπειτα στὶς Μονὲς Σέκου καὶ Νεὰμτς τῆς Μολβαδίας· κατὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς τοῦ Γέροντος ἡ ἀδελφότης ἔφθασε τοὺς χιλίους μοναχούς. Ὅλο τὸν ἐλεύθερο χρόνο του τὸν δαπανοῦσε ὁ Παΐσιος στὴν μετάφραση τῶν νηπτικῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἑρμήνευε στοὺς ἀδελφούς. Τὰ βιβλία, ποὺ ἑτοιμάσθηκαν καὶ ἐκδόθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο ἢ ἀπὸ μαθητάς του στὸ Νεάμτς, ἀποτελοῦν σπουδαία προσφορὰ στὴν σλαβικὴ πατερικὴ γραμματεία καὶ ἔγιναν ἀφετηρία τῆς μεγάλης ἀφυπνίσεως τοῦ σλαβικοῦ μοναχισμοῦ κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα.
Μερικὰ χρόνια ἀργότερα (1776), ὅταν εἰσῆλθε στὴν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Διονυσίου ὁ Ἅγιος Νικόδημος, μὲ τὸν ἴδιο φιλόσιο πόθο νὰ ἀκολουθήσει τὴν παραδεδομένη ἀσκητικὴ τρίβο, ἄκουσε γιὰ τὸν μέγα Γέροντα Παΐσιο, ποὺ ἐδίδασκε τὴν τέχνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς σὲ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν μοναχῶν στὴν Μολδαβία, καὶ προσπάθησε νὰ τὸν συναντήσει. Ἡ σκέψις του ἦταν νὰ παραμείνει καὶ νὰ μαθητεύσει στὸν διδάσκαλο τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Τρικυμία ὅμως ἔῤῥιξε τὸ πλοῖο στὴν Θάσο, καὶ ὁ νέος ἀσκητής, ὑπήκοος στὸ σημεῖο τῆς θείας προνοίας, ἀπεφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔτσι, ἐγκαταστάθηκε στὴν περιοχὴ τῆς Καψάλας καὶ ἐκεῖ ἐπὶ χρόνια ἀσχολήθηκε μὲ τὴν μελέτη τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων καὶ μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκδώσει ἐντυπωσιακὴ σειρὰ βιβλίων -μία πλήρη ἐκκλησιαστικὴ βιβλιοθήκη- τὰ ὁποῖα παραμένουν μέχρι σήμερα ὡς βάσις καλλιέργειας τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, μὲ κορυφὴ τὴν νηπτικὴ καὶ νοερὰ ἐργασία.
Τὸ παράλληλο ἔργο τῶν Ὁσίων Παϊσίου καὶ Νικοδήμου μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς προφητικὸ μήνυμα κατὰ τὴν ζοφώδη αὐτὴ ἐποχὴ καὶ ὡς ῥίζα τῆς καρποφορίας τῶν ἑπομένων γενεῶν.
***

3. ΟΙ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ
Ἡ ἔρις τῶν λεγομένων Κολλυβάδων, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ 1754 διετάραξε τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους -ἐξ ἀφορμῆς τῶν μνημοσύνων πού, γιὰ πρακτικὲς ἀνάγκες, ἐτελοῦντο Κυριακὴ ἀντὶ Σαββάτου ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Ἁγίας Ἄννης- ἔπαιξε καὶ αὐτὴ σημαντικὸ ῥόλο στὴν πνευματικὴ ἱστορία τοῦ ἑπομένου αἰῶνος. Πέρα ἀπὸ τὸ σχετικὰ ἀσήμαντο θέμα τῶν μνημοσύνων, ἀντεμάχοντο δύο τάσεις: ἡ μία ἔκλινε πρὸς τὴν προσαρμογὴ τῶν θεσμῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως στὶς ἀνάγκες τοῦ συγχρόνου βίου καὶ ὅλες τὶς συνέπειές της· ἡ ἄλλη, τῶν Κολλυβάδων, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη (+1784) πρώην διευθυντὴ τῆς Ἀθωνιάδος Ἀκαδημίας, τὸν Ἀθανάσιο Πάριο (1813), τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ πρώην ἐπίσκοπο Κορίνθου (+1805) καὶ τὸν Ὅσιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ὑπερασπίζετο τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν γνησία ἐπιστροφὴ στὶς πατερικὲς παραδόσεις, καὶ ἦταν συνηφασμένη μὲ τὴν συχνὴ θεία Κοινωνία καὶ τὴν νοερὰ προσευχή.
Μετὰ τὴν ἐκδίωξη τῶν πλέον δυναμικῶν Κολλυβάδων ἀπὸ τὸ Ὄρος, τὸ μήνυμά των διαδόθηκε κυρίως στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου (ἰδιαιτέρως στὴν Σκιάθο, Χίο καὶ Πάρο) σὲ Μοναστήρια ποὺ ἔγιναν ἑστίες πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῶν ὁποίων οἱ εὐεργετικὲς ἐπιδράσεις ἐκτείνονται μέχρι σήμερα. Στὸν Ἄθωνα κατέπαυσε ἡ διαμάχη περὶ τῶν μνημοσύνων, καὶ σὲ πολλοὺς μοναχοὺς ἔμεινε τὸ εὐργετικὸ πνεῦμα ποὺ καλλιέργησαν οἱ Κολλυβάδες, τῆς ἐπιστροφῆς δηλαδὴ στὴν βιοτὴ τῶν παλαιῶν ἡσυχαστῶν Πατέρων.
***

4. Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
Ἡ αὐγὴ τοῦ 19ου αἰῶνος βρῆκε τὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ μία εὐνοϊκὴ κατάσταση, μοναδικὴ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Ἁλώσεως. Τὰ Μοναστήρια ἀνοικοδομοῦντο καὶ εἶχαν σχετικὴ οἰκονομικὴ εὐρωστία· μερικὰ ἀπὸ τὰ Ἰδιόῤῥυθμα ἐπανήρχοντο στὴν κοινοβιακὴ ζωή, κυκλοφοροῦσαν δὲ πνευματικὰ βιβλία, ὅπως ἡ Φιλοκαλία, ὁ Εὐργετινός, ἡ Κλῖμαξ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, τὰ ἔργα τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, καὶ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τὰ ὁποία ἔτρεφαν τὸν ζῆλο τῶν μοναχῶν. Τὸ μαρτυρικὸ φρόνημα καὶ τὰ ἀσκητικὰ παλαίσματα εἶχαν ἑτοιμάσει τὸ ἔδαφος στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας γιὰ πλούσια πνευματικὴ ἄνθηση. Ἡ ἐλπιδοφόρος ὅμως αὐτὴ περίοδος διεκόπη ἀπότομα ἀπὸ τὶς ὀλέθριες συνέπειες ποὺ εἶχε ἡ ἀνάμιξις τῶν Ἁγιορειτῶν στὴν ἐξέργεση τῆς Χαλκιδικῆς τὸ 1821.
Μετὰ τὴν ἧττα καὶ τὸν διασκορπισμὸ τῶν ἐπαναστατῶν, οἱ Ἁγιορεῖται ἀναγκάσθηκαν νὰ παραδώσουν τὸν ἱερὸ Τόπο στοὺς Τούρκους· ὁ στρατὸς εἰσχώρησε στὸ Ὄρος καὶ ἐπιδόθηκε σὲ βιαιοπραγίες καὶ πρωτοφανεῖς καταστροφές. Τότε οἱ περισσότεροι μοναχοὶ κατάφεραν νὰ φύγουν μὲ τὰ πολυτιμότερα κειμήλια, ὄσοι δὲ ἔμειναν -ἀρχικῶς περίπου χίλιοι καὶ ἀργότερα περὶ τοὺς πεντακοσίους- ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα ἀπὸ τοὺς Τούρκους στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι κατέλαβαν τὰ ἐρημωμένα Μοναστήρια, μετέτρεψαν τὶς ἐκκλησίες σὲ ταύλους καὶ βεβήλωσαν ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἀντικείμενα.
Ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τοῦ Μεχμὲν Ἐμὶν ἢ Ἀβδοὺλ πασᾶ ἦταν νὰ ἐξολοθρεύσει ὅλους τοὺς μοναχούς, ἀλλὰ κατόπιν ἐπεμβάσεως τοῦ σουλτάνου ἀσφαλίσθηκε ἡ ζωὴ τῶν πατέρων, μὲ τὴν προϋπόθεση νὰ ἐργάζονται γιὰ τὴν συντήρηση τῶν τετρακοσίων ἤ, κατ’ ἄλλες πηγές, τριῶν χιλιάδων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγκατεστάθησαν στὸ Ὄρος. Οἱ βιογραφίες μερικῶν Πατέρων τοῦ παρόντος βιβλίου δίδουν λεπτομέρειες γιὰ τὶς ἀπερίγραπτες δυσκολίες τὶς ὁποῖες ἀντιμετώπισαν οἱ μοναχοί.
Στὴν Μεγίστη Λαύρα, οἱ Τοῦρκοι αἰχμαλώτισαν τοὺς Γέροντας τῶν Κελλίων τῆς ἐρήμου καὶ τοὺς ἔκλεισαν στὸν πύργο σὲ ἀθλία κατάσταση. Οἱ μοναχοὶ ἦσαν ἀναγκασμένοι νὰ ὑπηρετοῦν τοὺς στρατιώτας ὡς δοῦλοι, καὶ ἡ ἀνέχεια ἔφθασε σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε, γιὰ νὰ ἀναπληρώσουν τὴν ἔλλειψη ἀλεύρου, ἔτριβαν σαπισμένα κάστανα, τὰ ἀνεμίγνυαν μὲ χόρτα καὶ ἑτοίμαζαν ψωμί, μὲ τὸ ὁποῖο μόνο κάποιος ποὺ λιμοκτονεῖ θὰ μποροῦσε νὰ τραφῆ. Τὰ βάσανά τους δὲν προήρχοντο μόνο ἀπὸ τοὺς Τούρκους στρατιώτας, ἀλλὰ ὑπέφεραν μυρίους κινδύνους καὶ ἀπὸ τοὺς ληστὰς καὶ πειρατάς, οἱ ὁποῖοι κατέφθαναν πρὸς λείαν στὸν Ἄθωνα.
Μετὰ τὴν ἔναρξη τῆς ἐπαναστάσεως στὴν Χαλκιδική, πολλοὶ χωρικοὶ μὲ τὰ γυναικόπαιδα μπῆκαν στὸ Ὄρος γιὰ νὰ σωθοῦν. Ὅταν ἐπέστρεψαν στὰ χωριά τους, τὰ βρῆκαν λεηλατημένα, ὁπότε ἔγιναν λησταί, στρεφόμενοι κυρίως ἐναντίον τῶν Ἁγιορειτῶν, ποὺ παλαιότερα τοὺς εἶχαν προσφέρει καταφυγή. Γιὰ τοὺς πατέρας τῆς ἐρήμου ἡ κατάστασις ἦταν περισσότερο ὀδυνηρή, διότι πουθενὰ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ζήσουν μὲ ἀσφάλεια τὴν ποθουμένη ἡσυχία. Κάθε στιγμὴ ὑπῆρχε πιθανότης νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν λησταὶ καὶ νὰ τοὺς χτυπήσουν ἀνελεημόνως, προκειμένου νὰ τοὺς πάρουν χρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι προφανῶς δὲν εἶχαν.
Μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ χρόνια μαρτυρίου, ὁ στρατὸς ἀνεχώρησε ἐν τέλει τὴν Κυριακὴ τῆς Διακαινησίμου τοῦ 1830, ἀφήνοντα τὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ κατάσταση χειρότερη ἀπὸ κάθε ἄλλη στὴν μακραίωνη ἱστορία του. Ἡ ἡμέρα αὐτή, ποὺ συνεχίζει νὰ τιμᾶται στὰ Μοναστήρια, ἐγκαινίασε μία νέα περίοδο πραγματικῆς ἀνασυγκροτήσεως. Στὰ χρόνια ποὺ ἀκολουθήσαν, ἐπανῆλθαν οἱ ἐκφυγόντες μοναχοὶ στὸ ἁγιώνυμον Ὄρος -ὅσοι τουλάχιστον ἀπέμειναν ἀπὸ τὶς περιπέτειες ποὺ ὑπέστησαν-, καὶ ἀπὸ τὴν τέφρα τῶν Μοναστηριῶν καὶ τῶν Κελλιῶν ἄρχισαν νὰ βλαστάνουν νέα ἄνθη εὔοσμα, ἐκ τῶν ὁποίων μερικὰ παρουσιάζονται στὴν σειρὰ αὐτή.
***

5. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΡΩΣΣΟΙ
Παράλληλα μὲ τὴν προσέλευση νέων Ἑλλήνων μοναχῶν στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀπὸ τὸ 1835 ἄρχισαν νὰ προσέρχονται διαρκῶς περισσότεροι Σλάβοι μοναχοὶ καὶ ἰδιαιτέρως Ῥῶσοι.
Ἀπὸ τὸ 1808, τὰ μέτρα τοῦ τσάρου Ἀλεξάνδρου Β΄ ὑπὲρ τῶν Μοναστηριῶν εἶχαν προκαλέσει τὴν ἐπιστροφὴ τῶν μοναχῶν –ποὺ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τῆς Αἰκατερίνης Β΄ εἶχαν καταφύγει στὴν Ῥουμανία- καὶ τὴν ἐπάνδρωση ἢ ἵδυση πολλῶν Μονῶν. Οἱ ἐκ Ῥουμανίας μοναχοί, τὰ βιβλία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου καὶ ἰδιαιτέρως ἡ σλαβονικὴ Φιλοκαλία (1794), καθὼς καὶ οἱ διηγήσεις τῶν ἐπισκεπτῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἶχαν βαθειὰ ἐπίδραση στὸν ῥωσικὸ μοναχισμό. Ὁ ἁγιορείτικος τρόπος ζωῆς καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἐφηρμοσμένος στὰ κοινόβια ἡσυχασμὸς τοῦ Παϊσίου παρουσιαζόταν τώρα περισσότερο ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε ὡς πρότυπο τῆς γνησίας ὀρθοδόξου παραδόσεως, καὶ χιλιάδες εὐλαβεῖς Ῥῶσοι ἔτρεφαν τὸ ὄνειρο νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν Ἄθωνα καὶ νὰ μονάσουν· ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἄρχισαν νὰ ἔρχονται, γιὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν μερικοὶ στὴν Καψάλα, ἢ σὲ ἄλλα διάσπαρτα Κελλιά, ἐνῶ ἄλλοι προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν κοινοβιακὴ ἀδελφότητα στὴν Σκήτη τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ καὶ στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος.
Περίπου μέχρι τὸ 1870 Ἕλληνες καὶ Ῥῶσοι συμβίωσαν ἁρμονικά, χωρὶς σοβαρὰ προβλήματα, τόσο στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ποὺ ὑπῆρχε διγλωσσία καὶ ἐθεωρεῖτο τὸ καλύτερο Κοινόβιο –πραγματικὸς ἐπίγειος παράδεισος-, ὅσο καὶ σὲ ἄλλα μέρη τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Οἱ πνευματικοὶ Πατέρες καὶ τῶν δύο ἐθνοτήτων ἀσκοῦσαν ἀκτινοβολία σὲ ὅλους τοὺς Ἁγιορείτας, καὶ ἔνιωθαν τὸ Ὄρος ὡς τὴν κοινή τους πατρίδα. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ὅμως τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου (1854) ἡ ἔλευσις Ῥώσων αὐξανόταν συνεχῶς καὶ περισσότερο, ὑποθαλπομένη ἀπὸ τὴν τσαρικὴ κυβέρνηση, ποὺ ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ χρησιμοποιήσει τὸ Ὄρος γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς ἐπετακτικὲς βλέψεις της, τὸ δὲ ἐθνικιστικὸ αἴσθημα τῶν Ῥώσων γινόταν ἀκόμη πιὸ ἔντονο, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς εἶχε προικίσει μὲ μία μεσσιανικὴ ἀποστολή. Τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν ῥώσων μοναχῶν –ποὺ τὸ 1880 ἔφθασαν τοὺς χιλίους καὶ τὸ 1910 περὶ τοὺς τρεῖς χιλιάδες πεντακοσίους- ἀναζητοῦσαν καταλλήλους τόπους διαμονῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀρχίσει ἔντονος ἀνταγωνισμὸς γιὰ τὴν κατάσχεση Κελλιῶν, ποὺ σύντομα μετατράπηκαν σὲ κοινοβιακὲς Σκῆτες μὲ μεγαλοπρεπεῖς καὶ ἐπιβλητικὲς οἰκοδομές. Ἡ ἀλαζονικὴ καὶ ἐπεκτατικὴ στάσις τῶν Ῥώσων δημιούργησε ἀτέρμονες προστριβές, μὲ ὀλέθριες ἐπιπτώσεις στὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Παρὰ τὰ λυπηρὰ αὐτὰ γεγονότα, οἱ πλεῖστοι τῶν μοναχῶν, Ἕλληνες, Ῥῶσοι, Σέρβοι, Ἴβηρες, Ῥουμάνοι καὶ Βούλγαροι, ἦσαν ἄνθρωποι εὐλαβεῖς καὶ εἰρηνικοί, ποὺ ἐπεδίωκαν μόνο νὰ ὑπαχθοῦν σὲ ἔμπειρο πνευματικὸ ὁδηγό, γιὰ νὰ διάγουν ἐν ἡσυχίᾳ τὴν ζωή τους. Ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ ὀξυτέρου ἐθνικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, θεοφόροι Πατέρες, ὅπως ὁ Ἱλαρίων ὁ Ἴβηρ, ὁ γέρων Ἀρσένιος ἢ ὁ Χατζη-Γεώργης, εἶχαν μεταξὺ τῶν μαθητῶν μοναχοὺς διαφόρων ἐθνοτήτων, οἱ ὁποῖοι συμβίωναν εἰρηνικά. Ἡ ἱστορία κρισίμων ἐποχῶν καλύπτει μὲ τὸ πέπλο της μέγα μέρος τῆς πραγματικότητος, ἀλλὰ οἱ «Βίοι τῶν Ἀθωνιτῶν» μαρτυροῦν οτι, κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς ἢ τοῦ ἐθνικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι χῶρος ὑπερβάσεως τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν, κατ’ ἐξοχὴν τόπος τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς ἀσκητικῆς βιοτῆς.

***