Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

ΠΑΠΑ ΤΥΧΩΝ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ ΒΙΟΣ 3ος ΥΠΟ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

Οἱ ἀναμνήσεις μου ἀπὸ τὸν παπα-Τύχωνα
Священник Тихон Афонского
Священик Тихон Афонського
Святар Ціхан Афонскага
preot Tihon athonită
Свештеник Тихон живјело по светогорском
свещеник Тихон светогорския
(Ἀγαθαγγελου ἱερομονάχου Καλαφάτη, Βλέπε  στό: http://athoslibrary.blogspot.gr)
  

Α) Ἡ πρώτη μας γνωριμία.
Τὸν πρῶτό μου χρόνο στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν Μονὴ τῶν Ἰβήρων, γνώρισα τὸν μέγα πνευματικὸ παπα-Τύχωνα.
Ἕνα πρωΐ τῆς ἀνοίξεως, μετὰ ἀπὸ τὴν πρωϊνὴ ἀκολουθία, κατέβηκα στὴν πύλη τῆς Μονῆς, ὅπου ἦταν τότε πορτάρης ὁ Γέροντάς μου, ὁ Γέρων Κλεόνικος. Γιὰ μιὰ στιγμὴ βλέπω ἕνα λαμπρὸ γέρο καλόγερο –τὰ τριμμένα ῥάσα, τὸ κοντὸ ζωστικὸ ἔκρυβαν ἕναν ἄρχοντα. Ἡ λάμψη τοῦ προσώπου του, ἡ μακριὰ γενειάδα του, ἡ γλυκειὰ ὁμιλία του, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἁπλότητά του γέμισαν τὴν καρδιά μου χαρὰ καὶ συγκίνηση. Δίχως νὰ ξέρω ποιὸς ἦταν, ἤθελα νὰ τὸν προσκυνήσω, νὰ λάβω τὴν εὐλογία του. Πίστευα πῶς ἡ εὐλογία του ἦταν εὐλογία Χριστοῦ.
Σὰν φτωχὸς τοῦ ἔδωσα κὶ ἐγὼ κατιτί, τὶ νὰ ἦταν, μία ῥέγγα, ποὺ ἦταν γι’ αὐτὸν πλούσιο γεῦμα, δίχως νὰ τὸ ξέρω. Παιδὶ ἐγώ, ἅγιος αὐτός, οἱ καρδιές μας ἔγιναν μιά. Σὰν διψασμένος κάθησα γιὰ λίγο κοντά του, νὰ τὸν ῥωτήσω: -Ποῦ μένεις; -Ἐρημίτης, μοῦ ἀπάντησε. Θαύμασα καὶ ζήτησα πάλι νὰ μὲ εὐλογήση...
Καθίσαμε στὸν καναπὲ καὶ ἐπέμενα νὰ τὸν ῥωτῶ, ποῦ μένει. Τέλος μοῦ εἶπε: -Στὴν Καλιάγρα. Τοῦ λέω: -Μόνος; -Ὄχι παιντί μου, μοῦ λέει μὲ σπασμένα ἑλληνικά, μαζὶ μὲ Θεὸ καὶ Παναγία... Συντροφιά μου εἶναι τὰ πουλάκια, ποὺ ὅλο τὸν χρόνο δὲν φεύγουν ἀπὸ ἐκεῖ, κάθε ἡμέρα μαζὶ ψάλλουμε. Τὶ χαρά, κάθε πρωΐ νὰ κελαηδοῦν... Ντόξα τῷ Θεῷ... Ἐγκὼ χρόνια πολλὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος...
Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα τοῦ ἀφοσιώθηκα. Ζητοῦσα νὰ τὸν γνωρίσω περισσότερο. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἦταν γιὰ μένα σημαντική. Ὅταν διηγήθηκα τὴν συνάντησή μου αὐτὴ στὸν Γέροντά μου Κλεόνικο, αὐτὸς μοῦ εἶπε: -Αὐτὸς εἶναι ἕνας ἅγιος, παιδί μου.
Ἐπιθυμοῦσα νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν κατοικία του. Μία ἡμέρα, πήγαμε μὲ τὸν π. Γερβάσιο, ποὺ ἤξερε τὸ μονοπάτι. Ὁ τόπος ποὺ ἔμενε ἦταν ἔρημος. Σὰν φτάσαμε στὸ καλυβάκι του, σὰν νὰ ἦταν ἀκατοίκητο, χτυπήσαμε τὴν μικρὴ πόρτα καὶ τό: Δι’ εὐχῶν, ἀκούσαμεν τό: Ἀμήν, καὶ μᾶς ἄνοιξε. Ἡ χαρά του μεγάλη, ὅσο ἡ ἀγάπη του. Ἀγάπη ποὺ ἔδειχνε δίχως ἐξαίρεση σ’ ὅλους. Μὲ στοργὴ μᾶς πῆρε μέσα καὶ μᾶς πῆγε πρῶτα στὴν ἐκκλησία, μιὰ μικρή, μ’ ἕνα στασιδάκι κι ἕναν Ἐσταυρωμένο μεγάλο, ποὺ σήμερα σώζεται στὴν Μονὴ Ἰβήρων. Μᾶς λέει: -Ψάλατε τό: Ἄξιόν ἐστιν, καὶ τό: Σῶσον Κύριε τὸν λαόν Σου. Κατόπιν ἄρχισε μιὰ δέηση καὶ νὰ θυμᾶται ὅλον τὸν κόσμο. Αὐτὸ εἶχε νὰ προσφέρη στὸν κόσμο, αὐτὸ ἔδινε· νὰ μνημονεύη πολλὰ ὀνόματα κάθε ἡμέρα.
Ὕστερα ἄρχισε νὰ μᾶς λέη, πῶς πρέπει νὰ ζοῦμε, τὶ χάρα εἶναι νὰ προσευχόμαστε... Ἀφοῦ εἴπαμε ἀρκετά, ἐξομολογηθήκαμε, μᾶς διάβασε συγχωρητικὴ εὐχή, πάλι μᾶς χάρισε πνευματικοὺς λόγους, μᾶς εὐλόγησε καὶ φύγαμε γιὰ τὴν Μονή μας.
Ἀπὸ τότε ἔγινε ὁ πνευματικός μου, μέχρι τὴν ἀναχώρησή του πρὸς τὸν Κύριο.


Β) Τὰ νεανικά του χρόνια.
Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς, μὲ τὴν γνωστὴ μεγάλη εὐλάβεια τῶν Ῥώσσων τοῦ περασμένου αἰῶνος. Ἔλεγε γιὰ τὴν μητέρα του, πὼς ἦταν μιὰ ἁγία μητέρα. Πάντοτε προσευχόταν. Κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ δὲν ἔτρωγε καθόλου, ἦταν δοσμένη ὅλη στὴν προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα ἔτρεχαν πυκνὰ ἀπ’ τὰ μάτια της. Τὸ χάρισμα τῶν δακρύων εἶχε κι αὐτός, τὰ δάκρυά του ἦταν καθημερινὴ καὶ συνεχὴς τροφή. Πίστευε πὼς τὰ δάκρυα εἶναι σημεῖο τοῦ θείου ἐλέους καὶ μ’ αὐτὰ πλένεται ἡ ψυχὴ γιὰ νὰ παραδοθῆ στὸν Πλάστη της.
Ἀπὸ μικρὸς τοῦ ἄρεσε νὰ ἐπισκέπτεται τὰ μοναστήρια. Ἀνυπομονοῦσε πότε θὰ λάβη τὴν θεϊκὴ εὐλογία γιὰ ν’ ἀναχωρήση κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν κόσμο. Νὰ ἔλθῃ κοντὰ στὸν Θεό, νὰ προσεύχεται, γιατὶ τίποτε δὲν τὸν χαροποιοῦσε ἀπὸ τὰ μάταια, ἀλλὰ λαχταροῦσε τὴν αἰωνιότητα τῶν Οὐρανῶν καὶ τὴν ἀτελείωτη χαρά.
Ἀφοῦ ἔμαθε τὰ σχετικὰ γράμματα, ἡ ἀγάπη του στὴν ψαλμωδία καὶ τὴν μουσικὴ τὸν ἔκανε σύντομα ἕναν τέλειο μουσικό. Πάντοτε πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ ἔψελνε κι αὐτὸς στὴν χορωδία, ὅπου σὲ λίγο ἀνέλαβε καὶ τὴν διεύθυνσή της.
Μὲ τὴν εὐλογία τῶν γονέων του ἀποφάσισε νὰ ἐπισκεφτῆ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ξεκίνησε μαζὶ μὲ ἄλλους πιστοὺς ὁ φιλόθεος νέος. Ὅταν ἔφτασαν στὴν Κωνσταντινούπολη, γνωρίστηκε μὲ τὸν οἰκονόμο μοναχὸ τοῦ Κελλιοῦ Μπουραζέρη (κελλὶ ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὶς Καρυές, ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Νικόλαο, μὲ ἀρκετοὺς Ῥώσσους μοναχοὺς τότε· ἀνήκει στὴν Μονὴ Χιλιανδαρίου). Ὁ οἰκονόμος τοῦ λέει: -Θέλεις νὰ γίνης μοναχός; -Θέλω, ἀπαντᾶ. –Βάλε μετάνοια καὶ ἀπὸ σήμερα εἶσαι δόκιμος στὴν συνοδεία μας, τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ δάκρυα εὐχαριστίας παρακάλεσε νὰ τοῦ δοθῆ εὐλογία νὰ προσκυνήση τοὺς Ἁγίους Τόπους.
Μετὰ τὸ προσκύνημά του ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ κατατάχθηκε στὴν συνοδεία τοῦ Μπουραζέρη. Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο, ἔγινε μοναχός.


Γ) Στὰ Καρούλια τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ἡσυχία καὶ ὁ πόθος τῆς ἀσκήσεως τὸν ἀναγκάζει ν’ ἀναχωρήση ἀπ’ τὴν καλὴ συνοδεία καὶ νὰ ‘ρθη στὸν σκληρότερο τόπο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στὰ φρικτὰ Καρούλια. Μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ παρέμεινε περίπου μιὰ δεκαπενταετία. Ἡ ἄσκησή του ἦταν μεγάλη καὶ ἀδιάκοπη. Ἔκανε πάνω ἀπὸ ἑξακόσιες μετάνοιες κάθε νύχτα. Ἔτρωγε μιὰ φορὰ στὶς τρεῖς ἡμέρες καὶ συχνὰ μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα.
Κάθε Σάββατο πήγαινε καὶ κοινωνοῦσε στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀμέσως μετὰ κατέβαινε πάλι στὴν σπηλιά του. Ἡ σπηλιά του ἦταν στὰ θεμέλια τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ σώζεται μέχρι σήμερα.
Στὸν Ἅγιο Γεώργιο ὑπῆρχε ἕνας πολὺ σοφός, κατὰ κόσμον καὶ κατὰ Θεόν, Γέροντας, τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσε διδάσκαλο.
Τοῦ ἔδινε, ὁ διδάσκαλός του, κάθε μῆνα ἕνα βιβλίο πατερικό. Ἐπιστρέφοντάς το θὰ ἔπρεπε νὰ τοῦ πῆ τὸ περιεχόμενό του καὶ τὶ κατάλαβε. Ἄν δὲν τοῦ τὰ ἔλεγε ἐπακριβῶς, δὲν τοῦ τὸ ἄλλαζε. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τελείωσε ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, τὸν Ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέον Θεολόγο καὶ τοὺς λοιπούς. Ἰδιαίτερα ἀγαποῦσε τὸν Ἅγιο Συμεών.

Ὅταν ἔγινε ἡ ἐπιστράτευση τῶν Ῥώσσων μοναχῶν, στὰ 1917, εἶχε πάει νὰ ἐπισκεφτῆ τὴν ῥωσσικὴ Σκήτη Θηβαΐδα. Οἱ ἐκεῖ ἀντιπρόσωποι, ὅταν τὸν εἶδαν ἐξαϋλωμένο ἀπὸ τὴν ἄσκηση, τὸν ῥώτησαν, ποῦ καὶ πῶς ζεῖ. Τόσο εὐλαβήθηκαν τὸν Καρουλιώτη-σπηλαιώτη ἀσκητή, ποὺ τὸν ἄφησαν νὰ συνεχίση τὸν ἀγῶνά του καὶ μὲ τὶς προσευχές του νὰ τοὺς βοηθήση. Ἐπέστρεψε ἀμέσως στὸ ἀσκητήριό του καὶ δόθηκε περισσότερο τώρα στὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ γιὰ ν’ ἀναπληρώση καὶ ἐνισχύση καὶ τοὺς μαχόμενους ἀδελφούς.
Ἀπὸ τοὺς ἑπτακοσίους περίπου ποὺ ἔφυγαν, μόνο δυὸ-τρεῖς ἐπέστρεψαν. Ὁ ἕνας ἦταν ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος, τοῦ κελλιοῦ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῆς Προβάτας, ποὺ ἦταν ἀδελφικὸς φίλος του. Ὁ Θεὸς εὐδόκησε νὰ παραδώση τὸ πνεῦμά του στὰ χέρια μου. Ὁ παπα-Τύχων μοῦ διηγόταν πολλὰ γι’ αὐτόν. Εἶχε πάντοτε τὴν νοερὰ προσευχή. Ἔλεγε τὴν εὐχὴ νύχτα-μέρα, τόσο ὥστε τὴν φύλαγε καὶ ὅταν μιλοῦσε καὶ δὲν τὴν διέκοπτε οὔτε στὸν ὕπνο του. Καὶ τότε τοῦ ξέφευγε κι ἔλεγε γιὰ τὸν ἑαυτό του: -Κι ἐγκώ, παιντί μου, ὅταν κοιμᾶμαι, καρντία λέει εὐχή... Ὅταν λὲς τὴν εὐχή, μοῦ ἔλεγε, ἡ καρδιά σου νὰ κολλᾶ ἐπάνω στὴν εὐχή. Καὶ παρίστανε μὲ τὸ δάχτυλό του ἐπάνω στὸν τοῖχο, ὅπως ἡ κόλλα δένει τὰ πράγματα.


Δ) Ἀσκητικοὶ ἀγῶνες στὴν Καλιάγρα.
Μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια ἀσκητικῶν ἱδρώτων ἄφησε τὰ Καρούλια καὶ ἦλθε στὴν περιοχὴ τῆς Καλιάγρας. Ἐδῶ εἶδε ἕνα ὅραμα, πῶς ἦταν νύχτα Ἀναστάσεως καὶ ἔψαλλε ὅλη τὴν ἀναστάσιμη ἀκολουθία μὲ χαρά. Τὸ ἑπόμενο πρωΐ ἦλθε ὁ πνευματικός του καὶ τοῦ εἶπε νὰ πᾶνε στὸ Μοναστήρι τοῦ Σταυρονικήτα, ποὺ ἀνῆκε ἡ Καλύβη, νὰ βάλη μετάνοια, γιὰ νὰ γίνη παπάς. Ἔτσι καὶ ἔγινε.
Ἐπειδὴ ἡ καλύβα του δὲν εἶχε ἐκκλησία, μὲ πολὺ πόθο καὶ εὐλάβεια ξεκίνησε νὰ φτιάξη. Χρήματα δὲν εἶχε καθόλου κι ἀποφάσισε νὰ πάη νὰ ζητήση ἐλεημοσύνη. Στὸν δρόμο ποὺ πήγαινε, συνάντησε ἕναν μοναχὸ καὶ τοῦ εἶπε τὴν σκέψη του, πὼς θέλει νὰ φτιάξη ἐκκλησία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀλλὰ χρήματὰ δὲν ἔχει. Ἐξεπλάγη ὁ μοναχός, γιατὶ ἐκείνη τὴν ἡμέρα εἶχε λάβει ἐπιστολὴ καὶ χρήματα, νὰ δώση σὲ ὅποιον θέλει νὰ φτιάξη ἐκκλησία. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ συγκίνησή του ἦταν ἀμέτρητη. Ἀμέσως κάλεσε τεχνῖτες καὶ μετέτρεψε ἕνα μικρὸ κελλὶ σ’ ἐκκλήσια, ποὺ τὴν ἀγάπησε πολύ.


Ε) Μεταρσίωση κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία.
Τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας ἔφτανε νὰ μεταρσιώνεται. Ἔπαιρνε νὰ βραδυάζη, κι ἀπ’ τὸ πρωΐ ποὺ εἶχε ἀρχίσει δὲν εἶχε τελειώσει. Μὲ πολλὴ εὐλάβεια διάβαζε τὶς εὐχες τῆς Θείας Λειτουργίας, τὶς ὁποῖες γνώριζε ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὴν πολύχρονη καὶ συνεχῆ τέλεσή της, ὄχι νοερῶς, οὔτε μεγαλοφώνως, ἀλλὰ ἔτσι ὥστε νὰ ἀκούγονται στὸ αὐτὶ τοῦ ἱερέως. Ὅλος ἔξαρση, τὴν ὥρα τοῦ χερουβικοῦ καὶ τοῦ καθαγιασμοῦ, ἔψαλλε μὲ Ἀγγέλους τὸν ὕμνο τους στὰ οὐράνια. Τὸν ψάλτη τὸν ἔβγαζε στὸν διάδρομο τοῦ κελλιοῦ του, ἔξω ἀπὸ τὸν ναό, νὰ ψάλη τὸ χερουβικό. Ἔβλεπε κατόπιν πὼς ἦταν στὴν ἁγία Τράπεζα, κοινωνοῦσε, τελείωνε τὴν Λειτουργία καὶ δὲν καταλάβαινε πῶς πέρασε ἡ ὥρα. Μετά, ὁ Γέροντας ἀποσυρόταν καὶ ἔκλαιγε γιὰ δυὸ καὶ τρεῖς ἡμέρες. Τὸ μαξιλάρι του γινόταν μούσκεμα. Τὴν θεία μετάληψη δὲν περίμενε νὰ βραδυάση γιὰ νὰ τὴν διαβάση, ἀλλὰ τὴν διάβαζε ἀπὸ τὸ μεσημέρι. Καὶ ὅλη τὴν ἡμέρα προετοιμαζόταν γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ θεία κοινωνία τῆς ἑπόμενης ἡμέρας. Ἔλεγε, ὅτι ὁ πιστὸς πρέπει νὰ προετοιμάζεται ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο γιὰ νὰ μπορῆ νὰ γίνη μέτοχος στὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Κατὰ τὴν προσκομιδή, μνημόνευε ἐπὶ ὥρες ὅλα τὰ ὀνόματα ποὺ εἶχε καὶ στὸ τέλος ἀκουμπώντας τα μὲ τὸ χέρι ἔλεγε ξανά: -Μνήσθητι Κύριε ὅλου κόσμου...
Κάποτε, μετὰ τὴν μνημόνευση τῶν πολλῶν ὀνομάτων μ’ ἕνα χαριτωμένο τρόπο ἀκούμπησε τὸ χέρι του σ’ αὐτὰ λέγοντας πρὸς ἐμένα: -Παιντὶ καρντιὰ σ’ ὅλο κόσμο...
Ὅταν γέρασε πολὺ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ λειτουργήση, πήγαινα καὶ τὸν λειτουργοῦσα καὶ τοῦ ἄφηνα ἅγιο ἄρτο κι αὐτὸς τὸν τεμάχιζε καὶ κοινωνοῦσε κάθε ἡμέρα. Τὰ πρόσφορα ἤθελε νὰ γίνονται μὲ εὐλάβεια καὶ προσευχή, νὰ εἶναι καλὰ καὶ ὡραῖα, διότι μὲ αὐτὰ γινόταν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Μοῦ εἶχε ὑποδείξει νὰ τὰ τρυπᾶμε στὸ μέσο τῆς σφραγῖδος σὲ πέντε μέρη, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν πετάη φουσκάλα. Τὸ ἴδιο καλὸ ἤθελε νὰ εἶναι καὶ τὸ νᾶμα.
Με μεγάλη ἁπλότητα μοῦ ἔλεγε πὼς οἱ Ἄγγελοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἱεράρχες, οἱ Μάρτυρες, οἱ Ὅσιοι, οἱ Ἀνάργυροι καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι εἶναι παρόντες, καθὼς τοὺς μνημονεύουμε στὴν ἁγία προσκομιδή, καὶ ἔρχονταν βοηθοὶ σ’ ὅλον τὸν κόσμο, ποὺ τὰ ὀνόματά του ὥρες μνημόνευε.


ΣΤ) Πνευματικὲς συμβουλές.
Οἱ συμβουλές του ἦταν σταλαγματιὲς βιωμάτων τῆς καρδιᾶς του.
Γιὰ νὰ βρῆς καλὸν πνευματικό, ἔλεγε, πρέπει νὰ κάνης τρεῖς ἡμέρες προσευχὴ καὶ κατόπιν τὶ ὁ Θεὸς θὰ φωτίση. Καὶ στὸν δρόμο ποὺ θὰ πηγαίνης νὰ κάνης προσευχὴ νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεὸς νὰ σοῦ πῆ λόγους καλούς.
Πάντοτε νὰ κάνης εὐχή, πρὶν ἀρχίσης κάθε δουλειά. Νὰ λές: Θεέ μου, δῶσέ μου δύναμη καὶ φώτιση, καὶ κατόπιν ν’ ἀρχίζῃς τὴν δουλειά σου· καὶ στὸ τέλος: -Ντόξα τῷ Θεῷ.
Πολὺ μιλοῦσε γιὰ τὴν ταπείνωση: Κάθε πρωΐ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ ἕνα χέρι. Ὅταν βλέπει ταπεινὸ ἄνθρωπο τὸν εὐλογεῖ μὲ τὰ δύο χέρια.
Κάποτε, τὸν ἐπισκέφθηκε ἕνας μοναχὸς καὶ τοῦ εἶπε πὼς δὲν ἔχει κάνει τίποτε τὸ κακὸ στὴν ζωή του. Διέκρινε ὅμως πὼς τὰ λόγια του ἔκρυβαν μεγάλη ὑπερηφάνεια καὶ λυπήθηκε πολὺ καὶ τὸν θεώρησε ξεπεσμένο δαίμονα. Δὲν θέλω νὰ βλέπω τέτοιο ἄνθρωπο, ἔλεγε, χίλιες φορὲς νὰ εἶχε πέσε σὲ ἁμαρτία, παρὰ ἔτσι ποὺ εἶναι. –Αὐτὸς εἶναι γιὰ κόλαση παιντί μου.
Τότε, μοῦ διηγήθηκε ἕνα γεγονὸς ἀπ’ τὴν πατρίδα του:
Σ’ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι ἦταν μία νέα μοναχὴ καὶ φημιζόταν πολὺ γιὰ τὴν ἀρετή της. Ἡ ἡγουμένη εἶδε τότε ἕνα ὅραμα καὶ ἄκουσε φωνὴ ποὺ τῆς ἔλεγε: -Αὐτὴν τὴν μοναχή, νὰ τὴν ταπεινώσης. Ἡ ἡγουμένη ἀπόρησε, γιατὶ τὴν θεωροῦσε ὡς τὴν καλύτερη μοναχή της. Ἡ νέα μοναχή, εἶχε συνήθεια μετὰ τὴν ἀκολουθία νὰ μένη μόνη στὸν ναό. Στεκόταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ἔλεγε: -Ἐγὼ παρθένος, ἐσὺ παρθένος· ἐσὺ γέννησες, ἐγὼ ὄχι. Καὶ μὲ τὰ λόγια της αὐτὰ ἔδειχνε τὴν ὑπερηφάνειά της. Σύντομα ὅμως ὁ Θεὸς τῆς ἔδωσε πειρασμό, ὥστε τὴν ἔφερε σὲ μεγάλη ταπείνωση. Καὶ τότε, γονατισμένη μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, μετανοημένη, ταπεινωμένη, κάνοντας μετάνοιες καὶ χύνοντας δάκρυα, ἔλεγε ὅτι εἶναι ἡ ἁμαρτωλότερη τοῦ κόσμου.
-Ντάκρυα, παιδί μου, ντάκρυα, αὐτὸ τελει ὁ Θεός.
-Ἡ Κόλαση ἔχει γεμίσει ἀπὸ ἀνθρώπους παρθένους-ὑπερήφανους καὶ ἀπὸ ἁμαρτωλοὺς μετανοημένους παράντεισος. Ταπεινὸ ἄντρωπο τέλει Θεός. Στὸν ταπεινωμένο ἁμαρτωλό, πεῖ Κύριος, περάσει γλυκὸ παράντεισο.
Ἡ ταπείνωση τοῦ παπα-Τύχωνα ἦταν τόση, ποὺ ὅταν πήγαινε κανεὶς νὰ ἐξομολογηθῆ, μετὰ ἀπὸ τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, τοῦ ἔλεγε: -Παιντί μου, κάνε εὐχὴ καὶ γιὰ μένα.
Ὅταν ἕνας νέος, ἀδιάφορος, ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ περιοδεία, τὸν ὁδήγησα στὴν καλύβα τοῦ Γέροντα. Ἀφοῦ ἐξομολογήθηκα, θέλησε καὶ αὐτὸς νὰ ἐξομολογηθῆ. Μπαίνοντας στὴν ἐκκλησία ξέσπασε σὲ δάκρυα καὶ ἔπεσε στὰ πόδια του παρακαλώντας τὴν συγχώρεση τῶν πολλῶν του ἁμαρτιῶν. Ὁ παπα-Τύχων τόσο τὸν ἀγάπησε, ποὺ τοῦ ζητοῦσε τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμὴ νὰ κάνη εὐχὴ γι’ αὐτόν, νὰ τὸν συγχωρέση ὁ Θεός, γιατὶ ὁ νέος εἶχε πολλὰ δάκρυα ἐνῶ ὁ ἴδιος, ἔλεγε, δὲν εἶχε. Αὐτός, ποὺ ποτὲ δὲν τοῦ ἔλειπαν καὶ εἶχε ἕνα πανὶ ποὺ τὰ μάζευε κι ἦταν πάντα μουσκεμένο.
Τὸ πετραχήλι του κι αὐτὸ ἦταν πάντα βρεγμένο ἀπ’ τὰ καθημερινά του δάκρυα –τὸ φιλάω ὡς ἀκριβὴ εὐλογία. Ἀκόμη καὶ ὁ μεγάλος σταυρός, ἂν τὸν προσέξη κανείς, θὰ δῆ τὰ στίγματα τῶν δακρύων του, ποὺ τοῦ τὰ ἔχυνε μὲ τὶς φοῦχτες. Θεωροῦσε πὼς μὲ τὰ δάκρυα πλένουμε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς τὰ σκουπίζουμε.


Ζ) Ἐπισκέπτεται τοὺς Ἁγίους Τόπους.
Κάποτε, θέλησε νὰ ἐπισκεφθῆ καὶ πάλι τοὺς Ἁγίους Τόπους. Εἶχε ἔλθε ἕνα ῥωσσικὸ πλοῖο ποὺ πήγαινε στὰ Ἱεροσόλυμα. Δὲν εἶχε χρήματα καὶ παρακάλεσε τὸν καπετάνιο νὰ τὸν πάρη δωρεάν. Ὁ καπετάνιος πολὺ τὸν εὐλαβήθηκε καὶ ὄχι μόνο τὸν πῆρε, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσε καὶ χρήματα, γιὰ νὰ προσευχηθῆ γι’ αὐτὸν καὶ νὰ προσφέρη καὶ στὰ ἱερὰ προσκυνήματα.
Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ ἄρχισε νὰ ἐπισκέπτεται σὰν ταπεινὸς προσκυνητὴς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ μοναστήρια. Σὲ πολλὰ μέρη ἤθελαν νὰ τὸν κρατήσουν κοντά τους. Δὲν ἤξερε ὅμως ἂν αὐτὸ ἦταν θέλημα Θεοῦ. Ὅταν ἔμαθε πὼς σὲ κάποιο ἀσκητήριο ἦταν ἕνας ἐνάρετος μοναχός, πῆγε νὰ τὸν συμβουλευτῆ. Στὴν σκέψη του δύο πράγματα ὑπῆρχαν· νὰ μείνη στὰ Ἱεροσόλυμα ἢ νὰ ἐπιστρέψη στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὴν ὥρα ποὺ χτυποῦσε τὴν θύρα τοῦ ἀσκητῆ, ἀκούει: -Ἅγιον Ὄρος, Ἅγιον Ὄρος. Ἀκόμη δὲν τὸν εἶχε δεῖ. Τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ ἀνοίξη, νὰ πάρη τὴν εὐλογία του καὶ νὰ ἐπιστρέψη δίχως ἄλλο στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας.
Ἐδῶ, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μοναχούς, ξαναβρῆκε τοὺς παλιούς του φίλους, τ’ ἄγρια ζῶα τῆς ἐρήμου, ποὺ τ’ ἀγαποῦσε πολύ. Κι’ αὐτὸ τὸ ἕμαθα, ὅταν μία ἡμέρα εἶχα πάει στὴν καλύβη του νὰ μαζέψω λίγες ἐλιὲς ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ. Τὴν ὥρα ποὺ μάζευα ἦλθε κοντά μου νὰ μὲ δῆ καὶ ἄκουσα ἕνα θόρυβο στὸ κελλί του. Τοῦ εἶπα νὰ κλείση τὴν πόρτα του καὶ μοῦ λέει: -Ἐγκὼ ἀγαπῶ, ντὲν εἶναι κακό, αὐτὸς φίλος. Ἔρχεται, μοῦ ἔλεγε, νὰ πάρη αὐτὸ ποὺ θέλει καὶ νὰ φύγη. Θὰ ἦταν καμμία ἀλεποῦ ἢ κανένα τσακάλι. Θαύμασα γιὰ τὴν πολλή του ἁπλότητα, ποὺ ἔκρυβε ἁγιότητα.


Η) Ἡ θαυματουργικὴ ἐμφάνιση τῆς Παναγίας.
Τὸν κάθε ἐπισκέπτη του τὸν θεωροῦσε φίλο καὶ ἀπεσταλμένο ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅ,τι τοῦ πρόσφερε τὸ κρατοῦσε καὶ ὰν δὲν τὸ εἶχε ἀνάγκη τὸ ἔδινε ἀμέσως σὲ ἄλλον. Ἐνῶ δὲν εἶχε τίποτε, θεωροῦσε πλούσιο τὸν ἑαυτό του: -Ἐγκὼ πλούσιος, ντόξα τῷ Θεῷ, ἔλεγε. Τό: δόξα τῷ Θεῷ, τὸ εἶχε συνέχεια στὸ στόμα του.
Ἄντεχε πολὺ στὴν νηστεία καὶ κάποτε, ποὺ εἶχα νὰ πάω πολλὲς ἡμέρες, ἀντίκρυσα τὸ ἑξῆς θαυμαστό. Σ’ ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν δαμάσκηνα καὶ ἄνθρωπος εἶχε ἡμέρες νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ, βλέπω στὸ κελλί του πολλὰ ἀπὸ αὐτά, φρέσκα καὶ ὡραῖα. Τὸν ῥώτησα ποῦ τὰ βρῆκε. –Παιντί μου, ἄντρωπος Θεοῦ, μοῦ ἀπάντησε. Πίστεψα, πὼς Ἄγγελος τοῦ τὰ πῆγε.
Τότε, μοῦ διηγήθηκε καὶ ἕνα ἄλλο θαῦμα, ποὺ τοῦ εἶχε συμβῆ στὴν Ῥωσσία. Ἦταν ἀπὸ τὴν Σιβηρία καὶ ἐκεῖ εἶχαν πολὺ σιτάρι καὶ τὸ ψωμί τους ἦταν ἄσπρο. Ὅταν περιόδευε τὰ ῥωσσικὰ μοναστήρια, ἔφτασε στὴν Μόσχα. Λίγο πιὸ ἔξω, ἐκεῖ, ἔτρωγαν μαῦρο ψωμί, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ φάη καὶ γιὰ μέρες ἦταν νηστικός. Περνώντας ἔξω ἀπὸ ἕναν φοῦρνο βλέπει μία γυναίκα νὰ τοῦ δίνη ἕνα κάτασπρο ψωμί, ζεστό. Χρήματα δὲν εἶχε καὶ μπῆκε μέσα στὸν φοῦρνο νὰ τὸν εὐχαριστήση. Ῥώτησε τὸν φούρναρη, ποῦ πῆγε ἡ γυναίκα ποὺ τοῦ ἔδωσε τὸ ψωμί. Τοῦ ἀπαντᾶ, πὼς καμμία γυναίκα δὲν βγῆκε ἀπὸ τὸ μαγαζί του. Ὅταν μάλιστα εἶδε τὸ ψωμὶ στὰ χέρια του ν’ ἀχνίζη καὶ σ’ ὅλη τὴν ἐπαρχία τους νὰ μὴν ὑπάρχη τέτοιο, ἔκθαμβος ἔνοιωσε πὼς ἦταν ἡ Παναγία. Ξέσπασε σὲ δάκρυα συγκινήσεως καὶ ὁ φούρναρης μ’ εὐλάβεια ἔλαβε λίγο ἀπὸ τὸ ψωμὶ γιὰ εὐλογία. Εὐχαρίστησαν καὶ οἱ δύο τὴν Θεοτόκο. Μὲ τὸ ψωμὶ αὐτὸ πέρασε ὅλο τὸν ὑπόλοιπο καιρὸ ποὺ ἔλειπε ἀπὸ τὸ σπίτι του. Τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸν ἔκανε ν’ ἀποφασίση τὴν μοναχική του ἀφιέρωση.
Ἔλεγε πάντα ὁ μακάριος Γέροντας παπα-Τύχων, πὼς ὁ ἐρημίτης ἔχει εὐλογία νὰ κρατᾶ μόνο τ’ ἀπαραίτητα χρήματα γιὰ τὰ σαρανταλείτουργα. Γύρω ἀπ’ τὴν καλύβη του μπορεῖ νὰ ἔχη τρία κλήματα γιὰ νὰ παίρνει σταφύλια, λίγες ἐλιὲς γιὰ τὸ λάδι καὶ ἕνα μικρὸ κῆπο γιὰ τὰ λαχανικά του. Αὐτὰ νὰ τοῦ εἶναι ἀρκετὰ καὶ νὰ μὴν λησμονῆ τὴν ἐλεημοσύνη, καθὼς ἔκανε ὁ ἴδιος. Ὰν καμμία φορὰ τοῦ περίσσευαν χρήματα, τὰ ἔστελνε σὲ ἕναν μπακάλη στὶς Καρυές, λέγοντάς του: -Παρακαλῶ, κάνε ἀγκάπη, νὰ πάρη ψωμὶ καὶ νὰ ντώση φτωχὸ ἄντρωπο, αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀνάγκη.


Θ) Ἠ σωτηρία μου ἀπὸ τοὺς κυνηγούς.
Ἡ ἀγάπη του ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ν’ ἀγαπᾶ κι ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό. Ἤθελε νὰ μὲ κρατήση κοντά του. -Ὁ Θεὸς θὰ σοῦ ντώση ἀπ’ ὅλα, μοῦ ἔλεγε συχνά. Τέλος, ἦλθε καὶ ἔμεινε κοντά του ὁ π. Παΐσιος. Καὶ ἐγὼ πῆρα ἕνα κελλὶ στὶς Καρυὲς καὶ ἔφτιαξα ἕνα ἐκκλησάκι ποὺ τὸ ἀφιέρωσα στὸν Τίμιο Σταυρό. Ἤθελα νὰ εὐχαριστήσω ἔτσι τὸν πνευματικό μου παπα-Τύχωνα καὶ τὸν Γέροντα Ἀθανάσιο ἀπὸ τὸ κελλὶ τῆς Προβάτας, ποὺ εἶχαν ναοὺς ἀφιερωμένους στὸν Τίμιο Σταυρό, καὶ νὰ τοὺς μνημονεύω γιὰ τὰ πνευματικὰ δῶρα τ’ ἀνεκτίμητα ποὺ μοῦ χάρισαν.
Κάποτε, ποὺ εἶχα πάει νὰ ἐξομολογηθῶ καὶ νὰ τοῦ ἀφήσω λίγα τρόφιμα, συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἀφοῦ ἐξομολογήθηκα καὶ μοῦ ἔδωσε τὶς τελευταῖες συμβουλές, ξεκίνησα νὰ φύγω. Εἶχε συνήθεια νὰ μὲ ξεπροβοδιζη λίγα βήματα ἔξω ἀπὸ τὸ καλύβι του. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὅμως, εἶχε πάρει μία ἰδιαίτερη στάση. Εἶχε στὰ χέρια του τὸν σταυρὸ καὶ συνέχεια μ’ εὐλογοῦσε. Περπατοῦσα τὸ μονοπάτι καὶ τὸν ἔβλεπα νὰ συνεχίζη νὰ μ’ εὐλογῆ. Λίγο μόλις τὸν ἄφησαν τὰ μάτια μου καὶ δὲν φαινόταν ἀπὸ ἐκεῖ τὸ καλύβι του, πέφτω σὲ ἕναν κυνηγό, ποὺ εἶχε στραμμένη τὴν κάνη τοῦ ὅπλου του πάνω μου καὶ τὸ χέρι του στὴν σκανδάλη. Μ’ ἕνα ἐπιφώνημα ποὺ ἀσυναίσθητα ἔβγαλα, μὲ εἶδε ὁ κυνηγός, καὶ ἔπεσε κάτω ξερὸς ἀπὸ τὸν τρόμο του, γιατὶ σίγουρα θὰ μὲ σκότωνε. Ἔχοντας στὸν νοῦ μου τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Γέροντος στεκόμουν ἄφοβος μπροστά του. Τὸν ἀκούω νὰ μοῦ λέει: -Κάποιος Ἅγιος σὲ βοήθησε, γιατὶ τὸ δάκτυλό μου ἦταν στὴν σκανδάλη. Ἤμουν βέβαιος πὼς ἡ εὐλογία τοῦ Γέροντος μ’ ἔσωσε. Γιὰ τὸ ἴδιο μὲ βεβαίωσαν καὶ οἱ πατέρες τῆς Μονῆς, ὅταν τοὺς τὸ διηγήθηκα. Ἦταν ἕνα θαῦμα. Τὴν ἄλλη ἡμέρα πῆγα πάλι στὸν Γέροντα νὰ τοῦ τὸ πῶ. Μὲ σταύρωσε καὶ λέει: -Ντόξα τῷ Θεῷ, παιντί μου, Θεὸς βοήτησε. Καὶ γέμισε δάκρυα.
Ὅταν ἔγινα ἱερεὺς καὶ ἤθελαν νὰ μὲ πάρουν ἐφημέριο σὲ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι ὅπου μόναζε ἡ ἀδελφή μου, τοῦ τὸ εἶπα καὶ λυπήθηκε πολὺ γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ ὑπῆρχε. Μοῦ λέει: -Παιντί μου, ντύσκολο πολύ, νέος ἄντρωπος σὲ μοναστήρι μὲ μοναχές. Ντὲν ἔχει εὐλογία νὰ βλέπη νέος τὶς μοναχές, οὔτε νὰ κοινωνοῦν ἀπὸ νέο ἱερομόναχο. Μοῦ ζήτησε τὴν διεύθυνση νὰ τοὺς γράψη αὐτός. Τοῦ τὴν ἔδωσα καὶ μὲ τὰ λίγα ἐλληνικά ποὺ ἤξερε, τοὺς ἔγραψε: Ντὲν ἔχει εὐλογία νὰ ἔχουν νέο ἱερέα, μόνο πολὺ γέρο. Ὅταν ἔλαβαν τὸ γράμμα του λυπήθηκαν καὶ ζητοῦσαν νὰ μάθουν τοὺς μοναχικοὺς κανόνες. Ὁ π. Ἀθανάσιος, ποὺ ἦταν βιβλιοθηκάριος στὴν Μονή μας, τῶν Ἰβήρων, καῖ ἦταν ἀρκετὰ σοφὸς καὶ ἐνάρετος, τοὺς ἔγραψε ὅλα τὰ σχετικά. Τότε κατάλαβαν πόσο δίκιο εἶχε ὁ παπα-Τύχων. Ὅταν τοῦ εἶπα πὼς δὲν θὰ πάω, χάρηκε ἀφάνταστα. Μοῦ διηγήθηκε πολλὰ περιστατικά. -Νέοι ἱερεῖς σὲ γυναικεῖα μοναστήρια εἶναι σκάνταλο. Φωτιὰ καὶ κόλαση εἶναι, καλύτερα νὰ πετάνη νέος παπάς, παρὰ νὰ χαθῆ, ἔλεγε.

Ι) Ἀσθένειες καὶ φάρμακα.
Κάποτε, ἀῤῥώστησε ἀπὸ ῥευματισμοὺς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ περπατήση. Ὁ γιατρὸς τοῦ εἶπε πὼς πρέπει νὰ πάη στὸν κόσμο νὰ κάνη ἰαματικὰ λουτρὰ θερμά. Ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ πηγαίνη στὸν κόσμον, σκέφτηκε τὸ ἑξῆς. Ἔφτιαξε μία μεγάλη λεκάνη, ἐκεῖ στὴν ἔρημο, καὶ ἔκανε τὰ λουτρά. Ἔβραζε ῥίγανη, τὴν ἔριχνε στὴν λεκάνη καὶ ἔτσι πλενόταν. Ὁ Θεὸς εἶδε τὴν ὑπομονή του καὶ τὸν ἔκανε καλά.
Ὅταν κρύωνε, εἶχε σ’ ἕνα μπουκάλι οἰνόπνευμα μὲ πιπεριὲς καυτερὲς καὶ μὲ αὐτὸ ἔκανε μόνος του ἐντριβή. Μόνος του γιατρευόταν. Εἶχε βρεῖ ἕνα ξύλο γυριστὸ καὶ εἶχε δεμένο ἕνα σφουγγάρι καὶ μὲ αὐτὸ ἔκανε ἐντριβές. Ὅταν τὸν ῥώτησα τὶ εἶναι, μοῦ εἶπε: -Αὐτὸ ντικό μου παραγιό.
Τοῦ εἶχα πάει μερικὰ κινίνα καὶ πότε-πότε τὰ χρησιμοποιοῦσε. Ὅταν τοῦ τελείωσαν ἔγραφε μὲ τὸ χαρακτηριστικὸ χαριτωμένο του ἰδίωμα: Παρακαλῶ, κάνετε ἀγκάπη, ἔχω ἀνάγκη πικρὸ κόκκινο φάρμακο.
Φυσικά, πάνω ἀπὸ ὅλα εἶχε τὴν ἐλπίδα του στὸν Θεὸ καὶ στὴν Παναγία. Ἡ ἐμπιστοσύνη του στὴν Θεοτόκο ἦταν τέτοια πού, ὅταν ὁ ὑποτακτικός του π. Παΐσιος πῆγε στὴν Θεσσαλονίκη νὰ χειρουργηθῆ γιὰ σοβαρὸ πρόβλημα, ὁ παπα-Τύχων ἔλεγε σὲ ἐπισκέπτες, ὅτι ὅταν γυρίση θὰ τοῦ βάλη κανόνα, γιατὶ ἐνῶ ἡ Παναγία στὸ Ἅγιο Ὄρος τὰ ἔκανε ὅλα ἄσπρα, ὁ Παΐσιος μαυρίζει! Ἔλεγε: -Παναγία γιατρό. Παναγία φάρμακο. Ὅλα, Παναγία, ἄσπρα. Παΐσιο μαυρίζει. Παΐσιο πῆγε Σαλονίκη γιατρό. Ἅμα ἔρτη, βάλη κανόνα.
Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ π. Παΐσιος καὶ πῆγε νὰ δῆ τὸν Γέροντα, τοῦ εἶπε ἀπότομα: -Ὥστε ἔτσι ε! Ντὲν κάνει ὑπακοή!

ΙΑ)  Ἐργόχειρο καὶ προσευχή.
Ὅταν ἦταν στὸ κελλὶ τοῦ Μπουραζέρη, εἶχε μάθει ὡς ἐργόχειρο τὸν τρόπο τοῦ στιλβωτοῦ χρυσώματος γιὰ τὴν ἁγιογραφία, ποὺ ὀνομάζεται τσουκάνικο (τεχνικὴ γιὰ τὴν στίλβωση τοῦ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖο πίεζαν μὲ διάφορα ἐργαλεῖα γιὰ νὰ ἀποτυπώσουν διακοσμητικὰ σχέδια καὶ τὸ χρησιμοποιοῦσαν κυρίως στὶς φορητὲς εἰκόνες· ὁ θόρυβος ποὺ δημιουργοῦσε ἦταν ἀρκετὰ δυνατός). Ὁ κτύπος ὅμως γιὰ τὴν κατασκευή του τὸν ἀνησυχοῦσε καὶ τὸ ἄφησε.
Στὰ Καρούλια ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ἁγιογραφία. Εἶχε πάρει λίγα μαθήματα ἀπὸ ἕναν μοναχό. Μὲ τὸν ἁπλὸ τρόπο τῆς ἁγιογραφίας του ἔδινε στὰ πρόσωπα τὴν μορφὴ ὅπως τὴν ἔβλεπε μὲ τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς ου. Τοὺς πρωτοπλάστους π.χ. μὲ ῥυτίδες στὰ πρόσωπα, καθὼς καὶ τοὺς ἀσκητὲς ἁπλοὺς καὶ ἀπέριττους. Ἁγιογρφοῦσε τόσο, ὅσο γιὰ νὰ βγάζη τὰ ἔξοδα, γιὰ ν’ ἀγοράζη τὸ παξιμάδι του.
Ἕνα ἐπίσης ἀπὸ τὰ ἐργόχειρα τοῦ παπα-Τύχωνα ἦταν καὶ τὸ ῥάψιμο σκουφιῶν μὲ τὴν σακοράφα. Ἔπαιρνε γι’ αὐτὸ κομμάτια ὑφάσματος, συνήθως ἀπὸ ῥάσα παλιά, τὰ ἔραβε σὰν σακκοῦλες ψηλές, βάζοντας πάνω καὶ τὸ μονόγραμμα IC XC ΝΙΚΑ μὲ ἕναν σταυρὸ στὴν μέση καὶ τὰ φοροῦσε. Ὅταν τὸν βλέπαμε νὰ φορᾶ αὐτὰ τὰ σκουφιά, ἦταν τόσο χαριτωμένος, ποὺ ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν φωτογραφία.
Στὴν Καψάλα, ζοῦσε μὲ τὰ χρήματα ποὺ τοῦ ἔστελναν πρὸς μνημόνευση ὀνομάτων.
Μοῦ διηγόταν, πὼς ὁ μοναχὸς πρέπει: -Μία ὥρα ντουλειά, μία ὥρα προσευχή. Καὶ γιὰ τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας, ποὺ ἰδιαίτερα ἀγαποῦσε, μοῦ διηγήθηκε τὶ εἶχε συμβεῖ σ’ ἕνα ῥωσσικὸ μοναστήρι.
Ἦταν ἕνας μοναχὸς ποὺ ἔλεγε κάθε ἡμέρα εἰκοσιτέσσερις φορὲς τοὺς Χαιρετισμοὺς μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ὅταν ἄκουγε τὸ ῥολόϊ νὰ κτυπᾶ τὴν ὥρα, αὐτὸς ἄρχιζε. Οἱ ὥρες ἦταν τὸ μέτρο του. Μάλιστα, μὲ τόση εὐλάβεια τοὺς ἔλεγε κάθε φορά, σὰν πρώτη φορά. Μία ἡμέρα, ἄκουσε φωνὴ ἀπὸ τὴν εἰκόνα νὰ τοῦ λέη: -Χαῖρε δοῦλε· καὶ σ’ ἐσένα χαῖρε.
Ὁ παπα-Τύχων διάβαζε καὶ αὐτὸς πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα τοὺς Χαιρετισμοὺς μὲ δάκρυα. Ἐπίσης, διάβαζε κάθε ἡμέρα, τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. Ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τὴν περικοπὴ τῆς Κρίσεως, στὸ 13ο κεφάλαιο. Ἦθελε νὰ ἔχη τὸν νοῦ του πάντα σ’ ἐκεῖνο τὸ κριτήριο. Εἶχε ἀνοίξει ὁ ἴδιος, ἔχοντας συνεχῆ τὴν μνήμη θανάτου, τὸν τάφο του γιὰ νὰ τὸν βλέπη συνεχῶς καὶ νὰ κλαίη καὶ νὰ περιμένη μὲ χαρὰ πότε θὰ τὸν δεχθῆ. Τὸ ὅπλο του μέσα στὴν ἔρημο, ἦταν ὁ τίμιος Σταυρός. Οἱ ληστές, ἔλεγε, ἔχουν τὸ τουφέκι καὶ τὸ μαχαίρι. Ἐγὼ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν Σταυρό.
Τὴν Κυριακή, μοῦ ἔλεγε, δὲν πρέπει νὰ δουλεύουμε. Γιατί, τὸν παλαιὸ καιρό, ποὺ οἱ Ἰσραηλῖτες τρέφονταν μὲ τὸ μάννα, κάθε ἡμέρα τοὺς ἔστελνε ὁ Θεός, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἡμέρα τὴν ἑβδόμη. Οὔτε εὐλογοῦσε αὐτοὺς ποὺ ἦσαν λαίμαργοι. Γιατί, ὅσοι τὸ φύλαγαν, τοὺς χάλαγε, γινόταν σκουλήκια. Ἔτσι, δὲν ἔκαναν τίποτε ἄλλο, παρὰ κάθονταν στὶς σκηνές τους καὶ ὑμνοῦσαν τὸν Θεό.
Ὁ ἴδιος εἶχε τὴν Κυριακὴ δοσμένη ὅλη στὸν Θεό. Ἤθελε, ὅταν λειτουργοῦσε, νὰ μὴν τελειώνη τὴν Λειτουργία σύντομα. Πολλὲς φορὲς ἐρχόταν ὁ Ἑσπερινὸς καὶ λειτουργοῦσε ἀκόμα.

ΙΒ) Ἡ συμφιλίωση τῶν ἱερωμένων.
Κάποτε, δύο γνωστοί του ἱερωμένοι, εἶχαν παρεξηγηθεῖ. Παρόλο ποὺ δὲν εἶχαν τίποτε τὸ σοβαρό, ὁ παπα-Τύχων ἤθελε νὰ ἀκούση τό: ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, καὶ νὰ τοὺς δῆ νὰ ἀσπάζονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο γιὰ νὰ χαρῆ. Τοὺς παρεκάλεσε νὰ κάνουν συλλείτουργο καὶ νὰ ψάλη αὐτὸς στὴν Θεία Λειτουργία. Στὸ τέλος εἶπε: Ἐγκώ, μεγάλη χαρὰ σήμερα ποὺ σεῖς ντύο ἔχετε ἀγκάπη· ντόξα Θεῷ. Τό: ντόξα Θεῷ, τὸ εἶχε πάντοτε.

ΙΓ) Ἡ ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἐπισκέπτες καὶ ἡ ἄδολη φιλοξενία του.
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, γιὰ νὰ ἐπισκεφθῆ κανεὶς τὸ Ἅγιον Ὄρος ἦταν δύσκολο, λόγῳ τῶν κακῶν συγκοινωνιῶν. Ὅσοι ὅμως θεοφιλεῖς ἄκουγαν γιὰ τὸν παπα-Τύχωνα, ἤθελαν μὲ κάθε τρόπο καὶ μέσον νὰ τὸν ἐπισκεπτοῦν καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του. Ἔτσι, ἀπὸ τοὺς πολλοὺς λαϊκοὺς καὶ κληρικοὺς ποὺ ἐνθυμοῦμαι, ἦταν καὶ ἕνας κληρικὸς ὀνόματι π. Ἠλίας. Ἦταν τότε στὸ Παρίσι γιὰ μετεκπαίδευση καὶ γνώριζε καὶ τὴν ῥωσσικὴ γλώσσα. Εἶχε ἀκούσει γιὰ τὴν πνευματικότητα τοῦ παπα-Τύχωνα καὶ ἦλθε νὰ τὸν γνωρίση καὶ νὰ συνομιλήση μαζί του. Εἶχε περάσει ἡ ὥρα καὶ βράδυασε. Ἦταν πλέον ἀδύνατο νὰ φύγουμε νύχτα ἀπὸ τὴν καλύβη του. Ὁ παπα-Τύχων μὲ τὴν πολλὴ ἀγάπη του καὶ τὴν ἁπλότητά του θέλησε νὰ μᾶς φιλοξενήση, ἂν καὶ ὡς ἀσκητής, δὲν τὸ συνήθιζε. Μᾶς ἔδωσε λοιπὸν μιὰ τριμμένη ψάθα ποὺ εἶχε καὶ μᾶς ἔβαλε μέσα στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ ξεκουραστοῦμε τὴν νύχτα.
Ὅμως, ἡ ψάθα ἦταν γεμάτη ἀπὸ κοριούς. Καὶ τὸ λευκὸ πουκάμισο τοῦ π. Ἠλία εἶχε γίνει κόκκινο ἀπὸ τὸ αἷμά. Παρόλη αὐτὴ τὴν δοκιμασία, ὁ π. Ἠλίας δὲν λυπήθηκε καθόλου, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἦταν πολὺ χαρούμενος, γιατὶ φιλοξενήθηκε στὸ κελλὶ τοῦ παπα-Τύχωνα καὶ ἄκουσε ἀπὸ τὰ ἁγιασμένα χείλη του, λόγους πνευματικοὺς καὶ πατρικὲς συμβουλές.
Τὸ μέγα σχῆμα τῶν μοναχῶν, τὸ θεωροῦσε κάτι τὸ πολὺ μεγάλο καὶ ἅγιπ. Δὲν ἀρκεῖ ἁπλὰ νὰ τὸ φέρουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε μία ἁγία ζωή. Στὴν Ῥωσσικὴ Ἐκκλησία, τρέφεται ἄπειρος σεβασμὸς στοὺς μεγαλόσχημους μοναχούς. Τὸ μέγα σχῆμα ἀντικαθιστᾶ τὸν Ἄγγελο, τὸν τέλειο μοναχό, τὸν ἀπαλλαγμένο ἀπὸ πᾶσα βιοτικὴ μέριμνα. Εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀνέβηκε ὅλες τὶς ἀρετές, ζητᾶ τὴν ἀγγελικὴ ζωή, μεριμνᾶ τὰ τοῦ Θεοῦ, πῶς θ’ ἀρέση μόνο στὸν Θεό, ὄχι στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα σχῆμα· κελλί, ἐκκλησία, νηστεία, προσευχὴ ἀδιάλειπτος. Δὲν δικαιολογεῖται ὁ μεγαλόσχημος νὰ περιφέρεται δεξιὰ καὶ ἀριστερά, οὔτε ν’ ἀσχολῆται μὲ τὴν διοίκηση. Στὴν Ῥωσσικὴ Ἐκκλησία, τὸν μεγαλόσχημο, τὸν θεωροῦν ἅγιο. Λέγων πώς, ὰν δοῦν τὸν πατριάρχη, πρῶτα θὰ βάλουν μετάνοια στὸν μεγαλόσχημο. Ὄχι ὅπως τὸ ἔχουμε ἐμεῖς, ποὺ τὸ φοροῦν οἱ νέοι καὶ καμαρώνουν, αὐτὸ εἶναι ἁμαρτία, ἔλεγε.

ΙΔ) Ἡ ληστεία καὶ ἡ ἀνεξικακία του.
Κάποτε, ἕνας ἐργάτης ἀπὸ τὶς Καρυές, ἔχοντας ἀκούσει ὅτι οἱ Ῥῶσσοι πατέρες ἔχουν λίρες, πῆγε στὸν παπα-Τύχωνα καὶ τοῦ ζητοῦσε λίρες. Ὁ Γέροντας, ζοῦσε σὲ τέτοια πτωχεία, ὥστε, ὅταν κάποτε τὸ Μοναστήρι τοῦ ζήτησε εἴκοσι δραχμὲς τὸν χρόνο ἐνοίκιο γιὰ τὸ Κελλί, ξεκίνησε νὰ φύγη, ἐπειδὴ δὲν εἶχε νὰ πληρώση, ἀλλὰ δὲν τὸν ἄφησαν νὰ φύγη οἱ ἄλλοι μοναχοί. Φυσικὰ δὲν εἶχε κάτι νὰ τοῦ δώση. Τότε, ὁ ἐργάτης τὸν ἔδεσε σὲ μία καρέκλα καὶ ἔκανε τὸ κελλὶ ἄνω-κάτω. Δὲ βρῆκε βέβαια τίποτε καὶ ἔφυγε, ἀφήνοντάς τον δεμένο.
Στὴν συνέχεια, πῆγε σὲ ἄλλο ῥωσσικὸ κελλί, ὅπου ἔκανε τὰ ἴδια, φθάνοντας ὅμως στὴν περιοχὴ τοῦ Παντοκράτορος, τὸν συνέλαβαν καὶ κάλεσαν τὴν Ἀστυνομία. Ὁ χωροφύλακας, ἀφοῦ ἔμαθε ἀπὸ τὸν δράστη, ὅτι πῆγε καὶ στὸν παπα-Τύχωνα, πῆγε μόνος του στὸν Γέροντα γιὰ νὰ τοῦ πάρη κατάθεση. Στὴν ἐρώτηση ἐὰν ἦλθε κάποιος κακοποιὸς στὸ κελλί του, ἔλαβε θετικὴ ἀπάντηση. Εἶπε τότε στὸν Γέροντα, ὅτι τώρα αὐτὸν τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔχουν στὴν φυλακὴ καὶ πρέπει νὰ πάη μάρτυρας στὸ δικαστήριο στὴν Θεσσαλονίκη. Ἀπότομα τότε λέει ὁ παπα-Τύχων: -Ὄχι, μπρε. Ντὲν ἦρτε κανείς!, χωρὶς βέβαια νὰ μπορῆ νὰ πείση τὸν ἀστυνομικό.
Ἀπὸ τὴν Ἀστυνομία ὅμως, ἔπρεπε νὰ στείλουν τὴν ὑπόθεση τεκμηριωμένη στὴν δικαιοσύνη καὶ ἔτσι ἦλθε κλήση στὸν Γέροντα γιὰ τὸ δικαστήριο τῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ λύπη του τότε ἦταν πολὺ μεγάλη. Δὲν ἤθελε νὰ πάη, ἀλλὰ ἀπὸ φόβο μήπως τὸν διώξουν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀναγκάστηκε νὰ συμμορφωθῆ.
Στὴν Ἀστυνομία τῶν Καρυῶν, προσπάθησε νὰ δικαιολογήση τὸν ληστή, λέγοντας ὅτι ἦταν φτωχὸς ἄνθρωπος καὶ νόμιζε ὅτι ὁ παπα-Τύχων εἶχε λίρες, ἀλλὰ δὲν βρῆκε τίποτε καὶ ὅτι δὲν τὸν ἔβλαψε. Οἱ χωροφύλακες βέβαια δὲν πείθονταν, ἀλλὰ τελικά, ὁ Διοικητὴς τοῦ Τμήματος τῆς Χωροφυλακῆς τὸν λυπήθηκε καὶ τὸν ἄφησε νὰ γυρίση ἀπὸ τὴν Ἱερισσό, στὸ κελλί του. Ὁ Γέροντας, παρὰ τὴν θετικὴ κατάθεσή του, ἔφερε, ἀπὸ τὴν μεγάλη του ἀνεξικακία, βαρέως αὐτὴ τὴν ὑπόθεση σὲ ὅλη του τὴν ζωή.
Μία ἀλλη φορὰ ὅμως παλαιότερα, ἀναγκάστηκε νὰ πάη στὴν Θεσσαλονίκη ὡς μάρτυρας, ἐξ αἰτίας μιᾶς πυρκαϊᾶς ποὺ εἶχε γίνει στὴν Καψάλα. Ξεκίνησε λοιπὸν τότε δύο μῆνες νωρίτερα μὲ τὰ πόδια, ἐπειδὴ δὲν εἶχε χρήματα γιὰ εἰσιτήρια, ξενοδοχεῖα, ἑστιατόρια κ.λ.π. Εὐτυχῶς ὅμως, στὸν δρόμο, ὅταν τὸ ἔμαθαν διάφοροι εὐσεβεῖς χριστιανοί, τοῦ πρότειναν νὰ τὸν φιλοξενήσουν καὶ ἔτσι σιγὰ σιγά, ἔφθασε στὴν Θεσσαλονίκη.

ΙΕ) Τὸ κρέας ποὺ ἦταν μπάμιες.
Ἕνας προϊστάμενος τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων, θέλησε, ἄγνωστο ἀπὸ ποιὰ πρόθεση κινούμενος, νὰ περιπλέξη τὸν παπα-Τύχωνα σὲ κρεωφαγία, ὁ ὁποῖος, ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι Ἁγιορεῖτες, δὲν ἔτρωγε ποτὲ κρέας. Στὰ ἰδιόῤῥυθμα μοναστήρια καὶ σὲ μερικὰ κελλιά, ὑπῆρχαν πατέρες ποὺ δὲν ἦταν τόσο αὐστηροὶ στὸ θέμα τῆς κρεωφαγίας.
Ὁ προϊσταμένος αὐτός, συννενοήθηκε μὲ κάποιον ἄλλο ἀδελφὸ τῆς ἴδιας Μονῆς καὶ κάλεσαν στὸ διαμέρισμά τους τὸν παπα-Τύχωνα σὲ τράπεζα, ὁ ὁποῖος, ὡς πνευματικὸς τῆς Μονῆς, πήγαινε συχνά, κατόπιν προσκλήσεως, καὶ ἐξομολογοῦσε. Στὴν τράπεζα, παρέθεσαν σκοπίμως κρέας (κοτόπουλο ἢ κάτι ἄλλο). Ὁ παπα-Τύχων ἔφαγε κανονικὰ μαζί τους, χωρὶς νὰ ἀσχοληθῆ καθόλου μὲ τὸ εἶδος τοῦ φαγητοῦ του. Ὅταν τελείωσε, ὁ προϊστάμενος λέγει στὸν παπα-Τύχωνα μὲ τρόπο πειρακτικὸ καὶ εἰρωνικό: -Βρὲ ὑποκριτή, κάνεις καὶ τὸν πνευματικὸ καὶ πώς εἶσαι ἀσκητὴς καὶ ἐγκρατής; Τί εἶναι αὐτὰ μὲ σένα; Λὲς καὶ πώς δὲν τρῶς κρέας;
Ὁ παπα-Τύχων μὲ πολλὴ σοβαρότητα καὶ σεβασμὸ λέγει: -Ἐγκώ; Ἔχει νὰ τρώει κρέας ἀπὸ πενήντα χρόνια. –Τώρα τί ἔφαγες;, λέγει ὁ προϊστάμενος. –Μπάμιες, ἀπάντησε ὁ παπα-Τύχων.
Κοιτάζοντας τότε τὸ πιάτο τοῦ παπα-Τύχωνα, διαπίστωσαν κατάπληκτοι ὅτι ἦταν τελείως καθαρό, ἐνῶ στὰ δικά τους πιάτα φαίνονταν ἀκόμη τὰ κόκκαλα ἀπὸ τὸ κρέας ποὺ μόλις εἶχαν φάει.
Ἀπὸ τότε, οἱ δύο μοναχοί, ὄχι μόνο δὲν πείραξαν ποτὲ τὸν παπα-Τύχωνα, ἀλλὰ τόσο συγκλονίστηκαν ἀπὸ τὸ περιστατικὸ αὐτό, ποὺ δὲν ἔφαγαν ξανὰ κρέας στὴν ζωή τους, διατηρώντας βαθύτατο σεβασμὸ πρὸς τὸν ἐρημίτη γέροντα.

ΙΣΤ) Οἱ ἐπιστολὲς ποὺ πήγαιναν ἀσφαλῶς στὸν παραλήπτη.
Ὅταν ὁ π. Παΐσιος εἶχε χειρουργηθῆ σὲ νοσοκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ παπα-Τύχων τοῦ ἔστειλε γράμμα ποὺ ἔγραφε:
Παιντί μου, π. Παΐσιε. Μὴ ξεχνᾶς ὅτι εἶσαι καλόγκερος καὶ ντὲν πρέπει ξεχνᾶς κανόνα κάτε μέρα.
Ὁ π. Παΐσιος ἦταν κλινήρης μὲ μία μπουκάλα ὀρὸ καὶ μία αἷμα.
Νὰ σημειωθῆ ὅτι τὸ γράμμα ἔφθασε στὰ χέρια τοῦ π. Παϊσίου, παρόλο ποὺ στὸν φάκελλο ἔγραφε σὰν σύσταση:
Πρὸς π. Παΐσιο, Νοσοκομεῖο Θεσσαλονίκης.
Αὐτό, ὅπως εἶναι φυσικό, προκάλεσε τὰ μειδιάματα τῶν ταχυδρομικῶν, ὅπως καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση, ὅταν ὁ παπα-Τύχων ἔστειλε μέσῳ τοῦ π. Παϊσίου ἕνα φάκελλο ποὺ ἔγραφε:
Ἀρχιμαντρίτο Προκόπη
Πειραιά, κοντεύει Ἀθήνα.
-Τί γράφεις Γέροντα;, εἶπε ὁ π. Παΐσιος γελώντας.
-Καλὰ παιντί μου. Ἐσὺ πάει ταχυδρομεῖο καὶ στείλει Παναγία.

ΙΖ) Ἕνα κήρυγμα τριακόσιες μετάνοιες!
Ὁ κ. Θωμᾶς Κ., σήμερα ἱερομόναχος στὸ Ἅγιον Ὄρος, μὲ ὁμάδα κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ἐπισκέφθηκε τὸν παπα-Τύχωνα τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 1967. Τότε ἦταν λαϊκὸς καὶ ὡς θεολόγος καθηγητής, κήρυττε στὸν κόσμο. Γι’ αὐτὸ τὸν ῥώτησε ἐὰν πρέπει νὰ κάνει κηρύγματα. Ὁ Γέροντας τὸν ῥωτᾶ: -Πόσο χρόνο ἔχει;, ἐννοώντας τὴν ἡλικία του. Ὁ κ. Θωμᾶς τοῦ ἀπαντᾶ: -Τριάντα τέσσερα. Καὶ ὁ παπα-Τύχων λέγει μὲ τὸν χαριτωμένο τρόπο του: -Πρέπει παιντί μου, κάτε μέρα κάνει τριακόσια μετάνοια. Ὁ ἄλλος λαϊκός, κ. Β. Τ., μόλις ἄκουσε τὸν μεγάλο γι’ αὐτὸν ἀριθμὸ μετανοιῶν, γέλασε ἀπὸ ἀπέναντί του. Καὶ ὁ Γέροντας, μὲ γλυκὸ μειδίαμα, τοῦ λέγει: -Ἐσὺ κάτε βράδυ, πεντακόσια μετάνοια καὶ μόνο ντύο ὥρα ὕπνο! Στὸν κ. Θωμᾶ εἶπε ἀκόμη:
-Διάβασε παιντί μου, πρῶτα βιβλίο Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο, Κρυσόστομο· ντύο ὥρα μελέτη, ντύο ὥρα προσευχὴ κάτε ἡμέρα καὶ μετὰ ὅ,τι ἔχει καρντία ντώσει ἄνθρωπο ψύχα.
Δηλαδή, ἀφοῦ μελετήση καλὰ τὰ ἔργα τῶν πατέρων καὶ προσευχηθῆ πολύ, τὸ κήρυγμά του θὰ εἶναι προσφορὰ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας του.
Ὅπως καθόταν στὸ πρόχειρο ὑπαίθριο πέτρινο ἀρχονταρίκι τοῦ παπα-Τύχωνα πίσω ἀπὸ τὸ κελλί, ὁ κ. Θωμᾶς ἔβλεπε ἀπέναντι τὸν τάφο ποὺ ἀπὸ χρόνια εἶχε ἀνοίξει ὁ παπα-Τύχων καὶ πρόσεξε τὴν ἐπιγραφὴ στὸν ξύλινο σταυρό, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἔγραφε: ἐτῶν 8... Γεμᾶτος ἀπορία γιὰ τὸ ὀγδόντα τὸν ῥωτᾶ: -Γιατί, Γέροντα, ὀγδόντα; Ἂν πᾶς ἐνενήντα; Ἀλλὰ ὁ παπα-Τύχων, κουνώντας κατηγορηματικὰ τὸ δάκτυλό του, ἀπάντησε: -Ὄχι! Παπα-Τύχων ντὲν πάει ἐνενήντα! Προγνώριζε, δηλαδή, τὴν κοίμησή του, ἡ ὁποία συνέβη ἕναν χρόνο μετὰ τὴν ἐπίσκεψή τους, ὅταν ὁ παπα-Τύχων ἦταν 84 ἐτῶν.
Φεύγοντας, οἱ ἐπισκέπτες ζήτησαν νὰ τὸν φωτογραφίσου. Ὁ παπα-Τύχων τοὺς λέει: -Περιμένει βάλει σχῆμα. Ἀφοῦ μπῆκε μέσα καὶ φόρεσε τὸ σχῆμά του, ἅπλωσε καὶ τὴν μακριὰ γενειάδα του, ποὺ τὴν ἔδενε κόμπο καὶ τὴν ἔβαζε μέσα στὸ ζωστικὸ καὶ στάθηκε νὰ τὸν φωτογραφίσουν.

ΙΗ) Οἱ μετάνοιες πάνω στὰ χιόνια καὶ ἡ εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὁ γερο-Τρύφων, ποὺ ἔζησε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς του στὸ χιλιανδαρινὸ Κελλὶ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὶς Καρυές, γνωστὸ ὡς Πατερίτσα, ἐπισκέφθηκε κάποτε τὸν παπα-Τύχωνα στὸ κελλί του στὴν Καλιάγρα. Ἦταν χειμώνας καὶ ἤθελε νὰ τὸν συμβουλευθῆ γιὰ κάποιο πνευματικὸ ζήτημα. Ὅταν πλησίασε στὸ κελλί, βρῆκε τὸν παπα-Τύχωνα ἔξω πάνω στὰ χιόνια, ντυμένο πολὺ ἐλαφρὰ μέσα στὸ τσουχτερὸ χειμωνιάτικο κρύο, νὰ κάνη μετάνοιες. Μόλις ὁ π. Τρύφων τὸν εἶδε νὰ ταλαιπωρῆται ἀπὸ τὸ πολὺ κρύο καὶ νὰ πέφτη μέσα στὰ χιόνια, τὸν λυπήθηκε ἐπειδὴ ἦταν ἤδη καὶ σε μεγάλη ἡλικία, καὶ τοῦ λέει: -Γέροντα, δὲν κρυώνεις; Καὶ τότε ὁ παπα-Τύχων, μὲ παιδικὴ ἁπλότητα καὶ δείχνοντάς του τὸ κομποσχοίνι ποὺ κρατοῦσε, τοῦ ἀπαντᾶ: -Γκόσποντι Ἰησοῦ Χριστέ, παμίλουϊ νάς! Δηλαδή, λέγοντας τὴν εὐχή, δὲν αἰσθανόταν καθόλου τὸ κρύο, ἀλλὰ ἀντίθετα ζεσταινόταν καρδιακὰ καὶ σωματικά. Τὸ περιστατικὸ αὐτό, προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση στὸν π. Τρύφωνα καὶ τὸ ἔλεγε μὲ θαυμασμὸ σὲ ὅλη του τὴν ζωή.
Ἀφοῦ μπῆκαν στὸ κελλὶ καὶ μίλησαν, ὁ παπα-Τύχων εἶπε στὸν π. Τρύφωνα ὅτι ὅταν θὰ φθάση ἐνενηντατριῶν χρονῶν θὰ κοιμηθῆ. Ἡ πρόῤῥηση αὐτὴ δὲν ἱκανοποίησε τὸν π. Τρύφωνα, γιατὶ δὲν πίστευε ὅτι ἔτσι θὰ γινόταν καὶ ὅτι θὰ ζοῦσε τόσα πολλὰ χρόια.
Ὅμως, ἡ ῥήση τοῦ παπα-Τύχωνα τὸν συνόδευε πάντοτε. Μάλιστα, ὅταν πέρασε τὴν ἡλικία τῶν ἐνενήντα δύο ἐτῶν καὶ εἶχε μπῆ στὰ ἐνενήντα τρία, ὁ γερο-Τρύφων, ἐπειδὴ φοβόταν μήπως ἐπαληθευτῆ ἡ προφητεία, ἔλεγε πάντα σὲ ὅσους τὸν ῥωτοῦσαν ὅτι εἶναι ἐνενήντα δύο ἐτῶν! Αὐτό, προκαλοῦσε τὴν ἀπορία τοῦ ὑποτακτικοῦ του, ποὺ ἀστειευόμενος ἔλεγε: -Γέροντα, ἀνέβα λίγο πιὸ πάνω! Πραγματικά, ἡ προφητεία ἐπαληθεύθηκε τὸ ἔτος 2002, ὅταν ὁ γερο-Τρύφων ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ σὲ ἡλικία ἐνενήντα τριῶν ἐτῶν.




ΙΘ) Οἱ τελευταῖες μέρες καὶ ἡ ὁσιακὴ κοίμησή του.
Εἶχε ἀποκτήσει ἀρκετὰ πνευματικὰ καὶ καλὰ τέκνα ποὺ τὰ συμβούλευε μὲ ἀγάπη. Ξεχώριζαν γείτονές του ἱερομόναχοι καὶ μοναχοί.
Τὶς τελευταῖές του ἡμέρες, συγκεκριμένα τρεῖς ἡμέρες πρὸ τοῦ τέλους του, τὸν ἄφησαν οἱ δυνάμεις του. Ἐμεῖς πηγαίναμα καὶ τὸν βλέπαμε μὲ τὴν σειρά, ὁ π. Βασίλειος, ὁ π. Γρηγόριος, ὁ π. Ἀθανάσιος, ὁ π. Παῦλος, καὶ ὁ π. Παΐσιος φυσικὰ δὲν τὸν ἄφηνε.
Τὴν προτελευταία ἡμέρα τοῦ συνέβη τὸ ἑξῆς: Καθὼς εἴπαμε, κάθε ἡμέρα ἔβαζε στὸ ἅγιο ποτήριο τὸν ἅγιο ἄρτο μαζὶ μὲ νᾶμα καὶ κοινωνοῦσε ὡς ἱερεύς. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη δὲν μπόρεσε νὰ καταλύση ἀπ’ τὴν μεγάλη του ἀδυναμία. Ὅταν ἔφθασα, μοῦ εἶπε νὰ καταλύσω, μὰ εἶχα φάει καὶ δὲν μποροῦσα. Ἀργότερα, ἦλθε ἄλλος ἱερεὺς καὶ κατέλυσε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸν φόβισε καὶ ἤθελε νὰ διακόψη τὴν θεία κοινωνία, γιατὶ εἶχε καὶ τάση πρὸς ἔμετο. Σκέφτηκα μήπως εἶναι κάποια παγίδα τοῦ σατανᾶ στημένη, νὰ φύγη ἀπὸ τὴν ζωὴ δίχως νὰ ἔχη στὸ στόμα του τὸν Χριστό, καθὼς ἔλεγε. Τὸν παρακάλεσα νὰ τὸν κοινωνήσω ἐγώ· δέχθηκε καὶ χάρηκε πολύ.
Τὸ ἄλλο πρωΐ πηγαίνω καὶ βλέπω καὶ τὸν π. Παΐσιο πολὺ ἄῤῥωστο. Τοὺς χαιρέτησα καὶ ἑτοίμασα τὰ τῆς θείας κοινωνίας. Καθὼς ἦταν ξαπλωμένος στὸ ξύλινο κρεββάτι του, τὴν ὥρα ποὺ τὸν κοινωνοῦσα, τὸν βλέπω, ὡς τρεῖς πιθαμὲς νὰ εἶναι πάνω ἀπὸ τὸ κρεββάτι του, σὰν ἄγγελος νὰ δοξάζη τὸν Θεὸ καὶ νὰ μ’ εὐχαριστῆ. Τὸ ἴδιο βράδυ, παρέδωσε τὸ πνεῦμᾶ του.
Λυπήθηκα πολὺ ποὺ δὲν ἤμουν κοντά του ν’ ἀκούσω τὶς τελευταῖές του λέξεις. Ἦταν ὅμως ἐκεῖ ὁ π. Παΐσιος καὶ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας πὼς συντροφιὰ μὲ τὸν Ἅγιο Σέργιο, ποὺ τοῦ εἶχε ἰδιαίτερη εὐλάβεια.
Τὴν νύχτα ὅλη ἤμουν σὲ λύπη ποὺ πλέον δὲν θὰ τὸν ἔβλεπα ζωντανό. Στὴν πρωϊνὴ λειτουργία τὸν μνημόνευσα μὲ τοὺς κοιμηθέντες. Ξημέρωσε καὶ εἶχε σηκωθεῖ μεγάλη βροχὴ καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ πάω. Μετὰ τὴν λειτουργία ὅμως σταμάτησε καὶ λογιζόμουν πῶς θὰ τὸν βάζαμε στὸν τάφο ποὺ εἶχε ἀνοίξει μόνος του ἀπὸ χρόνια μὲ σταυρὸ ποὺ ἔγραφε: Τύχων Ἱερομόναχος. Ἐτῶν 8... Δόξα Θεῷ.
Ὅταν συγκεντρωθήκαμε, ὅλα του τὰ πνευματικὰ τέκνα, διαβάσαμε τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία. Ὁ τάφος του ἦταν στεγνός. Ἡ γῆ εἶχε ἐλαφρύνει. Τὸ χῶμα, ἐνῶ ἦταν σκαμμένο ἀπὸ χρόνια, ἔπεφτε πάνω του σὰν μπαμπάκι.
Τὸν χαιρετήσαμε παίρνοντας τὴν εὐχή του καὶ ἀναχωρήσαμε. Ζήτησα ὡς εὐλογία τὸ πετραχήλι του καὶ τὸν σταυρὸ ποὺ μ’ εὐλογοῦσε.
Ἡ ἐπιθυμία του ἦταν νὰ τοῦ κάνω σαρανταλείτουργο μετὰ τὴν κοίμησή του. Αὐτὸς θὰ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ καὶ γιὰ μένα. Καὶ θὰ ἐρχόταν νὰ μ’ ἐπισκεφθῆ, ἂν θὰ εὕρισκε ἔλεος ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! Στὴν τελευταία λειτουργία μου μ’ ἐπισκέφθηκε. Ἦλθε, ψάλλοντας τὸν ἀναστάσιμο κανόνα καὶ μοῦ λέει: -Εἶμαι καλά. Εὐχαριστῶ. Μόλις συνῆλθα, θυμήθηκα τὴν ὑπόσχεση ποὺ μοῦ εἶχε δώσει. Τὸν εὐχαρίστησα καὶ δόξασα τὸν Θεό.
Μετὰ τὴν κοίμησή του ἡ ἀρετή του ἔγινε πιὸ γνωστή. Στὴν Ῥωσσία τοῦ ἔκαναν μνημόσυνα σὲ πολλὲς ἐκλησίες. Ὁ Ῥῶσσος μητροπολίτης Νικόδημος, ἐξέδωσε ἐγκύκλιο ζητώντας νὰ γίνουν μνημόσυνα σ’ ὅλες τὶς ἐκκλησίες τῆς ἐπαρχίες. Ὅταν ὁ μητροπολίτης αὐτὸς ἐπισκέφθηκε τὸν Γέροντα, τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ διαβάση συγχωρητικὴ εὐχή, γιατὶ ἦταν ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς πατρίδος του, ποὺ τὸν ἐπισκεπτόταν. Τότε, ὁ μητροπολίτης, πολὺ τὸν εὐλαβήθηκε καὶ ἔπεσε στὰ πόδια του νὰ τοῦ τὰ φιλήση.
Πολλοὶ ποὺ τὸν γνώριζαν ἢ εἶχαν ἀκούσει γιὰ αὐτὸν ἔτρεξαν νὰ πάρουν κάτι ὡς εὐλογία, ἔστω λίγο χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο του. Ἀκόμη καὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν κόσμο ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ προσκύνημά τους στὸ Ἅγιον Ὄρος, φέρνοντας λίγα λουλούδια σὰν φυλαχτὸ ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ παπα-Τύχωνα.
Ὅταν ἡγούμενος τῶν Μετεώρων τὸν ἐπισκέφθηκε, πολὺ τὸν ἀγάπησε. Καὶ ὅταν πῆγα νὰ τὸν λειτουργήσω μοῦ ἔδωσε τὰ ὀνόματά του, λέγοντάς μου: -Καλὸς ἄντρωπος, ἅγιος, χρυσίος. Νὰ τὸν μνημονεύης. Σήμερα, βρίσκεται στὸν Ἅγιον Ὄρος.
Καὶ ἕναν ἀρχιμανδρίτη ὅταν τοῦ τὸν πῆγα στὸ κελλί του καὶ τοῦ εἶπα πὼς προορίζεται γιὰ δεσπότης, μοῦ λέει: Νὰ γίνη ὅπως Θεὸς τέλει. Σήμερα εἶναι ἐπίσκοπος καὶ δὲν λησμονεῖ τὴν συνάντησή του ἐκείνη μὲ τὸν ἅγιο Γέροντα.
Μερικὰ χρόνια μετὰ τὴν ὁσία κοίμησή του, στὸ Βισμπάντεν τῆς Γερμανίας, ὁ π. Γεώργιος ποὺ σπούδασε στὴν Ἀθωνιάδα Σχολὴ καὶ εἶχε γνωρίσει ἀπὸ κοντὰ τὸν παπα-Τύχωνα, ἔκτισε ἀπὸ ἀγάπη σ’ αὐτὸν καὶ εἰς ἀνάμνησιν τοῦ κελλίου του μία ἐκκλησία στὸ Ῥοῦσες χάϊμ (περιοχὴ τοῦ Βισμπάντεν), πρὸς τιμὴν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Αὐτοὶ καὶ πολλοὶ ἄλλοι φυλάγουν φωτογραφίες του καὶ τὶς καλύτερες ἀναμνήσεις. Λίγα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ θυμόμουν, ξαναπροσπάθησα νὰ σημειώσω ἐδῶ, γιὰ ὅλους ὅσους τὸν ἀγάπησαν καὶ θέλουν νὰ τὸν θυμοῦνται καὶ ὅσους θέλουν νὰ τὸν γνωρίσουν.
Ἰδιαίτερος ἦταν ὁ σύνδεσμός του πρὸς τὸν μακαριστὸ π. Παΐσιο, ὁ ὁποῖος μεγάλωσε ἀπὸ τὸ ἑξῆς περιστατικό:
Ὅτα κάποτε, ὁ π. Παΐσιος, ἐπέστρεψε κατόπιν σοβαρῆς ἐγχειρίσεως στὴν Θεσσαλονίκη, πῆγε στὸν πνευματικό του παπα-Τύχωνα, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε ἐντολή: -Παΐσιε, πάρι τσεκούρι, κόψει ξύλα. Καὶ ὁ γλυκὺς π. Παΐσιος πῆρε τὸν μπαλτᾶ, ποὺ εἶχε νὰ τροχισθῆ ἀπὸ τὸ 1917 καὶ ἄρχισε νὰ κόβει ξερὰ κλωνάρια ἐλιᾶς ποὺ ἦταν ἀπὸ καιρὸ πεταμένα στὸ περιβόλι τοῦ παπα-Τύχωνα, προσπαθώντας μέσα στὸν ἥλιο καταϊδρωμένος. Ὅμως, ὑπακοή! Ὁ παπα-Τύχων παρακολουθοῦσε σκεπτικός. Σὲ λίγο, μὲ πολλὴ ἀγάπη πλησιάζει τὸ π. Παΐσιο καὶ τοῦ λέει: -Παιντί μου, Παΐσιε, ἀφοῦ εἶσαι ἄῤῥωστο, γιατὶ ντὲν σταματᾶς ἐργκασία; Ἄστο, ἔλα ἐντῶ! Τὸν σταμάτησε, κάθισαν μαζὶ καὶ γιὰ πολλὴ ὥρα συζητοῦσαν. Μεταξὺ τῶν πολλῶν, ὁ παπα-Τύχων τοῦ εἶπε, ὅτι ὅταν ὁ ἴδιος πεθάνη, νὰ πάη νὰ μείνη στὸ κελλί του καὶ ἀφοῦ κοιμηθῆ, θὰ τὸν ἐπισκέπτεται μία φορὰ τὸν χρόνο.

Κ) Τὸ δαιμόνιο φοβᾶται τὸ πετραχήλι του.
Σὲ μία ὁμιλία τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας, Γέροντος Αἰμιλιανοῦ, τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τοῦ 1987, στὸν Ἅγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, εἶχε συμβεῖ τὸ ἑξῆς περιστατικό: Ἦταν μία γυναίκα δαιμονισμένη, καὶ στὸ τέλος τῆς ὁμιλίας τοῦ Γέροντα ἄκουσα νὰ βγάζη δαιμονικὲς κραυγὲς καὶ νὰ σπαρταρᾶ ἀπὸ τὸ δαιμόνιο. Ποτέ μου δὲν εἶχα δεῖ τέτοιο φαινόμενο. Κάθησα ἀπέναντι καὶ συλλογιζόμενος παρακολουθοῦσα πῶς τὸ δαιμόνιο ταλαιπωρεῖ τοὺς ἀνθρώπους. Ἦταν καὶ ἄλλοι πολλοί, καθὼς καὶ ὁ πρωτοσύγκελος τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος μὲ πολὺ πόνο πρὸς τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ πρόσφερε τὶς ταπεινὲς εὐχές του, ὅπως ὁ παντοδύναμος Θεὸς λυπηθῆ τὸ πλάσμα του καὶ δείξη τὸ ἔλεός του καὶ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν μάστιγα τοῦ δαίμονος. Ὅταν ἦλθε ἡ δική μου σειρά, τὴν πλησίασα καὶ τὴν σταύρωσα μὲ τὸν Τίμιο Σταυρό, παρακινώντας την νὰ κάνη τὸν σταυρό της, μὰ ἦταν ἀδύνατον, ἀλλὰ οὔτε μποροῦσε νὰ πῆ πὼς ὁ σταυρὸς εἶχε τίμιο ξύλο. Ἔλεγε, πὼς ἂν τὸ ὁμολογοῦσε, θὰ τὴν πνίξη τὸ δαιμόνιο. Ἐγὼ εἶχα καταλάβει, πὼς τὸ δαιμόνιο εἶχε πιαστεὶ στὰ δίχτυα, δὲν ἔπαψα ὅμως νὰ ἐπικαλοῦμαι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιὰ μία στιγμὴ εἶχα κουραστεῖ καὶ εἶχε περάσει καὶ ἡ ὥρα. Ἦταν πλέον πέραν τῆς δωδεκάτης νυκτός. Ἡ ἐκκλησία ἔπρεπε νὰ εἶχε κλείσει. Τὸ προηγούμενο βράδυ εἶχα δεῖ τὸν παπα-Τύχωνα τὸν πνευματικό μου, ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις τὸν βλέπω, ἄλλοτε νὰ μὲ συμβουλεύη καὶ ἄλλοτε νὰ μὲ παρηγορῆ, ὅπως ὅταν ἦταν στὴν ζωὴ καὶ αἰσθανόμουνα ἀνάπαυση καὶ ἀγαλλίαση, θωρώντας τὴν ἀγγελική του μορφή. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔρχεται ξανὰ στὸν νοῦ μου καὶ λέγω στὴν δαιμονισμένη: -Θὰ πάω στὸ σπίτι μου καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ σὲ πολεμήσω, καὶ ξέρεις μὲ ποιόν. –Ναί, μὲ τὸ πανὶ τοῦ παπα-Τύχωνα, δηλαδὴ μὲ τὸ πετραχήλι του! Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώση καὶ το δαιμόνιο τὴν ἔριξε κάτω, μπροστὰ στὴν λάρνακα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Τότε τῆς λέγω, νὰ πῆ τὸ δαιμόνιο πὼς εἶναι βδέλυγμα. Τὸ ἐπαναλάμβανα πολλὲς φορές, καὶ μόλις ἔβγαλε τὴν λέξη βδέλυγμα τὴν ἄφησε ἐλεύθερη. Ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν ταραγμένη καὶ ἀφρισμένη ἔγινε ἤρεμη καὶ σώφρων. Εὐχαρίστησε τὸν Ἅγιο Δημήτριο καὶ ἀπὸ ἐμᾶς ζήτησε νὰ τὴν μνημονεύουμε καὶ μαζὶ μὲ τὸ σύζυγό της πῆγε στὸ σπίτι της.

ΚΑ) Ἀποσπάσματα ἐπιστολῶν τοῦ παπα-Τύχωνα.
Οἱ παρακάτω ἐπιστολὲς τοῦ παπα-Τύχωνα καθρεφτίζουν τὴν ὡραιότητα τῆς χαριτωμένης καρδιᾶς του, ποὺ μόνο νὰ εὐχαριστῆ καὶ νὰ μνημονεύη γνώριζε, μὲ τὴ ἁπλότητα, καλωσύνη καὶ χάρη του.
Πρόκειται γιὰ γραφὲς τοῦ παπα-Τύχωνα πρὸς τὸν π. Ἀθανάσιο καὶ φυλάγονταν ἀπὸ τὸν π. Ἀγαθάγγελο, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ σύνδεσμος τῶν δύο γερόντων, ὡς νεώτερος καὶ ταχυδρόμος.
Ὁ π. Ἀθανάσιος ὁ Ἰβηρίτης (1885-1973) ἦταν ἄνθρωπος μεγάλης σοφίας καὶ ἀρετῆς. Μία βεβαιότητα εἶχε· ὅτι τὰ ἔργα του τὸν ὁδηγοῦν στὴν κόλαση. Μία ἐλπίδα· τὸν Κύριο καὶ τὴν Θεοτόκο. Ἔγραφε: Ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴ Μαρίαν, τὰ δύο αὐτὰ πάντερπνα καὶ γλυκύτατα ὀνόματα, ἰδοὺ ὁ Παράδεισος. Ἡ Μαρία συνεφιλίωσε τὴν γῆν μὲ τὸν Οὐρανόν. Ὦ εὐσπλαγχνικὴ Δέσποινα, εὐδόκησον λοιπὸν νὰ μοῦ χαρίσῃς ἕνα Σου καὶ μόνο δάκρυ ἀπὸ τὰ χυθέντα εἰς τὸν Γολγοθᾶ διὰ τὸ γλυκύ Σου Ἔαρ.
Οἱ γραφὲς αὐτὲς τοῦ παπα-Τύχωνα ἐπιβεβαιώνουν τὰ ὅσα παραπάνω γράφτηκαν. Ὁ παπα-Τύχων ὑπῆρξε μέγας ἀσκητής, ἀκτήμων, ταπεινός, ἁπλός. Ἄνθρωπος προσευχῆς, δακρύων, ἔχοντας διαρκῆ τὴν μνήμην τοῦ θάνατου.

IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Εὐλόγησον!
Πρωτύτερα, ὁ π. Ἀγαθάγγελος ἔφερε στὸν δικό μου σπίτι ἕναν νέο ἄνθρωπο, τελώνη. Αὐτὸς μένει στὸν δικό σας ἀρσανᾶ. Λοιπόν, ἂν ὁ π. Ἀγαθάγγελος δὲν ἔχει καιρό, μπορεῖς νὰ πῆς στὸν τελώνη. Πιστεύω αὐτὸς μετὰ χαρᾶς θὰ κάμη ὑπακοή. Νὰ τοῦ δώσης πρόσφορα, νάμα... Αὐτὸς νὰ τὰ φέρη στὸ δικό μου σπίτι. Ἐγὼ εἶμαι πνευματικός του. Νὰ γράψης ὀνόματα τοῦ πατέρα, τῆς μητέρας καὶ ὅλων τῶν συγγενῶν σου καὶ ἐγὼ θὰ μνημονεύω. Βοηθῆστέ με γιατὶ δὲν ἕχω παραγιό.

Ὁ ἁμαρτωλὸς Τύχων Καλιάγρα.

Νὰ ἔχουμε ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Γλυκὸς ὁ παράδεισος ἀλλὰ θέλει κόπο.

IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Χριστὸς Ἀνέστη!
Αὐτὸς ὁ π. Μελέτιος ἔχει ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἀλλὰ δὲν ἔχει ἕνα εὐαγγέλιο. Παρακαλῶ νὰ βοηθήσης. Τοῦ εἶπα θὰ σοῦ δώση ὁ παπα-Ἀθανάσιος.

ἁμαρτωλὸς Τύχων
Καλιάγρα








IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Εὐλόγησον!
Εὐχαριστῶ. Ἔλαβα χαλβὰ καὶ ἐπιστολή. Ὁ δικός σου χαλβὰς φωνάζει· Μνήσθητι Κύριε π. Ἀθανασίου.
Ἐσὺ ἔχεις πολὺ φόβο Κολάσεως. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχης στὴν καρδιά σου Ἰησοῦ Χριστό. Ὕστερα ὁ φόβος θὰ φεύγη. Γιατὶ ὅπου εἶναι Χριστὸς πάντοτε χαρά. Ὁ Χριστὸς εἶναι γλυκύς.

Τύχων ἁμαρτωλός
Καλιάγρα

IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Εὐλογεῖτε!
Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία νὰ μᾶς εὐλογήση.
Στενοχωρέθηκα λίγο γιατὶ γιὰ τὸ ἅγιο Πάσχα δὲν ἔχω ἄσπρα ἱερά.
Λοιπὸν ἂν ἐσεῖς μὲ οἰκονομήσετε θὰ χαρῶ πολύ. Θὰ μοῦ ζεστάνετε τὴν καρδιὰ καὶ θὰ σᾶς μνημονεύω.

ἁμαρτωλὸς Τύχων
Καλιάγρα

IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Εὐλόγησον!
Παρακαλῶ πάτερ μου νὰ μὲ οἰκονομήσης παπαδικὰ ἱερὰ ἄσπρα γιὰ τὸ ἅγιο Πάσχα. Νὰ γράψης ὅλους τοὺς δικούς σου συγγενεῖς νὰ τοὺς μνημονεύω.
Πανὶ ἁπλό, ἀλλὰ ἄσπρο.
Θὰ γίνω ὅλος χαρά!
Παρακαλῶ.
Εὐλόγησον.

Ὁ ἁμαρτωλὸς Τύχων πνευματικός.
Καλιάγρα


IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Εὐλογεῖτε!
Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία νὰ μᾶς εὐλογήση.
Εὐχαριστῶ πολὺ πάτερ μου. Τὰ ἱερὰ ὡραῖα. Ἔλαβα τὰ καινούργια. Τώρα θὰ σᾶς μνημονεύω. Μοῦ ζεστάνατε τὴν καρδιά. Ἐγώ, ἕνας ἀνάξιος γιὰ τέτοια ἱερά; Ἀλλὰ πιστεύω ὅτι μοῦ τὰ ἔδωσε ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἡ καρδιὰ λέει· Μνήσθητι Κύριε πατέρας καὶ ἀδελφοὺς μονῆς Ἰβήρων. Ὅλα καλὰ μόνο τὴν ζώνη λησμόνησαν νὰ βάλουν. Παρακαλῶ στείλετε μὲ π. Ἀγαθάγγελο.
Εὐλόγησον.

Ὁ ἁμαρτωλὸς Τύχων
Καλιάγρα

IC XC
NI KA
Ἀγαπητέ μου
παπᾶ μου εὐλόγησον!
Σοῦ ἔγραψα ὁ δικός σου σταυρὸς πὼς χάθηκε;
Λοιπὸν στενοχωρέθηκα καὶ εἶπα· ἂν ὁ Θεὸς μὲ βοηθήση νὰ φτίαξω ἕνα μεγάλο σταυρό.
Λοιπόν, τώρα θέλω τὸν δικό μου σταυρὸ νὰ βάλετε στὸν τόπο ἐκεῖνο ποὺ ἦταν πρὶν ὁ μεγάλος σταυρός.
Καθαρίστε τὸν τόπο. Πάρτε 3-4 στασίδια ποὺ δὲν χρειάζεται ὁ τόπος ἐκεῖνος. Τὰ στασίδια ἔξω. Νὰ βάλετε τὸν Γολγοθᾶ.
Ἂν θὰ κάμετε ὑπακοή, θὰ γεμίσω χαρά.
Ἂν δὲν γίνεται, νὰ τὸν πάρω πίσω νὰ τὸν στείλω στὸ μοναστήρι τοῦ Ἐσφιγμένου. Ὁ πάτερ ἡγούμενος Ἀθανάσιος μετὰ χαρᾶς θὰ πάρη τὸν δικό μου σταυρό...

Εὐλόγησον.
Ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ ἀνάξιος
π. Τύχων
Καλιάγρα


IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Εὐλογεῖτε!
Μὴ μόνο ἐμεῖς φοβόμαστε τὴν Κόλαση;
Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶχαν φόβο. Γι’ αὐτὸ κοπίαζαν. Ἄλλοι ἀπὸ 1000 μετάνοιες ἔβαζαν, ἄλλοι χόρτα ἔτρωγαν, ἄλλοι στυλῖτες, ἄλλοι σπηλιῶτες, ἄλλοι ἀπὸ 40 ἡμέρες νήστευαν. Ὅλοι, ὅλοι ἀπὸ τὸν φόβον.
Τώρα ἐμεῖς, ὅπως μποροῦμε. Ἡμέρα καὶ νύκτα νὰ κάνουμε εὐχὴ καλὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Χρειάζονται καὶ δάκρυα. Ἐλεήμων ὁ Χριστός. Θὰ ἐλεήση.
Ἐμεῖς τώρα σὰν ἀδέλφια θὰ μνημονεύουμε ἀλλήλους πάντοτε.
Εῖμαι τώρα ἀδύναμος, ἀλλὰ δόξα σοι ὁ Θεός!
Εὐλόγησον.
Ὁ ἁμαρτωλὸς Τύχων
Καλιάγρα

IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Νὰ μὴ φοβᾶσαι. Ὁ Χριστὸς Ἐλεήμων.
Σὲ μνημονεύω.
Τύχων

IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Ὁ Θεὸς γνωρίζει ἂν ἐγὼ θὰ πεθάνω πρίν.
Παρακαλῶ νὰ ἔρθης νὰ βάλης τὸ σῶμά μου στὸν τάφο. Νὰ πάρης καὶ τὸν παπα-Μάξιμο καὶ τὸν παπα-Μεθόδιο.
Παρακαλῶ μετὰ δακρύων.
Ἔτσι θὰ γνωρίζω πόσο ἐσὺ μὲ ἀγαπᾶς.
Κάνε ἀγάπη πατέρα μου.
Τύχων

IC XC
NI KA
Σεβαστὲ π. Ἀθανάσιε.
Εὐλογεῖτε!
Αὐτὴ εἶναι ἡ Δόξα στὸν Ἅγιο Γολγοθᾶ!
Παρακαλῶ νὰ καθαρίσετε τὰ γράμματα καλά. Καὶ νὰ φτιάξετε δύο χαρτιά. Ἕνα  νὰ καρφώσετε στὸν Γολγοθᾶ νὰ διαβάζουν οἱ Πατέρες κι ἕνα νὰ στείλετε στὸ δικό μου σπίτι παρακαλῶ.
ἁμαρτωλὸς Τύχων.






IC XC
NI KA
Ἅγιε Γολογθᾶ, θεῖε Γολγοθᾶ!

Παρακαλῶ πές μου πόσες χιλιάδες, ἑκατομμύρια, ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους καθάρισες καὶ ἔστειλες καὶ γιόμισες τὸν γλυκὸ Παράδεισο.
Ἁμαρτωλοὶ ἐλᾶτε ἐδῶ. Μὴν ἀργῆτε. Ὁ ἅγιος Γολογθᾶς ἀνοικτός. Ἡ σταύρωση. Ὁ Χριστὸς Ἐλεήμων. Μᾶς περιμένει νὰ τοῦ λούσουμε τὰ πόδια.
Μακάριοι ἐμεῖς, ἂν μᾶς ἀξιώση ὁ Χριστός, μὲ ταπείνωση, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ θερμὴ καρδιά, μὲ καυτὰ δάκρυα νὰ πλύνουμε τὰ ἅγια πόδια τοῦ Χριστοῦ καί, ἂν θελήσουμε, πολλὲς φορές. Ὕστερα ὁ Χριστὸς θὰ πλύνη τὶς ἁμαρτίες μας καὶ θὰ γίνη καθαρὴ ἡ ψυχή μας καὶ θ’ ἀνοίξη τὸν γλυκό του Παράδεισο. Καὶ ἐμεῖς μετὰ χαρᾶς θὰ πᾶμε στὸν γλυκὸ Παράδεισο, γιατὶ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία καὶ οἱ Ἅγιοι Πάντες μᾶς περιμένουν. Καὶ μαζὶ μὲ Ἀρχαγγέλους καὶ Ἀγγέλους, Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ θὰ δοξολογοῦμε τὴν ἁγία Τριάδα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώμων. Ἀμήν.

ἁμαρτωλὸς Τύχων
Κλειδὶ τοῦ Παραδείσου τὰ καυτὰ δάκρυα




Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

ΠΑΠΑ ΤΥΧΩΝ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ ΒΙΟΣ 2ος ΥΠΟ ΦΙΛΟΑΘΩΝΙΤΟΥ Χ. (Νικολάου Τσελέντη μητροπολίτου Χαλκίδος)

Ο ΠΑΠΑ-ΤΥΧΩΝ
Ἕνα λουλούδι ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας
Священник Тихон Афон
(Φιλοαθωνίτου Χ., ἔκδοσις Ἱ. Μ. Ὁσ. Δαβὶδ Εὐβοίας, 1972, βλέπε: http://athoslibrary.blogspot.gr)
  

Α) Ο ΠΑΠΑ-ΤΥΧΩΝ
Ἀξίζει νὰ κάνει κανεὶς ἕστω καὶ ἕνα ὁλιγοήμερο ταξίδι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας καθηλώνει τὸν προσκυνητή. Ἡ φυσική του ὁμορφιά, οἱ θησαυροί του, μὰ κυρίως οἱ κρυμμένοι μαργαρῖτές του, οἱ ψυχές, ἀφήνουν ἀνεξίτηλα σημάδια στὸν ὁδοιπόρο τοῦ Ἄθωνος
Ἐκεῖ ἠμπορεῖ νὰ ψάξῃ κανεὶς καὶ νὰ βρῇ μερικοὺς ἀετοὺς κρυμμένους στὴν φωλιά τους. Ἡ καρδία τους «κῆπος κεκλεισμένος λίθοις τιμίοις». Δὲν ὁμιλοῦν πολύ. Ὅσοι ὅμως εἶναι κουρασμένοι ἀπὸ τὴν ἀλμύρα τοῦ κόσμου ἀκαταστασίᾳ, καὶ μὲ τὶς πέντε κουβέντες ποὺ ἀκοῦνε, αἰσθάνονται κάτι ποὺ δὲν τολμᾷ κανεὶς νὰ τὸ ἐκφράσῃ. Εἰς αὐτοὺς ποὺ ζοῦν ἀκόμη καὶ οἱ ὁποῖοι «ὥσπερ λαμπτῆρές εἰσιν ἀφ’ ὑψηλοῦ τοῖς πόῤῥωθεν ἐπιβαίνουσιν φαίνοντες, ἐπὶ λιμένας καθήμενοι καὶ πρὸς γαλήνην τὴν αὐτῶν ἅπαντας ἕλκοντας, οὐκ ἑῶντες γενέσθαι ναυάγια τοῖς αὐτοὺς ὁρῶσιν, οὐκ ἑῶντες ἐν σκότῳ διάγειν τοὺς ἐκεῖ βλέποντας» (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), δὲν θὰ ἔλεγε ὁ σύγχρονος ἐπισκέπτης τίποτε γιὰ νὰ μὴν προσκρούσῃ στὴν ταπεινοφροσύνην τους. Πρέπει ὅμως νὰ λεχθῇ πολὺ ἁπλᾶ, ὅπως μοῦ τὴν εἶπαν, ἡ ζωὴ ἑνὸς πνευματικοῦ ἀστέρος τοῦ Ἄθωνος, τοῦ παπα-Τύχωνα. Πιστεύομε πὼς θὰ οἰκοδομήσῃ τὶς σύγχρονες ψυχές.

Β) ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ
Ὁ Τιμόθεος Γολεγκώφ, ἔτσι ἦτο τὸ πρῶτο ὄνομα τοῦ παπα-Τύχωνα, ἐγεννήθη στὴν Ἁγία Ῥωσσία τὸ 1884, στὸ χωριὸ Νόβια Μιχαήλοσκα. Οἱ γονεῖς του, Παῦλος καὶ Ἑλένη, ἀναθρεμμένοι στὴν βόρεια ἐκείνη ἐπαρχία μὲ τὰ γνήσια νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐφύτεψαν στὸ παιδί τους ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ δεκαοχτώ του χρόνια, ὁ νεαρὸς Ῥῶσσος, ἠσθάνθη μέσα του τὴν μοναχικὴ κλῆσι. Ἐπίστεψε βαθειὰ ὅτι «καύχημα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μοναχικὴ πολιτεία» (Ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος) καὶ ὅτι: «φῶς μὲν μοναχοῖς, ἄγγελοι· φῶς δὲ πάντων ἀνθρώπων, μοναχικὴ πολιτεία» (Ὅσιος Ἰωάννης Κλίμακος).
Ἔτσι, ἐπῆρε τὸν δρόμο ποὺ φέρνει στὰ Μοναστήρια. Ἐγύρισε πάρα πολλὰ στὴν πατρίδα του (σὲ διακόσια τὰ ἀνέβαζε), ἔπειτα ἔφθασε μέχρι τὸ Σινὰ καὶ τὴν Παλαιστίνη. Ἔζησε ἀρκετὸ διάστημα στὶς περιοχὲς αὐτές, μὰ τὸν ἐτραβοῦσε τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθῇ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή, ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν παρθενικὴ ζωὴ καὶ οἱ σκληρὲς μάχες ποὺ ἔδινε ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ὅταν τοῦ ἔστηνε παγῖδες. Διηγεῖτο ὁ ἴδιος στὰ βαθειά του γεράματα, κάποιο ἐπεισόδιο ποὺ συνέβη στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὁ σατανᾶς ἤθελε νὰ χαλάσῃ τὰ ἅγια σχέδιά του καὶ ἀφοῦ δὲν κατάφερε μόνος του νὰ κάνῃ τίποτε, ἐζήτησε τὴν συμμαχίαν διεστραμμένων γυναικῶν. Ἐπαρουσιάσθησαν τότε κάτι ῥώσιδες καὶ τοῦ εἶπαν: -Ἀφοῦ θὰ πᾶς στὸ Ἅγιο Ὄρος, θέλουμε νὰ σοῦ δώσουμε κάτι ὀνόματα νὰ μᾶς μνημονεύῃς· μπορεῖτε νὰ περάσετε ἀπὸ τὸ σπίτι μας; Ἄκακο ἀρνίο ὁ νεαρὸς Ῥώσσος καθὼς ἦτο, δὲν ἐπονηρεύθη τίποτε. Ἐπέρασε καὶ εὑρέθη ἐμπρὸς σὲ σχεδιασμένη πλεκτάνη. Καὶ σὰν ἄλλος Ἰωσὴφ Πάγκαλος, διεφύλαξε τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμά του καθαρὰ ἀπὸ κάθε μολυσμὸ «μὴ ποιήσας τὸ πονηρὸν ἔναντι τοῦ Κυρίου». Ἔτσι κατέληξε στὸν Ἄθωνα.
Ἑξῆντα ὁλόκληρα χρόνια ἀσκήτεψε στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. –Εὐχαριστῶ τοὺς Ἕλληνας γιὰ τὴν φιλοξενία, ἔλεγε ὁ Γέροντας στὰ ὑστερνά του.
Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν Παναγία μας, ἦτο τεραστία. Ἀπέδιδε στὴν προστασία της πολλὰ δῶρα τῆς ζωῆς του. Δὲ ἠμποροῦσε δὲ νὰ λησμονήσῃ μιὰ τιμητικὴ θεία ἀποκάλυψη, ποὺ τοῦ εἶχε κάνει ἡ Θεοτόκος στὰ δεκαεννέα του χρόνια. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔγινε ἀφορμὴ νὰ τὸ μάθουμε, ὅταν ἕνας νεαρὸς καλόγηρος, τοῦ ἔδειχνε ἕνα βιβλίο ποὺ μέσα εἶχε ὅλες τὶς ἅγιες εἰκόνες τῆς Θεοτόκου ποὺ τιμᾷ ὁ Ῥωσικὸς λαός. Στάθηκε ὁ Γέρων συγκινημένος στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Κρεμλίνου. Ἐζήτησαν ἐξηγήσεις οἱ λίγοι μαθηταί του καὶ τότε ὁ παπα-Τύχων, μὲ σπασμένα ἑλληνικά, τοὺς εἶπε:
-Ἐγὼ ἤμουνα ἔξω φοῦρνο καὶ ἔβλεπα ψωμὶ ἄσπρο ἀπὸ βιτρίνα. Ἐγὼ ὅμως λεπτὰ δὲν εἶχα ἀγοράσει ψωμὶ ἄσπρο. Ἔτρωγα μόνο μαῦρο. Φτωχὸ παιδὶ Τιμόθεος. Τότε βγαίνει ἐμπρός μου βασίλισσα Κυρία καὶ δίνει ἐμὲ ψωμὶ ἄσπρο. Τὰ ἔχασα. Χάνω Κυρία. Μπαίνω μέσα φοῦρνο καὶ λέω ψωμά: ποῦ Κυρία βασίλισσα, ποὺ ἔδωσε ἐμένα ψωμὶ ἄσπρο; Φύγε, δὲν ξέρω ἐγὼ ἐδῶ Κυρία βασίλισσα, μοῦ λέει... Νὰ αὐτὴ ἐδῶ ἦταν. Ἡ Παναγία Κρεμλίνου.
Καὶ ἔκλεισε μὲ δάκρυα ἡ ἱστορία αὐτή. Ἔτσι ὁ νεαρὸς Τιμόθεος, εἶχε τὴν ἰδιαιτέρα εὔνοια τοῦ Θεοῦ νὰ δεχθῇ τὴν ἐπίσκεψη Ἐκείνης ποὺ ἐγέννησε τὸν θεῖον Στάχυν καὶ νὰ πάρῃ ἀπὸ τὰ χέρια της τὸ ψωμὶ ποὺ ἔτρεφε τὴν σάρκα, ἀφοῦ τὸν ζῶντα Ἄρτον τὸν ἐλάμβανε τακτικὰ μὲ ἱερὴ κατάνυξη.

Γ) ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ
Σὲ μία δασωμένη περιοχὴ τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἶναι ἡ ἔρημος τῆς Καψάλας. Τὸ ὄνομά της μαρτυρεῖ μιὰ παλιὰ πυρκαγιά, ποὺ κατέστρεψε τὸ παλιὸ καὶ μεγάλο δάσος. Σήμερα ὅμως καὶ πάλι ἡ περιοχὴ ἔχει πολλὰ δένδρα. Συνορεύει μὲ τὰ Μοναστήρια τοῦ Σταυρονικήτα καὶ Ἰβήρων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, μὲ τὴν περιοχὴ τῶν Καρυῶν, ποὺ εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιοχῆς. Τὸ Αἰγαῖον Πέλαγος ἐκτείνεται πρὸς ἀνατολὰς καὶ σὲ κάνει νὰ θυμηθῇς τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, ὁ δὲ Ἄθωνας, καθὼς ὑψώνεται μεγαλοπρεπὴς πρὸς τὸν νότο, σοῦ φέρνει στὸν νοῦ «τὴν τῆς προσευχῆς ἀκροτάτη κατάστασιν» (Ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητῆς). Σὲ αὐτὸ τὸ μέγος, λίγο λοξὰ ἀπὸ τὸν μεγάλο δρόμο ποὺ ἑνώνει τὸ Μοναστήρι τοῦ Σταυρονικήτα καὶ τὶς Καρυές, ἔζησε καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ, ὁ παπα-Τύχων.
Ἀφοῦ περάσει ὁ ὁδοιπόρος δύο μικρὲς βουνοπλαγιές, θὰ βρεθῇ ἐμπρὸς σὲ ἕνα σπιτάκι μὲ λίγα μέτρα χῶμα τριγύρω. Ἐπηδήσαμε τὸν φράχτη καὶ ἐκατηφορήσαμε στὸ μικρὸ μονοπάτι. Μᾶς ὑπεδέχθη μὲ πολλὴ καλοσύνη, ὁ ὑποτακτικὸς τοῦ παπα-Τύχωνα, ὁ Γέρων Παΐσιος. Ἐδῶ, δὲν μπορεῖς παρὰ νὰ σκεφθῇς τὰ λόγια τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου «διέλετε δέ μου τὰ ἐνδύματα· καὶ Ἀθανασίῳ μὲν τῷ ἐπισκόπῳ δότε τὴν μίαν μηλωτὴν καὶ ὃ ὑπεστρωννυόμην ἱμάτιον, ὅπερ αὐτός μεν μοὶ καινὸν δέδωκε, παρ’ ἐμοὶ δὲ πεπαλαίωται καὶ Σεραπίωνι δὲ τῷ ἐπισκόπῳ δότε τὴν ἑτέραν μηλωτήν· καὶ ὑμεῖς ἔχετε τὸ τρίχινον ἔνδυμα». Ἡ ἁγία φτώχεια βασιλεύει ἐδῶ!  Ὁ π. Τύχων ἦτο χωρὶς ἀργύριον καὶ χρυσίον ὅπως οἱ προκάτοχοί του «μὴ εἰδότες ποτὲ τοιαῦτα». Ἐγνώριζε ὅτι «μοναχὸς πολυκτήμων, πλοῖον πεφορτισμένον, εὐχερῶς ἐν ζάλῃ καταδυόμενον». Ἔτσι, ἀνεδείχθη «ἀετὸς ὑψιπέτης, κοῦφος δρομεὺς ταχέως φθάνων ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως» (Ὅσιος Νεῖλος ὁ ἀσκητής).
Οἱ λιγοστὲς σανίδες ποὺ ἐχρησίμευαν γιὰ κρεβάτι καὶ κάθισμα, τὰ τριμμένα στρωσίδια ποὺ σκεπάζουν ἀκόμη τὰ δύο σκαμνάκια μαζὶ μὲ τὰ μετρημένα μαγερικὰ σκεύη, ἀποτελοῦσαν τὰ πλούτη του. Τὰ ῥάσα του χιλιομπαλωμένα, ὅπως δείχνει κάποια φωτογραφία καὶ ὁ καλογερικός του σκοῦφος ἦτον καὶ αὐτὸς τριμμένος. Πῶς νὰ ἔχῃ πράγματα καὶ χρήματα, ἀφοῦ «τοῦτο παντελῶς ἀπηγόρευται παρὰ τοῖς θείοις πατράσι καὶ τῷ μεγάλῳ Βασιλείῳ», σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Μιὰ φωλιὰ μέσα στὸ δάσος τὸ ἐρημητήριο τοῦ παπα-Τύχωνα. Ὁ μεσημεριάτικος ἥλιος, καθὼς πέφτει ἐπάνω στὸν τσίγκο τῆς στέγης, ἀλλοιώνει τὴν ὄψη τοῦ κελλιοῦ. Ἀκτινοβολεῖ ὁλόκληρο, ὅπως ἀκτινοβολούσε ἡ φτωχὴ καὶ ταπεινὴ καρδιὰ τοῦ παπα-Τύχωνα ποὺ εἶχε μέσα της τὸν Κύριο. Καὶ ὅποιος ἔχει τέτοιο θησαυρό, εἶναι ποτὲ πτωχός; «Εἴπατέ μοι ὦ μάταιοι, εἰ ἐπίστασθε τοῦτο. Τίς τὸν Χριστὸν κτησάμενος, ἑτέρου πλέον χρήζει; Τίνος ἄρα τῶν ἀγαθῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος;» (Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)
Ἐσκύψαμε καὶ ἐπεράσαμε τὴν μικρὴ πορτούλα. Ἕνας διάδρομος τριῶν μέτρων περίπου, μᾶς ὡδήγησε στὸ μικρὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου ὁ Ἅγιος ἐκεῖνος Γέρων συνομιλοῦσε μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ.


Δ) Ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ
Ὁ ὑποτακτικὸς τοῦ Γέροντος, ὁ π. Παΐσιος, μᾶς διηγήθηκε τὸ ἑξῆς:
Ὁ παπα- Τύχωνας, ὅταν λειτουργοῦσε, δὲν ἤθελε ἄλλον μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι.. Ἄφηνε τὸν ὑποτακτικό του στὸν διάδρομο πολλὲς φορές. Ἡ θεία Λειτουργία γιὰ τὸν Γέροντα ἦταν ἕνα ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ. Σᾶν τὸν Παῦλο ἡρπάζετο καὶ σὰν τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα συναναστρέφετο τοὺς Ἀγγέλους τοῦ Κυρίου. Ὅταν ἔμπαινε στὴν θεία Ἀναφορὰ καὶ ἄρχιζε νὰ διαβάζῃ τὴν εὐχή: Μετὰ τούτων καὶ ἡμεῖς τῶν μακαρίων Δυνάμεων, Δέσποτα Φιλάνθρωπε, βοῶμεν καὶ λέγομεν· Ἅγιος, Ἅγιος..., ὁ παπα- Τύχων ἔβλεπε τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ. Τὸ περιεχόμενον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, πλῆρες δόξης, ἀρχίζει ἀπὸ ἐδῶ κάτω, ὅπως ξέρουμε. Ὁ παπα-Τύχων «ἀντεγωνίζετο μὲ τὰς οὐρανίας δυνάμεις εἰς τὸ ἀκατάπαυστον ἆσμα», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν θεία καὶ οὐρανία ἀτμόσφαιρα ἐπερνοῦσε καμία ὥρα περίπου, ὁπότε συνήρχετο ἀπὸ τὸ ὅραμα, ἔβλεπε τὰ κεριὰ ἀναμμένα ἐμπρός τους, τὸ ἅγιο ἀντιμήνσιο ἁπλωμένο στὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ ἔσπευδε νὰ τελειώσῃ τὴν Θεία Λειτουργία. Χαρακτηριστικὰ ἔλεγε ὁ Γέροντας: -Ἐγὼ λειτουργήσει, Ἀρχάγγελος ἐδῶ, Σεραφεὶμ ἐκεῖ, φύλακα Ἄγγελος πιὸ ἐκεῖ. Πώ, πώ, πω, παπα-Τύχωνας λειτουργεῖ!  Ὄχι παραγυιό, γρήγορα-γρήγορα χερουβικὰ τελειώσει. Νοῦς πάει Ἁγία Τριάδα
Ἐδῶ ἔχουμε τὸν μεθυσμένο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸν ἱερουργὸν ποὺ μεθίσταται σὲ ἄλλους κόσμους καὶ ἠμπορεῖ νὰ λέγει ὅτι τὸν σηκώνει ὁ Δεσπότης Χριστὸς καὶ τὸν ἐξάγει «τοῦ τε χώρου τοῦ τε ζόφου καὶ εἰσάγει εἰς ἄλλον, εἴτε κόσμον ἢ ἀέρα.. καὶ πρὸς φῶς εἰσάγει» (Ὅσιος Συμεὼν Νέος θεολόγος)
Πόση ἀνάγκη ἔχει ὁ σύγχρονος κληρικὸς ἀπὸ κάτι τέτοια οὐράνια μαθήματα. Νά!, ἐδῶ ἔχομε ἕνα πρότυπον ἱερατικὸν φροντιστήριον. Ζοῦσε ὁ παπα-Τύχων μὲ τὴν Θεία Λειτουργία. Τόσον τὴν ἀγαποῦσε, ὥστε ὄνειρό του ἦτο νὰ κάνῃ μία λειτουργία στὸν Παράδεισο. Ἔτσι, ἔλεγε συχνά: -Ἐὰν ὁ Θεὸς ἐλεήσει, ἐγὼ λειτουργήσει ἐπάνω. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του εἶχε τόση βεβαιότητα γιὰ αὐτό, ὥστε τὴν ὑποθετικὴ πρόταση τὴν μετέτρεψε σὲ ὁριστικὴ καὶ ἔλεγε: -Θὰ ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ ἐγὼ λειτουργήσει ἐπάνω, σὺ (ὑποτακτικέ μου) λειτουργήσει ἐδῶ. Καὶ μὲ μία παιδικὴ καρδιὰ ποὺ ζοῦσε ἀπὸ τώρα τὴν αἰωνιότητα, προσέθετε: -Χριστὸς ἐκεῖ λειτουργήσει πρῶτος, δεύτερος Γρηγόριος, τρίτος Χρυσόστομος, τέταρτος ἐγὼ λειτουργήσει.
Παρακαλοῦσε στὸ τέλος του τὸν ὑποτακτικό του νὰ μείνῃ στὸ φτωχὸ κελλί του, στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τὸν ἐβεβαίωνε δὲ ὅτι θὰ ἔρχεται μία φορὰ τὸν χρόνο νὰ λειτουργῇ καὶ αὐτὸς στὸ ἴδιο θυσιαστήριο: -Ἐγὼ θὰ ἔρχομαι μία φορὰ τὸν χρόνο λειτουργήσει ἐδῶ. Σὺ κάνει ὑπακοὴ μένει ἐδῶ. Ὁ παπα-Τύχων ἦτον ὁ ἄνθρωπος τοῦ «Ἅγιος, Ἅγιος». Ἔμβλημά του «ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω». Ἔτσι ἐξηγεῖται ὅτι ὅσες φορὲς τοῦ χτυποῦσε κανεὶς τὴν πόρτα, ὁποιαδήποτε ὥρα τοῦ 24ώρου ἀμέσως ἀπαντοῦσε, χωρὶς χρονοτριβή: -Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν. Ὁ παπα-Τύχων ἦταν πάντα ξύπνιος καὶ ὅταν κοιμόταν, λαγοκοιμόταν ποὺ λέει ὁ λαός. Ἡ δεομένη τῶν κατακομβῶν εἰκονίζει τὴν μόνην καὶ ἀληθινὴν στάσιν τῆς ψυχῆς τοῦ Γέροντος. Καὶ ὅταν τὸ σῶμά του ἐκάθευδε, ἡ καρδία του ἀγρυπνοῦσε. Αὐτὸν δὲν τὸν εὕρισκε ὁ ἐχθρὸς νὰ κάνῃ ποτὲ κάτι ἔξω ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμά του.
Δὲν ἔκανε προσευχὴ μόνο μὲ τὸ μεγάλο του κομποσχοίνι ποὺ σήμερα κρέμεται ἐπάνω στὸν σταυρὸ τοῦ μνήματός του, ἦταν ὁ ἴδιος μιὰ ἐνσαρκωμένη προσευχή!
Καὶ τὸ χαμόγελο τοῦ παπα-Τύχωνα ἦταν καὶ αὐτὸ μιὰ προσευχή, ἕνα τραγοῦδι λατρείας. Ὅταν τοῦ ἔλεγαν: -Παπα-Τύχωνα, ἔχεις ὥραια γενειάδα, καὶ εἶχε μιὰ πλούσια κάτασπρη γενειάδα, ποὺ σὰν καταῤῥάκτης ξεχυνόταν πρὸς τὰ κάτω, ὁ Γέροντας μὲ χαμόγελο ἔλεγε: -Ὁ Κύριος ἔδωκε.
Ἡ πιὸ συχνὴ καὶ μεγάλη μαρτυρία τῆς πίστεως τοῦ Γέροντος, ἦτο ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ: -Δόξα Σοι ὁ Θεός, δόξα Σοι ὁ Θεός, κάθε τόσο ἔλεγε μὲ τὴν βαρειὰ φωνή του. Καὶ πρόσθετε: -Πάντα λέει δόξα Σοι ὁ Θεός· ὄχι μόνο στὰ καλά, αὐτὸ κόσμος λέει, ὄχι μοναχός. Καὶ στὰ κακά: Δόξα Σοι ὁ Θεός. Λέει αὐτὸ καὶ Ἅγιος Γιάννης Χρυσόστομος. Πώ, πώ, πώ, μεγάλος Ἅγιος!

Ε) Ο ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Ἐδίδασκε ὁ παπα-Τύχων μὲ τὴν ἁγιασμένην ζωήν του. Ἡ ἁπλότητά του καὶ ἡ βαθειά του ταπεινοφροσύνη μιλοῦσαν τόσο φανερά. Μιλοῦσε καὶ δίδασκε καὶ μὲ κλειστὸ τὸ στόμα, ὅταν ὅμως ἄρχιζε νὰ διδάσκῃ, νὰ λέῃ τὶς συμβουλές του ὁ Γέροντας καθισμένος στὴν ῥίζα τῆς μικρῆς ἐλιᾶς, δίπλα στὸν τάφο του ἢ στὴν σκληρὴ σανίδα τοῦ κρεββατιοῦ του, τότε ἡ ψυχὴ τοῦ μαθητοῦ ἐγοητεύετο. Τὸ πρῶτο ποὺ σοῦ ἐδίδασκε ἦτο ὅτι πάντα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ξεκινᾷς. Ἔτσι, μόλις ἔφθανες στὸ κελλί του, σὲ ὁδηγοῦσε στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἐκεῖ ἔψαλλε τό: Ἄξιόν Ἐστιν, καὶ τό: Σῶσον Κύριε τὸν λαόν Σου. Σὲ ἔβαζε νὰ κάνῃς τρεῖς μετάνοιες στὸ μεγάλο Σταυρὸ ποὺ εἶχε σὲ κεντρικὴ θέση ἐκεῖ μέσα καὶ προσέθετε: -Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλεήσεις τὸν δοῦλόν Σου. Ἀκολουθοῦσε τὸ κέρασμα καὶ μὲ πολὺ ἁπλότητα ἤρχοντο οἱ συμβουλὲς ὅταν τὸν ἐρωτοῦσες. Ἔδιδε πολὺ βαρύτητα στὴν ταπεινοφροσύνην. Αὐτὸς ποὺ εἶχε «ὑψηλὸν βίον» (Ἅγιος Νεῖλος), εἶχε ταπεινὸν φρόνημα καὶ αὐτὸ ἐπιθυμοῦσε νὰ μεταδώσῃ. Σὰν «ἐραστής» ἐδίωκε τὴν ὑψοποιὸ ταπείνωση, γιατὶ ἐγνώριζε ὅτι αὐτὴ «στολὴ θεότητός ἐστιν» (Ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
Ἔλεγε λοιπὸν ἁπλᾶ ὁ παπα-Τύχωνας: -Κάθε πρωΐ, ὁ Θεὸς εὐλογεῖ ὅλο κόσμο μὲ ἕνα χέρι. Βλέπει ταπεινό! Εὐλογεῖ μὲ δύο χέρια. Πά, πά, πά. Ταπεινὸ ἄνθρωπο, ἀξίζει πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλο κόσμο! Καὶ διὰ νὰ δείξῃ πὼς ἡ παρθενία μόνη δὲ σώζει χωρὶς τὴν πλουτοποιὸ ταπείνωση καὶ πὼς ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὴν σύναξη τῶν ταπεινῶν, σὰν τὴν σύναξη τῶν Σεραφείμ (Ὅσιος Ἰσαάκ), ἔλεγε: -Γιόμισε κόλασις παρθένοι ὑπερήφανοι, ὅταν ἐγὼ παρθένο μόνο, πάει κόλαση. Ἄλλο λέει, ἐγὼ παρθένος. Μὰ κόλαση γεμάτη παρθένος ποὺ ἐγὼ ἔχουν. Ἄμα ἐγὼ ταπεινὸς καὶ λέω: ἐλέησόν με ὁ Θεός, τότε Κύριος πιάνει με ἀπὸ χέρι καὶ λέει Κύριος: Ἔλα παιδί μου, ἐδῶ μέσα παράδεισο.
Κάποτε, μία ὁμάδα νεαρῶν δοκίμων μοναχῶν εἶχαν πάει στὸ καλύβι τοῦ Γέροντα. Ἔρχεται ὁ παπα-Τύχων καὶ τοὺς λέει: -Ἅγια Πνεύματα (δὲν μποροῦσε νὰ εἰπῇ Ἅγιο Πνεῦμα), εἴπε μοι καλοὶ ἄνθρωποι αὐτοί, μὰ δὲν ξέρουν ἀλήθεια. Λέω ἐγὼ τώρα: Ἕτοιμοι γίνεσθε. Καὶ ἔκανε μία ἀνάπτυξη τοῦ χωρίου τόσο ὑπέροχη, ποὺ ἐδάκρυσαν τὰ καλογεροπαίδια
Διηγοῦνται, πὼς ὅταν τὸν ἐπεσκέφθη ὁ Ῥώσσος ἐπίσκοπος τοῦ Λένινγκραντ Νικόδημος καὶ ἐζήτησε νὰ τοῦ διαβάσῃ μία εὐχή, ὁ παπα-Τύχων ἐταράχθηκε, ἐδυσκολεύτηκε, μὰ στὸ τέλος ὑπήκουσε. Μετὰ ἔλεγε: -Μητροπολίτης ἐμένα νομίζει Ἅγιο. Νομίζει, νομίζει ὅμως..., καὶ ἄφηνε νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι τίποτε ἀπὸ αὐτό. Πολὺ ἀγάπη ἔτρεφε ἡ ἁγία αὐτὴ ψυχὴ στὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἂν ἡ γλῶσσά του ἐδυσκολεύετο νὰ τὸ προφέρῃ, ἡ καρδία του πάντα γιὰ τὸν Παράκλητο μιλοῦσε: -Ἅγια Πνεύματα (Ἅγιο Πνεῦμα) βοηθῆστέ με, ἔλεγε κάθε τόσο. Καὶ ἐπεξηγοῦσε: -Λέω γιατὶ αὐτὸ νοικοκύρη. Χριστὸς ἄφησε αὐτὸ νοικοκύρη. Γιὰ αὐτὸ λέει παπᾶς ὅταν λειτουργήσει: Βασιλεῦ οὐράνιε παράκλητε... Μὲ τὴν προσευχὴ ἔρχεται μέσα στὴν καρδιὰ Χριστός, καὶ ὅπου Χριστὸς ὅλη Ἁγία Τριάδα παιδί μου. Πώ, πώ, πώ, ὅπου Χριστός, ἐκεῖ Πατέρας καὶ Ἅγιο Πνεῦμα.
 Ἐπέμενε πολὺ στὸ θέμα τῆς μελέτης. Στοὺς πιὸ μορφωμένους συνιστοῦσε Βασίλειο, Γρηγόριο, Χρυσόστομο, Συμεὼν Νέο Θεολόγο καὶ Ἅγιο Κύριλλο: -Ὅταν διαβάσει νοῦς καθαρίσει. Γιὰ τὴν ἐργασία ἔλεγε τὰ ἑξῆς: -Ὄχι πολλὴ δουλειὰ οἱ μοναχοί. Κοσμικοὶ αὐτό. Φαραώ, πολλὴ δουλειὰ ἔλεγε Ἑβραίους, νὰ ξεχνᾶτε Θεό. Σὺ μοναχός, δουλειὰ μιὰ ὥρα στοπ. Εὐλογητὸς ὁ Θεός!  Κύριε ἐλέησον! Προσευχὴ κάνει. Μετὰ δουλειά. Σὲ μία ὥρα πάλι: Εὐλογητὸς ὁ Θεός!  Ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ὑπακοῆς, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔλεγε συχνά, χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: -Ἐρημίτης δὲν πάει πολὺ γιατρό. Πάει ὅμως. Ὑπακοὴ κάνει γιατρό.
Τὸν συνέπαιρνε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: -Ἀγάπη αἰώνια... πώ, πώ, πώ, αἰώνια ἀγάπη, ἔλεγε ὁ Γέροντας συγκινημένος, ἐνῶ δάκρυα ἔτρεχαν στὶς ξηραμένες ἀπὸ τὴν ἄσκηση παρειές του.

ΣΤ) ΜΙΑ ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ
Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἕνα κομμάτι στὸν κόσμο, αὐτὸ ποὺ θυμίζει Ἐδέμ, εἶναι τὰ παιδιά. Οἱ γεμᾶτες ἐμπιστοσύνη καὶ ἀφέλεια κινήσεις τους, ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ διαφάνειά τους, μᾶς θυμίζουν παραδεισένια αὔρα καὶ κόσμο ἀγγελικό. Μὰ γιατὶ ὁ Κύριος εἶπε πῶς καὶ οἱ μεγάλοι πρέπει νὰ γίνουν σὰν τὰ παιδιά. Γιατὶ μόνο σὲ αὐτὰ καὶ σὲ ὅσους μοιάζουν μὲ παιδιὰ στὴν καρδιά, ἀνήκει ἡ Βασιλεία Του. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατόν, παρὰ καὶ ὁ παπα-Τύχω νὰ ἀγωνισθῇ νὰ γίνῃ ὡς τὰ παιδία. Πολλὰ εἶναι τὰ περιστατικὰ ποὺ δείχνουν αὐτὴν τὴν ἀλήθεια.
Μία φορά, ἐπῆγαν στὸ κελλί του μερικοὶ μοναχοὶ γιὰ νὰ τὸν ἰδοῦν. Ὁ Γέροντας, χαρούμενος τοὺς δέχτηκε καὶ ἀφοῦ ἔγινε τὸ συνηθισμένο τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πρῶτα προσεκύνησαν στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν σχετικὴ ψαλμωδία, ὕστερα, ἠθέλησε νὰ τοὺς φιλέψῃ κάτι. Δὲν εἶχε ποτηράκια, οὔτε καὶ ποτῆρι. Εἶχε ὅμως ἕνα καθαρὸ τενεκεδάκι. Ἔβαλε λοιπὸν μέσα λίγο ποτὸ καὶ ὑψώνοντας τὸ τενεκεδάκι μὲ τὸ χέρι του, τοὺς λέει: -Εὐλογεῖτε. Μετὰ τὸ συνηθισμένο αὐτὸ ἁγιορείτικο χαιρετισμό, προσθέτει: -Ὲγὼ πρῶτος πίνει, σὺ ὕστερα καὶ ἄλλος ὕστερα. Ἔτσι, τὸ τενεκεδάκι ἐπέρασε ἀπὸ χέρι σὲ χέρι καὶ ἀπὸ στόμα σὲ στόμα
Ἐντύπωση προκαλοῦσε στοὺς ἐπισκέπτας ἡ ὅλη ἐμφάνιση τοῦ ἐρημίτου τῆς Καψάλας. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν μαζί τους καὶ φωτογραφικὲς μηχανές. Ἐπόμενο ἦτο νὰ θέλουν μία τέτοια μορφή, σκαμμένη ἀπὸ τὴν χρόνια ἄσκηση, νὰ τὴν ἀποθανατήσουν. Ὁ παπα-Τύχων δὲν ἠρνεῖτο. Δὲν ἤθελε νὰ τοὺς πικράνῃ. Μόνο τοὺς καθυστεροῦσε λίγο: -Κάτσε, περίμενε, ἔλεγε καὶ ἐπήγαινε μέσα στὸ κελλί. Ἔβαζε τὸ μεγάλο καὶ ἀγγελικὸ σχῆμα, μετὰ κατέβαζε τὰ μάτια του καὶ ἐπερίμενε σὰν παιδί, κρατώντας στὰ χέρια τὸ σημάδι τῆς ἐσταυρωμένης ἀγάπης, τὸν Τίμιο Σταυρό. Ἡ ἄσπρη γενειάδα, ποὺ τὶς ἄλλες ὥρες ἦταν δεμένη κόμπο καὶ ἔμπαινε μέσα στὸν κόρφο του, ἐκείνη τὴν στιγμὴ ξεχυνόταν πρὸς τὰ κάτω, ἀδοῦ καὶ αὐτὴν ὁ Θεὸς ἔδωσε, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια του.


Ζ) ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΟΥ
Ὅσοι μὲ τοὺς πολλοὺς κόπους καὶ τοὺς σκληροῦς ἀγῶνες, αὐξάνονται πνευματικὰ καὶ προκόπτουν ψυχικά, αὐτοὶ ἀξιώνονται μεγάλης τιμῆς καὶ χαρισμάτων. Καὶ ὁ μακάριος παπα-Τύχων, ἀφοῦ ἀξιώθηκε νὰ γίνῃ τέκνον Θεοῦ καὶ νὰ ἀναγεννηθῇ ἄνωθεν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, καὶ νὰ ἔχῃ τὸν Χριστὸν μέσα στὴν ἁγιασμένη του καρδιά, ἀξιώθηκε καὶ τῆς μεγάλης τιμῆς νὰ σκηνώσῃ ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μέσα στὴν ψυχή του.
«Ἂν καὶ τὰ ἐνεργήματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μεγάλων μέτρων εἰσὶ τῶν ἐγγὺς τῆς τελειότητος ὄντων» κατὰ τὸν Ὅσιον Μακάριον τὸν Αἰγύπτιον, ἐν τούτοις καὶ ὁ ταπεινὸς παπα-Τύχων εἶχε κάτι ἀπὸ αὐτὰ τὰ δῶρα.
Ἔτσι, ὅτα κάποιος νεαρὸς θεολόγος τὸν ἐπεσκέφθη καὶ τοῦ εἶπε ὅτι εἶχε πάει στὸ Ὄρος γιὰ νὰ γίνῃ μοναχὸς καὶ νὰ διακόψει κάθε ἐπαφὴν μὲ τὸν πολυτάραχο κόσμο, ὁ Γέροντας τὸν διεβεβαίωσε ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μείνῃ στὸ Μοναστήρι. Καὶ πράγματι, μέσα σὲ λίγους μῆνες ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἐγύρισε στὴν ὄζουσαν τοῦ κόσμου θάλασσαν.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως, ποὺ ἡ ἡσυχία τῆς ἐρήμου ἐγέννησεν, ὁ παπα-Τύχων εἶχε καὶ τὸ χάρισμα τῆς συναναστροφῆς μὲ τὰ ἀγρίμια. Βεβαίως, στὸ Ὄρος, ἄγρια ζῶα δὲν ὑπάρχουν γιὰ νὰ συναγελάζεται θηρίοις ὁ ἐρημίτης. Εἶχε ὅμως τὰ ἄλλα, τὰ μικρότερα ζῶα τοῦ δρυμοῦ «οἷς ἀεὶ προσετέρπετο» (Ἀββᾶς Παλλάδιος), ὅπως τόσοι ἀββᾶδες τῆς Θηβαΐδος. Μᾶς ἔλεγαν λοιπόν, ὅτι κάποτε, ποὺ εἶδαν ἕνα μικρὸ ποντίκι νὰ τρέχῃ μέσα στὸ ἡσυχαστήριο, τοῦ ἐπρότειναν μερικοὶ μοναχοί, νὰ πάρῃ καμία γάτα. Τότε, ὁ παπα-Τύχων ἀπήντησε: -Ὄχι γάτα. Ἔχω ἐγὼ ἄλλο γάτα, μιάμιση γάτα μεγάλο ἔρχεται. Ἄνθρωπο δὲν φοβᾶται. Τρώει ποντίκια, μετὰ φεύγει, πάει λάκκο μέσα στὸ δάσος. Ἀντελήφθησαν ὅτι κάποιο ἀγρίμι θὰ ἦτο στὴν μέση. Καὶ πράγματι, ὅταν ἐκοιμήθη ὁ ἀσκητής, ὁ ὑποτακτικός του εἶδε μία ἀλεποῦ ποὺ ἦλθε ἀπὸ τὸ δάσος, κατέβηκε τὰ λιγοστὰ σκαλιὰ τοῦ κελλιοῦ, ἔφθασε στὴν πόρτα, μετὰ ἐγύρισε, εἶδε τὸν ὑποτακτικὸ καὶ ἔφυγε κανὰ γιὰ τὸ δάσος.
Μεταξὺ τῶν ἄλλων χαρισμάτων τοῦ Γέροντος, ἦτο ὅτι «πολλοὺς μὲν λυπημένους παρεμυθεῖτο, ἄλλους δὲ μαχομένους διήλαττεν εἰς φιλίαν πᾶσιν ἐπιλέγειν μηδὲν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ προκρίνειν τῆς εἰς Χριστὸν ἀγάπης» (Μέγας Ἀθανάσιος εἰς τὸν βίον τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου).
Ἰδιαιτέρως θέλομεν νὰ ὑπογραμμίσωμε τὸ χάρισμα τῆς μακαρίας καὶ εὐτυχισμένης ἐξόδου του ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ποὺ ἀξιώθηκε ὁ ἐρημίτης.

Η) ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ
Ἡ δύσις τοῦ ἡλίου εἶναι μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες στιγμὲς τῆς ἡμέρας. Τότε, ποὺ ὅπως γράφει ὁ ποιητής: «πίσω ἀπὸ μακρινὲς κορφές, ὁ ἥλιος βασιλεύει, καὶ τ’ οὐρανοῦ τὰ σύννεφα, χίλιες μορφὲς ἀλλάζουν, κόκκινες πράσινες ξανθιές, ὀλόχρυσες γαλάζιες, κι’ ἀνάμεσά τους σκάει λαμπρός, λαμπρὸς ὁ ἀποσπερίτης». Τότε ἡ ψυχή μας ἡρεμεῖ καὶ γαληνεύει. Ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν δύση τῆς ζωῆς τῶν δικαίων. Αὐτοὶ δὲν φοβοῦνται, ἀντιθέτως μάλιστα χαίρουν καὶ περιμένουν τὸ μακάριο τέλος. Σύμφωνα μὲ τὴν σκέψη τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου «τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας αὐτοῦ μαθόντες καὶ ἀποδημίαν τὸ πρᾶγμα (δηλαδὴ τὸν θάνατον) εἶναι νομίζοντες, οὐκ ἂν εἴημεν δίκαιοι τρέμειν, ἀλλὰ καὶ χαίρειν καὶ ἐνθυμεῖσθαι, ὅτι τὸν ἐπίκηρον τοῦτον βίον ἀφέντες, ἐφ’ ἕτερον ἐρχόμεθα ἐμείνῳ πολλῇ καὶ λαμπρότερον καὶ τέλος οὐκ ἔχοντα». Ὁ μακάριος ἄνθρωπος τῆς Καψάλας ἔπαιζε μὲ τὸν θάνατον. Ἄνοιξε, δέκα μέτρα περίπου ἀπὸ τὸ κρεββάτι του, τὸν τάφο του. Τὸν ἄνοιξε ὁ ἴδιος. Τὸν ἔσκαψε μὲ τὰ χέρια του, καὶ καθὼς ἦταν ὁ σωρὸς τὸ χῶμα, στὴν ἄκρη ἐκεῖ εἶχε μπηγμένο τὸ φτυάρι. –Νά, ἔτσι ῥίξει χῶμα, ἔλεγε στὸν μοναχὸ ποὺ τὸν ἐπεσκέπτετο καὶ ἔκανε τὴν σχετικὴ κίνηση, ῥίχνοντας μία φτυαριὰ χῶμα μέσα στὸν τάφο του. Ἐφύτεψε καὶ ἕνα δεντρολίβανο στὴν ἄκρη. Συχνὰ ἔδινε ὁδηγίες γιὰ τὸ τὶ θὰ κάνουν στὴν ἔξοδό του: -Πεθαίνει παπα-Τύχων; Σιωπή! Κάνει κομποσχοίνι. Μετὰ λές: παπα-Τύχων πέθανε. Καὶ ἄλλοτε προσέθετο: -Μὴν ἀνοίξετε. Ἅγιο Ὄρος ἀνοίγει. Καλός, ὄχι καλὸς παπα-Τύχων. Θεός, Δευτέρα Παρουσία πεῖ καλός-ὄχι καλός.
Εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ γράμματα ποὺ θὰ τὰ ἔστελναν μετὰ τὸν θάνατό του σὲ γνωστοὺς καὶ φίλους του. Ἀνάμεσα στοὺς παραλήπτες ἦταν ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἀλέξιος, μητροπολῖται καὶ ἱερομόναχοι γνωστοί του καὶ ἄλλοι. Ἔγραφε λοιπόν:
«Φίλος παπα-Τύχων, ἀπέθανε ἡμέρα.... (ἄφηνε κενόν), παρακαλῶ διάβασε μία εὐχή».
Πολλὲς φορὲς τὸν ἐρωτοῦσαν οἱ νεαροὶ μοναχοὶ τοῦ γειτονικοῦ Μοναστηριοῦ: -Θὰ κόψουμε ἐφέτος παπα-Τύχων ξύλα γιὰ τὸν χειμῶνα; -Θὰ κόψετε ἂν δὲν πεθάνῃ. Ἂν πεθάνῃ, δὲν θὰ κόψετε, ἔλεγε ὁ Γέρων. Κάποτε, ποὺ τοῦ ἔδωσαν ἕνα κλαρὶ βασιλικὸ γιὰ νὰ μυρίσῃ, ἀφοῦ ἀνέπνευσε τὴν εὐωδία του, ἔκανε ποικίλους μορφασμοὺς ποὺ ἔδειχναν τὴν ἱκανοποίησή του ἀπὸ τὸ ἄρωμα καὶ ἀμέσως ἐπρόσθετε: -Καλὸ βασιλικὸ αὐτό, μὰ καλύτερο Παράδεισος.
Στὸ τέλος πιὰ τῆς πορείας του ὁ Κύριος τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τὸν παραλάβῃ. Ἐκάλεσε τότε τὸν ὑποτακτικό του Παΐσιο γιὰ νὰ εἶναι κοντά του. Ὅλον τὸν καιρὸ ἔμενε μόνος του καὶ μόνο σὰν ἐπισκέπται ἤρχοντο οἱ ἄλλοι μοναχοὶ στὸ κελλί του. Ἐκεῖνος τὸν ἐφρόντιζε μὲ πολλὴ στοργὴ καὶ ἀγάπη, σὰν πραγματικό του πατέρα τὸν ἔβλεπε. Τοῦ εἶχε προσφέρει τόσα πολλὰ στὴν πνευματική του ζωή. Ὁ Γέροντας, ἤθελε νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ ἔλεγε μὲ δἀκρυα: -Γλυκὸ Παΐσιο. Μία ἡμέρα, λέει στὸν ὑποτακτικό του: -Παπα-Τύχων, ἂν θέλῃ Θεός, ζήσει μία ἑβδομάδα, δέκα ἡμέρες. Σὲ λίγες ἡμέρες, ὁ ὑποτακτικός του μπαίνῃ μέσα στὸ κελλάκι ποὺ ἦταν ὁ Γέρων καὶ τὸν εἶδε νὰ ψάχνῃ νὰ βρῇ κάποιον. Γύριζε δεξιά, ἀριστερά. Σὲ μία στιγμὴ ἐρωτᾶ: -Ποῦ εἶναι Παναγία, Ἅγιο Σέργιο, Ἅγιο Σεραφείμ; Πιάνει τὸ ῥάσο τοῦ ὑποτακτικοῦ καὶ τοῦ λέει: -Σύ, Ἅγιο Σέργιο; -Ὄχι Γέροντα, ἐγὼ Παΐσιος εἶμαι. Ἡσύχασε γιὰ λίγο ὁ ἀσκητής, μὰ ὁ Παΐσιος τὸν ἐρώτησε: -Γέροντα, τί σοῦ εἶπε ἡ Παναγία; Καὶ ἡ ἀπάντησις ἦταν ἡ ἑξῆς: -Εἶπε παπα-Τύχωνα, περάσει γιορτή της, πάρει! Καὶ πράγματι, ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου, σὲ δύο ἡμέρες, στὶς 10-9-1968, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ ἐφόδιον τῆς ἀθανασίας, μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐξέφρασε τὴν εὐχαρίστησή του μὲ προσευχὴ καὶ μὲ λαμπερὸ πρόσωπο, ἔκανε τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ ἀνεπαύθη. Ἂν ἐζοῦσε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, θὰ ἠμπορούσε νὰ γράψῃ: «ὡς δὲ ἐπλήρωσε τὴν εὐχαριατίαν καὶ ἡ χεὶρ ἐπαχθεῖσα διὰ τῆς σφραγῖδος τῷ προσώπῳ τὸ πέρας τῆς εὐχῆς διεσήμανε, μέγα τι καὶ βύθιον ἀναπνεύσασα τῇ προσευχῇ τὴν ζωὴν συγκατέληξεν» (εἰς τὸν Βίον τῆς Ὁσίας Μακρίνης).
Ἡ ἀκολουθία ἔγινε μὲ πολλὴ κατάνυξη καὶ τὸ ἱερὸ σκῆνος ἐναπετάθη στὸν χῶρο ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ἀπὸ καιρὸ ὁ ἴδιος. Ἐκεῖ, στὸ ἁπλὸ μνῆμα, ὑπάρχει στημένο τὸ σημάδι τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀναστάσεως, ἐπάνω στὸ ὁποῖο εἶναι γραμμένο μὲ τὸ χέρι τοῦ μακαρίου Τύχωνα τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἁμαρτωλὸς Τύχων ἱερομόναχος. 60 χρόνια Ἅγ. Ὄρος. Δόξα Σοι ὁ Θεός». Πράγματι, δὲν ὑπάρχει καλύτερη δοξολογία τοῦ Ὑψίστου ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὴν τελευτὴ τῶν Ἁγίων Του. Κλείνουμε τὸ μικρὸ αὐτὸ σύγχρονο συναξάρι μὲ μία προσευχὴ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ ἀσκητοῦ:
-Ὅποιος διαβάσει δὲν ξαναμαρτήσει. Τυπῶστέ την, στεῖλτέ την σὲ δεσποτάδες, βάλουν σε χωριά. Μὲ τὸ δάκρυ γράψει ἐγὼ αὐτά.

Θ) ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Δόξα

Εἰς τὸν Γολγοθᾶ τοῦ Χριστοῦ.

Ὢ θεῖε Γολγοθᾶ, ἁγιασμένε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, Σὲ παρακαλοῦμε, πές μας πόσες χιλιάδες ἁμαρτωλῶν μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα καθάρισες καὶ γέμισες τὸν νυμφῶνα τοῦ Παραδείσου. Ὢ, μὲ τὴν ἀγαπή Σου τὴν ἄῤῥητη, Χριστὲ Βασιλιά, μὲ τὴν χάρη Σου, ὅλα τὰ οὐράνια παλάτια γέμισες ἀπὸ μετανοοῦντας ἁμαρτωλούς. Σύ, καὶ ἐδὼ κάτω ὅλους ἐλεεῖς καὶ σώζεις. Καὶ ποιός μπορεῖ ἀντάξια νὰ Σὲ εὐχαριστήσῃ, ἕστω κι’ ἂν εἶχε ἀγγελικό νοῦ; Ἁμαρτωλοί, ἐλάτε γρήγορα· ὁ Ἅγιος Γολογοθᾶς εἶναι ἀνοικτὸς καὶ ὁ Χριστὸς εὔσπλαγχνος. Προσπέσετε πρὸς Αὐτὸν καὶ φιλήσατε τὰ ἅγια Του πόδια.
Μόνο Αὐτὸς σὰν εὔσπλαγχνος μπορεῖ νὰ γιατρέψῃ τὶς πληγές σας! Ὦ! Θὰ εἴμαστε εὐτυχεῖς ὅταν ὁ πανεύσπλαγχνος Χριστός μᾶς ἀξιώσῃ μὲ μεγάλη ταπείνωση καὶ φόβο Θεοῦ καὶ καυτὰ δάκρυα νὰ πλύνουμε τὰ πανάχραντά Του πόδια καὶ μὲ ἀγάπη νὰ τὰ φιλήσουμε. Τότε ὁ Χριστός, εὔσπλαγχνα θὰ εὐδοκήσῃ νὰ πλύνῃ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ θὰ μᾶς ἀνοίξῃ τὶς πόρτες τοῦ Παραδείσου, ὅπου μὲ μεγάλη χαρὰ μαζὶ μὲ τοὺς Ἀρχαγγέλους καὶ Ἀγγέλους, τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, καὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους αἰώνια θὰ δοξάοζμεν τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσιο καὶ ἀδιαίρετο Τριάδα.

Ἱερομ. Τύχων.

Ἅγιον Ὄρος.



Αὐτὸς ἦταν ὁ παπα-Τύχων. Ἕνα λουλοῦδι τοῦ Θεοῦ μέσα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας.