Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΚΕ) Ἀσκητὴς Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης (+9/7/2004).

ΚΕ) Ἀσκητὴς Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης (+9/7/2004).

Ὁ γερω-Εὐθύμιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1915 στὸ χωριὸ Γομάτι Χαλκιδικῆς ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Παπουτσῆ καὶ τὴν Ἑλένη. Στὴν βάπτιση ὠνομάσθηκε Ἀστέριος. Ὡς λαϊκὸς ἐργαζόταν καὶ βοηθοῦσε τοὺς γονεῖς του στὶς ἐργασίες τους ἀλλὰ τοῦ ἄρεσε καὶ ἡ μουσική. Ἦταν καλλίφωνος, ἔπαιζε βιολί, καὶ τραγουδοῦσε.
Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν φώτισε καὶ ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ μονάσει. Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1950 κοινοβίασε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κωνσταμονίτου, ὅπου μετὰ τὴν κανονικὴ δοκιμασία ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος. Ἔμεινε πέντε-ἕξι χρόνια στὴν ὑπακοὴ τοῦ κοινοβίου καὶ ὕστερα ἐπεθύμησε τὴν ἐρημικὴ ζωή. Εἶπε τὸν λογισμό του στὸν Ἡγούμενο καὶ ἐκεῖνος τὸν ἔστειλε γιὰ μία ἑβδομάδα στὸ δάσος νὰ κόβει ξύλα μὲ τὸ τσεκούρι, χωρὶς φαγητό. Πέρασε ἡ ἑβδομάδα καὶ ὁ γερω-Εὐθύμιος ἄντεξε τὸν κανόνα. Εἶχε πολλὲς δυνάμεις καὶ πολὺ ζῆλο, ὁ ὁποῖος τὸν ὡδήγησε στὴν ἔρημο τῆς Βίγλας γιὰ μεγαλύτερους ἀγῶνες.
Ὑποτάχθηκε στὸν ἐνάρετο ἱερομόναχο καὶ Πνευματικό, γέροντα Βαρλαάμ, πρώην χωροφύλακα, στὴν Καλύβη τῶν Ὁσίων Βαρλαὰμ καὶ Ἰωάσαφ. Ὁ γερω-Εὐθύμιος ἔλεγε γιὰ τὸν Γέροντά του ὅτι ἔλαμπε ἀπὸ ἀρετὲς σὲ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος. -Ἦταν ἅγιος ὁ Γέροντάς μου, διηγεῖτο ἀργότερα καὶ ἔκλαιγε ἀπὸ συγκίνηση καὶ ἀγάπη.
Ἐκεῖ στὴν ὑπακοὴ τοῦ Γέροντος Βαρλαάμ, ἐπιδόθηκε ὁ γερω-Εὐθύμιος σὲ μεγάλες ἀσκήσεις. Νήστευε πολύ, ἔκανε διπλές, δηλαδὴ ἔτρωγε κάθε δύο μέρες ἕνα πιάτο ἀλάδωτο. Γιὰ τὸν Γέροντά του πήγαινε στὴν θάλασσα, ψάρευε καὶ τὸν ἀνέπαυε καθὼς ἦταν ἡλικιωμένος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος γευόταν τῆς ἐγκρατείας τὴν τρυφήν, παξιμάδι καὶ νερόβραστα ὄσπρια ἢ λαχανικά, ἀνέλαια φυσικά. Μαζὶ μὲ τὴν νηστεία ἔκανε μετάνοιες ἀμέτρητες καὶ εὐχὴ ἀδιάλειπτη. Φρόντιζε καὶ τὴν μικρὴ περιοχὴ τῆς Καλύβης τους καὶ ἔκανε καὶ λίγο ἐργόχειρο. Ἔμαθε νὰ κάνει κουτάλες.
Ἀγωνιζόμενος μὲ τόση αὐταπάρνηση δὲν ἄργησε νὰ γευτῆ τοὺς καρποὺς τῶν ἀσκητικῶν του ἀγώνων.
Καταγινόμενος μὲ ἐπιμονὴ στὴν εὐχὴ εἶχε ἄφθονα δάκρυα ὅταν προσευχόταν. Μία φορά, πῆγε στὴν Ῥουμανικὴ Σκήτη νὰ λειτουργηθῆ καὶ ὁ Τυπικάρης πῆγε νὰ τοῦ πῆ νὰ ψάλει. Ἀλλὰ εἶδε τὸν Γέροντα πνιγμένον στὰ δάκρυα καὶ ἀπὸ εὐλάβεια δὲν τοῦ μίλησε
Γιὰ περισσότερη ἡσυχία καὶ ἀπερίσπαστη ἐπίδοση στὴν εὐχὴ ἔκτισε παραδίπλα ἕνα κελλάκι μικρὸ μὲ καθιστὸ κάθισμα. Ἐκεῖ, ὁ γερω-Εὐθύμιος ἀγρυπνοῦσε τὶς νύχτες λέγοντας τὴν εὐχή. Ὅταν ἤθελε νὰ ξεκουραστῆ, κοιμόταν καθιστὸς στὸ κτιστὸ κάθισμά του καὶ πάλι ὅτα ξυπνοῦσε, συνέχιζε τὴν νοερά του ἐργασία.
Ἕνα Σάββατο, ἐνῶ ἔκανε κομποσχοίνι στοὺς Ἁγίους Πάντες, εἶδε τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ, ἀκριβῶς ὅπως εἶναι σὲ μία τοιχογραφία στὴν Λιτὴ τοῦ Καθολικοῦ τῆς Λαύρας, μὲ ξίφος καὶ μανδύα διηγεῖτο: -Βάδιζε, καὶ ἡ οὐρὰ τοῦ μανδύα ἄνοιγε-κλοῦσε. Τὸ ἐξωμολογήθηκε στὸν Γέροντά του καὶ ἐκεῖνος σταυροκοπιόταν καὶ ἐπαναλάμβανε: -Δόξα Σοι ὁ Θεός.
Ἄλλη φορά, ἡρπάγη σὲ θεωρία καὶ εἶδε τὸ ἄκτιστο Φῶς. Τὸ ἐκμυστηρεύτηκε στὸν Γέροντα Παΐσιο καὶ ἐκεῖνος γιὰ νὰ ὠφελήσει κάποιον νέον θεολόγο καὶ μοναχό, τοῦ ἀνέφερε τὸ γεγονός. Ὁ νέος πῆγε στὸν γερω-Εὐθύμιο καὶ τὸν ῥωτοῦσε ἐπίμονα μὲ ἐνδιαφέρον τὶ ἔκανε, πῶς εἶδε τὸ ἄκτιστο Φῶς καὶ ἂν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἦταν μία ἑβδομάδα σὲ θεωρία. Ἐκεῖνος ἀποφεύγοντας νὰ ἀποκαλύψει τὰ βιώματα τοῦ εἶπε: Ναί, μ’ ἔβαλε ὁ Γέροντάς μου κανόνα μία ἑβδομάδα θεωρία. Μαλώσαμε κάποτε· τὸν ἔδειρα καὶ μὲ κανόνισε ἔτσι. Ὁ νέος, φυσικὰ τὰ ἔχασε καὶ δὲν κατόρθωσε νὰ βρῆ ἄκρη μὲ τὸν ἀσκητὴ τῆς Βίγλας, τὸν γερω-Εὐθύμιο.
Ἀφοῦ ἔθαψε τὸν Γέροντά του καὶ πῆρε τὴν εὐχή του, συνέχισε τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες μὲ πιὸ μεγάλη ἔνταση. Λίγοι μοναχοὶ στὴν ἐποχή μας ἀντέχουν σὲ τόσο μεγάλες νηστεῖες. Ὁ βίος του ἦταν ἀνόμοιος καὶ ἀπροσπέλαστος στοὺς πολλούς. Ἡ αὐταπάρνησή του ἔφθανε ἕως τὸ κατὰ προαίρεση μαρτύριο καὶ τὸν θάνατο. Κάποτε, νήστεψε 8 ἡμέρες μὲ τέλεια ἀσιτία καὶ ἐξαντλήθηκε. Ἔλεγε: Ἔπρεπε νὰ εἶχα πεθάνει τότε· εἶχα γινει σὰν σταφίδα. Ἀποροῦσα ποῦ βρίσκονταν τὰ ὑγρὰ στὸν ὀργανισμό μου.
Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἀγωνίσματά του ἔκανε καὶ πολὺ ὡραῖες, ἐπιτυχημένες σαλότητες.
Πήγαινε στοῦ Φιλοθέου παλαιά, ποὺ ἦταν ἰδιόῤῥυθμο, καὶ ὅταν ὁ ὑπεύθυνος μοναχὸς μοίραζε τὴν κουμπάνια στοὺς πατέρες, ὁ γερω-Εὐθύμιος ἔλεγε σὲ ἕνα καλογέρι: -Τώρα νὰ δῆς τὶ θὰ τοὺς κάνω. Πήγαινε καὶ ἔμπαινε μπροστὰ στὴν γραμμὴ πρὶν ἀπὸ ὅλους τοὺς πατέρες, καὶ ἐνῶ δὲν ἐδικαιοῦτο κουμπάνια, γιατὶ δὲν ἦταν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ἔλεγε ἀπαιτητικά: -Θὰ μοῦ δώσεις δύο κουτιὰ καλαμαράκια, μία πλάκα τυρί, ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο, καὶ ἀφοῦ γέμιζε τὸν ντορβᾶ του μὲ τρόφιμα, πήγαινε καὶ τὰ μοίραζε σὲ φτωχὰ καὶ ἀνήμπορα γεροντάκια. Ἔδινε τὴν ἐντύπωση τοῦ παράξενου, τοῦ ἰδιότροπου, τοῦ σαλοῦ, τοῦ πλεονέκτη, ἐνῶ ὁ ἴδιος ζοῦσε τόσο ἀσκητικὰ καὶ πτωχικά.
Κάποτε, εἶχε καρφώσει ἕνα καρούλι στὸν τοῖχο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Καθολικοῦ τῆς Λαύρας. Ἐκεῖ κρεμοῦσε τὸ τριακοσάρι κομποσχοίνι καὶ καθήμενος στὸ στασίδι του τραβοῦσε κομποσχοίνι. Ἀλλὰ τὸ καρούλι γυρίζοντας ἔκανε θόρυβο. Ἕνας Προϊστάμενος τὸν παρατήρησε καὶ ὀ γερω-Εὐθύμιος τοῦ ἔδωσε ἕνα χαστούκι.
Πῆγε στὴν πανήγυρη ἑνὸς Κελλιοῦ καὶ ἔψαλε. Στὸ τέλος εἶπε ἐπιτακτικὰ στὸν Γέροντα τῆς συνοδείας: -Θὰ μοῦ δώσεις αὐτὸ καὶ κεῖνο καὶ κεῖνο καὶ ἕνα μουλάρι νὰ τὸ φορτώσω, καὶ ἕνα καλογέρι νὰ φέρει πίσω τὸ μουλάρι.
Κάποτε, ποὺ πλησίασε στὴν παραλία ἕνα καράβι μὲ γυναῖκες, ὁ Γέροντας τοὺς ἔδιωχνε μὲ τὶς πέτρες
Ἔδωσε χρήματα σὲ μία συνοδεία νὰ κάνουν Σαρανταλείτουργα γιὰ τοὺς κεκοιμημένους γονεῖς του καὶ μετὰ πῆγε καὶ τὰ ζητοῦσε, γιατί, ὅπως ἔλεγε, τοὺς εἶδε στὴν κόλαση.
Ἡ ἑκούσια διὰ Χριστὸν πτωχεία του ἦταν μεγάλη. Τὰ ῥάσα του ἦταν μπάλωμα στὸ μπάλωμα. Κανεὶς δὲν θὰ τὰ ἔπαιρνε. Οὔτε γιὰ σκιάχτρα ἔκαναν. Τὸ καλύβάκι του παλαιὸ καὶ ἁπλό, ἀλλὰ καθαρὸ καὶ περιποιημένο. Ἀργότερα ἄφησε καὶ τὸ ἐργόχειρο καὶ ἀσχολεῖτο μόνο μὲ τὰ πνευματικά. Ἀπὸ χρήματα εἶχε μόνο 200 δραχμὲς καὶ 2-3 τάλληρα, μήπως περάσει κάποιος φτωχός μὲ πανταχοῦσα νὰ δώσει ἐλεημοσύνη.
Ὅταν πήγαινε στὴν Λαύρα νὰ λειτουργηθῆ καὶ νὰ κοινωνήσει, ἔπαιρνε μαζί του τὴν κουμπάνια τῆς ἑβδομάδος. Γιὰ νὰ μὴν τρώει δὲ ἄρτον ἀργόν, διακονοῦσε στὴν τράπεζα μὲ σβελτάδα.
Εὐλογίες δὲν δεχόταν καθόλου. Μία εὐλαβὴς κυρία ἀπὸ τὸ χωριό του, ποὺ ὕστερα ἔγινε μοναχή, τοῦ ἔστειλε ἕνα δέμα μὲ τρόφιμα, ἀλλὰ ὁ Γέροντας τὸ γύρισε πίσω. Στὶς Καρυὲς εἶχε νὰ πάει ἴσως περισσότερο ἀπὸ μισὸν αἰῶνα. Ὅταν ἦταν νεώτερος πήγαινε σὲ πανηγύρια καὶ ἔψαλλε πολὺ γλυκὰ καὶ μὲ συναίσθηση.
Κάποτε πῆγε σὲ μία πανήγυρη στὸν Ἅγιο Παῦλο καὶ εἶδε τὸν διάβολο κάτω ἀπὸ τὸν πολυέλαιο νὰ χορεύει.
Ἄλλη φορά, ὅταν ἦταν νεώτερος, σὲ μία πανήγυρη ποὺ παραβρέθηκε, ἤπιε κρασί. Ὕστερα τοῦ παρουσιάστηκε ὁ διάβολος καὶ ἔκτοτε θεώρησε καλὸ νὰ μὴν ξαναπιῆ κρασί, πρᾶγμα ποὺ τὸ κράτησε.
Ἔγραφε γράμματα στὰ ἀδέλφια του καὶ τοὺς συμβούλευε νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν, ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν ἔδιναν σημασία στὶς συμβουλές του. Τοὺς καλοῦσε νὰ ἔρθουν στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ τοὺς μιλήσει γιὰ τὴν σωτηρία τους, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἀδιαφοροῦσαν. Τότε γράφει ἕνα γράμμα ὅτι δῆθεν αὐτὸς σὲ λίγο θὰ πεθάνει νὰ νὰ ῤθοῦν γρήγορα νὰ τὸν κληρονομήσουν, νὰ πάρουν αὐτοὶ τὶς λίρες, νὰ μὴν προλάβει ἡ Λαύρα Ἀμέσως τότε ἦρθαν στὸ Κελλί του καὶ ὅταν εἶδαν τὴν κατάσταση καὶ τὴν πτωχεία του, κατάλαβαν τὸ τέχνασμά του καὶ ἔφυγαν ἀπογοητευμένοι. –Οὔτε ἕνα μπουκάλι κρασί, δὲν εἶχε, μόνο ξεροκόμματα, εἶπαν.
Πολλοὶ νέοι μοναχοὶ ζήτησαν νὰ μείνουν μαζί του ἀλλὰ κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὴν ἄσκηση. Αὐτοὺς ποὺ ἤθελε νὰ τοὺς διώξει, γιατὶ ἔβλεπε ὅτι δὲν κάνουν γιὰ αὐτὴν τὴν ζωη, τοὺς ἔκανε διάφορες δοκιμές, καὶ ἔτσι ἀναγκάζονταν νὰ φύγουν.
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔλεγε: -Ὁ γερω-Εὐθύμιος μοιάζει μὲ ἕνα γιατρό, ποὺ δίνει στὸν ἀσθενῆ ἕνα δυνατὸ φάρμακο. Ἂν τὸ ἀντέξει, σώθηκε. Δηλαδή, ἂν κάποιος πάει κοντά του καὶ μπορέσει νὰ τὸν ἀκολουθήσει, θὰ ἁγιάσει.
Ἕνας ἱερομόναχος ζήτησε νὰ μείνει μαζί του. Τὸν δέχτηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ ποτίσει τὰ δένδρα. Μετά, ὁ ἱερομόναχος περίμενε νὰ τοῦ στρώσει τράπεζα. Ἔλεγε ὁ γερω-Εὐθύμιος: -Νόμιζε ὅτι θὰ τὸν τραπεζώσω. Μοῦ λέει: -Θὰ φύγω –Νὰ φύγεις τώρα ποὺ εἶναι ἥλιος. Καὶ ἔφυγε καὶ αὐτός.
Ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ἐργαζόταν τὸ καλοκαίρι χωρὶς φαγητὸ καὶ νερό, καὶ μάλιστα γυμνὸς ἀπὸ τὴν μέση καὶ πάνω στὸν ἥλιο, γιὰ νὰ ταλαιπωρῆ τὸν ἑαυτό του.
Ἄλλος ἱερομόναχος ζητοῦσε νὰ μείνει μαζί του καὶ ὁ γερω-Εὐθύμιος τοῦ ἔγραψε τὴν ἑξῆς ἐπιστολή:
Ἐγὼ ὁ Γέρων Εὐθύμιος πρὸς σὲ τὸν Κύριον Πρεσβύτερον... ὑποκλινόμενος σᾶς χαιρετῶ.
Πολλάκις μοῦ πείραξες γιὰ νἄρθης γιὰ συνοδεία. Ἐὰν λοιπὸν ἐν ἀληθείᾳ θέλεις νὰ συμβιοτεύσωμε τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς μας, ἔλα σοῦ δέχομαι. Καὶ ὅπως βρίσκομαι ἐγὼ καθὼς ξέρεις καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ διαλεχθῶ μὲ ἀνθρώπους, ἐσὺ θὰ ἔχεις ὅλη τὴν προστασία τοῦ Ἡσυχαστηρίου καὶ ἂν εὕρεις καὶ κανέναν ἀκόμα, νὰ τὸν ἔχεις βοηθόν, καὶ εἰς τὰς Λειτουργίας καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἀνάγκας· ἄσχημα δὲν θὰ εἶσαι. Καὶ ἐμένα, ἂν μὲ ῥωτᾶτε ἔξω δὲν θὰ πέσετε εἰς οἱονδήποτε ζήτημα, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἕνα κομμάτι ψωμὶ νὰ μοῦ δίνετε, εὐχαριστημένος θὰ εἶμαι. Ὅ,τι ἔζησα δὲν θὰ ζησω. Τὸ ψωμί μου τὄφαγα. Ἴδως καὶ νὰ εἶναι καὶ θέλημα Θεοῦ, δὲν ξέρω, καὶ γι’ αὐτὸ ἂς τὸ ἀφήσω στὸν Θεό, καὶ ὅπως εἶναι τὸ θέλημά Του, ἂς γίνει. Μέχρι τώρα ἀντιστέκομαι καὶ δὲν κράτησα κανέναν ἀπὸ ὅσους πέρασαν ἀπὸ ἐδῶ. Τώρα θὰ τ’ ἀφήσω στὸν Θεό, καὶ ὅπως θέλει ἂς γίνει.
Ὑποκλινόμενος σὲ χαιρετῶ.
Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης.
Τελικά, οὔτε αὐτὸς πῆγε νὰ μείνει μαζί του. Καὶ ἔτσι συνέχισε μόνος του τὸν ἀγῶνά του. Ἦταν ἀσυγκατάβατος καὶ ἀκριβής. Δὲν ἐπέτρεπε καμμία οἰκονομία, οὔτε στὸν ἑαυτό του οὔτε σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ ἔμενε μαζί του. Τὸ 1985 ἔκανε τὴν νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μὲ διπλές. Ἦταν 72 χρόνων καὶ ἡ νηστεία ἕνας μῆνας.
Κάποτε, φιλοξένησε φιλομόναχο νέον. Τὸν ἔβαλε νὰ κοιμηθῆ στὸ κελλὶ τοῦ Γέροντός του. Οἱ κουβέρτες καθαρές, ἀλλὰ κουρελιασμένες. Ἀνάμεσα ἔβαζε ἕνα νάϋλον γιὰ νὰ συγκρατοῦνται νὰ μὴν διαλυθοῦν.
Ἐντύπωση προξένησε στὸν νέο ἡ ταχύτητα, ὁ ζῆλος, ἡ ὁρμὴ καὶ ἡ εὐκαμψία τοῦ Γέροντα, ὅταν ἔκανε τὶς μετάνοιες στὴν ἐκκλησία. Ἔμοιαζε σὰν γυμνασμένος ἀθλητής, παρὰ τὰ 70 του χρόνια, ὁ ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ γερω-Εὐθύμιος. Ἦταν Μεγάλη Σαρακοστή. Διάβαζε ἕνα μέρος τῆς ἀκολουθίας μὲ ἕναν μεγεθυντικὸ φακὸ μὲ χερούλι, γιατὶ εἶχε ἀδυνατίσει ἤδη ἡ ὅρασή του. Τὰ ῥάσα του παμπάλαια, τριμμένα, ἀλλὰ καθαρά. Φοροῦσε τὸ κουκούλι καὶ ἕνα σκουφὶ στὴν ἐκκλησία, δικῆς του κατασκευῆς. Καὶ ἡ θέα του, τὸ σχῆμά του καὶ ἡ ζωή του ἦταν ἀσυνήθιστα, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος φαινόταν ἀσυνήθιστος καὶ παράξενος στοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ αὐτὲς οἱ παραξενιές του ἔκρυβαν πνευματικὸ νόημα.
Μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ παρέθεσε τράπεζα. Ὅ,τι καλύτερο εἶχε γιὰ νὰ ἀναπαύσει τὸν ἐπισκέπτη του. Ῥεβύθια βρασμένα ἀλάδωτα, παξιμάδι βρεγμένο καὶ δύο εἴδη ἐλιές. –Αὐτὲς εἶναι καλύτερες, εἶπε. Ἀλλὰ καὶ οἱ δυο ἦταν κατάπικρες. Τὰ πιάτα ἦταν πήλινα, τὸ τραπέζι παλαιό, ἡ κουζίνα μισοσκότεινη καὶ κάτω στρωμένη μὲ χῶμα, ἀλλὰ ὅλα ἦταν ταιριαστά, εἶχαν χάρη ἀσκητική, ἁπλότητα καὶ πιὸ εὐχάριστα ἀπὸ τὸ πολυτελέστερο ξενοδοχεῖο.
Ὕστερα, στὴν συζήτηση, ὁ Γέροντας ἦταν πατρικὸς καὶ στοργικός· συμβούλευε πολὺ ὡραῖα καὶ πρακτικὰ τὸν ἐπισκέπτη. Μιλοῦσε μὲ μία ἐλευθερία, μὲ ἀπάθεια, ἐνῶ τὰ γαλανά του μάτια, ὅμοια μὲ τὸν καταγάλανο οὐρανό, ἔδειχναν μία ἀθωότητα μικροῦ παιδιοῦ.
Στὸ καλύβι του ὅλα τὰ πράγματα ἦταν ἁπλά, παμπάλαια· τιποτε καινούργιο δὲν εὕρισκες. Σὲ μετέφεραν σὲ παλαιότερη ἐποχή, ἀκόμη καὶ τὰ λίγα βιβλία του. Εἶχε τὴν Φιλοκαλία ἐπίτομη τῆς πρώτης ἐκδόσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος αἰσθανόταν ὅτι ζοῦσε σὲ ἄλλη ἐποχή. Ἢ μᾶλλον ἀπὸ ἄλλη ἐποχὴ ἦρθε στὴν γενεά μας. Φεύγοντας ὁ ἐπισκέπτης τοῦ ἔγραψε ἐπιστολή, εὐχαριστώντας τον γιὰ τὴν ἀβραμιιαία φιλοξενία καὶ τοῦ ἔστειλε λίγους φακέλους καὶ κόλες. Καὶ αὐτὰ τὰ ἐπέστρεψε. Μέχρις αὐτὸ τὸ σημεῖο τηροῦσε ἀκρίβεια.
Μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων, κατέπεσαν οἱ δυνάμεις του. Αἰσθανόταν ἀδυναμία καὶ δυσκολευόταν νὰ πηγαίνει στὶς Λειτουργίες, ὄχι μόνο στὴν Λαύρα ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὴν γειτονικὴ Ῥουμανικὴ Σκήτη. Τὴν ἄσκησή του καὶ τὸ τυπικό του ὅμως δὲν τὰ ἄλλαζε. Ἔλεγε: -Τώρα τρώγω καμμία φορὰ καὶ δύο φορὲς τὴν ἡμέρα (τὴν Διακαινήσιμο). Ἔλεγε τότε: -Νὰ μποροῦσα νὰ κάνω ἕνα καλυβάκι στοῦ κυρ-‘Σαΐα καὶ νὰ ἀναλάβω πολιτεία, δηλαδὴ νὰ ἀρχίσει ἀγῶνες.
Ἔτσι ἀναγκάστηκε λόγω γήρατος καὶ ἀδυναμίας νὰ κοινοβιάσει στὴν Λαύρα. Ἤδη εἶχε ἀπολέσει τὴν ἀκοή του καὶ ὑπέγράφε: Εὐθύμιος ὁ κωφός. Ἀργότερα ἔμεινε καὶ τυφλός, γιατὶ δὲν θελησε νὰ βγῆ στὸν κόσμο νὰ κάνει ἐγχείρηση. Ἔσπασε τὸ πόδι του καὶ δὲν θέλησε μὲ τίποτε νὰ βγῆ ἔξω.
Στὴν Λαύρα ἀκολουθοῦσε τὸ τυπικό, καὶ πρόσεχε νὰ μὴν τρώει τίποτε ἐκτὸς τραπέζης.
Τὸ ἔτος 2001, σὲ ἡλικία 86 ἐτῶν, ἔκανε τριήμερο, ἀλλὰ κρυγά, γιατὶ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε ὁ νοσοκόμος. Ἔλεγε προσποιητά: -Τώρα πάει ἐγώ, δὲν μπορῶ. Κάποτε τὰ ἔκανα αὐτά. Ἀλλὰ κατάφερε παρὰ τὸ γῆράς του νὰ κάνει τὸ τριήμερο.
Μία Καθαρὰ Δευτέρα, ἐνῶ ἦταν στὸ παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἄκουσε ἕναν δαίμονα νὰ φωνάζει στοὺς ἄλλους: -Συναχθῆτε, ἔχουμε πόλεμο.
Στὸ νοσοκομεῖο τὸν ἐπισκέπτονταν πολλοι, γιὰ νὰ ἀκούσουν τὶς συμβουλές του. Ἔλεγε: -Ὅλη ἡ βάση εἶναι ἡ νηστεία. Ἀπὸ ἐδῶ γεννῶνται ὅλα τὰ ἄλλα· καὶ ἡ προσευχή, ἡ ὑπακοή, ἡ ἀγρυπνία. Ὅταν νηστεύει ὁ ἄνθρωπος, ὁ νοῦς ἀποκτᾶ δύναμη καὶ νικᾶ τοὺς λογισμούς. Τό· Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με, ἀκούγεται μέσα του. Τὴν μονοφαγία τὸ παλιόκορμο δὲν τὴν φοβᾶται. Ἡ μονοφαγία δὲν θέλει καθισιό, θέλει καὶ δουλειά. Ὅταν νηστεύει ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δυο ἡμέρες καὶ πάνω τότε μπορεῖ νὰ μὴν δουλεύει.
Ὁ καλόγερος νὰ μὴν ξανοίγεται σὲ πολλὲς μέριμνες. Νὰ ἐξασφαλίζει τὰ βασικά, καὶ νὰ εἶναι ἀπερίσπαστος, νὰ μὴν ἔχει προσπάθεια. Τότε ὅ,τι κάνει, τοῦ μένει ὁ καρπός. Μὲ τὸν περισπασμὸ ἔρχεται ἡ λήθη καὶ ἡ ἄγνοια σὰν ἕνα σφουγγάρι ποὺ σβήνει ἀπὸ τὸν νοῦ ὅ,τι διαβάζει ἢ ὅ,τι ἀκούει. Πολλοὶ φεύγουν ἀπὸ τὰ Κοινόβια στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ κάνουν τὸ θέλημά τους. Τὰ καθήκοντα τοῦ ὑποτακτικοῦ πρὸς τὸν Γέροντα εἶναι ἕξι. Γράφονται στὴν Ἁγιορείτικη φυλλάδα (Ἀκολουθία Ἁγιορειτῶν Πατέρων).
Ὁ γερω-Εὐθύμιος τὸν μοναχό, καὶ ἰδιαίτερα τὸν ἐρημίτη τὸν ἤθελε ἀσκητή, νηστευτή. Πίστευε ὅτι τὰ θηρία τῶν παθῶν, διὰ νηστείας ἀποκτείνονται. Ἔγραφε σὲ νέο φιλομόναχο ποὺ ὑπηρετοῦσε στρατιώτης: Καὶ ἂν σοῦ ἐπιβάλουν οἱ λογισμοὶ νὰ κάνεις τριήμερα, ἐσὺ νὰ μὴν τοὺς ἀκοῦς. Νὰ κρατᾶς ἐνάτη κάθε μέρα καὶ μέχρι τὸν Ἑσπερινὸ νὰ μὴν παίρνεις οὔτε ἀντίδωρο. Ὅπως ζοῦσε καὶ ἀγωνιζόταν, ἔτσι καὶ συμβούλευε καὶ φανταζόταν ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι μποροῦν νὰ κάνουν παρόμοιες σχεδὸν ἀσκήσεις. Ἀπὸ τὸν ὑπερβολικό του ζῆλο καὶ τὴν ἀγωνιστικότητά του ἔφθανε σὲ ἀδιακρισία.
Ὁ γερω-Εὐθύμιος δίνοντας ὅλο του τὸ εἶναι στὸν ἀσκητικό του ἀγῶνα καὶ χρησιμοποιώντας τὴν ἀποτομία γιὰ τὴν κάθαρση τῶν παθῶν, ἔζησε δεκαετίες μόνος του, διὸ καὶ ὑπέγραφε ἐνίοτε ἐρημοπολίτης. Ὄχι μόνο στεροῦνταν τὶς ὑλικὲς παρηγοριές, ἀλλὰ ἀπέφευγε καὶ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ζοῦσε πολὺ ἀπομονωμένος, χωρὶς φίλους, γνωστούς, καὶ συμμύστες. Αὐτὸ ἴσως δὲν τὸν ὠφέλησε, γιατὶ ἀπέκτησε κάποια καχυποψία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας φιλονικοῦσε μὲ μερικούς, καὶ ἦταν ἐριστικός, ἂν φυσικὰ δὲν ἐπρόκειτο γιὰ προσποιητὲς σαλότητες. Ἀλλὰ εὐχόμαστε ὁ καλὸς Θεός, μπροστὰ στὴν μεγάλη του θυσία γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ νὰ μὴν τὴν καταλογίσει αὐτὴν τὴν μικρὴ ἀνθρώπινη ἀδυναμία.
Ὁ βίος του εἶναι σιωπηρὴ διαμαρτυρία καὶ ἔλεγχος γιὰ τὴν νωθρὴ πλειονότητα τῶν μοναχῶν τῆς γενεᾶς μας, ἀλλὰ καὶ παράδειγμα πρὸς μίμηση. Στὰ τελευταῖα χρόνια ὁ γερω-Εὐθύμιος, καθισμένος στὸ νοσοκομεῖο τῆς Λαύρας, κωφὸς καὶ τυφλός, κρατοῦσε τὴν νηστεία του παρὰ τὰ ὑπερενενήκοντά του χρόνια, καὶ ῥωτοῦσε, ὅταν τοῦ προσέφεραν κάτι γιὰ φαγητό, ἂν εἶναι ἀπὸ τὴν τράπεζα. Ὅ,τι δὲν ἦταν ἀπὸ τὴν τράπεζα δὲν τὸ ἔτρωγε. Ἔκανε ἐνάτη κάθε μέρα καὶ μόνο τὴν Τρίτη καὶ τὸ Σαββατοκύριακο κατέλυε λάδι. Τὴν εὐχὴ δὲν τὴν ἄφηνε ποτέ. Ἂν καὶ ἦταν στὸ κρεββάτι τραβοῦσε τὸ κομποσχοίνι του ποὺ τὸ εἶχε κρεμασμένο σὲ ἕνα καρούλι καρφωμένο στὸν τοῖχο.
Σὲ ὅσους τὸν ῥωτοῦσαν, ἔδινε πρακτικὲς καὶ ὠφέλιμες συμβουλές, ἐνῶ προετοιμαζόταν ὁ ἴδιος γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι. Προσευχόταν συνεχῶς γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Ἔλεγε συχνά: -Τί νὰ κάνω; Δὲν ἔχω δάκρυα γιὰ νὰ κλάψω τὸν κόσμο
Κάποιος τοῦ ἀνέφερε γιὰ ἕναν ἐπίσκοπο ποὺ ἔχει καταργήσει τὰ κωλύματα τῆς ἱερωσύνης. Ὁ γερω-Εὐθύμιος ἀπάντησε: Αὐτὸς θέλει δέσιμο στὸν μῶλο καὶ τουφέκισμα. Ἀνέφερε μία περιοχή, καὶ θαύμασε ὁ ἄλλος γιατὶ κατάλαβε ὅτι ὁ Γέροντας διέβλεψε ποιὸς ἐπίσκοπος ἦταν
Σὲ ἄλλον μοναχὸ ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ περιέγραψε λεπτομερῶς τὸ καλύβι του χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει.
Στὸ νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς θυμήθηκε κάποια πρόσωπα ποὺ τὸν εἶχαν στενοχωρήσει καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς κατακρίνει καὶ νὰ τοὺς καταδικάζει, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν ἐγκαταλείψει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Διακόπηκε ἡ προσευχή του καὶ βυθίστηκε σὲ μία κατάσταση ἀπογνώσεως. Ἐπὶ ἕξι μῆνες ὑπέφερε, ζοῦσε τὴν κόλαση. Οἱ πατέρες ποὺ τὸν διακονοῦσαν κατάλαβναν τὴν αἰτία τοῦ πειρασμοῦ καὶ κάλεσαν τοὺς πατέρες μὲ τοὺς ὁποίους ὁ γερω-Εὐθύμιος εἶχε διαφορές. Συγχωρέθηκαν μεταξύ των καὶ σταδιακὰ συνῆλθε τελείως καὶ ξαναβρῆκε τὴν εἰρηνη καὶ τὴν εὐχή.
Προαισθανόμενος τὴν κοίμησή του συγχωρέθηκε μὲ ὅλους τοὺς πατέρες καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ στὶς 9 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 2004

Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε. Ἀμήν.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΚΔ) Γερω-Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης (+23/7/1998).

ΚΔ) Γερω-Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης (+23/7/1998).
Ὁ π. Γεώργιος, κατὰ κόσμον Γεράσιμος Μοσχονᾶς, γεννήθηκε στὶς 6 Σεπτεμβρίου 1910 στὸ χωριὸ Χαυδᾶτα Κεφαλληνίας. Ἐκεῖνο ποὺ ἔδωσε τὴν πρώτη ἀφορμὴ νὰ σκεφθῆ τὸν μοναχισμό, ἦταν ὁ θάνατος τοῦ πατέρα του σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν, ἀπὸ σκωληκοειδίτιδα. -Ὅταν εἶδα τὸν πατέρα μου πεθαμένο, εἶπα, τελείωσε. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο καλύτερο ἀπὸ τὴν καλογερική.
Ὁ ἀδελφὸς τοῦ πατέρα του Κυριάκος προστάτεψε τὰ ὀρφανά. Δούλεψε πολὺ γιὰ νὰ τὰ ἀποκαταστήσει καὶ μετὰ ἀπὸ 15 χρόνια ἔγινε καλόγερος. Τὸ εἶχε τάμα, γιατὶ σώθηκε στὸν πόλεμο. Τὸ 1927 ὁ θεῖός του Κυριάκος ἦρθε στὸν Ἅγιο Παῦλο καὶ ἔγινε μοναχός, μετονομασθεὶς Κωνστάντιος.
Ὁ μικρὸς Γεράσιμος ἐργαζόταν στὴν Ἀθήνα καὶ στὸν Πειραιᾶ καὶ βοηθοῦσε καὶ αὐτὸς τὰ ἀδέλφια του, ἰδιαίτερα τὸν Ἀντώνιο. -Ἂν ἔμενα στὸν κόσμο, κροῖσος θὰ γινόμουν. Δούλευα καὶ ἔτρεψε πολὺ τὸ χρῆμα, ἔλεγε.
Τὸ 1935 μετὰ τὸν Στρατό, ἦρθε ἀπὸ εὐγνωμοσύνη νὰ δῆ τὸν θεῖό του στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἂν καὶ ἦταν ζωηρὸς νέος, ὅμως ἐνθουσιάστηκε ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν πατέρων καὶ τοῦ θείου του, καὶ ἀποφάσισε νὰ μείνει γιὰ μοναχός.
Μετὰ τὴν δοκιμή του, ἐκάρη μοναχὸς στὶς 20 Δεκεμβρίου 1937 καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Γεώργιος. Ἀγωνιζόταν μὲ προθυμία καὶ στὰ διακονήματά του ἦταν πολὺ ἐπιμελής. Ἦταν ἄνθρωπος προκομμένος σὲ ὅλα. Ἦταν ὁ καλύτερος μάγειρας τοῦ Μοναστηριοῦ. Ὁ καλύτερος κηπουρος. Ὁ κῆπός του ἦταν γιὰ ἔκθεση. Ὅταν οἱ πατέρες πήγαιναν τὴν νύχτα γιὰ ἀκολουθία, αὐτὸς ἔσκαβε μὲ τὸ δικέλλι τὸν κῆπο πολὺ βαθειά, κοντὰ ἕνα μέτρο, λέγοντας τὴν εὐχή. Οἱ ντοματιὲς γινόταν ψηλές, καὶ ἤθελε σκάλα νὰ μαζεύει τὶς ντομάτες. Ἐπίσης ἦταν ὁ καλύτερος μάγκιπας. Ζύμωνε καὶ ἔλεγε: -Θὰ σᾶς φτιάξω ψωμί, νὰ τὸ τρῶτε μὲ ψωμί· ἦταν πράγματι νοστιμότατο. Ἦταν ἀκόμη δεινὸς ψαρᾶς. Ὅ,τι ἔκανε, ἦταν τέλειο καὶ ἄριστο. Καὶ τὸ ἔκανε μὲ τὴν καρδιά του, γιὰ νὰ ἀναπαύει τοὺς πατέρες.
Τότε στὶς ἀγρυπνίες καλοῦσαν ψάλτες καὶ τοὺς πλήρωναν. Ὁ π. Γεώργιος αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀνεχθῆ. Πῆγε στὴν Νέα Σκήτη καὶ ἔμαθε μουσικὰ κοντὰ σὲ κάποιον π. Ἡσυχιο. Ἔμαθε αὐτὸς στὸν νῦν Ἡγούμενο Παρθένιο καὶ σὲ ἄλλους πατέρες, καὶ ἔτσι τὸ Μοναστήρι εἶχε ψάλτες. Ἡ φωνή του δὲν ἦταν τόσο καλή, ἀλλὰ μουσικὰ ἤξερε. Ἔλεγε ἀστειευόμενος: -Καλά, γιὰ πρωτοψάλτης δὲν κάνω, τὸ ἀναγνωρίζω, ἀλλὰ ὄχι καὶ γιὰ δεύτερος!
Βοήθησε πολὺ τὸ Μοναστήρι στὰ διακονήματα, στὴν διοίκηση ἀλλὰ καὶ ὡς Ἀντιπρόσωπος καὶ Ἐπιστάτης.
Στὴν Κατοχή, ἦταν κηπουρός, καὶ τὸν μύησαν στὴν Ἀντίσταση. Μαζὶ μὲ ἄλλους μοναχούς, φυγάδευαν συμμάχους στὴν Ἀνατολή. Προδόθηκε ἀπὸ ἕναν Ῥουμᾶνο. Τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὡδήγησαν στὸ στρατόπεδο Παύλου Μελᾶ, ὅπου πέρασε στρατοδικεῖο. Τὸν ῥώτησε ὁ δικαστής:
-Γιατί παίρνετε τοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς στέλνετε στὴν Σμύρνη καὶ στὴν Αἴγυπτο;
-Ἀφοῦ ἔχουν ἀνάγκη οἱ ἄνθρωποι, ἀπάντησε. Ἂν σοῦ χτυπήσει τὴν πόρτα ὁ ἄλλος τί θὰ τοῦ πεῖς. Ὁ Χριστός, στὸ Εὐαγγέλιο λέγει, ὅποιος θέλει βοήθεια νὰ τὸν βοηθᾶς.
-Δηλαδή, ἂν ἕνας Γερμανός, ἔρθει καὶ σοῦ ζητήσει βοήθεια, θὰ τὸν βοηθήσεις;, ῥώτησε ὁ δικαστής.
-Ἂν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ βοήθεια, φυσικά. Ἀνάλογα τὶ ἀνάγκη ἔχει. Ἀλλὰ ἐσεῖς δὲν ἔχετε καμμία ἀνάγκη. Πνίξατε τὸν κόσμο στὸ αἷμα. Αἱματοκυλίσατε τὴν ἀνθρωπότητα
Τὸ δικαστήριο τὸν κατεδίκασε εἰς θάνατο. Τὸν πῆγαν στὸ κρατητήριο στὸ Ἑπταπύργιο καὶ μετὰ ἀπὸ δύο μέρες ἀῤῥώστησε ἀπὸ ἐλονοσία. Τὸν πῆγαν στὸ ἀναῤῥωτήριο καὶ ἐκεῖ ἦταν καὶ οἱ Τυπογράφοι, δύο κατὰ σάρκα ἀδελφοὶ μοναχοί, Παντελεήμων καὶ Θεοφύλακτος Νανόπουλος, ἀπὸ τὸ Κελλὶ τῶν Τυπογράφων στὶς Καρυές, καὶ ὁ γερω-Μελέτιος ὁ Συκιώτης. Ὁ π. Γεώργιος καιγόταν στὸν πυρετό. Ἕνα βράδυ μόλις σουρούπωσε, συνῆλθε, κάθισε στὸ κρεββάτι του καὶ εἶπε: -Τώρα ἦρθε ὁ Ἅγιος Παῦλος μὲ τὸν Ἅγιο Γεώργιο καὶ μοῦ εἶπαν ὅτι θὰ μὲ ἐλευθερώσουν σὲ τρεῖς μέρες. Οἱ ἄλλοι δὲν πίστεψαν καὶ θεώρησαν ὅτι παραμιλᾶ ἀπὸ τὸν πυρετό. Ὁ π. Γεώργιος ἔπεσε πάλι σὲ λήθαργο. Σὲ τρεῖς μέρες, ἐνῶ δὲν μποροῦσε νὰ πάρει τὰ πόδια του ἀπὸ τὸν πυρετὸ καὶ τὴν ἐξάντληση, στὶς 3 ἡ ὥρα τὸ μεσημέρι, πήδηξε ἀπὸ τὸν τρίτο ὄροφο πάνω σὲ ἕνα δένδρο, οὔτε κἂν γρατζουνίστηκε καὶ δραπέτευσε. Ἐνῶ ὁ χῶρος φυλαγόταν πολὺ αὐστηρά, κανεὶς δὲν τὸν ἀντιλήφθηκε..
Ξεκίνησε γιὰ τὸ Μοναστήρι. Ἐκεῖ μόνο θὰ ἦταν ἀσφαλής, γιατὶ ἔξω ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ συλληφθῆ. Ξεκίνησε μὲ τὰ πόδια, χωρὶς νὰ γνωρίζει πρὸς τὰ ποῦ βαδίζει. Φθάνοντας στὸ Γομάτι τὸν συνάντησε ἕνας πληροφοριοδότης τῶν Κατακτητῶν. Τοῦ εἶπε: -Εἶσαι ὕποπτος, συλλαμβάνεσαι. Ἔβγαλε τὸ περίστροφο καὶ μὲ τὴν ἀπειλὴ προχωροῦσε μπροστὰ ὁ πατὴρ Γεώργιος καὶ πίσω αὐτός. Σὲ μία στιγμή, στὸ μονοπάτι, ἔκανε ὅτι σκόνταψε καὶ γυρνώντας ἀπότομα τοῦ πῆρε τὸ περίστροφο. Ἄρχισε τοτε νὰ τὸν ἐκλιπαρῆ ὁ ἄλλος: -Σῶσέ με, ἔχω γυναῖκα καὶ παιδιά. Τοῦ χάρισε τὴν ζωὴ καὶ συνέχισε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Κράτησε ὅμως τὸ σίδερο, ὅπως ἔλεγε τὸ περίστροφο. Στὸν Μονοξυλίτη, στὸ Διονυσιάτικο, κινδύνευσε νὰ ἀναγνωρισθῆ ἀπὸ ἕναν ἐργάτη ἀπὸ τὰ πλησιόχωρα μέρη ἀλλὰ μὲ τὴν ἑτοιμολογία του κατάφερε νὰ ξεφύγει καὶ ἔφθασε στὸ Μοναστήρι. Δὲν μπῆκε ὅμως μέσα. Διέμενε σὲ μία σπηλιὰ πάνω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, καὶ ἤξεραν ὅτι εἶναι ἐκεῖ, μόνο ὁ Ἡγούμενος Σεραφείμ, ὁ παπα-Ἀνδρέας ποὺ ἦταν τραπεζάρης, καὶ ὁ πατὴρ Δαυΐδ. Ὁ παπα-Ἀνδρέας πήγαινε καὶ τὸν κοινωνοῦσε κρυφὰ τὰ Σάββατα ποὺ λειτουργοῦσε στὸ Κοιμητήρι. Σημεῖο συναντήσεως ἦταν ἄλλη σπηλιά, ἡ σπηλιὰ τοῦ Ἁγίου Παύλου, πιὸ πάνω ἀπὸ τὸν πύργο τῆς Μονῆς. Ἔμεινε 19 μῆνες στὴν σπηλιά, καὶ μάλιστα πέρασε τότε ἕναν χειμῶνα βαρύτατο. Ἔκανε διάφορα μεθοδεύματα. Ἄναβε τὴν νύχτα φωτιά, γιὰ νὰ μὴν φαίνεται ὁ καπνός, καὶ ἔτσι ζεσταινόταν ἡ σπηλιά. Τὸ βράδυ μὲ ἕνα καλάθι τοῦ κατέβαζαν τρόφιμα ἀπὸ τὸ τεῖχος.
Τὴν ἄνοιξη, ἐπειδὴ ἀργοῦσε νὰ δῆ τὴν σπηλιά ὁ ἥλιος, ἔβγαινε σὲ μία πέτρα ἀπέναντι. Μία φορά, τὸν τσίμπησε ὀχιά. Ἐπικαλέστηκε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ δὲν ἔπαθε τίποτε.
Μία μέρα εἶδε στὸ μονοπάτι ποὺ πάει γιὰ Καρυές, νὰ περνοῦν κάτω ἀπὸ τὴν σπηλιά του τρεῖς Ῥουμᾶνοι, ἕνας ἐκ τῶν ὁποίων τὸν εἶχε προδώσει. Τὸ περίστροφο ποὺ προαναφέρθηκε τὸ εἶχε μαζί του καὶ μποροῦσε νὰ ἐκδικηθῆ. Ἀλλὰ εἶπε: -Ἂς πᾶνε στὸ καλό τους.
Οἱ Γερμανοὶ ἀπεφάσισαν νὰ κάψουν τὸ Μοναστήρι, διότι ὑποψιαζόταν ὅτι κρυβόταν ὁ πατὴρ Γεώργιος. Μπερδεύτηκαν καί, ἀντὶ νὰ πᾶνε στὸν Ἅγιο Παῦλο, πῆγαν στοῦ Διονυσίου. Τοὺς ἔδωσαν προθεσμία μία ἑβδομάδα γιὰ νὰ μαζέψουν τὰ πράγματά τους καὶ νὰ φύγουν. Ὅταν κατάλαβαν ὅτι ἔκαναν λάθος καὶ ἤθελαν νὰ φύγουν, ὁ Ἡγούμενος Γαβριήλ, τοὺς καθυστέρησε καὶ ἔστειλε κάποιον νὰ ειδοποιήσει στὸν Ἅγιο Παῦλο ὅτι θὰ ῤθοῦν οἱ Γερμανοί. Τότε κατάλαβαν οἱ πατέρες γιατὶ ὀ παπα-Σωφρόνιος ὁ Ῥῶσσος τοὺς εἶχε πεῖ τὴν προηγούμενη μέρα νὰ κάνουν προσευχὴ ὅλοι οἱ πατέρες στὰ κελλιά τους, διότι ἔρχεται μεγάλο κακὸ στὸ Μοναστήρι. Οἱ πατέρες, μὲ συμβουλὴ τοῦ πατρὸς Θεοδοσίου ποὺ ἦταν γραμματέας, ἔκαναν μία εἰκονικὴ καταδίκη τοῦ πατρὸς Γεωργίου, μὲ ἀπόφαση νὰ τὸν καταδώσουν οἱ ἴδιοι, ὅταν τὸν δοῦν. Ἦρθαν οἱ Γερμανοί, τοὺς ἔδειξαν τὰ ἔγγραφα καὶ ἐσώθη τὸ Μοναστήρι.
Ὅταν τελείωσε ἡ Κατοχή, καὶ ἐξέλειπε ὁ κίνδυνος, ὁ πατὴρ Γεώργιος ἦρθε στὸ Μοναστήρι καὶ ἀνέλαβε πάλι τὸ διακόνημά του. Ἔλεγε: -Πέρασα δύσκολα, ὅμως τέτοια εὐφροσύνης ψυχῆς δὲν ξαναδοκίμασα. Ἦταν ἡ εὐλογία τοῦ Ἁγίου Παύλου καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ποὺ μὲ ἐλευθέρωσαν.
Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔσωσε φυγαδεύοντάς τον ἦταν γυιὸς ὑπουργοῦ τῆς Νέας Ζηλανδίας. Μόλις τελείωσε ὁ πόλεμος, ἦρθε νὰ τὸν εὐχαριστήσει μὲ μία σακούλα λίρες ἀποκαλώντας τὸν πατέρα Γεώργιο, σωτῆρά του. Τοῦ ἀπάντησε:
-Ὁ Θεὸς σὲ ἔσωσε καὶ ἔσενα καὶ ἐμένα.
-Αὐτὰ τὰ στέλνει ὁ πατέρας μου μὲ ὅλη του τὴν ἀγάπη.
-Δὲν ἔχω ἀνάγκη· αὐτὰ τὰ ἄφησα στὸν κόσμο, πρὶν ξεκινήσω γιὰ ἐδῶ.
-Πάρτα γιὰ τὸ Μοναστήρι.
-Δὲν ἔχει ἀνάγκη τὸ Μοναστήρι ἀπὸ Νεοζηλανδέζικα χρήματα.
Συγκινήθηκε ὁ Νεοζηλανδός, καὶ ἀργότερα ἡ κυβέρνηση τῆς Νέας Ζηλανδίας τοῦ ἔστειλε μία περγαμηνή, ὡς μεγάλο εὐεργέτη της.
Τοῦ ἔστειλαν παράσημο καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγγλία καὶ ἤθελαν νὰ τοῦ δώσουν σύνταξη μὲ χρυσὲς λίρες Ἀγγλίας, ἀλλὰ τἄστειλε πίσω. -Ὅ,τι ἔκανα, γιὰ τὴν πατρίδα μου τὸ ἔκανα, ἔλεγε. Καὶ ἄλλοι πολλοί, ποὺ σώθηκαν ἀπὸ τὸν π. Γεώργιο τὸν εὐγνωμονοῦσαν καὶ ἤθελαν νὰ τὸν ἀνταμείψουν, ἀλλὰ δὲν δέχθηκε τίποτε, ἂν καὶ τότε ἦταν χρόνια δύσκολα λόγω τῆς φτώχειας καὶ τῆς δυσκολίας.
Εἶχε γράψει ἕνα ἐκτενὲς ἡμερολόγιο καταγράφοντας ὅλα ὅσα πέρασε. Ἂν δημοσιευόταν θὰ γινόταν ἀνάρπαστο. Ἀλλὰ μία μέρα, μετὰ τὸν κανόνα του, τὸ ἔκαψε. Εἶπε: -Δὲν ταιριάζουν αὐτὰ σὲ καλόγερο.
Ἂν καὶ ἦταν ὀλιγογράμματος, διεκπεραίωνε ὑποθέσεις σοβαρὲς τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ ἐπιτυχία. Πῆγε στὴν Τράπεζα κατ’ ἐντολὴν τῆς Μονῆς καὶ πῆρε χρήματα γιὰ μία ὑπόθεση χωρὶς ταυτότητα. –Τί τὴν θέλετε τὴν ταυτότητα; Ἐγὼ εἶμαι. Ἄλλη φορά, πῆρε λίρες ἀπὸ τὴν Τράπεζα καὶ τὶς ἔβαλε σὲ ἕναν παλαιὸ ντορβᾶ λερωμένο· ἀπὸ πάνω ἔβαλε μία παλαιὰ φανέλα καὶ τὶς μετέφερε στὸ Μοναστήρι. Στὴν ἐπιμονὴ τοῦ εἰσπάκτορα νὰ βάλει τὸν ντορβᾶ μὲ τὶς ἀποσκευές, ὁ π. Γεώργιος δὲν δέχτηκε. Τοῦ εἶπε: -Ὅλες οἱ κυρίες ἔχουν τὴν τσάντα μαζί τους. Καὶ ἐγὼ ποὺ εἶμαι καλόγερος, ἔχω τὸν ντορβᾶ μου.
Τὸν ἔστελνε τὸ Μοναστήρι καὶ ἀγόραζε σιτάρι ἀπὸ τὴν Καλλικράτεια. Μία χρονιά, δὲν βρῆκε σιτάρι καὶ ἔπρεπε νὰ πάει στὴν Θεσσαλία. Μπῆκε στὸ λεωφορεῖο νὰ πάει γιὰ Λάρισα. Σὲ λίγο ἦρθε καὶ κάθισε μία γυναῖκα δίπλα του. Τοῦ λέγει ὁ λογισμὸς νὰ δἦ ποιὰ εἶναι, καὶ ἀμέσως ἐπακολούθησε ἕνας διάλογος μὲ τὸν λογισμό του:
-Γιατί νὰ δῆς;
-Νὰ ξέρω μὲ ποιὸν συνταξιδεύω.
-Ὄχι, δὲν θὰ τὴν δῆς. Ἐξ  ἄλλου τὸ Εὐαγγέλιο λέγει ὅτι, ἂν δῆς γυναῖκα μὲ ἐπιθυμία, ἤδη ἐμοίχευσες ἐν τῇ καρδίᾳ σου.
-Βρέ, μία ματιὰ νὰ τὴν δῆς, δὲν χάθηκε ὁ κόσμος. Μήπως εἶναι καὶ καμμία συγγενής σου.
Τελικά, συνταξίδεψαν τόσες ὧρες ἀπὸ Θεσσαλονίκη μέχρι Λάρισα καὶ δὲν γύρισε νὰ τὴν δῆ. Οὔτε τὴν μίλησε οὔτε τὴν χαιρέτησε. Ἀφοῦ ἔφθασαν, περίμενε νὰ κατεβῆ ἡ γυναῖκα καὶ μετὰ νὰ σηκωθῆ καὶ αὐτὸς γιὰ νὰ μὴν τὴν δῆ. Πῆγε στὴν δουλειά του ὁ π. Γεώργιος καὶ τότε ὁ Θεὸς τὸν ἀντάμειψε. Αἰσθάνθηκε μία κατάσταση ἀπερίγραπτη. Ἔλεγε: -Τέτοια ἀγαλλίαση ποὺ δοκίμασα... Ἔτσι ἂν εἶναι στὸν Παράδεισο, παραπάνω δὲν θέλω. Καὶ δὲν ἦταν μία στιγμή. Μέρες κράτησε. Ἔφυγα ἀπὸ τὴν Λάρισα, γύρισα στὸ Μοναστήρι, αὐτὸ ἦταν μέσα στὴν ψυχη μου. Εὐφροσύνη ψυχῆς.
Ὁ π. Γεώργιος ἦταν προικισμένος μὲ πολλὰ τάλαντα καὶ μὲ δύναμη ψυχῆς. Σὲ ὅλα του ἦταν ἀριστέας. Καὶ φυσικά, πιὸ πολὺ διακρίθηκε στὸ μοναχικὸ στάδιο καὶ ἀνέβηκε πνευματικά. Ἦταν βέβαια μεγάλος ἀγωνιστής, ἀλλὰ πολὺ βοηθήθηκε ἀπὸ τὶς συμβουλὲς τοῦ ἐνάρετου Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Γρηγορίου, Ἀθανασίου. Τὶς εἶχε μετὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὶς τήρησε κατὰ γράμμα.
Τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Ἡγούμενος: -Γράμμα δὲν θὰ γράψεις ποτὲ σὲ κανέναν. Τελείωσε γιὰ σένα ὁ κόσμος. Καὶ πράγματι κάνοντας ὑπακοὴ δὲν ἔγραψε οὔτε μία σειρά. Ἐπειδὴ ἦταν στὸν Ἀρσανᾶ, τὸν γνώριζαν πολλοί, καὶ τοῦ ἔστελναν γράμματα καὶ εὐχητήριες κάρτες. Δὲν τ’ ἄνοιγε. Τὰ ἔδινε σὲ κάποιον καὶ τοῦ ἔλεγε: -Δὲς τὶ εἶναι αὐτό, καὶ ἂν θέλεις, ἀπάντησέ τον
Τοῦ εἶπε ἀκομη ὁ παπα-Θανάσης: -Ὁ καλόγερος, πρέπει νὰ φτύνει τὸ κρεββάτι του!, ἐννοώντας προφανῶς νὰ εἶναι ἀτημέλητο. Καὶ ὁ π. Γεώργιος ἔλεγε ὅτι αὐτὸ τὸ τήρησε μὲ ἀκρίβεια.
Τοῦ εἶχε πεῖ ἐπίσης ὁ παπα-Θανάσης: -Λάμπα δὲν θὰ ἀνάψεις. Θὰ μαζεύεσαι νωρὶς στὸ κελλί σου, νωρὶς θὰ κοιμᾶσαι καὶ θὰ σηκωνεσαι νωρὶς γιὰ τὸν κανόνα καὶ τὴν ἀκολουθία. Τὸ εἶπε μία φορὰ ὁ Πνευματικός του καὶ τὸ κράτησε γιὰ ὅλη του τὴν ζωή. Ποτέ του δὲν ἄναψε λάμπα.
Τοῦ εἶπε ἀκόμη νὰ μὴν βάλει νερὸ στὸ σῶμά του. Αὐτὸς τὸ κράτησε καὶ ἔκανε καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴν ἐντολή. Ἀπὸ τότε τήρησε τελεία ἀλουσία. Ἔλεγε: -Ἂν καὶ στὸ χωριό μου ἤμουν δελφίνι, κολυμποῦσα πολύ, ἀπὸ τότε ποὺ ἦρθα στὸ Μοναστήρι, δὲν ξαναμπῆκα στὴν θάλασσα. Ἐπίσης ἔλεγε: -Μὲ τὴν σκούπα καὶ τὴν σφουγγαρίστρα ἐμεῖς μαλώσαμε ἀπὸ χρόνια.
Τὰ πόδια του ἦταν σὰν τῆς χελώνας. Εἶχαν πιάσει λέπια. Τὸ κεφάλι του λὲς καὶ τὸ εἶχε βουτήξει στὴν καρβουνόσκονη. Τὸ σῶμά του πεντακάθαρο, σὰν βαμβάκι. Δὲν μύριζε, ἀλλὰ ἡ ἀτημέλητη καὶ ῥυπαρὴ ὄψη του ἀπωθοῦσε τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ π. Γεώργιος ἔμοιαζε μὲ πολύτιμο ἀδάμαντα ἑκουσίως πεταμένο στὶς λάσπες καὶ στὰ χώματα. Αὐτὸ ἤθελε καὶ ὁ ἴδιος. Τὸ ἔκανε γιὰ ἄσκηση καὶ γιὰ ταπείνωση, γιὰ νὰ τὸν περιφρονοῦν. Προσπαθοῦσε νὰ μὴν φαίνεται σπουδαῖος καὶ νὰ μὴν τὸν τιμοῦν. Ἑκουσίως ποτὲ δὲν πλύθηκε. Ὅταν ἔβαλαν κρεμοσάπουνο στὸ μαγειρεῖο ῥώτησε ἐντυπωσιασμένος τὶ εἶναι αὐτὸ καὶ πάτησε τὸ κουμπί. Μόλις τοῦ εἶπαν σαπούνι, σκούπισε τὰ χέρια του στὸ ζωστικό, καὶ ἔλεγε στενοχωρημένος ἐμφανῶς καὶ μὲ ἀπορία: -Πά, πά, πά, σαπούνι!
Καινούργιο ῥοῦχο δὲν φοροῦσε ποτέ. Ἔλεγε: -Δοῦλος στὰ ῥοῦχα δὲν γινομαι. Οὔτε τὰ ῥάσα οὔτε ἡ κουρὰ κάνουν τὸν μοναχο, ἀλλὰ ὁ οὐράνιος πόθος καὶ ἡ ἔνθεος πολιτεία. Ἂν πήγαινε ὅμως ἔξω στὸν κόσμο γιὰ ὑποθέσεις τοῦ Μοναστηριοῦ, πρόσεχε λίγο τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ μὴν προκαλῆ. Ὅταν ἦταν στὸ Μοναστήρι ὅμως τὰ ῥοῦχά του δὲν πιάνονταν. Ποτὲ δὲν ἄλλαξε φανέλα. Ἂν δὲν ἔλιωνε ἡ μία πάνω του, δὲν φοροῦσε ἄλλη. Εἶχε ἕνα ζωστικὸ σχισμένο καὶ τὸ ἔῤῥαψε μὲ σύρμα χονδρὸ ποὺ φαινόταν. Ὅταν χρειαζόταν παντελόνι, ἀφοῦ εἶχε λειώσει τὸ δικό του, πήγαινε καὶ ἔπαιρνε ἀπὸ τὰ ἁπλωμένα τῶν πατέρων τὸ πιὸ παλαιό. Ἂν τοῦ ἐρχόταν μακρύ, τὸ ἔκοβε μὲ τὸν σουγιά, καὶ τὸ φοροῦσε. Τὸ ἴδιο καὶ ὅταν χρειαζόταν παπούτσια. Τὰ φοροῦσε, τὰ ἔδειχνε σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἀνῆκαν καὶ ἔλεγε μὲ τὸν χαριτωμένο τρόπο του: -Θεὸς σχωρέσ’ τὸν αὐτὸν ποὺ ἔχασε αὐτὰ τὰ παπούτσια. Καὶ ὅταν τοῦ ἔλεγε ὁ π. Γεράσιμος: -Βρὲ π. Γεώργιε, μήπως εἶναι τὰ δικά μου;, ἔκανε ὅτι παρεξηγεῖτο καὶ ἔλεγε: -Τί, κλέφτη μὲ λές;
Ἔκανε αὐτὸ ὁ π. Γεώργιος, γιὰ νὰ φορᾶ πάντα παλαιά, ἐνῶ οἱ πατέρες ἦταν εὔκολο νὰ βροῦν ἄλλα καὶ μάλιστα καινούργια. Ὁ τρόπος του ἦταν ὡραῖος, εὐχάριστος καὶ ἔκρυβε πνευματικὸ-καλογερικὸ βάθος.
Δὲν εἶχε καμμία προσπάθεια γιὰ τὰ ἐξωτερικά, οὔτε γιὰ τὰ χρήματα. Ὅταν ἦταν στὸν Ἀρσανᾶ, γηροκομοῦσε ἕνα γεροντάκι ποὺ ὅταν ἐκοιμήθη, βρῆκε νὰ ἔχει 70 λίρες. Δὲν κράτησε καμμία. Τὶς ἔδωσε ὅλες στὸ Μοναστήρι.
Τοῦ ἔλεγε κάποιος συγκοινοβιάτης του πειράζοντάς τον:
-Ἡ καθαριότητα εἶναι μισὴ ἀρχοντιά, ἔλεγε ἡ δασκάλα μου, π. Γεώργιε.
-Αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς κοσμικούς, πάτερ μου. Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ, ἄλλα λέει, ἀπαντοῦσε μὲ εὐστροφία.
Διάβαζε πολὺ τὴν Φιλοκαλία ποὺ τὴν ἀποκαλοῦσε Μεγάλη Φυλλάδα, γιατὶ ἦταν ἐπίτομη, καὶ τὸν Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τὸν Σύρο. Αὐτὰ τὰ δύο βιβλία τὰ εἶχε πάντα μαζί του καὶ ὅ,τι ἔλεγε ἐπεκαλεῖτο τὸν Ἀββᾶ Ἰσαὰκ καὶ στήριζε πατερικὰ ὅσα ἔλεγε.
Ἔλεγε σὲ μοναχό: -Εἶχα μία φιλενάδα, ποὺ ὄταν εἶχα δυσκολία, καὶ τὴν συμβουλευόμουν, ποτὲ δὲν ἔπεφτα ἔξω.
Παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν τοῦ Δημοτικοῦ ἤξερε ὁλόκληρα κεφάλαια ἀπὸ ἔξω. Τὴν Φιλοκαλία ἀπὸ τὸ πολὺ διάβασμα τὴν εἶχε λειώσει. Γενικά, ἀπέφευγε νὰ συμβουλεύει. -Ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας, ἔλεγε. Ὅταν τὸν ζητοῦσαν συμβουλές, ἀπαντοῦσε: -Ἐγὼ πάτερ μου νὰ σᾶς συμβουλέψω; Θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου ἀνάξιον. Καθένας ξέρει πῶς θὰ οἰκονομήσει τὴν σωτηρία του. Ὅλους τοὺς μιλοῦσε στὸν πληθυντικό, καὶ τὸν τελευταῖο δόκιμο. Εἶχε μία πηγαία εὐγένεια. Μιλοῦσε μὲ τό: -Σᾶς παρακαλῶ, στὸν ἄλλο, καὶ δικαιολογοῦσε μὲ χαριτωμένο τρόπο τὴν συμπεριφορά του λέγοντας: -Εἶχα δυο γειτόνισσες Εὐγενίες, δὲν μπορῶ νὰ τὶς προσβάλω.
Ἦταν πολὺ φιλακόλουθος. Πρὶν ἀπό τό· Εὐλογητός, κατέβαινε στὴν ἐκκλησία καὶ μετὰ τό· Δι’ εὐχῶν, ἔφευγε. Ποτέ δὲν καθόταν στὸ στασίδι. Στεκόταν πάντα  ὄρθιος. Ἦταν ἐντολὴ τοῦ παπα-Θανάση νὰ μὴν κάθεται στὴν Λειτουργία.
Ἕνας παλαιὸς Ἡγούμενος διορατικός, ἔβλεπε τοὺς δαίμονες νὰ πηδοῦν μέσα στὸ Μοναστήρι ἀπὸ τὸ κάστρο μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο καὶ ἔλεγε στοὺς πατέρες: -Γρήγορα, στὰ κελλιά σας πατέρες, γρήγορα. Ὁ Ἐκκλησιαστικὸς ποὺ ἦταν νέο καλογέρι καὶ εἶχε ἀκούσει αὐτὴ τὴν ἱστορία, φοβόταν λίγο τὴν νύχτα ποὺ ἔκανε ἐγερτήριο στὸν κανόνα καὶ μετὰ ποὺ πήγαινε στὴν Ἐκκλησία γιὰ τὰ καντήλια. Ὅμως ἐκεῖ εὕρισκε τὸν π. Γεώργιο, ποὺ ἐρχόταν πρὶν ἀπὸ τὸ πρῶτο ξύλο, καθόταν στὸν νάρθηκα καὶ ἔκανε κομποσχοίνι. Τὸν παρηγοροῦσε ἡ παρουσία τοῦ π. Γεωργίου καὶ κάποια φορὰ τὸν ῥώτησε γιατὶ ἔρχεται τόσο νωρίς. Ἐκμυστηρεύτηκε ὁ π. Γεώργιος τὸ ἑξῆς: -Ὅταν ἤμουν νέος, δύο τρεῖς φορές, καθυστέρησα στὴν ἀκολουθία. Εἶπα· ἂς τελειώσει τὸ Μεσονυκτικό, εἶμαι κουρασμένος. Εἶδα τότε τὸν Ἅγιο Παῦλο στὸν ὕπνο μου μὲ τὸ μπαστούνι νὰ μοῦ λέγει: Σήκω καὶ κατέβα στὴν ἀκολουθία, διότι θὰ σπάσω τὸ μπαστούνι στὴν πλάτη σου. Ἀλλοίμονό σου. Εἶχε ἀκρίβεια μεγάλη. Μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο οὔτε ἔπινε νερό, οὔτε ἔτρωγε τίποτε. Προσκυνοῦσε τελευταῖος καὶ ἔλεγε: -Ἐγὼ τὴν σειρά μου τὴν ξέρω. Πᾶω τελευταῖος γιὰ νὰ εἶμαι πρῶτος. Δὲν πίστευε φυσικὰ ὅτι θὰ εἶναι πρῶτος, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ κάλυπτε τὴν ταπεινή του ἐνέργεια. Ἀπὸ εὐλάβεια, ὅταν ἔπαιρνε ἀντίδωρο ἢ στὴν χρίση ποὺ γινόταν στὶς Ἀγρυπνιες, δὲν γύριζε τὴν πλάτη στὸν ἱερέα, ἀλλὰ ἔφευγε πισωβαδίζοντας.
Ἀξιώθηκε νὰ δῆ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο σὲ ὀπτασία, ἐν ὥρᾳ ἀκολουθίας. –Εἶδα ἕναν ἀρχιερέα μὲ ἅπασαν τὴν ἀρχιερατικὴ στολὴ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. Στὴν ἀπορία μου ποιὸς εἶναι, ὁ ἐνδιάθετός μου λόγος μοῦ εἶπε: Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Ἔτρεξα καὶ ἔβαλα ἐδαφιαία μετάνοια ζητώντας τὴν εὐχή του νὰ μὲ εὐλογήσει: Δός μου τὴν εὐχή σου καὶ εὐλόγησέ με. Ἐμεῖς στὸ Μοναστήρι σὲ κάνουμε καὶ Ἀγρυπνία. Μὲ σταύρωσε καὶ ἔπειτα ὅλα χάθηκαν.
Ἄλλη φορά, διηγήθηκε: -Ἐνῶ στεκόμουν μία φορὰ στὸν νάρθηκα καὶ ἔβγαιναν οἱ πατέρες ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, εἶδα κάτι παράδοξο. Ἄλλοι πατέρες ἦταν ντυμένοι μὲ ἅπασα τὴν μοναχικὴ ἐνδυμασία, ῥάσο, σκουφί, κουκούλι, Σχῆμα. Ἀπ’ ἄλλους τοὺς ἔλειπε τὸ κουκούλι, ἀπὸ ἄλλους τὸ σκουφί, ἀπὸ ἄλλους τὸ Σχῆμα, ἀπὸ ἄλλους τὸ ῥάσο, ἄλλοι ἦταν μὲ τὰ ῥοῦχα μόνο. Τότε ἄκουσα φωνὴ δίπλα μου νὰ λέει: -Αὐτὸ ποὺ βλέπεις δείχνει τὶ ἔχει πάρει ὁ καθένας ἀπὸ τὴν ἀκολουθία, καθὼς βγαίνει ἀπὸ τὸν ναό.
Ἀγαποῦσε τὴν παράδοση καὶ ἀποστρεφόταν τὰ κοσμικὰ πράγματα καὶ τὶς τεχνικὲς ἐξελίξεις. Ἦταν Ἀντιπρόσωπος καὶ τότε ἡ Κοινότητα συζητοῦσε τὸ θεμα διανοίξεως αὐτοκινητοδρόμων στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἴσως ἦταν λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν χιλιετηρίδα. Ὁ π. Γεώργιος ἦταν ἀντίθετος καὶ δὲν ὑπέγραψε. Ἔβλεπε πολὺ μακρυά. Κατενόησε πολὺ σωστά, ὅσον ὀλίγοι, ὅτι οἱ δρόμοι θὰ καταστρέψουν τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὅμως οἱ δρόμοι ἔγιναν καὶ ὁ π. Γεώργιος ὅταν εἶδε νὰ ἀνοίγουν δρόμο στὸ Μοναστήρι του, ἔφυγε καὶ πῆγε γιὰ ἑναμιση χρόνο στὴν Κερασιά. Ἕνας Πνευματικός, τὸν συμβούλευσε: -Καλὰ ἔκανες καὶ ἔφυγες, ἀλλὰ ἐγῶ σοῦ συνιστῶ νὰ γυρίσεις πίσω, διότι μπορεῖ οἱ μερες σου νὰ εἶναι λίγες, καὶ εἶδα πολλοὺς νὰ πεθαινουν μακρυὰ ἀπὸ τὴν μετάνοιά του δυστυχισμένοι.
Γύρισε στὸ Μοναστήρι του καὶ εἶδε νὰ ἀνοίγονται καὶ ἄλλοι δρόμοι. Εἶπε τότε στὸν ἑαυτό του: -Ἀπὸ τὸ Μοναστήρι μου δὲν φεύγω, ἀλλὰ μέσα στὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν θὰ ἀνέβω ποτὲ σὲ αὐτοκίνητο, ἐπειδὴ δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς δρόμους, διότι θὰ καταστρέψουν τὸ Ἅγιον Ὄρος. Πράγματι τὰ λόγια του τὰ συνόδευσε ἡ πράξη. Ἔξω στὸν κόσμο ποὺ ἔβγαινε γιὰ διάφορες ὑποθέσεις τῆς Μονῆς, ἀνέβαινε σὲ αὐτοκίνητο· στὸ Ὄρος ὅμως, ὄχι. Δὲν ἀνέβαινε οὔτε καὶ στὸ λεωφορεῖο. Πήγαιναν στὸ βουνὸ ὑπηρεσιακὰ νὰ δοῦν κάτι, καὶ αὐτὸς ξεκινοῦσε δύο ὧρες νωριτερα μὲ τὸ μουλάρι. Καὶ σὰν Ἀντιπρόσωπος ἀνέβαινε ἀπὸ τὴν Δάφνη στὶς Καρυὲς μὲ τὰ πόδια. Τέτοια ἀκρίβεια εἶχε! Καὶ τὴν ἀκρίβεια αὐτή, τὴν διδάχτηκε ἀπὸ τὴν γριγιά, ὅπως ἀλλοιῶς ἔλεγε τὴν Φιλοκαλία, γιὰ νὰ μὴν φαίνεται ὅτι διαβάζει.
Κάποτε, ποὺ εἶχε πρόβλημα μὲ τὴν κήλη, ἐπισκέφθηκε ἕναν γνωστό του Ἀντιπρόσωπο στὸ Βατοπέδι καὶ προσκύνησε τὴν Τιμία Ζώνη τῆς Παναγίας. Προσευχήθηκε καὶ ἡ Παναγία τὸν θεράπευσε. Ἀπὸ τότε κάθε χρονιὰ μέχρι τὴν κοίμησή του πήγαινε στὴν πανήγυρη τῆς Ἁγίας Ζώνης. Οὔτε κελλὶ ἤθελε οὔτε κρεββάτι. Οἱ πατέρες τὸν γνώριζαν καὶ ἔκαναν τὸ πᾶν γιὰ νὰ τὸν ἀναπαύσουν, ἀλλὰ αὐτὸς καθόταν σὲ ἕνα στασίδι στὸν νάρθηκα σὲ ὅλη τὴν ἀγρυπνία. Ξεκινοῦσε μία μέρα πρὶν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι του μὲ τὸ καράβι. Ἀνέβαινε στὶς Καρυὲς μὲ τὰ πόδια καὶ τὸν ντορβᾶ στὴν πλάτη, καὶ ἀπὸ τὶς Καρυὲς μέχρι τὸ Βατοπέδι πάλι μὲ τὰ πόδια. Μετὰ τὴν ἀγρυπνία ἔφτανε στὶς Καρυὲς μὲ τὰ πόδια, διανυκτέρευε καὶ πάλι μὲ τὰ πόδια κατέβαινε στὴν Δάφνη γιὰ νὰ πάρει τὸ καράβι. Αὐτὸ τὸ ἔκανε μέχρι τὸ 1997, σὲ ἡλικία 87 ἐτῶν, διότι τὸ ἑπόμενο ἔτος ἐκοιμήθη.
Ὅταν στὸ Μοναστήρι ἔβαλαν ζυμωτήριο, δὲν ξαναμπῆκε στὸ μαγκιπειό, παρὰ μόνο μία φορά, ὅταν τὸν παρακαλοῦσε ὁ μάγκιπας νὰ τὸν βοηθήσει γιατὶ  εἶχε ἀποτυχίες μὲ τὸ ψωμί, καὶ τοῦ εἶπε καὶ ὁ Γέροντας. Πῆγε καὶ μὲ μία ματιὰ κατάλαβε τὶ ἔφταιγε. Τὸν συμβούλευσε καὶ ἔφυγε.
Στὸ κελλί του εἶχε μόνο ἕνα ῥολόϊ, τὸ μπαγκράτσι ποὺ ἔπαιρνε τὸ φαγητό του καὶ ἕνα ζωστικὸ ποὺ δὲν πιανόταν.
Δὲν ἄφησε νὰ τοῦ βάλουν οὔτε ῥεῦμα οὔτε καλοριφέρ. Ἔμενε μὲ τὴν ξυλόσομπα. Οἱ τοῖχοι ἦταν κατάμαυροι, διότι εἶχε τὴν πόρτα τῆς σόμπας ἀνοιχτή, γιὰ νὰ βλέπει τὴν φωτια καὶ ἔτσι κάπνιζε καὶ μαύριζαν οἱ τοῖχοι. Προτιμοῦσε νὰ καβαλᾶ τὰ ξύλα μὲ τὰ χέρια καὶ νὰ ἀνεβαίνει τὶς σκάλες, παρὰ νὰ βάλει καλοριφέρ. Ἦταν ἀντίθετος μὲ τὶς τεχνικὲς ἐξελίξεις, τὸ κοσμικὸ πνεῦμα καὶ τὶς ἀλόγιστες εὐκολίες. Αὐτὰ τὰ θεωροῦσε ἀταίριαστα καὶ καταστρεπτικὰ γιὰ τοὺς μοναχούς.
Ἂν καὶ ἦταν δραστήριος καὶ ἐργατικός, ἀγαποῦσε πολὺ τὴν ἡσυχία. Ἔλεγε: -Ἡ καλύτερη συντροφιὰ τῆς ψυχῆς μου εἶναι ἡ μοναξιά. Ἦταν Ἀντιπρόσωπος καὶ ἔμενε στὶς Καρυές. Γιὰ μία περίοδο 27 ἡμερῶν εἶχε πυκνὴ ὁμίχλη, τόση ποὺ ἡ κερασιὰ ἀπέναντι ἀπὸ τὸ παράθυρό του δὲν φαινόταν Ὁ φιλήσυχος π. Γεώργιος δὲν στενοχωρήθηκε. Τὸ θεώρησε εὐλογία καὶ ἔλεγε: -Ἦταν οἱ καλύτερες μέρες τῆς ζωῆς μου. Καθόμουν καὶ ἔκανα κομποσχοίνι.
Ἱεροκοινοτικὸ πρόσωπο μαρτυρεῖ: -Ἀπὸ τοὺς Ἀντιπροσώπους, αὐτὸς ποὺ μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἦταν ὁ π. Γεώργιος ὁ Ἁγιοπαυλίτης. Πολὺ καλὸς καλόγερος καὶ ἄνθρωπος τῆς εὐχῆς. Ὅταν ἦταν Ἐπιστάτης, ἔφευγε ἀπὸ τὸ γραφεῖο ποὺ καθόταν ὅλοι οἱ ἄλλοι καὶ πήγαινε σὲ ἕνα διπλανό, καὶ ἔκανε κομποσχοίνι. Ὅταν τὸν φώναζαν νὰ βάλει ὑπογραφή, πήγαινε, ὑπέγραφε καὶ πάλι ἔφευγε γιὰ νὰ συνεχίσει τὰ κομποσχοίνια του. Εἶχε διάκριση καὶ ἀρχοντιά. Σὲ θέματα ποὺ δὲν συμφωνοῦσε γιὰ λόγους μοναχικῆς συνειδήσεως, οὔτε καυγάδιζε, οὔτε πείσμωνε, οὔτε προσπαθοῦσε νὰ ἐπιβάλει τὴν γνώμη του.
Κάποια φορά, ὅταν ἦταν Ἀρσανάρης, ἦρθαν τέσσερις Γερμανοὶ νὰ φιλοξενηθοῦν. Ἔχασαν τὸν δρόμο ἐρχόμενοι ἀπὸ τὸ Διονυσίου καὶ ἡ πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ εἶχε κλείσει. Τοὺς δέχτηκε, τοὺς ἔστρωσε τράπεζα, τοὺς κοίμησε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο καὶ τὸ πρωΐ ἔφυγαν εὐχαριστημένοι. Ἂν καὶ ὑπέφερε τόσα ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, ὅλα τὰ ξέχασε, γιατὶ ἦταν μαθητὴς γνήσιος τοῦ Ἐσταυρωμένου, ποὺ δίδαξε ἔμπρακτα τὴν ἀγάπη καὶ πρὸς τοὺς ἐχθρους.
Φρόντιζε στὸν Ἀρσανᾶ νὰ κάνει κάπου-κάπου Λειτουργίες. Κάποια φορά, κάλεσε τὸν Ἡγούμενο π. Ἀνδρέα καὶ τὸν π. Γεράσιμο. Μόλις τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, ἔκανε καφὲ στοὺς ἄλλους καὶ αὐτὸς μὲ πίστη πῆγε νὰ σηκώσει τὶς πετονιές. Ἦταν σίγουρος, γιατὶ εἶχε παρακαλέσει τὸν Ἅγιο Δημήτριο στὸν ὁποῖο τιμᾶται ὁ ναὸς τοῦ Ἀρσανόσπιτου, καὶ περίμενε τὸ θαῦμα. –Χθὲς ἔβαλα μετάνοια καὶ τὸν παρακάλεσα γιὰ ἕνα ψαράκι, εἶπε. Πράγματι πιάστηκε ἕνα ῥοφαδάκι δύο πιθαμές. -Ὁ Ἅγιος Δημήτριος θὰ σᾶς κάνει τὴν τράπεζα, εἶπε. Οἱ πατέρες θαύμασαν τὴν πίστη του. Τὸ ἔψησε, δόξασαν τὸν Θεὸ καὶ εὐχαρίστησαν τὸν Ἅγιο.
Ἦταν εὔχαρις καὶ εὐχάριστος στὴν ἐπικοινωνία του μὲ τοὺς ἄλλους, λέγοντας τὰ ὡραῖά του ἀστεῖα. Ἔλεγε σὲ κάποιον μοναχό: -Σᾶς παρακαλῶ, μπορεῖτε νὰ μοῦ δώσετε δύο σκόρδα. Ἐγὼ δὲν τὰ τρώω, ἀλλὰ ἔχω ποίηση (πίεση), καὶ αὐτὰ μοῦ εἶπαν ὅτι βοηθοῦν στὴν ποίηση. Ἄλλη φορὰ δὲν αἰσθανόταν καλὰ καὶ ἔλεγε: -Ἀκούω πὼς κυκλοφορεῖ οἴηση (ἴωση). Μήπως ἔχω καὶ ἐγώ; Τὸν ἀπόπαιρνε κάποιος λέγοντάς του: -Δὲν ξέρεις τί λὲς μωρέ; Ἀπαντοῦσε ταπεινά: -Εὐχαριστῶ πολὺ πάτερ. Ἄλλη φορὰ δὲν θὰ ξαναπώ.
Συμβούλευε κάποιον ποὺ ἤθελε νὰ ἀδυνατίσει: -Θὰ σοῦ πῶ ἐγὼ τὸ φάρμακο. Ἀκινησία σιαγόνων. Σίγουρα θὰ ἀδυνατίσεις.
Ἐπίσης ἔλεγε ἀπὸ τὴν πεῖρά του: -Ἅμα ἀφήσεις τὴν ἀκολουθία, τὸν κανόνα καὶ τὴν ἐξομολόγηση, εἶναι σὰν βάζεις γράσο στὰ παπούτσια σου καὶ ὁ διάβολος θὰ σὲ βγάλει ἀπὸ τὸ Μοναστήρι.
Δὲν δεχόταν τίποτε ἀπὸ κανέναν. Ὅ,τι καὶ ἂν τοῦ ἔδιναν, δὲν τὸ δεχόταν. Καὶ ὅταν τὸν ῥωτοῦσαν: -Γιατί;, ἀπαντοῦσε: -Τὸ βρῆκα στὸν Μεγαλο Κανόνα. Ἐξολλυσιν ἑαυτὸν ὁ δωρολήπτης (Παροιμιῶν ιε΄, 27). Κάποια φορὰ ποὺ ἦταν στὸν κόσμο τὸν εἶδε μία ἡλικιωμένη μὲ τρύπια παπούτσια καὶ τοῦ εἶπε: -Ἐπιτρέψτε μου, πάτερ, νὰ σᾶς πάρω ἕνα ζευγάρι παπούτσια. Ἀπάντησε: -Εἶμαι ἀπὸ Μοναστήρι ποὺ ἔχει καὶ παπούτσια. Ἔχει ἄλλους φτωχούς, βοήθησε ἀλλοῦ.
Ζοῦσε τὴν ξενητεία μὲ ὅλη τὴν σημασία τῆς λέξεως. Ὅταν κατέβαινε στὴν Ἀθήνα γιὰ ὑποθέσεις τοῦ Μοναστηριοῦ, δὲν περνοῦσε νὰ δῆ τὴν μάννα του ποὺ ἦταν χήρα ἀπὸ νέα. Ἔλεγε: -Ἐγώ, ἀπαρνήθηκα αὐτὸν τὸν κόσμο γιὰ τὸν Χριστο. Ἂν πηγαίνω ἐγὼ νὰ δῶ τοὺς δικούς μου, θὰ πρέπει νὰ πάνε καὶ οἱ ἄλλοι. Δὲν παρέβαινε ὁ ἴδιος τὶς μοναχικές του ὑποσχέσεις οὔτε γινόταν αἴτιος νὰ τὶς παραβοῦν ἄλλοι.
Κάποια φορά, ποὺ θὰ συνόδευε ἕνα νέο καλογέρι ἔξω στὸν κόσμο γιὰ γιατρό, τοῦ εἶπε ὁ νέος μοναχὸς ὅτι κανόνισε μὲ τὸν Ἡγούμενο νὰ ἔρθη ἡ μητέρα του νὰ τὸν δῆ. Ὁ π. Γεώργιος ἀπάντησε: -Ὅπως ἔχετε κανονίσει μὲ τὸν Γέροντα, πάτερ. Ἁπλῶς κοίταξε αὐτὰ εἶναι σχοινιὰ ποὺ κρατᾶν τὸ καράβι. Ὅσα περισσότερα σχοινιὰ τοῦ κόψουμε, δὲν θὰ κρατηθεῖ τὸ καράβι καὶ θὰ προχωρήσει.
Κάποτε τὸν εἶδε μία χωριανή του στὴν Ἀθήνα καὶ τὸν φώναξε. Αὐτὸς συνέχισε βαδίζοντας πιὸ γρήγορα. Ἐκείνη ἔτρεξε, τὸν πρόφθασε καὶ τὸν ῥώτησε:
-Δὲν εἶσαι ὁ πάτερ Γεώργιος;
-Πάψε κυρά μου, ποιός πάτερ Γεώργιος; Ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ πάτερ Γεώργιος; Μπερδεύτηκες.
-Ἄχ, μὲ συγχωρῆτε... εἶπε ἡ γυναῖκα ντροπιασμένη.
Καὶ ὁ π. Γεώργιος συνέχισε τὸν δρόμο του ψιθυρίζοντας στὸν συνοδοιπόρο του:
-Ἄστην ἐκεῖ. Κουβέντα θὰ κάνουμε τώρα; Ἐμεῖς ἔχουμε ἄλλες δουλειές.
Σὲ προσκυνητή, ποὺ τὸν ῥώτησε ἀπὸ ποῦ εἶναι, ἀπάντησε εὔστροφα καὶ ἁπλά: -Ἄ, ἐγὼ σὲ καράβι γεννήθηκα, δὲν εἶμαι ἀπὸ πουθενά. Στὸ Μοναστήρι ὁ προσκυνητὴς ἔμαθε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ π. Γεώργιος, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε κανεὶς νὰ τὸν γνωρίζει καὶ νὰ ἀσχολῆται μαζί του. Κάποτε ποὺ ἦταν κηπουρός, κάποιος προσκυνητὴς εἶχε μπερδευτῆ, ἔχασε τὸ μονοπάτι καὶ ἔφθασε σὲ ἀδιέξοδο. Τὸν ἄκουσε ὁ π. Γεώργιος ποὺ φώναζε βοήθεια. Πῆγε καὶ τὸν ἔσωσε. Τὸν Ἑσπερινὸ τὸν εἶδε ὁ ἄνθρωπος καὶ ἤθελε νὰ τὸν εὐχαριστήσει. Ἀπάντησε: -Ἐμένα, κύριε; Δὲν σᾶς ξέρω. Λάθος κάνετε, καὶ ἐξαφανίστηκε.
Ὅταν ὁ π. Γεώργιος πέρασε τὰ 80 του ἔλεγε: -Ἐγὼ τὶς δυναστεῖές μου τὶς πέρασα, τώρα τί περιμένω; Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα κόπος καὶ πόνος.
Σταμάτησε πλέον νὰ κάνει διακόνημα καὶ περνοῦσε τὴν ἡμέρα του στὸ σημεῖο ποὺ ἡ Μάρω, ὅταν ἔφερε τὰ Τίμια Δῶρα, ἄκουσε τὴν φωνὴ τῆς Παναγίας. Ἄναβε τὸ καντήλι καὶ προσευχόταν μὲ τὸ κομποσχοίνι ἕως τὸν Ἑσπερινό. Ἔβαλε δύο-τρεῖς λαμαρῖνες γιὰ σκεπὴ καὶ καλάμια, καὶ εἶχε ἕνα ἁπλὸ σκαμνάκι γιὰ νὰ κάθεται. Φοροῦσε καὶ ἕνα πέτσινο ἐπανωφόρι γιὰ τὸ κρύο. Ὧρες ἀτελείωτες ἔλεγε τὴν εὐχή. Προετοιμαζόταν πλέον γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι. Ἔλεγε: -Πάτερ μου, τὶ Τετάρτη, τὶ Σάββατο. Εἶναι δουλειὰ ποὺ θὰ γίνε. Δὲν φοβᾶμαι καθόλου.
Στοὺς περαστικούς, ἀπέφευγε νὰ μιλᾶ ἢ ἔκανε σαλότητες. Τὸν ῥώτησε κληρικός:
-Ἀπὸ ποῦ εἶσαι Γέροντα;
-Ἔ, περαστικὸς εἶμαι.
-Τὸ ὄνομά σας;
-Κολοκυθόπουλος
Πολλὲς φορές, ἔμενε ὅλη νύχτα στὸ κοιμητήρι προσευχόμενος, καὶ μάλιστα τὸν χειμῶνα μὲ κρύο. Μία φορά, ξέχασε ὁ Ἐκκλησιαστικὸς νὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα τῆς Μονῆς τὸ πρωΐ στὴν ἀκολουθία, καὶ ὁ π. Γεώργιος χτυποῦσε νὰ τὸν ἀνοίξουν.
Ὅταν πήγαιναν νέοι πατέρες στὸ κελλί του καὶ τὸν ῥωτοῦσαν ἂν θέλει κάτι νὰ τοῦ φέρουν, αὐτὸς ζητοῦσε νὰ τὸν ἀφήσουν μόνο. –Γιατί, Γέροντα; -Ὅταν μείνεις μόνος σου, ὁ Θεὸς σοῦ στέλνει τρεῖς Ἀγγέλους νὰ εἶναι μαζί σου. Μέχρι τὰ γεράματά του δὲν ἄλλαξε κελλί, ἂν καὶ ἦταν πολὺ ψηλά καὶ δυσκολευόταν γιατὶ ἀνέβαινε πολλὰ σκαλοπάτια. Μάλιστα στὰ τελευταῖά του εἶχε σχεδὸν τυφλωθῆ καὶ πήγαινε ψηλαφητά, ἀκουμπώντας στὸν τοῖχο. Δέχθηκε καὶ τοῦ ἔβαλαν μία λαμπίτσα νὰ βλέπει. Εὐχαριστοῦσε καὶ ἔλεγε: -Τοὐλάχιστον τώρα βλέπω τὸ κρεββάτι μου.
Στὰ τελευταῖά του ὑπέφερε καὶ ἀπὸ τὴν μέση του, ἀλλὰ κατέβαινε κάθε μέρα στὴν ἀκολουθία. Κάποια μέρα πέρασε ὁ Ἑξάψαλμος καὶ ὁ π. Γεώργιος ἔλειπε. Ἀνέβηκε ὁ γηροκόμος νὰ τὸν δῆ καὶ τὸν βρῆκε κεκοιμημένον, ὅπως ἦταν καθισμένος μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι. Ἦταν καλοκαίρι, 23 Ἰουλίου 1998. Γιὰ νὰ τὸν ντύσουν δὲν βρῆκαν δικά του ῥοῦχα. Οἱ πατέρες ἔδωσαν δικά τους ῥοῦχα καὶ τὸν ἔπλυναν γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ζωή του ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε μοναχός.
Μακάριος εἶναι ὁ πατὴρ Γεώργιος, ποὺ μὲ τὴν ἀλουσία καὶ τὴν ταπείνωσή του κατόρθωσε νὰ διαφυλάξει ἀσύλητο τὸν πνευματικό του πλοῦτο. Κατόρθωσε ἐπιμελῶς νὰ ἀποφύγει τὸν φωτογραφικὸ φακό, πρᾶγμα δυσκολοκατόρθωτο γιατὶ ἔζησε τόσα χρόνια σὲ Μοναστήρι καὶ ἔκανε Ἀντιπρόσωπος καὶ Ἐπίτροπος στὶς Καρυές. Ἀπὸ ταπείνωση δὲν βρέθηκε φωτογραφία του οὔτε ταυτότητα οὔτε βιβλιάριο. Τώρα ἂς χαίρεται καὶ ἂς εὐφραίνεται ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται καὶ νὰ εὔχεται νὰ συγχωρεθοῦν ὅσοι τὸν ἔκριναν ἐπιπόλαια ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὸν ὑποτίμησαν.
Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε. Ἀμήν.


Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΚΓ) Γερω-Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης (+28/4/1995).

ΚΓ) Γερω-Μητροφάνης Ἁγιοπαυλίτης (+28/4/1995).

Ὁ γερω-Μητροφάνης προερχόταν ἐξ ἐγγάμων. Γεννήθηκε στὶς 21 Φεβρουαρίου τὸ 1917 στὸ χωριὸ Κόρθιον τῆς Ἄνδρου ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Κόντη καὶ τὴν Ἑλένη, καὶ στὸ Ἅγιο Βάπτισμα τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Γεώργιος. Ἔγινε ὐπαξιωματικὸς τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Μόλις παντρεύτηκε, ἀῤῥώστησε ἡ γυναῖκά του καὶ τῆς ἔκοψαν τὰ πόδια. Τὴν ὑπηρέτησε περίπου ἕνα ἑξάμηνο μὲ χρόνο καὶ μετὰ ἡ γυναῖκά του ἐκοιμήθη. Διάβασε στὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ στὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό ὅτι καλύτερα ὁ ἄνθρωπος ποὺ χηρεύει νὰ μὴν ξαναπαντρεύεται καὶ νὰ γίνεται μοναχός. Παιδιὰ δὲν εἶχε ἀποκτήσει, ὁπότε δὲν εἶχε ὑποχρεώσεις. Ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ ἡλικία 45 ἐτῶν. Σκόρπισε σὲ ἐλεημοσύνες ὅλη του τὴν περιουσία καὶ πῆρε μαζί του 20.000 δραχμές. Ἔκανε μία περιοδεία στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ γύρισε ὅλα τὰ Μοναστήρια. Ξανάκανε ἄλλη μία καὶ μετὰ ἔμεινε στὸν Ἅγιο Παῦλο. Εἶπε στὴν Σύναξη τῆς Μονῆς, ὅταν πῆγε νὰ βάλει μετάνοια γιὰ δόκιμος: -Περιδιάβηκα ὅλα τὰ Μοναστήρια. Ἐδῶ ἀναπαύτηκα. Ἔδωσε τὶς 20.000 δραχμὲς στὸν Γέροντα. Τὸν ῥώτησαν: -Δὲν ἔχεις συγγενεῖς; -Πῆραν αὐτοί, αὐτὰ εἶναι γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν γονέων μου, ἀπάντησε.
Ἔγινε μοναχὸς τὸ 1965 στὶς 30 Ἰανουαρίου μὲ τὸ ὄνομα Μητροφάνης.
Ὁ προηγούμενός του βίος εἶναι τελείως ἄγνωστος, διότι ὁ ἴδιος δὲν ἀνέφερε ποτὲ τίποτε. Ἔγινε μοναχός, καὶ ἔζησε βίο ἀνεπίληπτο καὶ μὲ κρυφὴ ἐργασία. Ἦταν ὑπόδειγμα ξενητείας, ὑπακοῆς, νηπτικῆς ἐργασίας καὶ μοναχικῆς ἀκριβείας.
Ποτέ του δὲν βγῆκε στὸν κόσμό, παρὰ πόνο ἕναν χρόνο πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση του γιὰ γιατρό. Μὲ τοὺς συγγενεῖς του δὲν εἶχε καμμία ἐπικοινωνία. Ἔφθασε στὸ ὕψος τῆς ξενητείας. Κάποτε ἦρθε ὁ ἀδελφός του στὸ Μοναστήρι. Τὸν χαιρέτησε καὶ αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ἔτρεχε ἀπὸ πίσω του νὰ τοῦ μιλήσει, ἀλλὰ ὁ γερω-Μητροφάνης κοίταζε τὸ διακόνημά του. Ὅταν ἔφυγε, ἔβγαλε νὰ τοῦ ἀφήσει 20.000 δραχμές· τὸ ’70 ἦταν πολλὰ χρήματα. -Ἔχει τὸ Μοναστήρι μου ἀπὸ ὅλα, τοῦ εἶπε. Ἄλλη φορὰ δὲν ξανάρθε ὁ ἀδελφός του. Ἄλλοτε ἦρθαν τὰ ἀνίψια του. Τοὺς χαιρέτησε στὴν αὐλὴ καὶ ἄλλη φορὰ δὲν τοὺς ξαναμίλησε.
Αὐτοὶ τοῦ ἔστειλαν μία ἐπιταγή. Πῆγε στενοχωρημένος στὸν Γέροντα καὶ τοῦ εἶπε: -Γέροντα, συγχώρεσέ με. Αὐτοὶ μὲ ἔβαλαν σὲ πειρασμό. Πάρτα ἐσὺ Γέροντα τὰ χρήματα γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ Μοναστηριοῦ, νὰ μὴν τὰ στείλω πίσω.
Ἔκανε περίπου 20 χρόνια στὸ Ἀρχονταρίκι ποὺ εἶναι τόπος γνωριμίας. Ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἔρχονταν στὸν Ἅγιο Παῦλο μόνο γιὰ νὰ τὸν δοῦν, γιατὶ ἤξεραν ὅτι δὲν μιλοῦσε. Τοῦ ἔστελναν εὐχητήρια. Δὲν τ’ ἄνοιγε. Τὸν ῥωτοῦσαν μερικοί:
-Πάτερ Μητροφάνη, μᾶς θυμᾶσαι; Ἤρθαμε καὶ πέρυσι.
Γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν συζήτηση, ἔλεγε:
-Ἔ, εὐλογημένε, θὰ σημάνει τώρα, θὰ σημάνει ἡ ἐκκλησία.
-Δὲν θυμᾶσθε, ἤμασταν κάποια παιδιὰ ἀπὸ τὴν Θεολογικὴ Σχολή...
-Εἶπε ὁ Γέροντας, πρέπει νὰ ‘μαστε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὸν Ἑσπερινό.
Ὅταν ἤθελε νὰ ἀποφύγει ἄσκοπες ἐρωτήσεις, ἔλεγε: -Ἐγὼ δὲν ξέρω, νὰ πᾶτε στὸν Γέροντα.
Ὅταν κάποιος τὸν ῥωτοῦσε ἀπὸ ποῦ εἶναι, ἀπέφευγε λέγοντας τὴν εὐχή: -Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ὅταν ὁ ἄλλος ἐπέμενε: -Μὰ σᾶς ῥώτησα ἀπὸ ποῦ εἶσθε;, ἔλεγε: -Σᾶς παρακαλῶ, καὶ μετὰ πιὸ δυνατά:  : -Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀπέφευγε τὶς συζητήσεις, ἰδίως μὲ τοὺς κοσμικούς. Τὸν ῥωτοῦσαν: -Γέροντα, πότε ἤρθατε στὸ Μοναστήρι; Ἀπαντοῦσε: -Ὁ Γέροντας ξέρει. Παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν παρεξηγοῦντο οὔτε ἐστενοχωροῦντο ἀπὸ τὴν ἄρνησή του, ἀντιθέτως μάλιστα ἔστελναν μετὰ γράμματα ποὺ ἔγραφαν: -Συγχαρητήρια διὰ τὸν Ἀρχοντάρη σας.
Καὶ πράγματι, ἦταν ἄξιος συγχαρητηρίων, διότι ὅσο ἀπέφευγε τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς προσκυνητές, ἄλλο τόσο ἦταν ἐπιμελὴς στὸ διακόνημά του καὶ ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ τοὺς ἀναπαύσει. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη του τὴν διαισθανόνταν οἱ προσκυνητές. Ὡς Ἀρχοντάρης, ἐπὶ ἔτη εἶχε πολλὲς λεκάνες γιὰ νὰ πλένει τὰ σεντόνια. Καὶ αὐτὰ τὰ ἔπλενε ὅλα μὲ τὰ χέρια του, τὰ ὁποῖα αἱμάτωναν ἀπὸ τὰ καυστικὰ καὶ τὰ ἀποῤῥυπαντικά. Δὲν ἔδινε ἀφορμὴ σὲ κανέναν νὰ τὸν κατηγορήσει γιὰ κάποια παράλειψη. Ἦταν σιωπηλός, εὐγενέστατος, ὅλους τοὺς μιλοῦσε στὸν πληθυντικό. Εἶχε δὲ καὶ τὸ ἀκατάκριτο.
Ἦταν τῆς προσευχῆς ἄνθρωπος καὶ στὴν ἀρχὴ δυσκολευόταν μὲ τὸ διακόνημα τοῦ Ἀρχοντάρη, μὲ τὶς μέριμνες, διότι καμμία φορὰ ἔχανε ἀκολουθία καὶ δὲν τὸ ἤθελε. Συμβουλεύθηκε τὸν παπα-Ἐφραὶμ στὰ Κατουνάκια καὶ τοῦ εἶπε: -Πρῶτα ὑπακοὴ καὶ ἂς χάνεις ἀπὸ τὴν ἀκολουθία καὶ τὴν προσευχή. Ἀπὸ τότε ἀναπαύθηκε καὶ ἔκανε τὸ διακόνημά του χωρὶς λογισμό, μὲ τὴν καρδία του.
Πάντα εἶχε τὴν ὑπακοὴ πρώτη καὶ καλύτερη. Διάβαζε πολὺ τὴν βίβλο Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου καὶ τὴν εἶχε μετὰ τὸ Εὐαγγέλιο.
Ἦταν στῦλος ὑπομονπης. Τοῦ ἀνέθεσαν νὰ γηροκομῆ ἕνα πολὺ δύστροπο καὶ ἀνάπηρο γεροντάκι. Τὸν δυσκόλευε πολύ. Ὅταν δὲν τοῦ ἄρεσε τὸ φαγητό, τὸ πετοῦσε, ἐνῶ ἔκανε καὶ ἄλλα. Ἐξωμολογήθηκε τὴν δυσκολία του στὸν Γέροντα καὶ συνέχισε μὲ καρτερία τὴν διακονία του. Στὰ τελευταῖα μαλάκωσε τὸ Γεροντάκι, τοῦ ζήτησε συγχώρηση καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε γιὰ ὅλα.
Ὅπως ὁμολογοῦν οἱ συγκοινοβιάτες του πατέρες, ἦταν σὲ ὑψηλὰ μέτρα. Εἶχε ἀρχοντιά, εὐαισθησία καὶ πολλὴ λεπτότητα στοὺς λογισμούς του. Γιὰ μία προσβολὴ ἑνὸς λογισμοῦ ἐξωμολογεῖτο καὶ μετανοοῦσε λὲς καὶ εἶχε κάνει ἔγκλημα. Ἦταν ἀβαρὴς στοὺς ἄλλους. Δὲν εἶχε καμμία ἀπαίτηση. Σὲ ὅλα ἔκανε ὑπακοή. Ὅταν τὴν Πρωτοχρονιὰ ἔμπαιναν τὰ διακονήματα καὶ ἐρχόταν ἡ σειρά του, ἔμπαινε μέσα, ἔβαζε μετάνοια καὶ γιὰ ὅ,τι τοῦ ἀνέθεταν, ἔλεγε: -Νᾶναι εὐλογημένο. Τίποτε ἄλλο, οὔτε γκρίνια οὔτε ἀντιλογία ὅτι δὲν μπορεῖ. Ἦταν πάντα ἤρεμος, σιωπηλός, νηπτικός. Εἶχε ἐσωτερικὴ ἐργασία καὶ ἀκατάπαυστη εὐχή. Στὸ κελλί του εἶχε κάνει ἕνα κάθισμα στὰ μέτρα του καὶ ἀγρυπνοῦσε λέγοντας τὴν εὐχή. Εἶχε προσαρμόσει καὶ δύο ἀκουμπιστήρια γιὰ τὸ κεφάλι καὶ κοιμόταν καθήμενος. Στὴν ἀκολουθία στεκόταν ὄρθιος καὶ τραβοῦσε κομποσχοίνι. Βίαζε τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν καθόταν στὸ στασίδι του, γιὰ νὰ μὴν τὸν παίρνει ὁ ὕπνος. Φαινόταν ἡ κόπωσή του ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, γιατὶ καμμία φορά, ἐνῶ ἦταν ὄρθιος, τοῦ ἔπεφτε τὸ κομποσχοίνι. Ἦταν πανύψηλος καὶ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν μέση του.
Ὁ γερω-Μητροφάνης ἦταν ἄνθρωπος τῆς εὐχῆς καὶ τὴν περιφρουροῦσε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.. Δὲν καθόταν ποτὲ νὰ ἀργολογήσει μὲ κανέναν. Οὔτε μιλοῦσε ποτὲ γιὰ πνευματικά, ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς πατέρες. Μόνον ἔλεγε γενικά: -Μπῆκε νωρὶς ἡ ἄνοιξη φέτος, ἤ: -Ἔβρεξε σήμερα. Δύο λέξεις καὶ μετὰ ἀπομακρυνόταν μὲ τρόπο, πήγαινε παράμερα μόνος καὶ ἔκανε κομποσχοίνι λέγοντας τὴν εὐχή.
Στὶς παγκοινιὲς βοηθοῦσε σιωπηλά, χωρὶς νὰ σταματᾶ τὴν εὐχή. Ἂν ἄκουγε νεώτερους μοναχοὺς νὰ ἀργολογοῦν, ἔλεγε γενικὰ καὶ ἀόριστα, χωρὶς νὰ προσέχει κάποιον: -Τὴν εὐχή, πατέρες, τὴν εὐχή. Ἄλλες φορές, ὅταν ξεχνιοῦνταν τὰ νέα καλογέρια, καὶ δὲν ἔλεγαν τὴν εὐχή, ἔλεγε διακριτικὰ ἐκφώνως ὁ ἴδιος μία φορὰ τὴν εὐχὴ γιὰ ὑπόμνηση.
Ῥωτοῦσε τὸν παπα-Ἄνθιμο:
-Πῶς πάμε, πάτερ Ἄνθιμε, μὲ τὴν εὐχή; Ἐργάζεσθε τὴν εὐχή.
-Ναί, κάνω τὸν κανόνα μου, προσπαθῶ.
-Εὐλογημένε, ἄλλος κανόνας καὶ ἄλλο αὐτό.
Μία φορά, τὸν ῥώτησε ἕνας νεαρὸς παράδελφός του γιὰ τὴν εὐχή. –Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπὸ αὐτά, εἶπε. Ὁ νέος καλόγερος ἀνέφερε στὸν Ἡγούμενο γιὰ τὴν ἀπάντησή του καὶ ὁ Ἡγούμενος τοῦ εἶπε νὰ πῆ ὅτι ἔχει εὐλογία ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο. Ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ γερω-Μητροφάνης, τοῦ μίλησε. Τοῦ εἶπε γιὰ τὴν κυκλικὴ εὐχή, ὅπως τὴν καταλάβαινε ὁ ἴδιος καὶ τὴν ἐφάρμοζε. Ἐπίσης τοῦ εἶπε ὅτι μέσα στὴν ἀκολουθία ἀκούει καὶ τὴν ψαλμωδία στιγμές-στιγμές, ἀλλὰ ἡ κύρια προσοχή του εἶναι στὴν εὐχή. Γενικά, ἔλεγε τὴν εὐχὴ ὅλο τὸ ἡμερονύχτιο, ἀκόμη καὶ στὸν ὕπνο του, ἀσταμάτητα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τράπεζα. Στὴν τράπεζα δὲν μποροῦσε καὶ τὸ εἶχε καημὸ καὶ παραπονο. –Τὶ νὰ ‘ναι αὐτό, ἔλεγε.
Δὲν γνωρίζουμε ἂν κάποιος τοῦ εἶχε διδάξει τὴν εὐχή. Ὅμως ἦταν πολὺ πειθαρχημένο ἄτομο καὶ ὅ,τι τὸν ὠφελοῦσε τὸ ἔπιανε μὲ πολλὴ ζέση· ἀπέφευγε ὁ,τιδήποτε ἀντίθετο. Ἔτσι μὲ τὴν ἐπιμονή του στὴν εὐχή, ὁ Θεὸς τοῦ δίδαξε τὴν εὐχὴ καὶ ἔφθασε στὸ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε.
Εἶχε πολλὴ ταπείνωση. Τὸν ῥώτησε κάποιος: -Γιατί δὲν πῆγες στὴν ἡσυχία ἀφοῦ σοῦ ἀρέσει ἡ εὐχή; -Αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς δυνατούς!  Δὲν εἶναι γιὰ μένα, ἀπάντησε.
Καὶ ὅμως, ὁ γερω-Μητροφάνης κατόρθωσε τὸν μέγα ἄθλο, νὰ ζήσει ἡσυχαστικὰ μέσα στὸ κοινόβιο. Ἠσυχαστῆς δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ μένει στὴν ἔρημο, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ κάνει τὰ ἔργα τῆς ἡσυχίας. -Ἡσυχαστής ἐστιν, ὁ τὸ ἀσώματον ἐν σωματικῷ οἴκῳ περιορίζειν φιλονεικῶν, τὸ παραδοξότατον (Κλῖμαξ ΚΖ (Α΄) ε΄). Ὅποιος κρατᾶ σιωπή, καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει νοερὰ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, αὐτὸ εἶναι τὸ περιεκτικὸ ἔργο τῆς ἡσυχίας, ἡ παραμονὴ τῆς προσευχῆς. Καὶ ὁ γερω-Μητροφάνης κατόρθωσε αὐτὰ τὰ ὑψηλὰ νηπτικὰ ἐπιτεύγματα πυκτεύοντας μέσα σὲ πολυάνθρωπο Κοινόβιο.
Ἕνας φοιτητὴς στρατιωτικὴς σχολῆς ποὺ ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου, διηγήθηκε: -Τὸ βράδυ σηκώθηκα νὰ πάω στὴν τουαλέτα. Στὸν διάδρομο εἶδα τὸν γερω-Μητροφάνη ἀπὸ μακρυά, ἀπέναντί μου, καὶ φαινόταν ὅτι κάτι ψιθύριζε. Τότε αἰσθάνθηκα ὅτι ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του μία εὐωδία ποὺ ἁπλώθηκε σὲ ὅλο τὸν διάδρομο καὶ γέμισα ἀπὸ εἰρήνη καὶ γαλήνη. Ὁ γερω-Μητροφάνης ἔστριψε καὶ ἀνέβηκε τὴν σκάλα καὶ ἐγὼ πῆγα στὶς τουαλέτες. Αὐτὴ ἡ εὐωδία καὶ ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη καὶ γαλήνη συνεχίστηκαν ἀκόμη καὶ στὶς τουαλέτες. Ὅλος ὁ διάδρομος εἶχε γεμίσει ἀπὸ τὴν εὐωδία!  
Ὁ πειρασμὸς τὸν πείραζε καὶ τοῦ ἔλεγε ὅτι δὲν ἔχει κάνει καθαρὴ ἐξομολόγηση καὶ θὰ κολαστῆ. Κάθησε ὁ π. Μητροφάνης καὶ σὲ ἕνα τετράδιο ἔγραψε μὲ λεπτομέρειες ὅλη τὴν ἐξομολόγησή του ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία. Πῆγε στὸν Ἡγούμενο καὶ γιὰ δύο ὧρες καὶ παραπάνω διάβαζε τὴν ἐξομολόγησή του. Ὅταν τελείωσε, εἶπε: -Δόξα Σοι, ὁ Θεός, κάνοντας τὸν σταυρό του. Σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου. Γέροντα, ἀλάφρωσε ἡ ψυχή μου. Τώρα θὰ ἔχω καὶ ἐγὼ κάτι νὰ πῶ στὸν πειρασμό, ὅτι ἐξομολογήθηκα τὰ πάντα λεπτομερῶς.
Πλὴν ὅμως ὁ διάβολος δὲν ἡσύχασε. Μετέφερε τὸν πόλεμο ἀπὸ τὰ ἐντός, τοὺς λογισμούς, στὰ ἐκτός. Ὅταν κοιμόταν ὁ γερω-Μητροφάνης, πήγαινε κάτω ἀπὸ τὸ κρεββάτι του. Τὸ κουνοῦσε, ἔκανε θόρυβο καὶ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ κοιμηθῆ.
Ἔβλεπε τὸν διάβολο ὀφθαλμοφανῶς συχνά. Τὸ κελλί του γέμιζε δαίμονες. Ἕνας πάνω στὸ ῥάφι, ἕνας κάτω ἀπὸ τὸ κρεββάτι... καὶ ἦταν ὅλοι γυμνοί. Τὸ ἀνέφερε στὸν Γέροντα: Τί ‘ναὶ αὐτοί, Γέροντα; Ἔξω χιονίζει, αὐτοὶ ὁλόγυμνοι. Δὲν κρυώνουν; Δὲν μ’ ἀφήνουν σὲ ἡσυχία.
Ἀκόμη καὶ στὸ νοσοκομεῖο ποὺ εἶχε βγῆ γιὰ τὴν ὑγεία του, τὸν πολεμοῦσε ὁ διάβολος. Μία ἡμέρα ἀνησύχησαν οἱ γιατροί. Τὸ βράδυ, κάποια στιγμή, ἀνακάθησε, γούρλωσε τὰ μάτια του καὶ κοιτοῦσε στὸ βάθος κάπου· φαινόταν ὅτι κάπως, ἐσωτερικά, πάλευε. Τὸν τριγύρισαν γιατροὶ καὶ νοσοκόμες καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν συνεφέρουν. Δύο ὧρες κράτησε αὐτὸ καὶ συνῆλθε μόνος του. Ὅταν τὸν ῥώτησαν τὶ ἔπαθε, χαμογέλασε καὶ εἶπε ἁπλά: -Ἦταν ὁ ἀνεπιθύμητος.
Φοροῦσε ῥάσα καθαρά, ἀλλὰ παλαιὰ καὶ μὲ πολλὰ μπαλώματα. Δὲν ἐννοῦσε νὰ ἀλλάξει τὸ ἀπὸ 24ετίας συνεχῶς φορέμενο ζωστικό του μέχρι ποὺ τὸν κάλεσαν στὴν Σύναξη καὶ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας νὰ φορέσει καινούργιο. Ἀμέσως εἶπε νἆναι εὐλογημένο καὶ ἔκανε ὑπακοή. Τὰ τσουράπια του ἦταν χιλιομπαλωμένα, ὥστε δὲν φαινόταν τὸ ἀρχικὸ τσουράπι. Ἀναπαυόταν στὰ ἁπλά, στὰ καλογερικά, καὶ σεβόταν τὴν παράδοση τῶν παλαιοτέρων. Ὅταν ἦταν τραπεζάρης, κάποιος νεώτερος συνδιακονητής του βρῆκε ἕνα  τραπέζι μὲ ῥόδες καὶ τὸ πῆρε στὴν τράπεζα γιὰ νὰ τοὺς διευκολύνει στὸ διακόνημα. Μόλις τὸ εἶδε ὁ γερω-Μητροφάνης φώναξε: -Ὄχι, ὄχι, ὄχι... Ἔτσι μᾶς ἔμαθαν, ἔτσι θὰ ἀκολουθήσουμε. Καὶ ἔτσι δὲν τὸ χρησιμοποίησαν. Ἀγαποῦσε καὶ εἶχε μάθει πολὺ καλὰ τὴν τάξη τῆς Μονῆς· τὴν τηροῦσε μὲ εὐλάβεια καὶ συνέπεια.
Δὲν εἶχε καμμία ἀπαίτηση. Χρειάσθηκε νὰ κάνει ἐξετάσεις. Τὸ εἶπε καὶ περίμενε ἤρεμα. Ἂν θέλουν, θὰ μὲ πᾶνε, εἶπε.
Βγῆκε στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἔκανε ἐγχείρηση κήλης. Χρειάσθηκε νὰ μεταβοῦν σὲ ἄλλο νοσοκομεῖο γιὰ ἐξετάσεις καὶ δὲν ἄφησε τὸν παπα-Σωφρόνιο νὰ τοῦ πάρει τὸν ντορβά του, ὅσο καὶ ἂν τὸν παρακάλεσε.
Ὁ ἰατρὸς κ. Παναγιώτης Κολιομιχάλης διηγήθηκε: -Στὴν δεκαετία τοῦ ’80 εἶχα πολλοὺς πειρασμούς, καὶ εἶχα φθάσει σὲ ἀπόγνωση. Πήγαινα στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ βρῶ κάποιον νὰ παρηγορηθῶ. Συνταξίδευα μὲ ἕναν ἄγνωστο μοναχό, χαρακτηριστικὰ ὑψηλό. Σὲ μία στιγμή, ὁ ἀμίλητος μοναχὸς μὲ ῥώτησε:
-Τί ἔχεις; Κάτι φαίνεται νὰ σὲ ἀπασχολεῖ ἔντονα.
Τοῦ εἶπα τὸ πρόβλημά μου, ζητώντας τὴν συμβουλή του. Ἀφοῦ σκέφθηκε λίγο μοῦ εἶπε:
-Τρία πράγματα νὰ προσέξεις. Πρῶτον νὰ ἔχεις ὑπομονή.
Ἐγὼ μέσα μου χάρηκα, διότι ἐκ φύσεως ἤμουν ὑπομονετικὸς καὶ τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία ποὺ θὰ μὲ βοηθοῦσαν τὸ εἶχα. Μὲ λαχτάρα περίμενα τὸ δεύτερο. Ὁ Γέροντας συνέχισε:
-Ἂν τσακίσει ἡ πρώτη ὑπομονή σου, πρέπει νὰ ἔχεις κουράγιο νὰ ξανακάνεις ὑπομονή.
Ὡραῖα, εἶπα μέσα μου, καὶ αὐτὸ φαίνεται κατορθωτό.
-Καὶ τὸ τρίτο, Γέροντα;, τὸν ἐρώτησα.
-Νὰ ἔχεις ὑπομονή.
Πλέον κυριεύτηκα ἀπὸ χαρμολύπη. Χαρά, διότι ἄκουσα καὶ τὸ τρίτο ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνω γιὰ νὰ βοηθηθῶ, καὶ λύπη, διότι δὲν ἦταν κάτι ποὺ θὰ μὲ βοηθοῦσε θαυματουργικά.
Ὅταν φθάσαμε στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου, συνειδητοποίησα ὅτι ἦταν ὁ Ἀρχοντάρης τῆς Μονῆς. Μὲ κέρασε ἐπιπλέον τοῦ κανονικοῦ κεράσματος, λέγοντάς μου μὲ ἀγάπη: -Πάρε καὶ αὐτό, διότι εἶσαι κουρασμένος καὶ ταλαιπωρημένος.
Ἔμαθα ἀπὸ ἄλλους ὅτι ὀνομάζεται Μητροφάνης. Καὶ σὲ ὅσους διηγήθηκα τὸ παραπάνω, δυσκολεύονταν νὰ τὰ πιστέψουν γνωρίζοντας τὸ πόσο σιωπηλὸς καὶ ὀλιγόλογος ἦταν. Ἡ συμβουλή του μὲ βοήθησε καὶ τὸν εὐχαριστῶ γιὰ τὶς εὐχές του.
Εἶχε διακόνημα μέχρι τὰ γεράματά του. Τὸ τελευταῖο ποὺ εἶχε μέχρι τὴν κοίμησή του, ἦταν τὸ φαρμακεῖο. Ἦταν ὁ φαρμακοποιὸς τῆς Μονῆς.
Στὸ τέλος ἀῤῥώστησε ἀπὸ καρδιά. Πῆγε ὁ παπα-Ἄνθιμος νὰ τὸν δῆ στὸ Νοσοκομεῖο, τοῦ διάβασε εὐχὲς καὶ τὸν σταύρωσε. Ῥώτησε τὸν Διευθυντὴ γιὰ τὸν ἀσθενῆ, ἂν ἔχουν κανένα παράπονο, καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε: -Ἐσεῖς δὲν μᾶς στείλατε ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἄγγελο. Τὰ ἴδια εἶπαν καὶ στὸν Ἡγούμενο.
Ἀφοῦ γύρισε στὸ Μοναστήρι τὴν τελευταία ἑβδομάδα ἦταν ἀρκετὰ σοβαρὰ καὶ μὲ δυσκολία κατέβαινε στὴν Θεία Λειτουργία.
Τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του, μισὴ ὥρα πρὶν νὰ κοιμηθῆ, φορῶντας τὰ ῥάσα τῆς μοναχικῆς του κουρᾶς κατέβηκε στὴν αὐλή, ἔκανε ἕνα περίπατο στὸ Μοναστήρι, λὲς καὶ ἤθελε νὰ ἀποχαιρετήσει τοὺς τόπους ποὺ ἔζησε καὶ ἀγωνίστηκε τόσα χρόνια, καὶ ὕστερα ἀνέβηκε στὸ κελλί του. Εἶδε κάποιον ἀδελφὸ νὰ ἀσπρίζει τὸ διπλανὸ κελλὶ καὶ τοῦ εἶπε: -Τὶ ὡραῖο, τὶ καθαρὸ καὶ ἄσπρο κελλί! Ἔτσι μάλιστα! Νὰ εὐχαριστηθῆ αὐτὸς ποὺ θὰ μείνει. Κάθησε στὸ κάθισμά του ποὺ ἀγρυπνοῦσε μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι λέγοντας τὴν εὐχὴ καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικά. Μὲ τὰ παπούτσια καὶ τὰ ῥάσα ποὺ φοροῦσε τὸν ἔβαλαν στὸν τάφο, γιατὶ αὐτὰ ἦταν ἀπὸ τὴν καλογερική του.
Πῆγε σὲ λίγο ὁ διακονητὴς τὸ φαγητό του καὶ βλέποντάς τον σὲ τέτοια στάση, νόμιζε ὅτι προσεύχεται. Γιὰ νὰ μὴν τὸν ξυπνήσει, ἄφησε τὸν δίσκο καὶ ἔφυγε. Μετὰ ἀπὸ μισὴ ὥρα ἦρθε νὰ τὸν πάρει καὶ τὸν βρῆκε ἄθικτο. Μόλις τὸν σκούντησε, κατάλαβε ὅτι εἶχε φύγει. Ἦταν ἡ 28η Ἀπριλίου 1995, ὥρα 8 μ.μ., σὲ ἡλικία 78 ἐτῶν. Ὅπως ὅλοι οἱ πατέρες δὲν εἶχε νεκρικὴ ἀκαμψία καὶ ἦταν σὰν ζωντανός. Ἰδιαίτερα ὀ γερω-Μητροφάνης ἦταν καθήμενος στὸ στασίδι του κλίνοντας τὸ κεφάλι του δεξιά, κρατώντας τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι του καὶ τὸ νύχι του στὸν κόμπο τοῦ κομποσχοινιοῦ. Οἱ παριστάμενοι πατέρες εἶδαν νὰ λάμπει τὸ πρόσωπό του. Αἰσθάνθηκαν τέτοια εὐλάβεια, ὥστε δίσταζαν νὰ τὸν ἀγγίξουν γιὰ νὰ τὸν ἑτοιμάσουν. Κανεὶς δὲν εἶχε νὰ πῆ παράπονο γιὰ τὸν γερω-Μητροφάνη. Ἀντιθέτως, τὸν εἶχα σὰν ὑπόδειγμα τελείου μοναχοῦ. Ὄχι μόνο δὲν εἶχε χρέη πνευματικά,  ἀλλὰ εἶχε κάνει καὶ 75 κανόνες ἐπιπλέον.
Ὁ Προηγούμενος Εὐσέβιος ποὺ τὸν ἔκανε καλόγερο ἐκφραζόταν μὲ πολὺ θαυμασμὸ γιὰ τὴν μοναχική του πολιτεία καὶ τὶς ἀρετές του.
Καὶ ὁ σημερινὸς Ἡγούμενος Παρθένιος, μαρτυρεῖ: -Δὲν εἶδα πιὸ φρόνιμο καλόγερο ἀπὸ τὸν π. Μητροφάνη στὴν ζωή μου. Ἦταν πρότυπο μοναχού. Καὶ αὐτὸ τὸ κατόρθωσε διότι δὲν κατέκρινε κανέναν. Ἦταν τέτοιος ἀφεντάνθρωπος.
Κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες τὸν εἶδε δύο φορὲς στὸν ὕπνο του καὶ τὸν ῥώτησε πῶς εἶναι. –Δόξα Σοι ὁ Θεός, πολὺ καλὰ εἶμαι. Τὸν εἶδε ποὺ φοροῦσε τὸ Σχῆμα καὶ τοῦ εἶπε: -Βλέπω ὅτι φορᾶς καὶ τὸ Σχῆμα. -Ἔ, βέβαια, τὸ φοράω, γιατὶ μ’ αὐτὸ ἀγωνίστηκα.
Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε. Ἀμήν.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΚΑ) Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων (+12/12/1990).

ΚΑ) Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων (+12/12/1990).

Ὁ γερω-Ἡρωδίων ὁ Καψαλιώτης, κατὰ κόσμον Ἰωάννης Μαντοὺφ ἀπὸ τὸ Ὀρντασὲστ τῆς Ῥουμανίας, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1904. Οἱ γονεῖς του ὠνομάζοντο Πέτρος καὶ Ἑλένη. Ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔγινε μοναχὸς στὸ Διονυσιάτικο Κελλὶ τῶν Εἰσοδίων. Ὕστερα ἔζησε σὲ διάφορα Κελλιά, κυρίως στὴν Καψάλα. Στὶς 28-10-1964 πῆρε τὴν Καλύβη Ἁγίου Δημητρίου Καψάλας. Ζοῦσε τὰ τελευταῖα χρόνια βίον ἔγκλειστον τραχύ, ἀπαράκλητον, τελείως μόνος του. Εἶχε μία στέρνα στὸ Κελλί του καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔπαιρνε νερό. Ὅταν κάποτε ἔπεσε μέσα ἕνα ποντίκι, ὁ ἴδιος πάλι δὲν ἔβγαινε νὰ πάρει νερὸ ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀλλὰ τοῦ ἔφερνε ὁ γερω-Μακάριος ὁ γείτονάς του. Οὔτε προμήθεια ἔκανε οὔτε ἐψώνιζε οὔτε ἐργοχειροῦσε οὔτε κήπους καλλιεργοῦσε, καὶ ὁ Θεὸς ποὺ τρέφει τοὺς κόρακες ἔτρεφε καὶ τὸν γερω-Ἡρωδίωνα.
Ὅταν κάποιος τὸν ἐπισκεπτόταν, ἄνοιγε τὴν πόρτα, ἔβγαζε λίγο τὸ κεφάλι καὶ ἄρχιζε νὰ μιλάει.
Ἐγνώριζε Ῥουμανικά, Ῥωσσικὰ καὶ Ἑλληνικά. Ἔλεγε πολλὰ ἀσυνάρτητα, ὅτι ἔχει ἐξουσία στὸν ἥλιο, στὴν βροχή κ.ἄ. Μέσα στὰ πολλὰ ἔλεγε μερικὰ ποὺ ἔμεναν καρφωμένα στὸν νοῦ τοῦ ἐπισκέπτη. Ἦταν κάτι προσωπικὰ ποὺ τὸν ἀφοροῦσαν, ποὺ τὰ ἤξερε μόνο αὐτὸς καὶ ἄκουγε νὰ τὰ ἀποκαλύπτει ὁ γερω-Ἡρωδίων. Φεύγοντας διερωτῶντο μερικοὶ τί νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο ποὺ λέγεται γερω-Ἡρωδίων; Προφήτης, τρελός, πλανεμένος ἢ κάτι ἄλλο;
Πάντως τρία πράγματα ἦταν ξεκάθαρα, πέραν πάσης ἀμφιβολίας, σὲ ὅσους πήγαιναν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν γερω-Ἡρωδίωνα τὸν Καψαλιώτη.
Πρῶτον τὸ ἱλαρό, γλυκύ, χαροποιὸ πρόσωπό του μὲ μία ἀσκητικὴ λευκότητα καὶ διαφάνεια ποὺ ἔμοιαζε τὸ χρῶμα τοῦ κίτρινου κυδωνιοῦ. Ἡ ὄψη του δὲν σὲ ἀπωθοῦσε· ἀντιθέτως τὸν συμπαθοῦσες, καὶ ἂς ἦταν ἄπλυτο, λερωμένο καὶ γανωμένο τὸ πρόσωπό του.
Δεύτερον, ἡ μεγάλη αὐτάπαρνησή του. Γέρων ὑπερογδοηκοντούτης, ζοῦσε πολλάκις νηστικός, λόγω ἐλλείψεως καὶ τῶν στοιχειωδῶν σὲ ἕνα καλύβι μισοερειπωμένο, ποὺ ἔμπαζε ἀπὸ παντοῦ. Ἀκόμη ἔσταζε νερὸ ἀπὸ τὴν σκέπη καὶ δὲν εἶχε θέρμανση. Τὸ δύσκολο ἔτος 1986, ποὺ ἔκανε τὸν βαρὺ χειμῶνα καὶ τὶς μεγάλες παγωνιές, δὲν ἐξηγεῖται ἀνθρωπίνως πῶς μπόρεσε καὶ ἄντεξε. Μάλιστα κυκλοφοροῦσε ξυπόλυτος μέσα στὸ κελλί του καὶ δὲν εἶχε κρεββάτι. Πάντα στεκόταν ὄρθιος ἢ ἀκουμποῦσε λίγο στὴν ἄκρη ἑνὸς πάγκου, ποὺ ἦταν γεμᾶτος πράγματα παλαιὰ γιὰ τὰ σκουπίδια.
Ὅταν ἦταν νέος μοναχός, πῆρε φωτιὰ ἕνα Κελλὶ τῆς Προβάτας καὶ τὸν κατηγόρησαν ἄδικα ὅτι αὐτὸς τὴν προκάλεσε. Κάποιοι λαϊκοὶ ἐργάτες μάλιστα τὸν χτύπησαν πολύ. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, ὅταν τὸν ῥωτοῦσαν γιατὶ δὲν ἀνάβει σόμπα τὸν χειμῶνα, ἔλεγε: -Γιὰ νὰ μὴν κάψω τὴν Καψάλα. Ἴσως καὶ νὰ ἔβαλε τέτοιον κανόνα στὸν ἑαυτό του. Νὰ μὴν ἀνάψει δηλαδὴ ποτὲ φωτιά.
Τὸν ῥώτησαν κάποτε τὶ κάνει ὅταν κρυώνει, καὶ ἀπάντησε: -Πάω στὸ Σινᾶ καὶ ζεσταίνομαι. Ὁ μοναχὸς ποὺ ἀγωνίζεται πραγματικὰ μοιάζει σὰν νὰ ἔχει Μάη μέσα του. Ποτὲ δὲν κρυώνει. Ὁ γερω-Παΐσιος ἔλεγε: -Γιὰ νὰ κάθεται στὸ Κελλί του μὲ τόση στέρηση, σημαίνει ὅτι ἔχει παρηγοριὰ ἀπὸ τὸν Θεο.
Καὶ τὸ τρίτο, οἱ διοράσεις καὶ οἱ προῤῥήσεις του. Σὲ πολλοὺς ἀπεκάλυπτε τοὺς λογισμούς. Τὸν ἐπισκέφθηκαν τρεῖς πατέρες ἀπὸ τὴν Κέρκυρα καὶ τοὺς εἶπε ὅτι εἶναι ἀπὸ τὸ Κορφού. Σὲ ἄλλον εἶπε ὅτι ἀγόρασε σκοῦφο καὶ νὰ τὸν φορέσει μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ποὺ θὰ βγεῖ ἔξω. Ἔτσι καὶ ἔγινε.
Ἕνας μοναχός, πῆγε νὰ τὸν ῥωτήσει γιὰ τὴν διχογνωμία. Εἶχε δύο λογισμούς, καὶ δὲν ἤξερε ποιὸν νὰ ἀκολουθήσει. Πρὶν τὸν ῥωτήσει, τοῦ εἶπε ὁ γερω-Ἡρωδίων: -Νὰ μὴν σὲ διαιρῆ ἡ γνώμη, ἐσὺ νὰ τὴν διαιρῆς.
Ἄλλη φορά, ὁ ἴδιος μοναχός, κάποια Σαρακοστή, εἶχε κατάπτωση καὶ πῆγε νὰ ῥωτήσει τὸν Γέροντα ἂν μπορῆ νὰ καταλύσει λίγο λαδάκι. Πρὶν τὸν ῥωτήσει, ἀπάντησε: -Ἅμα δὲν μπορῆς, νὰ τρῶς λίγο λάδι.
Καὶ ἄλλοτε σὲ μοναχὸ ποὺ εἶχε λογισμὸ νὰ ὑποταχθῆ στὸν γερω-Νικήτα, ὁ γερω-Ἡρωδίων τοῦ εἶπε μόνος του: -Γερω-Νικήτα. Πρέπει νὰ ξέρει γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει. Ἀλλοιῶς κάθησε στὸ Κελλί σου καλύτερα.
Σὲ ἄλλον μοναχό, εἶπε ὅτι στὸ Κελλί τους ποὺ ἦταν ἰσόγειο, ἔβλεπε μεγάλες ἁπλωταριὲς πρὸς τὴν θάλασσα, ἐνῶ δὲν εἶχε. Ὅταν ἔκαναν νέο κτίριο μὲ μεγάλα μπαλκόνια, τότε θυμήθηκαν ὅσα εἶχε πεῖ ὁ γερω-Ἡρωδίων.
Καὶ στὸ Μπουραζέρι εἶπε ὅτι ἔβλεπε στὴν αὐλὴ τοῦ Κελλιοῦ μεγάλη ὡραία ἐκκλησία τῆς Παναγίας μέσα σὲ λουλούδια, ἐνῶ δὲν ὑπῆρχε. Ὅταν μετὰ απὸ χρόνια ἔκτισαν τὴν καινούργια ἐκκλησία, τότε οἱ πατέρες θυμήθηκαν τὰ λόγια του.
Πῆγαν νὰ τὸν δοῦν δύο προσκυνητές, καὶ ἄρχισε νὰ λέει τὸ πρόβλημα τοῦ ἑνὸς καὶ τὶ θὰ ἀντιμετωπίσει ὅταν θὰ βγῆ ἔξω. Τὸν ῥώτησε ὅ ἄλλος: -Ἐμένα δὲν ἔχεις νὰ μοῦ πῆς τίποτε; -Ἐσένα τὸ πρόβλημά σου εἶναι στὴν Συκιά. Κοίταξε γύρω του καὶ τοῦ εἶπε ὅτι δὲν βλέπει καμμία συκιά. -Ἐκείνη ἡ Συκιὰ γιὰ νὰ πᾶς, περνᾶς θάλασσα. Πάλι δὲν κατάλαβε καὶ ἔφυγε μὲ ἀπορία. Μόλις ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του ποὺ εἶναι στὸ χωριὸ Συκιὰ τῆς Κορινθίας προέκυψε ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα στὴν οἰκογένειά του καὶ τότε θυμήθηκε τὰ λόγια τοῦ γερω-Ἡρωδίωνος.
Κάποτε, ὅταν τὸν εἶχε πάρει ὁ γερω-Μελέτιος ὁ Ῥουμᾶνος στὸν Ἅγιο Γεώργιο, νὰ τὸν γηροκομήσει, τὸν ἐπισκέφθηκε κάποιος μοναχὸς μὲ ἕναν νέο. Μόλις τοὺς εἶδε ἀπὸ μακρυὰ -ἦταν στὴν πόρτα μὲ τὶς γάτες- φώναξε ἐξαγριωμένος νὰ σταματήσει ὁ νέος, νὰ μὴν πλησιάσει, διότι ἔχει μηχανή. Πράγματι, κρατοῦσε στὸ χέρι του μία τσάντα, ὅπου εἶχε φωτογραφικὴ μηχανή. Πῶς τὸ εἶδε ὁ γερω-Ἡρωδίων, ὁ Θεὸς τὸν γνωριζει. Τὸν ἐπισκέπτοντο καὶ ἐπίσημοι ἄνθρωποι, ὅπως καὶ ὁ Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἱερομόναχος Παΐσιος Χιλανδαρινός.
Ὁ γερω-Ἡρωδίων ἔλεγε μία καλὴ συμβουλή, ὅπως π.χ.: -Ὅταν κάθεται ὁ μοναχὸς στὸ Κελλί του καὶ δὲν ἀσχολῆται μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ προσεύχεται, τότε ἔρχεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέσα του. Ὕστερα ἔλεγε ἀσυνάρτητα πράγματα καὶ ἔκανε σαλότητες. Καὶ φυσικὰ δὲν μποροῦσε κανεὶς νὰ βρῆ ἄκρη καὶ νὰ βγάλει συμπεράσματα μὲ τὸν γερω-Ἡρωδίωνα.
Κάποτε, τὸν ἐπισκέφθηκαν δύο μοναχοί. Χτυποῦσαν τὴν πόρτα, ἀλλὰ δὲν ἀπαντοῦσε. Ἀκούγονταν ψίθυροι. Ἀπὸ τὸ παραθυράκι τὸν ἔβλεπαν στραμμένο πρὸς τὸν τοῖχο ἀκίνητο νὰ ψιθυρίζει κάτι καὶ νὰ μὴν ἀκούει καθόλου. Ἐπὶ μισὴ ὥρα περίμεναν, ἀλλὰ δὲν ἀποσπάσθηκε ἀπὸ τὴν προσευχή του.
Τὰ πόδια του ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία εἶχαν πρηστῆ καὶ εἶχαν γίνει ἄκαμπτα, σὰν κολῶνες δὲν λύγιζαν. Κάτω ἀπὸ τὸ χονδρὸ δάκτυλο τοῦ ἑνὸς ποδιοῦ εἶχε μία μεγάλη πληγὴ σὰν καρύδι ποὺ ἔβγαζε δύσοσμα ὑγρά. Ἐπειδὴ κυκλοφοροῦσε ξυπόλυτος, ἔκλεινε μὲ χώματα καὶ δὲν φαινόταν ἀπ’ ἔξω.
Ὁ γερω-Ἡρωδίων τὶς τελευταῖες ὀκτὼ ἡμέρες δὲν ἔβαλε τίποτα στὸ στόμα του. Φαίνεται εἶχε προαισθανθῆ τὸν θάνατό του καὶ ἑτοιμαζόταν. Εἶχε γίνει κίτρινος σὰν λεμόνι. Ὅταν ἐκοιμήθη, τὴν Σαρακοστὴ τῶν Χριστουγέννων, στὶς 12-12-1990, ὁ γερω-Μελέτιος εἶπε ὅτι εὐωδίασε τὸ κελλί του.
Ὁ Θεὸς ἂς ἀναπαύσει τὴν ψυχή του καὶ ἂς τὸν ζεστάνει στὸν Παράδεισο τώρα, μιὰ ποὺ πολὺ ὑπέφερε ἀπὸ τὸ κρύο σὲ αὐτὴ τὴν μάταιη ζωή.
Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε. Ἀμήν.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΚΒ) Ἡγούμενος Εὐθύμιος Ζωγραφίτης (+21/11/1994).

ΚΒ) Ἡγούμενος Εὐθύμιος Ζωγραφίτης (+21/11/1994).

Ὁ Καθηγούμενος τοῦ Ζωγράφου Εὐθύμιος γεννήθηκε στὶς 26-10-1926 στὸ χωριὸ Ἔντσεβτσι τῆς ἐπαρχίας Βελίκο Τίρνοβο τῆς Βουλγαρίας. Στὴν βάπτιση τοῦ δόθηκε τὸ ὄνομα Μπογκομίλ. Ἀπὸ μικρὸς διεκρίνετο γιὰ τὴν ἐξυπνάδα καὶ τὴν σεμνότητά του. Τελείωσε ἀριστοῦχος τὸ Γυμνάσιο.
Ὁ πατέρας του εἶχε σκοπὸ νὰ τὸν ἀφήσει διάδοχο στὶς δουλειές του, ἀλλὰ ὅταν ὁ Μπογκομὶλ τελείωσε τὴν στρατιωτική του θητεία ἀνακοίνωσε στοὺς γονεῖς του ὅτι θέλει νὰ γίνει ἱερέας στὸ χωριό του.
Γράφτηκε στὴν Ἱερατικὴ Σχολή, ποὺ τότε βρισκόταν στὴν Μονὴ Τσερεπίς. Τελείωσε σὲ τρία χρόνια μὲ ἄριστα καὶ ἐπέστρεψε στὸ χωριό του ὅπου ὅλοι τὸν περίμεναν νὰ χειροτονηθῆ. Ἦταν ἀγαπητὸς σὲ ὅλους γιὰ τὴν πραότητά του, τὴν σεμνότητα, τὸ ἥσυχο καὶ ἀγαθὸ χαρακτῆρά του. Ἔπρεπε ὅμως νὰ βρῆ πρῶτα πρεσβυτέρα. Ἐπειδὴ ἦταν ἄπειρος ἀπὸ τέτοια, παρεκάλεσε γνωστό του ἱερέα νὰ τοῦ βρῆ ἐκεῖνος πρεσβυτέρα. Αὐτὴ ὅμως ποὺ τοῦ βρῆκε δὲν ἦταν κατάλληλη. Τότε ἔφυγε ἀπὸ τὸ χωριό του καὶ γιὰ δέκα χρόνια, ἀπὸ τὸ 1951 μέχρι τὸ 1961, ἐργάσθηκε σὲ οἰκοδομικὲς ἐργασίες. Τηροῦσε ὅμως τὶς εὐλαβικὲς ἀρχές του καὶ παρέμενε πιστὸ τέκνο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀρχὲς τοῦ 1962 πῆγε νὰ μονάσει στὴν Μονὴ τῆς Μεταμορφώσεως Πρεομπραζένσκι κοντὰ στὸ Βελίκο Τίρνοβο. Μετὰ τὴν καθιερωμένη δοκιμασία ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος καὶ τὸ ἔτος 1963 χειροτονήθηκε ἱερέας. Ὅταν ἄκουγε τὸν κανόνα τοῦ Ὄρθρου ἔκανε σταυρὸ καὶ μετάνοια σὲ κάθε τροπάριο. Ὅταν πήγαιναν ἐκεῖ μαθητὲς τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς καὶ τοῦ ζητοῦσαν εὐλογία ἦταν πιὰ ἱερομόναχος, τοὺς εὐλογοῦσε, ἀλλὰ φιλοῦσε καὶ αὐτὸς τὸ χέρι τους
Τὸ 1964 τὸν ἔστειλαν γιὰ ἐφημέριο στὸ κοντινὸ γυνακεῖο Μοναστήρι Πέτρου καὶ Παύλου. Τὸ Μοναστήρι εἶχε καῆ καὶ ὁ παπα-Εὐθύμιος ἐργαζόταν μὲ τὶς ἀδελφὲς γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση. Ἔκαναν βαρειὲς χειρωνακτικὲς ἐργασίες. Παρὰ τὴν κούραση ὅμως ποτὲ δὲν ξάπλωνε στὸ κρεββάτι, ἀλλὰ κοιμόταν λίγες ὧρες σὲ μία καρέκλα. Ἀπὸ τὴν πολλὴ ὀρθοστασία ἔσπασαν οἱ φλέβες στὰ πόδια του καὶ τὰ τύλιγε μὲ γάζες. Φοροῦσε κατάσαρκα ἁλυσίδες ποὺ τοῦ δημιούργησαν πληγὲς στὴν πλάτη.
Τότε, ἐπειδὴ ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ζωγράφου στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔπασχε ἀπὸ λειψανδρία, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας ἀπεφάσισε νὰ στείλει μερικοὺς μοναχοὺς γιὰ νὰ τὴν ἐπανδρώσουν. Ὅταν πρότειναν καὶ στὸν παπα-Εὐθυμίο, τὸ δέχθηκε μὲ μεγάλη χαρά, καὶ στὶς 21-10-1969 ἦρθε μὲ τὸν παπα-Ἰωάννη ἀπὸ τὸ ἴδιο Μοναστήρι στὸ Ζωγράφου.
Ἡγούμενος ἦταν τότε ὁ Ῥουμᾶνος παπα-Δομέτιος ἀπὸ τὸ Βατπεδινὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ὑπατίου. Εἶχαν συμφωνήσει νὰ ἀναλάβει αὐτὸς Ἡγούμενος προσωρινός, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψει τὸ Κελλί του, καὶ ὅταν βρεθῆ κάποιος Βούλγαρος, νὰ παραδώσει σὲ αὐτὸν τὴν Ἡγουμενία. Μετὰ τὴν ἔλευσή του ὁ παπα-Εὐθύμιος κέρδισε τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν πατέρων. Τὸ 1971 τὸν ἔκαναν Προϊστάμενο καὶ στὶς 3-11-1975 τὸν ἐξέλεξαν ὁμόφωνα Ἡγούμενο γιὰ τὴν ἀρετή του. Αὐτὸς ὅμως ἀπὸ ταπείνωση δὲν ἤθελε μὲ κανέναν τρόπο νὰ ἀναλάβει. Ἀρνιόταν σταθερά, ἀλλὰ καὶ οἱ πατέρες ἐπέμεναν. Τότε τοῦ ἐμφανίστηκε ἡ Παναγία καὶ τοῦ εἶπε: -Πρέπει νὰ δεχθῆς, δὲν ὑπάρχει ἄλλος. Ἔτσι ἔγινε Ἡγούμενος μὲ ἐντολὴ τῆς Παναγίας. Κράτησε ὅμως τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ταπείνωση καὶ ὡς Ἡγούμενος γιὰ 25 χρόνια.
Ποτέ του δὲν προέβαλλε τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν φαινόταν σὰν Ἡγούμενος, ἀλλὰ ἤθελε νὰ εἶναι στὴν ἀφάνεια. Ἦταν πρῶτος στὰ διακονήματα καὶ θυσιάστηκε γιὰ τὸ Μοναστήρι του.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ καθήκοντα τοῦ Ἡγουμένου ἐκτελοῦσε καὶ καθήκοντα γραμματέα. Διάβαζε τὰ γράμματα καὶ ἀπαντοῦσε στὴν Βουλγαρία εἶχε μάθει λίγα ἑλληνικά, ἀλλὰ στὸ Μοναστήρι τὰ καλλιέργησε περισσότερο, ὥστε νὰ μποορῆ νὰ διαβάζει, νὰ γράφει στὴν καθαρεύουσα καὶ νὰ συνεννοῆται μὲ τοὺς Ἕλληνες προσκυνητές, καὶ τοὺς κρατικοῦς ὑπαλλήλους.
Ὁ ἴδιος ἔκανε καὶ τὸν Οἰκονόμο. Μόνος του μετέβαινε στὴν Θεσσαλονίκη νὰ ψωνισει γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ Μοναστηριοῦ. Πηγαίνοντας στὴν ἀγορὰ μὲ μία γαλάζια παλαιὰ τσάντα ποτὲ δὲν χρησιμοποίησε ταξί, ἀλλὰ κουβαλοῦσε μονος του στὰ χέρια τὰ ψώνια στὸ Κονάκι. Ὅταν τελείωνε, πήγαινε πάλι μὲ τὸ λεωφορεῖο στὸ πρακτορεῖο Χαλκιδικῆς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Μοναστήρι μὲ ὅλα τὰ πράγματά του.
Κατὰ τὴν διαμονή του στὴν πόλη περνοῦσε πολὺ ἁπλὰ καὶ ἀσκητικά. Ποτὲ δὲν παρέλειπε τὶς ἀκολουθίες. Τὶς ἔκανε ὅλες μὲ τὸ κομποσχοίνι, τὸ Ψαλτήρι καὶ ἕνα προσευχητάριο, γιατὶ δὲν ὑπῆρχαν τὰ ἀπαραίτητα βιβλία. Ὅταν ἐρχόταν ἡ ὥρα τῆς ἀκολουθίας, κλεινόταν στὸ δωμάτιο του καὶ προσευχόταν. Ἔκανε μάλιστα πολλὲς μετάνοιες καί, ἂν κάποιος χτυποῦσε τὴν πόρτα, δὲν ἄνοιγε. Τὴν πόρτα ὅμως δὲν τὴν κλείδωνε καί, ἂν κάποιος ἔμπαινε μέσα γιὰ νὰ τὸν ῥωτήσει κάτι, ἔλεγε τὰ ἀπαραίτητα καὶ συνέχιζε.
Τὸ πρωΐ ἔκανε τὸν Ὄρθρο καὶ καθυστεροῦσε. Πολλὲς φορές, ὁ Ἐπίτροπος ποὺ ἦταν μαζί του ἔχανε τὴν ὑπομονή του. Χτυποῦσε τὴν πόρτα, γιὰ νὰ τελειώσει ὁ Γέροντας καὶ νὰ προλάβουν τὶς δουλειές. Ἀλλὰ ὁ Γέροντας δὲν βιαζόταν. Ἔπρεπε πρῶτα νὰ τελειώσει ὅλα τὰ πνευματικά του καθήκοντα καὶ τότε ξεκινοῦσαν γιὰ τὶς δουλειές τους, χωρὶς νὰ πάρουν πρωϊνό.
Ὅταν τὸ ἀπόγευμα ἐπέστρεφαν κατάκοποι στὸ Κονάκι, μέχρι νὰ μαγειρέψουν κανένα λάχανο, ὁ Ἐπίτροπος πεινοῦσε καὶ ἔπαιρνε λίγο ψωμί, καὶ κανένα φροῦτο. Ὁ Γέροντας ὑπομονετικὰ ἑτοίμαζε τὸ φαγητό, καὶ ἔτρωγε μόνος στὴν τράπεζα. Ἐκτὸς τραπέζης ποτὲ δὲν ἔτρωγε τίποτε, οὔτε στὸ Μοναστήρι οὔτε ἐκτός.
Σὲ ἑστιατόριο ποτὲ δὲν πήγαινε γιὰ φαγητό. Ἔλεγε ὅτι αὐτὸ δὲν ἁρμόζει σὲ μοναχό. Κάποτε ὁ Ἐπίτροπος ἐπέμενε καὶ κάνοντας ὑπακοὴ πῆγαν νὰ φᾶνε σὲ ἕνα ἑστιατόριο. Ἀλλά, ἐνῶ ἔτρωγαν, φαινόταν ὅτι στενοχωριέται πολύ. Ὅταν δὲν εἶχαν φαΐ στὸ Κονάκι, ἔσπαζε μερικὰ καρύδια καὶ περνοῦσε τὸ βράδυ.
Κάποτε πῆρε ἀπὸ τὴν Τράπεζα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς Μονῆς περίπου 1.000.000 δραχμές. Γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, τὸ 1986, ἦταν ἀρκετὰ χρήματα. Φαίνεται ὅτι κάποιος τὸν παρακολούθησε καὶ μόλις βγῆκε, ἅρπαξε τὴν παλαιὰ τσαντούλα του μὲ τὰ χρήματα καὶ ἐξαφανίστηκε μὲ μεγάλη ταχύτητα πάνω σὲ μηχανή. Ὁ Γέροντας πρόλαβε μόνο νὰ φωνάξει: -Περίμενε, γιατί τὰ παίρνεις; Αὐτὰ εἶναι μοναστηριακὰ χρήματα. Τὸ βράδυ ἀνέφερε τὸ γεγονὸς στὸν Ἐπίτροπο, ἀλλὰ τὸ ἔλεγε ἥσυχα, χωρὶς καθόλου νὰ εἶναι στενοχωρημένος. Μετὰ κοιμήθηκε ἀμέσως σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβῆ τίποτε. Πιθανῶς εἶχε κάνει πολλὴ προσευχὴ γιὰ τὸν κλέφτη.
Ὅταν ἦταν στὴν πόλη δὲν μετεωριζόταν κοιτάζοντας τὶ συμβαίνει γύρω του. Ἦταν προσεκτικός. Γι’ αὐτὸ κατόρθωνε νὰ διαφυλάξει τὴν καλή του πνευματικὴ κατάσταση. Καὶ ὅταν ἐπέστρεφε στὸ Μοναστήρι ἀμέσως ἔπαιρνε ἐφημερία, γιατὶ ἦταν λίγοι οἱ ἱερεῖς. Ἀπὸ τὸ ταξίδι κουρασμένος ὅπως ἦταν, ἔβαζε τὸ πετραχήλι καὶ ἄρχιζε τὸν Ἑσπερινό. Τὴν ἄλλη μέρα στὴν Θεία Λειτουργία διαβάζοντας τὸ Εὐαγγέλιο, πρὸς τὸ τέλος, ἡ φωνή του ἄλλαζε ἀπὸ τὴν κατάνυξη καὶ τὰ μάτια του γέμιζαν δάκρυα. Ἡ ἔξοδός του στὸν κόσμο δὲν τὸν ἀλλοίωνε, γιατὶ εἶχε νήψη καὶ ἔβγαινε ἀπὸ ἀνάγκη. Προσερχόμενος ὁ λόγῳ, οὐ προερχόμενος (Κλῖμαξ, ΚΖ (Α), δ).
Κατάνυξη αἰσθανόταν καὶ ὅταν τὴν Κυριακὴ ἑσπέρας διάβαζε τοὺς Χαιρετισμοὺς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὅταν δὲν λειτουργοῦσε, καθόταν στὸν χορό, καὶ τοῦ ἄρεσε πολὺ νὰ διαβάζει καὶ νὰ ψέλνει. Διάβαζε Ψαλτήρι, Κανόνες, Ὧρες, ἀργὰ καὶ καθαρά, χωρὶς νὰ βιάζεται. Ὅταν στὸν ἄλλο χορὸ δὲν ὑπῆρχε κανείς, τότε ἀγόγγυστα ἔλεγε ὁ ἴδιος καὶ τὰ τοῦ ἄλλου χοροῦ. Οὔτε παρατηροῦσε τοὺς μοναχοὺς γιὰ τὶς ἐλλείψεις οὔτε κατέκρινε κάποιον, ἀλλὰ πάντα ἦταν εἰρηνικὸς καὶ σιωπηλός.
Ἐπειδὴ τότε οἱ πατέρες τῆς Μονῆς προέρχονταν ἀπὸ διάφορα μοναστήρια τῆς Βουλγαρίας, δὲν τηροῦσαν αὐστηρὴ κοινοβιακὴ ζωή. Ὁ Γέροντας, ὅταν δὲν τοῦ τὸ ζητοῦσαν, δὲν ἐπενέβαινε στὴν προσωπική τους ζωή. Τοὺς φερόταν μὲ ἀγάπη μητρική, ἀλλὰ γιὰ δύο πράγματα ἦταν ἀνένδοτος. Δὲν ἐπέτρεπε συνομιλίες στὴν ἐκκλησία καί, ἂν δύο πατέρες ἦταν μαλωμένοι, ἐπέμενε πρὶν ἀπὸ τὸν Ὄρθρο νὰ ἔχουν συμφιλιωθῆ.
Ἐπέμενε οἱ ἀκολουθίες νὰ γίνονται μὲ τάξη καὶ εὐλάβεια, χωρὶς νὰ συντομεύονται. Κάποτε, ἀπὸ λάθος τοῦ Τυπικάρη δὲν διάβασαν ἕναν κανόνα στὴν Θεοτόκο. Ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας πῆρε κάποιον μοναχὸ ὕστερα καὶ τὸν διάβασαν μόνοι τους στὸ παρεκκλήσι τῆς Παναγίας. Ἂν καὶ νύσταζε, πολεμοῦσε τὸν ὕπνο καὶ διάβασαν τὸν κανόνα.
Πῶς νὰ μὴν νυστάζει ὁ Γέροντας ποὺ συνεχῶς ἔτρεχε στὰ διακονήματα καὶ κοιμόταν ἐλάχιστα ἢ καὶ καθόλου ὁρισμένες νύχτες; Συχνὰ συνέβαινε τὸ ἑξής: Ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, ἔπαιρνε ἐφημερία καὶ μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ πήγαινε μέχρι ἀργὰ τὴν νύχτα νὰ ζυμώσει καὶ νὰ κάνει τὰ πρόσφορα. Ὕστερα ἑτοιμαζόταν γιὰ νὰ λειτουργήσει καὶ πήγαινε ἀμέσως στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ κλείσει μάτι. Φυσικὸ ἦταν νὰ νυστάζει μὲ τόση κούραση καὶ χωρὶς ὕπνο. Κάποτε ποὺ μετέφερε χόρτα μὲ τὸ τρακτέρ, τὸν πῆρε ὁ ὕπνος πάνω στὸ τιμόνι καὶ ἔπεσε μὲ τὸ τρακτέρ, στὸ ποτάμι. Τότε, τοῦ ξαναεμφανίσθηκε ἡ Παναγία. Τὸν ἔσωσε, χωρὶς νὰ πάθει τίποτε, καὶ τοῦ εἶπε: -Δὲν πρέπει νὰ κάνεις ὑπερβολές. Ἂν δὲν εἶχα ἔρθει, τὶ θὰ πάθαινες!
Ἄλλη φορά, μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο, πῆγε στὸ Κελλὶ ποὺ ὀνομάζεται Πατητήρια, γιὰ νὰ βγάλει τὸ ῥακί. Ξενύχτησε μὲ τοὺς ἐργάτες. Εἶχε ῥωτήσει μὲ ταπείνωση ὁ Ἡγούμενος τὸν Ἐπίτροπο, ἂν θὰ ἔρθει κάποιος μοναχὸς μαζί τους, ἀλλὰ ὁ Ἐπίτροπος ἔκρινε καλύτερο νὰ μείνει ὁ Ἡγούμενος μὲ τοὺς ἐργάτες, γιὰ νὰ μὴν κάνουν κατάχρηση μὲ τὸ ῥακί. Τὸ πρωΐ, κατὰ τὶς 3, ἔφερε τὸ ῥακὶ καὶ τὸ ἔβαλε στὸ ὑπόγειο. Ὕστερα φόρεσε τὸ ῥάσο καὶ τὸ κουκούλι καὶ πῆγε στὴν ἐκκλησία. Ὁ Ἐκκλησιαστικὸς τὰ εἶδε αὐτὰ ὅταν πῆγε νὰ χτυπήσει τὸ τάλαντο. Καὶ ὅταν κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες τὸν κατέκρινε γιατὶ νύσταζε στὴν ἀκολουθία, ὁ Ἡγούμενος ποὺ ἄκουσε δὲν μίλησε, ἀλλὰ μίλησε ὁ Ἐκκλησιαστικὸς καὶ θαύμασαν τὴν ταπείνωση καὶ τὴν αὐταπάρνηση τοῦ Γέροντα.
Ἄλλη φορά, ἔψαχνε ὅλη τὴν νύχτα νὰ βρῆ κάποια ἔγγραφα στὸ ἀρχεῖο καὶ δὲν κοιμήθηκε καθόλου. Τὴν ἄλλη μέρα πῆγε στὴν Σιμωνόπετρα γιὰ νὰ φωτοτυπήσει τὰ ἔγγραφα. Τοῦ πρότειναν νὰ λειτουργήσει καὶ προετοιμάστηκε, χωρὶς πάλι νὰ κοιμηθῆ Λειτουργοῦσε ἁπλά, ταπεινά, καὶ μὲ συναίσθηση. Ἦταν ἄριστος λειτουργός, καὶ ἤξερε πολλὲς εὐχὲς ἀπὸ στήθους.
Πρὸς ὅλους ἔδειχνε ἀγάπη, χωρὶς νὰ διακρίνει ἐθνικότητα, θέση κοινωνικὴ καὶ ἄλλα παρόμοια. Ὅσοι τὸν γνώρισαν, ὁμολογοῦν τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀγάπη του, ἀπὸ τοὺς ἀστυνομικοὺς στὸ φυλάκιο τῆς Μονῆς μέχρι ἀρεοπαγίτες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.
Ὁ Κυριάκος Κεσκεσιάδης ποὺ ὑπηρέτησε ὡς ἀστυνομικὸς στὸ Ζωγράφου γιὰ πολλὰ χρόνια, ἔλεγε: -Ὁ Γέροντας ποτέ του δὲν ἀρνηθηκε καμμία ἐξυπηρέτηση στοὺς ἀστυνομικούς καὶ στοὺς ἐργάτες. Εἴχαμε φιλία καὶ πολλὲς φορές, πήγαινα στὸ Ἡγουμενεῖο. Συχνὰ συνέβαινε, ὅταν μιλούσαμε, νὰ νυστάζει ἀπὸ κούραση πήγαινε καὶ ἔκανε ὅλες τὶς δουλειές. Δὲν εἶχε βοηθούς. Πάντα ἦταν μὲ τὸ χαμόγελο καὶ ποτὲ δὲν θύμωνε.
Μία φορά, συνέβη τὸ ἑξῆς: Εἶχα βγῆ γιὰ κυνήγι καὶ ἤμουν μέσα στὸ ποτάμι σὲ κάτι βάτα. Ὅταν νύχτωσε, κάποια στιγμή, ἄκουσα νὰ πλησιάζει κάτι κάνοντας θορυβο καὶ σπάζοντας τὰ κλαδιά. Δὲν ἦταν γουρούνι, γιατὶ θὰ μὲ μύριζε. Ἔφεξα μὲ τὸν φακό, φώναξα καὶ ἄκουσα νὰ ἀνεβαίνει πάνω στὸν δρόμο. Σκέφτηκα ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι κάποιος κλέφτης καὶ ἔτρεξα πίσω του. Τελικά, εἶδα τὸν Γέροντα ποὺ προσπαθοῦσε νὰ μπῆ στὸ αὐτοκίνητο. Τὸν ῥώτησα:
-         Γιατί δὲν ἀπάντησες;
-         Φοβήθηκαν, δὲν ἤξερα ποιὸς εἶναι.
-         Τί ἔψαχνες ἐκεῖ κάτω;, ῥώτησα πάλι.
-         ῞Ενα χόρτο γιὰ νὰ τὸ βάλω μέσα στὰ βαρέλια τοῦ κρασιοῦ καὶ ἤξερα ὅτι ἐκεῖ φυτρώνει. 
Ὁ κ. Γεώργιος Σιδηρόπουλος, τελωνειακός, ἀναφέρει: Στὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπηρέτησα τὸ 1977 καὶ ἀπὸ τὸ 1987 ἕως τὸ 1992 στὴν Ζωγράφου. Πρὶν πάω μόνιμα στην Ζωγράφου, πήγαινα γιὰ προσκύνημα καὶ ἔβλεπα τὸν Γέροντα. Τὸν γνώρισα σὰν ἕναν ἀληθινὸ μοναχό, ἄνθρωπο τῆς προσευχῆς. Ἦταν Ἡγούμενος, ἀλλὰ στὴν ὄψη ἦταν σὰν ἀσκητής, ἀναχωρητής. Ἀγαποῦσε ὅλους τοὺς πατέρες καὶ τοὺς προσκυνητὲς καὶ τοὺς ἐργάτες, ἐνῶ πολλὲς φορὲς τοὺς ἐξυπηρετοῦσε μόνος του στὴν τράπεζα καὶ στὸ Ἀρχονταρίκι. Πάντοτε φαινόταν κουρασμένος, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀρνήθηκε νὰ δεχθῆ κάποιον γιὰ ἐξομολόγηση ἢ συζήτηση. Εἶχε πολλὴ ὑπομονὴ καὶ καλοσύνη καὶ ποτὲ δὲν παραπονιόταν.
Ὅταν πῆγα νὰ ὑπηρετήσω στὸ Ζωγράφου, τὸ κτίριο ὅπου στεγαζόταν τὸ Τελωνεῖο ἦταν σὲ ἄσχημη κατάσταση. Ὁ Γέροντας ἐνδιαφέρθηκε καὶ μὲ ἐνθάῤῥυνε νὰ κάνω ὑπομονή, συγχρόνως ἔστειλε καὶ ἐργάτες νὰ κάνουν τὶς ἀπαραίτητες διορθώσεις.
Τὸν ἔβλεπα νὰ δουλεύει παντοῦ· στὴν ἐκκλησία, στὸ Ἀρχοναρίκι, στὴν Τράπεζα, στὸν κῆπο.
Ὅταν ἦταν ἀνάγκη ἔκανε καὶ τὸν ὁδηγὸ γιὰ νὰ μεταφέρει προσκυνητὲς ἢ πατέρες.
Κάποτε, πλησίαζε ἡ πανήγυρη τῆς Μονῆς καὶ συζητούσαμε γιὰ τὸ πῶς θὰ οἰκονομήσουμε τὰ ψαρια. Τοῦ πρότεινα νὰ πάω ἔξω καὶ νὰ ἀγοράσω. Ὁ ἴδιος ὅμως μοῦ πρότεινε νὰ ῥίξουμε δίχτυα στὴν θάλασσα. Πιάσαμε 80 κιλὰ ψάρια ποὺ ἔφτασαν γιὰ τὴν πανήγυρη.
Ἄλλη φορά, ἦταν χειμῶνα καὶ ἔῤῥιξε πάνω ἀπὸ ἕνα μέτρο χιόνι. Οἱ προσκυνητὲς εἶχαν ἀποκλειστῆ καὶ ἀνησυχοῦσαν. Ὁ Γέροντας εἶπε: -Θ’ ἀνοίξουμε τὸ μονοπάτι, καὶ ξεκίνησε πρῶτος· τὸν ἀκολούθησαν καὶ ἄλλοι καὶ ἄνοιξαν τὸ μονοπάτι.
Ὅταν τὸν ἐπισκεπτόμουν στὸ Ἡγουμενεῖο, ἔβλεπα ὅτι, ὅταν ἤθελε νὰ ξεκουραστῆ, δὲν ξάπλωνε, ἀλλὰ καθόταν σὲ καρέκλα. Τὸν ῥώτησα:
-Γιατί δὲν ξαπλώνεις;
- Ὁ μοναχὸς πρέπει πάντα νὰ εἶναι ἕτοιμος, σὲ ἐγρήγορση, γιατὶ δὲν ξέρει πότε θὰ τὸν καλέσει ὁ Κύριος, εἶτε ἐδῶ νὰ τοῦ ἀναθέσει κάποια διακονία εἶτε νὰ νὰ τὸν πάρει κοντά του.
Ὁ Γέροντας μοῦ συνέστησε νὰ ξεκουράζομαι καὶ ἐγὼ σὲ καρέκλα, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὸν μιμοῦμαι Ἐπίσης, ὁ Γέροντας δὲν ἀναπαυόταν στὴν πολλὴ ζέστη τοῦ χειμῶνα. Ἔλεγε: -Ἡ ζέστη μᾶς κάνει χαλαροὺς καὶ ἡ καλοπέραση δὲν ἁρμόζει σὲ μοναχό.
Μὲ βοήθησε νὰ καταλάβω τὸ νόημα τῆς ζωῆς. μὲ συμβούλευε: -Νὰ ἀγαπᾶς τὸ πλησίον ὅπως τὸν ἑαυτό σου. Ἀπὸ τὸν Γέροντα διδάχθηκα νὰ προσπαθῶ νὰ κάνω τὸ καλύτερο δυνατὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀπὸ αὐτὸν ἔμαθα τὶς βασικὲς ἀρετές, ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον.
Αἰσθανόμουν χαρὰ νὰ εἶμαι μαζί του. Κάπου-κάπου μοῦ ἔκανε τὴν τιμὴ νὰ ἐρχόταν στὸ τελωνεῖο καὶ νὰ συνομιλῆ μαζί μου Ἦταν πολὺ ταπεινός.
Οἱ προσκυνητές, ὅταν τὸν ἔβλεπαν, μοῦ ἔλεγαν: -Αὐτὸς ὁ μοναχὸς πρέπει νὰ εἶναι πολὺ εὐλαβὴς καὶ ἐργατικός. Καὶ ὅταν τοὺς ἔλεγα ὅτι εἶναι ὁ Ἡγούμενος, χαίρονταν ἀκόμη περισσότερο.
Ὅταν ἔπιανα λίγα ψάρια, ἔδινα καὶ στὸν Γέροντα, ὅταν ἐρχόταν νὰ μὲ δῆ στὸ Τελωνεῖο. Δὲν ἤθελε νὰ πάρει τίποτε. Ἔπαιρνε μόνο μισὸ ψαράκι, γιὰ νὰ μὴν στενοχωρηθῶ.
Ὅταν ἔμενα μόνος μου στὸ Τελωνεῖο στὸν Ἀρσανᾶ, δὲν φοβόμουν γιατὶ ἔλεγα: -Ἔχω τὸν Ἅγιο Γεώργιο ποὺ μὲ φυλάει, καὶ τὸν Γέροντα ποὺ προσεύχεται γιὰ μένα. Μέχρι σήμερα, ὅταν τὸν θυμόμαι, αἰσθάνομαι μεγάλη χαρά.
Κάποιος Ἱεροδιάκονος Ἁγιορείτης ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία του νὰ μὴν βγῆ ποτὲ ἀπὸ τὸ Ὄρος, καὶ προσευχόταν γι’ αὐτὸ στὴν Παναγία. Ὅταν ὁ Γέροντας, τὸ ἔμαθε, εἶπε: Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ πρέπει νὰ ζητήσει ὁ καλὸς μονναχὸς ἀπὸ τὴν Παναγία. Ὅσες φορὲς ὁ μοναχὸς βγαίνει ἔξω στὸν κόσμο, χάνει ἀπὸ τὸν μισθό του.
Ὁ κατὰ σάρκα πατέρας τοῦ π. Μάρκου ἀπὸ τὴν Κωνσταμονίτου, ἦταν παρὼν κάποτε στὸν Ἀρσανᾶ ποὺ ἕνας λαϊκὸς ἀπὸ τὴν Χαλκιδική, γιὰ ἄγνωστο λόγο ἄρχισε νὰ βρίζει τὸν Γέροντα μὲ ἄπρεπα λόγια. Ὁ ταπεινὸς Γέροντας κατέβασε τὸ κεφάλι του καὶ δὲν εἶπε τίποτε. Στὴν θέση ποὺ στεκόταν ὁ λαϊκὸς ὑπῆρχε μία παλαιὰ πέτρινη γέφυρα. Μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα ὁ ἴδιος λαϊκὸς βρισκόταν πάλι σ’ αὐτὴ τὴν θέση κάτω ἀπὸ τὴν γέφυρα. Ξαφνικά, χωρὶς καμμία ὁρατὴ αἰτία, ἡ γέφυρα σωριάστηκε ἐπάνω του καὶ ὁ ἄνθρωπος πέθανε κάτω ἀπὸ τὶς πέτρες.
Μαρτυρία Ἁγιορείτου:
Ὁ Γέροντας Εὐθύμιος ἦταν σεμνός, σοβαρός, καὶ ταυτόχρονα μειλίχιος, χαρούμενος, ἐργατικὸς καὶ φιλακόλουθος. Ἐμφορεῖτο ἀπὸ φόβο Θεοῦ καὶ ἀπὸ βαθειὰ συναίσθηση τῆς μοναχικῆς του ἰδιότητος καὶ τῆς διακονίας του στὸ Μοναστήρι.
Παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν προσηνής, ἐν τούτοις δὲν μποροῦσες νὰ χάσεις τὸν σεβασμὸ καὶ τὸ ἀπαῤῥησίαστο, διότι ἦταν πνευματικὸς μοναχός, ποὺ μέλημά του ἦταν ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἔνιωθες ὅτι βιώνει καταστάσεις πνευματικές. Ζοῦσε σὰν ἁπλὸς μοναχός, καὶ δὲν ἀπολάμβανε τὶς τιμὲς τοῦ ἀξιώματός του ὡς Ἡγούμενος.
Πάντα ζοῦσε μὲ τὴν ἀγωνία γιὰ τὸ Μοναστήρι του ποὺ ἔπασχε ἀπὸ λειψανδρία καὶ εἶχε πολλὰ κτιριακὰ προβλήματα. Κατάφερε ὅμως παρὰ τὶς δυσκολίες νὰ κρατήσει τὸ Μοναστήρι, διότι εἶχε πίστη στὸν Θεό, ἀγάπη στὸν Ἅγιο Γεώργιο καὶ φρόντιζε ὅσο μποροῦσε γιὰ τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ πνευματικά.
Ὅσες φορές, κάποιος δύστροπος μοναχὸς τοῦ φερόταν ὑβριστικὰ ἀποκαλώντας τὸν ψοφίμι, ὁ Γέροντας δὲν μιλοῦσε καθόλου. Ἀργότερα αὐτὸς ὁ μοναχὸς εἶχε πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ τελικὰ ἔφυγε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἦταν ταμίας, καὶ ὅταν παρέδωσε τὸ ταμεῖο, βρῆκαν ἐλλείψεις. Μερικοί, πρότειναν νὰ τὸν δικάσουν, ἀλλὰ ὁ ἀνεξίκακος Γέροντας πῆρε τὸ μέρος του: -Δὲν εἶναι σωστό, εἴμαστε μοναχοί, εἶπε.
Ὁ Ἡγούμενος Εὐθύμιος ἦταν ἄνθρωπος εὐλαβής, μὲ ἐσωτερικὴ κρυφὴ ἐργασία καὶ ἀγαποῦσε τὴν προσευχή. Ἔλεγε πάντοτε τὴν εὐχὴ καὶ διάβαζε τὰ βιβλία τῶν νηπτικῶν πατέρων, ἰδιαιτέρως τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου καὶ τὸν Βίο καὶ τὰ Ἔργα τοῦ Ἁγίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ἔλεγε σὲ ὑποψήφιο μοναχὸ ὅτι τὸ βιβλίο εἶναι σὰν καθρέπτης, γιατὶ μὲ αὐτὸ βλέπεις τὸν ἑαυτό σου, τὴν κατάστασή σου.
Δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὴν ἀκολουθία καὶ παρὰ τὶς πολλές του ὑποχρέωσεις εὕρισκε τὸν χρόνο νὰ κάνει τὰ πνευματικά του καθήκοντα.
Κάποτε, νοσηλευόταν στὸ Νοσοκομεῖο, γιατὶ ἔπεσε ἀπὸ μία λωτιά. Ἐκεῖ δὲν ἄφηνε τὰ πνευματικά του καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὰ τελειώνει, πρὶν ξυπνήσουν οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς τοῦ θαλάμου του. Καθήμενος στὸ κρεββάτι ἔλεγε γρήγορα κάπως τὴν εὐχή. Τότε, τοῦ ἐμφανίστηκε γιὰ τρίτη φορὰ ἡ Παναγία. Τὴν εἶδε καθαρά, ἐνῶ ἀπὸ εὐλάβεια καὶ συστολή, δὲν τόλμησε νὰ σηκώσει τὰ μάτια του γιὰ νὰ τὴν ξανακοιτάξει. Ἄκουσε νὰ τοῦ λέει νὰ μὴν βιάζεται ὅταν προσεύχεται.
Αὐτὸ τὸ γεγονός, ἀναγκάστηκε νὰ τὸ διηγηθῆ σὲ κάποιον ἱερομόναχο ποὺ τώρα εἶναι Μητροπολίτης στὴν Βουλγαρία, γιατὶ κάποτε ἔκαναν ἀκολουθία στὸ Κονάκι στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ὁ τότε ἱερομόναχος διάβαζε γρήγορα γιὰ νὰ προλάβουν τὶς δουλειές.
Ὁ Γέροντας Εὐθύμιος ἀγαποῦσε τὶς ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες καὶ συμμετεῖχε μὲ χαρά. Ἔψελνε πολὺ γλυκὰ καὶ μὲ εὐλάβεια, ἂν καὶ δὲν ἤξερε πολλὰ μουσικά. Συχνά, ὅταν ἔψελνε κάποιο τροπάριο, τὸν ἔπνιγε ἡ κατάνυξη καὶ ἀδυνατοῦσε νὰ τὸ τελειώσει.
Ἦταν πραγματικὸς ἡσυχαστής, ἂν καὶ ὅλη τὴν ἡμέρα δὲν σταματοῦσε νὰ ἐργάζεται παντοῦ. Κάποιος μοναχός, τοῦ πρότεινε νὰ ἀφήσουν τὸ Μοναστήρι καὶ νὰ ἡσυχάσουν στὸν Ἀρσανᾶ. Ὁ Γέροντας ποὺ ζοῦσε στὴν καρδιά του τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, δὲν δέχτηκε ἂν καὶ τὸ ἐπιθυμοῦσε, λέγοντας: -Καλὴ εἶναι ἡ ἡσυχία, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ ἀφήσω τὸ Μοναστήρι.
Ἦταν πραγματικὸς Ἡγούμενος καὶ ἐφάρμοσε πλήρως καὶ κατὰ γράμμα τὸ ῥητό: Καὶ ὁ ἡγούμενος ἔστω ὡς ὁ διακονῶν. Ἔκανε ὅλες τὶς δουλειές, σὰν νὰ ἦταν ὁ τελευταῖος ἐργάτης. Μετὰ τὴν ἀκολουθία φοροῦσε ἕνα παλαιὸ ζωστικὸ κοντό, καὶ πήγαινε νὰ καθαρίσει τὸν δρόμο πρὸς τὶς μάννες τοῦ νεροῦ ἢ ἔφτιαχνε τὶς βλάβες πρὸς τὸν ἀγωγὸ τοῦ νεροῦ. Κάποτε ποὺ εἶχαν μία σοβαρὴ βλάβη πῆγαν πολλοί, καὶ ἐπειδὴ δὲν τελείωνε ἡ δουλειά, οἱ ἄλλοι κουράστηκαν καὶ ἔφυγαν. Τελικά, ἔμεινε ὁ Γέροντας μὲ τὸν Ἐπίτροπο καὶ ἔσκαψαν γιὰ νὰ βροῦν τὴν βλάβη. Καὶ ἐνῶ εἶχε νυχτώσει, ὁ Γέροντας συνέδεσε μὲ πολλὴ τέχνη τοὺς σωλῆνες καὶ γύρισε στὸ Μοναστήρι στὴν 1  μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Ὁ ἀγωγὸς δουλεύει μέχρι σήμερα.
Ὁ ἴδιος ἔφτιαχνε τὶς σκεπές, μάζευε τὰ καρύδια καὶ τὰ ἄλλα φροῦτα καὶ ἀνέβαινε στὰ δένδρα ἕως τὴν κοίμησή του. Ἦταν μάγκιπας καὶ προσοφοράρης. Ἔκανε τὸ κρασί, καὶ ἔβγαζε τὸ ῥακὶ τὶς νύχτες, μόνος του ἢ μὲ ἕναν λαϊκὸ ἐργάτη· μὲ τὸν Μῆτσο τὸν μάγειρα κουβαλοῦσε ζεστὸ νερὸ γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλῆ τοὺς ἄλλους.
Ὅταν κάποιος μοναχός, ἦρθε ἀπὸ τὴν Βουλγαρία γιὰ νὰ μονάσει στὸ Ζωγράφου, ὁ Γέροντας κατέβηκε μὲ τὰ μουλάρια στὸν Ἀρσανᾶ, γιὰ νὰ τὸν περιμένει. Τὸν δέχτηκε μὲ ἀγάπη καὶ ἐγκαρδιότητα, τοῦ φίλησε τὸ χέρι καὶ τὸν ἀσπάστηκε. Μαζὶ πῆγαν στὶς Καρυὲς γιὰ νὰ τακτοποιήσουν τὰ χαρτιά, ἐνῶ στὸ Κονάκι ὁ Γέροντας μαγείρεψε φασόλια καὶ τοῦ παρέθεσε τράπεζα.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ μερικοὶ τὸν κατηγοροῦσαν ὅτι δὲν κάνει ἔργα στὸ Μοναστήρι. Ἀλλὰ τότε ἦταν δύσκολη ἡ κατάσταση. Ἂν καὶ ἤθελε, δὲν μποροῦσε νὰ κάνει πολλὰ πράγματα, διότι ἔλειπαν τὰ χρήματα καὶ ἡ Μονὴ ἔπασχε ἀπὸ λειψανδρία.
Προσπαθοῦσε νὰ βοηθήσει τὸ Μοναστήρι, ἀλλὰ ἡ καρδιά του δὲν κολλοῦσε σὲ τίποτε ὑλικό. Εἶπε σὲ νέο μοναχὸ ποὺ τοῦ πρότεινε κάποια σχέδια γιὰ τὴν ὑλικὴ ἄνοδο τῆς Μονῆς: -Καλὰ εἶναι αὐτά, ἀλλὰ νὰ μὴν κολλᾶμε ἐκεῖ ὑπερβολικά.
Ἦταν ἀσκητικός. Ἐνω κουραζόταν τόσο πολύ, ἔτρωγε λίγο. Ἤθελε τὸ φαγητὸ νὰ εἶναι ἁπλὰ μαγειρεμένο. Ὅταν ὁ Επίτροπος πρότεινε νὰ βάλουν καὶ ἄλλα πράγματα συμπληρωματικά, ὁ Γέροντας ἔλεγε: -Δὲν εἶναι ἀνάγκη. Ἔχουμε στὴν τράπεζα ἀρκετὰ πράγματα. Εἴμαστε μοναχοί. Πρέπει νὰ τρῶμε πιὸ ἁπλὰ καὶ λίγα πράγματα. Ἀλλὰ ἐπέμενε πάντοτε νὰ ὑπάρχει ἀρκετὸ ψωμί.
Ὅταν ξεχνοῦσαν νὰ τοῦ βάλουν κάποιο φαγητό, δὲν ἔκανε παρατήρηση οὔτε τὸ ζητοῦσε. Ἔτρωγε μόνο στὴν τράπεζα. Ἂν τοῦ πρότειναν νὰ φάει κάτι, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο, δὲν δεχόταν.
Ποτέ του δὲν κατέκρινε κανέναν. Κακὸς λόγος δὲν ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του. Εἶχε λεπτότητα, ἀρχοντιά, καὶ δὲν μιλοῦσε περιφρονητικὰ γιὰ κανέναν.
Ὅλοι οἱ πατέρες τῆς Μονῆς εἶχαν πάει τοὐλάχιστον μία φορὰ στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὁ Γέροντας δὲν πῆγε ποτέ. Τὸν τελευταῖο χρόνο τῆς ζωῆς του εἶπε σὲ κάποιον: -Κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι σὰν νὰ πᾶς στὰ Ἱεροσόλυμα.
Ἀγαποῦσε ἐξ ἴσου ὅλους. Αὐτὸ τὸ ὁμολογοῦν Βούλγαροι, Ἕλληνες, Ῥῶσσοι καῖ ὅσοι τὸν γνώρισαν. Ἀγαποῦσε θερμὰ τὴν Πατρίδα του, ἀλλὰ μὲ πνευματικὸ τρόπο, χωρὶς ἐθνικισμό.
Τότε ποὺ στὴν Βουλγαρία ἐπικρατοῦσε ἡ ἀθεΐα τῶν κομμουνιστῶν, ὁ Γέροντας μὲ πρωτοβουλία δική του ἐξέδωσε πνευματικὰ βιβλία καὶ τὰ ἔστελνε στὴν Βουλγαρία γιὰ νὰ στηρίξουν τοὺς πιστούς. Ἂν καὶ τὸ Μοναστήρι δὲν εἶχε πολλὰ ἔσοδα δαπάνησε γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ 3.500.000 δραχμές.
Ὁ ἴδιος ἦταν τελείως ἀκτήμων. Γιὰ ἕνα διάστημα ἔστελναν ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας μία χρηματικὴ βοήθεια στὸν κάθε μοναχό. Ὁ Γέροντας ποτὲ δὲν ἄγγιξε αὐτὰ τᾶ χρήματα. Τὰ ἔβαζε σὲ μία γωνία καὶ μετὰ ἔλεγε στὸν Ἐπίτροπο νὰ τὰ πάρει καὶ νὰ τὰ βάλει στὴν ἐκκλησία.
Πάντοτε φοροῦσε παλαιά. Κάποτε ἀγόρασε ἕνα κοντὸ ζεστὸ γιὰ τὸν χειμῶνα. Ἕνας μοναχὸς τὸν ῥώτησε γιατὶ δὲν ἀγόρασε καὶ γι’ αὐτόν. Τὴν ἄλλη μέρα τοῦ τὸ ἔδωσε καὶ αὐτὸς ἔβλαε πάλι τὸ παλαιὸ κοντό του. Ἔπλενε τὰ ῥοῦχα μόνος του μὲ τὰ χέρια μὲ κρύο νερό, ἀκόμη καὶ τὸν χειμῶνα.
Ὑπεραγαποῦσε καὶ εὐλαβεῖτο πολὺ τὴν Παναγία. Ἔλεγε πολλὲς φορὲς μὲ κατάνυξη, πὼς αὐτὴ μόνη της ἀνέβηκε τὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ, ὅταν ἦταν τριῶν ἐτῶν.
Ἂν καὶ εἶχε πολλὰ τάλαντα καὶ πολλὲς γνώσεις, ποτὲ δὲν καυχιόταν, ἀλλὰ ἀντιθέτως, ὅταν ἔκανε κάποια ἐργασία, πάντοτε ῥὠτοῦσε κάποιον ἄλλον πὼς νὰ τὴν κάνει γιὰ νὰ μὴν κάνει τὸ θέλημά του. Στὴν Γεροντικὴ Σύναξη ἔλεγε τὴν γνώμη του, ἀλλὰ δὲν προσπαθοῦσε νὰ τὴν ἐπιβάλλη. Σιωπηλὰ προσευχόταν καὶ μετὰ ἀπὸ συζητήσεις γινόταν αὐτὸ ποὺ ἤθελε ὁ Γέροντας.
Γιὰ ἄσκηση σπάνια ἄναβε σόμπα. Ὅταν ἤθελε καμμία φορὰ νὰ ζεσταθῆ καὶ ἡ ὥρα ἦταν προχωρημένη, πήγαινε στὸ μαγειρεῖο καὶ καθόταν δίπλα στὴν σόμπα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ πάντα τοῦ ἔλειπε ὕπνος, ἀμέσως ἀποκοιμόταν. Ὁ Μῆτσπος ἀπὸ σεβασμὸ στεκόταν δίπλα του, γιὰ νὰ φυλάει τὸν Γέροντα μὴν πέσει ἀπὸ τὴν καρέκλα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸις νύσταζε καὶ κοιμόταν ὄρθιος.
Ποτέ του δὲν ξάπλωσε σὲ κρεββάτι γιὰ νὰ ἀναπαυθῆ, ἀλλὰ καθόταν σὲ μία καρέκλα ἢ σὲ ἕναν καναπε. Ἤθελε νὰ εἶναι σὰν τὸν στρατιώτη πάντα ἕτοιμος. Ἔτσι τὸν βρῆκαν οἱ πατέρες, καθισμένον στὸν καναπέ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία τῶν Εἰσοδίων, στὶς 21-11-1994, ἐνῶ ἡ καθαρὴ ψυχή του εἶχε πετάξει στοὺς οὐρανοὺς κοντὰ στὸν Χριστό ποὺ ἀγάπησε ἀπὸ μικρὸς καὶ διηκόνησε ποικιλοτρόπως σὲ ὅλη του τὴν ζωή.
Οἱ πατέρες παρατήρησαν πάνω στὸ κρεββάτι του ἕνα παχὺ στρῶμα σκόνης καὶ ἀράχνες.
Σ’ αὐτὴν τὴν ζωὴ ὁ Γέροντας Εὐθύμιος δὲν χόρτασε τὸν ὕπνο, δὲν ξεκουράστηκε σὰν ἄνθρωπος, ἀλλὰ τώρα ὁ Κύριος, ὁ δίκαιος Κριτής, ἂς τὸν ἀναπαύσει ἐν τῇ ἀγήρῳ μακαριότητι.
Ὅσοι τὸν γνώρισαν, τὸν θυμοῦνται μὲ συγκίνηση ὡς ἅγιο ἄνθρωπο.
Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε. Ἀμήν.