Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ παπα-Ἀρτέμιος, παλαιὸς Κωνσταμονίτης

Ὁ παπα-Ἀρτέμιος, παλαιὸς Κωνσταμονίτης, διηγήθηκε:
Κατάγομαι ἀπὸ τὸν Βόλο καὶ στὸν κόσμο ἤμουν ποδοσφαιριστής. Μοῦ εἶπαν τρεῖς γνωστοί μου ὅτι θὰ πήγαιναν στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ γίνουν μοναχοί. Πῆγα καὶ ἐγὼ μαζί τους νὰ ἐπισκεφθῶ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Διερωτώμουν ἂν καὶ σήμερα ὑπάρχουν Ἅγιοι. Ἤμουν περίεργος νὰ δῶ πῶς εἶναι οἱ Ἅγιοι. Ἀκούσαμε γιὰ τὸν γερω-Ἰωσήφ. Τὸν ἐπισκεφθήκαμε καὶ τοῦ πήγαμε εὐλογίες. Δὲν μᾶς εἶπε τίποτε. Ὅλη τὴν νύχτα ἔκανε ἀγρυπνία μὲ προσευχή. Τὸ πρωΐ μᾶς φίλεψε καὶ στὸ τέλος μᾶς εἶπε νὰ μαζέψουμε τὰ ψίχουλα, νὰ ῥίξουμε νερὸ καὶ νὰ τὰ πιοῦμε, διότι μὲ δυσκολία ἀνέβαιναν ἐκεῖ πάνω τὰ τρόφιμα. Ἔπειτα εἶπε σὲ μένα ὅτι θὰ μείνω γιὰ καλόγερος. Στοὺς ἄλλους τρεῖς ποὺ εἶχαν λογισμὸ νὰ καλογερέψουν, εἶπε ὅτι θὰ γύριζαν στον κόσμο. Σκέφθηκε γιὰ λίγο, ἂν θὰ μποροῦσα νὰ μείνω μαζί τους, καὶ γιὰ νὰ μὲ δοκιμάσει στὴν ὑπακοὴ μοῦ εἶπε νὰ πάρω τὸν κουβᾶ, νὰ βγάζω νερὸ ἀπὸ τὴν στέρνα καὶ νὰ τὸν χύνω στὰ βράχια. Ἀφοῦ ἔβγαλα μερικοὺς κουβάδες, ὕστερα σκέφτηκα ὅτι, ἂν ἀδειάσω ὁλόκληρη τὴν στέρνα, ποῦ θὰ βροῦν νερὸ νὰ πίνουν, καὶ εἶπα τὸν λογισμό μου στὸν Γέροντα. Μοῦ εἶπε: -Ψαράκια, ψαράκια. Δηλαδή, δὲν κάνω γιὰ τὴν ἔρημο, ἀλλὰ γιὰ Κοινόβιο, ὅπου τρῶνε ψάρια.
Συνέβησαν ὅλα ὅπως τὰ προεῖπε ὁ Γέροντας. Οἱ τρεῖς φίλοι μου ποὺ εἶχαν ἔρθει νὰ μονάσουν ἐπέστρεψαν στὸν κόσμο καὶ ἐγὼ ποὺ ἦρθα ὡς ἐπισκέπτης κοινοβίασα στοῦ Κωνσταμονίτου. Ἐκεῖ ἦταν λίγοι πατέρες καὶ ἐγὼ βοηθοῦσα. Εἶχα στὴν ζώνη μου κλειδιὰ πολλά, ἔκανα ἑπτὰ διακονήματα.
Στὸν πόλεμο τοῦ ’40 ἦρθε ἡ Ἀστυνομία καὶ πῆρε ὅλους τοὺς νέους μοναχούς. Ἐμένε μὲ ῥώτησε ὁ ἀστυνομικός: -Θέλεις νὰ ὑπηρετήσεις τὴν Πατρίδα; Ἐγὼ τοὺ εἶπα: -Πῶς; Τὴν Πατρίδα δὲν θέλω νὰ ὑπηρετήσω; Εἶδε τὴν λειψανδρία τοῦ Μοναστηριοῦ μας καὶ μοῦ εἶπε: -Κάθισε ἐσὺ νὰ ὑπηρετήσεις ἐδῶ τὰ γεροντάκια, εἶναι ἄλλοι νὰ πᾶνε νὰ πολεμήσουν.
Τὰ γεροντάκια ἦταν πολὺ ἐνάρετα καὶ ἀγωνίζονταν μὲ βία. Ὁ Ἡγούμενος Συμεών, ἦταν πολὺ ἐνάρετος καὶ τὸν ὑπηρετοῦσα. Κάποτε, ποὺ τοῦ πῆγα τὸ φαγητό, τὸν βρῆκα νὰ εἶναι στραμμένος πρὸς τὸν τοῖχο, προσευχόταν καὶ ἔκλαιγε. Τοῦ μιλοῦσα καὶ ἐκεῖνος δὲν μὲ ἄκουγε.

Ἐπίσης ὁ παπα-Φιλάρετος ποὺ ἐχρημάτισε Ἡγούμενος, ὅταν ἐκοιμήθη, ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του καὶ τοῦ ἔμεινε τὸ χαμόγελο στὰ χείλη του τόσο, ποὺ δὲν φαινόταν νεκρός.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ γερω-Ἀρτέμιος ἀπὸ τὸ Διονυσιάτικο Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ψαρᾶ, πλησίον τῶν Καρυῶν

Ὁ γερω-Ἀρτέμιος ἀπὸ τὸ Διονυσιάτικο Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ψαρᾶ, πλησίον τῶν Καρυῶν, κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἠπείρο καὶ ἦρθε σὲ ἡλικία πέντε ἐτῶν στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ πατέρας του χήρεψε μὲ τέσσερα παιδιὰ μικρά, δύο ἀγόρια καὶ δύο κορίτσια. Τὰ ἀγόρια τὰ ἔφερε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τὰ κορίτσια τὰ ἔβαλε σὲ γυναικεῖο Μοναστήρι στὴν Κέρκυρα. Ἔγινε καὶ αὐτὸς μοναχὸς σὲ Μοναστήρι τῆς Κέρκυρας καὶ ἀργότερα χειροτονήθηκε ἱερομόναχος. Ἤθελε νὰ ῤθῆ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ ἔμεινε στὸ Μοναστήρι του γιὰ νὰ δῆ μήπως τὰ κορίτσια του ὅταν μεγαλώσουν δὲν θελήσουν νὰ γίνουν μοναχές, γιὰ νὰ τὶς παντρέψει. Ἔγιναν καὶ οἱ δύο μοναχές, ὅταν ἐνηλικιώθηκαν, καὶ μάλιστα ἡ μία ἔγινε Ἡγουμένη. Ὁ πατέρας τους, ἱερομόναχος Ἀκάκιος, εἶχε φήμη Ἁγίου καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του συνέχιζε νὰ θαυματουργῆ.
Ὁ γερω-Ἀρτέμιος ἦταν πολὺ ἐνάρετος. Εἶχε ξενητεία τελεία. Ἂν καὶ τὸν παρακαλοῦσε ἡ ἀδελφή του, ἡ Ἡγουμένη, νὰ βγῆ στὴν Οὐρανούπολη νὰ τὸν δῆ, ποτὲ δὲν βγῆκε ἀπὸ τὸ Ὄρος.
Τὶς νύχτες δὲν κοιμόταν ξαπλωτὸς στὸ κρεββάτι, ἀλλὰ καθισμένος καὶ ἀκουμπισμένος σὲ μαξιλάρια μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι προσευχόταν καὶ τὸν ἔπαιρνε λίγο ὁ ὕπνος. Στὶς 12 τὰ μεσάνυχτα ξυπνοῦσε τοὺς πατέρες. Ὅσο κουρασμένοι νὰ ἦταν, αὐτὸς ἐπέμενε νὰ σηκωθοῦν. Ἦταν ἀνένδοτος στὴν ἀγρυπνία. Εἶχαν δύο κελλιά, καὶ ἦταν πέντε μοναχοὶ στὴν συνοδεία τους. Οἱ δύο ἡλικιωμένοι ἐκοιμῶντο στὰ κελλιὰ στὸ πάτωμα καὶ οἱ ἄλλοι τρεῖς πατέρες δὲν εἶχαν κελλί, καὶ ἐκοιμῶντο στὰ στασίδια τῆς ἐκκλησίας. Μόνο ἂν ἀῤῥώσταινε κάποιος, ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς γέροντες τοῦ παραχωροῦσε προσωρινὰ τὸ κελλί του μέχρι νὰ ἀναῤῥώσει.

Δὲν ἤξερε πῶς εἶναι τὰ αὐτοκίνητα. Εἶχε ἀρχίσει τότε νὰ γίνεται ὁ δρόμος Δάφνης-Καρυῶν καὶ μερικοὶ τοῦ ἔλεγαν ὅτι ὅταν ἔρθη αὐτοκίνητο στὶς Καρυές, νὰ πάει νὰ τὸ δῆ. Ἀπάντησε ὁ γερω-Ἀρτέμιος: -Δὲν θὰ προλάβω. Μόλις ὁ δρόμος φθάσει στὸν Σταυρό, θὰ φύγω. Καὶ πράγματι ὅταν ἡ μπουλντόζα ἔφθασε στὸν Σταυρό, ὁ γερω-Ἀρτέμιος ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ τὸν ὕπνο τῶν Δικαίων. Προηγουμένως κάλεσε τοὺς πατέρες, τοὺς ἔδωσε τὴν εὐχή του καὶ τοὺς συμβούλεψε νὰ κρατοῦν τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ Κελλιοῦ ἀνοιχτή. Δηλαδή, νὰ μὴν ἀφήνουν τὴν ἀκολουθία καὶ νὰ εἶναι φιλόξενοι. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ δὲν λούστηκε ποτέ, καὶ δὲν ἔβαλε νερὸ στὸ σῶμά του. Ἦταν πεντακάθαρος καὶ τὰ μαλλιά του σὰν καθαρὸ μετάξι.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ γερω-Ἀρσένιος ὁ Κουτλουμουσιανός, ὁ Γεωπόνος,

Ὁ γερω-Ἀρσένιος ὁ Κουτλουμουσιανός, ὁ Γεωπόνος, δὲν κατακλινόταν σὲ κρεββάτι παρόλη τὴν ἡλικία του. Τὶς νύχτες ἀγρυπνοῦσε προσευχόμενος, καὶ ὅταν ἀπέκαμε, ἔπαιρνε λίγο ὕπνο καθήμενος. Γιὰ νὰ νικήσει τὸν ὕπνον, βημάτιζε ἐντὸς τοῦ κελλιού του, ἔπλυνε τὸ πρόσωπό του καὶ ἔκανε μετάνοιες. Τὸ κομποσχοίνι, τὸ 300αρι, δὲν τὸ ἄφηνε ἀπὸ τὸ χέρι του, καὶ ὁ νοῦς του δὲν σταματοῦσε νὰ ἐπαναλαμβάνει τὴν εὐχή.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ γερω-Ἀρσένιος ὁ Κατουνακιώτης

Ὁ γερω-Ἀρσένιος ὁ Κατουνακιώτης (Γέροντας τοῦ π. Ἱλαρίωνος τοῦ ξυλογλύπτου) γιὰ νὰ καταπονῆ τὸ σῶμά του εἶχε ἕνα δικέλλι καὶ γυρνοῦσε καὶ ἔσκαβε τὰ πεζούλια τῶν πατέρων. Συνεχῶς ψιθύριζε τὴν εὐχὴ καὶ κατὰ διαστήματα φώναζε πιὸ δυνατά: -Δόξα Σοι ὁ Θεός. Ἔσκαβε ὅλη τὴν ἡμέρα, ἔτρωγε κάτι –αὐτὸ ἦταν ἡ ἀμοιβή του-καὶ τὸ βράδυ γύριζε στὸ Καλύβι του.

Εἶχε καὶ πολλὴ ἁπλότητα. Μία φορά, τὸν ἠχογράφησαν καὶ ἄκουσε ἔπειτα τὴν φωνή  του. Ἀποροῦσε πῶς συμβαίνει αὐτό. Ὅταν ἄλλη φορά, τοῦ εἶπαν τὸ Πάσχα νὰ ψάλλει τό· Χριστὸς Ἀνέστη, δὲν ἔψαλε, ἐπειδὴ φοβόταν μὴν τὸν γράψουν, τοῦ πάρουν τὴν φωνή, καὶ μείνει ἄφωνος.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ γερω-Ἀρσένιος ὁ Γρηγοριάτης


Ὁ γερω-Ἀρσένιος ὁ Γρηγοριάτης, ὅταν ἦρθε νὰ μονάσει, εἶχε ὕφος ἀστυνομικοῦ, διότι αὐτὸ ἦταν τὸ ἐπάγγελμά του στὸν κόσμο καὶ θύμωνε. Ἐξ ἀρχῆς ἔβαλε σκοπὸ νὰ νικήσει τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ. Ὅσες φορὲς πήγαινε νὰ θυμώσει κατέβαινε στὸ δοχειὸ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ μὲ ἕνα ξύλο χτυποῦσε τὰ πόδια του λέγοντας: -Θέλεις νὰ κάνεις τὸν χωροφύλακα στὸ Μοναστήρι. Ἐδῶ θὰ πεθάνει ὁ χωροφύλακας. Καὶ βλέποντας ὁ Θεὸς τὸν ἀγῶνά του τοῦ χάρισε ἀοργησία. Ἦταν πρᾶος, εἰρηνικὸς μὲ ὅλους, εὐδιάθετος καὶ ἔλεγε νόστιμα ἀστεῖα γιὰ νὰ δίνει χαρὰ καὶ παρηγοριὰ στοὺς θλιμμένους. Ὅποιος εἶχε στενοχώριες κατέφευγε στὸν γερω-Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος τὸν παρηγοροῦσε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο γιατὶ ἦταν ἄνθρωπος σοφός, καὶ εἶχε πολλὴ ἀγάπη.
Τὸ παράθυρο τοῦ κελλιοῦ του ἦταν πολὺ στενό, καὶ τοῦ ἄρεσε ἡ φύση καὶ τὸ φῶς. Ἔλεγε: -Τὶ ὡραῖο κόσμο ἔκανε ὁ Θεός, καὶ ἐμεῖς οἱ καλόγεροι κάναμε κάτι μπουντρούμια καὶ κλειστήκαμε μέσα. Δὲν μποροῦμε αὐτὸ τὸ παράθυρο νὰ τὸ μεγαλώσουμε λίγο νὰ μπῆ λίγο φῶς; Πῆρε ἕνας συγκοινοβιάτης του σφυρὶ καὶ καλέμι καὶ ἄρχισε νὰ ἀνοίγει τὸν παχὺ τοῖχο, νὰ μεγαλώσει τὸ παράθυρο. Ἕνα γεροντάκι ποὺ ἔμενε σὲ διπλανὸ κελλί, ἄκουσε τὸν θόρυβο καὶ ὅταν ἔμαθε τὶ γίνεται, τοῦ εἶπε αὐστηρά: -Ἂν θέλεις νὰ γκρεμίσεις τὸ Μοναστήρι, καλύτερα νὰ πᾶς στὰ Μετέωρα, ἐπειδὴ γιὰ κάποιο διάστημα ἔφυγε ἀπὸ τὴν μετάνοιά του καὶ πῆγε στὰ Μετέωρα. Ὁ γερω-Ἀρσένιος δὲν μίλησε καθόλου. Ἕνα ἄλλο γεροντάκι ἄκουσε τὴν φασαρία καὶ ῥώτησε τὶ ἔγινε. Καὶ ὁ γερω-Ἀρσένιος μὲ τὸν χαριτωμένο τρόπο του καὶ τὴν εὐστροφία του ἀπάντησε: -Ἀδελφάκι μου, χρειάζεται πότε-πότε κανένα λούσιμο μὲ ἁλυσίβα γιὰ νὰ καθαρίζει ἡ πιτυρίς.
Ὅταν γήρασε καθόταν στὸ κελλί του σὲ μία καρέκλα καὶ ἔλεγε τὴν εὐχὴ στραμμένος πρὸς τὶς εἰκόνες. Κάποια μέρα ἦταν πολὺ χαρούμενος καὶ εἶπε σὲ κάποιον: -Ἔχει μία χαρὰ ἡ ψυχή μου, τρέλλα χαρᾶς, τώρα ποὺ θὰ φύγω ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο.
Τὴν ἑπομένη ὅμως ἡμέρα ἦταν κατηφής, καὶ στενοχωρημένος
-Τί ἔχεις, γερω-Ἀρσένιε, τὸν ἐρώτησε ὁ ἴδιος μοναχός.
-Τί νὰ σοῦ πω! Κοιτάζω τὶς εἰκόνες καὶ γυρνάει ἡ Μανούλα τὸ πρόσωπό της ἀλλοῦ, δὲν θέλει νὰ μὲ δῆ, τὸ ἴδιο καὶ ὁ Χριστός, καὶ ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Μὰ τί σᾶς ἔφταιξα;, τοὺς λέω.
Αὐτὸ κράτησε γιὰ 3-4 μέρες ἀκόμα. Ὅμως τὴν πέμπτη ὁ γερω-Ἀρσένιος ἦταν πάλι χαρούμενος, κατενυγμένος καὶ δακρυσμένος, καὶ ἐξήγησε τὴν ἀλλαγή του: -Ἄρχισα νὰ ψάχνω τὶ φταίει. Καὶ σκέφτηκα μήπως ἐκεῖνος ὁ λόγος ποὺ εἶπα ὅτι ἔχει μία χαρὰ ἡ ψυχή μου ποὺ θὰ φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο, μήπως αὐτὸ εἶναι ὑπερηφάνεια; Καὶ ἄρχισα νὰ λέω: Χριστέ μου, καὶ αὐτὸ δικό σου εἶναι, ἐγὼ εἶμαι μία βρῶμα. Καὶ ἂν αἰσθάνομαι ἔτσι, ἐσὺ μοῦ ἔδωσες αὐτὸ τὸ αἴσθημα, δὲν εἶναι δικό μου.
Μὲ τὴν αὐτομεμψία του ταπεινώθηκε καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα εἶπε ὅτι ὅλες οἱ εἰκόνες τὸν κοιτοῦσαν μὲ ὁλάνυχτα τὰ μάτια.
Ἀγαποῦσε καὶ εὐλαβεῖτο παρά πολὺ τὴν Παναγία, γιατὶ τὸν ἔσωσε ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, καὶ τὸν βοήθησε πολλὲς φορές. Τὴν ἀποκαλοῦσε Μανούλα, καὶ ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι γιὰ διακονία ἔξω, ἔπαιρνε πάντα μαζί του μία παλαιὰ εἰκόνα της.
Κάποτε ἔπαθε ἐγκεφαλικό. Στὸ κελλί του ἦταν κοντά του μερικοὶ πατέρες καὶ ὁ Ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος τὸν ῥώτησε ἂν εἶχε δεῖ τὴν Παναγία. Στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκρύψει τίποτε καὶ ἀπάντησε ὅτι τὴν βλέπει: -Στὴν ἐκκλησία ἢ στὸ κελλί σου;, τὸν ῥώτησε πάλι ὁ Ἡγούμενος καὶ ἀπάντησε: -Καὶ στὴν ἐκκλησία καὶ στὸ κελλί μου.

***

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ γερω-Ἀρσένιος ὁ Ἁγιοπαυλίτης,

Ὁ γερω-Ἀρσένιος ὁ Ἁγιοπαυλίτης, καταγόταν ἀπὸ τὴν Πορταριᾶ τῆς Χαλκιδικῆς. Ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἐργαζόταν ὡς μοῦτσος σὲ ἕνα καράβι ποὺ κάποια μέρα ἔπιασε στὸ Μοναστήρι. Ῥώτησε ὁ Γέροντας τὸν καπετάνιο: -Δὲν μᾶς δίνεις αὐτὸ τὸ παιδί, νὰ μᾶς κουβαλάει τὸ ταχυδρομεῖο κάθε μέρα; -Ἅμα θέλει, ἂς ἔρθει. Τὸν ῥώτησε ὁ Γέροντας, ἂν θέλει νὰ μείνει στὸ Μοναστήρι, καὶ δέχθηκε. Ἦταν τὸ ἔτος 1910 τότε καὶ ὁ μικρὸς ἦταν 10 ἐτῶν. Ἔκτοτε ἔμεινε στὸ Μοναστήρι καὶ ὅταν ἐνηλικιώθηκε ἔγινε μοναχός. Ἔγινε ὁ πολυτεχνίτης τοῦ Μοναστηριοῦ. Τὸ μυαλό του ἔκοβε. Ἦταν εὑρεσιτέχνης. Ὅλες τὶς ζημιές, ὁ π. Ἀρσένιος τὶς ἐπιδιόρθωνε. Μέχρι τότε στὸ Μοναστήρι ὑπῆρχαν δύο κτιστὲς σόμπες. Αὐτὸς ἀπὸ μόνος του ἔφτιαξε καινούργιες καὶ γέμισε τὸ Μοναστήρι μὲ σόμπες.
Εἶχε στὸν κόρφο του τὴν παράκληση τῆς Πορταΐτισσας. Ὅπου καθόταν στὴν αὐλή, ἔλεγε τὴν παράκληση. Ὅταν γήρασε, τὶς νύχτες γύριζε στοὺς διαδρόμους καὶ στὴν αὐλὴ μὲ τὸ τριακοσάρι καὶ ἔλεγε ψιθυριστὰ τὴν εὐχή.
Ὅταν εἶδε κάποιον ποὺ ἦρθε γιὰ μοναχός, τὸν ῥώτησε: -Ἔχεις ὑπομονή; Ἂν ἔχεις, θὰ γίνεις μοναχός.
Τὸ ἔτος 1956 ἦρθε νωρὶς ὁ χειμῶνας. Μία συνοδεία στὶς Καρυές, ποὺ νεἶχαν γεροντάκια, δὲν πρόλαβαν νὰ προμηθευτοῦν ξύλα. Ζήτησαν ἀπὸ ἕναν Ἀντιπρόσωπο καὶ ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: -Στὸν πόλεμο σφαῖρες δὲν δίνουν, καὶ δὲν τοὺς ἔδωσε. Μάλιστα τὸ ἀνέφερε καὶ σὲ συζήτηση μὲ ἄλλους Ἀντιπροσώπους. Κάποια στιγμή, τὴν ἴδια μέρα, βλέπουν οἱ πατέρες ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τους ξηρὰ ξύλα, ἀρκετὰ φορτία. Τὰ πῆραν καὶ οἰκονομήθηκαν, χωρὶς νὰ ξέρουν ποιὸς τὰ ἔστειλε. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἔμαθαν ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ γερω-Ἀρσένιος ὁ Ἁγιοπαυλίτης.
Τὸ τέλος του ἦταν ὁσιακό. Ὁ γηροκόμος τοῦ πῆγε τὸ φαγητό, καὶ αὐτὸς τὸν εὐχαρίστησε. Ὕστερα σηκώθηκε, πῆγε στὸ κελλὶ τοῦ γερω-Δαυΐδ, καὶ τοῦ εἶπε: -Φεύγω. Πάω νὰ βρῶ τὸν Γέροντά μας καὶ τοὺς πατέρες. Καλὴ ἀντάμωση στὸν Παράδεισο! Τὸν χαιρέτησε, γιατὶ εἶχαν μεγάλη ἀγάπη μεταξύ τους. Ὕστερα γύρισε στὸ κελλί του, ξάπλωσε, σταύρωσε τὰ χέρια του καὶ ἐκοιμήθη. Σὲ ὅλη τὴν ζωή του δὲν εἶχε ἀῤῥωστήσει ποτέ.

***

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Εἶπε Γέρων:

Εἶπε Γέρων:

-Ὁ καλόγερος, ὅταν εἶναι ὑποτακτικός, πρέπει νὰ προσέχει τὴν ὑπακοή του. Ἡ ὑπακοὴ εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλα.
Τὰ πάθη πολεμοῦνται στὴν νεότητα, ὄχι στὸ γῆρας.
Τὸ σχίσμα, ὅταν πολυκαιρίσει, γίνεται αἵρεση.
***
-Πρέπει νὰ ἔχουμε τὸν νοῦ μας στὸν Θεό, νὰ μὴν τὸν ἀποσποῦν τὰ διάφορα πράγματα καὶ ὅ,τι μποροῦμε, ὅπως λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, νὰ κάνουμε. Νηστεῖες, ἀγρυπνίες, μετάνοιες, μελέτη καὶ τὸ κυριότερο, νὰ λέμε τὴν εὐχή.
***
-Τί ῥωτᾶς, πόσα χρόνια ἔχω στὸ Ἅγιον Ὄρος;  Καὶ αὐτὲς οἱ πέτρες καὶ τὰ ἀγριογούρουνα, ξέρεις πόσα χρόνια ἔχουν ἐδῶ;
***
-Δύναμη μᾶς δίνει ἡ θυσία καὶ ὄχι ἡ ἡσυχία μας καὶ ἡ ξεκούραση.
***
-Ἡ νυχτερινὴ προσευχὴ εἶναι ἡ τροφὴ τοῦ μοναχοῦ, εἶναι ἡ πιὸ δυνατή, καὶ ἡ πιὸ καθαρὴ προσευχῆ. Μπορεῖ τὸ κομποσχοίνι στὴν ἀρχὴ νὰ εἶναι λίγο βαρύ, ἀλλὰ ἅμα συνηθίσει κανεὶς τὴν εὐχή, εἶναι τὸ πιὸ γλυκὺ πρᾶγμα.
***
-Νὰ προσέχουμε τὴν μελέτη μας, ἐμεῖς οἱ καλόγεροι. Νὰ μὴν τὴν ἀμελοῦμε. Ὅπως ἔχουμε τὴν ἀνάγκη νὰ τρῶμε καὶ δὲν τὸ ἀμελοῦμε, ἔτσι νὰ νιώθουμε τὴν ἀνάγκη τῆς μελέτης. Αὐτὸ θὰ βοηθήσει καὶ στὴν προσευχή, καὶ στὸν καλογερικὸ τρόπο ζωῆς. Νἄχης τὸ πατερικὸ βιβλίο δίπλα σου. Ν’ ἁπλώνεις τὸ χέρι σου καὶ νὰ τὸ φτάνεις. Πρὶν κοιμηθῆς, νὰ διαβάζεις, νὰ σοῦ μένει ἡ μελέτη, καὶ μ’ αὐτὴν νὰ κοιμᾶσαι καὶ νὰ ξυπνᾶς.
***
-Προσοχὴ στὸν λογισμό. Θέλει πολλὴ προσοχή. Μία χαραμάδα νὰ τοῦ ἀνοίξεις, μπῆκε ὁ κακὸς λογισμός, καὶ μετά, ἄντε νὰ τὸν διώξεις, χώρια ποὺ σοῦ δημιουργεῖ κατάσταση μέσα σου καὶ σὲ στενοχωρεῖ.
***
-Ἡ νηστεία βοηθᾶ πολύ, καὶ πνευματικά, καὶ στὴν ὑγεία.
***
-Μήπως μὲ τὴν δύναμή μας μένουμε ἐδῶ; Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μείνει μόνος του ἐδῶ, ἂν ἡ Παναγία δὲν τὸν σκεπάζει.
***
-Νὰ προσέχουμε τὴν ὑπακοή μας· χρειάζεται σεβασμὸ στὸν θεσμὸ τοῦ Γέροντος, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ πρόσωπο.
***
-Στὴν καλογερική, χρειάζεται ὁλοκληρωτικὸ δόσιμο. Νὰ μὴν ἔχουμε κρατούμενα. Νὰ ἀφεθοῦμε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ στὰ χέρια τοῦ Γέροντα.
***
-Ἡ ὑπακοή μας πρέπει νὰ εἶναι χαρούμενη, ὄχι μίζερη. Καὶ αὐτὸ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ἀγάπη στὸν Γέροντα, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι δεδομένη, βαθειά, καὶ εἰλικρινή. Μόνο ἔτσι θὰ προχωρήσουμε.
***
Ὁ μοναχός, εἶναι καὶ ἱεραπόστολος, ὅταν ζῆ ἐξαγιασμένη ζωή.
***
-Ὁ ἀσκητὴς εἶναι ὁ πιὸ κοινωνικὸς ἄνθρωπος μέσω τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεό, καὶ τῆς προσευχῆς γιὰ τὸν κόσμο.
***
-Ἡ ἀσθένεια ἀναπληρώνει τὴν ἄσκηση καὶ μὲ αὐτὴν θὰ σωθοῦμε. Νὰ μὴν ἀμελοῦμε καὶ νὰ μὴν στενοχωρούμεθα, ἂν δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε πολλά. Ὁ Θεός, δὲν θέλει τὴν ἄσκησή μας ἀλλὰ τὴν καρδιά μας.
***
-Οἱ πειρασμοί, μᾶς ἀναγκάζουν νὰ τρέχουμε πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγία, σὰν τὸ παιδάκι ποὺ βρίσκει στὸν δρόμο του ἕναν σκύλο καὶ καταφεύγει στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας του. Ἀλλοιῶς θὰ ἔτρεχε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ.
***
-Σκοπός μας εἶναι νὰ φθάσουμε καὶ νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό. Ἂν ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό, ὕστερα ὅλα εἶναι εὔκολα. Δὲν μᾶς κάνει καρδιὰ γιὰ τίποτε πιά.
***
-Ἡ κυριότερη ἀρετὴ εἶναι ἡ ταπείνωση. Ὅλα τὰ ἄλλα μόνα τους δὲν κάνουν τίποτε, οὔτε οἱ νηστεῖες οὔτε οἱ ἀγρυπνίες. Πρέπει νὰ γίνονται, ἀλλὰ μὲ ταπείνωση.
***
-Καλογέρι μου, νὰ κάνεις 300 μετάνοιες, οὔτε μία παραπάνω. Ἂν κάνεις 301, προσκύνησες τὸν διάβολο.
***
-Ὅσα γίνονται χωρὶς μέτρο καὶ διάκριση εἶναι ὑπερβολές. Ὅλες οἱ ὑπερβολὲς εἶναι σατανικές.
***
-Ὅποιος ἔχει ἀποκτήσει τὴν νοερὰ προσευχή, δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ διαβάζει βιβλία.
***
-Τὴν εὐχὴ πρέπει νὰ τὴν λέμε ὁλόκληρη· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλεήσόν με. Πολλοί, ἔλεγαν μόνο· Ἰησοῦ μου, Ἰησοῦ μου, καὶ ἔγιναν Ἰησουΐτες.
***
-Νὰ εἶστε ἀγαπημένοι. Ὅταν εἶστε ἀγαπημένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀδελφούς, εἶναι καὶ ὁ Χριστὸς μαζί σας.
***
-Τὰ 98 ἀπὸ τὰ 100 δαιμόνια πηγαίνουν στοὺς ψάλτες.
***
-Ἡ ταπείνωση εἶναι σὰν τὸ ἐλατήριο. Ὅσο περισσότερο τὸ πατᾶς, τόσο πιὸ ψηλὰ σὲ τινάζει. Ὅσο ταπεινώνεσαι, τόσο ἀνεβαίνεις πνευματικά.
Μερικοί, ποὺ ἔχουν φθόνο καὶ μῖσος γιὰ κάποιον, ὅταν τὸν δοῦν λένε· Μ’ ἔκαψε ποὺ τὸν εἶδα. Δὲν μπορῶ νὰ τὸν δῶ. Νιώθουν ἕνα κάψιμο ἐσωτερικό. Τέτοιου εἴδους, ἀλλὰ σὲ βαθμὸ ἀσυγκρίτως μεγαλύτερο, ποὺ καλύτερα νὰ μὴν γνωρίσει κανείς, θὰ εἶναι καὶ τὸ κάψιμο τῆς κολάσεως. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάει.
Οἱ Ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι εἶναι γραμμένοι μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἔχουν μέσα τους γλυκύτητα καὶ χάρη.
Ὁ μοναχός, πρέπει νὰ εἶναι προσεκτικός, καὶ ἄγρυπνος. Καὶ ὅταν δὲν ἔχει πειρασμούς, πρέπει νὰ λέει τὴν εὐχή, γιὰ νὰ φοβᾶται ὁ πειρασμὸς νὰ τὸν πλησιάσει. Ἡ εὐχὴ εἶναι τὸ πετροβόλημα κατὰ τοῦ διαβόλου. Φοβᾶται καὶ σκέφτεται: Κάτσε μὴν φάω καμία πέτρα, καὶ δὲν πλησιάζει. Ἐμεῖς πολλὲς φορές, μπορεῖ νὰ μὴν ἐννοοῦμε τὴν εὐχή, ἀλλὰ τὴν καταλαβαίνει ὁ σατανᾶς.
Ὁ μοναχός, νὰ μὴν ἀφήνει τὸν ἑαυτό του χαλαρό. Νὰ μὴν εἶναι ῥάθυμος στὸ μυαλό του καὶ τὸν ὁδηγῆ ὁ σατανᾶς πότε ἐδῶ καὶ πότε ἐκεῖ. Μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ὀδηγῆ τὸν νοῦ του στὴν Ἁγία Τριάδα, στὸν Χριστό, στὴν Παναγία, στοὺς Ἁγίους, γιὰ νὰ χαίρονται καὶ αὐτοὶ γιὰ τὴν κατάστασή μας.
Νὰ παίρνουμε κανένα τηλεφωνάκι στὸν Κύριο καὶ στὴν Παναγία. Τό· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, εἶναι τὸ νούμερο τοῦ Χριστοῦ. Ὑπεραγία Θεοτόκε, βοήθησόν με, εἶναι τὸ νούμερο τῆς Παναγίας. Ὅταν τὴν ἐπικαλούμαστε, εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέει: Ἔλα παιδί μου, σ’ ἀκούω.
Ἐμεῖς οἱ μοναχοί, νὰ καταναλώνουμε τὸν περισσότερο χρόνο στὰ πνευματικά. Ὁ Θεός, δὲν θέλει νὰ κάνουμε κάτι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας. Ὅσα μποροῦμε καὶ ὅ,τι κάνουμε.
Ὅταν ἔχουμε ἀμέλεια ἢ ἀκηδια, νὰ ξέρουμε ὅτι εἶναι ἀπὸ τὸν σατανᾶ καὶ πρέπει νὰ βιάσουμε τὸν ἑαυτό μας. Τότε ἰσχύει τό· οἱ βιασταὶ ἁρπάζουσι τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
***
-Ἡ θύρα τῆς ἀπωλείας γιὰ τοὺς μοναχούς, εἶναι ἡ κατάκριση.
***
-Ὁ διάβολος βάζει λογισμούς, γιὰ νὰ σταματάμε νὰ λέμε τὴν εὐχή. Ἡ εὐχὴ ἔχει μεγάλη δύναμη. Ὅταν ἤμουν νέο καλογέρι, ἔπεσα μία βραδιὰ νὰ κοιμηθῶ καθὼς ἔλεγα συνέχεια τὴν εὐχή. Μὲ πῆρε ὁ ὕπνος λέγοντας συνεχῶς τό· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Ξαφνικά, ἄκουσα μία φωνὴ ἄγρια: -Σκάσε ῥέ. Ἦταν τοῦ διαβόλου ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ἀκούει τὴν εὐχή.
***
-Νὰ τοὺς ἀγαπᾶτε ὅλους, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν ἔχετε πολλὰ μὲ κανέναν.
Ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ μοναχοί, ἔχουμε ἐγωϊσμό.
Νὰ διατηροῦμε καθαρὴ τὴν ἐκκλησία, ὅπως καὶ τὴν ψυχή μας.
***
-Ἡ ταπείνωση εἶναι μεγάλη ἀρετή. Νὰ λέει κανείς: Εὐλόγησον, Γέροντα, ἔχεις δίκαιο. Ἐγὼ λέω στὸν ὑποτακτικό μου: Εὐλόγησον, ἔκαμα λάθος, λέω βλακεῖες.
Ὅποιος θέλει νὰ ἀγωνισθῆ τοῦ φθάνει ἡ ἡσυχία καὶ τὸ κομποσχοίνι. Οἱ κασέτες, καὶ ἐκκλησιαστικὲς νὰ εἶναι, σκοτίζουν τὸν νοῦ.
Ὅπως κατάλαβα ὁ διάβολος μᾶς βάζει νὰ κάνουμε ἔργα ποὺ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ μὴν κάνουμε προσευχή.
Κάνετε προσευχὴ τώρα ποὺ εἶστε νέοι γιατὶ ἅμα γεράσετε θὰ κλαῖτε, ὅπως κλαίω ἐγὼ τώρα.
***
-Ὅποιος μοναχός, εἶναι λίγο ἀμελὴς στὰ πνευματικά, ἔχει ὅμως καλὴ διακονία, ἀγαπᾶ καὶ ἀναπαύει τοὺς πατέρες, θὰ τοῦ δώσει ὁ Θεὸς καλὴ μετάνοια καὶ καλὸ τέλος γιὰ τὴν διακονία του.
***
-Μὴν πιστεύεις στοὺς ἀγῶνες καὶ στὶς ἀρετῶν τῶν νέων, διότι μοιάζουν σὰν τὸν μοῦστο ποὺ βράζει καὶ δὲν ξέρει κανείς, ἂν θὰ γίνει καλὸ κρασὶ ἢ ξύδι.
***
-Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ ἀπὸ τὴν ἀμέλεια.
***
-Ὅταν ὁ Γέροντας δώσει μία ἐντολὴ στὸν ὑποτακτικό του, οὔτε καὶ ὁ Πατριάρχης μπορεῖ νὰ τὴν ἀθετήσει.
Ὅποιος δὲν φοβᾶται τὸν Θεό, φοβᾶται ὅλα τ’ ἄλλα.
***
-Τὸ Κελλί μου ἔγινε καφενεῖο πνευμάτων ἀκαθάρτων. Τοὺς λέω: Τόσο μεγάλο σπίτι ἔχω. Τραβᾶτε, καθῆστε ὅπου θέλετε. Μόνο μὴν ἔρχεσθε ἐδῶ ποὺ εἶμαι καὶ μὲ πειράζετε.
***

-Ἐμεῖς οἱ καλόγεροι, ἀντὶ νὰ φτιάξουμε τὰ κεφάλια μας, φτιάχνουμε σπίτια καὶ ἀνοίγουμε δουλειές.
-***
Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἡ μεγαλύτερη περιουσία τοῦ ἀληθινοῦ μοναχοῦ. Γιὰ τὴν καρδιὰ ποὺ τὴν ἔχει συνηθίσει, ἡ ἀπουσία τοῦ γλυκυτάτου ὀνόματος εἶναι σὰν μία πληγή ποὺ δὲν σ’ ἀφήνει νὰ ἡσυχάσεις καὶ σὲ πονᾶ πάντοτε. Ἀγωνίσου νὰ ἀποκτήσεις τὴν συνήθεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ὅταν τὴν ἀποκτήσεις, θὰ δοκιμάσεις εὐτυχία καὶ μακαριότητα μέσα στὶς κακουχίες καὶ τοὺς πειρασμούς.
***
-Μὴν κοιτάζουμε τὶ εἶναι ὁ καθένας, ἀλλὰ νὰ λέμε: ἔλεος καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἁμαρτωλόν. Ἔτσι ἔχουμε εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεό. Πολλοί, ποὺ ἦταν σὲ μέτρα πνευματικά, ὑπερηφανεύτηκαν καὶ ἔπεσαν, ἐνῶ ἄλλοι ἁμαρτωλοὶ μετάνιωσαν καὶ σώθηκαν.
Ἡ μεγαλύτερη φτώχεια εἶναι ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης, καὶ κανεὶς δὲν εἶναι φτωχός, ἂν ἔχει Θεό.
Μὴν μαζεύεις πολλὰ πράγματα καὶ μὴν μαθαίνεις πολλὲς εἰδήσεις.
Ἡ μετάνοια δὲν ἔχει θυμὸ καὶ κατάκριση.
***
-Ὄχι μόνο νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὸ νὰ μὴν κατακρίνεις κανέναν, ἀλλὰ καὶ ἐσὺ νὰ μὴν γίνεις αἰτία νὰ σὲ κατακρίνουν, νὰ σὲ κατηγορήσουν δικαίως. Ἐὰν ἀδίκως, τότε θὰ ἔχεις μισθό.
***
-Τὸ κρεββάτι τοῦ πόνου εἶναι χρυσωρυχεῖο.
***
-Τὸν κανόνα σου νὰ μὴν τὸν ἀφήσεις ποτέ. Εἶναι σὰν ἀσπίδα ποὺ φυλάει τὸν μοναχό.
***
-Ὁ Πνευματικός, πρέπει νὰ ἔχει τὸ δικό του Πηδάλιο.
***
-Τὰ μαγκούφικα τὰ λεφτά, ἅμα τὰ ἀγαπήσεις, σὲ κάνουν καὶ ἀῤῥωσταίνεις, καὶ ὕστερα δὲν προφθάνεις νὰ ξοδεύεις.
***
-Τὸ ἐργόχειρο εἶναι εὐλογημένο. Μοιάζει μὲ τὴν βρυσούλα ποὺ στάζει καὶ δὲν σ’ ἀφήνει νὰ πεινάσεις.
***
-Ἡ νοερὰ προσευχή, εἶναι ἡ μυστικὴ ἀναπνοὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι τόπος μετανοίας.
***
-Ὅποιος μιλάει γιὰ ἀρετές, κρύβει τὰ πάθη του, καὶ ὅποιος μιλᾶ γιὰ πάθη, κρύβει τὶς ἀρετές του.
***
-Τὸ πετραχήλι εὔκολα σκαλώνει στὸν κόσμο.
***
-Νὰ μὴν ἀφήνουμε τὴν ἐκκλησία. Ὅσα Κελλιὰ τὴν ἄφησαν, ἐρήμωσαν.
***
-Ὁ μοναχός, ἂν δὲν ἀποκτήσει ἀκτημοσύνη καὶ παρθενία, δὲν πέτυχε τίποτε. Νηστεῖες καὶ τέτοια κάνουν καὶ οἱ λαϊκοί.
***


-Ὅταν θέλεις νὰ μάθεις τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γιὰ κάτι, πρέπει νὰ εἶσαι νεκρὸς ἀπὸ τὸ δικό σου θέλημα. Κάνε κομποσχοίνι, ὁ Θεὸς νὰ φωτίσει ἐκεῖνον ποὺ θὰ ῥωτήσεις. Καλὸν εἶναι αὐτὸς νὰ ἔχει φόβο Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ ἔχεις ἐμπιστοσύνη.
***
-Καλὰ καὶ ἅγια εἶναι καὶ τὰ ψαλσίματα καὶ οἱ ἀκολουθίες, μὲ νοήματα ἁγιασμένα, ἀλλὰ ἡ εὐχὴ εἶναι κάτι ἀνώτερο. Μὲ τὸ ψάλσιμο δὲν μπορεῖς νὰ παρακολουθῆς πάντοτε τὰ νοήματα, καὶ αὐτὸ εἶναι σὰν καταφρόνηση πρὸς τὸν Θεό. Σὰν νὰ συνομιλᾶς μὲ τὸν Θεό, καὶ νὰ μὴν προσέχεις, νὰ μὴν δίνεις σημασία στὴν συνομιλία. Αὐτὸ εἶναι πολὺ βαρύ.
***
-Ἐμᾶς τοὺς ψάλτες, ἂν δὲν ἔχουμε ταπείνωση καθαρή, καὶ ἂν ὁ νοῦς μας δὲν εἶναι στὸν Κύριο τῆς Δόξης ποὺ σταυρώθηκε γιὰ μᾶς, δὲν μᾶς ἀκούει ὁ Θεὸς ὅταν ψάλλουμε.
***
-Ἄκουγα συμβουλὲς καὶ νουθεσίες ἀπὸ διαφόρους καὶ δὲν μὲ ἄγγιζαν. Ὅταν πήγαινα στὸν παπα-Ἐφραὶμ τὸν Κατουναικιώτη, ὅ,τι μοῦ ἔλεγε ἔμπαινε μέσα στὴν ψυχή μου, γιατὶ αὐτὰ ποὺ μοῦ ἔλεγε, τὰ εἶχε ζήσει, ἦταν βιώματά του.
Τὸ πιὸ σπουδαῖο στὴν προσευχὴ δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἀναπνοὴ οὔτε ἡ στάση μας, ἀλλὰ ἡ μετάνοια καὶ ἡ καρδιακὴ προσευχή. Ἂν προσεύχεσαι μὲ τὸ κομποσχοίνι καὶ οἱ λογισμοὶ τρέχουν συνέχεια, τότε σταμάτησέ τα ὅλα, καὶ τὴν προσευχὴ καὶ τοὺς λογισμούς, καὶ ὁ νοῦς νὰ μείνει γιὰ λίγο ἄδειος ἀπὸ ὅλα. Εἶναι σὰν νὰ ξαπλώνεις, ὅταν ὁ ἐχθρὸς πυροβολᾶ καὶ οἱ σφαῖρες περνοῦν ἀπὸ πάνω σου. Ἔπειτα ἄρχισε πάλι τὴν εὐχή.
Γιὰ νὰ προκόψουμε στὴν εὐχή, δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε φροντίδες, ἀλλὰ νὰ ἔχουμε ὑπακοή, κοπὴ θελήματος καὶ ἐγκράτεια. Πρῶτα πρέπει νὰ κόψουμε τὸ θέλημα, μετὰ τὴν φιληδονία καὶ τὸν ἐγωϊσμό. Τότε ἡ εὐχὴ ἔχει καρπό.
Τὴν εὐχὴ δὲν μπορεῖς νὰ τὴν μάθεις, αὐτὴ σοῦ δίδεται ὡς δῶρο. Ὅταν συνέχεια λὲς τὴν εὐχή, μετὰ ἀπὸ πολλὴ ἐπιμονὴ καὶ ἄσκηση, αὐτὴ μόνη της μπαίνει στὴν καρδιὰ καὶ δὲν ἐξέρχεται πιά.
Ἂν στὴν ἐκκλησία μπορεῖς νὰ παρακολουθῆς τὴν ἀκολουθία, καλῶς. Ἂν δυσκολεύεσαι, τότε νὰ λὲς τὴν εὐχή. Τὸ σπουδαῖο εἶναι νὰ εἶναι ὁ νοῦς στὸν Θεό.
Νὰ ἔχεις ἄκρα ὑπακοὴ στοὺς πατέρες τῆς Μονῆς, ἀλλὰ νὰ μὴν μιμηθῆς τὰ ἔργα τους, ἂν δὲν εἶναι καλά.
Ὁ καλόγερος δὲν πρέπει νὰ ἀρκῆται μόνο στὰ διατεταγμένα καθήκοντά του, ἀλλὰ νὰ προσεύχεται περισσότερο. Βλέπει κάποιον ἀδελφὸ ποὺ ἔχει ἀνάγκη, ἂς κάνει ἕνα 300αρι κομποσχοίνι. Ἢ ὅταν ἔχει χρόνο σὲ μία ἀργία, ἂς κάνει καὶ ἕναν κανόνα νὰ τὸν ἔχει γιὰ τὰ γεράματά του ἢ ὅταν ἀῤῥωστήσει καὶ δὲν μπορῆ νὰ κάνει τὸν κανόνα του.
Ὅταν βλέπεις ὅτι σὲ προσβάλλουν λογισμοὶ ἀπὸ τὸν πειρασμό, ἄφησε λίγο τὸ ἐργόχειρό σου καὶ κάνε ἕνα κομποσχοίνι μὲ σταυροὺς ἢ γονατιστός, λέγοντας: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλεήσόν με. Ἥμαρτον Κύριε, συγχώρεσέ με τὸν ἁμαρτωλόν.
Ἡ ἡσυχία πολὺ βοηθᾶ βέβαια, ἀλλὰ πρῶτα πρέπει νὰ ἔχουμε μέσα μας ἡσυχία. Ἀλλοιῶς, καὶ ἐξωτερικὰ νὰ ἔχουμε ἡσυχία, δὲν προκόβουμε. Χωρὶς τὴν ἐσωτερικὴ ἡσυχία μπορεῖ καὶ νὰ πάθουμε ζημιὰ καὶ νὰ πλανηθοῦμε.
***
-Πενήντα πέντε χρόνια εἶμαι ἐδῶ. Ἐχθὲς ἦρθα, αὔριο φεύγω.
***
-Μία φορὰ ποὺ ἔκανα κανόνα τὴν νύχτα στὸ κελλί μου, εἶδα φῶς καὶ αἰσθάνθηκα μία ἀλλοίωση.
***
-Ὅταν βλέπει κάτι καλὸ σὲ κάποιον, νὰ τὸ μιμῆσαι. Ὅταν βλέπεις κάτι ἄσχημα, μὴν δίνεις σημασία.
***
-Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι μεγάλη ἀργία. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα οὔτε καὶ τὰ χελιδόνια δὲν κτίζουν τὴν φωλιά τους.
***
-Ὅποιος τιμᾶ τὸν ἄξιον ἱερέα, τιμᾶ τὸν ἄνθρωπο ἐπειδὴ ἔχει ἀρετῆ. Ὅποιος τιμᾶ τὸν ἀνάξιον ἱερέα, τιμᾶ τὴν ἱερωσύνη.
***
-Ὅταν ἔρθει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ἄγριος ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἥμερος.
***
-Καὶ τὰ πνευματικά, καὶ τὰ μουσικά, ἂν τὰ ἀφήσεις, σὲ ἀφήνουν καὶ αὐτά.
***
-Ὅσο γυρίζεις, τόσο μυρίζεις.
***
-Ὅταν φθάσουμε στὴν προσευχή, παραιτούμεθα ἀπὸ ὅλα τὰ πράγματα. Δὲν θέλουμε τίποτε ἄλλο. Τὸ πλήρωμα τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ταπείνωση. Αὐτὰ δὲν ἐξηγοῦνται εὔκολα.
Ἡ μετάνοια εἶναι μεγάλη ἀρετή, ἔλεγαν οἱ παλαιοί, καὶ χωρὶς αὐτὴν δὲν σωζόμαστε.
Ὅσοι ἔμειναν στὴν μετάνοιά τους μέχρι τέλους, ἔκαναν ἀρετή.
Ἡ προσευχή, ἂν δὲν τὴν ἀφήσεις, δὲν σὲ ἀφήνει. Αὐξάνει. Μόνο νὰ μὴν ἀμελήσουμε.
Διὰ τῆς προσευχῆς ἔρχεται πολλὲς φορές, τόση χάρις, ποὺ δὲν ἀντέχει ὁ ἄνθρωπος. Ἂν θέλει νὰ μετακινηθῆ, δὲν μπορεῖ, σβαρνιέται. Ἂν εἶναι ὄρθιος λυγίζουν τὰ γόνατά του. Καὶ μετὰ ὁ ἄνθρωπος παρακαλᾶ τὸν Θεὸ νὰ τὸν πάρει κοντά Του.
Ὅλοι μας, ὅταν βγῆ ἡ ψυχή μας, θὰ ἐλεεινολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας, γιατὶ δὲν κάναμε περισσότερα ἀπὸ ὅσα κάναμε.
Ὅταν ἕνας παράδελφος λέει ψέματα, οὔτε φιλία μπορεῖς νὰ ἔχεις οὔτε ἀδελφωσύνη μπορεῖ νὰ ἀναπτυχθῆ.
Ὁ ἄνθρωπος πρέπει διὰ τῆς προσευχῆς νὰ ἀποκτήσει πονετικὴ ψυχή. Νὰ μὴν εἶναι ἀδιάφορος στὸν πόνο τοῦ ἄλλου.
Ὁ μοναχός, ἔχει μεγάλη ἀξία καὶ μεγάλη εὐθύνη.
Οἱ πατέρες ποὺ ἔκαναν ὑπακοή, ὑπομονὴ καὶ ἐκοιμήθηκαν ἐδῶ στὸ Μοναστήρι, ἔχω πληροφορία ὅτι σώθηκαν.
Τὴν ταπείνωση δύσκολα τὴν βρίσκεις σήμερα ὅπως καὶ τὴν διάκριση. Ἀγάπη θὰ βρεῖς, ἀλλοῦ λίγη ἀλλοῦ πολλή. Ταπείνωση ὅμως καὶ διάκριση δύσκολα βρίσκεις· εἶναι καὶ ἀλληλένδετες. Ἡ τέλεια διάκριση εἶναι σημεῖο ἁγιότητος.
Ἐν ὅσω ζοῦμε σ’ αὐτὴ τὴν γῆ, ἡ χαρά μας εἶναι ἀναμεμιγμένη μὲ τὴν θλίψη. Στὴν  ἄλλη ζωή, ἡ χαρὰ θὰ εἶναι καθαρή.
Τὴν εὐχή, καὶ φωναχτὰ νὰ τὴν λέμε, ὅταν εἴμαστε μόνοι, βοηθάει.
Ὅταν θὰ βγαίνει ἡ ψυχή μας, τότε θὰ μετανιώνουμε γιὰ πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ περισσότερο ποὺ δὲν προχωρήσαμε στὴν προσευχή. Πάνω  ἀπὸ ὅλα εἶναι ἡ προσευχή.
Ἡ εὐχή, οὔτε καὶ στὴν ἐκκλησία νὰ μὴν διακόπτεται. Μόνο ὅταν ψάλλουμε βέβαια σταματᾶ,, ἀλλὰ μετὰ πάλι συνεχίζει. Ἂν ἔρθει ἡ εὐχὴ καὶ φωλιάσει μέσα μας, δὲν τὴν ἀφήνουμε ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε. Ὁ νοῦς μας πάει συνέχεια στὴν εὐχή.
Πίσω ἀπὸ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν νηστεία εἶναι ἡ προσευχή, καὶ ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς.
Ὁ Θεός, εὐαρεστεῖται στὴν εὐχὴ ἀλλὰ καὶ στὴν ψαλμωδία ὅταν γίνεται ταπεινά.
***
-Ὁ μοναχός, ὅταν ξεκινήσει τὴν μοναχική του ζωή, πρέπει πρῶτα νὰ καταδαμάσει τὰ πάθη του. Διαφορετικά, δὲν μπορεῖ νὰ λέγεται μοναχός. Μετὰ προχωράει λίγο ψηλότερα καὶ κατορθώνει νὰ ἐλέγχει τὶς πέντε αἰσθήσεις. Ὕστερα αἰσθάνεται τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καὶ καταλαβαίνει πῶς ἔγινε καὶ τὶ εἶναι ἡ πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι διάσπαση τῆς σκέψεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό. Διάσπαση, προβολή, συγκατάθεση, ἁμαρτία, ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅλος ὁ ἀγώνας, προπαντὸς τοῦ μοναχοῦ, εἶναι νὰ ἑνώσει τὴν σκέψη του μὲ τὸν Θεό.
Μοναχός, ποὺ δὲν κατόρθωσε νὰ κάνει κτῆμά του τὴν εὐχή, θὰ ἔχει καὸ γῆρας. Δὲν θὰ μπορεῖ νὰ βρῆ ψυχικὴ γαλήνη, νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς λογισμούς του. Ὅταν τὸ σῶμα πλέον δὲν σὲ ὑπακούει, τότε σοῦ μένει μόνο ἡ εὐχή.
Παλαιά, στὴν Λαύρα ἦρθε ὁ Μητροπολίτης Κορυτσᾶς Εὐλόγιος ποὺ ἦταν Λαυριώτης, γιὰ νὰ κάνει τὸ Μοναστήρι Κοινόβιο. Κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες ἀντέδρασε, δὲν ἤθελε νὰ γίνει κοινόβιο καὶ χτύπησε τὴν καμπάνα νὰ ἀντιδράσουν καὶ ἄλλοι πατέρες. Αὐτὸς ὁ μοναχός, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πεθάνει, ἔκανε τρία μερόνυχτα νὰ βγῆ ἡ ψυχή του, μούγκριζε, ὑπέφερε, ἕνα φοβερὸ πρᾶγμα!
Ὅπου ἁπλότης, ἐκεῖ ἀναπαύεται ὁ Θεός. Τὶς πολυτέλειες δὲν τὶς θέλει ὁ Θεός.
Ὅταν ἐπισκιάσει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπο, τότε ὁ ἄνθρωπος, ὅπου καὶ ἂν βρεθῆ, δὲν βλάπτεται, διότι ἔχει τὴν νοερὰ προσευχή, τὴν αὐτοσυγκέντρωση, καὶ δὲν δέχεται λογισμούς, ἀπὸ τὶς συγκαταθέσεις τῶν ὁποίων φθάνουμε στὴν πτώση.
Πενήντα χρόνια στὸ Ἅγιον Ὄρος εἶχα τὴν μνήμη τοῦ θανάτου. Τώρα, ποὺ οἱ δυνάμεις μου πέσανε, ἦρθε ἡ νοσταλγία τοῦ θανάτου.
Στὰ γεράματα καὶ οἱ ὁμιλίες καὶ τὰ διαβάσματα φεύγουν, μόνο ἡ ἐμπειρία μένει· αὐτὸ ποὺ ἔζησες. Ὅ,τι ἔχεις ἀποκτήσει ἀπὸ ἐμπειρία, αὐτὸ δὲν ἐξαφανίζεται.
Κάποιος μοῦ εἶπε ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή. Ὅμως ἡ ταπείνωση εἶναι ἕνας κρίκος τῶν ἀρετῶν. Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ ἀγαθότης εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετή. Νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος ἀγαθός. Διότι, ἀπόλυτα ἀγαθὸς εἶναι μόνον ὁ Θεός. «Οὐδεὶς ἀγαθός, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός».
Γιὰ νὰ ἀποκτήσεις τὸ ἀδιάσπαστο στὴν νοερὰ προσευχή, χρειάζεται ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή.
Ὁ μοναχός, ὅπου καὶ ἂν βρίσκεται, πρέπει νὰ λέει τὴν εὐχή. Ἡ εὐχὴ δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν δουλειά. Σκέπτεται κανεὶς πῶς θὰ κάνει τὴν ἐργασία του, βάζει τὸ πρόγραμμα καὶ μετὰ παίρνει τὸν νοῦ του ἀπὸ ἐκεῖ καὶ λέει τὴν εὐχή.
Ἡ ἐργασία δὲν δυσκολεύει τὴν εὐχή· ἀλλὰ εἶναι μέσον προσευχῆς. Αὐτὸ τὸ ἔζησα. Ἐπειδὴ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ἀργός, ἡ ἐναλλαγὴ τῆς σκέψης ἀπὸ τὴν εὐχὴ στὴν δουλειὰ καὶ πίσω δὲν ἀφήνει χῶρο στὴν ἁμαρτία.
Ὅταν ἀρχίσεις σιγὰ-σιγὰ νὰ μὴν δέχεσαι λογισμούς, καὶ νὰ τοὺς διώχνεις ὅλους, τότε ἀρχίζεις νὰ ἀποξενώνεσαι ἀπὸ τὴν ὕλη, τὴν ὁποία ἔχεις μόνο γιὰ ἐξυπηρέτηση. Ἂν κάνεις τὴν ὕλη σκοπὸ τῆς ζωῆς σου, ἀπέτυχες.
Ἂν μᾶς πῆ κάποιος ἕναν σκληρὸ λόγο, ἐμεῖς γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουμε, νὰ τοῦ ποῦμε κάποιον λόγο χωρὶς ταραχή. Ἂν ὅμως αἰσθανόμαστε ταραχή, τότε νὰ προτιμήσουμε νὰ σιωπήσουμε καὶ νὰ λέμε ἐσωτερικὰ τὴν εὐχή. Ἕνα εὐλόγησον, θὰ τοῦ ποῦμε βέβαια.
Καλύτερα νὰ σὲ παίρνει λίγο ὁ ὕπνος στὴν ἀκολουθία, παρὰ νὰ κάθεσαι στὸ κελλί. Ἡ ἐκκλησία εἶναι κιβωτός.
Κάποτε, ἄκουσα στὸν ὕπνο μου νὰ βγαίνει μία φωνὴ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ: -Δὲν ἔχεις δοκιμάσει κόλαση, δοκίμασε λίγη κόλαση. Καὶ τότε ἄρχισα νὰ νιώθω στὸ σῶμά μου μία φωτιὰ ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν περιγράψω. Καιγόμουν ὁλόκληρος. Ἔπιασα τότε μὲ τὰ δύο μου χέρια τὸ κεφάλι μου καὶ ὅταν συνῆλθα τα μαλλιά μου εἶχαν μείνει στὰ χέρια μου.
***
-Ὅταν ἐπισκιάσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπον, δὲν ὑπάρχει γι’ αὐτὸν οὔτε χειμῶνας οὔτε καλοκαίρι.
***
-Ἡ Παναγία, ἡ μητέρα μας, εἶπε ὅτι, ὅσον εἶναι ἡ εἰκόνα της ἡ Πορταΐτισσα στὸ Μοναστήρι της νὰ μὴν φύγει κανεὶς μοναχὸς νὰ πάει ἔξω στὸν κόσμο γιὰ νὰ βρῆ κάτι καλύτερο, γιατὶ θὰ ὑποστῆ μαρτύριο ἄκαρπο.
***
-Χωρὶς ὁδηγὸ στὴν εὐχή, θὰ πλανηθοῦμε. Κανεὶς ἀπὸ τοὺς νηπτικοὺς πατέρες δὲν πορεύτηκε αὐτόνομα. Ὅλοι εἶχαν δασκάλους.
Μπορεῖ νὰ λέμε συνέχεια τὴν εὐχή, ἀλλὰ ἂν ἡ πορεία μας, ἡ ζωή μας, δὲν εἶναι καλή, δὲν κάνουμε τίποτε. Ἡ εὐχὴ εἶναι φῶς. Καἲ πῶς λέμε τὴν εὐχὴ καὶ κάνουμε ἔργα τοῦ σκότους;
***
-Τὸ νἆσαι ἀκριβομίλητος, τ’ ἀηδόνι σὲ μαθαίνει. Τὸν ἕνα μῆνα κελαϊδεῖ, τοὺς ἕντεκα σωπαίνει.
***
-Ὁ καλόγερος πρέπει νὰ ἔχει ἀρχοντιά, νὰ εἶναι καλλιτέχνης, ὅ,τι κάνει νὰ τὸ κάνει μὲ μεράκι, ὄχι πρόχειρα καὶ ἐπιπόλαια. Καὶ τὸ ἐργόχειρο ποὺ γίνετια βιαστικά, δὲν θὰ ὠφελήσει αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν πάρει.
 ***
-Ἀρνοῦμαι νὰ βγαίνω ἔξω στὸν κόσμο γιὰ νὰ μιλήσω, ποὺ μὲ καλοῦν. γιατί, σήμερα, τ’ αὐτιὰ τοῦ κόσμου κλείστηκαν, δὲν ἀκοῦν.
Μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ν’ ἀναπαύσεις τὸν Γέροντά σου, γιατὶ ἡ εὐχή του δὲν θὰ σ’ ἀφήσει νὰ πέσεις.
Τὰ ψαλτικὰ καλὰ εἶναι ἀλλὰ ἐπικίνδυνα, γιατὶ γίνονται παρεξηγήσεις γιὰ τὰ πρωτεῖα. Ὁ Κύριος εἶπε: «δός μου σὴν καρδίαν», ὄχι ψαλμωδία. Βοηθᾶ ἡ ψαλμωδία νὰ διασκεδάσουμε τὴν θλίψη μας, ὅταν ἔχουμε πειρασμό.
Ἂν ξέρεις μουσικά, μὴν κατακρίνεις τοὺς ἄλλους καὶ ἀναστατώνεις τοὺς πατέρες στὶς ἀγρυπνίες. Στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν μόνο ταπεινοὶ καὶ εἰρηνικοὶ θὰ μποῦν.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει νοερὰ προσευχή, δὲν περιεργάζεται. Ἐργάζεται τὸ ἐργόχειρό του καὶ δὲν γυρίζουν τὰ μάτια του γύρω. Τὰ μάτια αὐτοῦ ποὺ ἔχει νοερὰ προσευχή, εἶναι στραμμένα μέσα του, στὴν καρδιά.
Ἂν δῆς ἄνθρωπο σύννουν καὶ ἔχει καλοὺς λογισμούς, ἔχει καὶ τὴν νοερὰ προσευχή.
Τί νὰ τὸ κάνεις νὰ λὲς ξερὰ τὴν εὐχή; Καὶ ἕνας παπαγάλος νὰ μάθει, τὴν λέει τὴν εὐχὴ καὶ ἕνα μαγνητόφωνο θὰ τὴν λέει συνέχεια. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος δὲν ὠφελεῖται. Ὅταν ὅμως μὲ τὴν καλή του προαίρεση διώχνει τοὺς κακούς, καὶ κρατᾶ τοὺς καλοὺς λογισμούς, αὐτὸ εἶναι νοερὰ προσευχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐργασία, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις νοερὰ προσευχή.
***









-Κάνω ἰδιαίτερη προσευχὴ γιὰ τοὺς Ἀρχοντάρηδες τοῦ Μοναστηριοῦ, οἱ ὁποῖοι δέχονται καὶ φιλοξενοῦν ὅλους τοὺς προσκυνητὲς καὶ δὲν διώχνουν κανέναν. Ἡ φιλοξενία εἶναι ἐλεημοσύνη καὶ πιάνει καὶ μᾶς αὐτὴ ἡ ἐλεημοσύνη.
Κάποια νύχτα σηκώθηκα νὰ κάνω τὴν ἀγρυπνία στὸ κελλί μου. Ἔκλαψα, ἔκλαψα, ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ κατάνυξη, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσα νὰ σταθῶ ὄρθιος νὰ κάνω τὴν ἀκολουθία μου. Ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ ἔκλαιγα μὲ ἐπεσκίασε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ ἤμουν σὲ τέτοια κατάσταση ἀδυναμίας, ἦρθε κάποια θέρμη μέσα μου. Αὐτὴ ἦταν ἡ θεία χάρις. Ὕστερα ὅλα ἄλλαξαν.
Καλὰ εἶναι νὰ ἀσχολῆται ὁ καλόγερος μὲ τὰ μουσικά, ἀλλὰ τὸ βάρος νὰ πέφτει στὴν προσευχή. Νὰ μετατρέψουμε τὰ μουσικά, σὲ προσευχή.
Ὁ καλόγερος πρέπει νὰ προσεύχεται καὶ νὰ καλλιεργῆ τὴν εὐχὴ τόσο, ποὺ νὰ φθάσει στὸ σημεῖο νὰ ποθῆ τὸν θάνατο, ὥστε νὰ πάει νὰ συναντήσει τὸν Κύριο.
Ὅταν ὁ μοναχός, φθάσει στὴν προσευχή, κλείνουν τὰ βιβλία· οὔτε Εὐαγγέλιο διαβάζει. Ἀρκεῖται μόνο σὲ ὅ,τι ἀκούει στὴν ἐκκλησία καὶ στό· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Ἂν ἔρθει ὁ Χριστὸς μέσας μας, τότε δὲν θέλουμε τίποτε ἄλλο. Ὅταν προχωρήσει κανεὶς στὴν εὐχή, τότε ἡ εὐχὴ ἀναπληρώνει τὴν ἀνάγνωση.
Ὁ Κύριος γιὰ νὰ μᾶς δώσει προσευχή, ζητᾶ καρδιὰ καθαρὴ καὶ ταπεινή. Νὰ καλλιεργοῦμε τὴν εὐχή. Ἂν προχωρήσει κανεὶς στὴν εὐχή, μετὰ ἔρχεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ· τότε αἰσθάνεται ἀγάπη γιὰ ὅλον τὸν κόσμο καὶ προσεύχεται γιὰ ὅλους, χωρὶς νὰ τὸ θέλει. Ἂν ἔρθει ἡ εὐχή, μετὰ θὰ ἔρθει καὶ ἡ ἀγάπη. Ἂν προχωρήσει κανεὶς ἀκόμη περισσότερο, αἰσθάνεται τόση χάρη μέσα του, ποὺ τὰ πόδια του λυγίζουν, δὲν τὸν βαστοῦν· θέλει νὰ καθήσει, ἀλλὰ οὔτε καθιστὸς μπορεῖ, γιαὐτὸ καὶ ξαπλώνει. Καὶ τότε συνεχίζει νὰ προσεύχεται.
***
-Ὅποιος βρεῖ τὴν εὐχή, βρῆκ θησαυρό. Πρέπει νὰ κοπιάσει ὁ μοναχὸς νὰ βρῆ τὴν χάρη, καὶ ἀφοῦ τὴν βρῆ νὰ προσέχει πάλι νὰ μὴν τὴν χάσει. Ὅταν βροῦμε τὴν χάρη, παρ’ ὅλο ποὺ κοπιάζουμε, ἔχουμε προθυμία καὶ ὅλα γίνονται εὔκολα μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀρετὴ βρίσκει τὴν χάρη καὶ ἡ χάρη κρατᾶ τὴν ἀρετή.
Τὰ δάκρυα εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα, ἀλλὰ ἂν δὲν ἔχουμε δάκρυα, τοὐλάχιστον νὰ προσευχόμαστε μὲ κάποια κατάνυξη.

***

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Συμβάντα γιὰ Ἀνώνυμους Γέροντες:

Συμβάντα γιὰ Ἀνώνυμους Γέροντες:

Στὸ Ξηροποταμινὸ Κελλὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, κάποιος Ἀνώνυμος γέροντας Ῥουμάνος πρὶν ἀπὸ χρόνια ἐκοιμήθη ἀλλὰ δὲν εἶχε καλὸ τέλος. Αὐτὸ ὠφείλετο κατὰ τοὺς πατέρες ποὺ τὸν γνώριζαν, στὸ ὅτι εἶχε πάει στὴν Ῥωσσία καὶ στὴν Ῥουμανία καὶ μάζεψε έλεημοσύνες καὶ χρήματα μαζὶ μὲ ὀνόματα γιὰ μνημόνευση. Αὐτὸς ὅμως δὲν μνημόνευε τὰ ὀνόματα καὶ τὴν ὥρα τῆς κοιμήσεώς του φώναζε: -Πάρτε αὐτὰ τὰ χαρτιά, μὲ καῖνε τὰ ὀνόματα.
***
Ἦταν ἕνας Ἁγιοπαυλίτης μοναχός, ὁ ὁποῖος κάθε μέρα μετὰ τὴν τράπεζα τοῦ Ἑσπερινοῦ μέχρι τὸ Ἀπόδειπνο, καθόταν ἔξω στὴν αὐλὴ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ἔκανε κομποσχοίνι λέγοντας συχνά: -Θεέ μου, τώρα, ἐδῶ ποὺ βρίσκομαι νὰ μὲ πάρεις. Καὶ ὄντως, μία ἡμέρα ποὺ τὸ ἔλεγε αὐτό, ἐκοιμήθη.
***
Κάποτε, στὸ Κοιμητήριο τῆς Ἁγίας Ἄννης βοήθησαν ὅλοι οἱ πατέρες καὶ τακτοποίησαν τὰ όστᾶ τῶν κεκοιμημένων πατέρων. Ξεχώρισαν τὶς κάρες ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ὀστᾶ. Τοὺς ἔπνιγε ἡ εὐωδία καὶ κυρίως εὐωδίαζαν οἱ ὠμοπλάτες τῶν πατέρων, γιατὶ κουβαλοῦσαν βαρειὰ φορτία στὸν ὦμό τους ἀπὸ τὴν θάλασσα μέχρι τὰ Κελλιά τους.
***
Κάποιος μοναχός, ἀπὸ τὴν συνοδεία τοῦ Χατζηγιώργη, ἀνέβαινε κάθε μέρα στὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθω καὶ ἄναβε τὸ καντήλι.
***
Περνώντας κάποιος νέος ἀπὸ τὸν μύλο τῆς Γρηγορίου, εἶδε τὸν μυλωθρὸ νὰ ταΐζη τὰ πουλάκια μὲ τὰ χέρια του.
***
Στὴν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, παλαιότερα, ἔζησε ἕνας ἐνάρετος ἀσκητὴς σὰν στυλίτης γιὰ 17 χρόνια. Ἔκτισε πάνω στὸν βράχο ἕναν στῦλο καὶ ζοῦσε ἐκεῖ πάνω αἴθριος, ἀκάλυπτος ὅλα τὰ χρόνια. Μόνο ὅταν ἔβρεχε πολὺ καὶ χιόνιζε, κατέφευγε σὲ μία σπηλίτσα ποὺ ἦταν στὴν βάση τοῦ στύλου.
***
Ἀσκητὴς ἡλικιωμένος, κάνει 1000 μετάνοιες στὴν νυχτερινή του ἀγρυπνία καὶ 60 σταυρωτὰ κομποσχοίνια μαζὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα καλογερικά του καθήκοντα.
***
Κάποιος Γέροντας, ἔδωσε τὶς λίγες οἰκονομίες του σὲ γνωστό του γιὰ νὰ τὶς φυλάξει. Ὅταν ζήτησε νὰ τὶς πάρει, ἐκεῖνος δὲν τὶς ἐπέστρεφε καὶ ἄρχισε νὰ βρίζει καὶ νὰ καταριέται τὸν μοναχό. Αὐτὸς παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν λογομαχία, δέχθηκε τὴν ἀδικία καὶ ἤρεμα τοῦ εἶπε: -Κράτησε ἐσὺ τὰ χρήματα καὶ ἐγὼ τὶς κατάρες. Ἀλλὰ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἐνήργησε καὶ αὐτὸν ποὺ ἀδίκησε, τὸν ἔκλεψαν καὶ μετὰ ἀῤῥώστησε. Ἐπαληθεύθηκε ἡ Γραφὴ ἡ λέγουσα: «Δι’ ὧν τις ἁμαρτάνει, διὰ τούτων κολάζεται».
***
Κάποιος Γέροντας ποὺ βρέθηκε νύχτα πάνω ἀπὸ τὸν Ἅγιο Παῦλο, κατὰ τὸ ἔτος 1995, διηγήθηκε: -Ἐπὶ δύο ὧρες ἔβλεπα μία πύρινη στήλη ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν Νέα Σκήτη καὶ ἔφτανε μέχρι τὸν οὐρανό. Ῥωτοῦσα ἕναν λαϊκὸ ποὺ ἦταν μαζί μου· βλέπεις ἐκεῖ;, δὲν ἔβλεπε τίποτε. Ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ ἔλεγα· Παναγία μου, τί εἶναι αὐτό; Πλάνη; Φαίνεται, κάποιος προσευχόταν, καὶ ἡ εὐχή του ἀνέβαινε εὐπρόσδεκτη στὸν Θεό, σὰν στῦλο φωτός. Ἦταν κάπου πιὸ πάνω ἀπὸ τοὺς Ἀβραμιαίους.
***
Γέρων ἐπισκέφθηκε γειτονικὸ Κελλί. Τὸν δόκιμο τοῦ Κελλιοῦ τὸν πολεμοῦσαν ἐκεῖνο τὸν καιρό, λογισμοὶ κατακρίσεως. Ὁ Γέροντας, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει, τοῦ εἶπε: -Ἡ κατάκριση εἶναι μεγάλη ἁμαρτία. Εσὺ νὰ μὴν κατακρίνεις τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ κοιτάζεις μόνο τὴν καμπούρα σου. Νὰ θεωρῆς τὸν ἑαυτό σου κατώτερο καὶ ἀπὸ τὸν πιὸ κατώτερο. Νὰ ἔχεις ἕναν καλὸ Πνευματικό, καὶ νὰ κοιτάζεις τὴν καμπούρα σου.
***
Κάποιος Γέροντας, ἀμελής, ἔλεγε δυστυχῶς, γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὄχι μὲ μετάνοια καὶ αὐτομεμψία: -Ἐγὼ ἔζησα ῥέμπελα. Ὅλα τὰ περιφρονοῦσε. Γιὰ τὰ πατερικὰ βιβλία ἔλεγε ὅτι τὰ ἔγραψαν αὐτοὶ οἱ ξυπόλυτοι στὴν Καψάλα, ἐννοώντας προφανῶς τὸν Ἅγιο Νικόδημο. Ὅταν ὅμως ἦρθε ἡ ὥρα νὰ κοιμηθῆ, εἶδε μία μαυρίλα καὶ ἀπὸ μέσα ἄκουσε μία ἄγρια φωνὴ νὰ τοῦ λέει: -Τὰ χρέη σου. Διερωτᾶτο: -Τόσα χρόνια δὲν ξεχρέωσα; Καὶ τὴν ἄλλη μέρα εἶδε τὸ ἴδιο πρᾶγμα, ἄκουσε τὴν ἴδια φωνή, καὶ ἐκοιμήθη. Ὁ Θεός, ἂς ἐλεήσει τὸν ἀδελφὸ καὶ σὲ μᾶς νὰ δώσει μετάνοια καὶ ζῆλο ἀγωνιστικὸ γιὰ νὰ μὴν βρεθοῦμε χρεωμένοι τὴν ὥρα τῆς κοιμήσεως.
***
Ἕνας Γέροντας, ἐνῶ εἶναι ἐπιεικῆς σὲ ἄλλα, στὸ θέμα τῆς κατακρίσεως γίνεται πολὺ αὐστηρός. Λέγει συχνά: -Παιδί μου, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος γι’ αὐτὸ ἁγίασε. Διότι τόσα τοῦ κάνανε καὶ δὲν κατέκρινε.
***
Γέρων Λαυριώτης διηγήθηκε σὲ ἄλλον μοναχό: -Νὰ δῆς! τὶ νὰ σοῦ πῶ ἀδελφέ μου! Ἐδῶ πάνω στὶς πλάκες τῆς σκεπῆς νὰ κάθονται τὰ δαιμόνια ὅπως οἱ γλάροι πάνω στὰ βράχια καὶ νὰ ψυρίζονται. Ἦταν χιλιάδες, καθόνταν σκυθρωποί, καὶ στενοχωρημένοι, σὰν νὰ τοὺς ἔλειπε δουλειά.
***
Ἕνα γεροντάκι στὰ Καρούλια, ποὺ ὅλο τὸν χρόνο ἔτρωγε ἀλάδωτο καὶ δὲν εἶχε τίποτε, εἶπε σὲ ἐπισκέπτη: -Ἐδῶ ἔχω τὸν Χριστό μου.
***
Ἕνα γεροντάκι ἐνάρετο, ἀπὸ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἄξιόν Ἐστι τῆς Καψάλας, ἔλεγε: -Θὰ ῤθεῖ καιρὸς ποὺ ὁ Θεὸς θὰ παραχωρεῖ ἀσθένειες στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὰ φυτά, καὶ θὰ ψάχνουν οἱ ἄνθρωποι νὰ βροῦν φάρμακο. Ὥσπου νὰ βροῦν γιὰ τὴν μία ἀσθένεια, θὰ παραχωρεῖ ὁ Θεὸς ἄλλη.
 ***
Γέρων, συμβούλευε στὰ καλογέρια του ποὺ ἤθελαν νὰ κτίσουν ἄλλη μεγάλη ἐκκλησία μὲ τροῦλο: -Ἀφῆστε τὶς μεγάλες ἐκκλησίες καὶ κοιτάξτε νὰ μὴν κλείσετε αὐτὴν ποὺ ἔχουμε. Προσέξτε νὰ κάντε κάθε μέρα τὴν ἀκολουθία σας. Νὰ μὴν ἀραχνιάσει ποτὲ ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησίας.
***
Ἕνα νέο καλογέρι εἶχε τὸ διακόνημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ. Πῆγε κάποιο βράδυ νὰ κοιμηθῆ καὶ σκέφτηκε: -Τῆς Παναγίας τὸ καντήλι εἶναι ἀναμμένο ἢ σβηστό; Σηκώθηκε ἀμέσως, κατέβηκε στὴν ἐκκλησία καὶ τὸ τακτοποίησε. Μόλις πῆγε στὸ κελλί του καὶ ἔπεσε νὰ κοιμηθῆ, ἀκούει ἀπὸ τὸ δάσος ἄγριες φωνές: -Θὰ τὸν πνίξουμε, θὰ τὸν γκρεμίσουμε, θὰ τοῦ κάνουμε κακό... ἀλλά, δὲν μᾶς ἀφήνει αὐτὴ ἡ Μαυροφόρα. Ἀπὸ τότε ἔχει σὲ ἰδιαίτερη εὐλάβεια τὴν Παναγία.
***
Στὰ Κατουνάκια, σὲ μία καταιγίδα ἔβλεπαν οἱ Δανιηλαῖοι ἕναν ἀσκητὴ ποὺ περνώντας ἀπὸ τὸ μονοπάτι εἶδε ἕναν Σταυρὸ πεσμένο ἀπὸ τὸν ἀέρα. Ἀψήφησε τὴν καταιγίδα καὶ προσπαθοῦσε νὰ στηρίξει τὸν Σταυρό. Ξαφνικά, ἐκεῖ δίπλα ἔπεσε κεραυνὸς ποὺ ἔσχισε τὴν σωλῆνα τοῦ νεροῦ σὲ μῆκος 50 μέτρων. Καὶ μετὰ τὸν κεραυνό, ὁ γενναῖος ἐκεῖνος καλόγηρος μὲ πίστη δὲν ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ, μέχρι ποὺ στερέωσε τὸν Σταυρό.
***
Κάποιος κοινοβιάτης μοναχός, παλαιά, εἶχε τὸ διακόνημα τοῦ ψαρᾶ. Ἀπὸ τὰ ψάρια ποὺ ἔπιανε, τηγάνιζε κρυφὰ καὶ ἔτρωγε. Κάποτε, ποὺ ἦταν σὲ μία ἐξοχὴ βράχου καὶ ἔκανε τὶς λαθροφαγίες του, ξεκόπηκε ὁ βράχος καὶ κατεποντίσθηκε στὴν θάλασσα, μαζὶ καὶ ὁ ἴδιος. Ὁ βράχος φαίνεται μέχρι σήμερα καὶ εἶναι γνωστὸς σὰν «βράχος τῆς λαθροφαγίας».
***
Στὴν Μικρὰ Ἁγία Ἄννα, ὅταν κάποτε περνοῦσαν δύο Ἁγιοβασιλειάτες πατέρες, ὁ παπα-Παῦλος, προηγούμενος τῆς Λαύρας μαζὶ μὲ κάποιον ἄλλο, σὲ ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο αἰσθανόνταν εὐωδία. Φαίνεται ὅτι ἐκεῖ ἔζησε κάποιος ἐνάρετος ἀσκητὴς ἢ εἶναι θαμμένο τὸ λείψανό του.
***
Μοναχὸς ἀλλοδαπὸς σὲ κάποιο Κοινόβιο, εἶχε τὸ διακόνημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ. Ἐπειδὴ τὸ θεωροῦσε διακόνημα καὶ δὲν καταλάβαινε καλὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, στὸ κελλί του διάβαζε πάλι τὴν ἀκολουθία καὶ αἰσθανόταν χαρά, καὶ εἶχε δάκρυα κατανύξεως.
***

Δύο μοναχοί, πῆγαν τὴν παραμονὴ τῆς λιτανείας τοῦ Ἄξιόν Ἐστι καὶ ἔῤῥιξαν τὰ δίχτυα, γιατὶ εἶχε καλὴ θάλασσα, γιὰ νὰ πιάσουν ψάρια. Ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἔκανε μία φουρτούνα ποὺ πῆρε τὰ δίκτυα καὶ τὰ ψάρια. Ἔτσι κατάλαβαν ὅτι ἔγινε αὐτό, ἐπειδὴ περιφρόνησαν τὴν Παναγία. Ἀπὸ τότε ἀκολουθοῦν πάντοτε τὴν λιτανεία.
***
Διηγήθηκε μοναχός: -Εἶχα Πνευματικό μου τὸν παπα-Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη. Τὴν πρώτη φορὰ ποὺ πῆγα νὰ ἐξομολογηθῶ μοῦ εἶπε:
-Σὲ βλέπω παιδί μου ποὺ ἀγωνίζεσαι νὰ ἀνεβῆς. Ἀλλὰ νὰ σοῦ πῶ, βρὲ παιδί μου (καὶ τὸ ἔλεγε μὲ πόνο ψυχῆς) καὶ σὲ μένα νὰ ῤθῆς, κάτω θὰ σὲ τραβήξω.
-Γιατί, Πνευματικέ;, τοῦ εἶπα ἀπορημενος.
-Ξεπλυθήκαμε, δὲν ἔχουμε ἀρετή.
Αὐτὰ μοῦ τὰ εἶπε τὸ 1971-72.
***
Κάποιος μοναχός, πλανήθηκε καί, ἀλλοίμονο, προσκύνησε τὸν σατανᾶ, ὁ ὁποῖος τοῦ παρουσιάσθηκε μὲ τὸ σχῆμα καὶ τὴν μορφὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ δαιμονισθῆ καὶ μέχρι τὴν κοίμησή του δὲν ἔφυγε τὸ δαιμόνιο. Γιὰ νὰ μὴν τὸν κλείσουν σὲ ψυχιατρεῖο, τὸν ἀνέλαβαν ὑπεύθυνα δύο πατέρες ἀπὸ τὴν Κουτλουμουσιανὴ Σκήτη μὲ ἀγάπη καὶ αὐταπάρνηση καὶ τὸν διακόνησαν μὲ θυσία ἕως τὸ τέλος του. Ἄξιος ὁ μισθός τους. Ὁ Θεὸς νὰ γίνει ἵλεως καὶ γιὰ τὸν πλανηθέντα.
***
Παρουσιάστηκε κάποτε δαιμόνιο σὲ ἕναν μοναχό, ὁ ὁποῖος μὲ ψυχραιμία τοῦ εἶπε: -Τί ἔρχεσαι ἐδῶ; Τὸ ψωμὶ τοῦ πατέρα σου πήραμε; Ἄντε στὸ καλό! Δὲν ἔφυγε ἀμέσως, ὁπότε τοῦ εἶπε: -Ἐδῶ θὰ σὲ δῶ. Ἂν εἶσαι ἔξυπνος, ἐδῶ θὰ φανῆς. Πᾶμε νὰ βάλουμε μία μετάνοια στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία. Ἐγὼ θὰ φιλήσω τὸ ἕνα πόδι τοῦ Χριστοῦ, ἐσὺ τὸ ἄλλο, ὅποιο θές. Ἀμέσως μετὰ ἐξαφανίστηκε. Δὲν θέλει νὰ ἀκούσει γιὰ μετάνοια καὶ προσκύνηση.
***
Μοναχὸς κοινοβιάτης ἔκανε κρυφὲς ἀσκήσεις χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου καὶ στὸ τέλος ἐδαιμονίσθη.
***
Τρεῖς Ῥουμᾶνοι μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Καψάλα ἀπὸ εὐλάβεια πῆγαν νὰ προσκυνήσουν στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ βάρκα, κωπηλατώντας καὶ μάλιστα στὰ ἐπικίνδυνα χρόνια τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
***
Νεός κοινοβιάτης μοναχός, ἔπασχε ἀπὸ κήλη. Ἄλλος μοναχός, τοῦ εἶπε νὰ παρακαλέσει τὸν Ἅγιο Ἀρτέμιο ποὺ ἔχει εἰδικὴ χάρη γι’ αὐτὲς τὶς παθήσεις καὶ θὰ τὸν κάνει καλά. Γιὰ ἕναν χρόνο ἔκανε κομποσχοίνι στὸν Ἅγιο Ἀρτέμιο. Ἕνα πρωΐ, ποὺ σηκώθηκε νὰ κάνει τὸν κανόνα του, διεπίστωσε ὅτι ἡ κήλη εἶχε θεραπευθῆ. Ἔτσι, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἅγιο, ἔκανε γιὰ ἕναν ἀκόμη χρόνο κομποσχοίνι.
***
Μοναχός, ποὺ ποθοῦσε τὴν ταπείνωση καὶ ἀγωνιζόμενος νὰ τὴν ἀποκτήσει, ἀκουσε φωνὴ εὐκρινεστάτη: -Ταπείνωση εἶναι νὰ θέλεις τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴν δική σου.
***




Μοναχὸς κοινοβιάτης βγῆκε ἀπὸ τὸ καθολικὸ κατὰ τὴν διάρκεια ἀγρυπνίας σὲ μία ἁπλωταριὰ νὰ πάρει λίγο ἀέρα νὰ ξεκουρασθῆ. Ὅπως στεκόταν καὶ κοιτοῦσε τὴν θάλασσα, κάποια στιγμὴ σκέφθηκε: -Καιρὸς εἶναι νὰ πάω μέσα. Ὁπότε ἀκούει μία ἄγρια φωνὴ δίπλα του: -Κάτσε λίγο ἀκόμη. Ἔντρομος ἔτρεξε πρὸς τὸν ναό. Μάλιστα χτύπησε τὸ κεφάλι του σὲ μία χαμηλὴ καμάρα καὶ τοῦ ἔφυγε ὁ σκοῦφος μὲ τὸ κουκούλι, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν φόβο του οὔτε γύρισε πίσω. Σὲ τέτοια κατάσταση εἰσῆλθε στὸν ναό.
***
Σὲ κάποιο Μοναστήρι ἐκοιμήθη ἕνας μοναχός, καὶ τοῦ βρῆκαν 2.000 δραχμὲς στὸ κελλί του. Ἦταν μεγάλο τὸ ποσὸν γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ὁ Ἡγούμενος στενοχωρήθηκε καὶ εἶπε νὰ τὸν θάψουν μαζὶ μὲ τὰ χρήματα.
***
Κάποιος κοινοβιάτης ζῆ στὸ Μοναστήρι του ὡς ἔγκλειστος, χωρὶς νὰ μιλᾶ καὶ νὰ συναναστρέφεται μὲ κανέναν. Τὸν βλέπουν μόνο στὴν ἐκκλησία. Μὲ εὐλογία ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο ἀκολουθεῖ ἴδιον τυπικό, τηρεῖ σιωπή, ἀγωνίζεται κρυφά, καὶ εἶναι σὰν νὰ βρίσκεται στὴν ἔρημο.
***
Κάποιος κοινοβιάτης, γιὰ ἕνα διάστημα εἶχε γίνει εὐερέθιστος, ἐριστικός, ὅλα τοῦ ἔφταιγαν καὶ ἔγινε καχύποπτος. Ὁ Ἡγούμενος τοῦ ἔλεγε: -Ἄφησες τὰ πνευματικά σου, γι’ αὐτὸ σοῦ συμβαίνουν αὐτά. Αὐτὸς πάλι τὰ ἴδια, μέχρι ποὺ ζήτησε εὐλογία νὰ πάει στὸν παπα-Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη. Ἀφοῦ τὸν ῥώτησε, ἂν ἦρθε μὲ εὐλογία, τὸν ἄκουσε καὶ τοῦ εἶπε: -Αὐτὰ συμβαίνουν, διότι ἄφησες τὰ πνευματικά σου. Αὐτὸ σοῦ φταίει. Ἂν τὰ κάνεις, ὅλα θὰ τακτοποιηθοῦν.
***
Διηγήθηκε ὁ γερω-Γερόντιος ὁ Καρυώτης ὅτι στὰ Καυσοκαλύβια γνώρισε ἕναν καλόγερο ποὺ τὸ μόνο ῥοῦχο ποὺ φοροῦσε ἦταν ἕνα τσουβάλι τρίχινο καὶ ἔτσι κυκλοφοροῦσε χειμῶνα-καλοκαίρι. Κάποτε, στὴν ἀγρυπνία τῶν Εἰσοδίων εἶχε ῥίξει χιόνι καὶ αὐτὸς ὁ καλόγερος παρακολούθησε ὅλη τὴν ἀγρυπνία ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ Κυριακοῦ. Δὲν ἔμπαινε μέσα γιατὶ ἦταν ντυμένος μὲ τὸ τσουβάλι καὶ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του ἦταν γυμνά.
***
Κάποιον μοναχό, συνεργείᾳ καὶ φθόνῳ διαβολικῷ, ὁ παράδελφός του τοῦ ἔβγαλε τὸ μάτι. Ἐπειδὴ ἦταν ταπεινός, ποτὲ δὲν ἀνέφερε σὲ κανέναν ποιὸς τὸν τύφλωσε, παρὰ μόνο ὅταν τὸν ῥωτοῦσαν ἀπαντοῦσε ὅτι ἦταν ἡ κακιὰ ὥρα.
***
Ἕνα νέο καλογέρι πάλευε κάποια μέρα μὲ τοὺς λογισμούς του. Τὸν εἶχαν πνίξει λογισμοὶ κατακρίσεως γιὰ τὸν Γέροντά ρου. Χτύπησε τὴν πόρτα τοῦ Κελλιοῦ τους κάποιος Γέροντας. Ἄνοιξε καὶ τὸν προσκάλεσε νὰ μπῆ μέσα. Ἐκεῖνος ἀρνήθηκε καὶ τοῦ εἶπε: -Ἄκουσε νὰ δῆς. Ἂν ἐσὺ εἶσα στραβόξυλο καὶ δὲν θέλεις νὰ σωθῆς, δὲν θὰ σὲ σώσει οὔτε ὁ Γέροντας οὔτε κανένας. Ἐσὺ νὰ σιάξεις τὸν λογισμό σου.
***
Κάποιος ἔκλεβε πεπόνια ἀπὸ τὸν κῆπο ἑνὸς Κελλιοῦ. Ὁ ὑποτακτικὸς  κατάλαβε τὶ συμβαίνει, παραφύλαξε τὴν νύχτα καὶ εἶδε ποιὸς ἦταν ὁ κλέφτης. Πῆγε μὲ χαρὰ νὰ τὸ πῆ στὸν Γέροντά του. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: -Σούτ, μὴν τὸ ξαναπῆς, μὴν τὸ πῆς σὲ κανέναν. Ἀλλὰ καὶ ὰν τύχει καὶ τὸν ξαναδῆς, κρύψου νὰ μὴν σὲ δῆ καὶ ντραπῆ.
***
Κάποιος Διονυσιάτης κατέκρινε ἕναν παλαιὸ ἱερέα ποὺ ἦταν πολὺ χοντρός, σκεφτόμενος: -Τί χάρη μπορεῖ νὰ ἔχει αὐτὸς ὁ παπᾶς; Ὅταν ὅμως λειτουργοῦσε τὸν εἶδε φωτεινὸ καὶ διάφανο καὶ κατάλαβε τὸ λάθος του.
***
Πρὶν ἀπὸ 15-20 χρόνια δύο μοναχοὶ μὲ δύο λαϊκούς, πῆγαν μὲ τὴν βάρκα στὴν Ῥουμανικὴ Σκήτη τοῦ Προδρόμου. Εἶδαν κάποιον μοναχὸ μέσα στὰ πουρνάρια νὰ κάθεται σὲ τρία ξύλα πάνω ἐνῶ τὸ ζωστικό του ἦταν κουρελιασμένο, ὅπως οἱ κορδέλες ποὺ δένουν τὶς ντομάτες. Πλησιάζοντας κοντά του τὸν ἔχασαν ἀπὸ τὰ μάτια του.
***
Δύο ἄλλοι Ξενοφωντινοὶ πατέρες κατέβαιναν ἀπὸ τὸν χείμαῤῥο στὸ Μοναστήρι. Τὸ δάσος ἦταν πυκνὸ καὶ δυσκολοδιάβατο,. Εἶδαν σὲ κάποιο σημεῖο λείψανα παλαιοῦ ὑπαίθριου ἀσκηταριοῦ. Ἕναν τόπο ἴσο στὴν πλαγιά, περίπου 2Χ2 μέτρα, καὶ ἕνα πέτρινο ἀψιδωτὸ προσκυνητάρι ποὺ οὔτε τοίχους οὔτε σκέπη εἶχε. Ἴσως ἐκεῖ νὰ ξεχειμώνιαζε κάποιος ἀσκητής. Ἐκεῖ κοντὰ δὲν ὑπῆρχε οὔτε Κελλὶ οὔτε μονοπάτι. Καὶ ἄλλες φορὲς προσπάθησαν νὰ πάνε πάλι ἀλλὰ δὲν εὕρισκαν τὸ μέρος.
***
Γέρων εἶπε ἐξομολογητικὰ σὲ κάποιον: -Ὅταν λέω τὴν εὐχή, αἰσθάνομαι μία γλύκα, μία γλύκα· καὶ ἔτριβε τὸν λαιμό του.
Ὁ ἴδιος ἔλεγε: -Ὅλα κουράζουν, μόνο ἡ εὐχὴ δὲν κουράζει.
Εἶχε τελειώσει κάποτε τὸ λάδι του. Ἄναψε τότε τὸ καντήλι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῶν Ἁγίων τοῦ Κελλιοῦ του καὶ μὲ πίστη καὶ ἁπλότητα τοὺς λέγει: -Ἅγιοί μοι, κανονίστε. Τὸ λάδι τελειώσε. Νὰ οἰκονομήσετε λίγο λαδάκι νὰ σᾶς ἀνάβω τὸ καντήλι καὶ νὰ τρώω καὶ ἐγώ. Τὴν ἄλλη μέρα ποὺ ἀνέβηκε στὶς Καρυές, βρίσκει στὸ μαγαζὶ ἕνα δοχεῖο λάδι γιὰ τὸ Κελλί του, χωρὶς νὰ γράφει ποιός τὸ στέλνει. Εὐχαρίστησε τοὺς Ἁγίους γιὰ τὴν γρήγορη βοήθειά τους.
Ἔλεγε, ὅτι, ὅταν ἔγινε μεγαλόσχημος σὲ μεγάλη ἡλικία, γιὰ δώδεκα ἡμέρες συνέχεια ἔβλεπε φῶς ἐπάνω του σὰν ὀμπρέλλα.
Ἔλεγε: -Ἡ προσοχὴ καὶ ἡ καλλιέργεια τῶν καλῶν λογισμῶν ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ χίλιες μετάνοιες.
-Τὸ κυριώτερο γιὰ τὸν μοναχό, εἶναι νὰ μπορῆ νὰ συγκεντρώνει τὸν νοῦ του καὶ νὰ μὴν τὸν ἀφήνει νὰ περιπλανᾶται. Νὰ προσέχει νὰ μὴν γυρίζει ἀπὸ Κελλὶ σὲ Κελλί, καὶ ὅταν ἔρχονται ἐπισκέπτες ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἀργολογία, μὲ τρόπο νὰ τοὺς ἀποφεύγει. Ὅ,τι ἀκούσει ποὺ δὲν εἶναι ὠφέλιμο, ὁ πειρασμὸς θὰ τὸ φέρει μπροστά του τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς.

***

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ γερω-Ἀντώνιος ὁ Γρηγοριάτης

Ὁ γερω-Ἀντώνιος ὁ Γρηγοριάτης, ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τελείως ἀκτήμων καὶ στὸ κελλί του δὲν εἶχε σχεδὸν τίποτε. Ἔλεγε συνεχῶς τό· Θεοτόκε Παρθένε.
Ἔλεγε: -Ὁ Γέροντας εἶναι τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὠμέγα γιὰ τὸν μοναχό. Νὰ μὴν στενοχωρήσουμε σὲ τίποτε τὸν Γέροντα. Τὸν Γέροντα πρέπει νὰ τὸν ἀγαποῦμε πολύ. Δίχως ἀγάπη δὲν γίνεται τίποτε. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ.
Εἶπε κάποτε: -Μοῦ φάνηκε στὸν ὕπνο μου σὰν νὰ μοῦ μιλοῦσε ἡ Παναγία καὶ μοῦ ἔλεγε· Θὰ σᾶς σώσω ὄλους, μόνο νὰ ἔχετε μεταξύ σας ἀγάπη καὶ νὰ κάνετε τὰ μοναχικά σας καθήκοντα.
Διηγήθηκε: -Κάποτε ἤμουν ἄῤῥωστος· ἔκλαιγα καὶ στενοχωριόμουν, διότι δὲν μποροῦσα νὰ κάνω τὸν κανόνα μου. Τότε ἄκουσα φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό· Μὴν στενοχωρῆσαι παιδί μου, καὶ μὴν κλαῖς. Ἡ ὑπομονὴ ποὺ κάνεις στὴν ἀσθένεια, εἶναι ἡ καλύτερη προσευχή. Τότε ἔλαβα μεγάλη χαρά, καὶ παρηγορήθηκα.
Ἀρχὲς τοῦ 2002 ἔμεινε κατάκοιτος. Κατάλαβε ὅτι εἶχε καρκίνο, ἀλλὰ δὲν θέλησε νὰ βγῆ ἔξω στοὺς γιατροὺς γιὰ νὰ ἐξετασθῆ. Γιὰ ὀκτὼ μῆνες ἔπινε μόνο γάλα καὶ ἔκανε ἐμετοὺς συνεχῶς. Δὲν μποροῦσε τὸ στομάχι του νὰ κρατήσει τίποτε. Δὲν εἶχε καμμία ἀπαίτηση, δὲν ζητοῦσε τίποτε. Καὶ ἐνῶ ἦταν τόσο ἄσχημα στὴν ὑγεία του, τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ χαρά. Τὸν ῥώτησε ὁ γηροκόμος πῶς εἶναι, καὶ ἀπάντησε: -Δὲν ξέρω τὶ μοῦ συμβαίνει, ἀλλὰ συνεχῶς ἔχω μέσα μου μία μεγάλη χαρά.
Τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Γέροντας στὰ τελευταῖά του καὶ τοῦ εἶπε: -Σ’ εὐχαριστῶ, διότι μοῦ ἔκανες πάντοτε ὑπακοὴ καὶ γι’ αὐτὸ εἶμαι πλήρως ἀναπαυμένος μαζί σου. Καὶ ὁ π. Ἀντώνιος ἀπάντησε: -Ἀλλοίμονό μου, ἐὰν δὲν κάνω στὸν Γέροντα ὑπακοή.

Προσδοκώντας τὸ ποθούμενο τέλος καὶ προσευχόμενος ἔλεγε χαρούμενος: -Εἴμαστε πανευτυχεῖς, διότι εἴμαστε γιὰ τὸν Παράδεισο, καὶ εὐχαριστοῦσε τοὺς πατέρες ποὺ τὸν ἐπισκέπτονταν. Στὶς 4-6-2002 ὁ γηροκόμος τὸν ἄφησε γιὰ λίγα λεπτὰ μόνο του, καὶ ὅταν γύρισε τὸν βρῆκε τελειωμένο. Ἔφυγε εἰρηνικὸς καὶ χαρούμενος, χωρὶς ἀνησυχία καὶ χωρὶς τὸν ἐπιθανάτιο ῥόγχο.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ γερω-Ἄνθιμος τοῦ Κελλίου τῆς Πατερίτσας.

Τὸν παπα-Τρύφωνα ἀπὸ τὸ Κελλὶ Πατερίτσα,Γέροντάς του Ἄνθιμος μία μέρα τοῦ εἶπε: -Κάθησε, μὴν φύγεις σήμερα, γιατὶ θὰ πεθάνω. Ματαίωσε τὴν Λειτουργία ποὺ εἶχε κανονίσει νὰ κάνει σὲ κάποιο Κελλί, καὶ κάθησε κοντά του. Ἐκοιμήθη ὁ Γέροντάς του Ἄνθιμος σὲ ἡλικία 103 ἐτῶν καὶ τοῦ ἔκλεισε τὰ μάτια. Δὲν εἶχε ἀῤῥωστήσει ποτὲ στὴν ζωή του.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ π. Ἄνθιμος Ἁγιοπαυλίτης

Παράδειγμα ὑπομονῆς καὶ καρτερίας ἦταν ὁ π. Ἀλέξιος καὶ μετέπειτα π. Ἄνθιμος Ἁγιοπαυλίτης. Εἶχε ὁ καημένος ἐπήρειες δαιμονικές. Τὸν ἔστειλε τὸ Μοναστήρι στὸν Μονοξυλίτη μὲ τὸν γερω-Δαυΐδ. Ἐκεῖ ποὺ ἦταν ἥσυχος, ἔπαιρνε τὰ πράγματά του, ἔβγαινε ἔξω στὸν κόσμο, ξυριζόταν καὶ ὕστερα ἐπέστρεφε. –Μία φορά, διηγεῖτο ὁ γερω-Δαυΐδ, ἦταν περίοδος Τριωδίου καὶ διαβάζαμε ἀκολουθία. Διάβαζε ὁ π. Ἄνθιμος. Μία στιγμή, πέταξε κάτω τὸ βιβλίο, γούρλωσε τὰ μάτια του καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει. Ἐγὼ φοβήθηκα καὶ βγῆκα ἔξω στὰ χωράφια. Μετὰ ἀπὸ λίγο βγαίνει καὶ αὐτός καὶ μὲ φώναξε: -Ποῦ εἶσαι, Γέροντα; -Νά, πάω στὰ μουλάρια, τοῦ εἶπα. -Ἄσε, θὰ πάω ἐγώ. Εἶχε συνέλθει καὶ τὸ καταλάβαινε ὁ καημένος.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἔκανε ὑπομονή. Ἦταν ἁπλοῦς ἄνθρωπος καὶ φιλόπονος. Δὲν μποροῦσε νὰ μὴν δουλεύει. Ὅλη μερα δουλειά, καὶ σὲ κάθε ἀκολουθία ἔψελνε στὴν ἐκκλησία. Ἔτσι τὸν οἰκονόμησεμ ὁ Θεὸς σιγὰ-σιγά, καὶ ἦρθε σὲ μετάνοια καὶ εἶχε εἰρηνικά τέλη. Λίγο πρὶν κοιμηθῆ, ἔλεγε:
-Νά, τώρα ἦρθε ὁ Ζαχαρίας καὶ μὲ χαιρέτησε.
-Ποιός Ζαχαρίας;, τὸν ῥώτησαν οἱ παριστάμενοι ἀδελφοί.

-Ὁ πατέρας τοῦ Προδρόμου, ἀπάντησε. Ἦταν χαρούμενος καὶ ἔτσι ἔφυγε.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ὁ παπα-Ἄνθιμος ὁ Ἁγιαννανίτης, ὁ Πνευματικός,

Ὁ παπα-Ἄνθιμος ὁ Ἁγιαννανίτης, ὁ Πνευματικός, συμβούλευε:
Πρόσεχε, παιδί μου, διότι ἡ κακία ὑποβιβάζει τὸν ἄνθρωπο στὴν κτηνώδη κατάσταση τῶν θηρίων, στὰ ὁποῖα ἐπικρατεῖ τὸ δίκαιο τοῦ ἰσχυρότερου, ἐνῶ ἡ ἀγάπη μᾶς οἰκοδομεῖ καὶ μᾶς ἀνεβάζει στὸ ὕψος τῆς ὁλοκλήρωσης ὅλων τῶν ἀρετῶν πρὸς μίμηση τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων.
Ἡ ταπείνωση εἶναι τὸ θεμέλιο, πάνω στὸ ὁποῖο οἰκοδομοῦνται ὅλες οἱ ἀρετές, ἔχοντας ὡς ἐπισφράγισμα τὴν ἀγάπη.
Τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ εἶναι ἡ φωτιά, ἡ ὁποία καίει τοὺς νέους βλαστοὺς τῶν ἀρετῶν καὶ δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀνάπτυξή τους. Ὁ θυμὸς εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ τέκνα τοῦ καταραμένου πάθους τῆς ὑπερηφανίας.
Ἡ προσευχὴ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Θεό, ὅταν προσφέρεται ἀπὸ ψυχὴ καθαρὴ ἀπὸ πάθη, καὶ ὅταν ὁ νοῦς μας ἔχει περιορίσει τὸν περισπασμὸ ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ βίου.
Ἡ ἀγάπη μας φανερώνεται ὄχι ὅταν ἀγαποῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαποῦν, ἀλλὰ κυρίως ὅταν ἀγαπᾶμε ὅσους μᾶς ἐχθρεύονται.
Ὁ καλύτερος δάσκαλος τῶν ἀρετῶν εἶναι τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τῆς ἐνάρετης ζωῆς, ἐνῶ τὰ λόγια, ὅσο σοφὰ καὶ ἂν εἶναι, ὅταν δὲν προφέρονται μέσα ἀπὸ τὸ βίωμα, εἶναι καρπὸς ὑποκρισίας.

Ὁ παπα-Ἄνθιμος εἶπε γιὰ δύο πατέρες: -Αὐτοὶ ἦταν ἐδῶ ταραχοποιοί, δὲν ἡσύχαζαν. Ἡ Παναγία τοὺς ἔδιωξε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κεῖ ποὺ εἶναι τώρα θὰ φύγουν. Καὶ ὄντως, οἱ πατέρες βγῆκαν στὸν κόσμο ὅπου καὶ κοιμήθηκαν.