Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαια ΛΓ-ΛΔ΄. Δεύτερη ἐπίσκεψιν εἰς τὴν Λαύραν.

Κεφάλαιον ΛΓ΄. Δεύτερη ἐπίσκεψιν εἰς τὴν Λαύραν.
Ἀφίππευσα πρὸ τῆς εἰσόδου τῆς Λαύρας, συνέστησα εἰς τὸν ἡμιονηγὸν νὰ ἐπανέλθη ἀμέσως καὶ συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Δικαίου εἰς τὴν Σκήτην τοῦ Προδρόμου καὶ νὰ διαβιβάσει πρὸς αὐτὸν τοὺς χαιρετισμούς μου καὶ εὐχαριστίας μου καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν Μονήν, ἀπελθόντος ἐκείνου.
Ἐγνώριζον πλέον, διηυθύνθην κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ γραφεῖον· θὰ ἦτο ἡ ὥρα 10 ½ π.μ. Εὗρον ἐκεῖ τοὺς Ἡσύχιον, Κορνήλιον καὶ ἄλλους τινὰς μοναχούς. –Πῶς ἔτσι ἔξαφνα;, μοῦ λέγουσιν οὗτοι. Καλῶς ὥρισες! -Ἔρχομαι ἀπὸ τὰς Σκήτας σας, ἀπαντῶ, Ἁγιαν Ἄνναν, Μικρᾶς Ἐρήμου, Καυσοκαλυβίων καὶ Προδρόμου. –Καὶ πῶς ἐκεῖ; -Τίποτε τὸ ὑπηρεσιακόν. Ἤθελον ἁπλῶς νὰ ἱκανοποιήσω τὴν περιέργειάν μου, νὰ σπουδάσω τὸν βίον τῶν ἀσκητῶν. –Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, λέγει ὁ κοιλιόδουλος πατὴρ Κορνήλιος, μᾶς ἔρχεσαι πεινασμένος. -Ἄ, ὄχι, μὲ ἐπεριποιήθησαν λαμπρὰ οἱ ἀσκηταί σας. –Γνωρίζω ἐκ πείρας, μὲ χόρτα βρασμένα καὶ παξιμάδια. Εὐτυχῶς ἔχομεν θαυμάσιον φαγητόν. Ἐπὶ τῇ προσεγγίσει τῆς τεσσαρακοστῆς ἐσφάξαμεν ἕνα μόσχον. Τὸ κρέας του εἶναι τρυφερώτατον, θὰ λιώνει στὸ στόμα σὰν κάστανο.
-Κάθισε, προσθέτει ὁ πατὴρ Ἡσύχιος, νὰ πάρει καφέ, καὶ παρήγγειλεν εἰς ὑπηρέτην νὰ φέρει ἕνα. Συνάμα δὲ ἀστειευόμενος ἐπιπροσθέτει ἐπιχαρίτως: -Εἰπὲ στὸν μάγειρα νὰ βάλει δυνατὴ φωτιὰ στὸ φαΐ νὰ γίνει γρήγορα, διότι ἦλθε πεινασμένος ἀπὸ τὰς Σκήτας καὶ διατρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀρχίσει νὰ τρώγει ἀπὸ ἡμᾶς.
Ἐκάθισα καθ’ ὃν χρόνον ὁ πατὴρ Κορνήλιος ἐκάγχαζε μὲ τὴν ἀστειότητα τοῦ Ἡσυχίου. Εὐθὺς δὲ κατόπιν ὁ Γερμανὸς μὲ ἠρώτησεν ἂν μετέβην εἰς τὰ ἀπόκεντρα ἐκεῖνα ἐρημητήρια, εἰς ἃ ἀναῤῥιχᾶταί τις, ὡς εἴρηται, διὰ σχοινίνων κλιμάκων. -Ὄχι, ἀπαντῶ πρὸς αὐτόν, δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω τὴν δόξαν σου ταύτην πάτερ Γερμανέ. Σὺ ἔχεις τὴν ἱκανότητα αὐτήν. (Ἀποστέλλεται οὗτος παρὰ τῆς Μονῆς ἐκεῖ διὰ νὰ ἐπιβλέπει τοὺς ἀσκητάς, εἰσπράττει παρ’ αὐτῶν εἶδός τι δικαιώματος παραμονῆς καὶ ἄλλους ὑπηρεσιακοὺς τῆς Μονῆς λόγους).
-Ἔρχεσαι ἐπικαίρως, μοῦ λέγει ὁ πατὴρ Ἡσύχιος, σὲ χρειαζόμεθα. –Εἰς ὅ,τι θέλετε, θὰ μὲ εὕρητε πρόθυμον. Μοῦ δεικνύει κλητήριον θέσπισμα τοῦ εἰσαγγέλως τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ πλημμελειοδικῶν, δι’ οὗ ἐκαλεῖτο παρ’ αὐτοῦ ὁ Γερμανὸς νὰ δικασθῆ ὡς ὑπαίτιος, ὅτι ἐπετέθη ἀδίκως κατὰ μοναχοῦ τῆς γειτονικῆς Μονῆς Ἁγίου Παύλου, ἐπειδὴ εὗρεν αὐτόν ποτε ξυλευόμενον ἐκ τοῦ δάσους τῆς Λαύρας, ὅπερ διεξεδίκει ὡς ἴδιον ἐκείνη. Δὲν ἔχασε καιρὸν ὁ ἀγαθώτατος ἐκεῖνος γέρων Γερμανός, καὶ ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ, ἐν τῷ ζήλῳ του νὰ ὑποστηρίξει τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς του καὶ τοῦ ἀφήρεσε τὰ ξύλα· καὶ τοῦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς δίκης. Εἶδον τὸ κλητήριον θέσπισμα καὶ τοῖς λέγω: -Δὲν εἶναι σπουδαῖα πράγματα, τὸ πολὺ νὰ φάει ὁ πατὴρ Γερμανός, καμία τριήμερον φυλάκισιν μεταβαίνων εἰς Θεσσαλονίκην. Καὶ οὕτω λήγει τὸ ζήτημα.
-Ἀκριβῶς ἐδῶ ἔγκειται ἡ σπουδαιότης, λέγει ὁ πατὴρ Ἡσύχιος. Ὁ Γερμανὸς δὲν θέλει νὰ ἐξέλθει τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οὔτε ἐξῆλθε ποτέ, ἀφ’ ἧς ἔγινε μοναχός. –Ζῶν δὲν μεταβαίνων εἰς τὸν κόσμον, προσθέτει οὗτος. Κατὰ τὴν συνείδησίν μου θὰ ἁμαρτήσω σπουδαίως, ἐὰν ἐξέλθω τοῦ Ὄρους. Θὰ εὑρεθῆ εἰς τὴν δύσκολον θέσιν ἡ κυβέρνησις νὰ μὲ φονεύσει, ἂν αὔριον, καταδικαζομένου ἐμοῦ εἰς ὀλίγων ἡμερῶν φυλάκισιν, σκεφθῆ νὰ ἐκτελέσει τὴν ἀπόφασιν καὶ βίᾳ μὲ ἀπαγάγη εἰς Θεσσαλονίκην.
Παρετήρησα, ὅτι ὁ γέρων ἐκεῖνος ὡμίλει σοβαρῶς καὶ ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ ἐσκεπτόμην πόσον φοβερὸν εἶναι τὸ πεῖσμα τοῦ ἐμπνεόμενου μοναχοῦ, οἷος ὁ Γρηγόριος. Ἠπόρουν καὶ δὲν ἐγνώριζον τὶ νὰ τοῖς κάμω, καὶ τοῦ λέγω: -Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πταίσματος, τιμωρουμένου διὰ προστίμου, ὑπῆρχε κάποια οἰκονομία, νὰ φέρναμε τὸν εἰρηνοδίκην Ἱερισσοῦ νὰ ἔκαμνεν ὡς συμβολαιογράφος ἓν πληρεξούσιον καὶ νὰ παρίστατο ἀντ’ αὐτοῦ, ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ πληρεξούσιος δικηγόρος τῆς Μονῆς, ἤδη ὅμω προκειμένου περὶ πλημμελήματος, τί νὰ γίνει; -Εἶμαι πρόθυμος, παρεξηγήσας φαίνεται, λέγεται οὗτος, νὰ ἐξοδεύσω ὅσα χρήματα θέλητε, ἀρκεῖ νὰ ἐπιτύχω νὰ μὴν μεταβῶ εἰς Θεσσαλονίκην. –Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα χρημάτων καὶ μὲ συγχωρεῖς πάτερ Γερμανέ, εἶναι ζήτημα δικαστηριακῆς τάξεως. Ἐσκέφθην ἐν τούτοις νὰ ὑποβάλω τὸ κλητήριον θέσπισμα πρὸς τὸν Εἰσαγγέλα δι’ ἀναφορᾶς μου, νὰ τοῦ ἐκθέσω ποῖος ὁ Γερμανός, καὶ τὰς ἀντιλήψεις του καὶ τὰ πιθανὰ ἐπακόλουθα ἂν κατεδικάζετο καὶ τὸν παρεκαλέσω πρὸ τῆς ἀνάγκης καὶ ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο περὶ σπουδαίας παραβάσεως νὰ ἀποσύρει τὴν ὑπόθεσιν, εἰ δυνατόν. Ταῦτα εἶπον εἰς αὐτόν: -Κάμε ὅ,τι θέλεις, ἀρκεῖ νὰ μὴν ἐξέλθω τοῦ Ἁγίου Ὄρους. –Καλῶς, καὶ θὰ σὲ εἰδοποιήσω.
Μετὰ τὴν ἄνω ἐνέργειάν μου ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ξαναεῖδε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ἀγνοῶ δὲ πῶς τὰ οἰκονόμησεν ὁ Εἰσαγγελεύς.
***
Κεφάλαιον ΛΔ΄.
Ἐν τῷ μεταξύ, τὸ φαγητὸν εἶχεν ἑτοιμασθῆ, μᾶς ἀννηγέλθη ὅτι ἡ τράπεζα ἦτο ἕτοιμος, οἱ συνδαιτυμόνες μου ἦσαν ὡρισμένοι, ἀνήλθομεν μετὰ τοῦ πατρὸς Ἡσυχίου καὶ Κορνηλίου καὶ ἐκαθίσαμεν εἰς αὐτήν. Ὁ μόσχος των τῇ ἀληθείᾳ ἦτο θαυμάσιος. Τὸ ζῶον ἐκεῖνο βόσκον ἐπὶ τῶν ὑπωρειῶν τοῦ Ἄθωνος εἶχε κρέας ἀρωματῶδες καὶ νοστιμώτατον.
Τὸ προσὸν τοῦτο τοῦ Ἄθωνος εἶχον παρατηρήσει ἀπὸ τῆς προηγουμένης ἐπισκέψεώς μου εἰς τὴν Μονὴν Λαύρας. Εὗρον τότε παρατεθέν μοι κρέας τράγου νοστιμώτατον καὶ ἠρώτησα περὶ αὐτοῦ. Εἶναι προτιμώτερον νὰ τρώγει τις τράγον τοῦ Ἄθωνον ἢ ἀρνάκι γάλακτος ἄλλοθεν. Τοῦτο εἶναι γνωστὸν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὅπου ὁ τράγος τῆς Λαύρας τιμᾶται ὁλόκληρον δραχμὴν περισσότερον ἀπὸ τὸ ἀρνάκι γάλακτος ἄλλων μερῶν. Τὸ γεῦμα ἐκεῖνο διῆλθον ἐν μέσῳ τῶν εὐφυολογούντων συνδαιτυμόνων μου εἰς βάρος τῶν ἀσκητῶν των καὶ τῆς ξενίας, ἣν μοὶ παρέσχον. Εἰς μάτην ἔλεγον εἰς αὐτοὺς ὅτι οἱ ἀτυχεῖς μὲ ἐπεριποιήθησαν, ὡς καὶ ὄντως εἶχε τὸ πρᾶγμα. Διαρκοῦντος τοῦ γεύματος, παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ μοὶ δώσωσι μετ’ αὐτὸν μίαν λέμβον, ἵνα μὲ μεταφέρει εἰς τὴν Μονὴν Ἰβήρων.
-Δὲν κάθεσαι νὰ μᾶς κάμεις δύο-τρεῖς ἡμέρας συντροφιά; -Ἤδη θὰ ὑπάγω καὶ θὰ ἐπανέλθω ἐντὸς ὀλίγου μὲ πρόγραμμα παραμονῆς ἐπὶ ἑβδομάδα. -Ἡ λέμβος θὰ εἶναι ἕτοιμος, ἐν τούτοις θὰ ἐπροτιμούσαμε νὰ ἔμενες. -Ἔχω νὰ ἐνεργήσω καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ πατρὸς Γερμανοῦ, ἀφοῦ ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἀφοῦ προσήγγισεν ἡ δικάσιμος. -Ἀφοῦ ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα, πήγαινε στὴν εὐχὴν τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ σὲ ἀναμένωμεν νὰ ἔλθεις νὰ καθίσεις μίαν ἑβδομάδα νὰ μᾶς κάνεις συντροφιά. Ὑπεσχέθην τοῦτο χωρὶς ὅμως νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἠδυνάμην νὰ εὑρεθῶ συνεπὴς πρὸς τὰ ὑποσχεθέντα.
Μετὰ τὸ λαμπρὸν ἐκεῖνο γεῦμα καὶ τὴν λῆψιν καφέ, ἀπεχαιρέτησα τοὺς θαυμασίους ἐκείνους ἀνθρώπους, καὶ ηὐχαρίστησα θερμῶς αὐτοὺς διὰ τὴν περιποίησίν των, καὶ προθυμίαν των καὶ κατῆλθον εἰς τὴν παραλίαν. Ἡ λέμβος ἀνέμενε· μετὰ μία ὥραν εὑρισκόμην εἰς τὴν Ἰβήρων, ὁπόθεν ἔφιππος ἀνῆλθον εἰς Καρυάς.
***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον ΛΒ΄. Εἰς τὴν Ῥουμάνικη Σκήτην τοῦ Προδρόμου.

Κεφάλαιον ΛΒ΄. Εἰς τὴν Ῥουμάνικη Σκήτην τοῦ Προδρόμου.
Ἐβαδίζομεν δι’ ὁδοῦ βραχώδους καὶ ἀποκρήμνου, ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον ἔνθα ἐκ τοῦ ὕπερθεν ὄτους εἶχε σχηματισθῆ, ἐκ πτώσεως ἀπειραρίθμων χαλικίων, ἔδαφος ἐξ αὐτῶν, καὶ ἔπρεπε νὰ βαδίσω ἐπ’ αὐτῶν 100-120 μέτρα, καθ’ ὃν χρόνον ταῦτα ἀπετέλουν κλίσιν λίαν ἐπικλινῆ καὶ κάτωθεν αὐτῶν πρὸς τὴν θάλασσαν, ἐμεσολάβει κρημνός.
Μὲ τὴν ψυχὴν εἰς τὰ δόντια, ὡς κοινῶς λέγεται, διῆλθον τοῦ ἐπικινδύνου ἐκείνου μέρους καὶ εὑρέθην ἐπὶ ἐδάφους κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἦτον ὁμαλοῦ, ἐφάνη δὲ εἰς ἀπόστασιν τετάρτου ἐκεῖθεν ἡ τοῦ Προδρόμου Σκήτη. Μόλις διήλθομεν τοῦ ἐπικίνδυνου ἐκείνου μέρους, εἶπα εἰς τὸν παρακολουθοῦντα ὑπηρέτην νὰ ἐπανέλθη καὶ μόνος ἐξηκολούθησα τὸν δρόμον μου, καὶ μετ’ ὀλίγον εὑρισκόμην πρὸ τῆς Σκήτης τοῦ Προδρόμου.
Αὕτη δὲν ἀποτελεῖται ἐκ κελλίων, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἓν σύνολον μὲ τείχη περιμανδρωμένον. Εἰσέρχεταί τις διὰ τῆς εἰσόδου ἥτις, ὡς καὶ ἐν ταῖς Μοναῖς, ἀποτελεῖ τὴν μόνην εἴσοδον.
Τοῦ τύπου τούτου Σκῆται, ἐξ ὅσων εἴδομεν, εἶναι τὸ Σεράγι καὶ ἡ ἄνωθεν τοῦ Παντοκράτορος Ῥωσσική, καὶ ἡ τοῦ Προδρόμου.
Εἰσῆλθον εἰς αὐτήν μόλις ἀφίχθην καὶ ἐζήτησα τὸν Δικαῖον, ὅστις, μοῦ εἶπον εἰς γλῶσσαν ἐλαχίστην σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὴν ἑλληνικήν, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, λειτουργούσῃ ἔτι, καὶ εἰσῆλθον εἰς αὐτὴν καὶ παρηκολούθουν τὴν ῥουμανιστὶ ψαλλομένην λειτουργίαν. Καθ’ ὅλα, ὡς παρετήρησα, ἔχουσι τὰς βυζαντινὰς συνηθείας ἐν τῇ λειτουργίᾳ ἐν μεταφράσει. Δὲν ἠννόουν τίποτε ἐκ τῆς λειτουργίας ἐκείνης. Ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ψαλῆ τό· «Ἄξιόν Ἐστιν», εἶδον περὶ τοὺς τριάκοντα μοναχούς, κατὰ τετράδας νὰ σταθῶσι μετ’ εὐλαβείας πρὸ τῆς Παναγίας καὶ εἰς ἄπταιστον ἑλληνικὴ νὰ ψάλλωσι τοῦτο. Μετ’ ὀλίγον δέ, ληξάσης τῆς λειτουργίας, ἠρώτησά τινα, γνωρίζοντα τὰ ἑλληνικά, διὰ ποῖον ψάλλωσιν ἑλληνιστὶ τό «Ἄξιόν Ἐστιν». Μοῦ ἀπήντησε δὲ οὗτος, ὅτι πρό τινων ἐτῶν ἐπεχείρησαν νὰ ζωγραφίσωσι τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ οἱ ζωγράφοι ἀπετύγχανον, καθ’ ὅσον ὅ,τι ἐζωγράφιζον τὴν μίαν ἡμέραν, τὴν ἄλλην τὸ εὕρισκον κατεστραμμένον καὶ τοῦτο διήρκεσεν ἐπὶ ἡμέρας πολλάς. Ὅτε ὁ Δικαῖος εἶδε καθ’ ὕπνον, ὅτι δὲν θὰ δεχθῆ ἡ Παναγία νὰ ἐκδοθῆ ἀντίτυπόν της, ἂν δὲν καθιερωθῆ νὰ ψάλληται Ἑλληνιστὶ τό· «Ἄξιόν Ἐστίν» καὶ ἔκτοτε καθιερώθη τοῦτο καὶ οὕτω ἐδέχθη καὶ ἡ Παναγία νὰ ἐκδοθῆ ἀντίτυπόν της. Ταῦτα λέγει ἡ παράδοσις.
Ἐξῆλθον εἶτα τῆς ἐκκλησίας. Ὁ Δικαῖος, γνωρίζων ὀλίγα ἑλληνικά, ἦλθε πρὸς ἐμέ, μὲ ὑπεδέχθη, μὲ ὡδήγησεν εἰς τὰ διαμερίσματά του καὶ μοῦ προσέφερε καφέ. –Πόθεν;, μοὶ λέγει. -Ἐκ τῶν Σκητῶν. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔφθασα εἰς Καυσοκαλύβια καὶ θὰ ἦτο ματαιοπονία πλέον νὰ ἐπανέλθω εἰς Δάφνην καὶ ἐπροτίμησα νὰ ἐπανέλθω εἰς Καρυὰς διὰ τῆς Λαύρας, ἄλλως ἤθελον νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ τὴν ἰδικήν σας Σκήτην, καὶ διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐπροτίμησα τὴν ἐντεῦθεν ὁδόν.
Τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ δώσει ἓν ζῶον νὰ μεταφέρει μέχρι Λαύρας, Ὥραν ἀπέχουσαν ἐκεῖθεν, καὶ ἀμέσως διέταξε νὰ ἑτοιμασθῆ ἓν τοιοῦτον μετὰ καταλλήλου ἡμιονηγοῦ. Τὸν ἠρώτησα, ἐν τῷ μεταξύ, πῶς ἔχουσιν αἱ μετὰ τῆς Λαύρας σχέσεις των. -Ἄριστα, μοῦ ἀπαντᾶ, ἐκτελοῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας ὡς Σκήτη, εἴμεθα εὐπειθεῖς εἰς τὴν Μονήν μας, δὲν ἔχουμε κατακτητικὰς καὶ ἀνατρεπτικὰς τῆς καθεστηκυίας καταστάσεως  βλέψεις ὡς οἱ Ῥῶσσοι καὶ συνεπῶς διάγωμεν ἥσυχα. Νὰ εἶσθε βέβαιος δὲν θὰ σᾶς δοθῆ ἡ εὐκαίρια νὰ ἀπασχοληθῆτε μὲ ἡμᾶς.
Τὸ ζῶον ἡτοιμάσθη καὶ εὐχαριστήσας καὶ ἀποχαιρετήσας τὸν Δικαῖον, κατῆλθον τοῦ διαμερίσματός του καὶ ἱππεύσας ἔξω τῆς Σκήτης, ἐτράπην πρὸς τὴν Λαύρα.
Ἡ Σκήτη τοῦ Προδρόμου ἔχει τοὺς καλλιτέρους ἡμιόνους ἐν Ἁγίῳ Ὄρει. Τὸ ζῶον ἐκεῖνο ἔτρεχε πολύ, μετὰ δυσκολίας τὸ παρηκολούθη ὁ ὁμιονηγός, καὶ οὕτω εἰς διάστημα μόλις τριῶν τετάρτων, ἔφθασα εἰς Λαύραν, βαδίζων ἐπὶ ὁδοῦ ἐπιπέδου καὶ ὁμαλῆς.

***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαια Λ-ΛΑ. Εἰς τὴν Σκήτην τῶν Καυσοκαλυβίων.

Κεφάλαιον Λ΄. Εἰς τὴν Σκήτην τῶν Καυσοκαλυβίων.
Τὰ Καυσοκαλύβια κεῖνται ἀκριβῶς εἰς τὸ νότιον μέρος τοῦ Ἄθωνος. Εἶναι Σκήτη μὲ πολλὰ Κελλία. Μακρόθεν ἐκ τῆς θαλάσσης, βλέπει τις ἔργα τεραστίας ὑπομονῆς καὶ ἐπιμονῆς λ.χ. βλέπει τις ἐπὶ βράχων νὰ ἔχωσι λαξευθῆ κλίμακες 80, 100, 1509, 200 καὶ μέχρι 400 σκαλοπατίων, αἵτινες καταλήγωσιν εἰς ἓν Κελλίον, ἁρμονικώταται, ὡς νὰ εἶχον κτισθῆ.
Ἐκ τῆς θαλάσσης ἀνῆλθον δι’ ὁδοῦ λίαν ἀνωφεροῦς περὶ τὰ 150 μέτρα καὶ ἐκεῖθεν ἐπροχώρησα περὸ τὰ 250 ἕτερα τοιαῦτα καὶ ἀφίχθην εἰς τὸ κέντρον τῆς Σκήτης.
Δὲν ἐγνώριζον ἐκεῖ οὐδένα, ἐζήτησα τὸν Δικαῖον, ὅστις μοῦ εἶπεν ὅτι θὰ καταλύσω τὸ ἑσπέρας εἰς τὸν οἶκον τῶν ἀδελφῶν Ἰωσαφαίων, καὶ μὲ ὁδήγησεν ἐκεῖ.
Οἱ Ἰωσαφαῖοι εἶναι διακεκριμένοι ζωγράφοι· μὲ ἐδέχθησαν οὗτοι εὐχαρίστως. Ὁ οἶκός των ἀληθὲς μοναστῆρι, τὸ ἀτελιέ των εὐρυχωρότατον. Αἴθουσαν μήκους εἴκοσι μέτρων, πλάτος 12-13 καὶ μὲ δέκα καὶ πλέον ἔργα ὑπὸ κατασκευήν, μεγάλα δὲ πλάτους 0,80 καὶ μήκους 1,10 ἢ 1,20.
Ἡ ζωγραφική των καλὴ ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀρίστη, λ.χ. δὲν ἦσαν ἀκριβῆ ἔργα τών τινα εἰς τὰς ἀναλογίας, ἰδίᾳ δὲν μοῦ ἤρεσεν ἡ διακόσμησις τῶν εἰκόνων μὲ μικρὰς χάνδρας καὶ μικρὰ ψέλια. Ἐν τούτοις οἱ Ἰωσαφαῖοι ἀπολαμβάνωσι μεγίστης ὑπολήψεως καὶ δὲν ἐπήρκουν εἰς τὰς ἐκ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου παραγγελίας των.
Ἐξῆλθον ἐκεῖθεν καὶ μετέβην εἰς ἕτερον Κελλίον, τοῦ πατρὸς Γερμανοῦ. Οἱ ἐν αὐτῷ μοναχοί, ἠσχολοῦντο μὲ τὴν ξυλογλυπτικήν.
Τὸ Κελλίον τοῦτο ἔχει τὴν δόξαν ὅτι κατεσκεύασε τὸ κολοσσιαῖον ἐκεῖνο ἔργον, ὅπερ καλεῖται «ἡ ἐνσάρκωσις τῆς θείας οἰκονομίας», παριστᾶ δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέσῳ κρίνοντα τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὴν Δευτέραν Παρουσίαν. Ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων, ὧν ἄλλοι μὲν κρινόμενοι πορεύονται πρὸς τὰ ἄνω, ἄλλοι δὲ πρὸς τὰ κάτω. Τὸ ἔργον τοῦτο εἶδον ἐκτεθειμένον ἐν Καρυαῖς. Οἱ ἄνθρωποι παρίστανται ἐκεῖ ἑνὸς χιλιοστοῦ πάχους καὶ τριῶν τεσσάρων χιλιοστῶν ὕψους. Παρ’ ὅλην τὴν σμικρότητά των διακρίνει τις ἐν τῷ προσώπῳ τῶν μὲν χαράν, τῶν δὲ θλῖψιν καὶ κατήφειαν.ωΜοῦ εἶπον, ὁ Γερμανὸς καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, δι’ αὐτὸ εἰργάσθησαν δέκα ἑπτὰ ἔτη μὲ ἐργαλεῖα ἀτελέστατα.
Τὸ ἔργον τοῦτο πρὸ τετραετίας ἐπωλήθη ἐν Ἀμερικῇ, ἀντὶ 300.000 δραχμῶν. Ὁ κυρίως ἐργασθεὶς ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, Συμεὼν ἐπ’ αὐτοῦ, ἄνθρωπος μετριοφρονέστατος· τὸν εἶδον, τὸν ἠρώτησα πόθεν ἔσχε τὴν ἔμπνευσιν, καὶ μοὶ εἶπεν ἐξ εἰκόνος ἐν τῇ Ῥωσσικῇ Μονῇ τοῦ Παντελεήμονος.
Ἠρώτησα αὐτοὺς ἂν εἶχον ἄλλα ἔργα καὶ μοῦ ἔδειξαν ἐν ξυλογλυπτικῇ τὰς εἰκόνας τῶν ἀειμνήστων βασιλέων Κωνσταντίνου καὶ Σοφίας ἁρμονικωτάτας καὶ μὲ θαυμασίας ἀναλογίας, πανομοιότυπα δὲ τῶν πρωτοτύπων. Ἐπίσης, μοῦ ἔδειξεν ἀρξάμενον τότε, νέον σοβαρὸν ἔργον των, μήκος ἑνὸς περίπου μέτρου, τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐν ξυλογλυπτικῇ· ὅπερ σημειωθήτω ὅτι καίτοι μέχρι σήμερον παρῆλθον δώδεκα ἔτη καὶ ἀκόμη δὲν ἔληξεν! -Πῶς, ἠρώτησα, θὰ ἐξεύρητε ἀναλογίας ὑπὸ κλίμακα; -Ἐξησφαλίσθησαν αὐταί, μοὶ ἀπαντᾶ ὁ Γερμανός· βάσιν ἔχομεν τὸν χάρτην τοῦ Αὐστριακοῦ Ἐπιτελείου. Ἐφωτογραφίσαμεν δὲ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀπὸ τῆς χερσονήσου τοῦ Ξέρξου μέχρι τοῦ Ἄθωνος, ἐκ διαφόρων σημείων, καὶ οὕτω θὰ ἐπιτύχωμεν τῇ βοηθείᾳ καὶ ἄλλων βοηθημάτων ἅτινα ἔχομεν, θαυμασίας ἀναλογίας, καὶ ἀπόλυτον ἀκρίβειαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν πραγματικότητα. Θ’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ ἔργον ὄρη, βουνά, ῥεματιές, παραλίαι, Μοναστήρια, Σκῆται, Κελλία, μὲ ἀπόλυτον ἀκρίβειαν καὶ ἀναλογίαν.
Τῇ ἀληθείᾳ, γιγάντιον ἔργον! ἀλλ’ ἡ θαυμασία ἐπιτυχία τοῦ πρώτου, δίδει τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσει τις ὅτι καὶ τοῦτο θὰ ἐπιτύχει.
-Πόθεν κατάγεσαι, πάτερ Γερμανέ; -Ἐξ Εὐβοίας. -Ἄ, εἴμεθα καὶ συμπολῖται. –Ναί. Εἰς ἰδιαίτερον διαμέρισμά του βλέπω διάφορα φάρμακα. –Τί, ἔχεις καὶ φαρμακεῖον ἐδῶ; -Ἔχω ὀλίγας ἰατρικὰς γνώσεις. Οἱ ἐδῶ ἀσκηταί, μὴ ἔχοντες ἰατρόν, μὲ συμβουλεύονται καὶ τοῖς χορηγῶ φάρμακα καὶ οὕτω ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔγινα ἰατρός των χωρὶς νὰ τὸ θέλω, πολὺ δὲ περισσότερον, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώξω.
Ἀπεχαιρέτησα τὸν συμπολίτην μου Γερμανόν, καὶ τοὺς ἀδελφούς του, οἵτινες, προσεφέρθησαν νὰ μὲ περιποιηθοῦν, καὶ εἰς οὓς εὐχαριστῶν, ἀπήντησα ὅτι ἔχω ὑποσχεθῆ εἰς τοὺς Ἰωσαφαίους, καὶ ὅτι εἰς νέαν μου ἐπίσκεψιν εἰς Καυσοκαλύβια, θὰ τοὺς εὐχαριστήσω δεχόμενος τὴν ξενείαν των, καὶ ἐξῆλθον τοῦ θαυμασίου ἐκείνου Κελλίου.
***
Κεφάλαιον ΛΑ΄.
Ὁ ἥλιος ἐπλησίαζε πρὸς τὴν δύσιν. Τὸ θέαμα ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν Καυσοκαλυβίων παρεῖχε μεγαλειῶδη ἄποψιν. Ἐδῶ, σκάλες μὲ πεπαλαιωμένα ἐκ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου σκαλοπάτια, καταλήγουσαι ὑψηλὰ εἰς ἓν Κελλίον. Ἐκεῖ, ἐπὶ ἀπροσίτων βράχων, ἄλλα Κελλία. Ἵνα σκαλισθῆ ἐπὶ τῶν βράχων ἐκείνων μία ἐξ ἐκείνων τῶν κλιμάκων, ὑπελόγισα ἀπήτει ἐργασίαν δύο γενεῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ πεντήκοντα καὶ πλέον ἐτῶν. Τί σημασία ἔχουν διὰ τὸν ἀσκητὴν τὰ ἔτη; Κάποτε θὰ τελειώσει τὸ ἔργον, ἂν ὄχι ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπὶ ἀνθρώπων τῆς δευτέρας ἢ καὶ τρίτης ἀκόμης γενεᾶς!
Ἔσπευσα καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν κεντρικὴν ἐκκλησίαν, ἐζήτησα καὶ αὖθις τὸν Δικαῖον, νὰ παρεκάλεσα νὰ μοῦ δείξει αὐτήν, καθόσον τὴν ἐπαύριον θὰ ἔφευγον λίαν πρωΐ. –Διατί δὲν κάθεσαι; -Διότι, ὅ,τι ἤθελον νὰ ἴδω εἶδον καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον. Ἡ ἐκκλησία των ἦτο παλαιά, βυζαντινοῦ ῥυθμοῦ, ἐζωγραφισμένη, ἀρκετὰ μεγάλη. Ἀφιερώματα καὶ ἐκεῖ ἐπὶ ἀφιερωμάτων καὶ κειμήλια ἐπὶ κειμηλίων. Παρεκάλεσα ἐν τέλει τὸν Δικαῖον νὰ μὲ ὁδηγήσει εἰς Κελλίον οὐχὶ τρόπον τινὰ τῆς ἀριστοκρατίας ἀλλὰ πτωχικὸν τοιοῦτον.
Ἠννόησεν ὁ Δικαῖος τὶ ἤθελον καὶ ὁδηγεῖ εἰς ἓν τοιοῦτον μικρὸν ἰσόγειον. Παρατηρῶ ἐν αὐτῷ δύο γέροντας καὶ ἕνα νέον ἀσκητάς, οἵτινες μὲ ὑπεδέχθησαν. Ἀπόλυτος τάξις ἐπεκράτει ἐν τῷ Κελλίῳ ἐκείνῳ καὶ καθαριότης. Εἶδον δὲ τοὺς ἀσκητὰς ἀσχολουμένους νὰ κατασκευάζωσι κοχλιάρια ἐκ ξύλου ἢ πετόνια, μὲ ἐπιγραφὰς μερικά· Ἀνδριανός, Ἄνθιμος, κ.λ.π. Τοὺς ἠρώτησα πῶς ζοῦν, καὶ μοῦ ἀπήντησαν, ὅτι ἐκ τῆς κατασκευῆς εἰδῶν ξυλογλυπτικῆς, ἐκτελοῦν παραγγελίας μοναχῶν ἐν ταῖς Μοναῖς, ἰδιωτῶν καὶ διαφόρων ἄλλων, ὧν γράφουσιν ἢ μᾶλλον σκανίζουσι τὰ ὀνόματα ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἅτινα παρήγγειλαν οὗτοι, ὅταν τὸ ζητήσωσι.
Ἐκεῖθεν, μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον παρακείμενον Κελλίον, μοῦ ἔδειξαν ἐκεῖ ἐσκαλισμένας εἰκόνας τῆς Παναγίας καὶ Ἁγίων εἰς μέγεθος δέκα πόντων πλάτους καὶ δώδεκα μήκους· ἀλλὰ μετὰ τοσαύτης τέχνης καὶ ἀκριβείας καὶ ἀναλογίας, ὥστε νὰ σκεφθῶ ὅτι ζωγράφος μὲ χρωστῆρα ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχει τὴν ἁρμονίαν ἐκείνην χαρακτήρων. Ἐθαύμαζα δὲ πῶς ἀπεδόθησαν ἐν ξυλογλυπτικῷ ἔργῳ.
Ἐπανῆλθον εἶτα εἰς τὸν οἶκον τῶν Ἰωσαφαίων, ἀφοῦ ηὐχαρίστησα τὸν Δικαῖον, διὰ τοὺς κόπους εἰς οὓς ὑπεβλήθη χάριν ἐμοῦ.
Οἱ Ἰωσαφαῖοι μὲ ἐπεριποιήθησαν λαμπρᾶ. Μοῦ παρέθηκαν ἰχθῦς καὶ οἶνον ἀπὸ κληματαριὲς καὶ ἐδῶ. –Θὰ μοὶ δώσητε αὔριον πρωΐ, ἕνα ὑπηρέτην σας νὰ μὲ ὁδηγήσει εἰς τὴν ὥραν σχεδὸν ἀπέχουσαν ἐντεῦθεν Σκήτην τοῦ Προδρόμου; -Εὐχαρίστως, λυπούμεθα δέ, διότι δὲν ἐπιτρέπει τὸ ἄβατον τοῦ μέρους καὶ κρημνῶδες νὰ σοῦ δώσωμεν καὶ ζῶον νὰ μεταβῆς ἔφιππος. Μετὰ τὸ φαγητὸν ἐκοιμήθην εἰς κλίνην καθαρωτάτην ὕπονον βαθὺν καὶ ἀναπαυτικώτατον, καθόσον τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἶχον ὑπερβολικὰ κουρασθῆ ἀπὸ τῆς Ἁγίας Ἄννης μέχρις ἐκεῖ.
Τὴν ἑπομένην ἠγέρθην, μόλις ἐξημέρωσεν, ἔλαβον ἕνα καφέ, ηὐχαρίστησα καὶ ἀπεχαιρέτησα τοὺς ἀδελφοὺς Ἰωσαφαίους καὶ ὁδηγούμενος παρὰ ὑπηρέτου των, ἐτράπην πρὸς τὴν Σκήτην τοῦ Προδρόμου, ἥτις ὡς γνωστὸν εἶναι Ῥουμανική.
***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαια ΚΗ-ΚΘ΄. Εἰς τὴν Μικρὰν Ἔρημον.

Κεφάλαιον ΚΗ΄. Εἰς τὴν Μικρὰν Ἔρημον.
Ὁ Γαβριήλ, παρέλαβε κάποιον γείτονά του ἀσκητήν, διατελοῦντα εἰς στενὰς σχέσεις μετὰ τῶν ἀσκητῶν τῆς Μικρᾶς Ἐρήμου· καὶ οὕτω καὶ οἱ τρεῖς ἀπήλθομεν ἐκεῖ, συμπαραλαβόντες μεθ’ ἡμῶν καὶ σκιάδες διὰ τὸν ἥλιον, ὅστις ἦτο ἀρκετὰ καυστικὸς ἐν τῷ μέσῳ τῶν βράχων τῶν ὑπωρειῶν τοῦ Ἄθωνος.
Ἐβαδίσαμε ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐπὶ ὁδοῦ ἀνωφεροῦς καὶ βραχώδους καὶ λίαν ἀνωμάλου καὶ ἐστάθημεν ν’ ἀναπνεύσωμεν εἰς μέρος, ἐξ οὗ ἐφαίνετο ἡ θάλασσα· ἡ δὲ Ἁγία Ἄννα, μὲ τὰ διάφορα σποραδικῶς κείμενα Κελλία της ἐπὶ τοῦ πρὸς τὸν Ἄθωνα πρανοῦς, παρεῖχε θέαμα μαγευτικόν.
Ἐξακολουθήσαμεν εἶτα τὸν δρόμον μας καὶ μετὰ πορείαν ἑτέρας ἡμισείας ὥρας, ἐφθάσαμεν εἰς τὰ ὅρια τῆς Μικρᾶς Ἐρήμου, εἰς ἣν καὶ ἐπροχωρήσαμεν. Μετὰ δύο λεπτά, μοῦ λέγει ὁ συνοδός μου γείτων τοῦ Γαβριὴλ Κάρτσωνα: -Ἐδῶ τὰ Κελλία δὲν εἶναι συγκεντρωμένα, ἄλλα εἶναι δεξιὰ καὶ ἄλλα εἶναι ἀριστερά ἄλλα κάτω καὶ ἄλλα ἔπάνω. Θὰ μεταβῶμεν ἐδῶ σὲ κάποιοθ γνωστοῦ μου καὶ μὲ ἕνα-δύο Κελλία, τὰ ὁποῖα θὰ ἴδης θὰ σχηματίσεις τὴν γνώμην ἣν θέλεις, περὶ τοῦ βίου τῶν ἐδῶ ἀσκητῶν. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς ῥεῦμα πρὸς τὰ κάτω, ἠκολουθήσαμεν δὲ ἡμεῖς αὐτόν.
-Ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα, προσθέτει οὗτος, καὶ ἀσκηταί, οἱ ὁποῖοι δὲν τρώγωσιν οὔτε ἄρτον, ἀλλὰ βρασμένα χόρτα· καὶ μοὶ ὑπέδειξεν τὸ μέρος ἔνθα μένουσιν οὗτοι. Ἀλλὰ ἐκεῖ εἶναι δύσκολον νὰ μεταβῆτε, καθόσον τὰ σπήλαια, εἰς ἃ μένουν δὲν συγκοινωνοῦν δι’ ὁδοῦ, ἀλλὰ μὲ κλίμακας ἐκ σχοινίου. Ἡ μετάβασις εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος, καθόσον ἂν πέσει τις τῆς κλίμακος, θὰ εὑρεθῆ πίπτων εἰς χάος.
***

Κεφάλαιον ΚΘ΄.
Μετὰ πορείαν πρὸς τὰ κάτω ἐντὸς τοῦ ῥεύματος δέκα λεπτῶν, εὑρέθημεν πρὸ νεότευκτου Κελλίου κατάλευκου ἐκ δύο ὁρόφων, γνωστοῦ τοῦ μεθ’ ἡμῶν γείτονος τοῦ Γαβριὴλ Κάρτσωνα, καὶ ἐπροχωρήσαμεν πρὸς τὴν εἴσοδον.
Εἶδον ἐκεῖ δύο γέροντας κατάλευκους ἀσκητάς, καὶ παρ’ αὐτοῖς νέον εἰκοσιπενταετῆ περίπου τοιοῦτον, ἔχοντας ἐναποτεθημένα κουκιὰ εἰς τὸν ἥλιον καὶ καθαρίζοντας αὐτά.
-Χαίρετε, λέγουσιν οἱ συνοδοί μου καὶ ἐπροχώρησαν εἰς τὰ ἐντὸς τοῦ Κελλίου, ἀνελθόντες εἰς μικρὰν ξύλινην κλίμακα, ἠκολούθησα δὲ καὶ ἐγώ.
Ἡ πρὸς βοῤῥᾶν αἴθουσα τοῦ Κελλίου, ἥτις καὶ μεγαλυτέρα, ἦτο ἐκκλησία (ὡς συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κελλία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μηδὲ τῶν Καρυῶν ἐξαιρουμένων). Οἱ συνοδοί μου μετέβημεν κατ’ εὐθείαν εἰς αὐτήν, καὶ ἐκεῖ ἔψαλον τὸ τροπάριον τοῦ Ἁγίου ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐτιμᾶτο ἡ ἐκκλησία.
Παρηκολούθησαν ἐκεῖ καὶ οἱ τρεῖς ἀσκηταὶ καὶ μετὰ τὸ τροπάριον ἐξήλθομεν τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐπηκολούθησαν αἱ τῆς ὑποδοχῆς φιλοφρονήσεις.
Ἡ συνήθεια αὕτη, νὰ ψάληται παρὰ τῶν ἐπισκεπτῶν τὸ τροπάριον τοῦ Ἁγίου τῆς ἐκκλησίας τῶν πρὸς οὓς ἡ ἐπίσκεψις, εἶναι γενική, παρὰ τοῖς ἀσκηταῖς ἰδίᾳ.
-Πῶς ἕως ἐδῶ;, ἠρώτησαν οἱ γέροντες τοῦ Κελλίου.
-Μᾶς παρεκάλεσεν ὁ ἀστυνόμος νὰ τὸν συνοδεύσωμεν νὰ γνωρίσει καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως σχηματίσει γνώμην περὶ τοῦ βίου σας καὶ τὸν συνοδεύσαμεν. -Ὁρίστε, καθῖστε, μᾶς εἶπον καὶ ἐκαθήσαμεν ἐπὶ τριῶν τεσσάρων μπαούλων ὑπαρχόντων ἐκεῖ.
Ἐδῶ καφὲς πλέον δὲν ὑπάρρχει, οὔτε γλυκό, ἵνα μᾶς κεράσωσι. Ἐκομίσθη δὲ ὑπὸ τοῦ νέου ἀσκητοῦ δίσκος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον τεμάχια ζαχάρεως καραμέλας, ἀλλ’ οὐχὶ ὁλόκληρα ἀλλὰ κομμένα εἰς τέσσαρα ἑκάστη, ἐντὸς ἑνὸς μικροῦ πιάτου μὲ ποτήρια καθαρότατου ὕδατος.
Ἔλαβον ἓν ἐξ αὐτῶν καὶ ἓν ποτήριον ὕδατος, ὡς καὶ οἱ συνοδοί μου καὶ τοῦτο ἦτο τὸ τραταμέντο.
-Πεινᾶτε;, μᾶς λέγει ὁ γέρων ἐπὶ κεφαλῆς τῆς συνοδείας τοῦ Κελλιοῦ. –Ναί, τοῦ λέγου καὶ προσεκομίσθη σοφρᾶς μὲ βρεγμένα τεμάχια παξιμαδίου, κατασκευῆς τῶν ἰδίων. -Ἐὰν θὰ μείνετε, νὰ μαγειρεύσωμεν κουκιά, μοῦ λέγει ὁ γέρων.
-Ὄχι, τοῡ λέγω, θᾶ φύγωμεν. Θὰ λάβωμεν ὀλίγον ἄρτον ἐπειδὴ εἶναι μεσημβρία ἤδη καὶ κατόπιν θ’ ἀπέλθωμεν.
Τὸ Κελλὶ ἐκεῖνο, ἴσως τὸ καλλίτερον τοῦ ἐκεῖ τόπου, ἀπετέλει τρόπον τινὰ τὴν ἀριστοκρατίαν τῶν ἐκεῖ ἀσκητῶν. Τὸ νὰ μᾶς κεράσωσι ζάχαριν, νὰ φάγωμεν παξιμάδι καὶ μάλιστα νὰ προσφερθοῦν νὰ βράσουν κουκιά, ἦτο πάρα πολύ. Διαρκοῦντος τοῦ γεύματός μας, ἠρώτησα τὸν γέροντα περὶ τοῦ βίου των καὶ μοῦ εἶπεν. Ἐκτὸς ὀλίγων ὠρῶν καθ’ ἃς κοιμῶνται δέονται κατὰ τὰς ἄλλας ὥρας διαρκῶς τῷ Ὑψίστῳ, ὅτι αὐτὸν θεωρῶσι προορισμὸν τοῦ ἀνθρώπου, ὄτι τρώγουσι διαρκῶς κουκιά, φασόλια καὶ λοιπὰ ὄσπρια καὶ χότα νερόβραστα καὶ παξιμάδι, οὐδέποτε μεταχειρίζονται ἔλαιον εἰς τὰ φαγητά των!
Κατὰ δὲ τὰς ἐλαχίστας ὥρας τῆς σχολῆς των ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ξυλογλυπτικήν, καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν κοχλιαρίων, σφραγιδίων καὶ ἄλλων εἰδῶν ξυλογλυπτικῆς, ὅτι τὰ αὐτὰ πράττουσι καὶ εἰς τὰ πέριξ Κελλία, εἴς τινα τῶν ὁποίων καὶ ζωγραφίζουσι, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι ἐκεῖ ἀσκηταί, ἀκόμη αὐστηρότερον ζῶντες καὶ μᾶς ὡμίλησε περὶ ὧν καὶ ὁ ἐξ Ἁγίας Ἄννης συνοδός μου προηγουμένως. Ὑπολογίζων ὅτι ἀρκετὰ ἔλαβον γνῶσιν τοῦ βίου τῶν ἀσκητῶν τῆς Μικρᾶς Ἐρήμου, μετὰ τὸ λιτὸν γεῦμά μας, ηὐχαρίστησα θερμῶς τοὺς ἐξ Ἁγίας Ἄννης συνοδούς μου, διὰ τὸν κόπον, ὃν ἔλαβον νὰ μὲ ὁδηγήσωσιν ἕως ἐκεῖ, τοῖς συνέστησα νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς Ἁγίαν Ἄννα, ὡς καὶ τοὺς γέροντας τοῦ Κελλίου, ὅπερ μᾶς ἐφιλοξένησεν, ὡς τοῖς ἦτο δυνατὸν καλλίτερον. Παρεκάλεσα δὲ αὐτοὺς νὰ μοὶ δώσωσι ὡς ὁδηγὸν μέχρι τῆς κάτωθι θαλάσσης τὸν ὑποτακτικόν των, ὅπερ ἐδέχθησαν οὗτοι, τοὺς ἀπεχαιρέτησα καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ καὶ κατῆλθον μετὰ τοῦ νέου ἀσκητοῦ πρὸς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν μετὰ πορείαν ἡμισείας ὥρας. Ὁ νέος ἀσκητὴς μοὶ ἔλεγε καθ’ ὁδόν: -Θὰ ἔχεις μισθὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς διὰ τοὺς κόπους σου, εἰς οὓς ὑποβάλλεσαι τρέχων ἀνὰ τὰς Σκήτας καὶ τὰς Μονάς.
Ηὐχαρίστησα καὶ τοῦτον καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν ἀναμένουσαν λέμβον, διηυθύνθην πρὸς τὰ Καυσοκαλύβια, ὅπου ἔφθασα μετὰ κωπηλασία τριῶν τετάρτων καὶ ἀπεβιβάσθην εἰς τὴν παραλίαν.

***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαια ΚΣΤ-ΚΖ΄. Εἰς τὴν Σκήτην τῆς Ἁγίας Ἄννης

Κεφάλαιον ΚΣΤ΄. Εἰς τὴν Ἁγία Ἄννα
Ἐξ ὅσων μέχρι τότε εἶδον Μονῶν, ἐσχημάτισα ἀρκετὰ καλὴν καὶ πλήρη γνώμην περὶ τοῦ βίου αὐτῶν, τῆς διοικήσεώς των, τῶν προσόντων ἢ καὶ τῶν ἐλαττωμάτων τῶν μοναχῶν τῶν ἐν ταῖς Μοναῖς καὶ ὑπελόγισα ἐκ τῶν ὑπολοίπων ἑπτὰ δὲν θὰ εἶχον νὰ ἴδω τι πλειότερον καὶ ἄφησα νὰ ἐπισκεφθῶ ταύτας προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ κατὰ τὰς παρουσιαζομένας περιστάσεις καὶ ἀνάγκας. Ἐπειδὴ δὲ εἰσέτι δὲν εἶχον ἐπισκεφθῆ μεμακρυσμένην τινὰ Σκήτην καὶ δὲν ἐγνώρισα ἀκόμη τὸν βίον τῶν ἀσκητῶν, μοῦ ἐγεννήθη ἡ περιέργεια νὰ ἐπισκεφθῶ τὰς τοιαύτας τῆς Ἁγίας Ἄννης, Καυσοκαλυβίων καὶ τῆς Μικρᾶς Ἐρήμου περιφερείας Λαύρας, πάσας ὁπόθεν εἶχαν προσκλήσεις.
Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν μοναχῶν τῶν Μονῶν καὶ τῶν τῆς Σκήτης εἶναι μεγάλη, διότι ὁ μοναχὸς τῆς Μονῆς ζεῖ ἐκ τῆς Μονῆς του καὶ διὰ τὴν Μονήν του· ἐν ᾧ ὁ ἀσκητὴς ζεῖ ἐκ τῆς ἐργασίας του καὶ μόνης ταύτης.
Ἡ Σκήτη περιουσία δὲν ἔχει. Ἡ ζωγραφική, ἡ ξυλογλυπτική, καλλιεργεῖται εἰς τὰς Σκήτας καὶ μόνον εἰς αὐτάς. Ὁ θρησκευτικὸς βίος τῶν μὲν μοναστηριακῶν μοναχῶν εἶναι ὀλιγώτερον αὐστηρός, τῶν δὲ ἀσκητῶν εἶναι αὐστηρότατος.
Ἐκ τῶν λόγων τούτων μοὶ ἐγεννήθη ἡ περιέργεια νὰ ἴδω καὶ σπουδάσω τὰς ἄνω Σκήτας, αἵτινες, μεμακρυσμέναι οὖσαι, δὲν ὑφίστανται τὴν ἐπίῤῥοιαν τοῦ βίου τῶν μοναχῶν τῶν Μονῶν, ἵνα ἐκ τῶν πραγμάτων σχηματίσω γνώμην περὶ αὐτῶν καὶ τοῦ ἐν αὐταῖς βίου τῶν ἀσκητῶν.
Μετὰ παραμονὴ 4-5 ἡμερῶν ἐν Καρυαῖς, κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου πλέον, κατέρχομαι εἰς Δάφνην καὶ ἐπιβιβάζομαι λέμβου, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες καθημερινῶς ἐκτελοῦσι τὴν συγκοινωνίαν· τὴν μὲν πρωΐαν ἐρχόμεναι μὲ ἐπιβάτας, τὴν δὲ ἑσπέραν ἐπανερχόμεναι εἰς τὰ ἴδια, συναποκομίζουσαι τοὺς τυχὸν ὑπάρχοντας τοιούτους.
Μετὰ λεμβοδρομίαν δύο ὡρῶν, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν παραλίαν τῆς Ἁγίας Ἄννης. Τὰ Κελλία τῆς Σκήτης εἰσὶν ῥυθμικῶς ἐπὶ τοῦ πρανοῦς τοῦ πρὸς τὸν Ἄθωνα. Ἠρώτησα ποῦ εὑρίσκεται τὸ σπίτι τῶν ἀσκητῶν ἀδελφῶν Κάρτσωνα, καὶ μοῦ τὸ ἔδειξαν εἴς τινα ἀπόστασιν ἐπὶ τοῦ πρανοῦς.
Ἤρχισα ἀναβαίνων καὶ μετὰ εἴκοσι λεπτὰ περίπου εὑρισκόμην πρὸ τοῦ ὡραίου Κελλίου αὐτῶν. Οἱ ἀδελφοὶ Κάρτσωνα, ζωγτάφοι ἀσκηταί, κάποτε μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὑποβάλω αἴτησιν νὰ ἐξαιρεθῆ ὡς στρατιώτης, ὁ ἕτερος ἀδελφός των, ὡς μοναχός. Ὑπέβαλα ταύτην ὅπου ἔδει, ὡς ἄλλως εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ πράξω, καὶ ἐξηρέθη καὶ ἔκτοτε ἦσαν ὑποχρεωμένοι μαζί μου.
Μὲ ἐδέχθησαν οὗτοι φιλοφρονέστατα, μὲ ὡδήγησαν εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ διωρόφου Κελλίου των, μοὶ προσέφεραν καφὲ καὶ γλυκά (βλέπετε ὅτι καὶ ἐν τῇ Σκήτῃ τῆς Ἁγίας Ἄννης εὑρίσκει τις καφὲ καὶ γλυκά), καὶ ἐπειδὴ ἐπλησίαζεν ἤδη τὸ ἑσπέρας, μὲ ἠρώτησαν τί ἤθελον νά μοι παρασκευάσουν διὰ τὸ δεῖπνον. Εἶπον δὲ εἰς αὐτούς, ἐπειδὴ ὡς ἀσκηταὶ οὗτοι δὲν τρώγωσι κρέας, νὰ ἐπρομηθεύοντο ὀλίγους ἰχθῦς, οὓς καὶ ἐπρομηθεύθησαν, μεταβάντος τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ εἰς τὴν θάλασσαν πρὂς τοῦτο.
Τοὺς παρεκάλεσα νὰ μοὶ δείξωσι πῶς ζωγραφίζωσι καὶ μὲ ὡδήγησαν εἰς τὸν θάλαμον τῆς ζωγραφικῆς, δηλαδὴ τὸ ἀτελιέ των, ὅπου εἶδον ἀρκετὰ ἡμιτελῆ ἔργα. Μοῦ ἔδειξαν πῶς τὸ πρῶτον διὰ μολύβδου σχεδιάζουσιν εἰκόνα, πῶς γίνεται ὁ πρῶτος χρωματισμός, πῶς ὁ δεύτερος καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς μέχρι τοῦ ἑβδόμου, μέχρις οὗ τελειώνει τὸ ἔργον.
Πρὸ καιροῦ, ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς Γαβριήλ, μοῦ εἶχε ζητήσει μίαν φωτογραφίαν μου, ἵνα μεγεθύνωσιν αὐτὴν καὶ μοῦ κάμωσι τὴν εἰκόνα μου διὰ ζωγραφικῆς. Τοὺς ἠρώτησα ἂν εἶχον τελειώσει καὶ μοῦ τὴν ἔφεραν.
Εἶχον ἐπιτύχει, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον καὶ εἶχον θέσει οὐχι τοὺς καταλλήλους χρωματισμούς, πρὸς παράστασιν τῆς στολῆς. Τοὺς ὑπέδειξα τοὺς κεκανονισμένους τοιούτους, καὶ ὑπεσχέθησαν κατὰ τοὺς ὑπολοιπομένους χρωματισμούς, νὰ θέσωσι τοὺς οὓς ἐγὼ ὑπέδειξα.
***
Κεφάλαιον ΚΖ΄.
Ἐπανήλθομεν εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ὑποδοχῆς καὶ ἠρώτησα τούτους ἐὰν ἐν τῇ Σκήτῃ γίνεται θαῦμά τι καὶ μοῦ ἀπήντησαν τὰ ἑξῆς: 1) Εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἐν τῇ κεντρικῇ τῶν ἐκκλησίᾳ εὑρισκομένην, ἐσυνήθιζον καὶ ἐπέθετον νομίσματα ἐκ μετάλλου· καὶ ἐὰν τὸ ζήτημα, δι’ ὃ ἐνδιεφέρετό τις, θὰ ἐπετύγχανε τὸ νόμισμα ἵστατο, ἐὰν δὲ οὐχὶ ἔπιπτε· καὶ 2) ἐὰν ὕπανδρος γυνὴ ἦτο στεῖρα, ἠδύνατο νὰ ἀποτανθῆ δι’ ἐπιστολῆς της πρὸς τὸν Δικαῖον τῆς Σκήτης, ὅστις διὰ δεήσεων ἐντὸς ἐλαχίστου θὰ τὴν καθίστα ἱκανὴν νὰ τεκνοποιήσει καὶ θὰ τῆς ἔγραφε περὶ τούτου ὁ Δικαῖος.
Περὶ τοῦ πρώτου, ἐπεφυλάχθην τὴν ἑπομένην, ὅτε θὰ παρηκολούθουν τὴν Λειτουργίαν, νὰ δοκιμάσω. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον, δὲν μοῦ παρουσιάσθη εὐκαιρία νὰ κάμω χρῆσιν.
Ἐν τῷ μεταξύ, ἐπελθούσης .ἤδη τῆς νυκτός, ἡτοιμάσθη τὸ δεῖπνον καὶ παρεκαθήσαμεν εἰς τὴν τράπεζαν· καὶ ἡ αὐτὴ πρὸ τοῦ φαγητοῦ προσευχή, ἣν ὄρθιοι ἠκούσαμεν, καὶ μετὰ ταύτην τὸ ἀπαραίτητον «καλῶς ὥρισες».
Οἱ ἀδελφοὶ Κάρτσωνα, μὲ ἐπεριποιήθησαν τῇ ἀληθείᾳ θαυμάσια, παραθέσαντές μοι καὶ ὡραῖον μέλανα οἶνον. Τοὺς ἠρώτησα ἐὰν εἶχον ἀμπέλους καὶ μοῦ ἀπήντησαν ὅτι εἶχον ὀλίγας κληματαριάς, ἐξ ὧν ἐξήγαγον ὀλίγον οἶνον δι’ ἄναμα καὶ ἐξ αὐτοῦ μοὶ προσέφερον.
Ἐκοιμήθην εἰς καθαρωτάτην κλίνην καὶ τὴν ἑπομένην, πρωΐ, μετέβην εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Δὲν ὑπῆρχεν ἐν αὐτῇ ἱερομόναχος νὰ λειτουργήσει. Φαίνεται, οἱ τεμπέληδες ἀσκητὲς ἐβαρύνοντο. Ἐπὶ τέλους ἦλθε κάποιος μὲ παντόφλες καὶ ἐλειτούργησε, συντομεύσας κατὰ πολὺ τὴν λειτουργίαν.
Εἶδον τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἀλλ’ ἐκ πρώτης ὄψεως παρετήρησα ὅτι τὰ πεπαλαιωμένα χρώματά της ἐκ τοῦ κηροῦ καὶ τῶν θυμιαμάτων εἶχον ὑγράνη κάπως τὴν ἐπιφάνειαν τῆς εἰκόνος καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ κολλήσει ἢ μὴ νόμισμα ἀναλόγως τοῦ μέρους ἔνθα θὰ ἐτίθετο τοῦτο καὶ παρητήθην τῆς ἰδέας νὰ δοκιμάσω.
Ἐξῆλθον προσκυνήσς τῆς ἐκκλησίας καὶ μετέβην νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν Πνευματικόν, ὅστις εἶχε παρακινήσει τὸν Ἡγούμενο τῆς Γρηγορίου νὰ δεχθῆ τὴν ἡγουμενίαν. Τὸν ἐγνώρισα, εἶδον ὅτι εἶχον νὰ κάμω μὲ ἄνδρα ἐνάρετον μέν, ἀλλ’ ὄχι ἀνάλογον τῆς φήμης του. Τὸν ἠρώτησα πῶς καὶ τὶ εἶδεν, ὥστε νὰ παρακινήσει τὸν παπα-Γιώργην νὰ γίνει Ἡγούμενος. Ἀπήντησεν δὲ καὶ εἰς ἐμὲ ὅτι εἶδέ τι πολὺ σοβαρόν, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐπετρέπετο νὰ εἴπει τὸ τὶ εἶδε καὶ ἱκανοποιήσει τὴν περιέργειά μου.
Τὸν ἀπεχαιρέτησα μετὰ σεβασμοῦ καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὸ Κελλίον τῶν ἀδελφῶν Κάρτσωνα. Ἔλαβον τὸν καφέ μου ἐκεῖ καὶ εἰς ἐρώτησιν αὐτῶν, τὶ ἐπροτίμων νὰ φάγω τὴν μεσημβρίαν, τοὺς εἶπον: -Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σκέπτεσθε περὶ φαγητοῦ, διότι θὰ φύγω. Θὰ σᾶς παρακαλέσω μόνον, ὁ ἕτερος ὑμῶν νὰ μὲ ἀκολουθήσει μέχρι τῆς Σκήτης τῆς Μικρᾶς Ἐρήμου, ἵνα ἴδω καὶ αὐτὴν καὶ ἀντιληφθῶ τὴν ζωὴ τῶν ἐκεῖ ἀσκητῶν. Ἀποσταλῆ δὲ εἰς τὴν παραλίαν ἄνθρωπος νὰ ἐιδοποιήσει τὴν λεμβοῦχον νὰ ἔλθει εἰς τὴν ἐκεῖ παραλίαν, ἵνα ἐκεῖθεν μὲ φέρει μετὰ ταῦτα εἰς τὴν Σκήτη Καυσοκαλυβίων, ὅπου θὰ διανυκτερεύσω τὸ ἑσπέρας. –Εὐχαρίστως, ἀπήντησαν οὗτοι καὶ ἡτοιμάσθη ὁ μεγαλύτερος, Γαβριήλ, νὰ μὲ συνοδεύσει· ὁ δὲ μικρότερος κατῆλθεν εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ εἰδοποιήσει τὸν λεμβοῦχον.
***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαια ΚΔ΄-ΚΕ΄. Εἰς τὸ δάσος τῆς Μονῆς Γρηγορίου.

Κεφάλαιον ΚΔ΄. Εἰς τὸ δάσος τῆς Μονῆς Γρηγορίου.
Ἐκοιμήθην μέχρι τῆς πρωΐας καὶ μετέβην εἰς τὴν λειτουργίαν. Παρηκολούθησα μέχρι πέρατος αὐτήν· ἦτο ὡρισμένον τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ μεταλάβωσι οἱ μοναχοί.
Παρηκολούθησα τὴν ὡραίαν ἐκείνην τελετήν, ηὐφράνθη δὲ ἡ καρδία μου νὰ βλέπω νὰ προσέρχονται μετὰ πάσης εὐλαβείας, γέροντες πολιοὶ μοναχοὶ νὰ κοινωνῶσι, ψαλλομένου: «Τοῦ Δείπνου Σου τοῦ μυστικοῦ».
Μετὰ τὴν λειτουργίαν καὶ τελετὴν τῆς μεταλήψεως, παρετηρήσαμεν μετὰ τοῦ Βαρλαὰμ τὴν ἐκκλησίαν. Εἶναι καὶ αὕτη βυζαντινοῦ τύπου, ἐζωγραφισμένη, καὶ μὲ πλλὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ ἀφιερώματα.
Ἐκάμαμεν μίαν ἐπίσκεψιν εἰς τὰ διαμερίσματα τῆς Μονῆς, ἅτινα πάντα ἦσαν καθαρώτατα καὶ εὐπρεπισμένα. Μοῦ ἔδειξεν εἰς τὴν θύραν τῆς Μονῆς παλαιὰν σλαβικὴν ἐπιγραφήν, τὴν ὁποίαν ἐφρόντισε νὰ ἐξαφανίσει, ἵνα μή ποτε οἱ Σλάβοι ἐγείρωσιν ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς Μονῆς Γρηγορίου. Ἀντίληψις κατ’ ἐμεὲ στερουμένη καὶ τῆς ἐλαχίστης σχετικῆς πιθανότητος, καθόσον ἡ Μονὴ Γρηγορίου οὐδέποτε ὑπῆρξε σλαβική.
Ἐὰν κατὰ τὸν μεσαίωνα, ὅτε ἅπαντες ὑπελογίζοντο Χριστιανοί, ὑπὸ τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀνεξαρτήτων ἐὰν ἦσαν Ἕλληνες ἢ Σλάβοι, καὶ μὲ τὴν ἀντίληψιν ταύτην ἐκοινοβιάσθη Σλάβος τις πεπαιδευμένος ἐν τῇ Μονῇ Γρηγορίου, ὅστις ἔθετο τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην ἐκεῖ, δὲν ἔπεται ὅτι ἡ Μονὴ Γρηγορίου ὑπῆρξε ποτὲ σλαβική, ὥστε νὰ ἔχει βασιμότητα ὁ φόβος τοῦ Βαρλαάμ. Ἦτο ἤδη ἡ ἐννάτη πρωϊνὴ ὥρα, ἀφοῦ ἀπεχαιρέτησα τὸν Ἡγούμενον, παρεκάλεσα τὸν Βαρλαάμ, κατὰ τὸ ἀφ’ ἑσπέρας πρόγραμμά μας, νὰ φύγωμεν διὰ τὸ βουνόν. Λαβόντος δὲ τούτου τοὺς δύο καλλιτέρους τῆς Μονῆς ἡμιόνους, ἀνήλθομεν ἐπ’ αὐτῶν καὶ δι’ ἀτραπῶν ἐτράπημεν πρὸς αὐτό, βαίνοντες ἐπὶ κλίσεως μεγάλης. Μετὰ πορεῖαν ἡμισείας ὥρας παρετήρησα πολλὰς ἀνθρακίας.
-Εἶναι αὕται, μοῦ εἶπεν ὁ Βαρλαάμ, ἀνθρακοποιοῦ, ἀναλαβόντος ἐκ τῆς Μονῆς τὴν ἀνθρακοποιΐαν ἐπὶ ἐνοικίῳ.
Ἐπροχωρήσαμεν ἀκόμη καὶ ἐφθάσαμεν εἰς μέρος πολὺ ἀνωφερὲς ἐπὶ ἀτραποῦ, κάτωθεν τῆς ὁποίας ὑπῆρχε ῥεῦμα. Ἐγὼ προηγούμην καὶ εἵπετο ὁ Βαρλαάμ. Ἤμην ἀρκετὰ βαρύς, ὁ ἡμίονός μου μετὰ δυσκολίας μὲ ἀνεβίβαζεν. Αἴφνης εἰς μίαν στιγμήν, ὁ ἡμίονός μου ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν ὀπισθίων ποδῶν του· οἱ ἐμπρόσθιοι ἠγέρθησαν πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ ἀνετράπη. Εὐτυχῶς ἐγὼ ἔπεσα πρὸς τὰ ἀριστερὰ καὶ πρὸς τὸ μέσο μέρος τῆς ὁδοῦ, ὁ ἡμίονος ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, καὶ οὕτω οὔτε ὁ ἡμίονος ἐκυλίσθη εἰς τὸ ῥεῦμα. Ταῦτα εἰς διάστημα δευτερολέπτου. –Παναγία μου!, λέγει ὁ Βαρλαάμ, κατῆλθε τοῦ ἡμιόνου του, ἀντιληφθεὶς ὅτι δὲν ἔπαθα τίποτε, ἐγονυπέτησε καὶ προσηυχήθη. «Θαῦμα», λέγει καθ’ ἑαυτόν.
Μετὰ τὴν προσευχήν του μὲ ἠρώτησεν ἐὰν ἐκτύπησά που καὶ τοῦ εἶπα ὄχι. Ἐπαναλαμβάνει πρὸς ἐμὲ ὅτι πρόκειται περὶ θαύματος, καὶ ὅτι ἂν ἔπιπτον ἐντὸς τοῦ ῥεύματος, τὸ βάθος ἦτο μεγάλο καὶ θὰ ἐφονευόμην, κρημνιζόμενος ἐντὸς αὐτοῦ. Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι τὸ θαῦμά του δὲν ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὲ πείσει, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ πρόκειται περὶ ἁπλῆς συμπτῶσεως νὰ μὴν πέσω ἐντὸς τοῦ ῥεύματος· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκλείσει τὴν σύμπτωσιν, τὸ θαῦμά του δὲν εἶχεν καμίαν ἀξίαν.
Μοῦ ἔδωσε τὸν ἰδικόν του ἡμίονον νὰ ἱππεύσω καὶ οὗτος ἵππευσε ἐπὶ τοῦ πεσόντος ἰδικοῦ μου, καὶ μετὰ ἡμισείας ὥρας πορείαν, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, ὅπου δάση ἀπέραντα ἐκ καστανέας, ὀξῦας καὶ ἄλλων δένδρων.
***
Κεφάλαιον ΚΕ΄.
Ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκετο τὸ ὑδροπρίονον, εἰς ὃ εἰργάζετο Καταφυγιώτης ὑλοτόμος μὲ τοὺς ἀνθρώπους του. Τὸν ἐχαιρέτησεν ὁ Βαρλαάμ, καὶ κατόπιν ἐγώ, μᾶς προσέφερεν οὗτος καφέ, ὃν ἐν τῷ δάσει εὗρον γευστικώτατον.
Ἠρώτησε τοῦτον ὁ Βαρλαάμ, περὶ τῆς προόδου τῆς ἐργασίας του καὶ τοῦ ποσοῦ τῶων σανίδων, ἃς εἶχεν οὗτος παραγάγει, λέγων συνάμα αὐτῷ προεπώλησε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ εἰς μεγάλην τιμήν, εἰς τὴν τιμὴν 2.35, τιμὴ μυθώδης τότε διὰ μίαν σανίδαν. Ἀλλ’ ἐπέτυχεν αὐτήν, καθόσον ἤρξαντο τότε τὰ συμμαχικκὰ ἔργα καὶ ἡ ξυλεία εἶχεν μεγάλην ζήτησιν· εὗρε δὲ καὶ δύο ἐνδιαφερομένους νὰ ἀγοράσουν τὰς σανίδας των καὶ ἐντέχνως ὁ Βαρλαάμ τοὺς ἔφερεν εἰς ὑπερθεματισμόν, εἰς ὃν ὁ ἕτερος αὐτῶν ἔφθασε τὰς δραχμὰς 2.35 δι’ ἑκάστην σανίδα.
Ἡ θέα ἐκεῖθεν ἦτο ἐκτάκτως ὡραία, ἐκ τοῦ ἀπεράντου ἔβλεπέ τις τὴν θάλασσαν, κάτωθεν τὰ καταπράσινα πέριξ τοπῖα, καὶ ἄφθονα ῥέοντα ὕδατα, δυνάμει τῶν ὁποίων εἰργάζετο τὸ πριόνιον.
Ἐν τῷ μέσῳ τῆς μαγείας ἐκείνης ἐφάγαμεν καθήμενοι ἐπὶ τῆς χλόης καὶ ἔχοντες συνδαιτυμόνα τὸν Καταφυγιώτην ὑλοτόμον. Διήλθομεν ἐκεῖ δύο-τρεῖς ὥρας εὐχαρίστως. Περὶ ὥραν τρίτη λέγων εἰς τὸν πατέρα Βαρλαάμ: -Αἱ Καρυαί, ἀπέχουσιν ἐντεύθεν δύο ὥρας. Μόλις μοῦ δίδεται καιρὸς νὰ φθάσω πρὶν νυκτώσει. Τὸν ηὐχαρίστησα διὰ τὰς περιποιήσεις του καὶ τὴν καλὴν συντροφιάν του καὶ ἀπῆλθον, καθ’ ὃν χρόνον καὶ οὗτος ἐξ ἀντιθέτου, κατήρχετο εἰς τὴν Μονήν του.
Βαδίζων ἐν μέσῳ δασῶν καὶ καταφύτων ἐκτάσεων ἐπὶ ὁδοῦ κατὰ τὸ μᾶλλον  καὶ ἦττον ὁμαλῆς, ἀφίχθην περὶ ὥραν 5 μ.μ. εἰς Καρυάς.

***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαια ΚΒ-ΚΓ. Εἰς τὴν Μονὴν Γρηγορίου.

Κεφάλαιον ΚΒ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Γρηγορίου.
Ἡ Μονὴ Γρηγορίου κεῖται ἐπὶ βράχων παρὰ τὴν παραλίαν. Εἶναι Μονὴ μικρά, ἀλλὰ ἡ νοικοκυρεμένη καὶ σώφρων διοίκησίς της τὴν ἔχει καταστήσει εὔπορον. Οἱ ἐκεῖ μοναχοί, κατάγονται πάντες ἐκ Πελοποννήσου. Πέραν τοῦ Ἰσθμοῦ πρέπει νὰ εἶναί τις διὰ νὰ γίνει δεκτὸς ἐν αὐτῇ. Πάντες εὐσεβεῖς, σώφρονες καὶ καλοὶ μοναχοί, ὡς παρετήρησα. Μόλις εἰσῆλθον, ἐζήτησα τὸν Βαρλαάμ, ὅστις ἐλθὼν πρός με μοὶ λέγει: -Πώς; Δὲν ἔμεινες ἀπόψε, ὡς ὑπελόγιζες, εἰς τοῦ Ξηροποτάμου;
-Ὄχι, ἀπαντῶ, διότι ἐπὶ δύο ὥρας παραμένων ἐκεῖ, δὲν ἦλθε κανεὶς ἐκ τῶν ἀνεπτυγμένων μοναχῶν νὰ μὲ ἐπισκεφθῆ, ἀλλ’ οὔτε κὰν μὲ ἐκάλεσέ τις νὰ μεταβῶ ἐγω παρ’ αὐτῷ, καὶ συνεπῶς, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μείνω τὸ ἑσπέρας συζητῶν μὲ τοὺς τοίχους. Ἔφυγα καὶ σοῦ ἀριβάρησα.
-Περίεργον, λέγει οὗτος, εἶναι καλοὶ οἱ Ξηροποταμινοί, κάποια παρεξήγησις θὰ συνέβη. –Δὲν εἶχον γνωριμίας μετ’ αὐτῶν οὔτε προηγούμενόν τι, ὥστε νὰ ὑπάρξει παρεξήγησις. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι μὲ μποϋκοτάρισαν ἀγρίως. Ἀλλ’ ἔχε ὑπ’ ὄψει σου ὅτι δὲν ἔχω παράπονον ἐκ τῆς στάσεώς τω, ἀρκεῖ ὅτι τοὺς ἐχαρακτήρισα ὡς ἀφιλοξένους. Ἂς ἴδωμεν ἤδη τὴν ἐκκλησίας κ.λ.π. ἀξιοθέατα τῆς Μονῆς σας, καὶ αὔριον ἐπανέρχομαι εἰς Καρυάς.
-Ἐλθὲ, μοῦ λέγει, νὰ πάρωμεν ἕναν καφέ, καὶ κατόπιν τὴν βλέπομεν. Καὶ μὲ ὡδήγησεν εἰς ἐξώστην πρὸς τὴν θάλασσαν ξύλινον, ὕψους ἀπὸ τῆς θαλάσσης τοὐλάχιστον 200 μέτρων. Μόλις τὸν βλέπω, λέω: -Πάτερ Βαρλαάμ, εἶναι γερὰ τὰ ξύλα; -Γερὰ καὶ νὰ μὴν φοβᾶσαι, μοῦ ἀπαντᾶ, καὶ προηγήθη αὐτός, ἵνα μὲ ἐνθαῤῥύνει.
Ἐξῆλθον καὶ ἐγώ, ἐν τούτοις ἐξηκολούθησα νὰ φοβοῦμαι, καθ’ ὅσον ἔβλεπα ἐκ τῶν χαραγμῶν τῶν μεταξὺ τῶν σανίδων τὴν θάλασσαν. Ἀκριβὼς κάτωθι εἰς κάθετον, καὶ μὲ κατελάμβανεν εἶδος ἰλίγγου, Ἐν τούτοις ὁ Βαρλαὰμ ἔλαβε δύο καθίσματα καὶ ἐκαθίσαμεν εἰς τὸν ἐξώστην.
Ἡ θέα ἐκεῖθεν ἦτο ὑπέρλαμπρος. Ὁ φθινοπωρινὸς ἥλιος ἐπλησίαζεν εἰς τὴν δύσιν του. Ἡ ἀφ’ ὑψηλοῦ θεωμένη γαληνιῶσα θάλασσα ἐπαρουσίαζεν ἔκτατον φαινόμενον. –Εἶσθε πολλοὶ μοναχοί;, ἐρωτῶ. –Περὶ τοὺς ἐνενήκοντα, ἀπαντᾶ οὗτως, ἐν συνόλῳ, ἀλλ’ εὐσεβεῖς καὶ καλοὶ μοναχοί, ἐπίτρεψόν μοι νὰ εἴπω.
Ἐκομίσθη κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν ὁ καφὲς μὲ γλυκὰ καὶ ποτήρια ὕδατος, καὶ ἔλαβον ἐξ αὐτῶν εὐχαρίστως, καθ’ ὅσον παρετήρησα ἦσαν καθαρώτατα. –Εὐλογεῖτε, λέγω πρὸς τὸν πατέρα Βαρλαάμ, ἐπὶ τῇ λήψει τοῦ ὕδατος. –Κύριος, ἀπαντᾶ οὗτος. Βλέπω, ἔμαθες τὰ καλογερικά. -Ἔχω ἤδη ἐν Ἁγίῳ Ὄρει περὶ τοὺς δύο μῆνας περίπου καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ μάθω μερικὰς ἐθιμοτυπίας σας, προσθέτω.
Μὲ ἠρώτησεν, ἐὰν ἐκ τῆς ζωῆς μου ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ἔχω σχηματίσει πεποίθησιν περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ, περὶ τῆς ἀληθείας τῆς θρησκείας κ.λ.π. Καὶ τοῦ ἀπήντησα, ὅτι :-Τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ οὐδέποτε ἠρνήθην, καίτοι ἐν Ἁγίῳ Ὄρει δὲν εἶδά τι τὸ ὑπερφυσικόν, ὥστε νὰ σταθεροποιήσω τὰς σκέψεις μου. Ἐνταῦθα, ἐξετίμησα τὸν μοναχὸν διὰ τὸν ἁγνὸν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον βίον, ὃν διάγει, διὰ τὴν φιλέργειάν του, τὴν ὑπομονήν του, διότι ἐπὶ αἰῶνας συνεκέντρωσε φιλολογικοὺς καὶ ἄλλους θησαυρούς, τοὺς ὁποίους μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας φυλάσσει μέχρι σήμερον. Κατήντησαν αἱ Μοναὶ μουσεῖα. Ἐνταῦθα δύναταί τις, ἂν θέλει, τὸ πᾶν νὰ σπουδάσει. Εἰς τὰς πρώτας Μονάς, ἃς ἐπεσκέφθην, ἐζήτουν καὶ ἔβλεπον τὰς βιβλιοθήκας των. Ἤδη ὅμως, ἀπελπισθεὶς ἐκ τοῦ ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ γίνω κοινωνὸς τῶν ἐν ταῖς βιβλιοθήκαις των θησαυρῶν, δὲν ζητῶ νὰ βλέπω ταύτας. Τελευταῖον μόνο εἰς τὸ Χιλιανδάριον καὶ Ζωγράφου ἐζήτησα καὶ εἶδα αὐτάς, ἵνα ἴδω κατὰ πόσον ἔχουσιν ἑλληνικὰ χειρόγραφα, καὶ εἶδα πολλὰ τοιαῦτα.
-Ἐν τούτοις ταῦτα πάντα ποῦ ἀνέφερες, δὲν φρονεῖς ὅτι εἶναι προϊὸν ὰνωτέρας θελήσεως νὰ δημιουργηθῆ τὸ Ἅγιον Ὄρος, οἷον τὸ ἀντελήφθης;, ἐρωτᾶ ὁ πατὴρ Βαρλαάμ. -Ἴσως, ἀπαντῶ, ἀλλὰ τοὖτο δὲν εἶναι κατ’ ἐμέ τι τὸ ὑπερφυσικόν, ὅπερ ζητῶ, ἵνα σταθεροποιήσω τὰς σκέψεις μου.
-Σὺ ἐδῶ μήπως ἔχεις νὰ μοῦ δείξεις θαῦμά τι ἢ ἄλλο τι ὑπερφυσικὸν φαινόμενον; -Ὄχι, ἀπαντά, τὸ μόνον ποῦ ἔχω εἶναι πρὸ ὀλίγω ἐτῶν, γέρων μοναχός τις, ἐθάμνευεν, ἵνα καλλιεργήσει τὸ κηπάριόν του καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, τοῦ ἔφυγεν ἡ φωτιά, ἥτις ἐξογκωθεῖσα, ἔτεινε πρὸς τὸ ὄρος, ἀπειλοῦσα νὰ καύσει τὸ δάσος. Ὁ Ἡγούμενος, ἐν τῇ δικαίᾳ ἀγανακτήσει του, δριμαίως ἐπιπλήττει αὐτόν, καὶ τοῦ λέγει ὅτι δὲν θὰ λιώσει ὅταν ταφῆ καὶ ἄλλα. Τότε ὁ εὐσεβὴς γέρων ἐγονυπέτησε καὶ ηὔχήθη πρὸς τὴν Παναγίαν καὶ τὸν Ὕψιστον καὶ ἐκ τοῦ ῥεύματος ἐκείνου (καὶ μοῦ ὑπέδειξεν αὐτό) ἐξῆλθε παμμεγέθης νεφέλη, ἥτις ἔπεσεν, ὑπὸ τύπον βροχῆς, ἐπὶ τῆς ἀρκετὰ ἐξογκωθείσης πυρκαϊᾶς ἐκείνης, καὶ ἔσβησεν αὐτήν, καὶ ταῦτα ἐν ἀπολύτῳ νηνεμίᾳ. Τώρα, πῶς ἐσχηματίσθη ἡ νεφέλη ἐκείνη καὶ πῶς ὡδηγήθη καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τῆς πυρκαϊᾶς, αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπερφυσικὸν φαινόμενον, ὅπερ ἀδυνατῶ νὰ ἐξηγήσω καὶ σου παράσχω καὶ ἀποδείξεις.
***

Κεφάλαιον ΚΓ΄.
-Πείθομαι, πάτερ Βαρλαάμ, τοῦ λέγω, ὅτι τὸ γεγονὸς εἶναι ἀληθέστατον. Ἐν τούτοις, ὡς λέγεις, δὲν δύνασαι νὰ μοῦ παράσχεις ἀποδείξεις, καὶ τὰς ἀποδείξεις αὐτὰς ζητῶ.
Βέβαια, ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ γεγονότος, ὅπερ μοῦ διηγήθης, καὶ ἡ σχέσις αὕτη ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν ἄνθρωπον, ὅστις, μὴ ἔχων τὸ κατάλληλον αἰσθητήριον, ἀλλὰ καὶ τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπερ δὲν εἶναι κατασκευασμένον, ὥστε νὰ ἀντιληφθῆ τὴν ἐκ τοῦ ὑπολογισθέντος ἀναλόγου αἰσθητηρίου ἐντύπωσιν. Ἐπλάσθημεν ἀτυχῶς ἀτελεῖς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιληφθῶμεν τὰ μεγάλα ζητήματα τῆς ἀληθοῦς θρησκείας μας, ἐν τούτοις ἐγὼ πιστεύω.
Ταῦτα ἔλεγα πρὸ μηνὸς περίπου εἰς Λαύραν, εις τὸν πατέρα Κορνήλιον, ὅτε μοῦ διηγεῖτο τὴν ἱστορίαν τοῦ Κουκουζέλη καὶ τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας νὰ μεταβῆ πρὸς αὐτὸν ἐν φωτονεφέλῃ καὶ εὐχαριστοῦσα. Φαίνεται, πάτερ Βαρλαάμ, ὅτι εἰς τὸν ἄνθρωπον ὑπάρχει αἰσθητικότης πέραν τῶν αἰσθητηρίων του διαφόρου βαθμοῦ. Εἴς τινας ὅμως εἶναι περισσότερον ἀνεπτυγμένη, καθαρῶς ἐκδηλουμένη, ὡς λ.χ. εἰς τοὺς ὑστερικούς, εἰς οὕς, λόγῳ τῆς παθήσεώς των, καθιστώσης εὐπαθέστερον τὸν ἐγκέφαλόν των, διακρίνει τις ἐντονώτερον τὴν αἰσθητικότητα ταύτην.
Αἰσθάνονται οὗτοι γεγονότα λαμβάνοντα χώραν πολὺ μακρὰν αὐτῶν. τί συμβαίνει; Φρονῶ, ὅτι ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ἀτελὴς καὶ ἀνίκανος νὰ ὑπολογίσει ἐπὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων τῶν περὶ αὐτόν, εἶναι ὅμως ἀνωτέρα πάντως τῶν ἐκ τῶν αἰσθητηρίων αὐτοῦ ἐντυπώσεων, καὶ δι’ αὐτῆς ὁ ὑστερικὸς αἰσθάνεται τὶ γίνεται μακράν του. Εὔχομαι ἐν τῷ μέλλοντι, ὅ ἄνθρωπος, τελειοποιούμενος διὰ τῆς ἀτελοῦς αἰσθητικότητός του, νὰ καταστῆ ἱκανὸς νὰ κατακτήσει τὰ μεγάλα ζητήματα τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, πείθομαι, θὰ ἐξακολουθήσει νὰ εἶναι ἀτελής, τὴν περιπτώσιν δὲ ταύτην ἔχον ὑπ’ ὄψει του τὸ Εὐαγγέλιον προοιμιάζεται τὴν ἐπὶ τοσοῦτον ἀνάπτυξιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τελειοποίησιν αὐτοῦ, ὥστε νὰ καταστῆ ἀνάλογος τοῦ μεγάλου Θεοῦ, περίπτωσις, ἥτις τίς οἶδε πῶς καὶ πότε θὰ συμβῆ.
Ἠρώτησα εἶτα αὐτόν, πῶς ἦλθε εἰς τὴν Μονὴν κ.λ.π. καὶ μοῦ ἀπήντησεν ὅτι· νέος ὤν, ἀπῆλθεν εἰς Ἀμερικήν, ὅπου ηὐδοκίμει, ἠρέσκετο ἐκεὶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν θρησκευτικῶν βιβλίων. Ἐν τῇ ἀναγνώσει αὐτῶν εὕρισκεν εὐχαρίστησιν καὶ συνέπεσεν νὰ ἀναγνώσει καὶ τὴν «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία». Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς, τόσον πολὺν ἀνετράπησαν αἱ περὶ τοῦ μέλλοντός του ἰδέαι του, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ ἔλθει νὰ γίνει μοναχός, καὶ ἐκποιήσας πᾶν ὅ,τι ἀπέκτησεν ἐν Ἀμερικῇ μετέβη, παρὰ τὰς συστάσεις τῶν φίλων του εἰς τὴν ἐν Πελοποννήσῳ ἰδιαιτέραν του πατρίδα, ἵνα σκεφθῆ ἐκεῖ καλλίτερον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν ἠδύνατο νὰ ἡσυχάσει καὶ ἦλθε καὶ ἔγινε μοναχός.
Εἶχεν ἤδη νυχτώσει. Ὁ πατὴρ Βαρλαάμ, μοῦ λέγει: -Ἂς εἰσέλθωμεν, διότι αἰσθάνομαι ψῦχος. Εἶχε δίκαιον καὶ εἰσήλθομεν. Ἡ ἐπίσκεψίς μου εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀνεβλήθη διὰ τὴν ἐπαύριον.
Θὰ μεταβαίνομεν πρότερον εἰς τὴν λειτουργίαν καὶ κατόπιν θὰ περιεργαζόμεθα ὅ,τι ἄξιον προσοχῆς, καὶ περὶ ὥραν ἐννάτην, μὲ ἐκάλεσε νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὸ βουνό, ὅπου θὰ ἔβλεπον τὸ πριόνι των καὶ τὰς ὑλοτομικάς των ἐργασίας, θὰ ἐτρώγαμεν ἐκεῖ μετὰ μεσημβρίαν, αὐτὸς μὲν θὰ ἐπανήρχετο εἰς τὴν Μονήν του, ἐγὼ δὲ ἐκεῖθεν ἐις Καρυάς. Μοὶ ἤρεσε τὸ πρόγραμμά του καὶ παρεκαθήσαμεν εἰς τὴν ἑτοιμασθεῖσαν ἐν τῷ μεταξὺ τράπεζαν. Ὁ Βαρλαάμ, δὲν ἐθεώρησε πρέπον νὰ μοὶ παραθέσει τὸ διὰ τοὺς μοναχοὺς παρασκευασθὲν φαγητόν, καὶ ἐζήτησε παρά τινος ψαρᾶ καὶ ἠγόρασεν ἰχθῦς, ὧν ἄλλους ἔκαμε βραστούς, καὶ ἄλλους τηγανιτούς. Ἐφάγαμεν κατὰ συνέπειαν ἐκτάκτως λαμπρά, ἐπίομεν καὶ λαμπρὸν οἶνον, παρασκευαζόμενον ἐν τῇ Μονῇ.
Μετὰ τὸ δεῖπνον, μᾶς ἐπεσκέφθη ὁ Ἡγούμενος παπα-Γιώργης, ἄνθρωπος ἐνάρετος, καλῆς ἐξωτερικῆς παραστάσεως καὶ σώφρων, Ἀθηναῖος δὲ τὴν καταγωγήν· ἡ μόνη ἐξαίρεσις ἐν τῇ Μονῇ Γρηγορίου, νὰ δεχθοῦν μοναχὸν ἐντεῦθεν τοῦ Ἰσθμοῦ καὶ τοῦτο διότι ἦτο Ἀθηναῖος.
Οὗτος μοὶ διηγήθη πῶς ἔγινεν Ἡγούμενος, ἤτοι ὅταν τοῦ ἐπροτάθη ἡ ἀπόφασις τῆς Μονῆς, ἠρνήθη ἐπιμόνως νὰ δεχθῆ, καὶ ἐπὶ ἡμέρας ἐπέμενεν ἀρνούμενος, ὅτε εἶδε κατ’ ὄναρ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσει καὶ ἐδέχθει. Ἀφ’ οὗ ὅμως τὸν παρεκίνησεν εἰς τοῦτο καὶ ὁ ἐν τῇ Σκήτῃ τῆς Ἁγίας Ἄννης σεβάσμιος γέρων ἀσκητὴς πνευματικός του, ὅστις καὶ οὗτος εἶδεν· τί εἶδεν δὲν ἔλεγεν. Ἐκράτησαν σημείωσιν τοῦ ὀνόματός του, ἵνα τὸν ἐρωτήσω ὅταν θὰ μετέβαινον εἰς Ἁγιαν Ἄνναν, τὶ εἶδεν ὁ γέρων οὗτος ἀσκητής.
Μετὰ ταῦτα, ηὐχαρίστησα τὸν πατέρα Βαρλαάμ, διὰ τὴν λαμπρὰν ὑποδοχήν, ἣν μοὶ ἔκαμον καὶ τὰς περιποιήσεις των καὶ μετέβην νὰ κοιμηθῶ εἰς λαμπρὸν διαμέρισμα, ὅπου καθαρώταται κλῖναι.
 ***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον ΚΑ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Ξηροποτάμου.

Κεφάλαιον ΚΑ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Ξηροποτάμου.
Εὑρισκόμεθα περὶ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου ἤδη. Μετὰ μιᾶς ἑβδομάδος παραμονὴν εἰς Καρυάς, ἀπεφάσισα νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ τὰς ἐπὶ τοῦ νοτιοδυτικοῦ μέρους τῆς Χερσονήσου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Μονάς, ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου.
Μετέβημεν ἐκεῖ μετὰ τοῦ Γρηγοριάτου μοναχοῦ πατρὸς Βαρλαάμ. Καὶ αὐτὸς μὲν ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του εἰς τὴν Μονὴν Γρηγορίου, ὅπου τοῦ ὑπεσχέθην ὅτι θὰ μετέβαινον κατόπιν, ἐγὼ δὲ ἔμεινα εἰς τὴν τοῦ Ξηροποτάμου. Παρὰ τυχόντος μοναχοῦ, ὁδηγοῦμαι εἰς τὸν Ξενῶνα, δωμάτιον στενὸν καὶ πληκτικόν, ὅστις καὶ μὲ ἐπεριποιήθη μὲ καφέ, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ὁποίου μάτην ἀνέμενα νὰ μὲ ἐπισκεφθῆ τις τῶν σημαινόντων, ἵνα μὲ ὁδηγήσει καὶ ἴδω τὰ ἀξιοθέατα τῆς Μονῆς, τὴν ἐκκλησίαν κ.λ.π. Δυστυχῶς οὐδεὶς ἦλθε, δὲν ἤξευρα τὶ νὰ ὑποθέσω.
Ἡ Μονὴ αὕτη εἶναι νεόπλουτος, τὰ πρὶν μικρὰ καὶ ἄσημος, ἤδη κατέστη πάμπλουτος, ὡς δὲ λέγεται, ἁμιλλᾶται πρὸς τὴν τοῦ Βατοπεδίου. Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν συμπεριφορὰν ταύτην τῶν μοναχῶν, ἔκρινα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραμείνω τὸ ἑσπέρας ἐκεῖνο ἐκεῖ, καὶ εἰδοποιήσας περὶ τῆς ἀναχωρήσεώς μου, κατῆλθον εἰς Δάφνην.
Ἡ Δάφνη εἶναι τὸ ἐπίνειον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἔχει πρακτορεῖα τῶν καταπλεόντων ἀτμοπλοίων, καί τινα μαγαζεῖα. Παρετήρησα νὰ εὕρω λέμβον τινά, ἵνα μὲ μεταφέρει εἰς τὴν Μονὴν Γρηγορίου. Ἐπὶ τέλους εὑρέθη μία καὶ ἀνεχώρησα ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασα ἐντὸς τριῶν τετάρτων, πρὸς τὸ ἑσπέρας.
***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον Κ΄. Εἰς τὴν Σκήτη τοῦ Κουτλουμουσίου.

Κεφάλαιον Κ΄. Εἰς τὴν Σκήτη τοῦ Κουτλουμουσίου.
Ἐπεσκέφθην κατ’ αὐτὰς τὸν Ἡγούμενον Κουτλουμουσίου, πατέρα Δαμασκηνόν, ὅστις μὲ ἠρώτησε διὰ τὰς νέας ἐντυπώσεις μου. Τοῦ ἐξέθηκα ταύτας καὶ μετὰ τοῦτο μὲ ἐρωτᾶ: -Μήπως ἔχεις ἀνάγκην ψυχαγωγίας καὶ πάλιν; -Ὄχι, ἀπαντῶ, ἐσυνήθισα τὴν ζωήν σας καὶ δὲν ἀνιῶ πλέον. -Ἐν τούτοις, μοῦ ἀπαντᾶ οὗτος, δὲν μοῦ φαίνεται πλήρως εἰλικρινὴς ἡ ἀπάντησίς σου, καὶ ἀκολούθησόν μοι. Μὲ ὡδήγησεν εἰς ὑπόγειον εὐρυχωράτον. Βλέπω ἐκεῖ φιάλας μὲ χρονολογίας ἐπ’ αὐτῶν πρὸ 10, 15, 20 καὶ 25 ἐτῶν, κεχωρισμένας κατ’ ἔτος καὶ κατ’ αὔξοντα ἀριθμόν. -Ἔκλεξον, μοὶ λέγει, καὶ λάβε μίαν φιάλην.
Ἔλαβον μίαν ἐξ αὐτῶν, τῶν 20 ἔτῶν, καίτοι ἠνόησα ὅτι περιεῖχεν οἶνον. Ἐν τούτοις, ἠρώτησα τὸν πατέρα Δαμασκηνὸν διὰ τὸ περιεχόμενό της. –Δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ ποτὸ τοῦτο. Πρὸ εἴκοσι ἐτῶν ἐτέθη εἰς φιάλην ταύτην οἶνος μέλας καὶ ἑρμητικῶς ἐκλείσθη. Ἤδη εἶναι ποτὸν χρώματος τοῦ τῆς χρυσῆς λίρας γευστικώτατον καὶ πολὺ δυνατό. Ὑπάγομεν ἤδη, εἰς τὴν Σκήτην τῆς Μονῆς, εἴκοσι λεπτὰ περίπου ἀπέχουσαν αὐτῆς, μοῦ λέγει, καὶ διηυθύνθημεν πρὸς τὴν Σκήτην τοῦ Κουτλουμουσίου.
Ὁ Δικαῖος μᾶς ὑπεδέχθη φιλοφρόνως, μὰς ὡδήγησεν εἰς τὴν κατοικίαν του καὶ μᾶς προσέφερε καφέ. Θὰ ἦτο τότε ἡ ἐνδεκάτη πρὸ μεσημβρίας ὥρα. –Πηγαίνομεν, ἐρωτῶ τὸν πατέρα Δαμασκηνόν, νὰ ἴδωμεν τὴν ἐκκλησίαν τῆς Σκήτης; Καὶ διηυθύνθημεν ἐκεῖ. Ὁ Δικαῖος παρέμεινεν εἰς τὴν κατοικία του, ἵνα ἑτοιμάσει πρόγευμα. Τοῦ εἶχε παραγγείλει ὁ πατὴρ Δαμασκηνός, νὰ ἀγοράσει κρέας ὅπερ ἐμαγείρευεν.
Ἡ ἐκκλησία τῆς Σκήτης εἶναι ἀρχαία, αἱ ἁγιογραφίαι τῆς ἀνεκαινίζοντο. Παρετήρησα ὅτι αἱ τοιχογραφίαι της ἤδη δὲν ἐγίνοντο ἐπὶ τοῦ τοίχου, ἀλλ’ ἐπὶ σιδηρῶν πλακῶν, καὶ κατόπιν προσηρμόζοντι αὗται ἐπ’ αὐτοῦ.
Διατηροῦνται καλλίτερον κατὰ τοὺς ζωγράφους, οὕτω πως οἱ τοιχογραφίαι. Ἀπησχολήθημεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὰ τρία τέταρτα, καθ’ ἃ ὁ ἡγούμενος Δαμασκηνός, μοῦ ἐπεδείκνυε καὶ μοῦ ἐξήγει τὰ ἀξιοθέατα, καὶ τὰ διάφορα καθέκαστα τῆς Σκήτης καὶ τῆς ἐκκλησίας. Ἐν τέλει μοῦ ἔκαμε λόγον περὶ τῆς πλάκας, καὶ μὲ ἠρώτησε ἐὰν ἤθελον νὰ ἐγγραφῶ εἰς αὐτήν, ἐγγράψω δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας τῆς οἰκογενείας μου, ὅπερ καὶ μοῦ συνέστησεν.
Ἐπλήρωσα εἰς τὸν ἁρμόδιον γέροντα τὸ ἀντίτιμο τριῶν λίρων Τουρκίας (τρία εἰκοσιπεντάδραχμα), καὶ ἐνέγραψα τὸν τεθνεῶτα ἤδη πατέρα μου Κωνσταντῖνο, ὡς καὶ τὴν μητέρα μου Ζωήν, καὶ τὸν ἑαυτόν μου ὡς ζῶντα. Ἀλλὰ τί ἔστι πλάκα; Εἶναι αὕτη μεγάλη ἐκ μαρμάρου πλάξ, ὁ δὲ ἐγγραφόμενος εἰς αὐτὴν μνημονεύεται καθημερινῶς καὶ ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὸ μέλλον, ὑπὸ τὼν ἀείποτε δεομένων καθημερινῶς τῷ Ὑψίστῳ ἀσκητῶν.
Ἐπλησίαζε ἤδη μεσημβρία. Ὁ ἡγούμενος μοῦ λέγει: -Ἂς ὑπάγωμεν ἤδη νὰ γευματίσωμεν. Καὶ μετέβημεν εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ Δικαίου, οστις εἶχεν ἐν τῷ μεταξὺ προπαρασκευάσει τὸ πρόγευμα. Οὗτος προσθέτει: -Ἡμεῖς οἱ τοῦ Κουτλουμουσίου, ὡς κοινόβιοι, κρέας δὲν τρώγωμεν, ὡς καὶ οἱ ἐδῶ ἀσκηταὶ ἀλλὰ πρὸς χάριν σου θὰ κάμω ἐξαίρεσιν σήμερον. Δὲν ἤθελον νὰ παραβῶ τὰ πρὸ ἐτῶν κεκανονισμένα καὶ εἰσαγάγω κρέας εἰς τὴν Μονήν μου, ὅπερ ἀπὸ τῆς κτίσεώς της μέχρι σήμερον δὲν ἐγένετο, καὶ δι’ αὐτὸ παρήγγειλα εἰς τὸν Δικαῖον νὰ ἑτοιμάσει ἐνταῦθα πρόγευμα ἐκ κρέατος, σκεφθεὶς ἄλλως, μικρὸς περίπατος μέχρι ἐνταῦθα, δὲν θὰ ἦτο ἄσχημος. Ἐπέτρεψε μάλιστα, τὴν ἡμέρα ἐκείνη νὰ φάει κρέας καὶ ὁ Δικαῖος, ἀλλ’ ἐκεῖνος παρεκάλεσε νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ μὴν παραβῆ τὴν συνήθειάν του καὶ δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὸ πρόγευμα.
Τὰ ἐκ κρέατος φαγητὰ τοῦ Δικαίου ἦσαν γευστικώτατα, ἀνοίξαμεν καὶ τὴν φιάλην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξα ἐκ τοῦ ὑπογείο τοῦ Κουτλουμουσίου, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ πατὴρ Δαμασκηνός, ἔφερεν εἰς τὴν Σκήτην. Τὸ περιεχόμενόν της ἦτο γευστικώτατον, ἀληθῶς νέκταρ. Πολὺ δὲ δυνατό. Ἐπίναμεν αὐτὸ μὲ μικρὰ ποτηράκια, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ κονιάκ. Ἐν τούτοις, τρία-τέσσαρα ἐξ αὐτῶν, μὰς ἐζάλισαν. Ἐμείναμεν ἐκεῖ συζητοῦντες μέχρι τῆς τρίτης ἀπογευματινῆς, καθ’ ἃς ὥρας μᾶς παρετέθη κατ’ ἐπανάληψιν μεγάλα κυδώνια γενομένα, καὶ ἀνεχωρήσαμεν μετὰ τοῦ Ἡγουμένου Δαμασκηνοῦ εἰς Κουτλουμούσιον, ὅπου ἀφιχθέντες, περὶ ὥραν 4ην μ.μ., αὐτὸς μὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Μονήν, ἵνα παραστῆ εἰς τὸν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ψαλλόμενον ἑσπερινόν, ἐγὼ δὲ ἐκεῖθεν ἀπῆλθον εἰς Καρυάς, ἀφ’ οὗ ηὐχαρίστησα θερμῶς τοῦτον διὰ τὴν νέαν λαμπρὰν ψυχαγωγίαν του, ἣν κοὶ παρέσχε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον ΙΘ΄. Εἰς τὰς Μονὰς Χιλιανδαρίου καὶ Ζωγράφου.

Κεφάλαιον ΙΘ΄. Εἰς τὰς Μονὰς Χιλιανδαρίου καὶ Ζωγράφου.
Οἱ πατέρες εἰς τὴν Χιλιανδαρίου ἐγνώριζον οἱ πλεοῖστοι ἑλληνικά, διατηροῦσι λαμπρὰς σχέσεις μὲ τοὺς μοναχοὺς τῶν Ἑλληνικῶν Μονῶν, τοὺς ὁποίους θεωροῦσι, παρὰ τὴν διαφορὰν τῆς ἐθνικότητος, καὶ τοὺς αἰσθάνονται ἀγαπητούς των συναδέλφους, ἔν τε τῷ θρησκευτικῷ των καὶ κοινωνικῷ των βίῳ. Τὰ διάφορα διαμερίσματα τῆς Μονῆς εἶναι πεπαλαιωμένα πρὸ ἐτῶν, μὴ ἀνακαινισθέντα καὶ ἐδῶ.
Ἡ ἐκκλησία των εἶναι λαμπρά, ὁμοίου τύπου πρὸς τὰς ἐκκλησίας τῶν Ἑλληνικῶν Μονῶν· εἶναι καὶ αὕτη ἐζωγραφισμένη ἐσωτερικῶς μὲ διαφόρους ἐπιγραφάς, ἄλλας Σλαβικάς, καὶ ἄλλας Ἑλληνικάς.
Ὅπου ὑπάρχει Ἑλληνικὴ ἐπιγραφή, ἔχει μεταφρασθῆ αὕτη, καὶ γραφῆ ἐπὶ πινακίδος διὰ γραμμάτων τοῦ ἰδίου τύπου· ἡ δὲ πινακίς, ἔχει τεθῆ ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιγραφῆς.
Ἡ λειτουργία γίνεται Σλαβιστί, ἀλλὰ ψάλλουσιν οὐχι ὡς Ῥῶσσοι, ὰλλὰ Βυζαντινά, ἐν μεταφράσει εἰς τὴν Σλαβικήν. Κατὰ τὰ λοιπά, αἱ συνήθειαι τῶν Ἑλληνικῶν Μονῶν· ἡ βιβλιοθήκη των ἐκ χειρογράφων εἶναι πλουσία, ἰδία εἰς τὴν Σλαβικήν, ἀλλὰ ἔχουσι καὶ πολλὰ Ἑλληνικὰ τοιαῦτα, ἔχουσι δὲ καὶ πλουσίαν συλλογὴν κειμηλίων.
Τὴ μεσημβρίαν μὲ ἐπεριποιήθησαν, παράθεσάντές μοι καλὸν γεῦμα, καθ’ ὃ μὲ ἐσυντρόφευσαν τινὲς τῶν διοικοῦντων τὴν Μονήν. Ἡ ἀδελφότης των δὲν περιλαμβάνει μόνον Σέρβους, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς Βουλγάρους· δι’ ὃ ἐσκέπτοντο ποτὲ οἱ φανατικοὶ Βούλγαροι, νὰ μετατρέψωσι καὶ ταύτην εἰς Βουλγαρικήν.
Μετὰ τὸ γεῦμα, ἀπεχαιρέτησα τοὺς ἐκεῖ πατέρας· τοῖς συνέστησα, ἐάν ποτε ἐλάμβανον τὴν ἀνάγκην μου, ν’ ἀποτανθῶσιν εἰς ἐμέ. Δι’ ὃ μὲ ηὐχαρίστησαν, καὶ ἀπῆλθον διευθυνόμενος εἰς τὴν ἑτέραν Σλαβικὴν Μονήν, τοῦ Ζωγράφου. Ταύτην εἶδον μακρόθεν, ἐκ τοῦ ὑπεράνου αὐτῆς ὑψώματος. Φαίνεται ἐκεῖθεν ὡς ἀπὸ ἀεροπλάνου ὁρωμένη. Ἡ ἄποψίς της εἶναι θαυμασία.
***
Περιβαλλομένη ὑπὸ τῶν ὑψηλῶν τειχῶν της, δίδει τὴν ἐντύπωσιν τοῦ ἀπορθήτου, ἐντὸς τῶν τειχῶν, τὰ διάφορα διαμερίσματά της ἐν ἁρμονίᾳ, καὶ ἡ ἐκκλησία εἰς τὸ μέσον. Ἐπροχώρησα καὶ μετ’ ὀλίγον εὑρισκόμην πρὸ τῆς Μονῆς.
Εὑρίσκεται αὕτη ἐντὸς ῥεματιᾶς, εἰς μέρος ἔνθα πολλὰ ῥέοντα ὕδατα, δένδρα καὶ μαγευτικαὶ καὶ καταπράσιναι ἐκτάσεις.
Πρὸ τῆς Μονῆς εὕρηται παμμεγίστη καρυδιά, ὕψους μέχρι τεσσαράκοντα μέτρων, καὶ ἄλλα δένδρα καλύπτοντα τὴν πρὸς τῆς Μονῆς πλατεῖαν. Οἱ μοναχοὶ μὲ ὑπεδέχθησαν εὐχαρίστως. Παρετήρησα καὶ ἐνταῦθα, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐγνώριζον ἑλληνικά, διατηροῦσι δὲ ἀρίστας σχέσεις μετὰ τῶν μοναχῶν τῶν Ἑλληνικῶν Μονῶν.
Τοὺς συνδέει, ὡς παρετήρησα, ἡ ἰδιότης τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν, καὶ αὐτὸ τοὺς καθιστᾶ ὀλιγώτερον φανατικοὺς εἰς τὴν ἐθνικότητά των. Ὁ τύπος τῆς Μονῆς εἶναι ὁ αὐτὸς μὲ τὰς Ἑλληνικὰς Μονάς, ὡς καὶ τῆς ἐκκλησίας ὁ βυζαντινός, ἄλλως καὶ αὕτη πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἦτον ἑλληνική. Ἐζωγραφισμένη καὶ αὕτη φέρει πολλαχοῦ ἑλληνικὰς ἐπιγραφάς, τὰς ὁποίας οἱ Βούλγαροι δὲν ἔσβησαν, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα τὰς ἐκάλυψαν διὰ πινακίδων ἐξηρτημένων ἐπ’ αὐτῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀναγράφεται Σλαβιστὶ ἡ ἐπιγραφή. Ἡ λειτουργία γίνεται Σλαβιστί, ψάλλουσι δὲ κατὰ τὴν Βυζαντινὴν μουσικὴν καὶ οὐχὶ τετραφωνίαν· ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ἀκούει τις ποτὲ κανὲν ἑλληνικόν «Ἅγιος ὁ Θεός» ἢ «Ἄξιόν Ἐστι». Εἶχον ἀναλάβει πρὶο ἑκατονταετηρίδων νὰ ψάλλωσι κατὰ τὸ ἥμισυ Ἑλληνιστί, καὶ περιορίσθη τοῦτο σήμερον εἰς ἐλάχιστα. Ἡ Μονὴ αὕτη εἶναι πλουσιωτάτη, διότι ἐκτὸς τῶν κτημάτων της, φαίνεται θὰ ἔχει σπουδαίας ἐπιχορηγήσεις παρὰ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως.
Μὲ ἐπεριποιήθησαν καὶ ἐδῶ λαμπρά, μοῦ ἔδειξαν καὶ τὴν βιβλιοθήκην των γεμάτην ἐκ Σλαβικῶν καὶ Ἑλληνικῶν χειρογράφων, Χρυσόβουλα βυζαντινά, κ.λ.π. Ἐν τῇ Μονῇ, ὑπηρετεῖ ὡς ἰατρὸς ὁ Φωκᾶς, νέος λαμπρὸς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Τὸν ἐγνώρισα καὶ τὸν ἠρώτησα πῶς ἀπεφάσισε καὶ ἐκλείσθη ἐν Ἁγίῳ Ὄρει καὶ δὴ ἐν τῇ Βουλγαρικῇ Μονῇ. Μοὶ εἶπεν ὅτι τυχαίως ἐγνωρίσθη ἐν Ἀθήναις μετὰ μοναχῶν τῆς Μονῆς, καὶ ἐπειδὴ εἶχεν ἀνάγκην νὰ κάμει ἐπὶ ἔτη τινὰ τὴν ζωὴν τῆς ἐξοχῆς, ἀπεφάσισε καὶ ἦλθεν.
Ἐπειδὴ ἡ ἐποχὴ τότε ἦτο λίαν κρίσιμος, τὸν παρεκάλεσα νὰ μὲ εἰδοποιῆ μυστικά, περὶ πάσης ὑπὲρ τῆς Βουλγαρίας κινήσεως ἐν τῇ Μονῇ, ὅπερ καὶ μοῦ ὑπεσχέθη.
Κατοικεῖ οὗτος καὶ ἔχει τὸ ἰατρεῖόν του καὶ φαρμακεῖόν του εἰς ὡραῖον διαμέρισμα, ἐκτὸς καὶ πρὸ τῆς Μονῆς, εἰς μέρος καταπράσινον καὶ χλοερόν.
Ἡ Μονὴ Ζωγράφου εἶναι Κοινόβιο, καὶ ἔχει περὶ τοὺς τριακοσίους ἐν συνλῳ μοναχούς. Ἐπανῆλθον ἐκεῖθεν εἰς Καρυάς, ὅπου παρέμεινα ἐπὶ ἑβδομάδα. Εἶχον ἤδη ἐπισκεφθῆ τὰς περισσοτέρας Μονάς.

***

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον ΙΗ΄. Εἰς τὰς Μονὰς Κωνσταμονίτου καὶ Δοχειαρίου.

Κεφάλαιον ΙΗ΄. Εἰς τὰς Μονὰς Κωνσταμονίτου καὶ Δοχειαρίου.
Ἐκ τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος ἀνεχώρησα εἰς τὴν τοῦ Κωνσταμονίτου. Αὕτη εἶναι Κοινόβιος, ἐκ τῶν μικρῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, αὐστηρὰ εἰς τὰ ἤθη της. Τὰ οίκήματά της πεπαλαιωμένα, πρὸ ἐτῶν μὴ ἀνακαινισθέντα καὶ ἀκαλαίσθητα, πληκτικὰ ἐν τῷ συνόλῳ των. Δι’ ὃ μετὰ τὴν ἐπίσκεψίν μου εἰς τὴν ἐκκλησίαν της, ἐζήτησα νὰ φύγω ἀμέσως.
Ἐν τούτοις, κατὰ παράκλησιν τῶν μοναχῶν ἔμεινα τὸ ἑσπέρας ἐκεῖ. Ἔφαγα σαρακοστιανά, ὡς καὶ οι μοναχοί, καίτοι δὲν ἦτο τεσσαρακοστή. Φοβεροὶ ἄνθρωποι γενικῶς οἱ μοναχοί.
Ἐν ᾧ δὲν ἔχουσι τι, νὰ σὲ περιποιηθοῦν, ἀπὸ πάστας, ἀπὸ ὄσπρια, εἶναι ἱκανοὶ νὰ σοὶ παραθέσωσι ἐντὸς ὀλίγου τρία τέσσαρα φαγητά, γευστικώτατα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς ἐλέγετο ὁ γέρων, ὁ ταχθεὶς ἐκεῖ ξεναγός μου, ἐντ ούτοις παρετήρησα ὅτι ἦτο πολὺ ἔξυπνος, πολὺ τοῦ κόσμου, καὶ χάρις εἰς αὐτὸν διῆλθον τὸ ἑσπέρας μὲ καλὴν συντροφιάν.
Τὴν ἑπομένην πρωΐαν ἀνεχώρησα εἰς τὴν Μονὴν Δοχειαρίου, καὶ αὕτην ἐκ τῶν μικρῶν Μονῶν. Δὲν ἔμεινα ἐκεῖ, παρὰ δύο μόνον ὥρας. Μετὰ τὴν ἐπίσκεψίν μου εἰς τὴν ἐκκλησίαν, δὲν εἶχον νὰ πράξω ἄλλο τι, ἔλαβον ἕνα καφέ, καὶ ἀπῆλθον εἰς τὴν Μονὴν Χιλιανδαρίου, δηλαδή, εἰς τὴν Σερβικὴν Μονήν.
***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον ΙΖ΄. Περὶ τῆς Μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος.

Κεφάλαιον ΙΖ΄. Περὶ τῆς Μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος.
Ἐκ τῆς παραλίας τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος, διακρίνει τις μακράν, εἰς ἀπόστασιν μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας, πρὸς τὰ νοτιοανατολικὰ τῆς Χερσονήσου, καὶ ἐν τῇ παραλίᾳ, τὴν μεγαλοπρεπῆ Μονὴν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, δηλαδὴ τὴν Ῥωσσικήν. Τὰ παμμέγιστα οἰκήματά της, τεσσάρων καὶ πέντε ὀρόφων, τὰ διάφορα διαμερίσματά της, ἅπερ μακρόθεν διακρίνει τις, τὰ πολλὰ πέριξ κελλία της, μαρτυροῦσι περὶ τοῦ μεγαλείου αὐτῆς.
Ὑπὸ τὰ τεῖχη ἐκεῖνα, ὑπὸ τοὺς κολοσσοὺς ἐκείνους, κεῖνται θαμμένα δίκαια καὶ δικαιώματα ἑλληνικά, ἅτινα πρὸ ἑξήκοντα περίπου ἐτῶν ἐσφαγιάσθησαν ἐκεῖ, διότι ἡ Μονὴ Παντελεήμονος, ἦτο καὶ αὕτη ἑλληνική.
Τὸ ἐκ Βοῤῥᾶ χρυσίον προσεπάθησε νὰ ἐξαφανίσει καὶ ἐκμηδενίσει αὐτά!
Ἀλλὰ πόσον τὰ ἑλληνικὰ δίκαια μεγάλα καὶ ἀπαράγραπτα!
Τὸ πᾶν μαρτυρεῖ ὅτι οἱ Ῥῶσσοι εἶναι ξένοι ἐπιδρομεῖς, εἶναι δόλιοι κατακτηταί αὐτῆς, ἐπιβληθέντες διὰ τοῦ χρυσοῦ καὶ τῆς δυνάμεώς των.
Ἀλλὰ πῶς ἐγένετο ἡ μετατροπή; Πρὸ ἑβδομήκοντα ἐτῶν περίπου, Ῥώσσοι ἐνεφανίσθησαν εἰς τοὺς διοικοῦντας πατέρας τὴν Μονὴν Παντελεήμονος καὶ τοὺς εἶπον ἱκετευτικῶς: -Ἅγιοι Πατερές, ἐπειδὴ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα χριστιανοί, δὲν ἔχομεν δὲ ποῦ νὰ προσευχηθῶμεν καὶ δοξάσωμεν τὸν Ποιητὴν τοῦ παντός, δὲν θὰ δεχθῆτε νὰ κοινοβιάσητε μερικοὺς ἐξ ἡμῶν εἰς τὴν Μονήν σας; Συγχρόνως δέ, ἐνεχείρζον τούτοις πολυτελεῖς ῥωσσικὰς γοῦνας. Θελχθέντες, μὴ φανταζόμενοι ἄλλως ἐν ττῇ ἁπλοϊκότητί των, ὅτι θὰ ἐπηκολούθουν καὶ ἐπηκολούθησαν, εἶπαν οὗτοι μάλιστα, καὶ ἐνέγραψαν τὸν πρῶτο 10-15. Μετά τινα χρόνον, διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου ἐδιπλασιάσθησαν, εἶτα ἐτριπλασιάσθησαν. Ἔγιναν κατόπιν οἱ Ῥῶσσοι 100, 150, 2000 καὶ ἀπέκτησαν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ συνεπῶς τὴν διοίκησιν τῆς Μονῆς, καὶ οὕτω αὕτη μετετράπη εἰς Ῥωσσικήν!  Ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ῥῶσσος πρέσβυς ἐνεργήσας ἐκεῖ, δὲν ἤργησε νὰ πείσει τὸν Πατριάρχην, καὶ ἐνέκρινε καὶ οὗτος τὴν μετατροπήν.
Εἰσελθόντες οἱ Ῥῶσσοι εἰς τὴν Μονὴν ταύτην, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ψάλλωσιν ἑλληνιστὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ τοῦτο κατρστρατηγήθη. Ἔκτισαν οὗτοι ἄλλας νέας μεγαλοπρεπεὶς ἐκκλησίας, εἰς ἃς οὐδὲν τοὺς ἐκώλυε νὰ ψάλλωσι ῥωσσιστί.
Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παλαιὰν ἐκκλησίαν τῆς Μονῆς, τὸ πρῶτον ἔψαλλον ἑλληνιστί, κατόπιν κατὰ τὸ ἥμισυ ἑλληνιστὶ καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ ῥωσσιστί, καὶ εἶτα κατὰ τὸ ἓν τέταρτον ἑλληνιστὶ καὶ τὰ τρία τέταρτα ῥωσσιστί, καὶ ἤδη ἀκούει τίς ποτε Ῥῶσσόν τινα, ἐκ τῆς ὅλης λειτουργίας κακοήχως ψάλλοντα μόνον κανέν: «Ἅγιος ὁ Θεός» ἢ ἄλλη τινὰ εὐχὴν ἑλληνιστί, βεβαίως πρὸς εἰρωνειαν! Ἀλλὰ τί ἀπέγιναν οἱ παλαιοὶ πατέρες Ἕλληνες; Οὗτοι διετηρήθησαν μέχρι τοῦ θανάτου των εἰς τὰς θέσεις των, διακρίνει τις δὲ καὶ σήμερον κανὲν λείψανον παλαιόν· ὡς λόγου χάριν ὁ Τυπικάρης Μάξιμος εἶναι Ἕλλην γεγηρακὼς ὅμως, καὶ ἕτοιμος ν’ ἀπέλθῃ καὶ οὗτος τοῦ κόσμου τούτου.
Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες πατέρες, ἐπεφυλάξαντο εἰς ἑαυτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ κοινοβιάζουν ἑλληνόπαιδας, ἀλλὰ ἀπὸ ἐτῶν παρετηρήθη ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην δέχεται νὰ συμβιώσει μὲ τοὺς Ῥώσσους καὶ ἡ διάταξις αὕτη κατήντησεν νεκρὸν γράμμα.
Ἐκ τῶν λόγων τούτων ἀντεπάθησα τοὺς κατακτητὰς Ῥώσσους καὶ δὲν ἐπεσκέφθην τὴν Μονήν των. Ἄφησα δέ, λόγῳ διαμαρτυρίας, νὰ ἐπισκεφθῶ αὐτήν, ἀφοῦ θὰ ἐπεσκεπτόμην τὰς Ἑλληνικὰς Μονάς, τὴν τοῦ Χιλιανδαρίου καὶ Ζωγράφου. Ἐν τούτοις οἱ Ῥῶσσοι καλῶς ἤδη κάθηνται εἰς τὴν Μονὴν Παντελεήμονος, ἀποβλέποντες εἰς βέλτιστα.
***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον ΙΣΤ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Ξενοφῶντος.

Κεφάλαιον ΙΣΤ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Ξενοφῶντος.
Ἔμεινα ἐκεῖ δύο ἡμέρας καὶ ἀνεχώρησα μετ’ αὐτὰς διὰ τὴν Μονὴν Ξενοφῶντος.
Ἡ Μονὴ αὕτη, μᾶλλον μικρά, κεῖται παρὰ τὴν θάλασσαν. Μοῦ ἤρεσε ἡ τοποθεσία της, ἡ ἀδελφότης της καὶ ἠσθάνθην πρὸς αὐτὴν ἰδιαιτέραν κλίσιν, ὡς καὶ τὴν τῆς Λαύρας, δι’ ὃ καὶ συχνὰ ἐπεσκεπτόμην αὐτήν.
Ἐν τῇ ὡραίᾳ της ἐκκλησίας ὑπάρχει ἡ εἰκὼν τῆς Θεοτόκου, τοῦ τύπου «Περιπατήτρια». Κατὰ τὴν παράδοσιν, ἡ εἰκὼν αὕτη ἀνῆκεν εἰς τὸ Βατοπέδιον πρὸ ἐτῶν, ὁπόθεν μόνη της ἦλθεν εἰς τὴν Μονὴν Ξενοφῶντος. Οἱ Βατοπεδινοί, ὅταν ἔμαθον τὸ γεγονός, διεμαρτυρήθησαν εἰς τὴν Μονὴν Ξενοφῶντος, καὶ ἐπανέλαβον εἰς τὴν Μονήν των τὴν Παναγίαν· ἀλλ’ αὕτη καὶ πάλιν ἔφυγε καὸ ἐπανῆλθε εἰς τὴν Μονὴν Ξενοφῶντος. Ἠννόησαν ἐκ τούτου ὅτι ἡ θέλησις τῆς Παναγίας ἦτο νὰ μείνει ἐκεῖ, καὶ ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν οἱ Βατοπεδινοί, ν’ ἀποστέλουν τὸ καιόμενο εἰς τὴν κανδήλα αὐτῆς ἔλαιον, ὅπερ μέχρι σήμερον τηρεῖται.
Ταῦτα πάντα μοι διηγεῖτο ὁ Καισάριος, μοναχὸς ἐδῶ γέρων, ἀκμαῖος, κατακόκκινος καὶ παχύς, Λάκων τὴν καταγωγήν· τὸ διακόνημά του ἐν τῇ Μονῇ, ἰατρός. Δὲν εἶχε σπουδάσει ἰατρικὴν ἀλλὰ βοηθὸς φαρμακείου ἄλλοτε, εἶχε σταχυολογήσει ἐκ διαφόρων συγγραμμάτων ἰατρικῶν, διαφόρους γνώσεις καὶ τῆς πείρας ου, καὶ συγγράψει τὴν «Μέλλισάν» του. Λέγων ταῦτα ὑπεδείκνυεν πρὸς τὸν ἐπισκέπτην ὀγκῶδες χειρόγραφον χρυσόδετον βιβλίον, ἐν ᾧ διάφορα ἀποφθεγματα τῆς ἐπιστήμης τοῦ Ἀσκληπιοῦ.
Εἶχον ἐνδοιασμοὺς διὰ τὴν ἰατρικὴν ἰδότητα τοῦ Καισαρίου, ἐν τούτοις, ἀφ’ οὗ ἡ Μονὴ τὸν ἀπεδέχθη ὡς τοιοῦτον, δὲν εἶχον λόγον τινὰ ν’ ἀρνηθῶ καὶ ἐγώ, καὶ τὸν ἐδέχθην ὡς ἰατρὸν πρακτικόν.
Μετὰ τὴν ἐξιστόρησιν, μοῦ εἶπε: -Πᾶμε τώρα νὰ ἴδεις τὸ φαρμακεῖόν μου. Τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἄξια προσοχῆς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ δὲν εἶχον κατ’ αὐτὸν τὴν ἀξίαν τοῦ φαρμακείου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὡρίσθη ξεναγός μου, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ τὸν ἀκολουθῶ καὶ μετέβην μετ’ αὐτοῦ εἰς τὸ φαρμακεῖόν του.
Μακρόθεν εἴδομεν ὡραίας ἐπιγραφάς, σπεσιαλιτὲ φαρμάκων, γενομένων ὑπὸ τοῦ ἰδίου.
Τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ φαρμακείου καθαρώτατον, καὶ αἱ ἐπιγραφαὶ τῶν διαφόρων φαρμάκων καλλιγραφημέναι καὶ χρυσογεγραμμέναι. Διετίθετο κανεὶς εὐμενῶς βλέπων τὸ περιβάλλον ἐκεῖνο. Τὸ μόνον παράχορδον, ἡ ἰατρικὴ ἰδιότης τοῦ Καισαρίου, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἴδιος οὐδόλως ἀμφέβαλεν, ἦτο μάλιστ απολὺ θαῤῥαλέος εἰς τὴν ἰατρικήν του καὶ θεραπευτικήν του.
Πρό τινος, μοῦ ἔλεγε, τὸν ἐπεσκέφθην χωρικός τις ὅστις εἶχε σπάσει τὸ χέρι του περὶ τὸν πῆχυν, εἶδεν αὐτὸν καὶ κατὰ τὴν ἰατρικήν του ἀντίληψιν «ἐνεδείκνυτο χειρουγικὴ ἐπέμβασις»! Δὲν ὤκνησε, ἔλαβε παμμεγέθη πρίονα, ἐξ ἐκείνων δι’ οὗ κόπτουσι ξῦλα, καὶ σύνοφρυς, ὁ Καισάριος, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του, τοῦ ἔκοψε τὸ πολυπαθὲς ἐκεῖνο χέρι, καθ’ ὃν χρόνον ὁ τάλας πάσχων ἐτραβοῦσε τὰ πάνδεινα, μὲ τὴν θεραπευτικὴν τοῦ Καισαρίου! –Τί, εἶχε νὰ χάσει, ἔλεγεν ὁ Ὑποδιοικητῆς τῆς Χαλκιδικῆς Σταυριανίδης, ὅταν κατόπιν, εἰς νέαν μετ’ αὐτοῦ ἐπίσκεψίν μου εἰς τὴν Μονὴν τοῦ διηγούμην τὰ προσόντα τοῦ πατρὸς Καισαρίου καὶ τὸ ἐν λόγῳ περιστατικόν.
Ἦτο μεγαλοπρεπὴς ὁ γέρων Καισάριος, διηγούμενος πάντα ταῦτα. Ἠδύνατο νὰ πείσει ἡ σοβαρότης του πάντα δύσπιστον περὶ τῶν φώτων του.
Ἐν τούτοις, ὡς κατόπιν ὁ ἰατρὸς τῆς Μονῆς Ζωγράφου Φωκᾶς, μοῦ εἶπεν, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὀλίγου δεῖν νὰ πάθει ἀπὸ γάγγραινα, ἐγκαίρως ἀντελήφθη τοῦτο ὁ Καισάριος καὶ τὸν διηύθυνε πρὸς τὸν ἰατρὸν τῆς Ῥωσσικῆς Μονῆς, παρ’ οὗ καὶ προὐλήφθη ἡ γάγγραινα. Τὰ τελευταῖα ταῦτα ὅμως, δὲν μοὶ εἶπεν ὁ δόκτωρ Καισάριος.
***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον ΙΕ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Σταυρονικήτα.

Κεφάλαιον ΙΕ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Σταυρονικήτα.
Μετὰ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας πορείαν, εὑρισκόμην πρὸ τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα, ἀφιππεύσα καὶ εἰσῆλθον εἰς αὐτήν. Μόλις ἀριθμεῖ αὕτη περὶ τοὺς τεσσαράκοντα μοναχούς. Διευθύνει ἐνταῦθα ὁ Συνέσιος, ἐγνώρισα αὐτόν, εἶδον ὅτι εἶχον νὰ κάμω μὲ ἀνεπτυγμένον ἄνθρωπον. Τὸ ἰδιαίτερον προσόν του, ὁ καλλίτερος ψάλτης τοῦ Ἁγίου Ὄρος. –Πάτερ Συνέσιε, τοῦ λέγω, ἀδύνατον λόγω τοῦ προκεχωρηκῶτος τῆς ὥρας νὰ συνεχίσω τὴν ὁδόν μου. –Θὰ μείνεις ἐδῶ, μοῦ λέγει οὗτος, καὶ αὔριον πρωΐ, θὰ ἴδωμεν τὴν ἐκκλησίαν, ὅ,τι ἄλλο ἀξιοθέατον ἔχομεν, καὶ κατόπιν ἀναχωρεῖς εἰς Καρυάς. Ἂς εἴμεθα πτωχοί, κάτι θὰ εὑρεθῆ νὰ σὲ περιποιηθῶμεν.
Καὶ τῇ ἀληθείᾳ, τὸ ἑσπέρας ἐκεῖνο μὲ ἐπεριποιήθησαν λαμπρά. –Τί ὥραν θὰ λειτουργήσετε αὔριον;, ἐρωτῶ αὐτόν. –Περὶ ὥραν 4 ½-6 θὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, θὰ ψάλω διὰ νὰ μὲ ἀκούσεις καὶ κατόπιν, θὰ ἴδωμεν πᾶν τὸ ἄξιον προσοχῆς ἐπὶ δύο ὥρας, καὶ περὶ ὥραν 9-9 ½ φεύγεις. Ὥστε πηγαίνομεν νὰ κοιμηθῶμεν διότι ἡ ὥρα εἶναι 10 ½, βλέπων τὸ ὡρολόγιόν του, λέει ὁ πατὴρ Συνέσιος. Ὁδηγοῦμαι εἰς ὡραῖον θάλαμον, ἡ διακόσμησίς του ἐκ ταπήτων, κλινῶν, στρωμάτων, προσκεφαλαίων κεντημάτων κ.λ.π. κεντημάτων, χειροτεχνημάτων ἦτο θαυμασιωτάτη. Ἔστην παρατηρῶν τὴν μὲ πολλὴν καλαισθησίαν διακόσμησιν τοῦ θαλάμου ἐκείνου. –Ποῖος ἔκαμε πάντα ταῦτα, πάτερ Συνέσιε;, ἐρωτῶ. –Κάποιος καλόγηρος, ἀπαντᾶ οὗτος. Ἐζήτησα καὶ εἶδα τὸν καλόγηρον αὐτόν.
Μοῦ λέγει: -Ὄντως ἐγὼ ἔῤῥαψα, ἐγὼ ἐκέντησα, ἐγὼ ἐσιδέρωσα, ἐγὼ ἐτακτοποίησα πᾶν ὅ,τι βλέπεις ἐδῶ μέσα. –Καὶ τὰ θαυμασίας τέχνης κεντήματα καὶ κομψοτεχνήματα αὐτά; -Καὶ ταῦτα, ἐγὼ ἔκαμα, ἀπήντησεν οὗτος. Τὸν συνεχάρην ἐγκαρδίως διὰ τὴν τοιαύτην καλαισθησίαν του καὶ τέχνην του. Φοβερὸς ἐν τῇ ὑπομονῇ του καὶ ἐπιμονῇ του ὁ καλόγηρος, αἰ διὰ τῆς βελόνης προσωπογραφίαι του ἦσαν θαῦμα τέχνης, ἁρμονικώταται, ἐξεδηλοῦντο ἐν αὐταῖς, ἀναλόγως τῆς παραστάσεως, ἡ χαρά, ἡ λύπη, ὁ τρόμος, ἡ κατήφεια, καὶ τὰ λοιπά.
Διὰ χρωστῆρος, δυσκόλως θ’ ἀπεδίδοντο τὰ συναισθήματα ταῦτα· διὰ τῆς βελόνης τοῦτο ἦτο πολὺ δυσκολώτερον· ἐν τούτοις ὁ καλόγηρος τὰ ἐπέτυχεν. Ἐκοιμήθην ἐν τῷ μέσῳ τῆς πλουσίας ἐκείνης διακοσμήσεως καὶ τῶν χειροτεχνημάτων ἐκείνων, καὶ στὰς 4 ½ ἦλθεν ὁ πατὴρ Συνέσιος καὶ μὲ παρέλαβε καὶ μετέβημεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Οἱ καλόγηροι, ἀφοῦ ἀπὸ τῆς 2ας ὥρας μετὰ μεσονύχτιον ἔψαλον τὸν Ὄρθρον, κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὴν Λειτουργίαν· ὁ Συνέσιος κατέλαβε τὴν θέσιν του καὶ ἤρξατο. Ἡ δύναμις τῆς μουσικῆς του ἦτο θαῦμα καλλιφωνίας καὶ ἀκριβείας, ἀπέδιδε ὄχι μόνον ἡμίφωνα καὶ τέταρτα, ἀλλὰ ὄγδοα καὶ δέκατα ἕκτα. Οἱ θόλοι τῆς ἐκκλησίας, ἀπηχοῦντες τὴν λαμπρὰν καὶ ἀρκετὰ ὀξεῖαν φωνήν του, ἔθελγον τὸν ἀκροατήν, ὁ ὁποῖος εὐχαρίστως ἐπὶ ὥρας θὰ ἤθελε νὰ ἀκούσει.
Ὁ ζῶν Κουκουζέλης τοῦ πατρὸς Κορνηλίου τῆς Λαύρας· ἡ δύναμις τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς ὄντος μεγάλη καὶ ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τῆς εὐρωπαϊκῆς, ἀρκεῖ νὰ εὐτυχήσει τις νὰ εὑρεθῆ πρὸ ψάλτου! Πόσον ὡραῖα τὰ τροπάρια τῆς Παναγίας, τὶ θαυμάσιαι αἱ τόσαι καὶ τόσαι ἄλλαι εὐχαί! Ἦτο ἡ ὥρα ἕκτη π.μ., ἡ ψυχή μου εὑρέθη εἰς καινοφανεῖς ὁρίζοντας, χωρὶς νὰ ἀντιληφθῶ, ἡ Λειτουργία εἶχε λήξει. Ἄχ!, πόσον βραχεῖα ἡ Λειτουργία, ἔλεγα, θὰ ἤκουον εὐχαρίστως ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν.
Ὁ πατὴρ Συνέσιος, ἔπαυσε καὶ προσκυνήσας ἦλθε πρὸς ἐμέ. –Δὲν ἔχω προχείρους τὰς καταλλήλους λέξεις νὰ σᾶς συγχαρῶ καὶ νὰ σᾶς ἐκφράσω τὸν θαυμασμόν μου, τοῦ λέγω. –Πᾶμε τώρα, μοῦ λέγει, νὰ πάρωμεν τὸν καφέ μας καὶ ἄφες τοὺς θαυμασμούς, ὅ,τι δυνάμεθα κάμνωμεν. Προσκύνησα καὶ ἐγὼ καὶ ἐξήλθομεν τῆς ἐκκλησίας.
Μοῦ ἔδειξε, μετὰ τὸν καφέ, τὴν βιβλιοθήκην των, ἀρκετὰ πλουσίαν καὶ ταύτην ἐκ χειρογράφων καὶ ἐντύπων, τὰ Χρυσόβουλα, τὰ κειμήλια τῶν τὰ ὁποία καλῶς διατηροῦνται καὶ φυλάσσονται.
Εἶχεν ἤδη ἀρκετὰ παρέλθει ἡ ὥρα, -ἦτο ἡ ἐννάτη π.μ.-, ἐζήτησα νὰ μοῦ δώσουν ἓν ζῶον καὶ μοῦ ἔδωσαν, ηὐχαρίστησα τὸν πατέρα Συνέσιον διὰ τὰς περιποιήσεις του καὶ πᾶν ὅ,τι μοὶ εἶπεν καὶ μοὶ ἔδειξεν καὶ ἀπῆλθον εἰς Καρυάς, σκεπτόμενος τὴν τέχνην τοῦ ψάλλειν αὐτοῦ, καὶ τὰ λαμπρὰ χειροτεχνήματα τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα!

***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον ΙΔ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Παντοκράτορος.

Κεφάλαιον ΙΔ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Παντοκράτορος.
Ἡ ὁδὸς μεταξὺ τῶν Μονῶν Ἰβήρων καὶ Παντοκράτορος εἶναι ὁμαλή, διέρχεται αὕτη διὰ μέσου δασῶν  καὶ καταφύτων ἐκτάσεων, ἔφθασα ἐκεὶ περὶ ὥραν 3 μ.μ. Ἡ Μονὴ αὕτη θεωρεῖται ἐκ τῶν μικρῶν, ἡ ἀδελφότης της πρόθυμος καὶ αὕτη, ἐχάρη ὅταν μὲ εἶδε, μὲ ὑπέδεχθη καὶ ἐτέθη εἰς τὴν διάθεσίν μου διὰ πᾶν ὅτι ἤθελον. –Θὰ ἀναχωρήσω μετὰ δύο ὥρας, εἶπον, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὴν ἐκκλησίαν σας καὶ εἰ δυνατὸν νὰ λάβω ποιάν τοινα γνῶσιν τῆς βιβλιοθήκης σας. –Εὐχαρίστως, μοῦ εἶπον καὶ μετέβημεν εἰς αὐτήν.
Εἶναι ἐδῶ ἡ ἐκκλησία, τῇ ἀληθείᾳ θαυμασία, μὲ ὡραίας εἰκόνας, διὰ χρυσῶν καλυμμάτων κεκοσμημένας τὰς πλείστας, πλουσίους καὶ πολυτελεῖς πολυελαίους καὶ μανουάλια, τύπου βεβαίως καὶ αὕτη βυζαντινοῦ, τὸ κτίσιμόν της ἐξ ἐκείνων ἅπερ δίδουσιν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἶναι προορισμένη διὰ χιλιετηρίδας. Ἐκεῖθεν μετέβημεν εἰς τὴν Βιβλιοθήκην, ὑπάρχουσι καὶ ἐδῶ πλεῖστα ὅσα Χειρόγραφα καὶ ἔντυπα Χρυσόβουλα καὶ ἄλλα κειμήλια. –Αἱ ἐντυπώσεις σας;, μοῦ λέγουν οἱ μοναχοί. -Ἔχω θαυμασίας ἐντυπώσεις, ἀπαντῶ, δὲν ἤλπιζον νὰ ἴδω τόσα πράγματα στὴν Μονήν σας. Ἐκολακεύθησαν οὗτοι καὶ ἐπέμενον τὸ ἑσπέρας νὰ μείνω νὰ μὲ περιποιηθοῦν. τοὺς εἶπον: -Διὰ σᾶς ἐπιφυλάσσω νὰ κάμω θαλάσσια λουτρά τὸ προσεχὲς καλοκαίρι, καὶ οὕτως ἔπεισα αὐτοὺς νὰ μὴν ἐπιμείνωσι, καὶ ἀνεχώρησα διὰ τὴν Μονὴν Σταυρονικήτα, τὴν μικροτέραν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἔξωθι τοῦ Παντοκράτορος καὶ εἰς μικρὰν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόστασιν, ὑπάρχει μεγάλη Ῥωσσικὴ Σκήτη, ἐφάμιλλος πρὸς τὸ Σεράγι.
Φέρουσι καὶ οἱ Παντοκρατορινοί, τὸ στίγμα, ὅτι, τίς εἶδε διὰ τίνος χρυσίου, ἐπέτρεψαν πρὸ ἐτῶν, νὰ κτισθῆ ὁ κολοσσὸς ἐκεῖνος, ὅστις καραδοκεῖ καὶ οὗτος τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀνακηρυχθῆ εἰς Μονήν.
***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ: Κεφάλαιον ΙΓ΄. Εἰς τὴν Μονὴν τῶν Ἰβήρων.

Κεφάλαιον ΙΓ΄. Εἰς τὴν Μονὴν τῶν Ἰβήρων.
Ἡ ἐν Καρυαῖς ζωή μου, προϊόντος τοῦ χρόνου, ἐκανονίσθη ὡς ἑξῆς: Τὴν πρωΐαν 3 ½ -4 μετέβαινον εἰς τὸν Ὄρθρον καὶ παρηκολούθουν τὴν ἀκολουθία αὐτοῦ, κατόπιν τὴν τῆς Λειτουργίας. Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ἐλάμβανον τὸν καφέ μου εἰς τὴν Ἱερὰν Κοινότητα. Εἴτα μετέβαινον μέχρι μεσημβρίας εἰς τὸ γραφεῖόν μου, τὸ μεημέρι ἔτρωγον μετὰ τῶν ὑφισταμένων μου εἰς τὴν κοινὴν τράπεζαν, ἀνεπαυόμην ὀίγον· μετὰ μεσημβρίας καὶ αὖθις γραφεῖον, περὶ ὥραν 4 ἐξηρχόμην καὶ μετέβαινον εἰς τὸν Ἑπερινόν, καὶ εἶτα εἰς περίπατον 1-2 ὥρας. Τὴν 8ην παρετίθετο τὸ δεῖπνον, κατόπιν πάλιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ τὴν παρακολούθησιν τοῦ Ἀποδείπνου καὶ εἶτα τοῦ Θεοτοκαρίου. Ἐκοιμώμην περὶ ὥραν 10-10 ½  καὶ τὴν ἑπομένην τὰ αὐτά, συμφώνως πρὸς τὰς συνηθείας τῶν μοναχῶν, τὰς ὁποίας ὤφειλα, ὡς Ἀρχὴ τοῦ τόπου των νὰ σεβασθῶ καὶ παρακολουθήσω, πρᾶγμα ὅπερ εὐχαρίστως ἔπραττον.
Ἐπλησίαζεν ἤδη εἰς τὰ μέσα ὁ Ὀκτώβριος. Πρωΐαν τινά, βλέπω εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Καταστήματος περὶ τὰ εἴκοσι ζύγια καυσόξυλα. Τὰ ἔφερεν ἐκεῖ ἡ Μονὴ Βατοπεδίου. Ἐρωτῶ διατί, καὶ μοῦ δίδεται ἡ ἀπάντησις, ὅτι κάθε Μονὴ ἔχει ὑποχρέωση νὰ παραδώσει τῇ Ἀστυνομίᾳ 20 ζύγια καυσόξυλα διὰ τὸν χειμῶνα. Οὕτω, 20Χ20 κάμνουν 400 ζύγια καυσόξυλα. Ἐγέμισα οὕτω τὰς ἀποθήκας μου καὶ ἐξησφαλίσθην δι’ ὅλον τὸν χειμῶνα.
Ἐσκεπτόμην ὅτι ἠργοπόρουν διὰ τὴ ἐπίσκεψιν τῶν ὑπολοίπων δέκα ἑπτὰ Μονῶν, ἄλλως διάφορα ζητήματα αὐτῶν μὲ ἐκάλουν τὰ μεταβῶ παρ’ αὐταῖς. Ἐσυνήθισα πλέον καὶ μὲ τὴν ζωὴν τῶν Μονῶν καὶ τῶν μοναχῶν, καὶ ἔλεγον δὲν θὰ ἐδυσκολευόμην πλέον νὰ διέλθω ὅλας. Μετέβην τὸ πρῶτον εἰς τὴν Μονὴν Ἰβήρων, ἥτις ἀποτελεῖ παραλληλόγραμμον, θεωρεῖται αὕτη καὶ εἶναι ἐκ τῶν μεγάλων Μονῶν, πλουσιωτάτη ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ ἤδη καίτοι χρεωμένη ἀνταπρόκρινεται εἰς τὰς ἀνάγκας της. Οἱ Ἰβηρῖται, προσηνεῖς καὶ περιποιητικοί, δὲν τοὺς διακρίνει ἡ ἀριστοκρατία τῶν Βατοπεδινῶν, οὔτε ἡ φιλοσοφικὴ ζωὴ τῶν Λαυρεωτῶν· εἶναι μᾶλλον πρακτικοὶ καὶ ἐργατικοί, ἀποτελοῦντες ἀδελφότητα καλὴν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
Κυριαρχεῖ ἐνταῦθα ἡ ἀντίληψις τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, Ἥτις εἰκὼν τῆς Θεοτόκου θαυματουργός. Αὕτη φέρει ἐπὶ τοῦ προσώπου της τραῦμα διὰ μαχαίρας, κατενεχθὲν πρὸ ἐτῶν ὑπὸ ἀπίστου τινός, ἐξ οὗ ἔῤῥευσεν αἷμα, ὡς ἡ παράδοσις ἀναφέρει. Παρατηρεῖ δέ τις σήμερον αἷμα πεπηγὸς ἐπὶ τοῦ τραύματος, φυλάσσεται συνήθως εἰς παρεκκλήσιον τῆς Μονῆς, καὶ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς μεταφέρεται εἰς τὴν μεγάλην τῆς Μονῆς ἐκκλησίαν, ἐν πομπῇ.
Ἡ Μονή, ἔχει ἐργοστάσιον ἡλεκτρικοῦ φωτός, μὲ μηχανὴν πετρελαιοκίνητον. Πρώτη αὕτη εἰσάγουσα τὸ ἡλεκτρικὸ φῶς εἰς Ἅγιον Ὄρος, κατόπιν τὴν ἐμιμήθη ἡ Μονὴ Βατοπεδίου. Ὡδηγήθην καὶ ἐκεῖ εἰς τὸν Ξενῶνά των, καὶ ἐτάχθη ξεναγός μου. Ἡ ἐπίπλωσις τοῦ Ξενῶνος εἶναι καλή, δεικνύει τὸν ἄλλοτε πλοῦτον τῆς Μονῆς. Ἦλθε πρὸς ἐπίσκεψίν μου ὁ πατὴρ Ἄνθιμος, ὁ πρῶτος Ἐπίτροπος, μὲ τὸν ὁποῖον εὑρέθημεν συμπολῖται, ἅτε ἐξ Εὐβοίας ὁρμώμενοι ἀμφότεροι. Ἀφοῦ ἀνεπαύθημεν ὀλίγον καὶ μὲ ἐκέρασαν καφὲ καὶ γλυκά, -ἡ καθαριότης ὄχι τόσον ἐπιμελημένη ἐνταῦθα· δι’ ὃ μετά τινος ἀποστροφῆς ἔλαβον ἐξ αὐτῶν-, ἐζήτησα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν μεγάλην τῆς Μονῆς ἐκκλησίαν. Παρουσιάζει καὶ αὕτη τὸ βυζαντινὸν μεγαλεῖον ὡς καὶ τὸ μυστηριῶδες, ἴσως μάλιστα κατά τι ἀνώτερον τῆς τοῦ Βατοπεδίου. Ἡ διακόσμησις τῆς ἐκκλησίας πλουσιωτάτη, ἔχει ῥιφθῆ καὶ ἐκεῖ ἐν ἀφθονίᾳ ὁ χρυσὸς καὶ ἄργυρος καὶ οἱ ἀδάμαντες· αἱ εἰκόνες θαυμασίας τέχνης, παλαιαί τε καὶ νέαι. Τῇ ἀληθείᾳ ὡραία καὶ μεγαλοπρεπὴς ἐκκλησία. Ἐκεῖθεν μετέβημεν εἰς τὸ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς παρεκκλήσιον, ἔνθα ἡ πολλὴ Πορταΐτισσα. Μετ’ εὐλαβείας, ἀφοῦ ἠσπάσθην, ἠτένιζον αὐτὴν θαυμάζων τὴν διακόσμησίν της ἐξ ἀδαμάντων καὶ χρυσοῦ· καθ’ ὃν χρόνον περιστοιχίζοντές με μοναχοί, μοὶ διηγοῦντο ὅτι ἡ Παναγία ἦλθε εἰς τὴν Μονήν των πρὸ ἐτῶν φερομένη ἐπὶ τῶν κυμάτων.
Μετὰ τοῦτο μετέβημεν εἰς τὴν Βιβλιοθήκην των, ἄλλη κιβωτὸς χειρογράφων καὶ βιβλίων ἐντύπων! «Τίς καὶ πότε θὰ ἀναγνώσει αὐτά», ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν. Ὡς πρὸς τὰ κειμήλια καὶ ἄμφια  καὶ μήτρας βασιλέων καὶ πατριαρχῶν καὶ διάφορα ἄλλα τοιαῦτα, ἴσως ἡ συλλογή των εἶναι καὶ ἀνωτέρα τῆς Λαύρας. Ἀνυπολόγιστος, ὄχι ἡ ἀπὸ διαθέσεως, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ ἀξία, ἐβαρύνθην βλέπων ἐκεὶ χρυσόν, καὶ ἀδάμαντας. Τῇ ἀληθείᾳ πλουσιωτάτη συλλογή!
Ἐκεῖ μοὶ ὑπεδείχθη κιβώτιον ἐσφραγισμένον πρὸ ἑξακοσίων ἐτῶν, περὶ οὗ ὑπάρχει ἡ παράδοσις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνοιχθῆ· καὶ παραδίδεται οὕτω ἐσφραγισμένον ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεᾶς. Τί πλούτη καὶ τί ἀδάμαντας καὶ τί κειμήλια περιέχει τοῦτο, ἄγνωστον. Πάντως, τὸ περιεχόμενόν του, ὡς λέγεται, εἶναι πλουσιώτατον. –Καὶ δὲν ἀποφασίζετε νὰ τὸ ἀνοίξητε;, τοὺς λέγω. -Ὄχι, μοῦ ἀπαντοῦν ὅλοι, παράδοσις εἶναι καὶ θὰ εἶναι σεβαστὴ ἀπὸ ὅλους μας.
Ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης μετέβημεν εἰς τὸ Συνοδικόν, ὅπου μὲ ἀνέμενον οἱ μοναχοὶ οἱ διοικοῦντες τὴν Μονήν. Τοὺς εὐχαρίστησα ἐκεῖ διὰ τὴν προθυμίαν των καὶ τὰς περιποιήσεις των καὶ τοὺς ἐξέφρασα τὸν θαυμασμόν μου δι’ ὅσα εἶδον καὶ ἤκουσα.
-Αἱ Μοναὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἶναι κυψέλαι, μοῦ λέγει ὁ πατὴρ Ἄνθιμος. Οἱ μοναχοί, συνέλεξαν ἀπὸ ἐτῶν χειρόγραφα κειμήλια καὶ ἄλλα πράγματα, ἅτινα μετὰ πολλῆς εὐλαβείας διατηρώσιν. Εἶναι ἕνα κέντρον εἰς τὸ ὁποῖον πολλὰ πράγματα καὶ σπουδαῖα φυλάσσονται, καὶ περίεργον, πολλοὶ ὀλίγοι ἔχουσιν ἀντίληψίν τινα, τῶν ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν θησαυρῶν, τῶν ἐνταῦθα εὑρισκομένων.
Μετὰ τὸ γεῦμα θὰ ἀνεχώρουν διὰ τὴν Μονὴν Παντοκράτορος, ὥραν ἀπέχουσαν ἐκεῖθεν. –Δὲν κάθεσαι νὰ κοιμηθῆς ἐδῶ;, μοῦ λέγουν, καὶ αὔριον πρωΐ φεύγεις. –Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴν ἐπιμένετε, ἀπήντησα, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σπεύσω. Ἔχω σχεδὸν δύο μῆνας ἐνταῦθα καὶ ἡ Μονή σας εἶναι ἡ τετάρτη ποὺ ἐπεσκέφθην. Ἔχομεν ἀκόμη δεκαὲξ καὶ τὰς ὁποίας πρέπει καὶ θέλω νὰ ἐπισκεφθῶ, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σπεύσω. Ἀπεχαιρέτησα αὐτούς, μετέβην παρὰ πατρός τινα εἰς τὸν Ξενῶνα, ἐφάγομεν, καὶ μετὰ τὸ γεῦμα ἀπεχαιρέτησα καὶ αὐτόν. Ἵππευσα ἐπὶ ἑνὸς ζώου, ὅπερ εἶχον τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ μοὶ δώσωσιν καὶ ἀνεχώρησα.
***