Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΑΣ Ο ΜΟΛΔΑΒΟΣ (+10/2/1882)

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΑΣ Ο ΜΟΛΔΑΒΟΣ (+10/2/1882)


Ὁ πατὴρ Ἀντίπας γεννήθηκε στὴν Μολδαβία, στὸ χωριὸ Καλαποντέστι (Kalapodesti), τὸ ἔτος 1816. Οἱ γονεῖς του ἦσαν πολὺ πτωχοί, ἀλλὰ καὶ πολὺ εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του, ὁ Γεώργιος Λουκιανός, ὑπηρετοῦσε ὡς διάκονος στὸν ναὸ τοῦ χωριοῦ, ἐνῶ ἡ μητέρα, ἡ Αἰκατερίνη, ἀργότερα πῆγε σὲ Μοναστήρι καὶ τελείωσε τὴν ζωή της ὡς μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Ἐλισάβετ.
Ὁ Λουκιανὸς καὶ ἡ Αἰκατερίνη γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα δὲν εἶχαν παιδιά. Μὲ τὶς προσευχὲς τῆς μητέρας ὅμως γεννήθηκε υἱός, ὁ Ἀλέξανδρος. Ἡ γέννησις τοῦ μετέπειτα ἀσκητοῦ σημειώθηκε μὲ ἰδιαίτερη θεϊκὴ χάρη· ἔλειπαν ἀπὸ τὸν τοκετὸ οἱ μητρικὲς ὠδῖνες.
Παιδὶ ἀκόμη, ὅταν ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πατέρα του στὸ ἄγριο καὶ γεμᾶτο ἀπὸ δηλητηριώδη φίδια δάσος, τὰ ἔπαιρνε ζωντανὰ στὰ χέρια του καὶ οὔτε στὸ ἐλάχιστο δὲν τὸν ἔβλαπταν· ὅσοι τὸν ἔβλεπαν τοὺς προκαλοῦσε φρίκη.
Ἂν καὶ ἦταν προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ μεγάλα πνευματικὰ χαρίσματα, στὴν παιδικὴ ἡλικία ὁ π. Ἀντίπας ἐστερεῖτο τὶς συνήθεις φυσικὲς ἱκανότητες. Ἦταν ὑπερβολικὰ ἀγαθὸς καὶ πάρα πολὺ δύσκολα ἀντιλαμβανόταν ὅ,τι τοῦ ἔλεγαν. Αὐτὰ τὰ δύο μειονεκτήματα προξενοῦσαν ἀνάλογη ἐπίδραση καὶ στοὺς συνομηλίκους του. Κάποιες φορές, ἔκπληκτοι ἀπὸ κάτι θααυμαστο, μὲ φόβο γονάτιζαν μπροστά του καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν κύριό τους, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς τὸν ἔβριζαν καὶ τὸν κτυποῦσαν, ἐξ αἰτίας τῆς ἁπλοϊκῆς συμπεριφοράς του.
Παρὰ τὴν ἔντονη καὶ ἐπίμονη προσπάθεια, ὁ π. Ἀντίπας γιὰ πολὺν καιρὸ ἀδυνατοῦσε νὰ μάθει γραφὴ καὶ ἀνάγνωση. Βλέποντας οἱ διδάσκαλοι τὴν ἀνικανότητά του, τὸν συμβούλευαν νὰ ἀφήσει τὸ σχολεῖο καὶ νὰ μάθει κάποια τέχνη. Ὁ ἴδιος ἔκλαιγε πικρὰ καὶ ἔλεγε:
-Ὄχι· ἡ μοναδική μου ἐπιθυμία εἶναι νὰ μάθω νὰ διαβάζω, διότι ὣς τὸν θάνατπο θὰ ἀσχολοῦμαι μόνο μὲ τὴν ἀνάγνωση θεϊκῶν βιβλίων!
Ἡ σφοδρὴ ἐπιθυμία, ἡ προσπάθεια καὶ ἡ προσευχὴ στὸ τέλος νίκησαν, τὰ δὲ ἱερατικὰ βιβλία ἔγιναν γιὰ τὸν π. Ἀντίπα καθημερινὴ πηγὴ πνευματικῆς διδαχῆς.
Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ πατέρας του καὶ ἡ οἰκογένεια ἔμεινε χωρὶς στήριγμα, αὐτὸς συνέχισε νὰ πηγαίνει σχολεῖο. Ἡ μητέρα του ὅμως, ὡς μεγαλύτερον στὸ σπίτι, τὸν προέτρεψε νὰ μάθει τὴν τέχνη τῆς βιβλιοδεσίας. Στὸ νέο περιβάλλον ὑπέμεινε γενναῖα ὅλες τὶς δυσκολίες καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ γρήγορα ἔγινε ἐπαγγελματίας βιβλιοδέτης. Μετὰ ἐπέστρεψε στὴν πατρικὴ οἰκία, ὅπου ἄρχιζε νὰ ἐργάζεται μόνος του καὶ νὰ φροντίζει τὴν οἰκογένειά του.
Τότε στὸ σπίτι τῶν Λουκιανῶν ὑπῆρχαν ἀρκετὰ ἀγαθά, ἀλλὰ ἡ καρδιὰ τοῦ νέου δὲν εὕρισκε παρηγοριὰ στὰ ἐπίγεια. Συχνά, μὴν γνωρίζοντας πῶς νὰ ἀποκτήσει ψυχικὴ εἰρήνη, ἔμενε μόνος καὶ μὲ δάκρυα προσηύχετο στὸν Θεόν: «Γνώρισόν μοι Κύριε ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου».
Βιώνοντας κάποτε, στὰ 20 του χρόνια, παρόμοια κατάσταση προσευχῆς, ξαφνικὰ θαμπώθηκε ἀπὸ θαυμάσιο φῶς, τὸ ὁποῖο γέμισε τὴν καρδιά του μὲ ἀνέκφραστη χαρά, καὶ τὰ δάκρυά του ἔτρεχαν σὰν ποτάμι ἀπὸ τὰ μάτια του. Μὲ τὴν ἐμπειρία τοῦ φωτὸς ἦσαν σὰν νὰ αἰσθάνθηκε ἀνώτερη θεϊκὴ κλῆση καὶ μὲ χαρὰ ἀνεφώνησε:
-Κύριε, θὰ γίνω μοναχός!
Ὁ Θεὸς ὅμως, κατὰ τὴν πρόνοιά του, παρεχώρησε διαφόρους δαιμονικοὺς πειρασμούς. Τοῦ ἐνεφανίζοντο δαιμόνια μὲ τὴν μορφὴ μαύρων Αἰθιόπων ἢ σκύλων· μόλις ὅμως ἐσχημάτιζε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἀμέσως ἐξηφανίζοντο σὰν ἀστραπή. Μερικὲς φορὲς ἔπαιρναν καὶ πολλὲς ἄλλες μορφές, προξενοῦσαν φοβερὸν θόρυβο, κρότους, καὶ δημιουργοῦσαν φόβο καὶ φρίκη στὴν ψυχή του. Πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῶν δαιμονικῶν πειρασμῶν μερικὲς φορὲς ἀκουγόταν στὸν ἀέρα φωνή, ἡ ὁποία τὸν προειδοποιοῦσε:
-Ἑτοιμάσου, θὰ ἔλθει πειρασμός.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς ἐπιθέσεις, ὑπέμεινε πολλὲς θλίψεις καὶ ταπεινώσεις ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν τὸν ἄντεχαν λόγῳ τῆς εἰλικρίνειας καὶ τῆς ἀξιοζήλευτης εὐλαβείας του. Ἔτσι, διὰ μέσου βασάνου καὶ ἄθλων ἀνήρχετο τὴν κλίμακα τῆς τελειότητος.
Ἕνα βράδυ βγῆκε ἥσυχα ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὴν γνωστὴ Μονὴ τῆς Μολδαβίας Νεάμτς (Neamts). Στὸ Καθολικὸ μέ δάκρυα ἔκανε ἐδαφίαια μετάνοια μπροστὰ στὴν θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Ἡ ἐκκλησία ἦταν ἐντελῶς ἄδεια καὶ ξαφνικὰ ἄκουσε θόρυβο. Ἡ κουρτία ἡ ὁποία ἐκάλυπτε τὴν ἁγία εἰκόνα ἄνοιξε μόνη της, ὁπότε τὴν ἀσπάσθηκε μὲ κατάνυξη καὶ ἀνέκφραστη χαρά. Ἐνῶ ὅμως στὸν ναὸ ἔλαβε τόσο πλούσια παρηγορία, ἀπὸ τὸ ἡγουμενεῖο βγῆκε μὲ μεγάλη λύη· διότι παρ’ ὅλες τὶς παρακλήσεις του ὁ Ἡγούμενος ἀπέῤῥιψε ἀποφασιστικὰ τὴν συναρίθμησή του στὴν ἀδελφότητα τοῦ Νεάμτς.
Ὁ π. Ἀντίπας ἑτοιμάσθηκε καὶ ἔφυγε στὴν Βλαχία. Ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὰ ἥσυχα τείχη, τὸν δέχθηκε ἕνα ὄχι μεγάλο Μοναστήρι, ὅπου γιὰ περισσότερο ἀπὸ δύο χρόνια προσέφερε τὸν ἑαυτό του μὲ πλήρη αὐταπάρνηση στὰ μοναστηριακὰ διακονήματα. Ὁ βίος του ἦταν πλήρης βασάνων καὶ στερήσεων. Δὲν τοῦ ἔδιδαν μοναχικὰ ῥοῦχα, δὲν εἶχε οὔτε κελλί. Ἐξηντλημένος, κοιμόταν ὅπου εὕρισκε: στὸν σταῦλο ἢ στὸ πάτωμα τῆς κουζίνας. Μία φορὰ ἀποκοιμήθηκε στὸ χωράφι, πάνω στὸ σανὸ ποὺ ἦταν σκεπασμένος μὲ μισοπαγωμένο χιόνι καὶ μόλις ποὺ κατάφεραν νὰ τὸν συνεφέρου.
Μὲ τὴν ἀγρυπνία, τὴν νηστεία καὶ τοὺς σωματικοὺς κόπους ὁ νέος ἀσκητὴς συνδύασε τὴν νοερὰ προσευχή. Τοῦ τὴν ἔμαθε ὁ μεγαλόσχημος Γέροντας Γεδεών, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 30 περίπου χρόνια ἠσκεῖτο ἔγκλειστος κοντὰ στὸ Μοναστήρι. Ἡ αὐστηρὴ καὶ γεμάτη αὐταπάρνηση ζωὴ τοῦ π. Ἀντῖπα ξεχώριζε ὁλοφάνερα στὸ Κοινόβιο. Ὁ πνευματικὸς τὸν παρότρυνε νὰ πάει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ ἴδιο ἐπιθυμοῦσε καὶ ἡ δική του καρδιά, ἀλλὰ εὑρισκόμενος στὰ πρῶτα βήματα τῆς ἀσκήσεώς του ἤθελε νὰ ἀκούσει τὴν φωνὴ ἐμπείρου Γέροντος.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν γνωστὸς στὴν Μολδαβία γιὰ τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες καὶ τὴν πνευματικὴ πεῖρα ὁ ἀρχιμανδρίτης Δημήτριος, Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Μπράζ, ὁ ὁποῖος, πρὶν ἀναλάβει τὴν διοίκηση, ζοῦσε σὲ ἄγριο δάσος τὴν σκληρὴ ζωὴ τοῦ ἐρημίτου. Κάποτε βρῆκε τυχαίως στὸ ἔδαφος ἕνα δοχεῖο γεμᾶτο μὲ νομίσματα χρυσά· ὑπῆρχε στὰ χρήματα καὶ σημείωμα, ποὺ ἐξηγοῦσε ὅτι ἀνήκουν στὸν ἐπίσκοπο τῆς Μολδαβίας Δοσίθεο. Τὰ εἶχε κρύψει ὀ ἴδιος, ἐπειδὴ γνώριζε ὅτι δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἀποφύγει τὸν μαρτυρικὸ θάνατον ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Τούρκων. «Ὅποιος βρῆ αὐτὰ τὰ χρήματα», ἔλεγε στὴν συνέχεια τὸ σημείωμα, «πρέπει νὰ ἀνοικοδομήσει ἕνα Μοναστήρι καὶ τρεῖς Σκῆτες. Ὅταν τελειώσει τὸ κτίσιμο τῆς τρίτης Σκήτης, θὰ εὑρεθοῦν τὰ λείψανά μου!». Ἐνημερώνοντας ὁ π. Δημήτριος τὸν μητροπολίτη Μολδαβίας γιὰ ὅλα ὅσα ἀνεκάλυψε, μὲ τὴν εὐλογία του καὶ μὲ ζῆλο ἄρχισε τὴν ἐκπλήρωση τῆς τελευταίας ἐπιθυμίας τοῦ μακαριστοῦ ἐπισκόπου Δοσιθέου.
Ἔτσι, κτίσθηκε ἕνα ὡραιότατο Μοναστήρι ὅπως τὸ Νεάμτς, ἔλεγε ὁ π. Ἀντίπας. Ὅταν ἀποπερατώθηκε ἡ ἀνέγερσις τῆς τρίτης καὶ τελευταίας Σκήτης –στὴν αὐλὴ τῆς ὁποίας ὁ π. Δημήτριος παρήγγειλε νὰ σκάψουν τὸν τάφο του- ἦλθε καὶ ὁ ἴδιος γιὰ τὴν ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ. Τοῦ ἐξήγησαν ὅτι στὸν τάφο ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ πέφτουν χώματα· ἐνῶ δὲ μπροστά του ἔσκαβαν βαθύτερα, ἀνεκάλυψαν τὴν λάρνακα μὲ τὰ λείψανα τοῦ μακαριστοῦ ἐπισκόπου Δοσιθέου.
-Ἀξιώθηκα καὶ ἐγὼ νὰ δῶ αὐτὰ τὰ ὀστᾶ, ἔλεγε ὁ π. Ἀντίπας, καὶ νὰ τὰ ἀσπασθῶ· ἀνέδιδαν θαυμάσια εὐωδία!
Ζητῶντας πνευματικὴ συμβουλή, ὁ π. Ἀντίπας ἀπευθύνθηκε στὸν ἀρχιμανδρίτη Δημήτριο, ὁ ὁποῖος γενικῶς πάντα συγκρατοῦσε τοὺς ἐραστὰς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Αὐτὴν τὴν φορὰ ὅμως, πρὸς γενικὴ κατάπληξη, συμφώνησε, προσθέτοντας μάλιστα ὅτι ὁ ἴδιος θὰ τὸν κείρει μοναχό, καὶ ἀμέσως ὁ π. Ἀντίπας ἀνεχώρησε γιὰ τὸν Ἄθωνα.
***
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐρημικὰ Κελλιὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἠσκοῦντο οἱ συμπατριῶταί του, Μολδαβοὶ ἱερομόναχοι Νήφων καὶ Νεκτάριος, καὶ ὁ νεοαφιχθεὶς π. Ἀντίπας θέλησε νὰ γίνει μαθητής τους.
-Ἐσῦ προσφάτως φόρεσες τὸ μοναχικὸ ῥάσο, ἀπήντησαν στὸ αἴτημά του οἱ ἔμπειροι πατέρες, ἑπομένως πρέπει κατ’ ἀρχὰς νὰ ἀσκηθῆς στὰ διακονήματα τοῦ Κοινοβίου.
Ἀποδεχόμενος τὴν συμβουλή τους, ὁ π. Ἀντίπας πῆγε στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου, ὅπου ἐπὶ τρία περίπου χρόνια διηκόνησε στὴν κουζίνα. Ἐκεῖ, ἕναν ὁλόκληρο χρόνο εἶχε τὸν μεγαλύτερο καὶ πιὸ ἐπικίνδυνο γιὰ ἕναν ἀσκητὴ πειρασμό; ἔχασε τὴν νοερὰ προσευχὴ και μαζὶ μ’ αὐτὴν ὅλες τὶς χαρισματικὲς παρηγορίες. Καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία του γέμισαν ἀπὸ καταθλιπτικὸ σκότος. Μόνον ἡ ἀκλόνητη ἐλπίδα του στὴν προστασία τῆς Θεομήτορος τὸν διεφύλαξε ἀπὸ τὴν ἀπελπισία. Ἔφθασε ὅμως καὶ τὸ τέλος τῆς δοκιμασίας· οἱ Μολδαβοὶ Γέροντες δέχθηκαν τὸν ἀδελφό τους στὴν ἔρημο χάριν ὑψηλοτέρων ἄθλων.
-Τώρα πρέπει νὰ καρῆς μοναχός· ἀπὸ ἐμένα θὰ γίνει ἡ κουρά, εἶπε ὁ π. Νήφων στὸν π. Ἀντίπα.
-Εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ μὲ χαρὰ τὸ Σχῆμα· ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ μὲ ἀφήσεις μόνον στὴν ἔρημο, τοῦ ἀπήντησε ὁ π. Ἀντίπας.
-Φυσικὰ δὲν θὰ σὲ ἀφήσω, εἶπε ὁ π. Νήφων· μᾶς εἶσαι ἀπαραίτητος.
Ὁ π. Νήφων τότε σκεπτόταν πῶς νὰ δημιουργήσει στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀνεξάρτητη Μολδαβικὴ Σκήτη καὶ πίστευε ὅτι ὁ π. Ἀντίπας θὰ τοῦ ἦταν ἀρκετὰ χρήσιμος. Γι’ αὐτὸ ἤθελε ὁ ἴδιος νὰ τὸν κείρει μοναχό, ὥστε, κατὰ τὸν πνευματικὸ νόμο, νὰ εἶναι γιὰ πάντα συνδεδεμένος μαζί του.
Ὁ π. Ἀντίπας κατάλαβε τὸν σκοπό του καὶ αὐτὸ τὸν ἔκανε νὰ νιώσει ἀνυπολόγιστο βάρος. Γέροντας καὶ μαθητὴς ἀπεφάσισαν νὰ ἀπευθυνθοῦν στὸν μεγαλόσχημο π. Εὐθύμιο, τὸν κοινὸ πνευματικό τους καθοδηγητή, ὁ ὁποῖος πῆρε τὸ μέρος τοῦ π. Ἀντίπα. Σύμφωνα μὲ τὴν συμβουλή του ἔγινε ἡ κουρὰ καὶ τοῦ ἔδωσαν πλήρη ἐλευθερία νὰ βαδίσει τὸν ἐρημικὸ βίο. Ὁ π. Νήφων πολὺ ἀπρόθυμα ἄφησε τὸν μοναχό του στὴν ἔρημο· ἡ δυσαρέσκειά του ἐκδηλώθηκε ἐπίσης μὲ τὸ ὅτι δὲν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπὸ τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν νέα διαμονή.
***
Μὲ ἄδεια χέρια ἔφθασε ὁ π. Ἀντίπας στὴν μισογκρεμισμένη ἐρημικὴ καλύβα. Στὸ ἐσωτερικότ ης δὲν ὑπῆρχε τίποτε ἀπολύτως. Μόνο σὲ μία γωνία, πάνω σ’ ἕνα ντουλαπάκι, βρῆκε μία μικρὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, στὴν ὁποία ἀπὸ τὴν πολυχρόνιο ἐγκατάλειψη μόλις ποὺ διακρινόταν ἡ μορφή. Μὲ τὸ εὕρημά του χάρηκε πολὺ καὶ αἰσθάνθηκε ὅτι ἀπέκτησε σπάνιον θησαυρό. Πῆρε μαζί του τὴν εἰκόνα καὶ χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ κατευθύνθηκε πρὸς τὸν γνωστὸ ἁγιογράφο ἱερομόναχο Παΐσιο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει στὸν Ἄθωνα ἀπὸ τὰ ἅγια ὄρη τοῦ Κιέβου. Τὸν παρεκάλεσε νὰ τὴν καθαρίσει ὅσο τὸ δυνατὸν προσεκτικότερα γιὰ νὰ μὴν τὴν καταστρέψει, κυρίως δὲ νὰ μὴν διορθώσει οὔτε στὸ ἐλάχιστο τὰ χρώματα. Ὁ π. Παΐσιος δὲν συμφώνησε μὲ τοὺς ὄρους του, ὑποχώρησε μόνον κατόπιν πολλῶν παρακλήσεων. Σὲ σύντομο χρόνο ἐπέστρεψε τὴν εἰκόνα σχεδὸν καινούργια, λέγοντας ὅτι, μετὰ ἀπὸ τὸ πρῶτο πλύσιμο μὲ νερό, ἔλαμψε τόσο, ὥστε κατέπληξε καὶ τὸν ἴδιον. Ἡ Παναγία, ἡ ὁποία μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι τόσων χρόνων ἦλθε στὸ φῶς μὲ θαυμαστὸ τρόπο, ἀργότερα δοξάσθηκε κάνοντας πολλὰ θαύματα. Τώρα εὑρίσκεται στὴν Μονὴ Βαλαάμ.
***
Ὁ π. Ἀντίπας δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ζήσει στὴν μισογκρεμισμένη καλύβα, ἀλλὰ καὶ πόρους γιὰ τὴν ἐπιδιόρθωσή της δὲν εἶχε. Κάποτε ὅμως πῆγε μακριὰ καὶ ξαφνικὰ τὸν σταμάτησε ἕνας ἄγνωστος μοναχὸς καὶ τοῦ εἶπε:
-Πάτερ, μερικοὶ καλοὶ ἄνθρωποι μοῦ ἔδωσαν 5 δουκᾶτα καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ τὰ παραδώσω στὸν πτωχότερο ἐρημίτη. Προσευχήθηκα καὶ ἀπεφάσισα νὰ τὰ δώσω στὸν πρῶτο ποὺ θὰ συνατοῦσα. Ὁρίστε· θὰ σοῦ εἶναι ἴσως ἀπαραίτητα!
Ὁ π. Ἀντίπας δέχθηκε τὰ χρήματα μὲ εὐγνωμοσύνη, σὰν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Κατόπιν κάλεσε ἕναν πτωχὸ κελλιώτη ξυλουργό, ὁ ὁποῖος ἄρχισε τὶς ἐπιδιορθώσεις τῆς κατοικίας του. Σὲ διάρκεια 4 ἡμερῶν οἱ ἐργασίες τελείωσαν ἐπιτυχῶς· τὴν πέμπτη ἡμέρα ὁ τεχνίτης μοναχὸς ἀῤῥώστησε βαρειὰ ἀπὸ φοβερὴ χολέρα καὶ ἀδύναμος ἔπεσε κάτω μὲ σπασμούς. Ὁ π. Ἀντίπας ἀνησύχησε πολύ. Δὲν εἶχε δυνάμεις νὰ σύρει τὸν ἄῤῥωστο ὣς τὴν καλύβα του. Ὠθούμενος ὅμως ἀπὸ ἀνεξήγητη δύναμη, σκέφθηκε τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου σὰν τὴν μοναδική του ἐλπίδα καὶ τὴν τοποθέτησε ἀπέναντι ἀπὸ τὸν πεσμένο στὴν γῆ ἄῤῥωστο. Ὁ ἴδιος ἀποσύρθηκε στοὺς θάμνους καὶ ἄρχισε νὰ παρακαλῆ τὸν Κύριο γιὰ τὴν θεραπεία του, προσευχόμενος ἀρκετὴ ὥρα. Ὅταν ἐπέστρεψε στὴν καλύβα του, μὲ ἔκπληξη καὶ μεγάλη χαρὰ εἶδε ὅτι ὁ ἀσθενὴς ἦταν ἤδη ἀπολύτως ὑγιὴς καὶ ἐργαζόταν.
-Μὲ θεράπευσε ἡ εἰκόνα σου, ἐξήγησε ὁ ἄῤῥωστος μοναχός· εἶναι θαυματουργή. Ἤμουν ξαπλωμένος σὰν νεκρὸς καὶ διὰ μιᾶς αἰσθάνθηκα ἀπὸ τὴν μορφὴ τῆς Θεοτόκου νὰ ἔρχεται πρὸς ἐμένα ἀνεξήγητη ζωογόνος θερμὴ πνοή. Ζεστάθηκα καὶ ἀμέσως σηκώθηκα στὰ πόδια μου ὑγιῆς.
***
Μὲ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες ὁ ἐρημίτης συνεδύασε κατ’ ἀνάγκην καὶ ἥσυχο ἐργόχειρο, τὴν κατασκευὴ ξυλίνων κουταλιῶν, τὰ ὁποῖα πουλοῦσε στὶς Καρυές, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν τροφή του. Ὁδηγίες γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ δεχόταν ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Λεόντιο, ὁ ὁποῖος ζοῦσε στὴν Λακκοσκήτη. Στοὺς μετέπειτα χρόνους εἶχε στενότατες πνευματικὲς σχέσεις μαζί του καὶ μόνο μὲ τὴν εὐλογία του ἀπεφάσιζε νέα βήματα.
***
Σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα ἡ κατοικία τοῦ π. Ἀντίπα ἦταν ἕτοιμη, οἱ ἡμέρες του ὅμως ἔπαυσαν νὰ κυλοῦν ἥσυχα.
Ἡ σκέψις τοῦ π. Νήφωνος περὶ ἱδρύσεως Μολδαβικῆς Σκήτης ἄρχισε σιγὰ-σιγὰ νὰ ὑλοποιεῖται. Στὴν πόλη Ἰάσιο τῆς Ῥουμανίας εἶχαν δικό τους μετόχι μὲ ναό. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀγόρασαν γῆ, ὅπου μὲ ταχὺ ῥυθμὸ ἀνυψώθηκαν μερικὰ κελλιὰ τῆς Σκήτης, ὅμως δὲν ἐπαρκοῦσαν, διότι ἡ ἀδελφότης διαρκῶς ἐπληθύνθετο. Τότε οἱ πατέρες ἄρχισαν νὰ παρακαλοῦν τὸν π. Ἀντίπα νὰ τοὺς βοηθήσει, καὶ ἐκεῖνος, ὑπακούοντας στὴν συμβουλὴ τῶν πνευματικῶν του, δέχθηκε.
Τὸν χειροτόνησαν ἱεροδιάκονο, σύντομα ἱερέα καὶ μετὰ τὸν ἔκαναν οἰκονόμο. Ἐπειδὴ δὲν εἶχε καὶ πολλὲς ὑποχρεώσεις, ὁ π. Ἀντίπας κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών του ἐπιδόθηκε περισσότερο στὰ πνευματικά.
Σ’ αὐτὸν κάποτε ὁ π. Νήφων ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἑτοιμάσει γιὰ τὸν ἴδιο καὶ γιὰ ἕναν ἐπισκέπτη ἰδιαίτερο φαγητὸ στὴν κοινὴ τράπεζα τῆς ἀδελφότητος. Ἐκεῖνος δὲν τὸ ἑτοίμασε, ὁπότε ὁ ἡγούμενος θύμωσε καὶ τοῦ ὥρισε ὡς ἐπιτίμιο νὰ κάνει μετάνοιες.
-Τὶς μετάνοιες θὰ τὶς κάνω μὲ χαρά, ἀπήντησε ὁ π. Ἀντίπας στὸν π. Νήφωνα, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσετε. Ὅ,τι ἔκανα, ἔγινε μὲ σκοπὸ νὰ ἀποφευχθῆ ὁ σκανδαλισμὸς καὶ ἡ πτῶσις τῶν ἀδελφῶν. Ἐπειδὴ ὅμως σεῖς ὁ ἴδιος καθορίσατε τὸ τυπικὸ σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῶν Ἁγίων πατέρων, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀθετήσετε, διότι ὁ πρῶτος σὲ ὅλα πρέπει νὰ γίνεται παράδειγμα σὲ ἄλλους. Τότε μόνο τὸ Κοινόβιό μας θὰ προοδεύσει στὰ πνευματικὰ καὶ θὰ συνεχίσει νὰ ὑπάρχει.
Ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ π. Νήφων ταπεινώθηκε τελείως καὶ εὐχαρίστησε τὸν π. Ἀντίπα γιὰ τὸν συνετό του ζῆλο.
***
Οἱ ἐργασίες ἀποπερατώσεως τῆς Σκήτης ἀπαιτοῦσαν νὰ μείνει ὁ π. Νήφων ἐπὶ τρία χρόνια στὴν Μολδαβία. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἡ διοίκησις ὁλοκλήρου τοῦ Κοινοβίου ἀνετέθη στὸν π. Ἀντίπα, ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐξεπλήρωνε καὶ τὸ καθῆκον τοῦ Πνευματικοῦ.
Μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ π. Νήφωνος στὸ Ἅγιον Ὄρος ἦλθε ἡ στιγμὴ νὰ ἀποχωρισθῆ ὁ π. Ἀντίπας γιὰ πάντα τὸν ἱερὸ τόπο τῶν μακροχρονίων ἀγώνων του, τὸ μέρος μὲ τὸ ὁποῖο ἦταν συνδεδεμένος ὁλόψυχα καὶ διατηροῦσε ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του τὶς καλύτερες ἀναμνήσεις. Ὁ π. Νήφων τὸν διόρισε οἰκονόμο τοῦ μετοχίου τῆς Σκήτης στὸ Ἰάσιο.
***
Μετακομίζοντας, χωρὶς νὰ τὸ περιμένει, ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ Ἁγίου Ὄρους στὴν θορυβώδη πόλη τῆς Ῥουμανίας μὲ τὶς ποικίλες μέριμνες καὶ ἐργασίες, ὁ π. Ἀντίπας κυρίως ἐφρόντιζε καὶ ἐδῶ, ὅπως καὶ στὸν πρότερο βίο του στὴν ἔρημο, νὰ ἐκπληρώνει ὅλους τοὺς μοναχικοὺς κανόνες κατὰ τὸ ἀθωνικὸ τυπικό. Τὴν συμβουλὴ αὐτὴ τοῦ ἔδωσε καὶ ὁ π. Νήφων, ὅταν τὸν ἔστειλε στὸ Ἰάσιο. Στὸ πλῆθος τῶν πειρασμῶν, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν ἐπιβλαβῆ ἐπίδραση στὴν ψυχή του, ὁ ἔμπειρος πνευματικὸς πολεμιστὴς πρόβαλε τὸ ἰσχυρὸ ὅπλο τῆς νηστείας. Συχνά, ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρες, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς καὶ μία ἑβδομάδα, οὔτε ἔτρωγε οὔτε ἔπινε.
Ἀκολουθῶντας ὁ ἴδιος αὐστηρὸ τρόπο ζωῆς μὲ τὴν ψυχή του δοσμένη στὴν πίστη καὶ στὴν εὐσέβεια, μόλις ὁ π. Ἀντίπας ἐπεσήμαινε ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνες, τὴν ἤλεγχε μὲ ζῆλο. Αὐτὸς ὁ ζῆλος, μαζὶ μὲ τὴν ἁπλότητα, τὴν εἰλικρινῆ ἀγάπη καὶ τὸν ἐμποτισμένο μὲ βαθειὰ πνευματικότητα κατηχητικό του λόγο, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ παράδειγμα τῆς προσωπικῆς του ζωῆς, ἔκανε τὶς ἀνθρώπινες καρδιὲς νὰ ἀνοίγονται μπροστά του. Μὲ ἰδιαίτερη  εὔνοια τὸν δέχθηκε καὶ ὁ μητροπολίτης Μολδαβίας ὁρίζοντάς τον Πνευματικὸ σὲ δύο γυναικεῖα Μοναστήρια.
***
Κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀσκήσεώς του στὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ π. Ἀντίπας ἀπὸ τὴν μακρόχρονη νηστεία αἰσθανόταν συνήθως μεγάλη πίκρα στὸ λαιμό. Μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια στὴν Μολδαβία, ἡ πίκρα μεταβλήθηκε σὲ ἀσυνήθιστη γλυκύτητα. Μὴν μπορῶντας νὰ ἐξηγήσει τὸ φαινόμενο, ἀπευθύνθηκε στὸν τοπικὸ ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε:
-Τέτοιου εἴδους αἴσθησις στὴν πραγματικότητα εἶναι καρπὸς τῆς νηστείας καὶ τῆς καρδιακῆς εὐχῆς. Εἶναι χαρισματικὴ παρηγορία, μὲ τὴν ὁποία ὁ Κύριος ἐνθαῤῥύνει τὸν ἀσκητὴ στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Ὁ Ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέει περὶ αὐτοῦ: Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὴν ἀγάπη του μετατρέπει τὴν πίκρα τοῦ ἀσκητικοῦ ἀγῶνος σὲ ἀνέκφραστη γλυκύτητα.
Ὁ γενικὸς σεβασμὸς καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν π. Ἀντίπα συνετέλεσαν ὥστε ἡ διοίκησίς του νὰ εἶναι ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερη. Τὰ ἔσοδα γιὰ τὴν συντήρηση τοῦ μετοχίου καὶ γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς Σκήτης αὐξήθηκαν σημαντικά. Ἐνῶ ὑπηρετοῦσε μὲ ζῆλο καὶ ἀνταποκρινόταν μὲ τὴν ἀγάπη του στὶς πνευματικὲς ἀνάγκες ὅλων ἐκείνων ποὺ ἀπευθύνονταν σ’ αὐτὸν γιὰ νὰ τὸν συμβουλευθοῦν στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, ὁ π. Ἀντίπας μὲ τὴν καρδία του ἀδιαλείπτως ἐπιθυμοῦσε τὸ ἀπομονωμένο Ἁγιώνυμο Ὄρος. Συχνὰ παρακαλοῦσε τὸν π. Νήφωνα νὰ τὸν ἐπαναφέρει ἐκεῖ, ἀλλὰ ἐκεῖνος εἶχε ἐντελῶς ἄλλα σχέδια. Βλέποντας τὴν ὠφέλεια γιὰ τὸ Κοινόβιό του ἀπὸ τὴν δραστηριότητα τοῦ π. Ἀντίπα, ἀλλὰ καὶ τὶς πολλὲς δυσκολίες γιὰ τὴν ἀποπεράτωση τῆς Σκήτης, ὁ π. Νήφων ἀπεφάσισε νὰ μεταβῆ στὴν Ῥωσία, γιὰ νὰ συγκεντρώσει δωρεὲς μαζί του.
-Δὲν μὲ ἀφήνεις στὸ Ἅγιον Ὄρος, τοῦ εἶπε ὁ π. Ἀντίπας, ἀλλὰ μὲ παίρνεις στὴν Ῥωσία; Ἐγὼ αἰσθάνομαι ὅτι μόλις διαβοῦμε τὰ σύνορα θὰ ἀνήκω ἐκεῖ καὶ ὄχι σὲ σᾶς!
Ἐν τέλει ὁ π. Ἀντίπας ὑπήκουσε καὶ πῆγε ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ π. Νήφωνος, ὁ ὁποῖος μετὰ ἀπὸ λίγον καιρὸ ἐπέστρεψε στὴν Μολδαβία. Ὁ ἴδιος ἔμεινε μόνος στὴν Ῥωσία καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ γνωρίζει τὴν γλῶσσα. Τακτοποιήθηκε στὴν οἰκογένεια ἑνὸς ἐμπόρου σὰν στὸ σπίτι του. Σὲ ξεχωριστὸ σπιτάκι, ποὺ ἦταν σὲ περιβόλι, περνοῦσε σχεδὸν ἔγκλειστο βίο, ἀφιερώνοντας ὅλο τὸν χρόνο του στὴν προσευχή.
Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ δωρεὲς συγκεντρώνονταν μὲ πολλὴ ἐπιτυχία. Σύντομα οἱ μεγάλες αἴθουσες τοῦ σπιτιοῦ τῶν ἐμπόρων γέμισαν ἀπὸ πολύτιμα σκεύη, ἄμφια, ῥάσα καὶ ἄλλες προσφορὲς δωρητῶν τῆς Μόσχας, ποὺ μὲ τὶς καμπάνες ἄξιζαν συνολικῶς περισσότερο ἀπὸ 30.000 ῥούβλια.
Τὰ πράγματα ἐστάλησαν στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὁ δὲ π. Ἀντίπας ἦταν πολὺ χαρούμενος, μὲ τὴν σκέψη ὅτι θὰ ἐχαίροντο οἱ πατέρες του. Ἀλλὰ τὸ φορτίο δὲν ἔφθασε ὣς τὴν Σκήτη, διότι τὸ πλοῖο βυθίσθηκε στὴν Μαύρη Θάλασσα μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἐπιβάτες καὶ τὰ ἐμπορεύματα.
***
Ἐκείνη τὴν νύχτα τῆς καταστροφῆς ὁ π. Ἀντίπας προσηύχετο. Ξαφνικὰ ἔσπασε τὸ γυαλὶ τοῦ ἑρμαρίου, ὅπου ἦταν τοποθετημένη ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ποὺ εἶχε φέρει μαζί του ἀπὸ τὴν ἁγιορείτικη ἔρημο. Ἐξωτερικὴ αἰτία γιὰ τὸ σπάσιμο δὲν ὑπῆρχε. Ὁ Γέροντας αἰσθάνθηκε ὅτι ἦταν σημεῖο κάποιας συμφορᾶς καὶ περίμενε νὰ δῆ τί θὰ συνέβαινε.
Ὅταν ὅλα ἔγιναν γνωστὰ γιὰ τὸ ναυάγιο, οἱ Ἀθωνῖται πατέρες λυπήθηκαν, καὶ οἱ εὐεργέται τῆς Μόσχας ἔχασαν τὴν διάθεσή τους· μόνον ὁ π. Ἀντίπας δὲν ἀπελπίσθηκε. Στὴν Πετρούπολη συγκέντρωσε σημαντικὸ ποσὸ χρημάτων, ποὺ γιὰ νὰ τὸ στείλει στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔπρεπε νὰ τὸ ἀλλάξει μὲ νομίσματα χρυσά. Ὅμως, λόγῳ ἀνωτάτης διαταγῆς, ἡ ἀγορὰ χρυσοῦ ἀπὸ τὸ κεντρικὸ ταμεῖο ἦταν ἀπηγορευμένη ἐκείνη τὴν ἐποχή.
Ὁ π. Ἀντίπας, ἐπειδὴ ἀφ’ ἑνὸς ἐγνώριζε τὴν δυστυχία τῶν Μολδαβῶν πατέρων καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔβλεπε τὰ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια, ἀπευθύνθηκε σὲ πρόσωπα ἐπιῤῥοῆς γιὰ βοήθεια. Ὅταν ὅλοι τὸν ἀπέκρουσαν καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον ἀνθρώπινη ἐλπίδα, γονάτισε ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου. Τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς ἄκουσε σὰν νὰ ἔβγαινε ἡ ἑξῆς φωνὴ ἀπὸ τὴν εἰκόνα: «Εἶναι ὑπόθεσις τοῦ μητροπολίτου». Ὁ ἴδιος ἐξηγοῦσε ἀργότερα ὅτι δὲν ἦταν ἀκριβῶς φωνή, ἀλλὰ κάτι τὸ ὁποῖο ἐρχόταν στὸν νοῦ. Καὶ πράγματι, πέρα ἀπὸ κάθε προσδοκία μεσολάβησε ὁ μητροπολίτης. Τότε, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ ὑπουργοῦ οἰκονομικῶν, ἔγινε ἐξαίρεσις στὴν περίπτωση τοῦ π. Ἀντίπα, μὲ ἀποτέλσμα τὰ συγκεντρωθέντα χρήματα νὰ σταλοῦν σὲ ἀντίστοιχο χρυσὸ στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Σύντομα ξανάρχισαν νὰ φθάνουν δωρεές. Ὁ π. Ἀντίπας εἶχε πολλοὺς εἰλικρινεῖς μαθητάς. Καὶ οἱ δύο μητροπολῖται, ὁ Πετρουπόλεως Ἰσίδωρος καὶ ὁ Μόσχας Φιλάρετος, ἦσαν ἀπέναντί του εὐμενεῖς καὶ συζητοῦσαν περὶ πνευματικῆς ζωῆς. Σὲ μία ἀπὸ τὶς συνομιλίες τους ὁ μητροπολίτης Φιλάρετος τὸν ῥώτησε:
-Τί εἶναι ἀναγκαιότερο σ’ αὐτὸν ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὴν νοερὰ προσευχή;
-Ἡ ὑπομονή, ἀπήντησε ὁ θερμὸς ἀγωνιστὴς τῆς προσευχῆς.
***
Ὁ μητροπολίτης Ἰσίδωρος ἄκουσε τυχαίως γιὰ τὸν Μολδαβὸ ἀσκητή. Κάποτε ὁ π. Ἀντίπας πῆγε ἀπὸ τὴν Μόσχα στὴν Πετρούπολη, γιὰ νὰ πάρει βιβλίο ἀπὸ τὴν σύνοδο γιὰ τὴν καταγραφὴ τῶν δωρεῶν. Ὡς ἐπισκέπτης τακτοποιήθηκε στὴν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκι, στὸ ἴδιο κελλὶ μαζὶ μὲ ἕναν ἱερομόναχο, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τὴν ἡμέρα εἶχε ἀφιχθῆ στὴν Ῥωσία.
Σύντομα ἄρχισε καὶ ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ π. Ἀντίπας πήγαινε κατὰ τὴν συνήθειά του σὲ ὄλες τὶς ἀκολουθίες· ἐπίσης τελοῦσε τὴν ἀκολουθία καὶ στὴν ῥουμανικὴ γλῶσσα στὸ κελλί του ἡμέρα καὶ νύχτα, καθὼς καὶ τὸν μοναχικό του κανόνα, τηρῶντας αὐστηρὴ νηστεία. Πέρασε ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς νηστείας, ἡ δεύτερη, ἡ Τρίτη, ἡ τέταρτη, καὶ αὐτὸς συνέχιζε τὸ ἴδιο. Ὁ συγκάτοικός του μὲ θαυμασμὸ παρατηροῦσε τὴν ζωή του, στὸ τέλος δὲ τῆς ἑβδομάδος, πηγαίνοντας στὴν μητρόπολη γιὰ κάποια ὑπόθεσή του, μίλησε γιὰ τὸν π. Ἀντίπα· τότε ὁ μητροπολίτης ἔστρεψε τὴν προσοχή του στὸν ἀσκητή.
Μετὰ ἀπὸ ὁρισμένο χροσνικὸ διάστημα, ταξιδεύοντας ὁ μητροπολίτης πρὸς τὸ Βορονὲζ (Voronezh) γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν τιμίων λειψάνων τοῦ Ἁγίου καὶ θαυματουργοῦ Τύχωνος τοῦ Ζαντόσκ, ἔμεινε γιὰ λίγο στὴν Μόσχα καὶ γνώρισε τὸν π. Ἀντίπα· ἔμαθε μάλιστα ὅτι ἐπιθυμεῖ καὶ αὐτὸς νὰ παρευρεθῆ στὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων καὶ τὸν κάλεσε νὰ λειτουργήσει μαζί του. Ὁ π. Ἀντίπας χάρηκε πολὺ καὶ συναισθανόμενος τὴν ἰδιαιτέρα τιμὴ καὶ εὐλογία ἄρχισε νὰ προετοιμάζεται: Τέσσερις ἡμέρες οὔτε ἔφαγε οὔτε ἤπιε, μολονότι βρισκόταν σὲ ταξίδι.
***
Τὸ δεύτερο ἔτος τῆς παραμονῆς του στὴν Ῥωσία, μόλις τὰ ποταμόπλοια ἄρχισαν τὰ ἐαρινά τους δρομολόγια, ὁ π. Ἀντίπας ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ Βαλαάμ. Μὲ ὅλη του τὴν ψυχὴ ἀγάπησε τὰ ἐρημικὰ καὶ ἥσυχα δάση. Ὅταν μὲ τὴν εὐλογία τῶν Μολδαβῶν Γερόντων ἐπεράτωσε τὴν ἀποστολή του γιὰ τὴν συγκέντρωση δωρεῶν, τὴν 6η Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1865, ἀμέσως ξαναπῆρε τὸν δρόμο γιὰ τὸ Βαλαάμ. Τὸ μικρὸ ξεχωριστὸ κελλὶ στὴν Σκήτη τῶν Ἁγίων Πάντων δέχθηκε τὸν θερμὸ ἐραστὴ τῆς ἀγρυπνίας καὶ τῆς προσευχῆς.
Μεγάλοι ἦσαν οἱ ἆθλοι τῆς προσευχῆς τοῦ π. Ἀντίπα στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ καὶ στοὺς θορύβους τῶν πόλεων τῆς Μολδαβίας καὶ τῆς Ῥωσίας. Ὅμως, ἐκεῖ οἱ ἀγῶνες διεκόπτοντο πότε μὲ τὸ ἐργόχειρο, πότε διὰ τῆς ἐπαφῆς μὲ κοσμικοὺς ἀνθρώπους καὶ πότε ἀπασχόλησης μὲ τὴν συγκέντρωση δωρεῶν.
Στὴν ἀπομόνωση τοῦ Βαλαὰμ ἡ προσευχὴ ἀπετέλεσε τὸ μοναδικὸ καὶ ἀποκλειστικό του ἔργο· γέμιζε ὁλόκληρη τὴν ἡμέρα καὶ σχεδὸν ὁλόκληρη τὴν νύχτα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ τήρηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ, ὁ π. Ἀντίπας καθημερινῶς διάβαζε δύο φορὲς τὸν ἀκάθιστο ὕμνο στὴν Θεοτόκο καὶ ἔκανε 300 μετάνοιες, προσευχόμενος ὑπὲρ τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν κεκοιμημένων. Ὁ κατάλογος ὅσων μνημόνευε ἦταν ἀρκετὰ μεγάλος· περιελάμβανε ὅλους τοὺς γνωστοὺς δωρητὰς καὶ εὐεργέτας ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἡ δὲ μνημόνευσις διαρκοῦσε περισσότερο ἀπὸ μία ὥρα. Σὲ καθορισμένον ἐπίσης χρόνο, μεταξὺ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν καὶ τῶν μετανοιῶν, ἠσχολεῖτο μὲ τὴν νοερὰ προσευχή. Κάθε Σάββατο ποὺ κοινωνοῦσε στὴν Σκήτη, ἀλλὰ καὶ ὅταν λειτουργοῦσε στὸ Μοναστήρι, ἔκανε πρῶτα στὸ κελλί του ὁλόκληρη την ἀκολουθία στὴν ῥουμανικὴ γλῶσσα. Οἱ ἀδελφοὶ πολλὲς φορὲς εἶχαν παρατηρήσει τὰ θερμὰ δάκρυα ποὺ ἔχυνε κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀπερίσπαστης προσευχῆς.
Τὴν πρώτη ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀπεῖχε τελείως ἀπὸ τροφὴ καὶ ποτό. Μὲ τὴν ἴδια αὐστηρότητα νήστευε καὶ κάθε Δευτέρα, Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ κατὰ τὴν διάρκεια ὅλου τοῦ ἔτους, ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν ἑσπερινὸ τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων. Ἀκόμη καὶ πρὸ τοῦ θανάτου του, ὅταν ἦταν ἄῤῥωστος καὶ ἀπὸ τὸν ὑψηλὸ πυρετὸ ὁ λαιμός του στέγνωνε ἐντελῶς, δὲν ἤθελε νὰ γλυκάνει τὴν ἀσθένειά του οὔτε μὲ μία γουλιὰ νερό. Γιὰ τὶς ὑπόλοιπες τέσσερις καταλύσιμες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος τοῦ ἦταν ἀρκετὴ ἡ τροφὴ ποὺ τοῦ ἔφερναν ῳς μεσημβρινὸ γεῦμα τὸ Σάββατο.
***
Ὅταν ὁ π. Ἀντίπας ἐρχόταν στὸ Μοναστήρι, δηλαδὴ Χριστούγεννα, Μεγάλη
Ἑβδομάδα, Διακαινήσιμο καὶ Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, προσαρμοζόταν στὴν μοναστηριακὴ τάξη. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὁρισμένες ἡμέρες, ἐρχόταν καὶ ἄλλες φορές, γιὰ νὰ συζητήσει πνευματικὰ μὲ πιστοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ταξίδευαν στὸ Βαλαὰμ γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό. Ἂν καὶ οἱ ἐπισκέπται τὸν κούραζαν πολύ, πάντα τοὺς ἔδινε ἀπαντήσεις λόγῳ τῆς ἀπεριόριστης ἀγάπης του. Τότε, ἂν καὶ ἦταν ἔγκλειστος ὅλη τὴν ἡμέρα, μποροῦσε νὰ συναναστρέφεται μὲ γυναῖκες, νὰ πίνει τσάϊ καὶ νὰ τρώει.
-Πῶς μπορεῖς νὰ συνδυάζεις τὴν μακρὰ νηστεία τῆς Σκήτης μὲ τέτοια ξαφνικὴ κατάλυση;, τὸν ῥωτοῦσαν μὲ δισταγμὸ κάποιοι ἀπὸ τοὺς πατέρες τοῦ Βαλαάμ.
-Πολὺ εὔκολα, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος, μνημονεύοντας καὶ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἐν παντὶ καὶ ἐν πᾶσι μεμύημαι καὶ χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν, καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι».
-Μπατούσκα, ἐσὺ μιλᾶς πολὺ μὲ γυναῖκες· εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν σὲ προσβάλλουν ἄσχημοι λογισμοί;, τὸν ῥώτησε τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του ἕνας ἀπὸ τοὺς πιστοὺς μαθητάς του.
-Ποτέ, ἀπήντησε ὁ π. Ἀντίπας, ὁ ὁποῖος τηροῦσε τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν καθαρότητα. Τέτοιοι λογισμοὶ δὲν μποροῦν νὰ προσβάλλουν πατέρα ποὺ ἀγαπᾶ τὸ παιδὶ καί, πρὸ πάντων, δὲν μποροῦν νὰ προσβάλλουν πνευματικὸν πατέρα. Μοναδικὴ ἐπιθυμία γιὰ τὰ κατὰ Θεὸν τέκνα μου εἶναι ἡ πνευματική τους ἐπιτυχία καὶ ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν τους.
Μεταξὺ αὐτῶν ποὺ ἐκτιμοῦσαν τὸν π. Ἀντίπα ἦταν καὶ εὔποροι ἄνθρωποι. Μόλις τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν Μοναστηριῶν στὴν Ῥωσία καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, εὐχαρίστως ἔκαναν δωρεές· καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος ἐγνώριζε τὶς πραγματικὲς ἀνάγκες καὶ ὑποχρεώσεις, τοὺς ἀπέτρεπε ἀπὸ τὸν ἀκόρεστο πλουτισμό.
-Εἶδα πολλὰ Μοναστήρια νὰ κτίζονται καὶ νὰ ἀνακαινίζονται, ἔλεγε· ἀλλὰ οἱ μέριμνες καὶ οἱ οἰκοδομὲς εἶναι ἔργα μάταια, κοσμικά. Γιὰ τὸν μοναχὸ ἡ ζωὴ εὑρίσκεται στὸν ναὸ καὶ βασικὴ ἐργασία του εἶναι ὁ κανόνας!
Μὴν ζητῶντας τίποτε στὴν γῆ, ὁ π. Ἀντίπας κατηύθυνε ὅλον τὸν νοῦ του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ χαρὰ ὑπέμεινε τὰ πάντα: ὕβρεις, προσβολὲς καὶ παρεξηγήσεις. Ἡ βαθειὰ ταπείνωσις καὶ ἡ συνεχὴς ἑτοιμότης γιὰ αὐτομεμψία, τοῦ ἔδιδαν τὴν δυνατότητα νὰ διαφυλάττει πάντα ἀσάλευτη καὶ βαθιὰ πνευματικὴ εἰρήνη.
Ζοῦσε ἐπίσης μὲ ἄκρα πτωχεία. Τὸ κελλί του ἦταν ἀπολύτως ἄδειο· δὲν ὑπῆρχε οὔτε κρεββάτι,οὔτε καρέκλα· ἀντὶ γιὰ ἀναλόγιο εἶχε ἕνα μικρὸ τραπεζάκι καὶ δίπλα του ξύλινο ῥαβδί, στὸ ὁποῖο ἀκουμποῦσε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας ἀγωνιζόμενος ἐναντίον τοῦ ὕπνου. Στὸ πάτωμα ἦταν ἁπλωμένο τρίχινο στρῶμα, ὅπου ξάπλωνε γιὰ νὰ ἀναπαυθῆ ἐλάχιστα. Ἐνῶ ζοῦσε ὁ ἴδιος μὲ τέτοια στέρηση, ἀνταποκρινόταν μὲ ἀγάπη σὲ κάθε ἀνάγκη τῆς ἀδελφότητος. Ἀγαπῶντας μὲ ὅλη του τὴν ψυχὴ τὸ Βαλαάμ, ἔλεγε:
-Μόνον ἕνα πολύτιμο πρᾶγμα ἔχω, τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία σὲ κανέναν δὲν θὰ τὴν δώσω ἀλλὰ θὰ τὴν ἀφήσω στὸ Μοναστήρι!
***
Ὁ π. Ἀντίπας γενικῶς εἶχε ὑγιῆ καὶ δυνατὸ ὀργανισμό· μολονότι πέρασε πολλὰ χρόνια σὲ αὐστηρὴ ἄσκηση, δὲν καταστράφηκε καθόλου ἡ ὑγεία του. Σὲ γιατροὺς καὶ φάρμακα ποτὲ δὲν κατέφευγε. Δεχόταν τὴν ἀσθένεια σὰν νὰ τὴν ἔδιδε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ ἀπὸ Αὐτὸν περίμενε καὶ τὴν θεραπεία. Κρίνοντας κανεὶς ἀπὸ τὴν καλή του ὄψη, ἦταν δύσκολο νὰ φαντασθῆ ὅτι τόσο γρήγορα θὰ μετοικοῦσε στὶς ἄνω μονές.
Μέσα σ’ ἕναν χρόνο μόνο, ἰσχυρὸς βήχας τὸν ἀδυνάτισε, σταδιακῶς τὸν ἐξήντλησε ἐντελῶς καὶ τὸν ὡδήγησε σὲ ἤρεμο θάνατο. Ὅταν ὁ π. Ἀντίπας ἀῤῥώστησε, πέρασε τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα στὸ Μοναστήρι. Τὸ Μέγα Σάββατο συμμετεῖχε στὴν θεία Λειτουγία καὶ ἔπειτα εἶπε τὰ ἑξῆς στὸν μαθητή του ποὺ βρέθηκε δίπλα του:
-Τὴν στιγμὴ τῆς θείας Κοινωνίας ἤμουν στὸ ἱερὸ καὶ κοίταζα ἀπὸ τὴν νοτία πύλη πρὸς τὸν ναό. Ὅταν οἱ μοναχοὶ κοινωνοῦσαν, τὰ πρόσωπα μερικῶν ἔλαμπαν σὰν τὸν ἥλιο· ἄλλοτε δὲν ἔχω δεῖ κάτι παρόμοιο.
***
Στὴν καρδιὰ τοῦ φθινοπώρου τοῦ ἰδίου ἔτους ὁ π. Ἀντίπας στάθηκε μία μέρα στὸ κελλί του γιὰ προσευχή. Ξαφνικὰ ἀκούσθηκε βοή. Ἡ ἁγιορείτικη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἀνυψώθηκε ἀπὸ τὴν θέση της στὸν ἀέρα –οἱ ἄλλες εἰκόνες ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ ἔσπευσαν-διέσχισε ἀπόσταση δύο μέτρων καὶ σταμάτησε στὸ στῆθος τοῦ Γέροντος, ὁ ὁποῖος τρόμαξε. Πῆρε τὴν εἰκόνα μὲ εὐλάβεια καὶ τὴν ἔβαλε πάλι στὴν θέση της. Τὸ γεγονὸς τὸ ἀπεκάλυψε γεμᾶτος δάκρυα χαρᾶς, μόλις τρεῖς ἡμέρες πρὸ τοῦ θανάτου.
Ἡ ἀσθένειά του ἐξελίχθηκε γρήγορα. Κατὰ τὴν ἐπιθυμία του, πρὸς χάριν του τελέσθηκε τὸ εὐχέλαιο. ἦταν φανερὸ ὅτι σιγὰ-σιγὰ ἔσβηνε. Δύο ἡμέρες πρὸ τῆς κοιμήσεως, ὅταν στὸν ναὸ τῆς Μονῆς ἐτελεῖτο ὁ ἑσπερινός, ξαφνικὰ ἀκούσθηκε νὰ πέφτει κάτι μὲ δύναμη στὸ πάτωμα. Ἦταν ἕνας ἡλικιωμένος –νέος δόκιμος- ὁ ὁποῖος εἶχε πάθει ἀποπληξία. Ὅταν τὸ ἀνεκοίνωσαν στὸν ἡγούμενο, ἔδωσε εὐλογία νὰ δώσουν ἁγιασμὸ στὸν ἄῤῥωστο, διότι νόμισαν ὅτι εἶχε λιποθυμήσει, ἐνῶ ἐκεῖνος ἤδη εἶχε πεθάνει. Ἐκείνη τὴν νύκτα ὁ π. Ἀντίπας ἰδιαιτέρως ταλαιπωρήθηκε. Τὸ πρωΐ ἐνιωθε καλύτερα καὶ ῥώτησε τοὺς μαθητὰς ποὺ τὸν περιέβαλαν:
-Ποιός πέθανε στὸ Μοναστήρι;
Γνωρίζοντας αὐτοὶ ὅτι στὴν Σκήτη δὲν εἶχε ἔλθει κανεὶς ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ἀπήντησαν ἀρνητικά.
-Ὄχι, πέθανε, συνέχισε ὁ π. Ἀντίπας. Πέθανε ἕνα γεροντάκος στὴν ἐκκλησία. Ἔνιωθε δυσφορία. Ὁ ἡγούμενος εἶπε νὰ τοῦ δώσουν ἁγιασμό,... εἶχε πεθάνει!
Οἱ μαθηταὶ τὸν ἄκουγαν μὲ ἀπορία. Κατὰ τὶς 11 ἡ ὥρα ἔφθασε στὴν Σκήτη ὁ Πνευματικὸς καὶ τότε ἐξηγήθηκε πῶς ὁ π. Ἀντίπας, κατάκοιτος καὶ σὲ ἀπόσταση 3 χιλιομέτρων, μιλοῦσε γιὰ μακρινὰ γεγονότα σὰν νὰ συνέβαιναν μπροστὰ στὰ μάτια του.
Τὴν τελευταία νύχτα ὁ π. Ἀντίπας συχνὰ ὕψωνε τὰ χέρια πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ καλοῦσε τὸν ἀγαπημένο του Ἁγιορείτη, τὸν Πνευματικὸ π. Λεόντιο.
-Λεόντιε, Λεόντιε, ποῦ εἶσαι Λεόντιε;
-Μπατούσκα, μὲ ποιόν μιλᾶς; Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐδῶ!, εἶπε ὁ ὑποτακτικός του, ἐνῶ ἔσκυβε πάνω του.
Ὁ ἀσθενὴς τὸν κοίταξε μὲ ἔνταση καὶ τὸν κτύπησε ἐλαφρὰ στὸ κεφάλι. Τὸ πρωΐ αἰσθάνθηκε ὅτι πλησιάζει ἡ ἀναχώρησίς του καὶ ἐπιθυμῶντας νὰ κοινωνήσει παρεκάλεσε νὰ τελειώσουν γρήγορα τὴν θεία Λειτουργία. Ἀξιώθηκε νὰ δεχθῆ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ καθαρὸ νοῦ ἔπεσε σὲ ἐλαφρὸ ὕπνο. Πέρασαν δύο ὧρες. Ὁ πλησιέστερος μαθητής του ἄρχισε νὰ διαβάζει τὸν ἀκάθιστο ὕμνο, καὶ τὴν ὥρα ἐκείνη ἔφυγε ἥσυχα καὶ γιὰ πάντα ὁ π. Ἀντίπας, ὁ ὁποῖος σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ καθημερινῶς ἀνέπεμπε εὐχαριστηρίους ὕμνους στὴν Βασίλισσα τῶν οὐρανῶν.
Ἐκοιμήθη ἡμέρα Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 1882, σὲ ἡλικία 66 ἐτῶν.
***


Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΛΕΟΝΤΙΟΣ (+25/5/1876)

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΛΕΟΝΤΙΟΣ (+25/5/1876)

Ὁ π. Λεόντιος γεννήθηκε στὴν Οὐκρανία. Ἕνα χρόνο μετὰ τὴν γέννησή του ἐκοιμήθη ἡ μητέρα του, καὶ ὁ πατέρας του τὸν ἔδωσε σ’ ἕναν πλούσιο ἄτεκνο Μολδαβό. Σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν ὁ π. Λεόντιος δραπέτευσε ἀπὸ τὸν παιδαγωγό του καὶ κρύφθηκε στὴν Μονὴ Καλνταρουσάνι, ποὺ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση 20 βέρστια ἀπὸ ἀπὸ τὸ Βουκουρέστι. Ἐκεῖ ἔζησε 16 χρόνια. Κατόπιν κατευθύνθηκε πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος μαζὶ μὲ ἔναν φίλο του, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ἀργότερα ἔκειρε μοναχό, δίνοντάς του τὸ ὄνομα Ἀντώνιος. Οἱ δύο μοναχοὶ ἐγκατεστάθησαν στὴν μολδαβικὴ Σκήτη Λάκκου, ὅπου ὁ π. Λεόντιος ἔζησε ὣς τὴν κοίμησή του, 35 ἔτη.
-Ὅταν προσῆλθα στὴν μοναχικὴ πολιτεία, διηγεῖτο ὁ π. Λεόντιος σ’ ἕναν συνομιλητή του, ὁ Γέροντας μοῦ ἔδωσε τὴν ἑξῆς συμβουλή: Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση πρὸ τῆς κουρᾶς γιὰ ὅσα συνέβησαν στὸν κοσμικὸ βίο, πάντοτε πρέπει νὰ ἀποκαλύπτουμε τοὺς λογισμούς μας καὶ νὰ ἔχουμε τελεία ὑπακοή. Τοὺς ἀδελφούς μας νὰ τοὺς θεωροῦμε ὡς ἀγγέλους καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετοῦμε ὅπως τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Πρέπει ἐπίσης νὰ προσέχουμε τὸν νοῦ ἀπὸ τοὺς διαφόρους λογισμούς, ἀλλὰ καὶ τὶς αἰσθήσεις.
***
Σύντομα τὸν χειροτόνησαν ἱεροδιάκονο. Ὁ προσωπικός του κανόνας στὸ κελλὶ ἦταν ὁ ἑξῆς: 300 ἐδαφιαῖες μετάνοιες μὲ τὴν «εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ» καὶ ἀντὶ γιὰ μικρὲς μετάνοιες ἀνάγνωση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου. Τὶς μεγάλες μετάνοιες συνέχιζε νὰ τὶς κάνει ἀκόμη καὶ στὰ βαθιά του γεράματα, μαζὶ μὲ τὴν ἀδιάκοπη νοερὰ προσευχή. Ὁ Γέροντας, ὅσο αἰσθανόταν τὶς δυνάμεις του, δὲν ἐγκατέλειπε οὔτε τὶς σωματικὲς ἀσκήσεις. Ἔλεγε δὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κάνει κάποιος 1.000 μετάνοιες καὶ νὰ μὴν αἰσθάνεται σωματικὴ κόπωση, ἐνῶ ἄλλος μετὰ τὶς 50 νὰ χάνει τὴν ἀναπνοή, ὁπότε καὶ αὐτὸς ἐξισώνεται μὲ ὅσους κάνουν τὶς 1.000.
***
-Ἐμεῖς, Γέροντα, εἶπε κάποιος συνομιλητής, τρῶμε καὶ πίνουμε πολύ, κοιμόμαστε ἐπίσης ἀρκετά, ἀλλὰ οἱ δυνάμεις μας εἶναι μέτριες.
-Ἂν δὲν δώσετε στὸ σῶμα ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο, ἀκόμη περισσότερο θὰ ἀδυνατίσετε, ἀπήντησε ὁ π. Λεόντιος. Ὁ Ὅσιος Παΐσιος εἶδε κάποτε ἕναν ἀδελφὸ μετὰ ἀπὸ διήμερη νηστεία νὰ ἔχει ἐξαντληθῆ τελείως· τόσο ἀδύναμος ἦταν, ὥστε δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ σηκωθῆ ἀπὸ τὴν γῆ. Ὁ Ὅσιος παραξενεύτηκε, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος πέρασε 60 ἡμέρες χωρὶς νὰ φάει τίποτε, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχασε τὶς δυνάμεις του. Τότε τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπε:
-Μὴν σκέπτεσαι ἔτσι· ἐσὺ ἐνήστευσε μὲ τὴν χάρη μου, ἐνῶ ἐκεῖνος μὲ τὴν δύναμή του καὶ μὲ μεγάλη δυσκολία.
-Καὶ τί εἴδους ἔπαινο θὰ λάβει ἐκεῖνος;, συνέχισε ὁ Παΐσιος.
-Ὅμοιο μὲ τὸν ἰδικόν σου! ἀπήντησε ὁ Κύριος.
Καὶ ἐδῶ στὴν Σκήτη, συνέχισε ὁ Γέροντας, ὑπάρχουν μοναχοὶ ποὺ νηστεύουν δύο καὶ τρεῖς ἡμέρες, ἀκόμη καὶ μία ἑβδομάδα· ἀλλὰ αὐτὸ γίνεται μὲ τὴν βοήθεια τῆς χάριτος!
***
-Ἂν θέλεις, λέει ὁ Μέγας Ἀντώνιος, νὰ ἐξετάσεις κάποιον ποὺ εἶναι ὀνομαστός, ἂν πράγματι εἶναι πνευματικὸς ἄνθρωπος, ἀτίμωσέ τον καὶ ταπείνωσέ τον· στὴν περίπτωση ποὺ θὰ ὑπομείνει, ὄντως εἶναι τέλειος· ἂν ὅμως δὲν τὸ σηκώσει, δὲν ἔχει τίποτε τὸ πνευματικό. Ὅταν δὲ κάποιος σὲ ταπεινώνει, καὶ σὺ δὲν χάνεις τὴν ἀγάπη πρὸς αὐτόν, τότε εἶσαι στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ.
***
Ὁ Γέροντας, ὅταν λόγῳ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ πάει σὲ Σκήτη, σὲ Μοναστήρι ἢ κάπου ἀλλοῦ, πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ κελλί του ἔκανε μερικὲς μετάνοιες μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, γιὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑπομείνει χωρὶς ταραχὴ ὅσα τυχὸν θὰ τοῦ συνέβαιναν. Ἔλεγε δὲ πὼς χωρὶς τὴν κατάλληλη προετοιμασία δὲν πρέπει ὁ μοναχὸς νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ κελλί του.
Ὁ ἴδιος πῆγε κάποτε στὶς Καρυές, σ’ ἕναν Βούλγαρο γνωστό του, ὁ ὁποῖος τὸν δέχθηκε μὲ ἀγάπη· δὲν εἶχε χρόνο ὅμως νὰ μείνει ἀμέσως μαζί του καὶ τοῦ ὑπέδειξε τὸν τόπο γιὰ νὰ ξεκουρασθῆ στὸ ἀρχονταρίκι, ὥσπου νὰ τακτοποιήσει ὅλες τὶς δουλειές. Ὁ Γέροντας εἰσῆλθε προσευχόμενος στὸν χῶρο ὑποδοχῆς, ὑποκλίθηκε κατὰ τὴν συνήθεια καὶ εἶπε:
-Εὐλογεῖτε!
Ἐκείνη τὴν στιγμὴ βρισκόταν ἐκεῖ ἕνας μοναχός, ὁ ὁποῖος ξαφνικὰ ἄρχισε νὰ τοῦ ἐπιτίθεται μὲ ὕβρεις. Ξαφνιασμένος ὁ ἐπισκέπτης, κατάφερε μόνο νὰ ἐπαναλαμβάνει:
-Ἔτσι εἶναι, πάτερ, ἔτσι εἶναι, ἀλήθεια λές.
Ὁ μοναχὸς ἔφυγε, γιὰ νὰ ἀναζητήσει μπαστούνι· ἐπειδὴ ὅμως σ’ ὅλο τὸ ἀρχονταρίκι δὲν βρῆκε τίποτε ἀνάλογο, ἔτρεξε πρὸς τὰ ἔξω. Ὁ Γέροντας ἔμεινε νὰ τὸν περιμένει, καὶ ἀναστενάζοντας πρὸς τὸ μέρος τῆς Θεοτόκου μονολόγησε: «Ἰδού, Λεόντιε, ἀπέδειξε τώρα γιὰ ποιὸ πρᾶγμα προετοιμάσθηκες!» Ἡ πίστις ὅμως στὴν Θεοτόκο δὲν τὸν ἐγκατέλειψε. Ἤλπιζε ὅτι Αὐτὴ θὰ τὸν ἐνδυναμώσει τόσο, ὥστε δὲν θὰ ἐξαντλεῖτο ἡ ὑπομονή του πρὶν σταματήσουν νὰ τὸν κτυποῦν.
Καί, τότε, νά! Τρέχει ἐκεῖνος, ὁ ὑβριστής. Ὁ Γέροντας περίμενε ὅτι θὰ ὡρμοῦσε ἐναντίον του, ἀλλ’ αὐτὸς ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε γιὰ συγχώρηση. Κάποιος Βλάχος, ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὸν π. Λεόντιο, τὸν εἶχε λυπήσει, καὶ ἐκεῖνος νόμισε ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πρόσωπο. Ὅταν ὅμως ἔτρεξε κάτω γιὰ τὸ ῥαβδί, συναντήθηκε μὲ τὸν οἰκοδεσπότη ποὺ τὸν ῥώτησε γιὰ τὸν Πνευματικὸ Λεόντιο, καὶ τότε ἀντελήφθη τὸ λάθος του. Πῆγε γρήγορα νὰ ζητήσει συγχώρηση, ὁ ἄκακος ὅμως ἐπισκέπτης εἶδε τὴν ταπείνωση καὶ τὴν συντριβή του καὶ εἶπε:
-Ὁ Θεὸς νὰ σὲ συγχωρήσει· κάνε μόνον ἕναν μικρὸ κανόνα· 100 μετάνοιες στὴν Θεοτόκο!
Μόλις ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ προσκυνῆ, ὁ Γέροντας εἶδε τὴν εἰλικρίνεια τῆς μετανοίας του καὶ τὸν σταμάτησε, λέγοντας:
-Ἐν τάξει, φθάνει!
***
Ὁ π. Λεόντιος ἦταν μορφωμένος, σοφὸς καὶ μὲ ἀγαθὴ ψυχή. Ὅσοι τὸν πλησίαζαν γιὰ ἐξομολόγηση, τοὺς θεράπευε καὶ τοὺς παρηγοροῦσε τόσο, ὥστε ἔφευγαν χαρούμενοι.
Γιὰ τὸν ἀσκητὴ Ἱλαρίωνα τὸν Γεωργιανὸ ὁ Γέρων Λεόντιος εἶχε ἀκούσει πρὶν ἀκόμη ἔλθει στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ φθάνοντας, ἀμέσως τὸν ἐπισκέφθηκε μὲ διερμηνέα. Ἐκεῖνος τοῦ μίλησε γιὰ τοὺς κανόνες τῆς καρδιακῆς εὐχῆς καὶ γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ συμπεριφέρεται στὴν μοναχικὴ ζωή. Ὣς τότε δὲν εἶχε ἀσχοληθῆ μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, μολονότι τὸ ἐπιθυμοῦσε· διότι χωρὶς ἔμπειρο καθοδηγητὴ δὲν ἤθελε νὰ ἀρχίσει. Ἀργότερα συνέχισε νὰ συμβουλεύεται τὸν Γεωργιανὸ Γέροντα, μερικὲς φορὲς μάλιστα ὁ ἴδιος ὁ π. Ἱλαρίων πήγαινε σ’ αὐτόν.
Ὁ π. Λεόντιος κατέστη βαθὺς γνώστης τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ ἀργότερα τὴν ἐδίδαξε στὸν Μολδαβὸ π. Ἀντίπα, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ῥωσία καὶ τελείωσε τὴν ἐπίγειο πορεία του στὴν Μονὴ Βαλαάμ (Valaam).
***
Δίδασκε ὁ Γέροντας:
-Σὲ θορυβῶδες καὶ πολυάνθρωπο Μοναστήρι, ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων χαρακτήρων τῆς ἀδελφότητος, εἶναι δύσκολο νὰ διαφυλάξει κανεὶς τὴν νῆψη· ἀλλά, ὅταν ἔχει φθάσει τὴν τελεία ὑπακοὴ καὶ διαρκῶς ἐξομολογῆται τοὺς λογισμούς, καὶ μὲ τέτοιες συνθῆκες σώζεται.
-Ὅ,τι καὶ ἂν κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὅπου καὶ ἂν πάει, ὅλα τὰ πραγματοποιεῖ μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ.
-Ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας μας ἔζησε 33 ἔτη στὴν γῆ καὶ ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Ἰωσὴφ καὶ στὴν Μητέρα του. Κανεὶς δὲν τὸν εἶδε νὰ γελᾶ, ἐνῶ νὰ κλαίει τὸν εἶδαν μερικὲς φορές. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔδειξε πῶς νὰ βαδίζουμε τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας.
Ἡ καθαρὰ συνείδησις μόνης της προβάλλει τὴν προτεραιότητα τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς ἔναντι τῆς ἐξωτερικῆς!
***
Γιὰ τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν παθῶν ὁ Γέροντας συμβούλευε:
-Ἂν κάτι σοῦ ἐπετέθη καὶ σὲ ἀναστάτωσε, ἐπὶ παραδείγματι ἡ ζήλεια πρὸς τὸν ἀδελφό, ἀναζήτησε ἀμέσως σὲ βιβλίο τὴν σχετικὴ διδαχὴ κάποιου Γέροντος καὶ διάβασέ την. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ ἄλλα πάθη· ἀμέσως ἀναζήτησε τὴν ἀνάλογη σελίδα. Ἔτσι, εἶναι εὐκολώτερο στὸν ἄνθρωπο νὰ ἀμύνεται ἐναντίον τῶν παθῶν.
-Ὅποιος ἔχει ὑπακοὴ καὶ ταπείνωση, προοδεύει στὴν πνευματικὴ ζωὴ χωρὶς νὰ τὸν καταλαβαίνει.
-Ἂν συμβῆ μοναχός, ἔστω καὶ νέος, νὰ ὁμιλῆ περὶ τοῦ θείου φόβου ἢ γενικῶς περὶ τῆς ὁδοῦ τῆς σωτηρίας, πρέπει νὰ τὸν ἀκοῦτε καὶ κατὰ τὸν δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζετε τὰ λεγόμενα· ἐνῶ, ἂν κάποιος ἔχει λευκὴ γενειάδα, διδάσκει ὅμως ἀντίθετα πρὸς τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι πνευματικὸς ὅπως ἐγώ, αὐτὸν δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀκοῦτε καθόλου.
-Πρέπει διαρκῶς νὰ ἔχουμε μνήμη θανάτου καὶ δάκρυα, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς μετανοίας· ἄλλη ὁδός, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτή, δὲν ὑπάρχει.
***
Ὁ π. Λεόντιος εἶχε εὔρωστο σῶμα καὶ ἀκόμη ζωηρότερη τὴν ἐλπίδα στὸν προνοητὴ Θεό. Πολλὲς φορὲς μετέφερε στοὺς ὤμους του ἀπὸ τὸ Ῥωσικὸ ἢ ἀπὸ ἄλλα ἀπομεμακρυσμένα μέρη σάκκον γεμᾶτον μὲ παξιμάδια καὶ ἄλλα τρόφιμα, ποὺ τὸ βάρους του ἦταν περίπου 30 ὀκάδες. Ἐν τούτοις, τὰ περισσότερα καὶ τὰ καλύτερα τὰ μοίραζε στοὺς πτωχούς, στοὺς ἀρῥώστους καὶ στοὺς ὑπερήλικες. Γιὰ τὸν ἑαυτό του ἄφηνε μόνο παξιμάδι ἢ κάτι ἄλλο τὸ ὁποῖο δὲν χρειαζόταν νὰ μαγειρευθῆ.
Ὁ ὑποτακτικός του, ὁ π. Ἀθανάσιος, σπανίως ἔβγαινε ἀπὸ τὴν Σκήτη καὶ μόνον γιὰ ὅ,τι ἦταν ἀπαραίτητο. Σχετικὰ μὲ τὴν διατροφὴ φρόντιζε ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας, ὁ δὲ μαθητὴς καθόταν σὰν μικρὸ παιδὶ στὴν κατοικία τους καὶ ἔτρωγε τὰ ἕτοιμα.
Ὁ π. Λεόντιος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὴν 25ῃ Μαΐου τοῦ ἔτους 1876. Τὸν ἔκλαψαν ὅλα τὰ πνευματικά του τέκνα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ὠφελήθηκαν καὶ παρηγορήθηκαν ἀπὸ τὶς πνευματικές του διδαχές.
***


Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΟΣΙΘΕΟΣ Ο ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΝΕΙΛῼ

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΟΣΙΘΕΟΣ Ο ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΝΕΙΛῼ

Ὑψηλὸν ἀσκητικὸν βίο ἔζησε καὶ ἕνας ἄλλος μαθητὴς τοῦ π. Ἱλαρίωνος τοῦ Γεωργιανοῦ, ὁ π. Δοσίθεος. Ἦταν μολδαβικῆς καταγωγῆς καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴν πατρίδα του. Δεκαοκταετὴς εἰσῆλθε στὸ Μοναστήρι Καλνταρουσάνι (Kaldarushani) καὶ ἔμεινε 10 χρόνια.
Ὅταν ἐκοινοβίασε, ἐπεθύμησε νὰ δῆ πῶς ἐργάζεται ἡ ἀδελφότης στὸ κοινὸ διακόνημα. Ἐκεῖ βρισκόταν καὶ ὁ π. Λεόντιος, ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη εἶχε τὸν βαθμὸ τοῦ ἱεροδιακόνου· παρατηρῶντας τὸν νεοαφιχθέντα, τὸν ῥώτησε:
-Γιατί ἦλθες ἐδῶ;
-Νὰ μείνω στὸ Μοναστήρι.
-Ξέρεις γράμματα;
-Ββεβαίως, καὶ μάλιστα πολὺ καλά.
-Θὰ γνωρίζεις λοιπὸν μερικὰ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες.
-Φυσικά, γνωρίζω ἀρκετά!
-Τότε πές μου κάτι σὲ παρακαλῶ. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀμόρφωτος καὶ θὰ ἤθελα νὰ ἀκούσω γιὰ τοὺς ὑποδειγματικοὺς βίους καὶ τὶς διδαχές τους.
Ὁ νέος ἄρχισε νὰ διηγῆται περιστατικὰ καὶ νουθεσίες διαφόρων Πατέρων. Ὁ π. Λεόντιος ἐπέμενε νὰ συνεχίσει, ὁπότε ἐκεῖνος συνέχισε τὴν διήγηση, ὥσπου ἐσήμανε ἡ καμπάνα γιὰ τὸν ἑσπερινό. Στὸν ναὸ βλέπει ξαφνικὰ ὅτι ὁ μοναχός, ποὺ ὅλη τὴν ἡμέρα τὸν ἐδίδακε ὡς ἀγράμματο, ἱερουργοῦσε ὡς ἱεροδιάκονος, στάθηκε δὲ καὶ στὸ ἀναλόγιο γιὰ νὰ ψάλει καὶ νὰ ἀναγνώσει. Τότε εἶπε στὸν ἑαυτό του: «Νά, ποιοὶ εἶναι ἐδῶ οἱ μοναχοί! Λοιπόν, ἀπὸ τώρα κράτα τὸ στόμα σου κλειστό».
Μετὰ ἀπὸ παραμονὴ δέκα χρόνων στὸ Καλνταρουσάνι, ἐπεθύμησε νὰ πάει στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ εἶναι καταλληλότερο γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν καρπῶν τῆς μετανοίας. Ἐκεῖ κατ’ ἀρχὰς ἔζησε κοντὰ στὸν Πνευματικὸ Λεόντιο, στὴν Σκήτη Λάκκου, κατόπιν δὲ ἐπὶ 6 ἔτη στὴν Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων. Τελικῶς ἐγκαταστάθηκε σὲ ἐξαιρερικὰ ἥσυχο μέρος, στὴν σπηλιὰ τοῦ Ὁσίου Νείλου τοῦ Μυροβλύτου.
Ὁ π. Δοσίθεος εἶχε πνευματικὸ βίο, ὁ δὲ λόγος του, ποὺ ἦταν πλήρης σοφίας καὶ θαλπωρῆς, ἐπήγαζε ἀπὸ τὴν προσωπική του ἐμπειρία. Περὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶχε βαθειὰ γνῶση, τὴν ὁποία ἀπέκτησε κατ’ ἐξοχὴν ἀπὸ τὶς συζητήσεις μὲ τὸν Γέροντά του, τὸν π. Ἱλαρίωνα τὸν Γεωργιανό.
***
Διδαχὲς τοῦ π. Δοσιθέου.
-Ὅσα καλὰ ἔργα καὶ ἂν ἐκτελῆ ὁ ἄνθρωπος, ἡ μέριμνα γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ὑπεράνω ὅλων.
-Οἱ Ἅγιοι Πατέρες γράφουν: Ἂν ὁ ἄνθρωπος, μὲ σταθερὴ ἀπόφαση, δὲν βάλει ὡς προϋπόθεση νὰ εἶναι ἐπὶ τρία ἔτη νεκρὸς καὶ ἐνταφιασμένος, δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιμελῆται τὶς ἀρετές· καὶ ἂν δὲν ἐνθυμῆται τὸν θάνατο, δὲν μπορεῖ νὰ τοποθετήσει οὔτε τὰ θεμέλια· πόσο μᾶλλον νὰ φθάσει στὸ τέλος!
Ἡ ἀρχῆ τῶν ἀρετῶν εἶναι ἡ ἄρνησις παντὸς ὑλικοῦ πράγματος· μετὰ ἀρχίζει ἡ καλλιέργειά των. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο ἐμπόδιο, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ ἀποφύγεις.
Ὅποιος ἑκουσίως ὑπομένει τοὺς πειρασμοὺς εἶναι ἀνώτερος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἀπέκτησε μεγάλες ἀρετές. Ὅταν μᾶς πλήττουν πειρασμοί, εἶναι καλὸ κατ’ ἀρχὰς νὰ προσευχώμεθα, γιὰ νὰ βοηθήσει ὁ Κύριος νὰ τοὺς ὑπομείνουμε· κατόπιν ὁμως πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, ἐπειδὴ διὰ μέσου τῶν πειρασμῶν ὁ Θεὸς συνεργεῖ στὴν σωτηρία μας. Ἐπίσης, χρειάζεται προσευχή, ὥστε ὁ δύσκολος καιρὸς νὰ παρέλθει χωρὶς ψυχικὴ ζημία. Ἡ σωτηρία δὲν ἔρχεται διαφορετικά, παρὰ μόνο δι’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ. Ὅποιος λοιπὸν ἀρνεῖται τοὺς πειρασμούς, αὐτὸς καὶ τὴν σωτηρία ἀποῤῥίπτει καὶ χωρὶς ἐμπειρία μένει· ἀντιθέτως, ὅποιος εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑπομείνει εὐχαρίστως, εὔκολα ἐλευθερώνεται καὶ γίνεται ἔμπειρος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος χαίρεται στὶς δοκιμασίες, τότε γνωρίζει τὴν πρόοδό του.
Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες καὶ ὅλοι οἱ Ὅσιοι ἔζησαν μὲ πειρασμοὺς καὶ ἁγιάσθηκαν. Ὁ βασιλεὺς Σαβώριος ἐβασάνισε σκληρὰ τὸν υἱό του· ἐν τούτοις, αὐτὸς ὅταν ἄρχισαν νὰ τοῦ ἀφαιροῦν τὸ δέρμα, ἀνεφώνησε: «Πόσο πολὺ εἶναι νὰ πάσχω γιὰ τὸν Χριστό!»
Πρίγκιπες, βασιλόπαιδες, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ οἱ ἴδιοι οἱ βασιλεῖς ἄφηναν τὰ πάντα, ζοῦσαν μὲ ἀπόλυτη πτωχεία καὶ ὑπέμειναν διαφόρους πειρασμούς. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔγιναν Ἅγιοι, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι ὁ πρῖγκιψ Ἰωάσαφ, ὁ Μέγα Ἀρσένιος καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
-Ὅσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζεται, ἐπειδὴ ἡ μεγάλη μας ἐλπίδα εὑρίσκεται στὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ, στὸ αἷμά Του ποὺ ἔχυσε γιὰ μᾶς. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες γράφουν: «Ἀκόμη καὶ ἂν ὑψωθῆ ὁ ἄνθρωπος ὣς τὸν οὐρανὸ μὲ τὶς ἀρετές, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσεύχεται, γιὰ νὰ συγχωρηθῆ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν του».
Ὅλοι οἱ Πατέρες, ἀκόμη καὶ οἱ μεγαλύτεροι, κατὰ παραχώρησιν Κυρίου συνέβαινε νὰ παρασυρθοῦν σὲ μερικὰ ἁμαρτήματα, γιὰ νὰ ἔχουν ταπεινοὺς λογισμοὺς καὶ νὰ μὴν ὑπερηφανεύονται γιὰ τὶς ἀρετές. Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει: «Ἀκόμη καὶ ἂν εἶσαι θαυματουργὸς καὶ ἀνασταίνεις νεκρούς, πρέπει νὰ προσεύχεσαι νὰ σοῦ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες». Οἱ Πατέρες λέγουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀνάπαυση σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ ἀγαποῦμε τὴν ἐργασία, τὸν ἱδρῶτα, τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς ταπεινώσεις· διότι γιὰ μᾶς ἡ χαρὰ εἶναι προετοιμασμένη στὸν μέλλοντα αἰῶνα, ἡ αἰωνία μακαριότης κοντὰ στὸν Θεό.
-Ἂν παρακολουθῆς τὶς ἀκολουθίες, δὲν πρέπει νὰ περιορίζεσαι σ’ αὐτές, ἀλλὰ νὰ ζῆς ἀδιαλείπτως μὲ τὴν νοερὰ προσευχή. Διαφορετικά, ὅ,τι ἀπέκτησες διὰ τῆς καθημερινῆς ἀκολουθίας θὰ χαθῆ, χωρὶς νὰ ἀφήσει κανέναν καρπό.
-Ὅποιος σκέπτεται τὸν Θεὸ μὲ ἀγάπη, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο τὸν σκέπτεται καὶ ὁ Θεός.
-Ὅλες μας οἱ φροντίδες γιὰ τὰ βιοτικά, τελικῶς θὰ μείνουν ἐδῶ· ἐνῶ ἡ προσευχὴ ἂν ὅμως ἑνωθῆ μὲ τὴν ψυχή, θὰ τὴν ἀκολουθήσει καὶ στὸν τάφο.
-Ἂν ὁ ἄνθρωπος μὲ προθυμία ἀποδέχεται τὴν ἄσκηση χάριν τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς του, τότε ὅλα γίνονται εὔκολα.
-Ὅποιος ἐπισκέπτεται καὶ παρηγορεῖ τοὺς πατέρες τῆς ἐρήμου, ποὺ ἀγωνίζονται καὶ ζοῦν ἐκεῖ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸς θὰ λάβει μεγάλη δωρεὰ ἀπὸ τὸν Θεό.
***
Περὶ τοῦ Γέροντος Δοσιθέου δὲν εἶναι γνωστὸ τίποτε ἄλλο. Ὁπωσδήποτε θὰ ἀξιώθηκε τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ μνημονεύει καὶ μᾶς, ὅπως καὶ ἐμεῖς τὸν ἐμνημονεύσαμε καὶ γράψαμε αὐτὰ τὰ λίγα χάριν πνευματικῆς ὠφελείας.
***


Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΣΑΒΒΑΣ (+1821)

Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΣΑΒΒΑΣ (+1821)

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τὸ Ῥωσικό, ποὺ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ εἶχε Ἕλληνες μοναχούς, -ηταν πλήρως ἐγκαταλελειμένη. Ἡ Ἱερὰ Κοινότης λοιπόν, τὸ ἔτος 1803, ἀπεφάσισε νὰ διεγράψει τὸ Μοναστήρι ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν Ἁγιορειτικῶν Μονῶν, καὶ ἀπευθύνθηκε στὸν οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Καλλίνικο μὲ ἀνάλογη αἴτηση. Ὁ Πατριάρχης ἀπέῤῥιψε ἀποφασιστικὰ τέτοια πρόταση καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φροντίσουν ἀμέσως γιὰ τὴν ἐξέυρεση ἐμπείρου καὶ πνευματικοῦ Ἡγουμένου, στοῦ ὁποίου τὰ χέρια θὰ παρέδιδαν ὅσο τὸ δυνατὸν γρηγορότερα τὸ Κοινόβιο, γιὰ νὰ τὸ ἀνασυγκροτήσει.
Μόλις ἡ Ἱερὰ Κοινότης ἔλαβε γνῶσιν τῆς πατριαρχικῆς ἀποφάσεως, ἐπέλεκε καὶ πρότεινε τὸν Ἕλληνα π. Σάββα, ἡλικιωμένο ἱερομόναχο τῆς Σκήτης Ξενοφῶντος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν γνώμη τους ἦταν ἱκανὸς νὰ ἀντεπεξέλθει στὸ ἔργο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοῦ ἀνατεθῆ. Ὁ Πατριάρχης ἔδωσε τὴν εὐλογία του, καὶ ἔτσι ὁ π. Σάββας ἀνέλαβε τὴν ἀνακαίνιση τοῦ Ῥωσικοῦ, χωρὶς τὴν συγκατάθεσή του καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει. Τρεῖς φορὲς παρητήθη ἀπὸ αὐτὴν τὴν θέση, ἀλλὰ τὴν τέταρτη φορά, ὅταν ἔμαθε γιὰ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Πατριάρχου ποὺ τὸν ἀπειλοῦσε ὅτι θὰ τιμωρηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀνυπακοή του, ὑποτάχθηκε.
Κατόπιν, νέα ἀπροσδόκητος ἐντολὴ τοῦ Πατριάρχου νὰ παρουσιασθῆ ὁ ἴδιος στὸ Πατριαρχεῖο γιὰ λεπτομερεῖς ὁδηγίες ἀναστάτωσε πολὺ τὴν καρδιὰ τοῦ ταπεινοῦ Γέροντος. Δὲν φοβόταν τὶς δυσκολίες καὶ τὴν ἐργασία, ἀλλὰ τὸν βασάνιζε πολὺ ἡ σκέψις ὅτι μπορεῖ νὰ τὸν προφθάσει ὁ θάνατος ἐκτὸς Ἁγίου Ὄρους. Ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ προχωρημένη ἡλικία του δικαιολογοῦσαν παρόμοιο φόβο, ἀλλὰ τελικῶς τὸ ἀπεφάσισε.
***
Μεταξὺ τῶν πιστῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πολλοὶ ἐγνώριζαν καὶ προσωπικῶς τὸν Γέροντα, γρήγορα διαδόθηκε ἡ εἴδησις γιὰ τὸν ἐρχομό του. Ὁ π. Σάββας τὶς δύο πρῶτες ἡμέρες ξεκουράσθηκε ἀπὸ τὸ δύσκολο ταξίδι καὶ δὲν ἐμφανίσθηκε σὲ κανέναν. Τὴν τρίτη πλέον ἡμέρα, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν μαθητή του καὶ στηριζόμενος σὲ ἁπλὸ μοναχικὸ ῥαβδί, παρουσιάσθηκε στὸ πατριαρχεῖο. Ὁ Πατριάρχη, περιστοιχιζόμενος ἀπὸ τὴν Σύνοδο, σηκώθηκε μόλις τὸν εἶδε καί, πρὶν ὁ Γέροντας προλάβει νὰ πάρει τὴν εὐχή του, ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν τὸ ὠμοφόριο καὶ τὸν μανδύα. Ἀμέσως ἄρχισε τὴν δέηση καὶ μὲ ἐγκάρδιες αἰτήσεις παρεκάλεσε γιὰ τὴν ἄνωθεν εὐλογία, ὡς καλὴ ἀρχὴ στὸν ἀγῶνα τοῦ π. Σάββα· ἱκέτευσε τὸν Θεὸ νὰ βοηθήσει ὁ ἴδιος σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο κατὰ τὴν πρόνοιά Του. Ὁ π. Σάββας θέλησε νὰ ἀσπασθῆ τὸ χέρι του, ἀλλὰ ὁ Πατριάρχης ἦταν τόσο ταπεινόφρων, ὥστε ταυτοχρόνως ἠσπάσθη ὁ ἕνας τὸ χέρι τοῦ ἄλλου. Ὁ Γέροντας συγκινήθηκε πολὺ καὶ ἀπὸ τὰ μάτια του ἄρχισαν νὰ κυλοῦν δάκρυα· ἔκλαψε σὰν παιδί.
Ὁ π. Σάββας ἔμεινε τέσσερα χρόνια στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴν  συγκέντρωση δωρεῶν καὶ ἐγνωρίσθη μὲ πολλὲς εὐλαβεῖς ἑλληνικὲς οἰκογένειες.
Ὁ μαθητής του, ὁ ἀρχιμανδρίτης Προκόπιος ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ τὸ 1848, διηγήθηκε ὡς αὐτόπτος μάρτυς τὸ ἑξῆς γεγονός:
Σὲ κάποια ἀπὸ τὶς ἑλληνικὲς οἰκογένειες, τοῦ ἀνέφεραν γιὰ ἕναν συγγενῆ τους νεαρὸ ἔμπορο, ὁ ὁποῖος σχετιζόταν μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν σουλτανικῶν χαρεμιῶν καὶ προμήθευε στὸ προσωπικό τους ποικίλα ἐμπορεύματα.
Πέραν τούτου ὅμως ὁ νεαρὸς ἔμπορος δημιούργησε καὶ ἄλλου εἴδους σχέσεις μὲ τὶς φυλακισμένες, τὶς ὁποῖες ἐπισκεπτόταν καθημερινῶς. Οἱ συγγενεῖς του, μιλῶντας περὶ αὐτοῦ στὸν π. Σάββα, εἶπαν ὅτι θὰ τιμωρηθῆ αὐστηρὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους σὲ περίπτωση ποὺ αὐτὸ γίνει γνωστό. Ἔτσι, τὸν παρεκάλεσαν νὰ λυτρώσει μὲ τὴν μεσολάβησή του τὸν νεαρὸ ἀπὸ τέτοιον κίνδυνο.
Ὁ Π. Σάββας, μὲ πίστη στὴν βοήθεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν συνεργία τῆς θείας Κοινωνίας, ἄρχισε τὸ ἔργο. Μετὰ ἀπὸ μακρὲς καὶ ἀνεπιτυχεῖς προτροπὲς πρὸς τὸν φιλήδονο νέο νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἁμαρτωλὲς σχέσεις μὲ τὶς μουσουλμάνες, πρότεινε ἐν τέλει τοὺς εὐκολώτερους ὅρους ἀπὸ τὴν πλευρά του, ὑποσχόμενος ὅτι δὲν θὰ τὸν ἐνοχλήσει πλέον γιὰ νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Τὸν παρεκάλεσε λοιπὸν νὰ μὴν πάει στὸ χαρέμι μία ἡμέρα καὶ κατὰ τὴν διάρκεια της νὰ νηστεύσει· μετὰ νὰ τοῦ ἀναγνωσθῆ ἡ συγχωρητικὴ εὐχή, νὰ κοινωνήσει τῶν ἀχράντων Μυστήριων καὶ κατόπιν ἂς κάνει ὅ,τι θέλει!
Ὁ δυστυχὴς ἁμαρτωλός, ἑλκόμενος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ὅπως ὁ σίδηρος ἀπὸ τὸν μαγνήτη, δυσκολεύθηκε ἀλλὰ δέχθηκε τὴν συμβουλή· ἴσως ἐξ αἰτίας νρεοπῆς ἐνώπιον τοῦ Γέροντος καὶ τῶν συγγενῶν του, περισσότερο ὅμως ἐπειδὴ ὁ σοφὸς Γέροντας δὲν τοῦ ζητοῦσε παραίτηση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ στέρηση μόνο γιὰ μία ἡμέρα. Ἐνήστευσε ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ἔλαβε τὴν συγχώρηση διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τὴν θεία Κοινωνία, καὶ μετὰ τὴν θεία Λειτουργία γευμάτισε μαζὶ μὲ τὸν π. Σάββα καὶ τοὺς συγγενεῖς. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ γεύματος καὶ δῆθεν τυχαίως, ὁ Γέροντας πρότεινε νὰ προσπαθήσει καὶ αὐτὴν τὴν ἡμέρα νὰ μὴν πάει στὸ χαρέμι καὶ νὰ κοινωνήσει πάλι τὴν ἑπομένη. Ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπε καμμία ἀντίδραση, ἄρχισε ἐγκαρδίως νὰ τὸν παρακαλῆ, ὑποσχόμενος ἐκ νέου ὅτι μετὰ τὴν θεία Κοινωνία θὰ τὸν ἀφήσει ἐλεύθερο νὰ πράξει κατὰ τὴν ἐπιθυμία του. Ἀφοῦ ἔλαβε τὴν συγκατάθεσή του, τὸν κοινώνησε καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα. Πρότεινε νὰ τον ξανακοινωνήσει μὲ τοὺς ἴδιους ὅρους, δηλαδὴ καὶ ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ μὴν πάει στὸ χαρέμι, καὶ τὸν κοινώνησε καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα. Τότε φάνηκε πῶς ἐνήργησε σωτηριωδῶς ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ζῶσα πίστη τοῦ Γέροντος καὶ τὶς προσευχὲς τῶν συγγενῶν. Ἡ καρδιὰ τοῦ νέου μαλάκωσε καὶ ἄρχισε σιγα-σιγὰ μέσα του νὰ αἰσθάνεται τὴν νέκρωση τῶν φλογισμένων παθῶν.
Ὁ π. Σάββας συνέχισε νὰ τὸν κοινωνῆ ἐπὶ 40 ἡμέρες καὶ τὴν τελευταία φορὰ τοῦ εἶπε:
-Τώρα πήγαινε ὅπου ἐπιθυμεῖς, ἀκόμη καὶ στὸ χαρέμι· δὲν σ’ ἐμποδίζω!
Ἀλλὰ στὴν ψυχὴ τοῦ νεαροῦ εἶχε ἤδη συντελεσθῆ ἡ μεταστροφή.
-Ἂς κάνουν μαζί μου ὅ,τι θέλουν, εἶπε· μποροῦν καὶ νὰ μὲ κατακόψουν. Γιὰ τίποτε στὸν κόσμο δὲν θὰ δεχθῶ νὰ πηγαίνω ἐκεῖ ὅπου νωρίτερα ἔτσι ἀσυγκράτητα ἔτρεχα!
Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ φιλεύσπλαγχνος Κύριος, ποὺ δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀλλὰ τὸ «ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν», ἔσωσε τὸ ἀπολωλὸς πρόβατό Του.
Ὅταν ὁ π. Σάββας συγκέντρωσε ἀρκετὲς δωρεές, ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ στὴν ἀκτὴ τῆς θαλάσσης ἄρχισε νὰ κτίζει τὸ Μοναστήρι.
***
Ὁ Γέροντας ἐκοιμήθη τὸ ἔτος 1821.
***

Ο ΓΕΡΩΝ ΔΑΝΙΗΛ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ (+17/6/1889)

Ο ΓΕΡΩΝ ΔΑΝΙΗΛ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ (+17/6/1889)

Ὁ π. Δανιὴλ ἦταν Ἕλληνας. Γεννήθηκε τὸ ἔτος 1804 καὶ ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος μετὰ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση. Ἀρχικῶς ἔμεινε στὸ Κελλὶ τῶν Ἀρχαγγέλων τῆς Σκήτης τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, κοντὰ στὸν Γέροντα Νεόφυτο. Ἀπὸ αὐτὸν δέχθηκε τὴν κουρὰ καὶ ἔζησε μαζί του 6 ἔτη. Ἐπειδὴ ἡ ἀνάβασις στὴν Σκήτη, ἰδιαιτέρως μὲ βαριὰ φορτία στοὺς ὤμους, ἦταν πολὺ δύσκολη, οἱ πατέρες δὲν μπόρεσαν νὰ ζήσουν περισσότερο ἐκεῖ. Ἐγκαταστάθηκαν λοιπὸν σὲ ἄλλο Κελλὶ τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἔζησαν 9 ἔτη.
Στὸ τέλος αὐτῆς τῆς περιόδου ἡ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς Γρηγορίου ἐξέλεξε τὸν π. Νεόφυτο ὡς Ἡγούμενο, καὶ μαζί του πῆγε καὶ ὁ π. Δανιήλ. Στὸ παρελθὸν τὸ Μοναστήρι αὐτὸ ἦταν Ἰδιόῤῥυθμο καὶ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῆ τὸ κοινοβιακὸ τυπικό, ποὺ ἦταν συνδεδεμένο μὲ φροντίδες. Λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Γέρων Νεόφυτος δὲν μποροῦσε νὰ ἀσχολῆται μὲ ὅλα, ἀνετέθησαν πολλὲς ἐργασίες στὸν μαθητή του Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἀκούραστα ἔφθανε παντοῦ καὶ ἐπέβαλλε τὴν ἀπαραίτητη τάξη.
Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα ὁ π. Νεόφυτος παρητήθη ἀπὸ τὴν ἡγουμενία, ἡ δὲ ἀδελφότης ἐξέλεξε στὴν θέση του τὸν Δανιήλ. Ὑπῆρχαν ὅμως πολλὲς δυσκολίες μὲ τοὺς πρώην προεστῶτας ποὺ ἤθελαν νὰ ζοῦν ἰδιόῤῥυθμα, ἂν καὶ τὸ μεγαλύτερο σχεδὸν τμῆμα τῆς ἀδελφότητος εἶχε ταχθῆ μὲ τὸ μέρος τοῦ π. Δανιήλ. Οἱ δυσαρέσκειες διήρκεσαν περίπου 12 ἔτη, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἴδιος ὁ Δανιὴλ νὰ δεχθῆ ὡς συμφερώτερο νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἡγουμενία καὶ νὰ ἀπομακρυνθῆ στὴ Σκήτη τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ζοῦσε τὸν πρῶτο καιρό.
Ἀναζητῶντας καλὸ μέρος γιὰ ἡσυχία, σύντομα πέρασε στὴν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Θὰ ἔμενε ἐκεῖ, ἀλλὰ τὸ ψυχρὸ κλῖμα, λόγῳ τοῦ μεγάλου ὑψομέτρου, τον ἀνάγκασε νὰ ἀφήσει τὸ μεγάλο Κελλὶ μὲ τὴν ἐκκλησία τοῦ Ὁσίου Μακαρίου ποὺ ὁ ἴδιος ἔκτισε, καὶ νὰ μετακομίσει χαμηλότερα πρὸς τὴν θάλασσα, στὰ Κατουνάκια. Ἐκεῖ ἔκτισε μικρὴ Καλύβα, ὅπου ζοῦσε μόνος του, ἐνῶ ὁ μαθητής του Καλλίνικος ἔμενε χωριστά.
Κατὰ τὴν συνήθειά του ὁ π. Δανιὴλ δὲν χρησιμοποιοῦσε θερμάστρα. Ἀπὸ τότε ποὺ ἄφησε τὴν ἡγουμενία ἔζησε στὴν ἔρημο περίπου 40 ἔτη. Κατεσκεύαζε μικροὺς σταυρούς, ἐνῶ ὁ μαθητής του κουτάλια. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἐπειδὴ δὲν ἦταν εἰς θέσιν νὰ ἀσχολῆται μὲ τὸ ἐργόχειρο, μερικὲς φορὲς βρέθηκε σὲ δυσκολία.
***
Κάποιοι ἐπισκέπται, βλέποντας τὴν ἀπόλυτη πτωχεία του, τὸν ῥώτησαν πόση πίστις χρειάζεται γιὰ νὰ ἐγκατασταθῆ κάποιος ἐκεῖ, καὶ ὁ Γέροντας ἀπήντησε:
-Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἔχει πάντα τρεῖς ἀρετές: πίστη, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη. Πίστις σημαίνει νὰ ἐμπιστευώμεθα σταθερὰ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ οὐράνιος Πατὴρ φροντίζει τόσο γιὰ μᾶς, ὥστε καὶ τρίχα τῆς κεφαλῆς μας δὲν πέφτει χωρὶς τὴν θέλησή Του. Ἐλπὶς σημαίνει νὰ περιμένουμε μὲ ἁπλότητα καὶ ἁγνὴ καρδία ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς βοηθήσει, καὶ ἀγάπη τὸ νὰ προσφέρουμε τὸν ἑαυτό μας σ’ Ἐκεῖνον μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς μας. Ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσεις τέτοια ζωή!
Μὴν νομίζετε ὅτι ζῆ κανεῖς ἐδῶ χωρὶς κόπους. Ὄχι· ἐδῶ δὲν κυλᾶ μόνον ἱδρώτας, ἀλλὰ καὶ αἷμα γιὰ νὰ ἀποκτηθοῦν τὰ ἀναγκαιότερα. Ἐκεῖνοι ποὺ ζητιανεύουν, καὶ ἐξ αἰτιας αὐτοῦ μερικοὶ τοὺς ἐπιπλήττουν, μὲ κανέναν τρόπο δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ζήσουν στὴν ἔρημο διαφορετικά, ἐπειδὴ τὸ ἐργόχειρο προχωρεῖ ἀργά, ἡ τιμὴ ἔπεσε σημαντικά, καὶ ὅτι μᾶς χρειάζεται ἐδῶ ἔγινε τρεῖς φορὲς ἀκριβώτερο.
Ἀπὸ τότε ποὺ ἀφήρεσαν τὰ μετόχια τῆς Μολδαβίας, τὰ Μοναστήρια στερήθηκαν τὰ ἔσοδα. Στὸ Κοινόβιο 20 ἔτη προσπαθοῦσα νὰ ῥυθμίσω τὰ πάντα σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῶν ἁγίων Πατέρων, γιὰ νὰ συγκεντρωθῆ ἡ κύρια φροντίδα στὴν πνευματικὴ ἐργασία, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπέτυχα! Σήμερα ἡ βασικὴ μέριμνα ἀφορᾶ τὰ ἐξωτερικά, ἐνῶ οἱ ὑψηλότερες πνευματικές μας ἀνάγκες σχεδὸν τελείως λησμονήθηκαν. Αὐτὸ συμβαίνει, διότι ὅλοι ἔχουν χάσει τὶς περιουσίες τους στὴν Μολδαβία· ἀλλὰ ἐγὼ δὲν μποροῦσα νὰ συμφωνήσω καὶ ἐγκατέλειψα τὴν ἡγουμενία. Ὅσον καιρὸ ἤμουν Ἡγούμενος, ἀδιάκοπα προσευχόμουν νὰ μὲ τοποθετήσει ὁ Θεὸς σὲ μέρους ποὺ εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ τὴν σωτηρία μου. Ὡς μέσο γιὰ τὴν προετοιμασία μου στὴν προσευχὴ χρησιμοποίησα τὸ νὰ προσέχω ἰδιαιτέρως τὴν τροφή, περιοριζόμενος ὅσον ἦταν δυνατὸν στὴν λῆψη ἐλαχίστων ἀπὸ τὰ παρατιθέμενα στὴν κοινὴ τράπεζα.
***
Πολλοὶ ἤρχοντο στὸν Γέροντα Δανιὴλ γιὰ συμβουλή. Κάποτε, ἀπαντῶντας σὲ ἐρώτησε σχετικὰ μὲ τὸν π. Ἱλαρίωνα τὸν Γεωργιανό, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος εἶχε πνευματικὴ σχέση, ὁ Γέρων Δανιὴλ διηγήθηκε τὸ ἑξῆς:
-Ὁ π. Ἱλαρίων εἶχε μεγάλη δύναμη διακρίσεως καὶ ἦταν βαθύνους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἀγῶνές του δὲν γνωρίζω. Ὅταν βγῆκα ἀπὸ τὸ Μοναστήρι καὶ ἐγκαταστάθηκα στὴν ἔρημο, πῆγα νὰ τὸν συμβουλευθῶ. Ἐγὼ ἤθελα νὰ τρώω κάθε δεύτερη ἡμέρα, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε εὐλογία· ὥρισε νὰ τρώω μία φορὰ τὴν ἡμέρα, τὸ δὲ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ δύο φορές, καὶ μάλιστα φαγητὸ λαδερό. Νὰ κάνεις ὅπως σοῦ λέω· αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος σου!» μοῦ εἶπε.
Ῥώτησα ἀκόμη τὸν π. Ἱλαρίωνα γιὰ τὸν ὕπνο καὶ μοῦ ἀπήντησε: «Κοιμήσου ὅσο νομίζεις· ὅταν ὅμως ξυπνᾶς, σήκω ἀμέσως καὶ μὴν μένεις πλέον ξαπλωμένος!»
Καὶ ἀκριβῶς ἔτσι εἶναι· στὸν πρῶτο ὕπνο ὁ ἄνθρωπος δὲν βλέπει κανενὸς εἴδους φαντασίες, ἀλλὰ στὸν δεύτερο βλέπει διάφορα ὄνειρα.
***
Διδαχὲς τοῦ π. Δανιήλ:
-Νὰ προσεύχεσθε μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ καὶ μὲ δάκρυα, γιὰ νὰ σᾶς ὁδηγῆ ὁ Κύριος κατὰ τὸ θέλημά του καὶ πάντα νὰ δίδει καλὸ τέλος σὲ ὅλα.
-Ἡ κορυφαία ἀρετὴ εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐγκατάλειψις στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ἐλπίζει στὸν Κύριο, ποτὲ δὲν ἀποθαῤῥύνεται καὶ δὲν φοβᾶται.
-Ἡ ζήλεια εἶναι χειρότερη ἀπ’ ὅλα τὰ κακά. Ὁ ζηλόφθονος συχνὰ πέφτει. Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ διασκορπίσει ὅλες τὶς σκέψεις του. Ἂν μερικὲς φορές, παρὰ τὴν προσεκτικὴ συμπεριφορά μας, συμβῆ κάτι δυσάρεστο, εἶναι θέλημα Θεοῦ καὶ ἀναγκαῖο γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὶς ψυχές μας. Τότε εἶναι ἀρκετὸ σὲ μᾶς νὰ μὴν κάνουμε κακὸ σὲ ὅσους μᾶς δυσαρέστησαν μὲ λόγο ἢ μὲ ἔργο. Οἱ πατέρες, ζῶντας σὲ Σκῆτες, ἀπέφευγαν τὸν φθόνο, ἐνῶ στὸ Μοναστήρι αὐτὸ δὲν γίνεται· ἐκεῖ πρέπει νὰ ὑποχωρῆ κανεὶς καὶ νὰ ταπεινώνεται ἐνώπιον ὅλων.
-Ἡ μακαρία Ὁσία Συγκλητικὴ ἔλεγε: Γιὰ ποιό λόγο μισεῖς τὸν ἄνθρωπο ποὺ σὲ προσέβαλε; Δὲν τὸ ἔκανε ὁ ἴδιος ἀλλὰ ὁ διάβολος, ὁ κοινὸς ἐχθρὸς τῆς σωτηρίας μας, ἐπειδὴ δὲν θέλει νὰ πάρουμε τὴν δική του θέση, ποὺ εἶχε πρὸ τῆς πτώσεως στὴν οὐράνιο Βασίλεια. Γι’ αὐτὸ προσπαθεῖ μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ παρέκκλιση ἀπὸ τὴν εὐθεῖα ὁδὸ καὶ νὰ μᾶς ῥίξει μαζί του στὰ κατώτερα μέρη τοῦ ᾍδου, ὅπως ἔλεγε ἕνας παλαιὸς Γέροντας, ποὺ πάλευε πολὺ μὲ τὸν σατανᾶ!
-Δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα πῶς καὶ γιατί συμβαίνουν οἱ πειρασμοί. Εἶναι προτιμότερο νὰ ἀφήνουμε τὸν ἑαυτό μας στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ προσευχόμεθα σ’ Αὐτόν· ἀδιαλείπτως νὰ προσευχώμεθα. Μὴν ἐρευνᾶτε ἀπὸ τί προέρχεται κάτι· ἐπὶ παραδείγματι, τί εἶπε ὁ ἕνας, τί ἔκανε ὁ ἄλλος καὶ ἄλλα παρόμοια. Μόνο νὰ προσεύχεσθε στὸν Θεὸ ἔτσι: «Κύριε, συγχώρεσέ τους!» Ἐπίσης, νὰ ἔχετε ἰδιαίτερη ἀγάπη πρὸς τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ!
-Ἴσως νὰ ἀποτελῆ ὄφελος καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ καρδιά σας λυπᾶται στὸ μέρος ὅπου ζῆτε. Ἂν ἀργότερα ὁ Κύριος θελήσει, θὰ σᾶς στείλει σὲ ἄλλο μέρος, στὴν ἡσυχία. Τότε νὰ ὑπομείνετε τὸν κόπο τῆς ἡσυχίας, ἐνθυμούμενοι τοὺς προηγουμένους πειρασμούς. Καὶ ἂν ἀκόμη δὲν θὰ ἔχετε τίποτε γιὰ φαγητό, νὰ πῆτε: «Μολονότι δὲν ἔχω τίποτα νὰ φάω, ἔχω ὅμως ἡσυχία, καὶ σ’ αὐτὴν ὑπάρχει παράκλησις τῆς ψυχῆς!» Ὁ βίος τοῦ ἐρημίτου εἶναι καθημερινὸς ἀγῶνας βίας.
-Ἐπειδὴ μόνον οἱ πειρασμοὶ ὁδηγοῦν στὸ καλό, πρέπει νὰ ἀρχίζουμε τὸν ἀγῶνα στὸν χῶρο ὅπου ὑπάρχουν. Ὅταν, ἐπὶ παραδείγματι, κάποιος εἶναι στὴν φυλακή, τότε παρακαλεῖ γιὰ βοήθεια καὶ προστασία. Καὶ ὁ Προφήτης Ἰωνᾶς στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους ἦταν, ἀλλὰ προσευχόταν καὶ ὁ Κύριος τὸν ἔσωσε.
-Νὰ ἐγκρατεύεσθε στὴν τροφή, ἀλλὰ σὲ περίπτωση κλονισμένης ὑγείας νὰ πίνετε μερικὲς φορὲς λίγο κρασί, διότι πρέπει νὰ στηρίζουμε τὸ σῶμα, ὥστε νὰ εἶναι ἱκανώτερο στὰ πνευματικὰ ἔργα.
-Ἂν ἐπιθυμῆτε τὴν σωτηρία καὶ προσεύχεσθε γι’ αὐτήν, ὁ Κύριος θὰ τὴν δώσει.
-Ἐπίσης, νὰ παραδίδεσθε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἕνας Γέροντας, ὅπως γράφει τὸ Γεροντικό, ἀῤῥώστησε καὶ τοῦ ἔδωσαν διακονητή· αὐτὸς ὅμως κάποτε ἔφυγε, καὶ ὁ ἀσθενὴς ἔμενε μόνος καὶ ἦταν ἑτοιμοθάνατος· ἀλλά, ἐπειδὴ ἀπὸ νέος εἶχε ἀγάπη πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πάλι προσευχήθηκε σ’ αὐτήν. Τοῦ ἐμφανίσθηκε λοιπὸν ἡ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐπειδὴ τόσο πολὺ καὶ θερμὰ μὲ παρακαλεῖς, σοῦ χαρίζω ἀκόμη 30 χρόνια ζωῆς. Θὰ ἔχεις δυνάμεις σὰν νὰ εἶσαι μόνον 30 χρόνων -ἐνῶ ἦταν ἐνενήντα- καὶ μετὰ θὰ ἔλθεις στὴν Βασιλεία τοῦ Υἱοῦ μου».
***
-Ἐπειδὴ εἶμαι μόνος καὶ δέχθηκα ὅλους αὐτοὺς τοὺς πειρασμούς, τοὺς γνωρίζω. Συμπάσχω βαθιὰ μαζί σας καὶ πάντα προσεύχομαι γιὰ σᾶς. Φωτίσθηκα καὶ βλέπω ὅτι ὁ Κύριος αὐτὴν τὴν ἐποχὴ σᾶς ἀνύψωσε. (Εἶχαν δημιουργηθῆ τότε πολλὲς δυσαρέσκειες μὲ τοὺς κοινοβιάτας μοναχούς, ποὺ βοηθοῦσαν τοὺς ἐρημίτας.)
-Ἡ Θεομήτωρ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ σᾶς ὥρισε σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο· ἑπομένως, δὲν μπορεῖτε νὰ μείνετε χωρὶς πειρασμούς. Ἄκουσα γιὰ ὅλα καὶ νωρίτερα ἀπὸ κάποιους ἐρημίτας καὶ προσεύχομαι ἰδιαιτέρως γιὰ σᾶς. Κανένα καλὸ ἔργο δὲν μπορεῖ νὰ μείνει χωρὶς πειρασμό, διότι ἔτσι καθαρίζεται καὶ γνωρίζεται ἂν εἶναι θεάρεστο. Μόνο νὰ ἔχετε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀληθινὰ στὴν καρδιά, ἐπειδὴ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μέσα μας!
-Ὁ Κύριος εἶπε: «Οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει». Ἔτσι καὶ ἐμεῖς· προοδεύομε γρηγορώτερα, ἀκολουθῶντας τὴν ὁδὸ τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, ὅπου αὐτὸς μᾶς ὁδηγεῖ, ἐπειδὴ σιγὰ-σιγὰ θὰ μᾶς ἐξαγάγει στὸ φῶς! Ὁ Κύριος δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει· μὲ τὴν βοήθειά του θὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ καλὸ τέλος, ὅπως συνέβη καὶ στὴν περίπτωσή μου· οἱ πειρασμοὶ καὶ τὰ σκάνδαλα μὲ ὡδήγησαν ἐδῶ, καὶ τώα εἶμαι ἤρεμος καὶ δοξάζω τὸν Θεό. Τὸν εὐχαριστῶ μὲ τέτοιον τρόπο ποὺ δὲν περιγράφεται. Ἔτσι νὰ κάνετε καὶ σεῖς!
-Πρέπει νὰ ἔχουμε φόβον Θεοῦ, καὶ νὰ ἐλπίζουμε στὸν Κύριο ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας. Αὐτὸς βοηθάει στοὺς πειρασμούς, μὲ τοὺς ὁποίους ἀποκτοῦμε καὶ μεγαλύτερη πεῖρα στὴν διάκριση καὶ βραβεῖο ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὴν ὑπομονή μας καὶ τὴν γενναιότητα.
Ἂν κάποιος ἀσχοληθῆ προσεκτικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ ἀποφεύγει ὅλες τὶς ἀνώφελες συζητήσεις, λίγο-λίγο ὁ νοῦς του καὶ οἱ σκέψεις θὰ ἀρχίσουν νὰ συγκεντρώνονται· κτότε ὁ Κύριος θὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀδιάλειπτο προσευχή, σύμφωνα μὲ τὸν στίχο: «διδοὺς εὐχὴν τῷ εὐχομένῳ»· αὐτὸ εἶναι θεϊκὸ δῶρο.
***
Ὁ Γέρων Δανιὴλ ἀπεδήμησε πρὸς Κύριον τὴν 17ην Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1889. Μετὰ τὴν κοίμησή του ἔμεινε στὸ Κελλὶ ὁ μαθητής του π. Καλλίνικος.

***

O ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ (+1872)

O ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ (+1872)

Ὁ π. Νεόφυτος ἦταν Ἕλληνας καὶ ἔφθασε στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1809, σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν. Ἔζησε στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου τὰ 10 πρῶτα χρόνια· ἐπειδὴ ὅμως ἐπιθυμοῦσε τὴν ἡσυχία, ἀπεσύρθη στὴν ἔρημο κάτω ἀπὸ τὸν Ἄθωνα, ὅπου ἔζησε ἄλλα 20. Κατ’ ἀρχάς, εἶχε τὴν γνώμη ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ζήσει στὴν κορυφὴ τοῦ Ὄρους, ἀλλὰ δὲν ἄντεξε τὴν ἀγριότητα τοῦ χειμῶνος. Κατέβηκε λοιπὸν λίγο χαμηλότερα, περιπλανήθηκε σὲ σπηλιὲς καὶ ἐγκαταστάθηκε ἐπὶ μία δεκαετία στὸ Κελλὶ τῶν Ἀρχαγγέλων, στὴν Σκήτη τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης. Σ’ αὐτὸν τὸν τόπο ἦταν εὐχαριστημένος, διότι τρεφόταν μὲ τοὺς πνευματικοὺς καρποὺς τῆς μοναχικῆς ἡσυχίας.
Τότε παρεκάλεσαν τὸν π. Νεόφυτο νὰ γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γρηγορίου, τὴν ὁποία διοίκησε ἐπὶ 10 ἔτη. Ἔπρεπε ὅμως νὰ βγαίνει στὸν κόσμο γιὰ διάφορες μοναστηριακὲς ὑποθέσεις, καὶ δημιουργήθηκαν κάποιες προστιβὲς μὲ τὴν ἀδελφότητα· αὐτὰ τὸν ὡδήγησαν στὸ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἡγουμενία.
Μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Μονὴ Γρηγορίου εἶχε ἀρκετὰ πράγματα στὸ Κελλί· μία φορὰ ὅμως πῆγε στὸ Κυριακὸ γιὰ ἀγρυπνία, καὶ κάποιος λαϊκὸς τοῦ τὰ ἔκλεψε ὅλα. Ἔτσι, ἀναγκάσθηκε νὰ στείλει τὸν ὑποτακτικό του Ματθαῖο νὰ ζητήσει ἐλεημοσύνη στὰ Μοναστήρια. Ἔκτοτε ζοῦσε μὲ μεγάλη πτωχεία καὶ μερικὲς φορὲς ἔλεγε:
-Ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο δὲν εἶναι χωρὶς ἐλλείψεις καὶ στερήσεις!
***
Κάποτε τὸν ῥώτησαν γιατί ἔεφυγε ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου.
-Ἔφυγα, εἶπε, διότι μὲ ἔστελναν γιὰ κάποιο διακόνημα στὸν κόσμο, καὶ αἰσθάνθηκα ὅτι δὲν θὰ τὸ διεκπεραιώσω χωρὶς νὰ ζημιωθῶ. Ἂν δὲν εἶχε συμβῆ αὐτό, θὰ ζοῦσε μέχρι σήμερα στὸ Κοινόβιο. Ἐκεῖ εἶναι καλὰ καὶ ὁ ἀγῶνας εἶναι μικρότερος, ἐνῶ στὴν ἔρημο πρέπει νὰ παλεύω μὲ τοὺς ὀργισμένους δαίμονες!
***
Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ π. Νεόφυτος ἔλεγε:
-Ἀπὸ τὴν νεότητά μου ἐπιθυμοῦσα τὸν ἐρημιτικὸ βίο και ἡ ἐπιθυμία μου προχωροῦσε πρὸς τὴν πραγματοποίησή της. Ἀπομακρύνθηκα καὶ πάλι στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἔζησα 6 ἔτη, αἰσθάνθηκα ὅμως ὅτι οἱ σωματικές μου δυνάμεις δὲν ἀνταποκρίνονται πλέον στὴν πνευματική μου ἐπιθυμία. Δυσκολευόμουν νὰ συνεχίσω τὴν ζωή μου ἐκεῖ, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν παραλία ἔπρεπε νὰ μεταφέρονται ὅλα τὰ ἀπαραίτητα στοὺς ὤμους· γι’ αὐτὸ ἦλθα ἐδῶ στὴν Νέα Σκήτη, στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ὅπου ζῶ ἀπὸ τὸ 1855!
Τὰ ἀσκητικὰ παλαίσματα ἀνέδειξαν τὸν π. Νεόφυτο ἔμπειρον ἀσκητὴ καὶ μέγα Γέροντα. Πολλοὶ πήγαιναν μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη γιὰ νὰ τὸν συμβουλευθοῦν.
Στὸ ἐρώτημα κάποιου μοναχοῦ σχετικὰ μὲ τὸ Κοινόβιο, ἀπήντησε:
-Καὶ στὸ Μοναστήρι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκολουθῆς τὸν σωστὸ δρόμο, πρέπει ὅμως νὰ ἔχεις ἔμπειρον Γέροντα· ἐπίσης, νὰ συνομιλῆς μὲ τοὺς ἄλλους ὅσο γίνεται λιγότερο καὶ μόνο μὲ ἐκείνους ποὺ ἐπιζητοῦν νὰ ὠφεληθοῦν πνευματικῶς.
***
Ὁ Γέρων Νεόφυτος ἐκοιμήθη τὸ ἔτος 1872, ἀφοῦ συμπλήρωσε ἕναν αἰῶνα ζωῆς.
***

Ο ΓΕΡΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ (+1866)

Ο ΓΕΡΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ (+1866)

Περὶ τοῦ Γέροντος Εὐθυμίου, τὸν ὁποῖο συμβουλευόταν ὁ π. Ἀντίπας τοῦ Βαλαὰμ καὶ ὁ Ἡγούμενος Νήφων –τελευταῖο πνευματικό του τέκνο ποὺ δέχθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὴν κουρά- δὲν ἔχουμε λεπτομερεῖς πληροφορίες. Γνωρίζουμε μόνο τὰ ἀκόλουθα ἀπὸ τὶς σημειώσεις τοῦ π. Παντελεήμονος.
***
Ὁ Γέρων Εὐθύμιος ἦταν Ἕλληνας καὶ γεννήθηκε τὸ 1780 στὴν νῆσο Ἴμβρο. Κάποιο διάστημα ἐργάσθηκε ὡς διδάσκαλος· ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶχε οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις, νωρὶς ἄρχισε νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του καὶ ἀπεφάσισε νὰ καταταγῆ στὴν τάξη τῶν μοναχῶν. Στὰ 30 του χρόνια πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, κοντὰ σὲ κάποιον Γέροντα. Ὅπως ἔλεγε ὁ π. Νήφων, ὁ π. Εὐθύμιος ἦταν γιὰ τὴν Σκήτη στῦλος ἀκλόνητος.
***
Ἕνα χρόνο πρὶν ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του γιὰ τὴν αἰωνιότητα ὁ Γέρων Εὐθύμιος ἀῤῥώστησε βαριὰ καὶ ὅσοι ἦσαν συνδεδεμένοι πνευματικῶς μαζί του τὸν ἐπισκέφθηκαν γιὰ νὰ ἀποχαιρετισθοῦν. Ὁ ἴδιος, ὡς ἔμπειρος ἀσκητὴς ποὺ ἑτοιμαζόταν γιὰ τὸ πέρασμα στὴν αἰωνιότητα, ἔλεγε:
-Πατέρες, φροντίστε νὰ εἶσθε πάντοτε προετοιμασμένοι, ὥστε νὰ μὴν σᾶς προλάβει αὐτὴ ἡ στιγμὴ ἀνέτοιμους, διότι τίποτε πλέον δὲν θὰ μπορέσετε νὰ κάνετε!
Μιλοῦσε δὲ μὲ τόσον ἐνθουσιασμό, ὥστε οἱ ἄλλοι, βλέποντας τὸ θάῤῥος του μπροστὰ στὴν πύλη τοῦ θανάτου, ἔνιωθαν συγκίνηση καὶ ὠφελοῦντο. Ὅμως, ὁ π. Εὐθύμιος τότε θεραπεύθηκε τελείως καὶ ἀργότερα ἀξιώθηκε νὰ λάβει ἀποκάλυψη γιὰ τὴν στιγμὴ τῆς ἐκδημίας του.
***
Ἕνας Ῥῶσος μοναχός, ὁ π. Βαρσανούφιος, πῆγε μία φορὰ στὸν Γέροντα Εὐθύμιο, στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης. Ἐνῶ συζητοῦσαν, ἔθιξαν καὶ τὸ θέμα τῆς κοιμήσεως κάποιου μοναχού. Ξαφνικὰ ὁ π. Εὐθύμιος ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ εἶπε:
-Ὁ π. Ἱλαρίων ὁ Γεωργιανὸς μοῦ ἔλεγε: Ὅταν ἀκοῦς γιὰ τὸν θάνατο κάποιου -ὅποιος καὶ ἂν εἶναι αὐτός- ἄφησε ὅλες τὶς ἐργασίες, τὸν κανόνα καὶ τὴν μέριμνα γιὰ τὴν ψυχή σου, καὶ προσευχήσου καὶ κλάψε γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ περνάει τὰ τελώνια. Ἐμεῖς ἀκόμη εὑρισκόμεθα ἐν ζωῇ καὶ μποροῦμε νὰ μετανοήσουμε· ἀλλὰ ἡ ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου δὲν μπορεῖ πλέον νὰ κάνει τίποτε καὶ ἔχει μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν βοήθεια τῆς προσευχῆς.
***
Ὁ Γέροντας ἀγαποῦσε ἰδιαιτέρως τὴν Ῥουμανικὴ Σκήτη. Ὁ Ἡγούμενος Νήφων, μὴ ἔχοντας τὴν δυνατότητα νὰ συναντᾶται συχνὰ μαζί του, τὸν παρεκάλεσε νὰ κοινοβιάσει στὴν Σκήτη τους, ἀλλὰ ὁ π. Εὐθύμιος δὲν ἤθελε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἡσυχία του καὶ δὲν συμφώνησε. Ὁ Θεὸς ὅμως, γνωρίζοντας τὴν εἰλικρινῆ ἐπιθυμία τοῦ π. Νήφωνος καὶ τῆς ἀδελφότητός του νὰ τὸν ἔχουν κοντά τους, εἰσήκουσε τὶς προσευχές τους.
Τὸν κάλεσαν στὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Σκήτης, καὶ ξεκίνησε ἀπολύτως ὑγιής. Περιηγήθηκε ὁλόκληρη τὴν Σκήτη, κοίταξε τὰ νέ ακτίρια, συμμετεῖχε σὲ ὅλες τὶς ἀκολουθίες καὶ στὴν τράπεζα, καὶ μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες κοινώνησε τῶν Ἁγίων Μυστηρίων.
Ὅταν ἐπέστρεψε στὸ κελλί του, βρισκόταν σὲ κατάσταση ἀνέκφραστης χαρᾶς. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ ψάλλει τροπάρια καὶ στιχηρά –πρᾶγμα παράξενο γιὰ τοὺς ἄλλους- καὶ ἐνῶ ἔψαλλε παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸν Κύριο. Ὅσοι βρέθηκαν κοντά του σκέφθηκαν: «Τί παράξενη συνήθεια! Αὐτὸς ὁ Γέροντας ψάλλει δυνατά!» Μόλις ὅμως ἐσιώπησε, πῆγαν καὶ εἶδαν ὅτι εἶχε κοιμηθῆ τὸν αἰώνιον ὔπνο.
***
Μετὰ τὴν κοίμησή του, γράφει ὁ π. Παντελεήμων, ἐπισκεφθήκαμε τὸ Κελλὶ τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἔζησε ὁ Γέρων Εὐθύμιος. Ἐκεῖ παρακαλέσαμε τοὺς μαθητάς του νὰ μᾶς ποῦν κάτι ἀπὸι τὶς διδαχές του· μᾶς ἀπήντησαν ὅμως θλιμμένα ὅτι δὲν μποροῦν νὰ τὶς μεταδώσουν μὲ τὴν δική του χάρη καὶ πειστικότητα.
-Δὲν μποροῦμε νὰ μεταφέρουμε τοὺς λόγους του, εἶπαν χαρακτηριστικά· εἶχαν μεγάλη χαρισματικὴ δύναμη καὶ ἄγγιζαν τὰ βάθη τῆς ψυχῆς.
***