Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ πατρὸς Γεωργίου




Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ πατρὸς Γεωργίου
31 Μαΐου 2005.
Ἦταν τὸ 1979, ἂν καλοθυμᾶμαι, ποὺ ἄκουσα πρώτη φορὰ γιὰ τὸν πατέρα Γεώργιο, τὸν Σέρβο. Στὶς Καρυές, φοιτητὴς τότε, ἤμουν φιλοξενούμενος στὸ Κονάκι τῆς Σιμωνόπετρας. Εἶχε ἔρθει ὁ Πατριάρχης τῶν Σέρβων Γερμανὸς καὶ ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου, ἀρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος καὶ ἐπισκέφθηκε ἀπογευματάκι τὸ Κονάκι μας. Καὶ ἐκεῖ, στὸ θαυμάσιο μπαλκόνι, μὲ θέα στὸν Ἄθωνα καὶ στὸ πλάϊ τὴν θάλασσα, μέσα στὶς Καρυώτικες μνῆμες καὶ κουβέντες, καὶ μὲ τὸν πατέρα Ἰουστῖνο τὸν Σιμωνοπετρίτη Ἀντιπρόωσπο, ἀκουσα γιὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς ἀναστάσιμης χαρᾶς, τὸν πατέρα Γεώργιο. Ἂν θυμᾶμαι καλά, ὁ π. Ἰουστῖνος ἀνέφερε πὼς καὶ αὐτός, τὸ ἔτος 1970 ἢ 71, τὸν εἶχε γνωρίσει.
Ὕστερα τὰ πράγματα ἄλλαξαν, οἱ ἄνθρωποι σκλήρυναν, τὰ λόγια περίσσεψαν, ἄλλοι σώπασαν, ἄλλοι ἀκόμα μιλοῦν καὶ τὰ ἔσωσαν τὰ θαψίματα.
Ἐκεῖ, στὸ Παλαιὸ Ῥωσικό, πολλὲς φορὲς πηγαίναμε, ἄλλοτε κατὰ τὴν Διακαινήσιμο, ἄλλοτε γιὰ τὴν ἴζμπα τοῦ Γέροντος Σιλουανοῦ, ἀλλὰ πάντα βάζαμε μία μετάνοια στὸν μεγάλο σταυρὸ μὲ τὰ ἀρχικὰ ἀπὸ τὸ ὄνομά του: Γ.Β., καθ’ ὕψος χαραγμένα. Μπροστὰ στὸν σταυρὸ ὁ τάφος μὲ τὸν νεκρὸ νὰ κοιτᾶ ὄχι πρὸς τὴν Ἀνατολὴ ἀλλὰ πρὸς τὰ βόρεια, πρὸς τὰ ἐκεῖ ποὺ εἶναι καὶ ἡ Σερβία, φαίνεται.
Τὴν ἀνακομιδὴ τὴν σχεδιάζαμε ἀπὸ καιρό. Δὲν ὑπῆρχαν οὐσιαστικὲς δυσκολίες, ἀλλὰ ὠφείλαμε νὰ πάρουμε τὴν εὐλογιὰ ἀπὸ τὸ Ῥωσσικὸ Μοναστήρι.
Τελικά, φτάσαμε στὶς 31 Μαΐου 2005, σίγουροι πλέον ὅτι θὰ γίνει ἡ ἀνακομιδή.
Ξεκινήσαμε μὲ Τρισάγιο ἀπὸ τοὺς ἰερεῖς καὶ ἄρχισε τὸ σκάψιμο. Σὲ ἀρκετὸ άθος ἄρχισαν νὰ φαίνονται τὰ ὀστᾶ, πρῶτα τῶν ποδιῶν καὶ ὕστερα ἡ κάρα κομμένη μὲ πριόνι στὰ δύο. Αὐτὸ εἶναι ἕνα στοιχεῖο ποὺ δὲν τὸ γνωρίζαμε. Φαίνεται πὼς ἔκαναν νεκροτομή, γιατὶ δὲν ὑπῆρχε οὔτε ἐγκέφαλος, παρὰ μόνον ῥίζες, πάρα πολλὲς ῥίζες. Μαρτύριο ἦταν ὁ θάνατός του, μαρτύριο καὶ μετὰ θάνατον.
Δὲν βρήκαμε οὔτε φάλαγες δαχτύλων, οὔτε πλευρές, οὔτε καὶ σπονδύλους. Τὸ δεξὶ λαγώνιο ἦταν πολὺ φθαρμένο. Ἢ ἔλιωσαν ἢ τὰ διέλυσε τὸ δηλητήριο ἀπὸ τὰ μανιτάρια. Μᾶλλον ἀπὸ τὰ μανιτάρια τελικὰ πέθανε.
(3 Ἰανουαρίου τοῦ 2001, φεύγοντας ἀπὸ τὴν κηδεία τοῦ παπα-Χαράλαμπου στὴν Διονυσίου, πιάσαμε κουβέντα μὲ τὸν κυρ-Σταῦρο Τσιγγᾶ, γεροντᾶκο. Ἦταν γραμματέας στὴν Πολιτικὴ Διοίκηση τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπὸ τὸ 1957 ὣς τὸ 1973, στὶς Καρυές. Ἀναφερθήκαμε στὸν πατέρα Γεώργιο. Τὸν ἤξερε. Ἕνας Γερμανός, ποὺ πῆγε νὰ τὸν βρῆ γιὰ νὰ κουβεντιάσουν –γιατὶ καὶ αὐτὸς εἶχε κάνει στὴν Γερμανία- τὸν βρῆκε δίπλα στὴν βρύση, ἐνῶ ὅλες οἱ σκάλες ἦταν γεμᾶτες περιττώματα. Τί περιττώματα ὅμως καὶ γιατὶ ἡ Ἀστυνομία ἔγραψε καρδιακὴ προσβολή; Πῆγα, ῥώτησα καὶ ἐκεῖ, ζήτησα νὰ δῶ καὶ τὴν ταυτότητά του, ποὺ κατατίθεται μετὰ θάνατον, χωρὶς κανένα ἀποτέλεσμα. Δὲν ἔμαθα τίποτα παραπάνω ἀπὸ ὅσα ἤξερα.)
Ἀφοῦ τελείωσε τὸ σκάψιμο, ἀπὸ τὶς 3:30 μέχρι τὶς 7:30 τὸ ἀπόγευμα, μαζέψαμε ὅ,τι ἔμεινε σὲ μία λεκάνη καὶ ξεκινήσαμε γιὰ τὴν ἐπιστροφή. Πήραμε μαζί μας καὶ τὸν ἐπιτάφιο σταυρὸ μὲ τὰ ἀρχικὰ τοῦ Γέροντος.
Ὅταν φθάσαμε στὸ Χιλανδάρι, τοῦ χτύπησαν καμπάνες.
Ὕστερα καθήσαμε στὴν φιάλη, στὴν μεριὰ μὲ τὴν ἀποχέτευση, καὶ τὰ πλύναμε δύο φορὲς μὲ νερὸ καὶ στὸ τέλος μὲ κρασί. Τελειώσαμε κατὰ τὶς 3:00 τὴν νύχτα. Τὰ λείψανα τὰ ἁπλώσαμε στὸ παρεκκλήσι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Ἐκεῖνες οἱ ῤίζες ποὺ ἦταν μαζεμένες ἐσωτερικὰ στὸ κρανίο του, ἔδειχναν σὰν νὰ ἦταν ἐγκλωβισμένες στὸ χῶμα. Μετὰ το ξεσταύρωμα θὰ χτύπησαν μάτια καὶ ἴσως ἔγιναν φυτά.
Ἀρχιμανδρίτης Πορφύριος Προδρομίτης, ἐκ Σίμωνος Πέτρας.

***

Τὸ μακάριο καὶ παράδοξο τέλος.

11. Τὸ μακάριο καὶ παράδοξο τέλος.
Στὴν ὑπόσχεση ὅτι ἐπιστρέφει αὐτὸς ὁ μεγάλος ἀγωνιστὴς στὴν συνοδεία μας, μὲ χαρὰ καὶ λαχτάρα περιμέναμε ὅλοι μας τὴν ἐπιστροφή του. Τόσον ὁ Γέροντας ὅσο καὶ ὅλοι μας, ἀπὸ τὸν π. Γεώργιον περιμέναμε πάρα πολλά. Ἤδη, ἕνεκα τῶν κοπιαστικῶν ἀγώνων του ἔλαβε πνευματικὰ χαρίσματα. Τὰ χαρίσματα αὐτὰ ἔμελλε νὰ αὐξηθοῦν μὲ τὴν συνέχεια τῶν κοπιαστικῶν ἀγώνων του, μέσα ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια τῆς ὑπακοῆς.
Ὅμως, φεῦ, ἄλλαι ἦσαν αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου. Ὁ Πανάγαθος φροντίζει νὰ παραλάβει τὴν ψυχὴ τοῦ κάθ’ ἑνὸς ἀγωνιστοῦ στὴν πιὸ καλὴ στιγμή του.
Ἐνῶ ἀναμέναμε μὲ λαχτάρα τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νέου ἀδελφοῦ μας, καταφθάνει τὸ θλιβερὸ μήνημα: «Ὁ μοναχὸς Γεώργιος ἀπὸ τὸ Παλαιὸ Ῥωσικὸ πέθανε ἀπὸ δηλητηριασμένα μανιτάρια». Γιὰ τοῦ λόγου μάλιστα τὸ ἀσφαλὲς πάνω στὸ τραπεζάκι δίπλα του βρέθηκαν 2-3 δηλητηριώδη μανιτάρια.
Ἡ φήμη αὐτὴ ἐπικρατεῖ μέχρι σήμερα. Ὅμως εἶναι πολὺ ἀμφίβολο ἂν ὄντως αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότητα.
Δυστυχῶς, ἡ Μονὴ τοῦ Ῥωσικοῦ, ὅλως βεβιασμένα παρέλαβε καὶ ἔθαψε τὸ σῶμά του, χωρὶς κἂν νὰ εἰδοποιήσει κανένα.
Ἐπιβάλλετο νὰ γίνει νεκροψία καὶ τότε θὰ φαινόταν ἀπὸ ποιά αἰτία προῆλθε ὁ θάνατος. Ὁ μοναχὸς Βασίλειος, ποὺ προανέφερα, μὲ συνάντησε μία μέρα στὶς Καρυές. Μόλις μὲ εἶδε, πρώτη του κουβέντα ἦταν: «Πάτερ Ἰωσήφ, ὁ πατὴρ Γεώργιος δὲν πέθανε ἀπὸ μανιτάρια· Ἐγὼ ποὺ ἔζησα κοντά του, μανιτάρια ποτὲ δὲν ἔτρωγε. Πάτερ Ἰωσήφ, νὰ ξέρεις, τὸν πατέρα Γιώργη τὸν φαρμακώσανε».
Ἄκουσα αὐτὰ τὰ λόγια, μοῦ ἔκαμαν ἐντύπωση ἀλλὰ τότε δὲν σκέφθηκα νὰ τὸ ἐξετάσω. Ὅταν ὅμως συζητήσαμε μὲ τὸν ἀείμνηστον Γέροντά μου περὶ αὐτοῦ, μοῦ εἶπε ὅτι ὁ ἀείμνηστος πατὴε Γεώργιος στὴν ἐξομολόγηση, μεταξὺ ἄλλων τοῦ εἶπε ὅτι ἐκεῖ στὸ Παλαιὸ Ῥωσικὸ ἔφερναν μοσχάρια, τ’ ἀμολοῦσαν στὸ δάσος νὰ βόσκουν καὶ οἱ βοσκοὶ πήγαιναν στὸ χωριό τους. Τὰ μοσχάρια ὅμως ἔμπαιναν στὸν χῶρο τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ἔκαναν ζημιές. Ὡς φύλακας ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ὁ πατὴρ Γεώργιος εἶχε ὑποχρεώση νὰ τοὺς κάμει παρατήρηση. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὄχι μόνο δὲν τοὺς συνέτισε, τοὐναντίον μάλιστα καὶ τοὺς προκάλεσε, ὥστε νὰ τὸν ἀπειλοῦν.
Γι’ αὐτό, ἐνῶ ὁ Γέροντας στὴν ἀρχὴ δὲν μιλοῦσε καθόλου γιὰ τὸν τρόπο ποὺ πέθανε ὁ π. Γεώργιος, ἀργότερα μετὰ βεβαιότητος ἔλεγε ὅτι τὸν Γιώργη τὸν φαρμακώσανε οἱ βοσκοί.
Ὁ παράξενος αὐτὸς τρόπος θανάτου τοῦ ἀειμνήστου, ἐνέβαλε σὲ μερικοὺς ἀσκητὲς ἀμφίβολους λογισμούς. Μὴ γνωρίζοντας ὅτι ὁ π. Γεώργιος κοιμήθηκε στὴν ὑπακοὴ καὶ ἔχοντας ὑπ’ ὄψη πολλοὺς θεληματάρηδες ἀσκητὲς ποὺ εἶχαν κακὸ τέλος, τοὺς ἐνέβαλε σὲ πολλὲς ἀμφιβολίες.
Ἕνας ἐνάρετος Ῥουμᾶνος, ὁ ἱερομόναχος Μεθόδιος, ἐγκαταβιοῦσε στὸ Ἁγιοπαυλίτικο Κελλὶ τῶν Καρυῶν «Ἅγιοι Θεόδωροι».
Μὲ τὸν προβληματισμὸ αὐτὸ προσευχόταν ὑπὲρ ἀναπαύσεως, ἀλλὰ καὶ ζητοῦσε νὰ μάθει γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ προκοιμηθέντος.
Μία φορὰ στὴν προσευχή του, δὲν εἶμαι βέβαιος ἂν εἶδε τὸν ἅγιο Σάββα Σερβίας ἢ ἂν μόνον ἄκουσε τὴν ἑξῆς φωνή: «Ὁ μοναχὸς Γεώργιος, ὅσα χρόνια κάθησε στὸ Παλαιὸ Ῥωσικό, τὸ καντήλι μου δὲν ἄφησε νὰ σβήσει».
Συνῆλθε τὸ ἅγιο αὐτὸ Γεροντάκι καὶ μονολόγησε: «Ἔ! Καὶ μόνον, ἂν εἶχε τὸν Ἅγιο Σάββα προστάτη του, αὐτὸ φθάνει νὰ σώθηκε. Ἂν προσθέσουμε καὶ τοὺς μεγάλους ἀσκητικούς του ἀγῶνες, πόσο μᾶλλον;»
Μετὰ τὴν κοίμησή του, βρέθηκαν στὸ κελλί του δύο τσουβάλια ἕτοιμα, γιὰ νὰ μεταφέρει τὴν περιουσία του στὸ Μπουραζέρι. Στὸ ἕνα ὑπῆρχαν τὰ βασικὰ ῥοῦχα πρώτης ἀνάγκης καὶ στὸ δεύτερο τὰ ἱερὰ βιβλία. Ὅσο γιὰ λεφτά, βρέθηκε μόλις ἕνα 50άρι δραχμές. Μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα μιλᾶμε γιὰ 20-30 εὐρώ. Αὐτὴ ἦταν ἡ περιουσία τοῦ π. Γεωργίου· καὶ ἔτσι ἔφυγε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή.
Ὁ ἀδελφὸς ἡμῶν Γεώργιος, ἐτελειώθη ἐν Κυρίῳ, εἰς ἡλικίαν μόλις 52 ἐτῶν, κατὰ τὸ ἔτος 1972.

***

Τελευταία ἐπίσκεψη στὸ Μπουραζέρι τοῦ μοναχοῦ Γεωργίου.

10. Τελευταία ἐπίσκεψη στὸ Μπουραζέρι τοῦ μοναχοῦ Γεωργίου.
Ἔρχεται, ὅπως εἴπαμε, ὁ π. Γεώργιος μὲ τὴν γενναία ἀπόφαση νὰ ἐγκαταβιώσει ὁριστικὰ στὸ Μπουραζέρη, ὅπου καὶ δήλωσε πλήρη ὐποταγὴ σ’ αὐτὸν ποὺ τοῦ ὥρισεν ὁ θεοφώτιστος καὶ ἀείμνηστος Γέροντάς του, δηλαδὴ στὸν παπα-Χαράλαμπο. Ὕστερα ἀπὸ μία καθαρὴ καὶ συντετριμμένη ἐξομολόγηση, μετέλαβε μὲ πλῆιος δακρύων, τῶν ἱερῶν μυστηρίων.
Προτοῦ ὅμως κοινωνήσει θυμήθηκε τὸν πρώην συγκάτοικό του μοναχὸν Βασίλειον. Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ κάγκελο τὸν ῥώτησα:
-Γιὰ ποῦ, Πάτερ Γεώργιε;
-Πηγαίνω στὴν Καψάλα νὰ βάλω μετάνοια στὸν Πατέρα Βασίλειον. Ἄνθρωποι εἴμαστε, μπορεῖ νὰ τοῦ ἔφταιξα.
Παρ’ ὅλον πού, ὅπως προανέφερα, τὸ Γεροντάκι αὐτὸ ἦταν δύστροπο καὶ προκάλεσε τὸν π. Γεώργιο, ἐν τούτοις, ὄχι μόνον τὸν συγχώρεσε ἀλλὰ καὶ τὸ φταίξιμο ἔλαβε πάνω του, χάριν τῆς εἰρήνης. Πῆγε καὶ ζήτησε συγχώρεση.
Ἐπιστρέφει δρομαίως. Μεταλαμβάνει τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου καὶ τὸ πρωΐ βάζει μετάνοια στὸν Γέροντα. Ἀποχαιρετᾶ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς μὲ σκοπὸ σὲ μία-δύο μέρες νὰ ἐπιστρέψει μαζὶ μὲ τὰ λιγοστὰ πράγματα ποὺ εἶχε στὸ κελλάκι του.

Ὑποσημείωση: Ὁ εὐλαβὴς μοναχὸς Σιλουανός, ὑποτακτικὸς τότε τοῦ γέροντος Ἰωσὴφ (τοῦ νῦν Βατοπεδινοῦ) στὴν Νέα Σκήτη, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι τὸν τελευταῖο ἐκεῖνο καιρό (1971-1972), ὁ π. Γεώργιος μετέβαινε συχνὰ κοντά τους. Παρέμενε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ καλυβάκια τῆς συνοδείας τοῦ ἀειμνήστου ἡσυχαστοῦ Ἰωσήφ, ἀλλὰ καὶ στὸν τάφο του μετέβαινε ὅπου ἀγρυπνοῦσε καὶ προσευχόταν ἐκτενῶς.

***

Ἡ τελευταία γενναία ἀπόφαση.

9. Ἡ τελευταία γενναία ἀπόφαση.
Καθώς, ἄκρες-μέσες, ἄκουγα ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ στόμα τοῦ πατρὸς Γεωργίου, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ ὅ,τι μοῦ ἐμπιστεύθηκε μετὰ τὸν θάνατόν του ὁ Γέροντάς μου, ὁ ἀείμνηστος, ἐνῶ ζοῦσε σκληροτάτη ζωή, ἐν τούτοις, τὸ δαιμόνιο τῆς ἀκηδίας ἦταν παντοτεινὸς σύντροφος τοῦ ἀσκητοῦ Γεωργίου. Ματαίως ὁ ἀθλητὴς προσπαθοῦσε νὰ τὸ διώξει μὲ ὑπεράνθρωπη σκληραγωγία· ξηροφαγοῦσε σχεδὸν κάθε μέρα, κοιμόταν λίγη ὥρα κάτω στὸ πάτωμα χειμῶνα-καλοκαίρι, ἔκανε γονυκλισίες ὅσον ἄντεχε γιὰ νὰ διώξει τὸν ὕπνον, μετὰ τὶς γονυκλισίες στεκόταν ὄρθιος καὶ ἔλεγε μὲ τὴν βία τὴν εὐχή· δὲν περνοῦσαν 5-10 λεπτὰ καί, ἐνῶ στεκόταν ὄρθιος, σὲ μιὰ στιγμὴ τὸν ἔβλεπες σωριασμένον κάτω νὰ κοιμᾶται· πολλὲς φορὲς τραυματιζόταν, μάτωνε, ἔσπαγε μύτη, μέτωπο κ.λ.π.
Πεῖσμα ἔδειχνε ὁ πειρασμός, πεῖσμα ὅμως καὶ ὁ ἀθλητής. Μόλις συνερχόταν, ἀμέσως σηκωνόταν καὶ ξανὰ γονυκλισίες, ὀρθοστασία, προσευχή. Ἀλλὰ πάλιν σὲ λίγο τὸ ἴδιο.
Ὁ ἀγῶνας αὐτός, ἀδελφοί μου, εἶναι ὄντως μαρτυρικός. Ὅποιος δὲν τὸν ἔζησεν, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει.
Μετὰ ἀπὸ μαρτυρικὴ ὑπομονὴ μιᾶς ὁλόκληρης νύχτας, ἔρχεται κάποτε μία ἀκτῖνα θείου φωτός. Ζεσταίνεται λίγο ἡ καρδιὰ καὶ ἐκπηγάζουν οἱ ὀφθαλμοὶ γλυκόπικρα δάκρυα. Τότε γιὰ λίγο κόβονται τὰ φτερὰ τοῦ ἀντιπάλου· ἀνασαίνει ὀλίγον ὁ ἀθλητής, γιὰ νὰ ἐπανέλθη καὶ πάλιν ὁ πειράζων τὴν ἑπομένη δριμύτερος.
Δὲν ἔφτανε μόνο αὐτό. Πόσες καὶ πόσες φορὲς ὁ ἐχθρὸς προέβαινε σὲ φανερὲς ἐπιθέσεις. Τοῦ ἐμφανιζόταν πότε σὰν μαῦρος ἀράπης μὲ φοβερὴ ὄψη, πότε σὰν δράκοντα, σὰν ἑρπετό κ.λ.π. Ἄλλοτε φοβερὰ φαρμακερὰ φίδια ὑψώνονταν ὄρθια μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμα μπροστά του, ἀπειλῶντας νὰ τὸν δαγκώσουν.
Πόσα ἄλλα ἀσφαλῶς μαρτύρια ποὺ παρέμειναν ἄγνωστα σ’ ἐμᾶς, θὰ ὑπέστη ὁ γενναῖος αὐτὸς ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ!
Ἀδαμάντινος ἀγωνιστὴς ὁ π. Γεώργιος, καὶ ὅμως ἐλύγισε. Ἐρχόταν στὸ Μπουραζέρη νὰ ἐξομολογηθῆ, Ἔμενε μία-δύο μέρες. Κοντά μας ὅσο ἦταν, δὲν ἴσχυαν ξηροφαγίες καὶ χαμαικοιτίες. Ἔτρωγε κανονικὰ καὶ κοιμόταν σὲ μαλακὸ στρῶμα. Καὶ ὅμως κάτι παράξενο συνέβαινε. Ἐκεῖ δαιμόνιο ἀκηδίας δὲν ὑπῆρχε· ἡ ὁλονύχτια ἀγρυπνία ἔβγαινε ἄνετα. Ἡ ψυχὴ μέσα γέμιζε χάρη, τὰ γλυκὰ δάκρυα ἀνέβλυζαν κρουνηδὸν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς του. Αἰσθανόταν μέσα του τόση χαρά, ποὺ νόμιζε ὅτι ζῆ στὸν οὐρανό.
Ὄταν γυρνοῦσε πίσω εἶχε τὴν αἴσθηση πιὰ ὅτι γυρνᾶ ἀπὸ τὸν παράδεισο στὴν κόλαση.
Αὐτὴ ἡ κατάσταση δὲν τοῦ ἔτυχε μία ἢ δύο φορές. Ἦταν κανόνας. Κάθε φορὰ ποὺ ἐρχόταν αὐτὸ συνέβαινε.
Μία φορά, δύο φορές, τρεῖς, κάποτε ἡ στάμνα ἔσπασε. Ἔρχεται ὁ π. Γεώργιος μία φορὰ στὸ Μπουραζέρη ἀποφασισμένος.
-Γέροντα, ἔβγαλα μία μεγάλη ἀπόφαση.
-Τί εἶναι, παιδί μου;
-Θέλω νὰ ἐπιστρέψω ὁριστικὰ κοντά σου, μὲ δέχεσαι;
-Ἐγώ, παιδί μου, δὲν σὲ ἔδιωξα, οὔτε σὲ ἀθέτησα· εἶσαι καὶ ἐσὺ παιδί μου, ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα καλογέρια μου. Ἔβλεπα τὸν κοπιαστικὸν ἀγῶνά σου· ἤμουν πάντα δίπλα σου· ὅμως εἶναι νόμος ἀπαράβατος, ὁ μοναχός, ὅταν δὲν περάσει πρῶτα ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ καὶ δὲν ἀναπαύσει τὸν Γέροντά του, ἔχει στὴν ἐρημιὰ παντοτεινὸ σύντροφό του τὸ δαιμόνιο τῆς ἀκηδίας. Μὲ πολέμησε καὶ μένα σκληρά· ὅμως ἐγὼ εἶχα ἀσπίδα, διότι ἀνέπαυσα Γέροντα, γι’ αὐτὸ καὶ μία νύχτα σὰν προσευχόμουν, φανερώθηκε μπροστά μου ζωντανά. Μὲ ἔβρισεν καλὰ-καλά, ἔβγαλε ἄγριες φωνὲς καὶ μετὰ ἔσκασε σὰν καπνός. Ἔκτοτε χάθηκε.
Ἔβλεπα τὸν ἀγῶνά σου· παρακαλοῦσα γιὰ τὸ καλό σου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ ἐκβιάσω τὴν ἐλευθερία σου. Τώρα ἔχει ἀξία, ποὺ τὸ λὲς μόνος σου. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει γι’ αὐτὸν ποὺ δοκίμασε στὴν ἔρημο, δὲν ὠφελήθηκε καὶ ἐπέστρεψε στὴν ὑπακοή, ὅτι ἦταν τυφλὸς καὶ ἀνέβλεψε. Βιαστὴ σὰν τὸν Γέροντά μου Ἰωσήφ, δὲν βρίσκεις σήμερα, καὶ ὅμως ὅταν ξεκίνησε, μόνος του δὲν τὰ ἔβγαλε πέρα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πεπειραμένος Γέρων Δανιὴλ τῶν Δανιηλαίων, τὸν ἔστειλε μὲ τὸν Γέροντα Ἀρσένιον καὶ πέρασαν ἀπὸ τὴν ὑπακοή.
Ἔχε καὶ σὺ λοιπὸν θάῤῥος. Οἱ ἀγῶνές σου δὲν πῆγαν χαμένοι, τοὐναντίον. Τώρα θὰ δῆς, ὅταν συνεχίσεις νὰ κοπιάζεις, μὲ πόση εὐκολία θὰ βγάζεις μετάνοιες, κανόνες, κομποσχοίνια. Στὴν ὑπακοὴ μέρα εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἀπὸ τὴν ταπείνωση
ὁ Θεὸς δίνει τὰ χαρίσματα.
Μὲ αὐτές, ἀπὸ ὅ,τι θυμᾶμαι καὶ μὲ ὅσες ἄλλες νουθεσίες, ἐνεθάῤῥυνε ὁ καλὸς ἐκεῖνος πατέρας τὸ τέκνό του νὰ ἐπιστρέψει.
Στὸ Μπουραζέρι, ὅταν πρωτοπήγαμε, ἦταν ἕνας ξένος μοναχός, ὀνόματι Βασίλειος. Τὸν φιλοξενοῦσε χωρὶς νὰ ἐγγραφῆ στὸ μοναχολόγιο, ὁ τελευταῖος ῥῶσος μοναχός, ἀείμνηστος π. Ἰωαννίκιος.
Φαίνεται, ὅτι ὁ μοναχὸς αὐτός, ἐκτὸς ἀπὸ ἰδιόῤῥυθμος ἦταν καὶ ἰδιότροπος. Ὁ Γέροντάς μου τὸν λυπήθηκε, ἦταν λίγο ἡλικιωμένος. Τοῦ εἶπε: «Μεῖνε ἐδῶ ποὺ εἶσαι Πάτερ Βασίλειε. Ἐμεῖς θὰ σοῦ δίνουμε καὶ τὸ φαγητό σου, μόνο νὰ ἔρχεσαι κοντά μας στὴν Θεία Λειτουργία». Ὁ μοναχὸς αὐτὸς ἀνῆκε δυστυχῶς σὲ μία πεπλανημένην δοξασίαν τῶν ὀνοματολατρῶν, ποὺ θεωροῦσαν πὼς ἡ λέξη Ἰησοῦ, αὐτὴ καθ’ αὐτὴν παράγει θεία ἐνέργεια καὶ ὄχι τὸ πρόσωπο Ἰησοῦς.
Στὴν πλάνη αὐτὴ εἶχε περιπέσει, ὄχι μόνον ὁ π. Βασίλειος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀκόμα ὁ π. Γεώργιος, γιὰ ἕνα διάστημα.
Ἐνθυμοῦμαι πὼς γιὰ πολλὴ ὥρα συζητοῦσα περὶ αὐτοῦ μὲ τὸν π. Γεώργιον. Αὐτὸς μοῦ παρουσίαζε χωρία μέσα ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη.
Δὲν γνωρίζω ἂν κατάφερα τότε νὰ τὸν πείσω, ὅμως ὅταν ἀποφάσισε νὰ γυρίσει στὴν συνοδεία μας, ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπὸ αὐτὴν τὴν πλάνη.
Ὁ π. Βασίλειος ὅμως, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἐμεῖς εἴμασε σὲ πλάνη, προτίμησε ἀντὶ νὰ κοινωνῆ πνευματικὰ μαζί μας νὰ ἀναχωρήσει. Κατόρθωσε μάλιστα μὲ εὐλογία τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος, νὰ ἐγκαταβιώσει καὶ αὐτὸς στὸ Παλαιὸ Ῥωσικὸ κοντὰ στὸν π. Γεώργιον.
Φαίνεται ὅμως τοῦ χάλασε τὴν ἡσυχία, δὲν συμφωνοῦσαν, γι’ αὐτὸ καὶ ἀναγκάστηκε ὁ π. Βασίλειος νὰ μετοικήσει στὴν ἔρημο τῆς Καψάλας.
***



Ἐπισκέψεις τοῦ π. Γεωργίου στὸν παπα-Χαράλαμπον.

8. Ἐπισκέψεις τοῦ π. Γεωργίου στὸν παπα-Χαράλαμπον.
Ὕστερα καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν εὐλογημένη συνάντηση μὲ τὸν Γέροντά μου, ἀνεχώρησα γιὰ τὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ ἐπιστρέψω ἐντὸς ὀλίγου, ὁριστικὰ στὸ ἅγιον Ὄρος, στὸ μικρὸ ἀλλὰ χαριτωμένο Καλυβάκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὴν Νέα Σκήτη, μαζὶ μὲ τὸν Γέροντά μου παπα-Χαράλαμπον.
Δὲν πέρασα πολλὲς ἡμέρες ἀφ’ ὅτου ἐγκαταβίωσα καὶ νὰ ὁ ἀσκητὴς Γεώργιος ἔρχεται στὸ Καλυβάκι μας. Ὄχι μόνον ἁπαξ, ἀλλὰ συχνὰ γινόταν ἡ δουλειὰ αὐτή, διότι, ἂν καὶ χωρίστηκε ἀπὸ τὸν Γέροντα, ὅμως δὲν ἔκοψεν πνευματικὴ ἐπικοινωνία.
Μάλιστα, πολὺ συχνὰ μᾶς ἔφερνε ὑψηλοὺς ἐπισκέπτες, τόσο κληρικούς, ὅσο καὶ λαϊκοὺς ἀπὸ τὴν Σερβία, γιὰ νὰ ἀκούσουν τὶς διδαχὲς τοῦ πατρὸς Χαράλαμπου. Αὐτὸς ἔκανε τὸν διερμηνέα.
Χάρη σ’ αὐτόν, γνωρίσαμε καὶ πολλοὺς Χιλανδαρινοὺς πατέρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων τοὺς ἀειμνήστους προϊσταμένους παπα-Σάββα, Γέροντα Μητροφάνη, Γέροντα Ἀρσένιο.
Ὅταν σὲ τρία χρόνια, τὰ Καλυβάκια δὲν μᾶς χωροῦσαν, ἕνεκα συνεχοῦς συῤῥοῆς δοκίμων, λόγῳ τῆς γνωριμίας μας καὶ κατὰ θείαν οἰκονομίαν, μᾶς παραχώρησαν οἱ Σέρβοι ἀδελφοί μας τὸ μεγάλο Χιλανδαρινὸ Κελλὶ τοῦ Μπουραζέρη, κάτω ἀπὸ τὶς Καρυές. Ἐκεῖ παραμείναμε μέχρι ποὺ ἀναγκαστήκαμε λόγῳ λειψανδρίας νὰ ἐνισχύουμε τὴν εὐαγῆ Μονὴ Διονυσίου, μεταβαίνοντας ἐκεῖ τὸ 1979.
Ἀλλὰ καὶ στὸ Μπουραζέρη, οἱ ἐπισκέψεις τοῦ μοναχοῦ Γεωργίου ἦσαν πολὺ συχνές.

***

Ἐγκαταβίωσή μου στὴν Νέα Σκήτη.

7. Ἐγκαταβίωσή μου στὴν Νέα Σκήτη.
Μὲ ἐνισχυμένο λογισμό, ὕστερα ἀπὸ ὅσα ἄκουσα ἀπὸ τὸν ἄγνωστό μου ἐκεῖνον μοναχό, ἐπισκέφθηκα γιὰ προτελευταία φορὰ ὡς ἐπισκέπτης, τὸν Γέροντά μου παπα-Χαράλαμπον.
Μεταξὺ ἄλλων τοῦ ἀνέφερα τὸ θαυμαστὸ περιστατικὸ στὴν Δάφνη, μὲ κάποιον ἄγνωστο Σέρβο μοναχὸ Γεώργιο.
Τότε, θυμᾶμαι, ὁ ἀείμνηστος Γέροντας ἔβγαλε ἕναν βαθὺ ἀναστεναγμὸν καὶ μοῦ λέει:
-Ἄ, τὸν Μπράνκο, ἄχ, τὸν Μπράνκο. Βιαστὲ σὰν τὸν π. Γεώργιο σπάνια βρίσκεις στὴν ἐποχή μας, καὶ ὅμως τὸ σκουλήκι τῆς κοσμικῆς γνώσης μᾶς τὰ χάλασε. Μὴν κοιτᾶς τί εἶναι· τί θὰ ἦταν αὐτὸς ὁ Γιώργης, ἂν καθόταν στὴν ὑπακοή. Ἐδῶ ἦταν παιδί μου· ὁ Γέροντάς μου ἐδῶ τοῦ εἶπε νὰ μείνει. Τὸ ξέρω πόσο μὲ σέβεται ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπὸ τὴν πολλὴ ἐξυπνάδα καὶ τὴν μόρφωση δὲν μπόρεσε νὰ ταπεινωθῆ στὸν ἀγράμματο τὸν παπα-Χαράλαμπον. Ἐγὼ τοῦ εἶπα: «Κάθησε κοντά μου καὶ ὅταν θὰ εἶσαι ὥριμος γιὰ ἄσκηση θὰ σοῦ δώσω εὐλογία νὰ ἀναχωρήσεις». Βιάστηκε, πῆγε στὸ Ῥωσικό· τοῦ ἔδωσαν τὸ Παλαιὸ Ῥωσικό. Δὲν ἔφτανε αὐτό, τὸν ἔκαναν καὶ μοναχό. Τώρα ἔρχεται κάθε λίγο καὶ μοῦ παραπονιέται: «Τί ἤθελα νὰ γίνω μοναχὸς στὸ Ῥωσικό. Θέλω νὰ ξαναγυρίσω πίσω. Ἀγωνίζομαι σκληρὰ ἀλλὰ τὰ βρῆκα μπαστούνια».
***


Ἄγγελος ἀπὸ Θεοῦ.

6. Ἄγγελος ἀπὸ Θεοῦ.
Ὅμως, δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ βουλὴ τοῦ Κυρίου.
Κατεβαίνοντας κατὰ τὴν δεύτερη ἐπίσκεψή μου στὸ λιμανάκι τῆς Δάφνης ἀπὸ Οὐρανούπολη, βγῆκα μὲ σκοπὸ νὰ περάσω σὲ λίγο στὸ μικρὸ καραβάκι τῆς διαδρομῆς ἀπὸ Δάφνη πρὸς Καυσοκαλύβια.
Τὸ πρόβλημα ἦταν τώρα: «Ποῦ νὰ πάω; Στὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου. Στὸν πατέρα...; Στὸν παπα-Χαραλάμπον;»
Πίσω ἀπὸ τὰ μαγαζιὰ στὴν μικρὴ πλατειούλα, νά, καὶ πλησιάζει ἕνας ἄγνωστος μοναχός, ψηλός, γεροδεμένος, μὲ ῥοῦχα παλιὰ ἀλλὰ καθαρά. Ἀπὸ τὴν ὄψη, ἀλλὰ κυρίως τὴν προφορά, κατάλαβα ὅτι ἦταν ἀλλοδαπός.
Χαρακτηριστικὸ ἦταν ὅτι μπροστὰ ὁ κόρφος του ἦταν πάντα ἐξωγκωμένος. Ἀγότερα ἔμαθα ὅτι εἶχεν ἀχώρηστη μία Ἁγία Γραφὴ μεγάλου μεγέθους, παντοτεινὰ στὸν κόρφο ὡς φυλακτό. Μοῦ λέει:
-Ἐσύ, θὰ γίνεις μοναχός. Ὁ Ἅγιος Παῦλος εἶναι καλὸ Μοναστήρι καὶ ὁ Γέροντας Χ. εἶναι πολὺ καλός· ὅμως, ἐσύ, καλύτερα νὰ πᾶς στὴν Νέα Σκήτη στὸν παπα-Χαράλαμπον. Ἐν συνεχείᾳ ἄρχισε νὰ τὸν ἐγκωμιάζει ὡς ἐνάρετο καὶ νηπτικὸ διδάσκαλο τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Φανταστῆτε τώρα τὶ φτερὰ μοῦ ἔδωσαν οἱ λόγοι τοῦ ἄγνωστου ἐκείνου σ’ ἐμένα μοναχοῦ. Τὸν ῥώτησα;
-Πῶς λέγεσαι;
-Πατὴρ Γεώργιος μοναχός.
-Καὶ ποῦ μένεις;
-Στὸ Παλαιὸ Ῥωσικό.
Κάτι τέτοιες πληροφορίες τοῦ συνέβησαν πολλὲς φορὲς στὴν πνευματική του πορεία.
Ἀφ’ ὅτου μπῆκε ῥόδα στὸ Ἅγιον Ὄρος, οὐδέποτε ἀνέβηκε σὲ ἁμάξι· ἀλλὰ καὶ στὰ πλοῖα τῆς γραμμῆς σπάνια ἔμπαινε. Προτιμοῦσε τὴν πεζοπορείαν, ἀνεβοκατεβαίνοντας τὰ γραφικὰ ἐκεῖνα μονοπάτια, κρατώντας στὸ ἀριστερὸ χέρι τὸ κομποσχοίνι καὶ λέγοντας συγχρόνως τὴν ἀδιάλλειπτη εὐχή.
***


Ἡ θαυμαστὴ γνωριμία μου μὲ τὸν π. Γεώργιον.

5. Ἡ θαυμαστὴ γνωριμία μου μὲ τὸν π. Γεώργιον.
Τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐπισκέφθηκα γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1964. Κατὰ θείαν οἰκονομίαν ἐγνώρισα ἀρκετὲς ἁγιορείτικες μορφὲς μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν ἀείμνηστο Γέροντά μου παπα-Χαράλαμπον. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη ἐπίσκεψη, ἡ ὁλοζώντανη παρουσία τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἔσπειραν κιόλας τὴν ἰδέα τῆς παραμονῆς καὶ ἀφιερώσεως.
Ὅμως, τὸ νὰ παρατήσεις γονεῖς, ἀδελφιά, συγγενεῖς, σπουδές ἐπάγγελμα κ.λ.π., ἀνθρωπίνως εἶναι ἀδύνατο. Ἂν δὲν μιλήσει στὴν ψυχὴ τοῦ νέου ἡ Θεία Χάρις, ὄχι μόνο νὰ κάνεις στὸν ἄλλο πλύση ἐγκεφάλου, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ μὲ ἁλυσίδες νὰ δέσεις κάποιον νὰ παραμείνει στὸ Μοναστήρι, θὰ κόψει τὶς ἁλυσίδες καὶ θὰ φύγει. Ὅταν πάλιν μιλήσει ἡ Θεία Χάρις εἰς τὴν ψυχὴν γιὰ ἀφιέρωσιν, ἀπὸ ἐκεῖ ἀνοίγεται ἕνα ἄλλο κεφάλαιον.
Ἀφοῦ, λοιπόν, γιὰ τρίτη φορὰ ἐντὸς τοῦ 1964 ἐπισκέφθηκα τὸ Ἅγιον Ὄρος, μέσα μου μὲ βασάνιζαν τρεῖς ἐπιλογές:
Πρώτη· ἡ ἐγκαταβίωσή μου στὴν Νέα Σκήτη, στὸν τότε νηπτικὸν Πνευματικὸν παπα-Χαράλαμπον, ὁ ὁποῖος πολὺ μὲ βοήθησε ἀπὸ τὴν πρώτη ἤδη συνάντηση. Δευτέρα ἐπιλογή· νὰ δοκιμάσω καὶ σὲ ἕναν ἄλλον, ἐπίσης φημισμένο Γέροντα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τρίτη ἐπιλογή· ἡ μετάβασή μου στὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἐγκαταβιοῦσε καὶ ὁ ἀείμνηστος, ἐνάρετος, λόγιος μοναχὸς Θεοδόσιος, ὁ ὁποῖος μὲ σαγήνευσε μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη του ἀλλὰ καὶ τοὺς μελιῤῥύτους λόγους του.
Ἐνθυμοῦμαι, πὼς ἀπὸ τὰ πολλὰ θαυμαστὰ ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ π. Θεοδοσίου, ἦταν καὶ τὸ παρακάτω. Μοῦ ἔλεγε ὅτι, ὅταν ἦταν νέος, ἀπὸ ἄγνοια εἶχε μπλέξει στὴν σατανικῆ παγίδα τοῦ πνευματισμοῦ. Οἱ πνευματιστές, γιὰ νὰ ἑλκύσουν τοὺς ὁπαδούς τους προκαλοῦν διάφορα «θαυμαστὰ» πράγματα. Βλέπεις νὰ κουνᾶνε μόνα τους τὰ τραπέζακια, μιλοῦν μὲ διάφορους δαίνονες, σοῦ ἀποκαλύπτουν πράγματα ἀπὸ τὴν ζωή σου κ.λ.π. Ὅλα αὐτὰ ὅμως κατὰ δαιμονικὴ συνεργία. Ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν δῆθεν θαυμαστῶν γεγονότων, ἡ διψασμένη ψυχὴ ἐκείνου τοῦ νέου, πρὸς ὥραν θέλης ενὰ κορέσει τὴν δίψαν της μὲ τὰ μολυσμένα νερὰ τοῦ πνευματισμοῦ. Ὅμως σύντομα ἀντελήφθη τὴν παγίδα· τοὺς ἐγκατέλειψε καὶ κατέφυγε στὰ κρυσταλλένια καὶ δροσερὰ νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας μας καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ μοναχισμοῦ, ἐγκαταβιώσας ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα στὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου.
Ἀλλά, τὸ τὶ πολέμους φανεροὺς ὑπέστη ὁ νέος αὐτὸς ἀπὸ τοὺς πρώην φίλους του δαίμονες, δὲν λέγεται· ἀπὸ ἀπειλές, ξυλοδαρμούς, κ.λ.π., μέχρι κολακεῖες καὶ τὸν ἐρέθιζαν μὲ τὸ δέλεαρ τῆς μάταιης ἡδονῆς καὶ δόξας, λέγοντάς του: «Ἐσὺ εἶσαι ἕνας μορφωμένος ἄνθρωπος· τί κάθεσαι ἐδῶ καὶ χάνεις τὸν καιρό σου; Πές μας ἕνα ναὶ καὶ ἐμεῖς θὰ σοῦ ναυλώσουμε καράβι». Αὐτά, ὅμως μοῦ ἔλεγε, τὰ ἔλεγαν τόσο πειστικὰ ἀλλὰ καὶ πιεστικά, ὥστε νὰ φθάνουν σὲ σημεῖο κλονισμοῦ. Ὅμως, μὲ τὸ ὅπλο τῆς προσευχῆς ἀλλὰ καὶ τῆς συχνῆς Θείας Κοινωνίας, γιὰ τὴν ὁποία ἀργότερα ἔγραψε καὶ εἰδικὸ βιβλίο, οἱ δαίμονες ἔφευγαν κατησχυμμένοι.
Στὴν Μονὴ αὐτή, ἐγκαταβιοῦσε καὶ ὁ σημερινὸς ἅγιος καθηγούμενος, ἱερομόναχος Παρθένιος, τὸν ὁποῖον εἶχα πρωτογνωρίσει ὡς ἁπλὸ μοναχὸ καὶ ἀρσανάρη καὶ εἶχα ἀποκομίσει ἁπλὲς καὶ ὠφέλιμες νουθεσίες. Συνομιλούσαμε πάνω στὸ μουράγιο, μὲ φόντο τὸ πέλαγος καὶ τὴν ἀπέναντι χερσόνησο τῆς Σιθωνίας.
Ἂν λάβουμε ὑπ’ ὅψη καὶ τὴν ζεστασιὰ τῆς φιλίας μὲ τοὺς νέους μοναχοὺς ποὺ ζούσαμε μαζὶ στὴν Ἀθήνα, ὅλα αὐτὰ μὲ προβλημάτιζαν σοβαρὰ νὰ ἐγκαταβιώσω στὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου.
***


Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Στὸ παλαιὸ Ῥωσικό.

4. Στὸ παλαιὸ Ῥωσικό.
Στὴν περιοχὴ τῆς Μονῆς Παντελεήμονος, ψηλὰ σὲ μία χαράδρα, ἦταν ἡ παλιὰ Μονὴ τοῦ Ῥωσικοῦ, προικισμένη καὶ αὐτὴ μὲ τεράστιο κεντρικὸ ναό, πολλὰ παρεκκλήσια καὶ κτιριακὰ συγκροτήματα. Ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ παρεκκλήσιο ἀφιερώμενο στὸν Ἅγιο Σάββα πρῶτον ἀρχιεπίσκοπον Σερβίας. Σ’ αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι, ἐκάρη μοναχὸς ὁ βασιλόπαις καὶ διάδοχος τοῦ Σερβικοῦ βασιλείου τῆς δυναστείας Νεμάνια Σάββας, ὅπου καὶ παρέμεινε τὰ πρῶτα χρόνια τῆς μοναχικῆς τοῦ ἀποταγῆς.
Αὐτὸν τὸν ἐρημικὸν τόπον ἐπέλεξεν ὁ δόκιμος Μπράνκο, νὰ παραμείνει στὸ ἑξῆς μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ, ἔχοντας μόνη παρηγοριὰ τὸ ἥσυχον τοῦ τόπου, τὴν ἀδιάλλειπτη εὐχή, τοὺς ἀσκητικοὺς κόπους, τὴν ἀκτημοσύνη, ὑπερβολικὴ νηστεία, ἀλλὰ καὶ τὸν πατριώτη του, μεγάλον φωτιστὴν τοῦ Σερβικοῦ λαοῦ, Ἱεράρχην Σάββαν, τοῦ ὁποίου τὸ καντήλι στὸ ναὸ διατηροῦσε ἄσβεστο μέχρι τῆς ὁσίας τελευτῆς του.
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, τὸ Παλαιὸ Ῥωσικὸ ἀριθμοῦσε ἑκατοντάδες μοναχῶν. Μὲ τὴν ἑδραίωση τοῦ κομμουνισμοῦ, ἔπαυσε ἡ ἀθρόα προσέλευση Ῥώσων μοναχῶν. Οἱ ὀλίγοι ἐναπομείναντες δὲν ἐπαρκοῦσαν γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς μεγάλης Ῥωσικῆς Μονῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ παραρτήματα ὀσήμεραι ἐρημώνονταν. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ Παλαιὸ Ῥωσικό, ἦταν ἀρκετὸς καὶ πολύτιμος ὁ Μπράνκο ὡς φύλακας τοῦ μεγάλου αὐτοῦ συγκροτήματος. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἄργησε ἡ Μονὴ νὰ προχειρίσει σὲ μικρόσχημο μοναχὸ τὸν Μπράνκο, μετονομάσας αὐτόν, Γεώργιον μοναχόν.
Οἱ ἀσκητικοὶ κόποι ποὺ κατέβαλε ὁ Γεώργιος, θὰ παρέμεναν σχεδὸν ἄγνωστοι, ἂν δὲν συνέχιζε νὰ διατηρῆ πνευματικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν πρώην Γέροντά του.
Ὡς πρὸς τὴν συντήρηση οὐδέποτε μαγείρευε. Ζοῦσε πολὺ σκληρά, νήστευε σχεδὸν συνέχεια. Γονυκλισίες ἑκατοντάδες-ἑκατοντάδες.
Μία φορά, μ’ ἔστειλε ὁ Γέροντάς μου στὸ Παλαιὸ Ῥωσικό. Ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος μὲ ἐδέχθη μὲ πολλὴν ἀγάπην. Ἀπὸ περιέργεια πέρασα στὸ κελλί του. Ἦταν καρδιὰ τοῦ χειμῶνα. Κρεββάτι δὲν ὑπῆρχε πουθενά, ἐνῶ κάπου σὲ μία γωνιὰ ἦταν μία κουρβέτα χονδρή. Μ’ αὐτὴν ἐτυλίγετο νὰ ζεσταθῆ καὶ μ’ αὐτὴν κοιμόταν πάνω στὸ πάτωμα καὶ χωρὶς σόμπα. Στὴν κουζίνα ὑπῆρχαν λίγα παξιμάδια καὶ λίγα χόρτα. Ὑπῆρχε καὶ μία μικρὴ βιβλιοθήκη μὲ μερικὰ πατερικὰ βιβλία καὶ μία Ἁγία Γραφὴ ὑπογραμμισμένη σὲ πάρα πολλὰ σημεῖα ποὺ εἶχαν ἰδιαίτερο νόημα.
Ἀπὸ τοὺς ὑπερβολικοὺς αὐτοὺς ἀγῶνες ἐδέχετο μέσα του θεῖες ἐλλάμψεις, ὄχι ὅμως, δυστυχῶς, καὶ σταθερὰ ἀπλανῆ χαρίσματα.
Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ὁ εὐλαβὴς Ἕλληνας ἱερομόναχος ἀπὸ τὴν Ἀμερική Π.Π., ἔχοντας στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν ἀείμνηστο ἡσυχαστὴ Ἰωσὴφ καὶ τὴν συνοδεία του, ἐρχόταν συχνὰ καὶ καθόταν στὴν Νέα Σκήτη. Ἐκεῖ ἐγνώρισε τότε καὶ τὸν δόκιμο Μπράνκο. Ὅταν ἀργότερα ὁ Μπράνκο μετέβη στὸ παλαιὸ Ῥωσικὸ καὶ ἐκάρη μοναχός, ὁ ἱερομόναχος Π. ποθοῦσε νὰ συναντήσει τὸν φίλο του μοναχὸν Γεώργιον.
Μία φορά, μου διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ Π. Π., πῶς κατέβηκε στὸ Ῥωσικό. Τηλέφωνο δὲν ὑπῆρχε νὰ ἐνημερώσει τὸν φίλον του. Μέσα του ἐσκέπτετο: «Πῶς νὰ βγάλω ὅλον αὐτὸν τὸν ἀνήφορο. Ἄχ, Παναγία μου καὶ νὰ κατέβαινε ὁ φίλος μου κάτω». Αὐτὸ ἦταν. Ἐνῶ καθόταν ἀμέριμνος, νὰ μέσα του μία φωνή: «Κατέβα στὸ Μοναστήρι, ἦλθεν ὁ φίλος σου ἀπὸ τὴν Ἀμερική». Στὴν ἀρχὴ λέει ὁ π. Γεώργιος: «Ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ, θέλεις νὰ μοῦ χαλάσεις τὴν ἡσυχίαν». Καὶ ὅμως ξανὰ καὶ ξανὰ ἐπέμενε ἡ φωνή. Κατ’ αὐτὸν τὸν θαυμαστὸ τρόπο συναντήθηκαν οἱ δύο φίλοι.
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο δύο ἀρχιερεῖς τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ἐφημίζοντο γιὰ τὴν ἁγιότητά τους. Ἐπειδὴ τοὺς ἤξερε εξωτερικὰ ὁ Π., ἔκανε λόγο στὸν π. Γεώργιον. Ὁ π. Γεώργιος μειδίασε λίγο καὶ τοῦ λέει: «Γιὰ τὸν ἐπίσκοπο Δανιήλ, συμφωνῶ μαζί σου, γιὰ τὸν ἄλλο ἐπιφυλάσομαι». Ἐκ τῶν ὑστέρων, καθὼς μοῦ ἀνέφερε ὁ ἱερομόναχος, ὁ π. Γεώργιος ἔβλεπε ἐσωτερικὰ καὶ ἡ κεραία τῆς προσευχῆς του ἦταν ἀνώτερη.

***

Τὸ μακάριο τέλος τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ.

3. Τὸ μακάριο τέλος τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ.
Ἀνακάλυψε, ὅπως εἴπαμε, ἐπὶ τέλους τὸν πολύτιμο μαργαρίτη, δυστυχῶς ὅμως ὄψιμα. Τὸ 1958 ἐγκαταβίωσε στὴν Νέα Σκήτη. Τὸν ἄλλον ὅμως χρόνο, κατὰ θεία βούληση, ὁ μεγάλος ἀσκητὴς καὶ διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἔμελλε ν’ ἀναχωρήσει πρὸς τὸν ποθούμενον.
Ἦταν παραμονὲς τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Κυρία μας Θεοτόκου στὶς 15 Αὐγούστου 1959. Ὁ μεγάλος ἀσκητὴς πληροφορημένος ἀλλὰ καὶ ἀποφασισμένος νὰ μεταβῆ πρὸς τὸν ποθούμενον, καλεῖ ἀνεξαιρέτως ὅλα τὰ τέκνα του γιὰ νὰ τοὺς ἐνημερώσει, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς παραδώσει τὶς τελευταῖες νουθεσίες: «Αὔριον, τέκνα μου, μὲ προσκαλεῖ ἡ Παναγία Μαννούλα μου κοντά της. Δὲν θέλω νὰ λυπηθῆτε· μόνο παρακαλῶ νὰ φυλάξετε σὰν ὑποθήκη τὶς τελευταῖες νουθεσίες μου», εἶπε.
Καλεῖ ἰδιατέρως πρῶτα τὸν παπα-Χαράλαμπον, στὸν ὁποῖον μὲ σοβαρὸ ὕφος εἶπε τρεῖς φορές: «Παπα-Χαράλαμπε, νὰ κόψεις τὴν μέριμναν». Ἔβλεπε ὁ ἀείμνηστος Γέροντας ὅτι ὁ παπα-Χαράλαμπος εἶχε μεγάλη πνευματικὴ πρόοδο, βία καὶ προϋποθέσεις γιὰ ὑψηλὰ πνευματικὰ μέτρα. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχὴ νὰ κόψει τὴν μέριμνα ἀπὸ τὴν προσπάθεια τοῦ μάταιου βίου, ὅπου ἐμποδίζει τὸν νοῦ τοῦ ἡσυχαστοῦ ἀπὸ τὴν τελειότητα.
Ὅσον ἀφορᾶ τὸν δοκιμο Μπράνκο, διέβλεψε ὡς διορατικός, ὅτι ὁ παπα-Χαράλαμπος ἦταν ὁ πιὸ κατάλληλος νὰ κατευθύνει τὴν διψασμένη ψυχή του γιὰ ἀνω΄τερες πνευματικὲς σπουδές.
Φωνάζει μὲ τὴν σειρά του τὸν δόκιμο Μπράνκο καὶ πρῶτα-πρῶτα τοῦ λέει: «Παιδί μου, Μπράνκο, σ’ εὐχαριστῶ γιὰ ὅ,τι μοῦ πρόσφερες στὰ τελευταῖά μου, εὔχομαι νὰ τὸ βρῆ ἡ ψυχή σου».
Πράγματι, στὰ τελευταῖα τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ, ὁ πιὸ κατάλληλος ποὺ τὸν βοηθοῦσε ἦταν ὁ Μπράνκο. Ὁ ἀείμνηστος Γέροντας χωρὶς συζήτηση ἔλαβε ὄχι μόνο στεφάνι ἀσκήσεως ἀλλὰ καὶ μαρτυρίου κατὰ πρόθεση.
Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐκθέσω τὸ μαρτύριο ἀπὸ τοὺς πόνους ὅλου τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὸ πρήξιμο σὲ ὅλο τὸ κορμί, πρᾶγμα ποὺ δυσκόλευε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ τὸν μετακινοῦν. Ὁ Μπράνκο ὅμως χειροδύναμος, χωρὶς καμμία δυσκολία, μετακινοῦσε, σήκωνε ἢ ἄλλαζε τὸν Γέροντα ὅπου ἦταν ἀνάγκη.
Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν εὐχαρίστησε, τοῦ εὐχήθηκε καὶ τέλος τοῦ ἔδωσε τὴν ἑξῆς συμβουλή: «Ἐγὼ αὔριο πρωΐ, παιδί μου Μπράνκο, ἀναχωρῶ ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς, Γέροντάς σου καὶ Πνευματικὸς θὰ εἶναι ὁ παπα-Χαράλαμπος. Σ’ αὐτὸν νὰ ὑποταχθῆς, ἂν θέλεις νὰ προκόψεις».
Ἀφοῦ ἔδωσε ὁ ἅγιος αὐτὸς ἀσκητὴς Ἰωσὴφ σ’ ὅλα τὰ τέκνα του καὶ τὶς τελευταῖες συμβουλές, θέλησε γιὰ τελευταία φορὰ νὰ ὑπηρετήσει τὰ τέκνα του κατὰ μίμηση τοῦ Κυρίου μας.
Ζώνεται τὴν ποδιὰ καὶ λέει στὰ τέκνα του: «Σήμερα, τέκνα μου, γιὰ τελευταῖα φορὰ θὰ φᾶτε ἀπὸ τὰ χέρια μου». Ὄχι μόνο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ χέρια του κένωσε τὸ φαγητὸ στὸ τραπέζι.
Ὅλα φυσιολογικὰ ἔδειχναν ὅτι δὲν συμβαίνει τίποτε σοβαρό, παρ’ ὅλον ὅτι ὁ Γέροντας ἦταν ἀπόλυτα πεπεισμένος ὅτι ἤγγικεν ἡ ὥρα.
Ἔτσι, λοιπόν, κατὰ τὴν πρόῤῥησή του, τὴν ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Κυρίας μας Θεοτόκου, ὁ μεγάλος ἀσκητὴς παρέδωσε τὴν ἁγιασμένην ψυχή του στὴν ἀγκαλιὰ της γλυκυτάτης Μαννούλας του, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε, δηλαδὴ τῆς Κυρίας μας Θεοτόκου.
Στὴν συνοδεία τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ἰωσήφ, ὑπῆρχαν ἐξέχουσες μορφές, ὅπως ὁ ἀείμνηστος συνασκητής του Ἀρσένιος, οἱ ἀείμνηστοι παπα-Χαράλαμπος, Γέρων Ἀθανάσιος ἀδελφός του κατὰ σάρκα, ὁ Γέρων Ἰωσὴφ ὁ ἀνακαινιστὴς τῆς Μονῆς Βατοπεδίου, ὁ ἐπιζῶν Προηγούμενος τῆς Μονῆς Φιλοθέου Ἐφραίμ, κ.ἄ. Διαβλέποντας ὁ Γέρων Ἰωσήφ, ὅτι τὰ τέκνα του ἀργότερα ἔμελλαν νὰ ἐπανδρώσουν καὶ νὰ ἀνακαινίσουν πολλὲς ἁγιορείτικες Μονές, ἔδωσεν εὐλογία μετὰ τὴν κοίμησή του, ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ζῆ ξεχωριστὰ καὶ νὰ κάμει δικήν του συνοδείαν.
Ὅσον ἀφορᾶ, ὅπως εἴπαμε, τὸν δόκιμο Μπράνκο, σ’ αὐτὸν ἔδωσε τελευταία συμβουλὴ νὰ προσκολληθῆ καὶ ὑποταγῆ στὸν παπα-Χαράλαμπο.
Πράγματι, στὴν ἀρχή, ἐκάθησε γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα ὡς ὑποτακτικός. Ὁ ἀείμνηστος παπα-Χαράλαμπος θυμόταν μὲ θαυμασμὸ τοὺς μεγάλους ἀγῶνες τοῦ ἀρχαρίου Σέρβου ὑποτακτικοῦ του.
Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὅπως εἴπαμε, εἶχε καὶ μεγάλες σωματικὲς δυνάμεις. Καὶ παρὰ τοὺς ὑπερβολικοὺς σωματικοὺς κόπους, ἡ νύχτα ἦταν ἀφιερωμένη ἐξ ὁλοκλήρου στὴν κοπιαστικὴ ἀγρυπνία μὲ ἀμέτρητες γονυκλισίες, μὲ ἀδιάλλειπτη μεταρσιωμένη προσευχή.
Ὅμως, ὁ ἐχθρός, δὲν ἀνεχόταν αὐτὴν τὴν συνεχῆ προαγωγὴ τοῦ Σέρβου.
Μὲ τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὸν ἄμετρο ζῆλο, ποὺ διέπει συνήθως τοὺς νέους, κατόρθωσε νὰ πείσει καὶ τὸν δόκιμον Μπράνκο, ὅτι ἔμαθε τὴν τέχνη τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς καὶ ὅτι στὸ ἑξῆς μποροῦσε καὶ αὐτὸς νὰ ἀνοιχτῆ κατὰ μόνας σὲ μεγαλύτερους ἀσκητικοὺς ἀγῶνες.
Ἀναμφισβήτητα, θὰ εἶχε εἰσχωρήσει καὶ τὸ σκουλήκι τῆς κοσμικῆς γνώσεως.
Εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ταπεινωθῆ καὶ νὰ ὑποταγῆ ἕνας μορφωμένος μὲ δύο-τρία πτυχία σ’ ἕναν ὁλιγογράμματο Γέροντα, ὅπως ἦταν ὁ παπα-Χαράλαμπος.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ νεαρὸς δόκιμος βασανίζεται ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ μὲ κάτι τέτοιους λογισμούς, τέλος ἀποφασίζει νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ὑπακοή.
***


Πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὸν Γέροντα.

2. Πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὸν Γέροντα.
Ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμὴ τὸν καλεῖ ὁ Γέροντας Ἰωσήφ. Ὁ νεός ἀκούοντας τοὺς μελιῤῥύτους λόγους τοῦ Γέροντα, ἀλλοιώθηκε καὶ χωρὶς δισταγμὸ παρακαλεῖ τὸν Γέροντα νὰ τὸν συναριθμήσει στὴν συνοδεία του. Ἀλλὰ καὶ ὁ Γέροντας χωρὶς δισταγμὸ τὸν δέχεται διαισθανόμενος μὲ τὸ χάρισμά του τὸν ὑπερβολικὸ ζῆλον τοῦ νέου γιὰ ἄσκηση.
Ἀμέσως ὁ νεαρὸς ἀθλητὴς χωρὶς δυσκολία μπῆκε στὸ σκληρὸ πρόγραμμα «νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή». Καὶ στὶς τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς ὁ Μπράνκο ἦταν ἄριστος. Ἐπὶ πλέον παρὰ τὴν κοπιαστικὴ ὁλονύχτια ἀγρυπνία καὶ τὴν αὐστηρὴ νηστεία, τὴν ἡμέρα ἐπεδίδετο στὶς πιὸ κοπιαστικὲς ἐργασίες. Κουβαλοῦσε στοὺς ὤμους του ἀπὸ τὸν Ἀρσανᾶ βαρειὰ φορτία 80-100 κιλῶν, κουβαλοῦσε μὲ τὸ ἕνα χέρι σακκιὰ τσιμέντου τρία-τρία. Κουβαλοῦσε ἀμμοχάλικο· ἔφτιαχνε μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς μπετὸν μὲ τὸ φτυάρι· ἀνέβαζε τοὺς κουβάδες δύο-δύο κ.λ.π. Πράγματι ἦταν χαριτωμένος. Στὴν σκληρὴ αὐτὴ δουλειὰ ἡ ἀδιάλλειπτος εὐχὴ ἀλλὰ καὶ τὸ χαμόγελο δὲν ἔλειπαν ἀπὸ τὰ χείλη του. Ἦταν, ὅπως προείπαμε, καὶ ὡς πρὸς τὴν φυσικὴ διάπλαση πολὺ δυνατός, ἐν συνδυασμῷ καὶ μὲ τὴν ἐνοικοῦσαν σ’ αὐτὸν θεία Χάρη, ἦταν πανίσχυρος.
***


Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Ἅγιον Ὄρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄.

1. Ἅγιον Ὄρος.
Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ διάσωση τοῦ Μπράνκο ἀπέβη πλέον σταθμὸς σ’ ὅλη του τὴν ζωή. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, δὲν θέλησε πιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του.
Ἔβγαλε τὴν γενναία καὶ ὁριστικὴ ἀπόφαση, στὸ ἑξῆς νὰ ἀφιερώσει τὴν ζωή του σ’ αὐτὸν ποὺ κατὰ θαυμαστὸν τρόπον τοῦ χάρισε τὴν ζωή.
Ἀκούγοντας ὅτι στὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει ὄρος ἀφιερωμένο στὴν Παναγία μας, καὶ ὅτι ἐκεῖ ἀσκητεύουν ὄχι μόνο Ἕλληνες ἀλλὰ καὶ ὁμόδοξοι ἀδελφοί μας ἀπὸ ὅλες τὶς φυλές, ἔβγαλε τὴν ἀπόφαση νὰ μεταβὴ ἐκεῖ πρὸς ὁριστικὴ ἀφιέρωση καὶ ἐγκαταβίωση, μὲ σκοπὸν τὴν ὅσο πιὸ σκληρὴ ἀσκητικὴ ζωή.
Καταφθάνει λοιπὸν δρομαίως ὁ Μπράνκο στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας μας, ἡ ὁποία ὡς σπλαγχνικὴ Μαννούλα τὸν ὑπεδέχθη μὲ ἀνοιχτὲς τὶς ἀγκάλες, ὅπως ὁ ἴδιος τὸ αἰσθάνθηκε καὶ τὸ ὡμολόγησε στοὺς ἀειμνήστους Γέροντές μου.
Καθηκόντως πέρασε πρῶτα ἀπὸ τὴν Σερβικὴ Μονὴ Χιλανδαρίου.
Προσκύνησε τὴν θαυματουργικὴ Τριχεροῦσσα, τὰ ἱερὰ λείψανα, συνομίλησε μὲ ἀρκετοὺς Σέρβους Πατέρες· ἔδρεψεν ὡσὰν μέλισσα ἀπὸ τὸν καθένα τοὺς καρποὺς τῆς πνευματικῆς τους ἐμπειρίας.
Τὴν ἐποχὴν ἐκείνη δυστυχῶς ἡ Μονὴ Χιλανδαρίου ἦταν ἰδιόῤῥυθμος. Τὰ ἰδιόῤῥυθμα, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, δὲν προσφέρονται τόσον γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τῶν μοναχῶν. Ἐν τούτοις, καὶ ἀπὸ προσωπική μου ἐμπειρία, ἐγνώρισα σ’ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι ἀρκετοὺς ἐναρέτους μοναχούς, ὅπου διέκρινες στὸ πρόσωπό τους τὸ χάρισμα τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης.
Μνημονεύω μερικούς, ὅπως τοὺς Προηγουμένους Σάββα καὶ Νικάνορα, τὸν μοναχὸ Μύρωνα, προικισμένα μὲ μεγάλη ἁπλότητα καὶ ἀκακία, τὸν μοναχὸν Ἀρσένιον -Ἀγάθωνα μεγαλόσχημον-, τὸν ἱεροδιάκονον Κάλλιστον, τὸν μοναχὸ Συμεὼν καὶ πολλοὺς ἄλλους.
Ὁ ζηλωτὴς Μπράνκο ἀφοῦ ἀπεκόμισε ὅ,τι καλύτερο ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτές του μοναχούς, τὸ κέντρο τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς αὐστηρῆς ζωῆς τὸν ὤθησε γιὰ ἀναζητήσεις σ’ ὅλην τὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη. Ἐπισκέφθηκε πολλοὺς Ῥώσους, Ῥουμάνους, Σέρβους καὶ Ἕλληνες ἀσκητὲς οἱ ὁποῖοι ἐκοσμοῦσαν τὴν ἔρημον τοῦ Ὄρους. Ἀπὸ παντοῦ, ὡσὰν μέλισσα τρυγοῦσε τὴν πολύτιμη γύρη τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τοῦ καθ’ ἑνὸς ἀγωνιστοῦ. Ὅμως, ἡ διψασμένη ἐκείνη ψυχὴ δὲν πληροφορήθηκε νὰ παραμείνει ὁριστικὰ σὲ κανέναν ἀπὸ αὐτούς, μέχρι ποὺ ἀνακάλυψε τελικὰ στὴν Νέαν Σκήτην, τὸν πολύτιμον θησαυρὸν ποὺ ἔψαχνε.
Ἀνηφορίζοντας ἀπὸ τὸ Κυριακὸ τῆς Νέας Σκήτης πρὸς τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου, συναντᾶς ἕναν πανύψηλον πύργον. Κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὸν τὸν πύργον βρίσκεις μερικὲς ἀσκητικὲς Καλύβες. Ἐκεῖ σ’ αὐτὲς τὶς Καλύβες εὑρίσκετο αὐτὸ ποὺ ἔψαχνε ὁ Μπράνκο.
Στὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ καλυβάκια ἀσκήτευαν ἕνας-δύο πατέρες. Ἐργασία τους ἦταν ἡ παντοτινὴ ἀγρυπνία καὶ ἡ ἀδιάλλειπτος προσευχή, ὑπὸ τὴν ἀπλανῆ καθοδήγηση ἑνὸς μεγάλου νηπτικοῦ διδασκάλου. Αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον μεγάλον ἡσυχαστὴ Ἰωσήφ.
      Ἀμέσως μὲ τὴν πρώτη κιόλας συνάντηση ἡ νεανικὴ ἐκείνη ψυχὴ ἔνιωθε ὅτι ἐπὶ τέλους αὐτὸ ἦταν ποὺ ἔψαχνε νὰ βρῆ. Αὐθορμήτως μέσα του ὁ νεαρὸς ἀγωνιστὴς ἀναβοᾶ: «ὧδε κατοικήσω ὅτι ἡρετισάμην αὐτήν» (ψαλμὸς ῥλβ΄, 14)
***


Θαυμαστὴ διάσωση ἀπὸ φανατικοὺς Ἑβραίους.

3. Θαυμαστὴ διάσωση ἀπὸ φανατικοὺς Ἑβραίους.
Γυρνῶντας ὁ νεαρὸς Μπράνκο τὰ προσκυνήματα μέσα στὴν Ἁγίαν Πόλη, μᾶλλον κατὰ δαιμονικὴ συνεργία, ἔχασε τὸν δρόμον καὶ βρέθηκε μέσα στὴν Ἑβραϊκὴ συνοικία.
Ἄπειρος ὅπως ἦταν ἀλλὰ καὶ ἄθελά του προκληκτικὸς μὲ ὰ δάκρυά του καὶ τὰ συχνὰ σταυροκοπήματα, προκάλεσε τὸν φθόνο μερικῶν φανατικῶν Ἰουδαίων.
Φρίττει ὁ διάβολος ὅταν σημειώνουμε πάνω μας τὸν τύπον τοῦ σταυροῦ, ὅμως φρίττουν καὶ ὀργίζονται συγχρόνως καὶ τὰ ὄργανά του, οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεώς μας. τὸν πλησιάζουν μὲ τρόπον φιλικὸ μερικοὶ Ἑβραῖοι καὶ τὸν προτρέπουν νὰ τοὺς ἀκολουθήσει. Ἀπονήρευτος ὅπως ἦταν ἐκ φύσεως, ὁ Μπράνκο σκέφθηκε ὅτι κάτι τὸ ἀξιοθέατο ἤθελαν νὰ τοῦ δείξουν. Προχωροῦν σὲ μία αὐλή, μπαίνουν σὲ μία μεγάλη αἴθουσα καὶ ἀμέσως τότε τὴν ἀμπαρώνουν γερά.
Στὴν μέση τῆς αἴθουσας εὑρίσκετο ἕνα μεγάλο τραπέζι γεμᾶτο φονικὰ ὄργανα. Ἐπίσης στὸ τραπέζι πάνω διέκρινε καὶ στεγνὰ αἵματα. Τότε οἱ καλοὶ ἐκεῖνοι «φίλοι» προστάζουν τὸν νέο νὰ ἀνέβει πάνω στὸ τραπέζι. Ἐκείνη μόλις τὴν στιγμὴν σὰν νὰ ξύπνησεν, ὡς ἀπὸ λήθαργον, καὶ ἐννόησε τὶ ἐπρόκειτο νὰ γίνει. Ἀσφαλῶς, ἐπρόκειτο νὰ τὸν κατακρεουργήσουν. Ὅμως, ὢ τῶν θαυμασίων Χριστέ, καὶ ὢ τῆς δυνάμεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ! Μόλις ἐννοεῖ τὸν κίνδυνον προλαβαίνει νὰ σταυροκοπηθῆ καὶ μὲ ὅλην τὴν ψυχὴν φωνάζει: «Χριστέ μου-Παναγία μου, τρέξε, χάνομαι».
Τί ἔγινε, νομίζετε; Ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ ἐξαφανίστηκε ἀπὸ προσώπου τῶν δολοφόνων καὶ χωρὶς νὰ καταλάβει βρέθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ Παναγίου Τάφου, ἐκεῖ μπροστὰ στὴν σχισμένη κολώνα, ὅπου κάποτε πρὸς καταισχύνην καὶ πάλιν τῶν ἄλλων ἄσπονδων ἐχθρῶν τῆς πίστεώς μας, τῶν Ἁρμενίων, ἀνέβλυσε τὸ Ἅγιο Φῶς καὶ ἄναψε τὶς λαμπάδες τοῦ Πατριάρχου Σωφρονίου, ὅταν οἱ τελευταῖοι ἔβγαλαν μὲ σουλτανικὴ διαταγὴ τὸν Πατριάρχη μας ἔξω ἀπὸ τὸν Πανάγιον Τάφον. Ἐκεῖ ἀκριβῶς μπροστά, μὲ τὴν θεία δύναμη, εὑρέθη καὶ ὁ νεαρὸς Σέρβος, γιὰ νὰ διατρανώσει ἄλλη μία φορὰ τὴν ἀκατανίκητη δύναμη τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας.

***

Ἅγιοι Τόποι. Τὸ θαῦμα μὲ τὸ τραῖνο.

2. Ἅγιοι Τόποι. Τὸ θαῦμα μὲ τὸ τραῖνο.
Ἔτσι, λοιπόν, διακόπτει προτοῦ ἀκόμα ἀποφοιτήσει, καὶ ἀποφάσισε νὰ μεταβῆ στοὺς ἱεροὺς ἐκείνους τόπους τοὺς ὁποίους ἐπάτησε καὶ ἁγίασε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἡ διαδρομὴ ἦταν ἀπὸ Παρίσι, Κωνσταντινούπολη, διὰ ξηρᾶς μὲ τραῖνο, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὰ πόδια μέχρι τὴν Ἁγία Γῆ.
Ῥωτάει, λοιπόν, ποιά γραμμὴ εἶναι γιὰ Κωνσταντινούπολη, τρέχει ἐκεῖ καὶ πλησιάζει τὸ τραῖνο. Ὅμως παραδόξως προτοῦ προλάβει νὰ ἀνέβη, ἀκούει τὶς βαρειὲς πόρτες νὰ κλείνουν καὶ τὸ ἀτμοκίνητο νὰ παίρνει δρόμο. Φανταστεῖτε τότε πῶς νὰ αἰσθάνθηκε ὁ νεαρὸς Μπράνκο.
Κάτι θαυμαστὸ ὅμως συνέβη μὲ τὸν νεαρὸ Μπράνκο. Μόλις κλείνουν οἱ πόρτες καὶ τὸ τραῖνο ξεκινᾶ, τρέχει ξωπίσω καὶ ὁ Μπράνκο, φωνάζοντας δυνατά, κτυπώντας μὲ τὶς γερὲς γροθιές του τὸ τραῖνο, νὰ ἀκούσει ὁ κυβερνήτης νὰ σταματήσει. Ὅμως τίποτα. Τὸ ἀτμοκίνητο ἀναπτύσσει ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ ταχύτητα. Τότε ὁ Μπράνκο ἐπιχειεῖ κάτι τὸ ἀδύνατο. Καὶ ὅμως ἔγινε δυνατό. Βάζει τὸν σταυρό του, ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ μὲ τὰ χέρια τραβάει δυνατὰ πρὸς τὰ πίσω τὸ ἀτμοκίνητο. Ἔ, τὸ θαῦμα ἔγινε. Γιὰ μία στιγμὴ τὸ τραῖνο μειώνει ταχύτητα καὶ σὲ λίγο μένει ἀκίνητο. Τότε ὁ Μπράνκο χωρὶς χρονοτριβὴ κάνει ἕνα σάλτο καὶ βρέθηκε κιόλας μέσα.
Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ μηχανικὸς ἀμήχανος γιὰ τὸ συμβὰν ψάχνει νὰ βρῆ τὴν βλάβη. Τότε ὁ ἐπιβάτης τοῦ φωνάζει, συνάμα καὶ λίγο ἀστειευόμενος, ὅπως συνήθιζε: «-Ἄντε φύγε καὶ ἀργήσαμε· γιὰ μένα σταμάτησε, δὲν ἔχει τίποτα ἡ μηχανή».
Πράγματι ξεκίνησε καὶ ἔφθασε στὸν προορισμό του χωρὶς κανένα πρόβλημα.
Ὁ π. Γεώργιος, ὅπως τὸν εἶχα γνωρίσει, ἦταν πολὺ δυνατός. Ὁ σεβαστὸς Γέροντας παπα-Ἐφραίμ, προηγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Φιλοθέου, σ’ ἕνα πρόσφατο βιβλίο του: «Ὁ Γέροντας μου Ἰωσὴφ ὁ ἡσυχαστής», κάνοντας μνείαν γιὰ τὸν π. Γεώργιον μεταξὺ ἄλλων μαρτυρεῖ, ὡς αὐτόπτης, ὅτι τὰ σακκιὰ τοῦ τσιμέντου, στὴν Νέα Σκήτη, τὸν ἔβλεπε νὰ τὰ φορτώνει τρία-τρία καὶ νὰ ἀνεβαίνει τὶς σκάλες.
Ὅμως ὅσο χειροδύναμος καὶ ἂν ἦταν μόνο μὲ θαῦμα μπορεῖ νὰ ἐξηγηθῆ τὸ ὅτι κατόρθωσε νὰ σταματήσει ὁλόκληρη ἁμαξοστοιχία.
Φθάνει λοιπὸν στὸν πρῶτο σταθμὸ στὴν Βασιλεύουσα. Ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ τὴν Ἁγία Σοφιὰ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ θαυμαστὰ προσκυνήματα, ὡσὰν διψασμένος ἔλαφος συνεχίζει μὲ τὰ πόδια μέχρις ὅτου ἔφτασε αἰσίως εἰς τὴν Ἁγία Γῆ τῆς Παλαιστίνης.
Ὅταν πάτησε τὰ πόδια του στὴν Ἁγία Πόλη, ἀλλὰ κυρίως ὅταν πάτησε στὸν τόπο ὅπου ἔτρεξαν κρουνηδὸν τὰ αἵματα τοῦ Σωτῆρος μας πάνω στὸν σταυρόν, ὅταν γονάτισε ἐκεῖ ὅπου φιλοξένησε ὁ τάφος ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες τὸ πανακήρατο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας, ὁ νεαρὸς προσκυνητὴς πραγματικὰ ἔζησε τὴν δεξιὰν ἀλλοίωση τοῦ Ὑψίστου. Ἡ συγκίνηση καὶ τὰ δάκρυα ἦταν ἀσταμάτητα, ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν προσοχὴ τῶν ἀλλων προσκυνητών, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως μας. Κατόπιν μετέβη εἰς τὴν Λαύραν τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, ὅπου καὶ παρέμεινε γιὰ ἕνα διάστημα ἀποκομίζοντας ὡσὰν μέλισσα τὸ πνευματικὸ νέκταρ ἀπὸ τοὺς τότε ἐνασκουμένους ἐκεῖ ἁγίους Πατέρες.

***

Ἀπὸ τὴν Σερβία στὸ Παρίσι. Ἀπὸ τὸ Παρίσι στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄.
1. Ἀπὸ τὴν Σερβία στὸ Παρίσι. Ἀπὸ τὸ Παρίσι στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ὄσον ἀφορᾶ τὰ νεανικὰ χρόνια τοῦ ἀειμνήστου π. Γεωργίου δὲν εἶχα τότε τὴν περιέργεια νὰ μάθω.
Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζω εἶναι ὅτι τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Μπράνκο Βίτκοβιτς. Ἐτελείωσε ὁ Μπράνκο ἀνώτερες σπουδὲς στὴν Σερβία. Μεσολάβησε ὁ Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ὅπου μὲ ἄλλους ὁμογενεῖς του βρέθηκε αἰχμάλωτος στὴν Ἰταλία. Μετὰ τὴν λήξη τοῦ πολέμου μετέβη στὴν Γερμανία γιὰ ἀνώτερες σπουδές. Ὅμως μέσα του τὸν διακατεῖχε ἡ δίψα νὰ σπουδάσει τὴν ἱερὰν ἐπιστήμη. Ἀκούγοντας τὴν φήμη τῆς ῥωσικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἁγίου Σεργίου τῶν Παρισίων, ἀποφάσισε νὰ μεταναστεύσει ἐκεῖ γιὰ ἀνώτερες σπουδές.
Πράγματι τὴν ἐποχὴν ἐκείνη ἡ Σχολὴ αὐτὴ εὑρίσκετο σὲ μεγάλη ἀκμή. Στὴν Σχολὴ αὐτὴ ἐδίδασκε τότε καὶ ὁ μεγάλος ῥώσος θεολόγος Βλαδίμηρος Λόσκι (Vladimir Loski).
Ὅμως ἡ ἀνήσυχη διψασμένη ἐκείνη ψυχὴ δὲν κορέστηκε μὲ τὴν διανοητικὴ ἐκμάθηση τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης. Μέσα του διακατείχετο ἀπὸ ἱερὴ φλόγα γιὰ ἀνώτερη ζωή.

***

ΜΟΝΑΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΤΚΟΒΙΤΣ. ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΟΣ


Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Ἕνας κέφος στὰ βράχια τῆς Κολιτσοῦς. Ὁ παπα-Διονύσιος ὁ Ῥουμάνος.

Ἕνας κέφος στὰ βράχια τῆς Κολιτσοῦς. Ὁ παπα-Διονύσιος ὁ Ῥουμάνος.

Τὸν παπα-Διονύση τὸν πρωτογνώρισα στὸ Βατοπέδι στὴν πανήγυρη τῆς Ἁγίας Ζώνης. Εἶχε τελειώσει ἡ Λειτουργία. Στὸ προαύλειο χῶρο τῆς Μονῆς ἀνταλλάσσονταν χαιρετισμοί, φιλοφρονήσεις, ἀσπασμοί, ἴσως καὶ κεκαλυμμένες κολακεῖες. Μόνον μία γλυκειὰ φυσιογνωμία μοναχοῦ καθόταν στὴν εὐλογημένη ἄκρια μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, σὰν ἄνθρωπος τοῦ ἄλλου κόσμου. Ἐλάχιστοι περιδιαβαίνοντες τοῦ ἔκαναν σχῆμα καὶ ἐλαχιστότεροι τὸν χαιρετοῦσαν μὲ χειροφίλημα. Τὸν πλησίασα. Τὸ χαμηλωμένο του βλέμμα καὶ τὰ σταυρωμένα ῥοζιασμένα χέρια, προτοῦ κἂν μιλήσουμε, μοῦ εἶπαν ἐκφραστικώτατα αὐτὸ ποὺ λέει κάθε μοναχὸς μὲ τὴν σιωπή του: «Ἐδῶ μένω». Τοῦ φίλησα τὸ χέρι εὐλαβικὰ ὅπως τοῦ ἀειμνήστου Γέροντά μου, τὸν ῥώτησα:
-Ποιός εἶσαι;
Καὶ μοῦ ἀπήντησε μὲ βαθὺ αἴσθημα τοῦ ξένου, ποὺ δὲν δικαιοῦται τίποτε, ἂν καὶ ὁλόκληρη τὴν ζωή του τὴν εἶχε περάσει στὸν Ἄθωνα:
-Εἶμαι ῥουμάνος μοναχὸς καὶ μένω στὴν Κολιτσού.
Τὸν ῥώτησα ἂν ὑπάρχει εὐλογία νὰ συντύχουμε στὸ Κελλί του.
-Ὅποτε θέλετε. Πάντα ἐκεῖ μένω. Θὰ σᾶς περιμένω.
***
Μιὰ Κυριακὴ ἀπόγευμα γύραμε τὸ Κρυόβουνο γιὰ τὴν Σκήτη τῆς Κολιτσοῦς. Εἶχε τόσο δυνατὸ βοριὰ καὶ μανιασμένη θάλασσα, ποὺ φοβήθηκα τὶς συνθῆκες διαβιώσεως σὲ αὐτὴν τὴν Σκήτη. Ἦταν ὅλοι Ῥουμάνοι, πλὴν ἑνὸς Ἕλληνα «ζηλωτῆ». Ὅλοι μᾶς ἄνοιξαν τὴν πόρτα μὲ περισσὴ προσήνεια, σὰν νὰ δέχονται τὰ ἐγγονάκια τους, ποὺ μὲ λαχτάρα τὰ περίμεναν.
Πρῶτος ποῦ συναντήσαμε ἦταν ὁ παπα-Γιάννης. Ἀρκετὰ κυρτωμένος ἀπὸ τὴν δουλειά, τοὺς καμάτους καὶ τὴν ἄσκηση. Ἴσως νὰ εἶχε καὶ κάποια σωματικὴ κάκωση. Μᾶς ἐγκωμίασε τὸν Γέροντά του, ὅπως κάνει κάθε καλὸ παιδὶ γιὰ τὸν πατέρα του:
-Τὸ φιλακόλουθο, τὸ φιλόστοργο, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ σᾶς τὸ περιγράψω. Ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ φθάσω ἐκείνου τοὺς καμάτους. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ ὑπερεῖχε εἶναι στὸν προσωπικὸ κανόνα. Ὅλη τὴν νύχτα μετάνιζε καὶ προσευχόταν, ὅσο καὶ νὰ μοχθοῦσε στὴν δουλειὰ ὅλη τὴν ἡμέρα. Ὅταν πέθαινε μᾶς εἶπε: «Δὲν ἔχω χρήματα νὰ σᾶς ἀφήσω. Ἔχω ὅμως τρεῖς χιλιάδες ἐπιπλέον κανόνες ἀπὸ τοὺς ὡρισμένους καί, ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικούς μου δὲν προλάβει νὰ ὁλοκληρώσει τὸν κανόνα του, ἂς παίρνει ἀπὸ αὐτούς». Ζήσαμε σὲ δύσκολα καὶ ἐπικίνδυνα χρόνια. Ἔπρεπε νυχθήμερα νὰ ἐργαζώμαστε γιὰ τὸν βιοπορισμό μας. Ἡ παρηγοριὰ τῶν ξένων στὸ Ὄρος μοναχῶν εἶναι τὸ τσαπὶ καὶ τὸ δικέλλι καὶ κάποιο ἐργόχειρο.
Μᾶς ἔδειξε τὴν Καλύβα τοῦ Ἁι-Γιώργη καὶ πήραμε τὸ μονοπάτι γιὰ τὸν παπα-Διονύση τὸν Πνευματικό. Ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ γέρνει στὴν δύση καὶ ὁ παλιὸς ἐρειπωμένος πύργος ἔσκιαζε ὅλη τὴν Σκήτη τῆς Κολιτσοῦς. Αὐτὸ τὸ ὑψηλὸ οἰκοδόμημα ἀποτελεῖ τεκμήριο τῆς παλαιότητας τῆς Σκήτης. Πράγματι, ὁ τόπος εἶναι πολὺ κατάλληλος γιὰ ἀετοφωλιὲς τῶν θείων πετεινῶν. Ὅπως οἱ παλιοὶ κυνηγοὶ ἔλεγαν: «Αὐτὸς ὁ τόπος βάνει λαγό», ἔτσι καὶ οἱ ἐραστὲς τοῦ μονήρους βίου γνωρίζουν τὸ κατάλληλο τοῦ τόπου γιὰ ἐγκαταβίωση μοναχῶν.
***
Σιγα-σιγὰ φθάσαμε σ’ ἕνα τόπο φροντισμένο. Ἀμέσως μὲ μία ἁπλὴ ματιὰ φαινόταν πὼς ὁ Ἀδὰμ καλλιεργεῖ τὸν τόπο καὶ τὸν φυλάει. Κανένα δένδρο δὲν ἦταν παραπονεμένο·  ὅλα κλαδεμένα καὶ ἐλευθερωμένα ἀπὸ τὰ ἀγριόκλαδα. Τὰ δύο γεροντάκια ἀγαποῦν τὸν τόπο τους. Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ παράδεισος αὐτὸς δὲν διαθέτει σπιθαμὴ ἴσιωμα, εἶναι ἀξιοζήλευτα ἐπιμελημένος.
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ βοριὰς ἔφερνε στὰ αὐτιά μας τὸν ἦχο ἀπὸ τὶς γλυκόφθογγες καμπάνες τῆς Καλύβης. Παιχνιδιάρικα τὶς ἔκρουε ὁ Γέροντας, γιὰ νὰ ὑποδεχθῆ τὸν Ἡγούμενο. Στὴν εἴσοδο τοῦ Κελλιοῦ ἔλαμπε ἡ φιγούρα τοῦ παπα-Διονύση μὲ τὸ ῥάσο καὶ τὸ κουκούλι του. Αὐτὸς ὁ ῥουμάνος μοναχὸς ἦταν ἄρχοντας· ἤξερε νὰ ἀποδίδει τὴν ἀληθινὴ τιμή.
Κάποτε τὸν ἐπισκέφθηκα τὸ καλοκαίρι. Ἔκανε πολλὴ ζέστη καὶ βρισκόταν στὸν Ἑσπερινό. Τὸ μικρὸ ἐκκλησάκι ἦταν στὴν κυριολεξία φοῦρνος. Ὁ Γέροντας, τυφλὸς πιά, εἶχε βγάλει τὸ κουκούλι του καὶ εἶχε ὀλίγον ἀνασκουμπώσει τὰ μανίκια ἀπὸ τὸ τριμμένο του ἀντερί. Μόλις ὁ ὑποτακτικὸς τοῦ ἀνήγγειλε: «Ἦρθε ὁ Ἡγούμενος», κατέβασε τὰ μανίκια του καὶ ἔβαλε τὸ κουκούλι του, γιὰ νὰ παρουσιαστῆ στὸν Ἡγούμενο εὐπρεπισμένος! Ἡ ἀρχοντιὰ δὲν διδάσκεται, δὲν ὑποδεικνύεται, ἀλλὰ βιώνεται. Ὄχι προχειρότητες, ὄχι «δὲν βαριέσαι· ἀπροειδοποίητα ἦρθε, μήπως τὸν προσδοκούσαμε».
Στὸν Ἁι-Γιώργη ἔκανε δέηση καὶ στὴν μικρὴ τράπεζα μᾶς προσέφερε καλογερικὰ κεράσματα: τσίπουρο, λουκούμι καὶ καφέ. Ὁ ἴδιος ἔβαλε, ὅπως συυνήθιζε, μέσα στὶς παλάμες του τὸ ποτήρι μὲ τὸ νερό, γιὰ νὰ μᾶς κάνει παρέα, νὰ μᾶς συντροφεύσει. Τὸν ῥωτήσαμε γιὰ τὸ ξεκίνημά του, τὶς πορεῖές του στὸν μοναχισμό, τὶς στράτες ποὺ βάδισε, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Μὲ ἁπλότητα ἄρχισε νὰ μᾶς διηγῆται τὴν ἱστορία του. Κάθε τόσο σταματοῦσε, γιὰ νὰ ζητήσει συγγνώμη γιὰ τὰ κακά του ἑλληνικά, ποὺ ἦταν καλύτερα ἀπὸ τὰ δικά μας. Εἶπα στοὺς μοναχούς μου:
-Αὐτὴ ἡ συνεσταλμένη βρύση θὰ μᾶς δώσει πιὸ καθάριο νερὸ ἀπὸ τὴν ὁρμητική· ἂς ἐντείνουμε τὴν προσοχή μας.
***
Ὁ Γέροντας Διονύσιος μὲ πολλὴ χάρη σκιαγραφοῦσε τὴν βιοτή του καὶ μάλιστα τὶς ἀπαρχὲς τῆς μοναχικῆς του ἀφιερώσεως. Ὅπως φαινόταν ἀπὸ τὸ ἱλαρό του πρόσωπο, αἰσθανόταν ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση νὰ μνημονεύει τὰ περασμένα καὶ μάλιστα τὸν Γέροντά του καὶ κατὰ σάρκα ἀδελφό του Γυμνάσιο, στὸν ὁποῖο χρεωστοῦσε τὰ πάντα. Δὲν φαίνεται νὰ ἀντάλλαξαν τὰ ἀδέλφια μεταξύ τους πικρόχολα λόγια, ὅπως συναντᾶμε σὲ πολλὲς παρόμοιες περιπτώσεις.
Γεννήθηκε ἀπὸ ἕνα εὐλογημένο ζευγάρι σὲ χωριὸ τῆς Μολδαβίας. Ἦταν ὀκταμελὴς ἡ οἰκογένειά του. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ τελευταῖος γιὸς ἔγιναν μοναχοὶ στὴν Σκήτη Μάγκουρα. Ὁ Δημήτρης πῆγε κοντὰ στὸν ἀδελφό του Γεώργιο 14 ἐτῶν. Καὶ τὰ δύο ἀδέλφια εἶχαν ξεχωριστὴ χάρη ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Γεώργιος ἔγινε σχετικὰ γρήγορα μοναχός, μετονομασθεὶς Γυμνάσιος, καὶ ἀργότερα διάκονος, ἐνῶ ὁ Δημήτρης, γιὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του, συγκαταριθμήθηκε στὴν ἀδελφότητα ἔπειτα ἀπὸ δύο χρόνια φοίτησης σὲ κάποιο σχολεῖο.
Τὸ 1923 γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἦταν ἀποφράδα χρονιά. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἑορτολογίου δίχασε τὴν Ἐκκλησία. Μοιράστηκαν τὰ μέλη της σὲ ἀντιμαχόμενες μερίδες. Μάλιστα στὴν Ῥουμανία ἐπέφερε μεγάλη κρίση στοὺς πιστοὺς καὶ ἰδιαίτερα στοὺς μοναχούς. Ὁ Γέροντας Γυμνάσιος καθόλου δὲν ἀναπαυόταν μὲ τὴν ἐξέλιξη τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ἄκουσε πὼς τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἄγνωστος σ’ αὐτοὺς τόπος μέχρι τότε, ἔμεινε στὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο καὶ οἱ μοναχοὶ ἐστεροῦντο καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ἐνῶ ἡ Ῥουμανία εὐποροῦσε. Τὸ ἀσκητικό του πνεῦμα τὸν ὡδήγησε στὸν Ἄθωνα τῶν παραδόσεων καὶ τῶν στερήσεων. Βέβαια ἡ φήμη τῆς στερήσεως τῶν μοναχῶν στὸν Ἄθωνα ἦταν πιὸ μεγάλη ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ἀκριβὸ ἤτανε τὸ ψωμί, ἀλλὰ ὄχι ὅτι δὲν ὑπῆρχε.
Στὸ Ὄρος ἔφθασαν τὸ 1926, παραμονὴ τῆς γιορτῆς τοῦ Γενεσίου τῆς Παναγίας. Ἡ ἀγρυπνία ποὺ παρακολούθησε ὁ Γέροντας στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴν Καψάλα ἦταν μία οὐράνια ἐμπειρία, τῆς ὁποίας ἡ διήγηση, παρὰ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν, τοῦ ἄφηνε εὐφροσύνη στὴν καρδιά. Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ τὸν ἔκανε πολὺ γρήγορα νὰ ξεχάσει τὸ περιπετειῶδες ταξίδι του μ’ ἕνα σαπιοκάραβο ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ στὸν Ἄθωνα. Βέβαια γιὰ τὸν πατέρα Διονύσιο ὁ ἀδελφός του Γυμνάσιος ἦταν δένδρο εὐσκιόφυλλο, ποὺ στὴν σκιά του πάντα εὕρισκε ἀνάπαυση καὶ σιγουριά. Στὰ δύο αὐτὰ ἀδέλφια βρῆκε πλήρη ἐφαρμογὴ τό: «ἀδελφὸς ὑπ’ ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὁμοιάζει μὲ πόλη ὀχυρά». Σ’ αὐτὴ τὴν μικρὴ συντροφιὰ ἀπὸ τὴν Ῥουμανία στὸν Ἄθωνα ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι συνοδοιπόροι. Μπροστάρης ἦταν ὁ Γυμνάσιος, ὁ αὐτάδελφος τοῦ παπα-Διονύση.
Φαίνεται ἀπὸ τὶς διηγήσεις τοῦ Γέροντα πὼς σὲ κάθε μεγάλη γιορτὴ γινόταν ἀγρυπνία καὶ προηγεῖτο νηστεία, γιὰ νὰ ἔχουν οἱ πατέρες θεία Κοινωνία.
Θέλοντας ὁ Γέροντας Γυμνάσιος νὰ μὴν ὑστερῆ ὁ ἀδελφός του στὴν βασικὴ ἀρχὴ τῆς ξενιτείας, τὸν ἔστειλε σὲ ξένο Γέροντα νὰ κάνει τὸν χρόνο τῆς δοκιμασίας του. Τί ξενιτεία θὰ ἐξασκοῦσαν ἂν ἔμεναν δύο ἀδέλφια μαζὶ καὶ μάλιστα ὁ μικρότερος νὰ ἔχει πάντα τὸ θάῤῥος τοῦ μεγαλυτέρου;
Καὶ οἰ δύο ἀδελφοὶ ἐπεδίωκαν πάντα τὴν ἀκρίβεια τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Καὶ αὐτὴ ἦταν ἡ διδαχή του μέχρι τὰ ἔσχατά του. Ὁ πατὴρ Διονύσιος μᾶς διηγεῖτο πὼς κάποτε ὁ ἐντεταλμένος νὰ κρούει τὸ ξύλο γιὰ τὴν ἀκολουθία ἀδελφὸς οὔτε εὐχὴ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Γέροντα οὔτε καὶ τὴν εὐχή –τὸ «Δι’ εὐχῶν...»-  εἶπε, χτυπώντας τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ τοῦ Γέροντα. Ὁ σατανᾶς τότε παρουσιάστηκε στὸν τυφλὸ Γέροντα καὶ τὸν πείραξε, παριστάνοντας τὸν ἐκκλησιαστικὸ μοναχό. Τοῦ λέει ὁ Γέρων:
-Γιατί δὲν λὲς τὴν εὐχή;
-Γιατί, τὴν λέτε ἐσεῖς οἱ μοναχοί;
-Πίσω μου σ’ ἔχω, σατανᾶ.
Καὶ ἐξαφανίσθηκε ὁ πειρασμός.
Οἱ Γεροντάδες προεῖδαν πὼς τὸ Ὄρος θὰ χάσει, ἰδίως ἀπὸ τὶς Καρυές, τὴν ἡσυχία καὶ γι’ αὐτὸ θὰ εὐθύνονται κυρίως οἱ μοναχοί. Γι’ αὐτὸ ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ τὸ κέντρο τοῦ Ὄρους, τὶς Καρυές, γιὰ τὴν Σκήτη τῆς Κολιτσοῦς, τὸ 1937. Δὲν ὑπολόγισαν καθόλου τοὺς κόπους, τὶς στερήσεις, τὶς ταπεινώσεις, τὶς περιφρονήσεις –νὰ κάνουν τοὺς μεροκαματιάρηδες γιὰ δύο κιλὰ ψωμὶ τὴν ἡμέρα- ποὺ πέρασαν στὰ Κελλιὰ τῆς Καψάλας, καὶ ἔφυγαν γιὰ τὴν ἀγαπημένη τους ἐρημιά, τὴν ὁποία τοὺς ἐξασφάλιζε ἡ σκληρὴ καὶ ἀπομονωμένη Κολιτσού. Οἱ κάματοι τῶν τριῶν Γερόντων, Γεδεών, Γυμνασίου καὶ Διονυσίου, γιὰ τὴν ἀνακατασκευὴ τοῦ σχεδὸν ἀνύπαρκτου Κελλιοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου δὲν ἔχουν μέτρο συγκρίσεως. Ὁ Γέροντας Γεδεὼν εἶχε φτιάξει εἰδικὰ σαμαράκια, ποὺ τὰ φοροῦσαν στὴν πλάτη καὶ κουβαλοῦσαν πέτρες ἀπὸ τὸ ἀπέναντι ῥέμα. Ὅταν μάλιστα ἔφθασαν τὰ χρόνια τοῦ δεύτερου πολέμου, τὰ πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο. Ὁ Πατὴρ Γεδεὼν ἔφυγε στὴν Ῥουμανία γιὰ λογία, ὅπως συνηθίζετο ἐκεῖνα τὰ χρόνια, ὑπὲρ ἀποπερατώσεως τοῦ Κελλιοῦ. Ἡ παλιοκατάσταση τὸν κράτησε μέχρι τὶς ἀρχὲς τοῦ 1960 στὴν Ῥουμανία.
***
Μέσα στὶς ἑπόμενες δύο δεκαετίες κοιμήθηκαν οἱ παλιοὶ Γεροντάδες καὶ ἀνέλαβε τὸ ἱερὸν Κελλὶ ὁ Πατὴρ Διονύσιος. Ποτὲ δὲν ἀνέφερε τὴν λέξη «Κελλίον» μόνη της, ἀλλὰ πάντα «ἱερὸν Κελλίον». Καὶ τὸν Γέροντα τοῦ Κελλίου Ἡγούμενο τὸν προσφωνοῦσε. Ὁ Γέροντας θεωροῦσε κάθε τόπο ποὺ γίνεται προσευχὴ καὶ Λειτουργία σεβαστὸ καὶ ἱερό. Δὲν ἄκουγες ποτὲ ἀπὸν τὸν δάσκαλο λόγια κούφια. Γιὰ τὸν Πατέρα Διονύσιο τὰ πιὸ ἀγαπητά του πράγματα ἦταν ἡ ἀκολουθία, ἡ διακονία, τὸ ἱερὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, γιὰ τὸ ὁποῖο πολὺ κοπίασε, τὸ ἱερὸν Μοναστήριόν του καὶ ὁ μετανοημένος ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ πολλὲς φορὲς ἔλεγε:
-Ἀδέλφια μου, ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τίποτε, παρὰ μόνον τὸν Θεόν, τὴν Παναγία καὶ τὸ Μοναστήρι. Μετὰ τὸν Θεὸν ἡ καταφυγή μας εἶναι τὸ Μοναστήρι.
Ἡ διδαχή του ἦταν εὐαγγελική, πατερικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Ἦταν ὁ μόνος Γέροντας ποὺ ἔλεγε:
-Ἀκολουθεῖτε τὶς συμβουλὲς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ ἀληθινὸς καὶ μοναδικὸς δρόμος τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Σ’ αὐτὴν μαθαίνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς θὰ προετοιμαστοῦμε σ’ αὐτὴν τὴν ψεύτικη ζωὴ γιὰ τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινή.
Ὁ λόγος του εἶχε μέτρο τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Δὲν ἔλεγε ὑπερβολές γιὰ νὰ φανῆ αὐτὸς ψηλὰ καὶ ὁ ταλαίπωρος λαϊκὸς ὅσο γίνεται πιὸ χαμηλά.
-Πῶς αἰσθάνεστε, Πάτερ Διονύσιε;
-Πολὺ ἁμαρτωλός, ἀλλὰ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου ποτὲ δὲν τὴν ἔχασα. Πάντα τὴν ἀφήνω στὸ μέγα ἔλεος.
Δὲν παρουσίαζε μεγάλες τὶς ἀποστάσεις μεταξὺ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν γιὰ νὰ κονιορτοποιήσει τὸν ἄλλον. Παρήγορα λόγια εἶχε καὶ γιὰ τὸν ἱστάμενο καὶ γιὰ τὸν πεσόντα. Ἔλεγε:
-Ἠ ἀπόσταση θὰ φανῆ βεβαία μόνον στὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Ἐδῶ παίζει τὸ πρᾶγμα καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους καὶ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς.
Ὁ λόγος του ἦταν βατὸς γιὰ ὅλους. Μόνον δύο ἢ τρεῖς φορὲς ἀναφέρθηκε στὴν διδαχή του σὲ ἔκτακτες θεῖες ἐνέργειες ἢ σατανικὲς ἐμφανίσεις. Ὁ Γέροντας τὰ πρῶτα χρόνια δὲν δίδασκε. Στὶς ἐρωτήσεις ἀπαντοῦσε πολὺ συνεσταλμένα. Ὅταν δὲν ἔβλεπε νόημα στὶς ἐρωτήσεις, ἔλεγε ὅτι τὰ ἑλληνικά του δὲν εἶναι καλά. Γιὰ τὰ σαρκικὰ πάθη ποτὲ δὲν μιλοῦσε· θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀκατάλληλο. Ἀργότερα, ἴσως μὲ τὴν παρότρυνση κάποιων ποὺ τὸν εὐλαβοῦντο, ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσει διδασκαλία. Σ’ ὅλα τὰ πράγματα εἶχε παγιωμένες θέσεις. Γι’ αὐτό, ὅσες φορὲς καὶ νὰ δίδασκε, ἔλεγε τὰ ἴδια του. Ὁ λόγος του δὲν ἦταν ἐφημερίδα· ἦταν εὐαγγελικός, πατερικός, ἐκκλησιαστικός. Ὁ Κολιτσιώτης Γέροντας δίδασκε πολὺ ὡραῖα πράγματα γιὰ τὴν Μητέρα ἡμῶν Ἐκκλησία:
-Αὐτὴ ἡ μεγάλη Ἁγία συμβουλεύει ὅσα συντελοῦν στὴν σωτηρία τοῦ κόσμου καὶ πέραν τοῦτο τίποτε ἄλλο. Δὲν λαλεῖ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς περιέργειές μας, ἀλλὰ μόνον γιὰ σωτηρία. Δὲν εἶναι ἐγκυκλοπαίδεια· εἶναι τὸ πάντοτε ἀνοιχτὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Μόνον ὅποιος ἐπιζητεῖ τὴν σωτηρία του τὸ διαβάζει.
Ὁ Γέροντας ἤτανε μία βρύση, στὴν ὁποία δὲν ἔβλεπες κάνουλα. Ἔφτανε νὰ τὴν σκουντήξεις, γιὰ νὰ ἀρχίσει νὰ τρέχει νερὸ βουνίσιου, καθαρὸ καὶ δροσερό.
***
Ὁ λόγος του γιὰ τὴν προσευχὴ ἤτανε ζεστὸς σὰν τὸ φρεσκοαρμεγμένο γάλα ποὺ πίναμε ὅταν ἤμαστε μικρὰ παιδιά:
Μία εἶναι ἡ θύρα τοῦ ἐλέους. Ὅλες οἱ ἄλλες οὔτε κὰν παραπόρτια δὲν εἶναι. Αὐτὴ ἡ πόρτα τοῦ θείου ἐλέους ἀνοίγει μόνον μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν ταπείνωση.
Συνιστοῦσε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ ὡς τὴν πιὸ μικρὴ καὶ τὴν πιὸ μεγάλη, τὴν πιὸ εὔκολη καὶ τὴν πιὸ δύσκολη προσευχή.
-Ἐὰν συνεχῶς τὴν λέγεις, γίνεται τόσο εὔκολη σὰν τὴν ἀναπνοή σου. Ὅταν μάλιστα στὸ τέλος τῆς εὐχῆς προσθέτης «ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», πολεμεῖται πολὺ ὁ σατανᾶς. Τὸ ἰσχυρότερο ὅπλο τοῦ διαβόλου εἶναι ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ τοῦ χριστιανοῦ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Ἀπὸ τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχὴ παίρνει πολλὴ ὠφέλεια,. Μαζὶ μὲ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...» λέγε καὶ τὸ «δόξα σοι, ὁ Θεός». Ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς μοναχοὺς πάντα αὐτὴν τὴν φωνὴ ἀκουγες ἀπὸ τὸ στόμα τους: «ἐλέησόν με-δόξα σοι, ὁ Θεός». Ἀδελφοί μου, ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ ζητᾶμε πάντα τὴν σωτηρία μας. Τὰ ἄλλα θὰ μᾶς τὰ δώσει μόνος Του, ὅπως λέει τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον.
Ὁ ὅσιος σπουδαία θεωροῦσε καὶ τὴν προσευχὴ τῆς 24ωρης ἀκολουθίας. Κάποιος ἄλλος ἀββᾶς ἔλεγε:
-Μοναχὸς ποὺ δὲν παρακολουθεῖ τὶς ἀκολουθίες πρέπει νὰ ἀπελαύνεται τοῦ Ὄρους.
Τὸ ἱερὸν Κελλίον λειτουργοῦσε ὅπως ἕνα ἀρχαῖο κοινόβιο μὲ τὶς ἀκολουθίες στὶς τακτὲς ὧρες τοῦ 24ώρου, τὸν προσωπικὸ κανόνα στὸ Κελλί, τὴν κοινὴ τράπεζα καὶ τὴν διακονία.
Στὰ ὑστερνά του εἶχε δύο δοκιμασίες. Πρώτη: ἡ ὁλοκληρωτικὴ τύφλωση· σ’ αὐτὴν λυπότανε μόνον ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βοηθήσει τοὺς ἀδελφοὺς στὴν διακονία. Καὶ ἡ δεύτερη καὶ ὀδυνηρότερη γιὰ τὸν Γέροντα ἤτανε ποὺ τὶς τελευταῖες μέρες τῆς ζωῆς του ἔχασε τὸ κουράγιο του νὰ παρακολουθῆ στὴν ἐκκλησία τὴν ἀκολουθία καὶ τὴν Θεία Λειτουργία. Ἔλεγε:
-Μπροστὰ στὴν Θεία Λειτουργία πάντα βλέπω τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ καὶ ἰλιγγιᾶ ὁ νοῦς μου.
***
Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ὁ Γέροντας ἄστραφτε σὰν τὸν ἥλιο ἤτανε στὴν διδαχὴ γιὰ τὴν ταπείνωση. Ἀπὸ καμμία συζήτηση δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὸ ὁσιακό του στόμα ἡ διδαχὴ γιὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν βδελυκτὴ ὑπερηφάνεια. Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ εἶχε καταλάβεει πὼς ὁ Θεὸς τίποτε ἄλλο δὲν ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο παρὰ μόνο ταπείνωση. Αὐτὴν τὴν θεοΰφαντη ἀρετὴ μὲ ποικίλους τρόπους καὶ λόγους ἐγκωμίαζε:
-Στὸν κόλπο τῆς ταπεινοφροσύνης θὰ βρῆς τὸν Χρισστό, ἐνῶ στοὺς κόλπους τοῦ ἐγωϊσμοῦ τὸν διάβολο. Ὁ ἐγωϊστὴς πάντα βαδίζει ἀριστερά. Εἴτε χαμηλὰ βρίσκεται εἴτε ὑψηλὰ στὴν κοινωνία, τὸ ἴδιο κακὸ κάνει: σκορπίζει τὸν θάνατο. Ἡ ταπεινοφροσύνη δένει ὅλες τὶς ἀρετὲς μεταξύ τους, ἐνῶ ὁ ἐγωϊσμὸς τὶς διαλύει καὶ τὶς ἐξαφανίζει. Ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι ἡ φυγαδεύτρα δύναμη καὶ ὁ σκορπισμὸς ὅλων τῶν ἁγίων ἀρετῶν.
Καὶ συμπλήρωνε ὁ Ὅσιος:
-Μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη γινόμαστε ἀπρόσβλητοι ἀπὸ τὸν σατανᾶ καὶ παιδιὰ ἀγαπητὰ τοῦ Θεοῦ, φυλαγμένα ἀπὸ τὴν Χάρη Του. Ἡ ταπείνωση εἶναι τὸ φρούριο τῶν ἀρετῶν, εἶναι ἡ βάση καὶ τὸ θεμέλιο γιὰ νὰ ἀνέλθη ψηλὰ ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἡ πιὸ σίγουρη ὑψωτικὴ μηχανή –καλλιεργώντας βέβαια καὶ τὶς ἄλλες ἀρετές. Αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀρετὴ καλλιεργεῖται, ἂν ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι πετυχαίνει τὸ θεωρῆ φώτιση Θεοῦ καὶ οὐχὶ δικό του ἐπίτευγμα. Ἀλλιῶς, γίνεται παντοδύναμος, ὑπεράνθρωπος, καὶ ἀρνεῖται τὸν Θεό. Ἔτσι, ἡ ἀθεΐα θέριεψε τὸν κόσμο μὲ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς τεχνικῆς ἐπιστήμης. Ὁ ἐγωϊστὴς ποτὲ δὲν μένει κοντὰ στὸν Θεό. Ἡ κατάληξή του εἶναι νὰ γίνει ὁ ἴδιος ἑωσφόρος. Ὅταν λαλῆ, δὲν ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος, ἀλλ’ ὁ ἑωσφόρος ποὺ κατοικεῖ μέσα του.
Γι’ αὐτὸ ἤθελε καὶ στὸν γάμο καὶ στὸν μοναχισμὸ ὑπακοή, ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος καὶ ταπεινοφροσύνη. Συνεχῶς συμβούλευε ὁ Γέρων:
-Ἂν ἡ ταπείνωση δὲν μᾶς ἔχει γίνει πεποίθηση, δὲν ἐλεούμεθα ἀπὸ τὸν Θεό. Πάντα πίστευε στὸ μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλότητα καὶ ἀναξιότητά σου θὰ τὸ ζητᾶς καὶ ὅλα θὰ σοῦ τὰ δώσει ὁ καλὸς Θεός. Ἡ ταπείνωση βοηθᾶ νὰ βλέπουμε τοὺς ἄλλους ἁγίους, νὰ μὴν κατακρίνουμε κανέναν. Αὐτὸ φέρνει τὴν θεία Χάρη στὴν ψυχή μας καὶ ἐργαζόμεθα τὶς ἅγιες ἀρετές. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀρχίζει μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἐκκοπὴ τῶν παθῶν. Ἡ ἀναγνώριση τῶν ἀτελειῶν μας κρατᾶ τὸν Θεὸ κοντά μας, φωλιάζει στὴν καρδιά μας ὁ Κύριός μας, μᾶς κάνει μόνιμο οἶκο διαμονῆς Του.
***
Καὶ στοὺς μοναχοὺς ἀπηύθυνε ὄμορφους καὶ ἐπικοδομητικοὺς λόγους, σὰν πατέρας φιλόστοργος σὲ ἀγαπημένα παιδιά του:
-Παιδιά μου, δύο δρόμοι ὑπάρχουν: ἡ καλογερικὴ καὶ ὁ γάμος. Αὐτοὶ εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Καὶ στοὺς δύο τὴν εἰρήνη νὰ διώκετε. Καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος θέλουν αὐτοθυσία, ἀγάπη καὶ ὑπομονὴ μεγάλη. Ἡ προσέλευση στὸν μοναχισμὸ εἶναι μυστήριο καὶ ἡ καλὴ πρόθεση τοῦ προσερχομένου φαίνεται, ὅταν ἀμέσως ῥωτᾶ τὸν Γέροντα ὁ ἴδιος: «Τί νὰ κάνω, γιὰ νὰ γίνω καλὸς μοναχός». Τὰ καθήκοντα τοῦ μοναχοῦ καὶ τῆς ἐργασίας του δὲν εἶναι ἀπὸ ἄνθρωπο· εἶναι δοσμένα ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως μᾶς παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ἔγινες, ἀδελφέ μου, μοναχὸς στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας; Μὴ ζητήσεις μήτε πλούτη μήτε δόξες μήτε τιμές, γιατὶ θὰ χάσεις τὴν σωτηρία σου καὶ τὴν Παναγία ἀπὸ ἐγγυήτρια τῆς σωτηρίας σου. Μοναχέ μου, ὅσο καὶ νὰ δυσκολεύεσαι στὸ Ὄρος, μὴν μετανιώσεις ποὺ ἄφησες τὴν ὄμορφη πατρίδα σου καὶ τοὺς συγγενεῖς σου. Ὄχι· εἶναι γογγυσμὸς στὸν Θεὸ ποὺ σὲ κάλεσε στὸ μοναχικὸ ἐπάγγελμα. Ὁ μοναχός, ὅποιος καὶ νὰ τὸν νουθετῆ, τὸν βλέπει στόμα Θεοῦ, καὶ ἰδιαίτερα τὸν Γέροντά του. Τὸ «νά’ναι εὐλογημένο», ὅταν προφέρεται μὲ ταπείνωση, ἐπιφέρει καρποὺς ἀμαράντους εὐαγγελικοὺς στὴν ψυχή μας. Ὅταν ὅμως λέγεται μὲ πεῖσμα καὶ ἐγωϊσμό, ἐπισύρουμε κατάρα θεήλατο ἐπάνω μας.
-Γιὰ τὴν μοναχικὴ πολιτεία ὑπάρχει μόνον ἕνα δρόμος: ἡ ἀκολουθία, ὁ κανόνας καὶ ἡ διακονία. Ἄλλη στράττα δὲν ὑπάρχει. Μὴν ψάχνεις σταυροδρόμια, γιὰ νὰ πετύχεις τοῦ σκοποῦ σου. Ἐπιλέγετε νὰ ἔχετε καλὸ πνευματικὸ πατέρα καὶ νὰ λέγετε ὅλους τοὺς λογισμούς σας. Ἔτσι, εὔκολα καὶ σωστὰ θὰ βαδίσετε τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου. Τὸ θεμέλιο τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ ὑπακοή, ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη. Μὲ αὐτὰ γίνεται δυνατὸς πόλεμος τῶν ἀκαθάρτων πολέμων.
-Ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος ἐπιφέρει ταπείνωση καὶ ἡ ταπείνωση προσευχὴ καὶ θεολογία. Μοναχέ, ἡ ἁγία ὑπακοὴ κάνει καὶ τὰ πιὸ βαριὰ διακονήματα εὔκολα καὶ ξεκούραστα. Βέβαια ἡ ὑπακοὴ εἶναι αὐτοκαταδίκη τοῦ ἀνθρώπου καὶ εἶναι πολὴ δύσκολη. Γιὰ νὰ εἶσαι ἁγιορείτης μοναχός, πρέπει νὰ πιστεύεις εὐλαβικὰ στὶς ἁγιορείτικες παραδόσεις, στοὺς ὅρους καὶ τὰ ἀποφθέγματα τῶν Γερόντων.
Τὸν ἀγωνιστὴ μοναχὸ τὸν ὠνόμαζε παλληκάρι.
***
Καὶ τοὺς λαϊκοὺς μὲ πολλὴ ἀγάπη ὑποδεχόταν καὶ μὲ ἀπέραντη συγκατάβαση στὶς ἀδυναμίες τους. Πάντα ῥωτοῦσε τὸ ὄνομα, τὴν καταγωγή, τὴν ἐργασία καὶ τὴν οἰκογενειακή τους κατάσταση. Καί, κατὰ τὴν ἀρχαία ἀσκητικὴ παράδοση, ῥωτοῦσε:
-Τί σὲ ἔκανε νὰ ἔρθεις πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς;
-Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀξιοθαύμαστος λαό. Ἔδωσαν τὸ φῶς τους στὸν κόσμο. Ἀλλὰ σήμερα, μὲ τὶς ὑποχωρήσεις στὸν σύγχρονο πολιτισμό, σκοτάδι σκορπίζουν.
-Ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ εἴμαστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ἐσχατολογικὸ σημάδι εἶναι ποὺ σήμερα, ἀντὶ νὰ εἴμαστε φῶς, γίναμε ψηλαφητὸ σκοτάδι. Ἀδελφοί μου, ὁ Κύριός μας εὔκολα πράγματα μᾶς ζητᾶ, ἀλλ’ ὁ πειρασμός, ποὺ κυριεύει τὴν ψυχή μας μὲ τὴν καλλιέργεια τῶν παθῶν, μᾶς τὰ παρουσιάζει ὅλα δύσκολα καὶ ἀκατόρθωτα. Ὁ Πλάστης καὶ Δημιουργός μας μᾶς ἄφησε ἐλευθέρους νὰ ἐπιλέξουμε τὸν δρόμο μας. Ἀλλ’ ὅμως, ὅπως πάντοτε φιλάνθρωπα φερόμενος, ἐφώτισε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας μας διὰ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁγίων πατέρων μας εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας. Οἱ δρόμοι τῆς σωτηρίας εἶναι ἀνοιχτοί, ἂν ἀκολουθοῦμε τὶς ἐντολὲς τῆς Ἐκκλησίας μας.
-Τὰ ἐμπόδια τῆς σωτηρίας μας εἶναι οἰ ἀδυναμίες μας καὶ ὁ πείραζων διάβολος. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμαστε συνεχῆ προσπάθεια. Ἡ συνεχὴς προσάθεια εἶναι ἡ σκάλα τοῦ οὐρανοῦ.
Ἡ λέξη «προσπάθεια» ἄρεσε πολὺ στὸν Γέροντα, καὶ τὴν πρόφερε παχειά. Ἀκόμα καὶ τὶς λέξεις «ἅγιοι Πατέρες, Ἐκκλησία Ὀρθόδοξη» ὅταν τὶς ἔλεγε, ἔσταζε τὸ στόμα του μέλι καὶ γάλα. Πίστευε καὶ διακήρυττε μὲ στετόρεια φωνὴ πὼς εἴμαστε τέκνα ἀγαπητὰ ἁγίων Πατέρων καὶ γι’ αὐτὸ μᾶς ἤθελε ζωντανά, πιστὰ μέλη τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας.
***
Ἦταν ἄνθρωπος τῆς μυστηριακῆς ζωῆς. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε:
-Τὰ πάθη ξεῤῥιζώνονται μὲ τὴν συνεχὴ ἐξομολόγηση. Ὅσες φορὲς καὶ νὰ πέσεις, τράβα στὸν Πνευματικό.
Ἤθελε τὸν ἐξομολόγο νὰ τὸν ἔχουμε κοντά μας, γιὰ νὰ μὴν βρίσκουμε δικαιολογία τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ.
-Τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἔργο τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἡ φιλανθρωπικὴ πρόνοια, ἀλλὰ τὸ νὰ συγχωρῆς ἁμαρτίες.
-Δὲν θὰ τιμωρηθοῦμε γιατὶ ἁμαρτήσαμε, ἀλλὰ γιατὶ δὲν μετανοήσαμε. Τὴν ἐξομολόγηση ὁ Θεὸς τὴν ἔδωσε, γιατὶ γνώριζε τὶς ἀδυναμίες μας. Χωρὶς αὐτὴν κανένας δὲν σώζεται.
-Χριστιανὸς εἶναι ὁ ἔχων μυστηριακὴ ζωὴ καὶ ἐκκλησιασμό. Ἀλλιῶς, ἂς λέει ὅτι εἶναι χριστιανός. Χωρὶς ἐξομολόγηση δὲν ὑπάρχει σωτηρία, μὴ σὲ ἀπατᾶ ὁ λογισμός: «Τὰ εἶπα στὴν εἰκόνα, τὰ εἶπα στὴν Παναγία, τὰ εἶπα στὸ πλησίον μου· συγχωρέθηξκα». Ἡ ἐξομολόγηση θέλει παπᾶ καὶ πετραχήλι, ὅμως μᾶς παρέδωσε ἡ Ἐκκλησία. Οἱ συμβουλὲς τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ μεγάλη μας ἐλπίδα, ποτὲ μὰ ποτὲ μὴν ξεχνᾶμε πὼς τὰ ἅγια Μυστήρια εἶναι οἱ φάροι τῆς Ὀρθοδοξίας. Προσέχετε. Ὁ γάμος διαλύετε ἀπὸ ὑποψίες, ἐγωϊσμοὺς καὶ λογισμούς. Οἱ πνευματικοὶ πατέρες πολὺ βοηθοῦν στὴν συγκρότηση τοῦ γάμου.  Ὁ Πνευματικὸς συμβουλεύει ὡς τρίος, χωρὶς συναισθηματισμοὺς καὶ προσωποληψίες. Ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων εἶναι τὸ ὡραιότερο πρᾶγμα πάνω στὴν γῆ καὶ πολὺ βοηθᾶ στὴν διατήρηση τῆς οἰκογένειας. Ἡ ἀγάπη ἀποκτᾶται μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ κατάκριση εἶναι ὁ σεισμὸς τῆς οἰκογένειας καὶ τῆς κοινωνίας ὁλόκληρης. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία δὲν ἔχουμε ἄδεια νὰ κατακρίνουμε, γιατὶ ἀφ’
ἑνὸς ἀπομακρύνουμε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀφ’ ἑτέρου παίρνουμε ἐπάνω μας τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ἐμεῖς ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ βαστάξουμε τὶς δικές μας.
***
Γιὰ ὅλες τὶς ἀρετὲς ἐπέμενε στὴν καλὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδικῶν χρόνων.
-Τὰ παιδικά μας χρόνια σημαδεύουν ὅλη μας τὴν ζωή. Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ παιδὶ πειράζεται καὶ ὅταν μάλιστα μαργαρίζεται ἀπὸ τὶς βρώμικες εἰκόνες τῆς τηλεόρασης, ὁ ἀγώνας γίνεται πολὺ μεγαλύτερος.
Ἡ τηλεόραση στὴν καρδιὰ τοῦ Γέροντος ἤτανε κάρβουνο ἀναμμένο.
-Ἔγινε μὲ πολλὴ σοφία αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἂν δείχνει καλά, βοηθᾶ τὸν ἄνθρωπο. Ἐπειδὴ ὅμως συνήθως εἶναι περισσότερα τὰ κακά, χαλοῦν τὸν λογισμό. Προτιμότερο εἶναι νὰ μὴν ὑπάρχει στὰ σπίτια τῶν χριστιανῶν. Ἡ τηλεόραση καὶ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα συμμάχησαν, γιὰ νὰ καταστρέψουν τὸν ἄνθρωπο, καὶ ποτὲ δὲν τὰ χαλοῦμε μεταξύ τους. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ κρατοῦντες ἔχουν τεράστια εὐθύνη, ὅποια χώρα καὶ νὰ κυβερνοῦν, ἰδιαίτερα ὅμως οἱ ὀρθόδοξοι ἀρχηγοί. Τρία πράγματα κάνουν σήμερα τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν δύσκολη: ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, οἱ κακὲς παρέες καὶ ἡ τηλεόραση. Σπέρνουν ἀγκάθια καὶ τριβόλια στὴν διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν καὶ ὅσο διαβαίνει ὁ χρόνος τὰ πράγματα θὰ γίνονται δυσκολότερα. Σὲ λίγο ἡ Ἐκκλησία δὲν θὰ βρίσκει παρθένους νὰ χειροτονήσει ἱερεῖς καὶ παρθένα ζευγάρια νὰ εὐλογήσει στὸν γάμο. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἤθελαν τὸν γάμο στὰ 16 τῆς γυναίκας καὶ στὰ 18 γιὰ τὸν νέο, προτοῦ μολυνθοῦν ἀπὸ τὶς σαρκικὲς ἁμαρτίες.
-Σοφὰ κυκλοφόρησαν τὴν Ἁγία Γαφὴ σὲ εἰκόνες γιὰ τὰ παιδιά, ἀλλὰ τί νὰ κάνει μόνο αὐτὸ μπροστὰ στὶς ἄπειρες ἀναίσχυντες εἰκόνες ποὺ κυκλοφοροῦν οἱ ἄθεοι καὶ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως δὲν θὰ κάνουμε τὴν χαρὰ τῶν δαιμόνων νὰ ἀπελπιστοῦμεν. Δὲν θὰ ἀφεθοῦμε τῆς προσπάθειας νὰ ἐμφυτεύσουμε στὴν καρδιά τους τὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία.
***
-Τὸ ἡμερολόγιο δὲν εἶναι ἄρθρο πίστεως, ὅπως δογματίζουν οἱ παλιοημερολογίτες. Ἐπέφερε ὅμως κομμάτιασμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔγινε σχίσμα. Δὲν εἶναι πιὰ συμπαγής, ὁλόκληρη. Ἔφυγε ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ ἀνεπτύχθησνα ἀντιπαλότητες καὶ μάχες καὶ ἔριδες. Τὸ παλιὸ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει ἀκρίβεια χρόνου, νὰ χάνει, ἀλλ’ εἶναι τῶν ἁγίων Πατέρων. Εἶπα κάποτε στὸν Γέροντά μου: «-Ἡ Καινὴ Διαθήκη πάλιωσε πολύ· νὰ σοῦ πάρω καινούργια;». «-Ὄχι, παιδί μου, εἶναι τοῦ πατέρα μου».
Ἡ Ἐκκλησία δὲν μετρᾶ χρόνους καὶ καιρούς. Ζῆ πάντα τὸν δικό της χρόνο. Πολὺ πονεῖ ἡ ψυχή μου γιὰ τὸ κομμάτιασμα τῆς Ἐκκλησίας. Χάθηκε ἡ ἑνότητα γιὰ τὴν ὁποία πολὺ προσευχήθηκε ὁ Χριστός. Πολὺ φοβᾶμαι πὼς μία νέα παραχάραξη θὰ φέρει καὶ δεύτερο κομμάτιασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς.
***
Ὁ παπα-Διονύσης εἶχε κάποιες λέξεις καὶ φράσεις ποὺ ἰδιαίτερα ἀγαποῦσε καὶ ἄλλες ποὺ ἐβδελύσσετο.
Τὸ «δὲν βαριέσαι» εἶναι ἡ καταστροφὴ καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἄλλης καὶ τὸ οἴκτιρε πάντοτε. Ἀκόμη καὶ τὴν φράση τῶν κοσμικῶν «ἐδῶ εἶναι ὁ παράδεισος, ἐδῶ εἶναι καὶ ἡ κόλαση» τὴν θεωροῦσε ἐξουδετέρωση τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας –σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «ἐδῶ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή»- καὶ ἀνακεφαλαίωση τῆς ἀθεΐας καὶ τῆς ἀπιστίας τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου.
Ἐνῶ, οἱ γλυκειὲς λέξεις τοῦ ἁγίου αὐτοῦ ἐρημίτου ἤταν: ἡ «ψυχούλα». Τὴν ἔλεγε ἔτσι γιὰ νὰ τὴν καλοπιάσει, νὰ τὴν διεγείρει νὰ βρίσκεται πάντοτε στὶς ἐπάλξεις τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα. Ἡ ἄλλη φράση ἦταν ἡ «αἰώνια ζωή», τὴν ὁποία διέστελλε ἀπὸ τὴν ψεύτικη. Αὐτὰ ἀπὸ τὸ στόμα του εἶχαν ἰδιαίτερο  ἄκουσμα. Ἔῤῥιχναν τὸν μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ τῆς ἐδῶ ζωῆς μὲ ἐκείνης καὶ γινότανε μία ὄμορφη συνέχεια.
Φαινόταν ὁ ἀσκητὴς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ δίδασκε πὼς ἦταν βαθὺς γνώστης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Πρέπει ὅλη νὰ τὴν μελέτησε μὲ πολλὴ προσοχή. Στοὺς πειρασμοὺς τοῦ Δικαίου Ἰὼβ διασαφήνιζε πολὺ σωστὰ γιατί ὁ Θεὸς ὅλα τοῦ τὰ διπλασίασε μετὰ τὸν πειρασμό, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ παιδιά. Στὴν πραγματικότητα τοῦ τὰ ἔδωσε καὶ αὐτὰ διπλᾶ, γιατὶ εἶχε 7 στὸν οὐρανό. Δὲν χάθηκαν· ἤτανε κοντὰ στὸν Θεό. Ἔλεγε:
-Ἐδῶ, παιδιά μου, ὑποφώσκει τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως, γι’ αὐτὸ ἡ περικοπὴ αὐτὴ διαβάζεται τὴν Μεγάλη Παρασκευή.
-Ὅσο πιὸ ἁμαρτωλὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο καλύτερο βλέπει τὸν ἑαυτό του. Ὅσο ὅμως περισσότερο προχωρεῖ στὴν γνώση τοῦ Θεοῦ, τόσο χειρότερο τὸν βλέπει· ἀντιστρέφονται τὰ πράγματα.
***
Ὅλα ὁ Κολιτσιώτης Γέροντας τὰ ἔβλεπε ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς αἰωνιότητος:
-Μὲ ἔφερε σὲ αὐτὴ τὴν ζωή, γιὰ νὰ προετοιμαστῶ γιὰ τὴν αἰώνια. Καὶ τὸ ὅτι ἔγινα μοναχὸς ὀφείλεται στὴν ἐπιθυμία γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Καὶ τὸ ὅτι δίδασκε τὸ ἔκανε γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Λειτουργοῦσε κάθε μέρα, γιὰ νὰ ἀνοίξει τὸν δρόμο γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
-Οἱ ἀσκήσεις γίνονται νυχθήμερα γιὰ καλὲς ἀποσκευὲς γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ αἰσθητὰ καὶ τὰ νοητά, καὶ ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος. Τὸ ἀντίκρυσμα τῆς ἁγίας ἀσκήσεως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Αὐτὴ σημαδεύει τὴν ζωή μας καὶ τῆς δίνει νόημα καὶ περιεχόμενο. Καὶ ὁ γάμος καὶ ἡ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν στὴν ἀιώνια ζωὴ ἀποβλέπουν.
Ἕνα ὄνειρο εἶχε στὴν ζωή του: νὰ γίνει πολίτης τοῦ οὐρανοῦ καὶ μέλος τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρωτοτόκων, τῶν ἀπογεγραμμένων στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Ἔπειτα ἀπὸ 71 χρόνια ἐγκαταβιώσεως στὸ ἱερὸ βουνὸ τοῦ Ἄθωνα, σὲ βαθὺ γῆρας, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἔψαλλε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», ἡ ὑψίκορμος δρῦς τῆς Κολιτσοῦς δὲν ἔπεσε, δὲν πλάγιασε, ἀνακλίθηκε στὴν στρωμνή του, γιὰ νὰ ξαποστάσει ὀλίγον γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι στὴν αἰωνιότητα. Ὁ Θεὸς ἐκκπλήρωσε τὸν μεγάλο πόθο τῆς ζωῆς του: νὰ κοιμηθῆ στὸν Ἄθωνα καὶ νὰ ταφῆ στοὺς τάφους τῶν πατέρων του.
ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
(Ἡγουμένου Δοχειαρίου π. Γρηγορίου, 2010)

***