Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΟΣΤΡΟΓΚ ΒΙΟΣ

ΒΙΟΣ


Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τοῦ Ὄστρογκ, γεννήθηκε στὴν περιοχὴ Χουμίου ὅπου, πρὶν φύγει στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ γίνει μοναχὸς ἦταν διοικητὴς ὁ Ῥάστκο Νέμανιτς-Ἅγιος Σάββας τῆς Σερβίας. Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅταν ἔγινε ὁ πρῶτος ἀρχιεπίσκοπος τῶν Σέρβων, ὁ Ἅγιος Σάββας ἵδρυσε τὴν Μητρόπολη Ζαχουμίου, στὴν ὁποία διετέλεσε ἀρχιερέας ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὡς ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος καὶ στύλος ὀρθοδοξίας.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος γεννήθηκε στὸ χωριὸ Μιρκόνιτε στὸ Πόποβο Πόλιε τὴν 28η Δεκεμβρίου του 1610 ἀπὸ σεμνοὺς καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Πέτρο Γιοβάνοβιτς καὶ τὴν σύζυγό του Ἀναστασία. Βαπτίζοντας τὸ τέκνο τους, τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Στόγιαν, καὶ τὸν μεγάλωσαν διδάσκοντάς του τὸν φόβο καὶ τὴν σοφία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Στόγιαν, ἀκόμα ὡς μικρὸ παιδὶ εἶχε καλὴ ψυχή, σοφὸ τὸν νοῦ του καὶ ὁλόψυχα ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους. Τὰ πρῶτα διδάγματα τῆς εὐλαβείας ὁ Στόγιαν τὰ ἔλαβε στὸ σπίτι του ὅπου περισσότερο σκεφτόταν περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ψυχῆς, παρὰ γιὰ τὰ κοσμικὰ καὶ πρόσκαιρα ἀγαθά. Ἡ δεύτερη σχολὴ τῆς εὐσεβείας ἦταν ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, καὶ ἡ ἀσταμάτητη συμμετοχὴ στὶς θεῖες ἀκολουθίες. Ἂν καὶ νέος ὁ Ὅσιος, πάντα πήγαινε στὶς ἀκολουθίες. Μπαίνοντας μέσα στὸν ναό, ἔκανεμετάνοιες, προσκυνοῦσε τὸ κατώφλι τῆς εἰσόδου, καὶ μετὰ τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὶς ἅγιες εἰκόνες. Στὴν Θεία Λειτουργία στεκόταν μὲ φόβο Θεοῦ, ἀγάπης καὶ πίστεως, σὰν νὰ βρισκόταν μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ.
Τὸ ἔμβλημά του πάντα ἦταν, ἡ ταπείνωση, ἡ σωφροσύνη, καὶ ἡ ἐλεημοσύνη στὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχή. Ἡ οἰκογένειά του ἦταν φτωχὴ καὶ σπάνια νὰ εἶχαν πάντα τὸ ψωμί, ὅμως αὐτὸς ποτὲ δὲν ἔτρωγε μόνος του, μοίραζε τὰ πάντα μὲ τοὺς ἄλλους, ἰδιαίτερα ὅταν μὲ ἄλλους τσοπάνους φύλαγε τὰ πρόβατα.
Κάποιοι γείτονες, ἀποστάτες τῆς ὀρθόδοξης πίστης, μισοῦσαν πολὺ τοὺς γονεῖς του καὶ τὸ ἔξυπνο παιδί τους, τὸν σεμνὸ καὶ εὐλαβῆ Στόγιαν. Αὐτοὶ ἦταν οἱ πρῶτοι πειρασμοὶ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, τὸ ὁποῖο στὸ μέλλον θὰ ὑποφέρει περισσότερα καὶ χειρότερους πειρασμούς. Γιὰ νὰ ἀπομακρύνουν τὸ παιδί τους ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ταυτόχρονα νὰ τὸν στείλουν κάπου ὅπου θὰ μάθει τὰ γράμματα, οἱ γονεῖς του πῆγαν στὴν Μονὴ Ζάωαλα, ἡ ὁποία βρισκόταν σὲ κείνη τὴν περιοχή, ἀφιερωμένη στὰ Εἰσόδια τῆς Παναγίας, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ὁ θεῖος τοῦ Στόγιαν π. Σεραφείμ. Αὐτὴ ἡ Μονὴ ἦταν γνωστὴ στὴν περιοχὴ καὶ εἶχε μεγάλη ἀδελφότητα, μεταξὺ τῆς ὁποίας ἦταν καὶ κάποιοι μορφωμένοι μοναχοὶ οἱ ὁποῖοι κατεῖχαν καὶ χρήσιμα βιβλία. Ἐδῶ, ὁ μικρὸς Στόγιαν ἔμαθε τὴν σοφία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ βέβαια ἔμαθε πολλὲς κοσμικὲς ἐργασίες. Διαβάζοντας τὰ βιβλία καὶ τὰ λόγια τῶν Ἁγίων Πατέρων ἄναψε ἡ ψυχή του γιὰ τὸν Θεό, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀρετὴ καὶ ἀπὸ τότε σκεπτόταν μόνο τὸ πῶς νὰ γίνει μοναχός.
Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα ποὺ ἔμεινε στὴν Μονὴ Ζάβαλα, ὁ Ὅσιος μετακόμισε στὴν Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὴν λεγομένη Τβιρντὸς ὅπου βρισκόταν καὶ ἡ ἕδρα τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἐρζεγοβίνης. Μένοντας σὲ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι ὁ Ἅγιος, ἀγάπησε ἀκόμη περισσότερο τὴν μοναχικὴ ζωή, αὔξανε στὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ καὶ ἀποφάσισε ἐκεῖ νὰ λάβει τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ὅλο τὸν καιρὸ ζοῦσε ἀσκούμενος μὲ ἀγρυπνίες, προσευχὴ καὶ νηστεία, παιδαγωγῶντας τὸ σῶμά του. Στὴν μοναχικὴ κουρὰ ἔλαβε τὸ ὄνομα Βασίλειος. Αὐτὸ τὸ ὄνομα ἦταν σημεῖο ὅτι πρέπει νὰ ἔχει πάντα στὸν νοῦ του τὸν μεγάλο ἀσκητὴ καὶ ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Μεγάλο Βασίλειο. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ὁ νέος Βασίλειος χειροτονήθηκε εἰς διάκονο καὶ σύντομα εἰς ἱερέα. Ἀπὸ τότε λειτουργοῦσε συχνὰ μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα μὲ εὐλάβεια καὶ φόβο Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἑρζεγοβίνη στὸ Μαυροβούνιο, στὸν ἐκεῖ ἐπίσκοπο Μαρδάριο τοῦ Τσέτινιε, ὅμως γρήγορα προέκυψε μεγάλη διαφωνία ἀνάμεσά τους γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴν συνέχεια.
Αὐτὸ τὸν καιρό, στὰ δυτικὰ μέρη τῆς ὀρθόδοξξης Σερβίας ἦταν μεγάλη ἡ ἐπιῤῥοὴ τῆς Οὐνίας καὶ τῆς λατινικῆς προπαγάνδας. Οἱ κληρικοὶ τῆς Ῥώμης οἱ λεγόμενοι Ἰησουΐτες, ἦταν ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πάπα γιὰ νὰ ἀσκήσουν τὸν προσηλυτισμὸ στοὺς ὀρθόδοξους Σέρβους. Αὐτὴ ἡ ἀποστολή, σκοπὸ εἶχε νὰ ἀναγκάσει τοὺς Σέρβους ὀρθοδόξους νὰ γίνουν Ῥωμαιοκαθολικοί. Ὁ Πάπας εἶχε στὸν νοῦ του μάλιστα καὶ τὴν δύσκολη κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόταν οἱ Σέρβοι μέσα στὴν αἰχμαλωσία ὑπὸ τῶν τούρκων καὶ σκέφτηκε ὅτι ἔτσι ἀκόμα πιὸ εὔκολα οἱ ὀρθόδοξοι Σέρβοι θὰ γίνουν Ῥωμαιοκαθολικοὶ καὶ θὰ ἀναγνωρίσουν τὴν παπικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία. Ἰδιαίτερα ἔκαναν προπαγάνδα στὸ Μαυροβούνιο, τὴν Παραθαλάσσια καὶ τὴν Ἑρζεγοβίνη καὶ γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο, ὁ Ὅσιος Βασίλειος τόνισε στὸν ἐπίσκοπο Μαρδάριο ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι πιέζονται πολύ. Ὅμως ὁ ἐπίσκοπος δὲν τὸν ἄκουσε καὶ δὲν ἀντέδρασε καθόλου ἀλλὰ τοὺς ἄφησε ἐλεύθερα νὰ ἀσκοῦν τὸν προσηλυτισμὸ καὶ τὴν λατινικὴ προπαγάνδα. Χάρη στὴν ὀρθόδοξη πίστη, ὁ σερβικὸς λαὸς μὲ ἀρχηγό του τὸν Ὅσιο Βασίλειο ἀντέδρασε σθεναρὰ ἐνάντια στὸν Ῥωμαιοκαθολικισμὸ καὶ τὴν Οὐνία καὶ δὲν ὑπέκυψε στὴν λατινικὴ αἵρεση. Ὁ Ὅσιος συχνὰ συμβούλευε τὸν ἐπίσκοπο νὰ ἀντιδράση ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ νὰ μὴν φοβᾶται ὅταν πρέπει νὰ προστατεύει τὶς ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ὅμως ὁ ἐπίσκοπος δὲν τὸν ἄκουσε. Ἀκόμη περισσότερο, ὁ ἐπίσκοπος ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ κρυφά, νὰ ῥαδιουργεῖ ἐνάντια στὸν Ὅσιο Βασίλειο καὶ νὰ τὸν διαβάλλει ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς ὅμως δὲν πίστεψε τὶς ψευδεῖς κατηγορίες τοῦ ἐπισκόπου διότι γνώριζε πολὺ καλὰ τὸν Ὅσιο Βασίλειο καὶ τὴν ἀσκητικὴ ζωή του, τὸν σεβόταν καὶ τὸν ἀγαποῦσε ἀκόμη πιὸ πολύ. Ἐκεῖνος ὅμως, θέλοντας νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ τὶς ῥαδιουργίες, γύρισε πίσω στὴν Μονὴ Τβίρντος. Ἐκεῖ συνέχισε τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη προστατεύοντας τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴ τῶν Οὐνιτῶν. Γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο ὁ λαὸς τὸν ὀνόμασε ζηλωτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Παραμένοντας στὴν Μονὴ Τβίρντος, ὁ Ὅσιος δὲν φρόντιζε μόνο γιὰ τὴν προσωπική του σωτηρία ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ὀρθόδοξου λαοῦ. Μέσα ἀπὸ τὸ κελλὶ ποὺ ἀσκοῦνταν, ἔβλεπε ὅλες τὶς δυσκολίες καὶ τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ὁ λαός του ἐκείνη τὴν στιγμὴ καὶ ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Λατίνους. Ἀσταμάτητα προσευχόταν γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἔθνους του. Ὰν καὶ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἦταν ἀκόμη ἀρχιμανδίτης, δὲν ἔμενε μόνο μέσα στὸ Μοναστήρι ἀλλὰ περιοδεύοντας ἀσκοῦσε ἱεραποστολὴ στὸ ποίμνιό του, ὡς ἀπόστολος καὶ ἱεραπόστολος, μπαίνοντας σὲ κάθε σπίτι καὶ χωριὸ τῆς Ἑρζεγοβίνης καὶ κηρύττοντας τὶς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Περιπλανώμενος ἀνάμεσα στὸν λαό, ὅπως κάποτε καὶ ὁ προπάτοράς του ὁ Ἅγιος Σάββας, ἔτσι καὶ ὁ Βασίλειος, λειτουργοῦσε καὶ διακονοῦσε τὸν λαό, τελοῦσε τὰ ἱερὰ μυστήρια, ἐνθαῤῥύνοντας τοὺς χριστιανοὺς ἐν ἀγάπῃ, πίστῃ καὶ ὑπομονῇ καὶ τοὺς βοηθοῦσε ὁλόψυχα. Ὑπὸ τὸ ὄνομα: ὁ ἱκέτης τῶν ῥαγιάδων, ὅπως τὸν ὀνόμασαν οἱ Τοῦρκοι, ἐκεῖνος διακονοῦσε ὡς ποιμὴν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς ἱεραπόστολος.
Τέτοια δράση καὶ ἀποστολικὴ διακονία τοῦ Βασιλείου, προκάλεσε ἐκείνους τοὺς Σέρβους οἱ ὁποῖοι εἶχαν τουρκέψει καὶ ἔφτασαν στὸ σημεῖο νὰ δροῦν ἐναντίον του καὶ νὰ ἐπιδιώκουν νὰ τὸν θανατώσουν. Γιὰ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ μία τέτοια κατάσταση καὶ νὰ μπορέσει νὰ βοηθήσει τὸν λαό του περισσότερο, ὁ Ὅσιος πῆρε τὸν δρόμο πρὸς τὴν ὀρθόδοξη Ῥωσία. Ἐπιστρέφοντας μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὴν Ῥωσία, ἔφερε μαζί του πολλὰ καὶ πολύτιμα ἐκκλησιαστικὰ εἴδη· ἄμφια, βιβλία καὶ κάποια χρήματα ποὺ τοῦ ἔδωσαν γιὰ τὸν λαό του. Μὲ τὰ δῶρα αὐτὰ ὁ Ὅσιος φρόντισε τοὺς πτωχοὺς ναοὺς τῆς Ἑρζεγοβίνης, τοὺς ἐνδεεῖς καὶ τοὺς ἀσθενεῖς. Ταυτόχρονα ἄρχισε νὰ ξαναχτίζει τοὺς κατεστραμμένους ναοὺς καὶ νὰ ἀνοικοδομεῖ σχολεῖα στὴν Μονὴ Τβίρντος καὶ σὲ ἄλλες ἐνορίες. Ἔτσι μὲ τοῦτο τὸν τρόπο συνέχισε τὴν παράδοση ποὺ εἶχε ἀρχίσει ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια τῶν Νεμάνια. Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ πιὸ σωστὰ καὶ πιὸ εὔκολα, πῆρε μοναχοὺς καὶ κληρικοὺς ἀπὸ τὴν Μονὴ Τβίρντος νὰ τὸν βοηθήσουν ἀλλὰ καὶ κάποιους ἄλλους κληρικούς. Ὅμως ὁ πονηρὸς διάβολος μέσῳ τῶν ἀνθρώπων, δὲν ἄφησε ἥσυχο τὸν Ὅσιο στὸ ἔργο τοῦτο. Οἱ πρώην ἐχθροί του ἀναζωπύρωσαν τὸ μίσος ποὺ εἶχαν ἐναντίον του καὶ ἀνασηκώθηκαν πάλι. Ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ ἦταν οἱ Σέρβοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν τουρκέψει καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ Οὐνίτες. Ἡ ἀκούραστη δράση τοῦ Ὁσίου καὶ ἡ ἀσταμάτητη ἱεραποστολή, εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα, νὰ αὐξήσει ἀκόμη περισσότερο τὸ μίσος καὶ τὴν βία ἐναντίον του τόσο ὥστε ἔπρεπε πάλι νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν τόπο του.
Ὄμως αὐτὴ τὴν φορὰ ὁ Ὅσιος ἀποφάσισε νὰ ταξιδέψει στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὸ περιβάλλον ἐκεῖνο τῶν Ἁγίων καὶ τῆς ἀρετῆς. Γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Μονὴ Τβίρντος μέσῳ τοῦ Νίκσιτς καὶ τῆς Ζοῦπα Νίκσιτσκα καὶ ἔφτασε στὴν Μον]\η Μόρατσα. Μετά, πέρασε ἀπὸ τὸ χωριὸ τῶν Βασογιέβιτσοι καὶ τὸ Βουδίμλιε, φτάνοντας στὴν Μονὴ Τζούρτζεβι Στούποβι (Στῦλοι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου) καὶ ἔφτασε στὸ Πατριαρχεῖο τοῦ Πέτς. Στὸ Πὲτς, τὸν δέχθηκε ὁ Πατριάρχης Παΐσιος Γιάνεβατς (1614-1647). Ὁ Ὅσιος Βασίλειος ἐνημέρωσε τὸν Πατριάρχη γιὰ τὴν δύσκολη καὶ τραγικὴ κατάσταση τῶν ὀρθοδόξων Σέρβων στὴν Ἑρζεγοβίνη καὶ τοῦ μίλησε γιὰ τὰ βάσανα τὰ ὁποῖα ὑπέφεραν ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους καθὼς καὶ γιὰ τὴν ὕπουλη δράση τῶν Λατίνων. Ὕστερα, ὁ Ὅσιος, ἐξέφρασε στὸν Πατριάρχη τὴν ἐπιθυμία του νὰ πάει στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ζήτησε τὴν εὐλογία του. Ὁ σοφὸς Πατριάρχης, ἀμέσως γνώρισε στὸ πρόσωπο τοῦ νέου ἀρχιμανδίτη μία προσωπικότητα μὲ πολλὲς ἱκανότητες καὶ πνευματικὲς ἀρετὲς καὶ θαυμάζοντας τὸ ποιμαντικὸ ἔργο τοῦ Βασιλείου, σκέφτηκε νὰ τὸν χειροτονήσει εἰς ἐπίσκοπο. Ὅμως τὸν ἄφησε νὰ φύγει πρῶτα στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ τὸν συμβούλεψε νὰ μείνει ἕνα χρονικὸ διάστημα καὶ μετὰ νὰ γυρίσει στὸ Πατριαρχεῖο τοῦ Πέτς. Ὁ Πατριάρχης χαρακτήρισε τὸν Βασίλειο ὡς εὐλογημένο καὶ ξεχωριστὸ ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει τοὺς Σέρβους Ὀρθοδόξους οἱ ὁποῖοι βρισκόταν σὲ δεινὴ θέση, ‘’ιδιαίτερα στὶς περιοχὲς τοῦ Ζαχουμίου.
Ὁ Βασίλειος ἔφτασε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔμεινε ἐκεῖ ἕνα ἔτος. Ἐπισκέφθηκε πολλὰ Μοναστήρια καὶ Σκῆτες ὅπου γνώρισε πολλοὺς ἀσκητὲς καὶ πνευματικοὺς γέροντες οἱ ὁποῖοι τὸν δίδαξαν ἀκόμα περισσότερα περὶ τὴν πνευματικὴ ζωή. Τὸ μεγαλύτερο διάστημα ἔμεινε στὸ σέρβικο Μοναστήρι τοῦ Χιλανδαρίου συναναστραφόμενος μὲ τοὺς καλόγερους ποὺ οἱ περισσότεροι καταγόταν ἀπὸ τὴν Σερβία. Μετὰ την ἐπιστοφή του ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὁ Ὅσιος Βασίλειος πέρασε πάλι ἀπὸ τὸ Πέτς. Τότε ὁ Πατριάρχης κάλεσε τοὺς ἄλλους ἀρχιερεῖς καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου τοῦ ἔτους 1638 χειροτόνησαν τὸν Βασίλειο ἐπίσκοπο γιὰ τὴν ἐπαρχία τοῦ Τρέμπηνιε μὲ ἕδρα τὴν Μονὴ Τβίρντος. Ἂν καὶ ἦταν νέος ἀκόμα –οὔτε 30 ἐτῶν- ἀξιώθηκε νὰ γίνει ἐπίσκοπος λόγῳ τῆς ὑψηλῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπὸ τὸ Πὲτς ἐπέστρεψε στὴν ἐπαρχία του στὸ Τρέμπηνιε ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο. Φτάνοντας στὸ Τβίρντος, ὁ λαὸς τὸν περίμενε μὲ πολλὴ χαρά. Ἀμέσως μὲ τὴν ἄφιξή του στὴν μητρόπολη, συνέχισε τὸ ποιμαντικὸ ἔργο τὸ ὁποῖο εἶχε ἀρχίσει νωρίτερα. Χωρὶς νὰ σκέφτεται φόβο ἢ κίνδυνο ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς ἔχθρούς, ταξίδεψε σὲ ὅλη τὴν μητρόπολη καὶ διακονοῦσε ἀσταμάτητα τὸ ποίμνιό του ὡς ἐπίσκοπος. Τὸ κύριο ὅπλο στὴν δράση του ἦταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ προσευχή. Ἡ δύναμη τῶν εὐχῶν του ἦταν τόσο μεγάλη ὥστε ἄρχισε ἀκόμα τότε νὰ κάνει θαύματα καὶ νὰ παρουσιάζει τὰ σημεῖα τῆς θείας Χάριτος καὶ θαυματουργίας. Ὁ λαὸς τὸν θεωροῦσε ὡς ἅγιο ἀκόμα τότε διότι βεβαιώθηκε γιὰ τὶς προσευχές του, τὰ θαύματα, τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ τὶς προβλέψεις του οἱ ὁποῖες ἦταν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα, δὲν πήγαινε μόνον ἐκεῖνος ἀνάμεσα στὸν λαό, ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς ἄρχισε νὰ πηγαίνει σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία του καὶ νὰ βρεῖ ὁ καθένας παρηγοριὰ στὶς δυσκολίες καὶ τοὺς περιασμοὺς ποὺ εἶχε. Ὁ ἐλεήμων Ἅγιος, βοηθοῦσε ὅλους μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς πνευματικὲς συμβουλὲς καὶ πολλὲς φορὲς μὲ ἐλεημοσύνη. Ὁ Ἅγιος κάλεσε καὶ τοὺς πλούσιους νὰ ἀσκοῦν τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τοὺς ἔδειξε τὴν σημασία τοῦ νὰ ἀνανεώνουν ναοὺς καὶ μοναστήρια. Μὲ παρόμοιο τρόπο προέτρεψε καὶ τὸν πλούσιο δωρητὴ Στέφανο Βλαδισλάβιτς, μὲ τὸν τότε ἡγούμενο τῆς Μονῆς Τβίρντος π. Βενιαμὶν νὰ ἀνακαινίσουν καὶ βελτιώσουν τὴν Μονὴ Τβίρντος στὴν ὁποία καὶ διέμενε.
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο οἱ Τοῦρκοι σκότωσαν τὸν μητροπολίτη τῆς ἀνατολικῆς Ἑρζεγοβίνης Παΐσιο Τρεμπιεσιάνιν ὁ ὁποῖος ἕδρευε στὴν πόλη τοῦ Νίκσιτς. Τότε Πατριάρχης τῶν Σέρβων στὸ Πὲτς ἦταν ὁ μακάριος Γαβριὴλ Ῥάϊτς (1648-1656) ὁ ὁποῖος στὴν συνέχεια θὰ θανατωθεῖ ὡς μάρτυρας. Αὐτὸς τότε τοποθέτησε τὸν Ὅσιο Βασίλειο, μέχρι τότε ἐπίσκοπο Ζαχουμίου, ὡς νέο μητροπολίτη τῆς χηρεύουσας μητροπόλεως, καὶ ἐξέδωσε τὸν σχετικὸ τόμο ὅπου ἔγραψε: Ἡ ταπεινότητά μου γράφει πρὸς τὴν θεόσωστη ἐπαρχία ἡ ὁποία ὀνπομάζεται: Νίκσιτς, Πλάνα, Κολασίνοβιτσι καὶ Μόρατσα, πρὸς τοὺς πανοσιολογιοτάτους ἡγουμένους, πρεσβυτέρους μοναχοὺς καὶ σὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς ὀρθοδόξους ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς εὔχομαι τὴν θεία Χάρη καὶ βοήθεια καὶ τὴν εὐλογία ὅλων τῶν Σέρβων Ἅγιων. Μὲ τοῦτο τὸν τόμο ἔδωσα τὴν εὐλογία μου καὶ ὀνομάζω τὸν κὺρ Βασίλειο νέο μητροπολίτη τῆς ἀναφερόμενης μητρόπολης, γιὰ νὰ ἀναπληρώνει τὴν θέση τοῦ μακαρίτη ἐπισκόπου Μαξίμου καὶ τοῦ μακαρίτη ἐπισκόπου Παϊσίου, αἰωνία τους ἡ μνήμη. Σᾶς παρακαλῶ νὰ δεχτεῖτε μὲ τιμὴ καὶ ἀγάπη τὸν νέο καὶ κανονικό σας μητροπολίτη καὶ νὰ σᾶς εὐλογήσει ὁ Θεὸς καὶ ἡ Παναγία καὶ ἡ Σκέπη τῆς Παναγίας νὰ σᾶς σκεπάζει ὅλους, τὶς οἰκογένειές σας, καὶ τοὺς ὀρθόδοξους οἴκους σας.
Ἡ μητρόπολη τῆς ἀνατολικῆς Ἑρζεγοβίνης λεγόταν ἐπίσης Μιλέσεβσκα ἢ Πετρόβσκα, στὴν ὁποία τώρα ἦταν ἐπίσκοπος ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ Βασίλειος. Πρόκειται γιὰ τὸ ἀνατολικὸ μέρος τῆς παλαιᾶς Μητρόπολης Ζαχουμίου.
Αὐτὸ τὸν καιρὸ οἱ Τοῦρκοι ἀκόμα πιὸ πολὺ ἄρχισαν νὰ βασανίζουν τὸν σέρβικο λαό, νὰ ληστεύουν τὰ σπίτια καὶ τὰ χωριά, νὰ βιάζουν τὶς γυναῖκες καὶ νὰ πιάνουν τοὺς ἄνδρες γιὰ σκλάβους. Στὰ βάσανα τῶν Σέρβων πρωτοστατοῦσαν οἱ φοβεροὶ Τούρκοι στρατιῶτες τοῦ Ἀλῆ-ἀγᾶ. Ἐκεῖνοι λεηλατοῦσαν τοὺς ναοὺς καὶ τὰ μοναστήρια καὶ ἐρήμωναν ὅλη τὴν περιοχή, διότι ὁ λαὸς ἀπὸ τὸν φόβο κρυβόταν στὰ δάση καὶ ἔγινε τέτοια καταστροφὴ καὶ φτώχια ποὺ δὲν τὴν εἶχαν οὔτε οἱ Ἰσραηλίτες στὴν Αἴγυπτο. Ὁ κακοποιὸς Σανζὰκ-μπέης τῆς Ἑρζεγοβίξης ἔπιασε ὅλους τοὺς γνωστοὺς καὶ προεστοὺς Σέρβους καὶ τοὺς κρέμασε στὶς πλατεῖες. Παρὰ τὸ ὅτι τοῦ ἄρεσε νὰ διαβιώνει στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Λουκᾶ στὴν Ζοῦπα τοῦ Νίκσιτς καὶ μάλιστα ἀνανέωσε ἀκόμα και τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὸ χωριὸ Πόπε κοντὰ στὴν πόλη Νίκσιτς ὅπου ἐπίσης κάποτε ἔμεινε, ὁ Ἅγιος ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν νέα ἕδρα του διότι οἱ Τοῦρκοι ἄρχισαν νὰ τὸν ταλαιπωροῦν καὶ νὰ τοῦ ἐπιβάλουν χαράτσι. Ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς κατάστασης, βρῆκε ἕνα κρυφὸ μέρος στὸ ὁποῖο ἐπιθυμοῦσε νὰ κρυφθεῖ καὶ νὰ ἀσκηθεῖ. Αὐτὸ ἦταν ἕνα σπήλαιο στὸ χωριὸ Πιέσιβτσι, στὸ βουνὸ Ζάγκορατς. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἑτοίμασε τὸ κελί του γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ μένει γιὰ πολὺ καιρό. Ἀκούγοντας γιὰ τὴν ἀπόφασην αὐτὴ τοῦ Ἁγίου, κάποιοι γνωστοὶ ἡλικιωμένοι τῆς περιοχῆς, πῆγαν στὸν Ἅγιο καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι καλύτερα θὰ ἦταν νὰ πήγαινε στὴν Μονὴ Ὄστρογκ, πρᾶγμα ποὺ ἐκεῖνος ἄμεσα τὸ ἔπραξε.
Γιὰ τὴν Μονὴ Ὄστρογκ ὁ Ἅγιος εἶχε ἀκούσει, καὶ βέβαια ἤκερε γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς Μονῆς οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν ἐκεῖ παλαιότερα, ἰδιαίτερα γιὰ τὸν γέροντα Ἡσαΐα ὁ ὁποῖος ζοῦσε ἐκεῖ καὶ ἦταν μεγάλος ἀσκητής. Αὐτὸς ὁ εὐλογημένος γέροντας ἀσκήτευε σκληρὰ σὲ ἕνα σπήλαιο λίγο πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι Ἄνω Ὄστρογκ. Ὅταν ἔφυγε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή, ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε τὰ ὀστᾶ του ὅμως οἱ Τοῦρκοι τὰ βρῆκαν ἀμέσως καὶ τὰ ἔκαψαν. Φτάνοντας στὶν Μονὴ Ὄστρογκ, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἔμεινε ἀρχικὰ χαμηλὰ στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ καὶ μετὰ ἀνέβηκε στὸ Ἄνω Ὄστρογκ. Ἐγκαταστάθηκε στὸ σπήλαιο τοῦ Ἡσαΐα. Ἀπὸ τότε καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ μέρος ἐπισκοποῦσε τὴν μητρόπολή του γιὰ τὰ ἑπόμενα 15 ὁλόκληρα χρόνια.
Στὴν Μονὴ Ὄστρογκ, γύρω ἀπὸ τὸν Ἅγιο γρήγορα μαζεύτηκε κόσμος, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ οἱ ὁποῖοι τὸν βοηθοῦσαν νὰ ξαναχτίσει τὸν ναὸ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου τὸν ὁποῖο παλαιὰ ἔχτισαν οἱ πρῶτοι ἀσκητὲς στὸ Ὄστρογκ. Λίγο μετά, ὁ ἴδιος ἔχτισε τὸν ναὸ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μέσα στὸν βράχο τοῦ Ὄστρογκ καὶ τὸν κόσμησε μὲ τοιχογραφίες. Μὲ λίγα λόγιαα, ὁ Ἅγιος προσπαθοῦσε νὰ μεταμορφώσει τὸ σπήλαιο σὲ ἕνα κανονικὸ Μοναστήρι ποὺ θὰ γινόταν φυτώριο τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ γιὰ τὰ μοναστήρια καὶ γιὰ τὸν λαό. Ὅταν μεγάλωσε ἡ ἀδελφότητα, ὁ Ἅγιος τοποθέτησε στὴν θέση τοῦ ἡγουμένου τὸν Ἡσαΐα, ἐγγονὸ τοῦ γνωστοῦ ἀσκητῆ Ἡσαΐα ἀπὸ τὸ χωριὸ Πόπε τοῦ Ὄνογοστ. Ὁ ἴδιος ἄρχισε ἀκόμη πιὸ σκληρὴ ἄσκηση, συνεχῶς ἀγωνιζόταν καὶ προχωροῦσε ἀπὸ τὸ ἕνα ἀγώνισμα στὸ ἄλλο. Παρὰ τὸ ὅτι ἦταν ὁ κτίτορας, ὁ ίδιος ἔφερνε τὶς πέτρες μὲ τὰ χέρια του καὶ ταυτόχρονα φρόντιζε γιὰ τὴν Μητρόπολη καὶ γιὰ τὸ ποίμνιό του ἀλλὰ δὲν ἐλάττωσε τὴν προσευχή, τὴν νηστεία καὶ τὴν θεολογική του σκέψη. Ἡ τροφή του ἦταν τὰ φροῦτα καὶ τὰ λαχανικὰ καὶ ἔκανε ἀμέτρητες μετάνοιες καὶ ἄλλες ἀσκήσεις τοῦ μοναχικοῦ τυπικοῦ. Τὸ σῶμά του ἦταν λεπτὸ καὶ τὸ πρόσωπο κίτρινο σὰν τὸ κερὶ ἐνῶ ὁλόκληρος ἦταν δοχεῖο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅμως ὁ Ἅγιος δὲν ἔμενε μόνο στὸ κελί του. Ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Ὄστρογκ κατέβαινε συχνὰ στὸν λαὸ ὅπου μοιραζόταν μαζί του τὰ βάσαν καὶ τὶς δυσκολίες ὡς ἀληθινὸς ποιμενάρχης του. Στὸν Ἅγιο ἐρχόταν ἄνθρωποι ἀπὸ ὅλα τὰ ἄκρα τοῦ κόσμου και μάλιστα ὄχι λίγοι ἀλλὰ πολλοί, γιὰ νὰ ζητήσουν τὴν εὐλογία καὶ τὴν σωματικὴ καὶ πνευματικὴ παρηγορία. Ἐνόσω ἀκόμα ζοῦσε σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο, ὁ λαὸς τὸν θεωροῦσε καὶ τὸν ὀνόμαζε ἅγιο καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ τὸν πλησίαζαν πολλοὶ ἄνθρωποι. Περισσότεροι αἰσθανόταν τὴν θαυματουργὴ δύναμη ποὺ εἶχε ἀπο τὸν Θεό, καὶ ἀσταμάτητα δόξαζαν τὸν Θεό. Ὁ κυνηγημένος καὶ κακόμοιρος λαὸς τῆς Ἑρζςγοβίνης, κρυβόταν μπροστὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους πηγαίνοντας στὸν Ἅγιο τοῦ Ὄστρογκ, καὶ πολλὰ παιδιὰ μὲ τοὺς ἡλικιωμένους ἔμειναν γιὰ πολὺ καιρὸ κοντὰ στὸν ἅγιο μητροπολίτη. Ὁ ἅγιος πνευματικὸς πατέρας του, ὁ μεσίτης τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πάντα φρόντιζε γιὰ τὸν λαό του καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν διπλανῶν χωριῶν τοὺς προμήθευε ἀκόμη καὶ τὴν τροφή.
Ἀπὸ τὸ ἀσκητήριο τοῦ Ὄστρογκ, ὁ Ἅγιος εἶχε συχνὴ ἐπικοινωνία καὶ ἀλληλογραφία μὲ τὸ Πατριαρχεῖο στὸ Πὲτς καὶ ὅποτε μποροῦσε τὸ ἐπισκεπτόταν. Στὴν ἀλληλογραφία του αὐτή, ἐξέφραζε συχνὰ τὰ παράπονά του γιὰ τὸ ταλαιπωρημένο καὶ κατάκοπο ποίμνιο ποὺ καθημερινὰ βίωνε τὶς δυσκολίες καὶ τὴν ἔσχατη πτωχεία. Στὰ περίχωρα τῆς Μονῆς Ὄστρογκ ζοῦσε κάποιος ἡγεμόνας λεγόμενος Ῥάϊτς μὲ τοὺς 6 γιούς του οἱ ὁποῖοι προξενοῦσαν μεγάλη βλάβη καὶ πολλὲς ἀδικίες στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὁ Ἅγιος στὴν διαθήκη του ἔγραψε τὰ ἑξῆς: Γράφω γιὰ νὰ ὑπάρχει κάποια μαρτυρία τῆς ἀλήθειας καὶ γιὰ νὰ ξέρουν οἱ χριστιανοὶ ὅτι γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα ἔζησα στὴν ἔρημο τῆς Μονῆς Ὄστρογκ. Ἐκεῖ προσέφερα ὅλον τὸν ζῆλο καὶ τὴν περιουσία μου καὶ τίποτα δὲν κράτησα, ὅλα τὰ ἔδωσα μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν χάρη τῆς Παναγίας. Μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφότητα, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ μεγάλου Θεοῦ ἀνακαινίσαμε ὅλα ὅσα ὑπάρχουν σήμερα ἐκεῖ. Ὑπῆρχαν ὅμως καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μοῦ προξένησαν ζημίες καὶ ἔκαναν δύσκολο τὸ ἔργο μου μὰ ὁ μεγάλος Θεὸς δὲν ἄφησε νὰ μείνω μόνος. Ὅ,τι γράφω τώρα, τὸ γράφω γιὰ νὰ ξέρουν οἱ λειτουργοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔρθουν στὸ μέλλον γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν ἐδῶ στὸ Μοναστήρι νὰ ὑπηρετοῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸν λαὸ ἐδῶ στὸν παγωμένο βράχο τοῦ Ὄστρογκ καὶ νὰ νοιώσουν τὴν ζέση τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ξέρετε καὶ ἐσεῖς οἱ χριστιανοὶ στὸ μέλλον.
Ἐξαιτίας τῶν συχνῶν ἀδικιῶν ποὺ διέπραττε ὁ ἡγεμόνας Ῥάϊτς καὶ λόγῳ τοῦ φθόνου τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων, ὁ Ἅγιος σκεφτόαν νὰ μετακομίσει ἀπὸ τὴν Μονὴ Ὄστρογκ σὲ κάποιο ἄλλο μέρος καὶ μὲ εἰρήνη νὰ συνεχίσει ἐκεῖ νὰ ἀσκεῖται. Σκέφτηκε νὰ πάει στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐκεῖ νὰ μείνει μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του. Ὅμως μέσα του αἰσθανόταν ὅτι αὐτοὶ οἱ πειρασμοὶ εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ τὸν παρεμποδίσει στὸ ἔργο καὶ στὴν ἄσκησή του. Ἐπιπλέον, τὸν παρακάλεσαν καὶ οἱ πλησιόχωροι γείτονες, οἱ Παυλόβιτσοι μὲ τὸν πνευματικό τους πατέρα, πρεσβύτερο Μιχαὴλ Μπόσκοβιτς γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἀφήσει μόνους χωρὶς τὴν δική του προστασία. Ὁ Ἅγιος ἀποφάσισε τελικὰ νὰ μείνει στὸ Ὄστρογκ καὶ νὰ ὑποφέρει τὶς ἀδικίες τῶν πονηρῶν. Ἀλλὰ τὸ 1667 πῆγε στὸ Πέτς, στὸν μακαριότατο Πατριάρχη Μάξιμο καὶ τοῦ εἶπε τὰ παράπονά του καὶ τὶς δυσκολίες τὶς ὁποῖες καημερινὰ ὑπέφερε ὁ λαός του. Ὁ Πατριάρχης ἔγραψε γράμμα πρὸς τὸν ἡγεμόνα Ῥάϊτς καὶ τὸν συμβούλεψε νὰ προσέξει τὰ μοναστήρια καὶ νὰ τὰ βοηθήσει καὶ ὄχι νὰ τοὺς προκαλεῖ προβλήματα, διότι ἐὰν συνεχίσει νὰ κάνει ἀδικίες, θὰ βρεθεῖ ἀναθεματισμένος.
Στὸν ἴδιο τὸν Ῥάϊτς, ὁ Ἅγιος Βασίλειος προεῖπε παλαιότερα ὅτι λόγῳ τῆς ζημίας καὶ τῆς βίαας ποὺ ἀσκοῦσε στὸ Μοναστήρι, θὰ σκοτωθοῦν ὅλοι οἱ γιοί του. Αὐτὴ ἡ προφητεία τοῦ Ἁγίου σύντομα πραγματοποιήθηκε. Τότε ὁ ἡγεμόνας, μὲ μεγάλο πόνο ψυχῆς καὶ θλίψη, προσέφυγε στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Ὁ Ἅγιος τὸν παρηγόρησε καὶ τὸν συμβούλεψε νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ μετανοήσει γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ τὶς ἁμαρτίες τῶν παιδιῶν του. Μὲ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία τοῦ εἶπε ὅτι ἂν μετανιώσει ἀληθινά, ὁ Θεὸς θὰ τοῦ δώσε πάλι ἀγόρια ποὺ θὰ γίνουν εὐλογημένοι κληρονόμοι. Αὐτὴ ἡ προφητεία σύντομα ἐπαληθεύτηκε καὶ ὁ ἡγεμόνας ἀπέκτησε πάλι παιδιά. Ἄλλες ἐπίσης προφητεῖες τοῦ Ἁγίου πραγματοποιήθηκαν στὸν καιρὸ ἀκόμα ποὺ ζοῦσε ἐδῶ στὴν γῆ καὶ πολλὰ θαύματα ἔγιναν μὲ τὶς προσευχές του.
Ἀκούραστος στὴν ἄσκηση καὶ τὶς προσευχές, στὴν νηστεία καὶ τὴν σωματικὴ ἐργασία, μέσα σὲ πολλὲς θλίψεις καὶ μὲ τὴν σκέψη στὰ οὐράνια καὶ γήινα ἀγαθὰ τοῦ ποιμνίου του, ὁ Ἅγιος τοῦ Ὄστρογκ ἔφτασε σιγὰ-σιγὰ στὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Κοιμήθηκε ἤρεμα χωρὶς πόνους καὶ δυσκολία παραδίδοντας τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, στὶς 29 Ἀπριλίου 1671 στὸ κελὶ πάνω ἀπὸ τὸ ἡσυχαστήριο τῆς Μονῆς Ὄστρογκ. Ἀπὸ τὸν βράχο κοντὰ στὸν ὁποῖο εἶχε κοιμηθεῖ ὁ Ἅγιος, σύντομα φύτρωσε ἕνα κλῆμα, παρ’ ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει μήτε μία χούφτα χῶμα. Τὴν στιγμὴ ποὺ κοιμήθηκε ὁ Ἅγιος, τὸ κελί του φωτίσθηκε μὲ ἕνα οὐράνιο φῶς. Τὸ σκήνωμά του οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς ἐνταφίασαν στὸν τάφο ὁ ὁποῖος βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὸν ναὸ τῶν Εἰσοδίων.
Ἀμέσως μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου, ὁ λαὸς ἄρχισε νὰ συῤῥέει στὸν τάφο του γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ πάρει ὁ καθένας τὴν εὐλογία του καθὼς γινόταν καὶ ἐνόσω ὁ Ἅγιος ἦταν ἐν ζωῇ. Στὸν τάφο ἄρχισαν νὰ γίνονται θαύματα τὰ ὁποῖα συνεχίσονται καὶ μέχρι σήμερα. 7 χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του, τὸ 1678 ὁ Ἅγιος ἐμφανίστηκε στὸ ὄνειρο τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ζοῦπα τοῦ Νίκσιτς π. Ῥαφαὴλ Κοσιέρεβατς καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ πάει στὴν Μονὴ Ὄστρογκ καὶ νὰ ἀνοίξει τὸν τάφο του. Ὁ ἡγούμενος δὲν ἔδωσε σημασία σὲ αὐτὸ τὸ ὄνειρο. Τὸ ἴδιο ὄνειρο ὅμως ἐπαναλήφθηκε καὶ γιὰ 2η φορὰ μὰ καὶ πάλι ὁ ἡγούμενος δὲν ἔδωσε σημασια. Τὴν 3η φορὰ ποὺ ὁ Ἅγιος θυμίαζε, πετάχτηκε ἔξω ἕνα κάρβουνο καὶ ἔκαψε τὸν ἡγούμενο στὸ πρόσωπο καὶ τὰ χέρια. Τότε ξύπνησε ἐκεῖνος καὶ μὲ μεγάλο φόβο ἐξομολογήθηκε αὐτὰ ποὺ συνέβησαν στὸ ὄνειρό του στοὺς ἄλλους πατέρες. Ἀκούγοντας αὐτά, ἑτοιμάσθηκαν καὶ πῆγαν πρὸς τὸν Ὄστρογκ. Φτάνοντας στὸ Μοναστήρι, τὰ ἐξήγησαν ὅλα στοὺς μοναχοὺς τοῦ Οστρογκ καὶ ἐπιδόθηκαν σὲ αὐστηρὴ νηστεία καθημερινά, κρατῶντας τὸν κανόνα τους καὶ κάνοντας Θεῖες Λειτουργίες. Τὴν 7η ἡμέρα θυμιάζοντας τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου τὸν ἄνοιξαν. Ἀντίκρισαν, τότε τὸν Ἅγιο μὲ λαμπρὸ σκήνωμα, δοξασμένο τὸ σῶμά του, μὲ τὸ χρῶμα τοῦ κεριοῦ καὶ μὲ οὐράνια εὐωδία. Τότε οἱ μοναχοὶ ἔβγαλαν τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ ἀφοῦ τὸ τοποθέτησαν μέσα σὲ ἕνα κιβώτιο τὸ μετέφεραν στὸν ναὸ τῶν Εἰσοδίων ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.
Ἡ εἴδηση τῆς ἐμφάνισης τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, γρήγορα ἁπλώθηκε σὲ ὅλα τὰ μέρη τοῦ ὀρθόδοξου κόσμου ὁ ὁποῖος ἀκόμα περισσότερο ἄρχισε νὰ συῤῥέει στὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν Ἅγιο. Ἀπὸ τότε μέχρι καὶ σήμερα μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γίνονται ἀσταμάτητα θαύματα στοὺς ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι προστρέχουν νὰ θεραπευτοῦν. Γιὰ προσκύνημα στὴν Μονὴ Ὄστρογκ ἔρχονταν καὶ μουσουλμάνοι οἱ ὁποῖοιθ ἐλάμβαναν τὴν παρηγοριὰ ἀπὸ τὸν Ἅγιο καὶ ἐπέστρεφαν ἱκανοποιημένοι.
Οἱ προσκυνητὲς καὶ σήμερα ἔρχονται σὲ μεγάλους ἀριθμοὺς στὸ Μοναστήρι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου γιὰ νὰ προσκύνησουν τὸν Ἅγιο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐθνικότητα καὶ τὴν θρησκεία τους. Στὸ κιβώτιο τοῦ Ἁγίου προσφέρονται προσευχὲς στὰ σέρβικα μὰ καὶ σὲ ἄλλες γλῶσσες. Πολλοὶ φέρουν τὰ παιδιά τους γιὰ νὰ τὰ βαπτίσουν στὸν Ἅγιο, καὶ πολλοὶ δίνουν τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου στὰ παιδιά τους. Ἄλλοι ἔρχονται γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ κοινωνήσουν, ἄλλοι γιὰ νὰ τοὺς διαβάσουν τὴν εὐχὴ ὑπὲρ ὑγείας καὶ σωτηρίας. Οἱ προσκυνητὲς φέρνουν καὶ πολλὰ ἀφιερώματα στὸν Ἅγιο. Τὸν Ἅγιο σέβονται καὶ σεβόταν ἀκόμα καὶ ἄθεοι καὶ μὲ μεγάλο φόβο τὸν μνημονεύυν, διότι ὅλοι ξέρουν ὅτι μὲ τὸν Ἅγιο δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀστειεύται, οὔτε ὅταν ζοῦσε ἐδῶ στὴν γῆ μὰ οὔτε καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς κανονικὲς νηστεῖες, ὁ λαὸς κάνει τάμα νὰ νηστεύσει μία ἑβδομάδα πρὶν ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου, εἶνα ἡ ἑβδομάδα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Στὸ Μαυροβούνιο οἱ ἄνθρωποι δίνουν τὸν λόγο τους καὶ ὑπόσχονται στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου ὅταν θέλουν νὰ ἀποδείξουν κάποια ἀλήθεια. Ἐπίσης, πάνω στὸ κιβώτο τοῦ Ἁγίου οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται καὶ δίνουν ὑποσχέσεις. Ὁ Ἅγιος θεραπεύει ἀνίατες ἀσθένειες, σωματικὲς καὶ ψυχικές. Τέτοιων θαυμάτων ἀπόδειξη ἔχουμε τὰ πολλὰ ὀρθοπεδικὰ βοηθητικὰ ἀντικείμενα καὶ τὰ καροτσάκια τῶν παραλύτων ἀλλὰ καὶ τὰ τάματα τὰ ὁποῖα ἀφήνουν ὡς ἀπόδειξη τῆς εὐχαριστίας τους οἱ θεραπευόμενοι.
Τὰ ταξίδια τῶν προσκυνητῶν σὲ μεγάλες ὁμάδες ἄρχισαν ἀπὸ τότε ποὺ ζοῦσε ὁ Ἅγιος καὶ ἀπὸ τὴν ἀνακομιδή του δὲν σταμάτησαν ἀκόμα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ἄλλες ἡμέρες στὶς ὁποῖες γίνονται πανηγύρεις εἶναι ἡ Πεντηκοστή, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, τοῦ Πορφήτου Ἠλιοῦ καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας. Αὐτὲς τὶς ἡμέρες στὸ Ὄστρογκ μαζεύονται πάνω ἀπὸ 75.000 ἄτομα.
Ὅπως ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε εἰρήνη ἐν ζωῇ ἀπὸ τὸν διάβολο, ἔτσι καὶ τὸ λείψανό του δὲν ἔμεινε χωρὶς πειρασμό.
Ἡ 1η φορὰ ποὺ ἀναγκάστηκαν νὰ κρύψουν τὸ λείψανο ἦταν τὸ 1714, ὅταν ὁ Νουμᾶν πασᾶς Τσούπριλιτς κυρβενοῦσε στὸ Μαυροβούνιο. Τότε οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς Ὄστρογκ, ἐνταφίασαν τὸν Ἅγιο κοντὰ στὸν ποταμὸ Ζέτα γιὰ νὰ μὴν τὸν βροῦν οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες καὶ τὸν κάψουν. Ἔτσι ἔμεινε θαμμένος γιὰ ἕνα ἔτος. Ὁ ποταμὸς πολλὲς φορὲς εἶχε πλημμυρίσει ὅμως μὲ θαῦμα τοῦ Ἁγίου, τὸ νερὸ δὲν ἄγγιξε τὸ λείψανο. Ἡ 2η φορὰ ἦταν τὸ 1852 ὅταν οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες τοῦ Ὄμερ πασᾶ περικύκλωσαν τὸ Μοναστήρι ὅπου βρισκόταν καὶ πολλοὶ λαϊκοὶ καὶ τοὺς κρατοῦσαν ἔτσι γιὰ 9 μέρες. Μόνο 30 Μαυροβούνιοι μὲ τὸν ἀρχηγό τους, Μίρκο Πέτροβιτς, τὸν πατέρα τοῦ βασιλιὰ τῦ Μαυροβουνίου, φύλαξαν τὸ Μοναστήρι καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου κατάφεραν νὰ ἐπιβιώσουν καὶ νὰ νικήσουν τοὺς πολὺ ἰσχυρότερους Τούρκους. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς οἱ Μαυροβούνιοι σήκωσαν τὸ κιβώτιο τοῦ Ἁγίου καὶ τὸ πῆραν μαζί τους στὴν πρωτεύουσα τοῦ Μαυροβουνίου στὸ Τσέτινε. Ἐκεῖ τὸ τοποθέτησαν μέσα στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, κοντὰ στὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Πέτρου τοῦ Τσέτινιε, καὶ ἔμεινε ἐκεῖ μέχρι τὴν ἄνοιξε τοῦ 1853 καὶ μετὰ ἐπέστρεψε πάλι στὸ Ὄστρογκ. Σὲ αὐτὸ τὸν πόλεμο, οἱ Τοῦρκοι λήστεψαν καὶ ἔκαψαν πολλὲς φορὲς τὸ Μοναστήρι καὶ πολλὰ ἀντικείμενα καὶ χειρόγραφα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου ἔχουν χαθεῖ. Γιὰ 3η φορά, τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκε μέσα στὸν πόλεμο τοῦ 1876-7 καὶ πάλι στὸ Τσέτινιε ὅπου παρέμεινε γιὰ 1 ἔτος καὶ ἐπέστρεψε τὸν Φλεβάρη τοῦ 1878. Τὸ 4ο ταξίδι τοῦ λειψάνου ἔγινε μετὰ τὸν πόλεμο στὴν Βοσνία καὶ Ἑρζεγοβίνη τὸ 1996, μεταφέρθηκε τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου στὸΤρέμπηνιε, στὴν γενέτειρα τοῦ Ἁγίου στὴν Ἑρζεγοβίνη. Αὐτὸ τὸ ταξίδι ἔγινε μὲ τὴν συμμετοχὴ χιλιάδων ἀνθρώπων.


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε΄ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΒΙΟΣ.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε΄ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΒΙΟΣ.

ΜΕΡΟΣ Α`, ΑΠΌ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΕΩΣ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΕΙΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ
Ἡ Ἀρκαδία εἶναι περιοχὴ ποὺ βρίσκεται στὸ μέσο τῆς Πελοποννήσου καὶ εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ὀρεινή. Σὲ αὐτὴν εἶχαν κατοικήσει ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων οἱ λεγόμενοι Ἀρκάδες[1] [ἀπὸ τὰ ἀρχέγονα φύλα αὐτῆς τῆς χερσονήσου. Μεταξὺ τῶν πολιχνίων καὶ τῶν χωριῶν τῆς εὐανδροῦ αὐτῆς Ἀρκαδίας, ξεχωρίζει ἡ κωμόπολη Δημητσάνα, ἡ ὁποία βρίσκεται στὶς πλαγιὲς τῶν Ἀροανείων Ὀρέων, δίπλα στὸν Λούσιο ποταμό, ὁ ὁποῖος ἐκβάλλει στὸν Ἀλφειὸ ποταμό. Στὴν θέση αὐτή, στὰ ἀρχαῖα χρόνια ὑπῆρχε εἴτε ἡ πόλη Θεισόα, εἴτε κάποια ἄλλη ἀρχαία γειτονικὴ πόλη.
Ἀπὸ τὶς σωζόμενες ἱστορικὲς παραδόσεις φαίνεται, πὼς ἡ Δημητσάνα ἦταν κέντρο τῆς τοπικῆς βιομηχανίας, ὡς καὶ ἄλλων τεχνῶν μὲ ἄξιος τεχνίτες. Περὶ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰώνα, δύο κάτοικοι αὐτῆς, μαθήτευσαν στὴν ἀξιόλογη Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης. Ἵδρυσαν λοιπὸν στὴν πατρίδα τους –ὡς τύπο καὶ ὑπόδειγμα αὐτῆς- τὴν Σχολὴ τῆς Δημητσάνας[2], ἡ ὁποία καὶ ἔγινε τὸ ἀνώτατο διδασκαλεῖο τῆς Πελοποννήσου καὶ χάρη σὲ αὐτήν, διαδόθηκε πάρα πολὺ τὸ φῶς τῆς παιδείας, ὄχι μόνο στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ στὸ ἐξωτερικό.
Ἡ κωμόπολη τῆς Δημητσάνας, καυχᾶται ὡς πατρίδα πολλῶν Ἀρχιερέων, Ἀρχιεπισκόπων, Πατριαρχῶν, Διδασκάλων, ἰατρῶν, πολιτικῶν, ὡς καὶ ἄλλων ἐνδόξων ἀνδρῶν. Σήμερα δὲ [μέσα 19ου αἰῶνος], κατοικεῖται ἀπὸ 1000 περίπου οἰκογένειες, κτηματιῶν, ἐμπόρων, μεταπρατῶν, βιομηχάνων, βοσκῶν καὶ γεωργῶν. Διαπρέπουν σὲ αὐτὴν καὶ λόγιοι ἄνδρες, ἐξαιρετικῆς μόρφωσης, οἱ ὁποῖοι καὶ κοσμοῦν τὶς διάφορες τάξεις τῶν συμπολιτῶν.
Αὐτῆς τῆς κωμόπολης ἔνδοξο γέννημα καὶ θρέμμα, ὑπῆρξε ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μαρτυρικὸ θάνατο στὴν ἔναρξη τῆς ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἱεροῦ ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων, καὶ μὲ αὐτὸ τρόπο τὸν τρόπο τίμησε τὴν Ἐκκλησία. Αὐτοῦ τὴν βιογραφία καὶ συντάσσουμε.
Γεννήθηκε τὸ 1745. Ὁ πατέρας τοῦ ὀνομαζόταν Ἰωάννης Ἀγγελόπουλος, ἡ μητέρα του Ἀσημίνα Παναγιωτοπούλου, καὶ ὁ ἴδιος βαπτίσθηκε Γεώργιος.
Στὴν πατρίδα του, ἔμαθε τὰ πρῶτα ἐγκύκλια γράμματα, ὡς καὶ τὶς ἀπαρχὲς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ἀπὸ τὸν θείου του καὶ νονὸ τοῦ Μελέτιο Ἱερομόναχο, ὡς καὶ ἀπὸ ἕτερον διδάσκαλον τῆς Δημητσάνης, τὸν Ἀθανάσιο ἱερομόναχο τὸν Ρουσόπουλον. Τὸ 1765, σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν, ποθώντας νὰ μάθει τὰ Ἱερὰ γράμματα, μετέβη μαζὶ μὲ τὸν δάσκαλο τοῦ Ρουσόπουλο στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ μαθήτευσε γιὰ δύο σχεδὸν χρόνια δίπλα στὸν τότε πολυμαθῆ δάσκαλο τῶν Ἀθηνῶν Δημήτριο τὸν Βόδα.
Ὁ δάσκαλος τοῦ Γεωργίου, Ρουσόπουλος, μὲ παράκληση τῶν Ἀθηναίων, ἔμεινε στὴν Ἀθήνα, διδάσκοντας στὴν Σχολή, μέχρι ποὺ ἐκοιμήθη, τὸ 1780. Στὸ μεταξύ, ὁ Γεώργιος, τὸ 1767 μετέβη στὴν Σμύρνη.
Ὁ Γεώργιος, φτάνοντας στὴν Σμύρνη, ἔμεινε δίπλα σὲ ἄλλον θεῖο του, Μελέτιον καὶ αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ διακόνημα τοῦ Ἐκκλησιάρχου στὴν ἐκκλησία. Διακονοῦσε τὸν θεῖο του καὶ ταυτόχρονα παρακολουθοῦσε τὰ μαθήματα τῆς περίφημης τότε Εὐαγγελικῆς Σχολῆς. Ἔπειτα, πῆγε στὶς Στροφάδες νήσους [κοντὰ στὴν Ζάκυνθο], ὅπου καὶ μένοντας γιὰ λίγο σὲ κάποιο μονύδριο, ἐνδύθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα, μετονομαζόμενος σὲ Γρηγόριο. Ἀπὸ ἐκεῖ, πῆγε στὴν Πάτμο, ὅπου καὶ μαθήτευσε δίπλα στὸν Δανιὴλ τὸν Κεραμέα, ὅπου μὲ ἐνδελέχεια καὶ ἐπιμέλεια μάθαινε τοὺς λόγους τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης σοφίας.
Ὅταν βρισκόταν στὴν Σμύρνη, εἶχε γνωριστεῖ μὲ τὸν μητροπολίτη αὐτῆς Προκόπιο [Πελοποννήσιος καὶ αὐτός]. Ἐκεῖνος, μαθαίνοντας γιὰ τοὺς τρόπους τοῦ Γρηγορίου, τὴν χρηστότητά του καὶ τὴν κατὰ Θεὸν ζωή του, προσκάλεσε αὐτόν, ὅταν τελείωσε τὶς σπουδές του στὴν Σχολὴ τῆς Πάτμου, στὴν Σμύρνη, καὶ τὸν προχειρίζει Ἀρχιδιάκονο.
Στὸ μεταξύ, ἐκείνη τὴν περίοδο στὴν Πελοπόννησο ἐπικρατοῦσε μεγάλη ἀνωμαλία καὶ ταραχή, ἐξαιτίας τῶν γεγονότων τοῦ 1770. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Γρηγόριος, μεταφέρει στὴν Σμύρνη τοὺς γέρους γονεῖς τοῦ [τοὺς ὁποίους καὶ γηροκόμησε ἕως τῆς κοιμήσεώς τους], ὡς καὶ τὸν ἀδελφό του Παναγιώτη[3] καὶ τὶς δύο ἀδελφές του Ἄννα καὶ Ἑξακουστὴ[4].
Ὁ Γρηγόριος, ἀφοῦ ἔλαβε τοὺς κανονισμένους βαθμοὺς τῆς ἱεροσύνης, πῆγε στὴν πατρίδα τοῦ καθὼς ποθοῦσε νὰ δεῖ τὸ γενέθλιο ἔδαφος καὶ τοὺς ἐκεῖ ἐναπομείναντες συγγενεῖς του. Στὴν Δημητσάνα, σχολάρχης τῆς περίφημης Σχολῆς τῆς ἦταν ὁ μικρὸς Ἀγάπιος Παπαντωνόπουλος τότε. Οἰκοδόμησε ὁ Γρηγόριος μὲ δικά του ἔξοδα ὀκτὼ εὐρύχωρα δωμάτια, ὥστε νὰ μένουν δωρεὰν οἱ ξένοι ἄποροι μαθητές. Ἀπὸ ἐκεῖ μετέβηκε κατ’ ἐντολὴν τοῦ Μητροπολίτου Προκοπίου στὴν πατρίδα αὐτοῦ, στὰ Σαμπάζικα τῆς Καλαμάτας, ὥστε νὰ στεφανώσει κάποιον ἀνεψιό του.
Ἀφοῦ ἐκπλήρωσε τὴν ἐντολὴ αὐτὴ τοῦ Μητροπολίτη, ἐπέστρεψε στὴν Δημητσάνα καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ἀναχώρησε γιὰ τὴν Σμύρνη[5].
Τὸ 1784, ὁ Σμύρνης Προκόπιος ἔγινε Πατριάρχης. Παράλληλα, ὁ ἡγεμόνας Ὑψηλάντης, πρότεινε στὴν Σύνοδο πρὸς πλήρωση τῆς χηρευούσης Μητροπόλεως Σμύρνης, κάποιον Ἱερομόναχο Ναθαναήλ, λόγιον, διδάσκαλο τῆς οἰκίας του. Ἀλλά, ὁ Προκόπιος, ὅταν ἐνθρονίστηκε, ἐπαίνεσε τὸν Ναθαναὴλ καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε πρὸς θὰ χειροτονηθεῖ Μητροπολίτης στὴν πρώτη ἐπαρχία ποὺ θὰ κενωθεῖ. Ὅμως, γιὰ τὴν Μητρόπολη Σμύρνης, πρότεινε στὴν Σύνοδο τὸν Γρηγόριον, βεβαιώνοντάς τους γιὰ τὴν παιδεία καὶ τὴν ἀρετή του, ὡς καὶ γιὰ τὴν ὑπόληψη καὶ ἀγάπη ποὺ τρέφουν οἱ κάτοικοι τῆς Σμύρνης πρὸς τὸ πρόσωπό του. Γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ Σύνοδος ὁμόφωνα ἀποφάσισε καὶ ἐξέλεξε τὸν Γρηγόριο Μητροπολίτη Σμύρνης –ἅμα καὶ διάδοχό του Προκοπίου- καὶ τὸν κάλεσε νὰ ἔλθει εἰς τὴν Πόλη. Οἱ δὲ Σμυρναῖοι, ὅταν ἄκουσαν πὼς νέος Μητροπολίτης τους θὰ ἦταν ὁ Γρηγόριος, χαρῆκαν καὶ τὸν προϋπάντησαν πάνδημα, κατὰ τὴν ἐνθρόνισή του.
Ἡ ἐπὶ 13 χρόνια ποιμαντορία του, ὄχι μόνο δικαίωσε τὶς ἐλπίδες τῶν Σμυρναίων, ἀλλὰ καὶ ὑπερέβη αὐτές. Τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων μαρτυροῦν τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα καὶ ἀναφέρονται κάτωθι.
Κατὰ πρῶτον, δὲν παρέλειπε συνεχῶς νὰ κηρύττει τὸν Θεῖο Λόγο. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στενοχωριόταν ποὺ οἱ ναοὶ τόσο στὴν Σμύρνη ὅσο καὶ στὰ χωριὰ ἦταν πολὺ λίγοι καὶ προσπάθησε αὐτὸ νὰ τὸ ἀλλάξει. Ὑπῆρχαν πολλὲς καὶ ἀνυπέρβλητες δυσκολίες, οἱ ὁποῖες ἐμπόδιζαν τοὺς Σμυρναίους νὰ οἰκοδομήσουν ἐκκλησίες. Ὅμως ὁ Γρηγόριος, γεμάτος ἀπὸ ζῆλος, ἀναβίωσε αὐτὸν τὸν ἀγώνα. Ἀρχικά, μὲ βάση ἑνὸς προνομίου τὸ ὁποῖο διδόταν στοὺς Ἐπισκόπους ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴ ἐξουσία, συνέστησε σὲ 2 χωριά, μικροὺς εὐκτήριους οἴκους, τοὺς ὁποίους ἔπειτα μὲ ἐπιτηδειότητα καὶ φρονίμως τοὺς μετέτρεψε σὲ εὐρύχωρους ναούς. Στὴν Σμύρνη, μόνο μία Ἐκκλησία καλὴ καὶ ἀποπερατωμένη ὑπῆρχε, αὐτῆς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ἡ ὁποία ὅμως ἦταν στενάχωρη, σεσαθρωμένη καὶ ἡ στέγη τῆς κατὰ τὸ πλεῖστον ἦταν ἀπὸ κερόπανο, ὥστε οἱ ἐκκλησιαζόμενοι νὰ βρέχονταν τὸν χειμώνα. Αὐτὴν τὴν Ἐκκλησία, ὁ Γρηγόριος, μὲ δυνατοὺς πόνους καὶ μὲ τὴν βοηθεία πλουσίων καὶ δυνατῶν ὁμογενῶν της Κωνσταντινούπολης, ἐκ βάθρων ἀνέγειρε λαμπρὰ καὶ μεγάλη, ὥστε νὰ θαυμάζεται ἀπὸ ὅλους.
Οἱ κληρικοί, σύρονταν στοὺς δρόμους τῆς πόλης, προκειμένου νὰ πληρώσουν τὸ χαράτσι. Ὁ Γρηγόριος, μὴ ἀνεχόμενος νὰ βλέπει αὐτὸ τὸν διασυρμό, ἀπάλλαξε αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση νὰ πληρώνουν τὸν βίαιο αὐτὸ δασμό, συμφωνήσας νὰ πληρώνεται ἀπὸ τοῦ κοινοῦ της πόλεως ὁρισμένη ποσότητα γιὰ τὸν κεφαλικὸ φόρο ὅλων τῶν κληρικῶν.
Ἐπειδή, ὡς συμβαίνει παντοῦ καὶ πάντοτε, πολλοὶ Ὀρθόδοξοι, ἔχοντες μεταξύ τους διαφορές, πήγαιναν στὰ δικαστήρια καὶ πολλὲς φορὲς ζημιώνονταν, αὐτό, ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὸ ἔφερε βαρέως. Γιὰ αὐτὸ λοιπόν, προσκαλοῦσε πολλάκις τοὺς ἀντίδικους καὶ τοὺς ἐνουθέτησε, λέγοντάς τους νὰ εἶναι διαλλακτικοὶ μεταξύ τους. Τοὺς εἰρήνευε, τοὺς συμβίβαζε ἀποδίδοντας στὸν καθένα τὸ δίκαιο, καὶ ἔτσι, στὴν πειστικὴ καὶ ἤρεμη φωνὴ τοῦ εἰρήνευαν τὰ πλήθη καὶ περαιώνονταν οἱ μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων διαφορές.
Ἀξιομνημόνευτο δέ, εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς ἔργο τοῦ ἀοίδιμου, τὸ ὁποῖο ἀποδεικνύει τὸν Εὐαγγελικό του χαρακτήρα. Κάποτε, στὴν Σμύρνη, στὴν κοινότητα τῶν χριστιανῶν, ἐπῆλθε ἔριδα. Ὁ δὲ Μητροπολίτης, προσπαθώντας νὰ συμβιβάσει τὰ ἀντιμαχόμενα μέρη, ὑποστήριξε τὴν πλευρὰ ἐκείνη ἡ ὁποία εἶχε τὸ ἄδικο. Συνειδητοποιώντας μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ παράπτωμά του, ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς Ἐκκλησίας, μιλώντας γιὰ τὴν ὁμόνοια, κατέβηκε: «φορώντας τὴν ἀρχιερατική του στολή, μὲ ταπεινότητα, μὲ συντετριμμένη καρδία καὶ κλαίγοντας, ὁμολογεῖ τὸ παράπτωμά του, πέφτει στὸ πάτωμα, καὶ ζητεῖ ἀπὸ ὅλους νὰ τὸν συγχωρήσουν»[6].
Αὐτές, ἀλλὰ καὶ ἄλλες πολλὲς ἦταν οἱ ἀγαθὲς πράξεις του καὶ τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα φανέρωναν τὴν ἀρετή του, κατὰ τὴν διάρκεια τῶν 13 χρόνων ποιμαντορίας του στὴν Σμύρνη.
Ἐπὶ Πατριαρχείας Γερασίμου τοῦ Γ´ τοῦ ἀπὸ Δερκῶν, κλήθηκε τὸ 1798 νὰ γίνει συνοδικός. Γιὰ αὐτὸ καὶ μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη ἀφήνοντας στὴν θέση τοῦ τὸν ἐνάρετο ἐφημέριο Λεόντιο. Ἐκείνη τὴν περίοδο, ὡς διατάχθηκε, ἐγκαινίασε τὸν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Πρίγκιπα Ὑψηλάντη ἀνεγερθέντα ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. Οὗτος, εὑρίσκεται στὴν τότε ἀκμάζουσα Ἑλληνοεμπορικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης, δίπλα σὲ αὐτὸν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος εἶχε οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὸν προτελευταῖο Αὐτοκράτορα τῆς Βασιλεύουσας, Παλαιολόγον.
Μετὰ ἀπὸ σύντομο σχετικὰ διάστημα ἐπέστρεψε στὴν ἕδρα του.
Ὅταν παραιτήθηκε ὁ Πατριάρχης Γεράσιμος ὁ Γ´, μὲ ὁμόφωνη ψῆφο τῆς Συνόδου, ὁ ἀπὸ Σμύρνης Γρηγόριος ὁ Ε´. Αὐτὸς λοιπόν, ἔγινε ἄξιος διάδοχος τοῦ ὁμώνυμού του Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τῶν ἄλλων θείων Πατέρων ποὺ κόσμησαν τὸν Πατριαρχικὸ Θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης.
Πρὶν ὅμως προβοῦμε στὴν ἀναφορὰ τῶν πράξεων τοῦ κατὰ τὴν Πατριαρχεῖα του, ἂς σημειώσουμε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο κάποια λίγα σχετικὰ μὲ τὸν σωματικὸ καὶ ἠθικό του χαρακτήρα, ὥστε καὶ αὐτὰ νὰ συμβάλλουν στὴν διάγνωση τῆς ἀξίας του.
Ὁ Γρηγόριος, ἦταν ψηλὸς στὸν ἀνάστημα, ἰσχνὸς στὸ σῶμα, γλαυκὸς στοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ταυτόχρονα μαῦροι κύκλοι στεφάνων περιέτρεχαν τὴν κόρη του. Τὸ βλέμμα τοῦ ἦταν γοργὸ καὶ ὀξὺ καὶ ταυτόχρονα ἔλαμπε, φανερώνοντας τὸ γοργὸ καὶ γρήγορο τῆς διάνοιάς του, ὥστε οἱ ἐκκλησιαστικές του πράξεις νὰ ἦταν ἐνεργὲς καὶ δραστήριες.
Τὰ ἐνδύματα τοῦ ἦταν καθαρά, ἀλλὰ καὶ λιτὰ καὶ πὼς αὐτὸ προέτρεπε καὶ τοὺς κληρικούς του, ἐπιλέγοντας τὸ Εὐαγγελικό: «Ἰδοὺ οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν Βασιλέων εἰσίν».
Ἦταν ὀλιγαρκὴς στὴν τροφή του καὶ ἀσκητικὸς ὅταν ἔτρωγε μόνος του. «Ὄτε δὲ ξένους ἢ ἄλλους γνωστοὺς εἰστία, λαμπρᾶν τὴν τράπεζαν παρετίθη, μόλις αὐτὸς ἀπογευόμενος τῶν ποικίλων φαγητῶν, ἴνα μὴ φανῆ νηστευτὴς αὐτὸς μεταξὺ τῶν ἐστιωμένων».
Καιόμενος ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν θεία ἀγάπη, ὑπῆρξε ἀκάματος καὶ στὸν ἱερὸ ἀγώνα τῆς προσευχῆς. Τὸ ἑσπέρας, μετὰ τὴν κοινὴ ἀνάγνωση τοῦ Ἀποδείπνου, ἀναχωροῦσε γιὰ τὸν μικρὸ αὐτοῦ κοιτώνα, ὅπου ἀφιερωνόταν ὥρα πολλὴ στὴν νοερὰ προσευχή, μιλώντας μόνος μόνω τὸν Θεό. Ἔπειτα, ξεκουραζόταν γιὰ λίγο καὶ πάλι «μεσονύκτιον ἐξηγείρετο», [κατὰ τὸν Προφήτη], «τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι Κυρίου». Καὶ πάλι, κοιμόταν γιὰ λίγο καὶ μετὰ «προέφθανε» τὸν Ὄρθρο, μελετώντας καὶ ἀπαγγέλλοντας τὰ λόγια του Θεοῦ καὶ μαζὶ μὲ τοὺς περὶ αὐτοῦ τελείωνε τὴν ἐκκλησιαστικὴ Ἀκολουθία. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας, κάθε φόρα ποὺ ἔμενε μόνος του, «ἦρε τοὺς ὀφθαλμούς του πρὸς τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῶ».
Τὴν προσευχὴ ἑπομένως εἶχε γιὰ τροφὴ καὶ εὐχαρίστηση τῆς φιλόθεης ψυχῆς του καὶ ὁδηγὸ στὰ καθημερινὰ πρακτικὰ ζητήματα, ὡς καὶ σύντροφό του στοὺς ἀγώνας τῶν πατριαρχικῶν μερίμνων.
Ταπεινὸς στὴν καρδία, παρηγοροῦσε καὶ ἀγκαλίαζε ὅλους τους θλιβομένους, ἀκόμα καὶ αὐτοὺς ποὺ βρισκόταν στὸν πάτο τῆς κοσμικῆς κοινωνίας. Κάθε φόρα ποὺ ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα γιὰ ἔμπρακτη βοήθεια, κανένας δὲν ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν ἀπαρηγόρητος, εἴτε διὰ ἔργου, εἴτε διὰ λόγου.
Εἰρηνικός, πράος καὶ ὑπομονετικὸς ἐργάτης τῆς ἀρετῆς ἦταν, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ζηλωτὴς καὶ ὀξύθυμος κατὰ Θεὸν ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε. Ἀνυπόκριτος καὶ ἀκέραιος ἦταν ὡς τὸ περιστέρι, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ φρόνιμος σὰν τὸ φίδι [ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο], ὥστε νὰ διατηρεῖται ἄτρωτο τὸ κεφάλαιο τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς τόσο τοῦ ἰδίου, ὅσο καὶ τοῦ πλησίον. Ἀμνησίκακος καὶ πρόθυμος πρὸς συγχώρηση, ἐπιεικὴς καὶ ἤπιος πρὸς τὰ τοῦ πλησίον, ἀλλὰ αὐστηρὸς δικαστὴς τῶν δικῶν τοῦ σφαλμάτων. Ἄκαμπτος καὶ ἀνένδοτος πρὸς ἄνομες ἀπαιτήσεις καὶ ἀτρόμητος ὑπερασπιστὴς τοῦ δικαίου. «Ἀργυρίου ἢ χρυσίου, ἢ ἱματισμοῦ, οὐδενὸς ἐπεθύμει», μιμούμενος κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν Ἀπόστολον. Ἀφιλάργυρος κὰ ἀφιλοχρήματος. Ὄχι μόνο δὲν κρατοῦσε χρήματα γιὰ τὸν ἑαυτό του, οὔτε εἶχε βαλάντιο, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ μετρᾶ τὰ ἀργύρια ἤξερε. Ἐπειδὴ δὲν γνώριζε τὴν τιμὴ τῶν τρεχόντων νομισμάτων, ὅταν ἤθελε νὰ συγκεντρώσει μεγάλη ποσότητα χρημάτων, μπερδευόταν στὸ μέτρημα καὶ πάντοτε ἔβγαινε λάθος ὁ λογαριασμός. Ἔτσι ὁ μακάριος, τὸν παρὰ πολλοὺς πολυζήτητον πλοῦτον περιφρονώντας «οὔτε ἐν λόγω εἶχεν, οὒτ’ ἐν ἀριθμῶ».
Τὸ δὲ ταμεῖο τοῦ Πατριαρχείου τὸ κατεῖχε ὁ πιστός του Ἀρχιδιάκονος, ὁ ὁποῖος ἀστειευόμενος ἔλεγε ὅτι σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀρχαῖο Σιμωνίδη, ἐκεῖνος δύο κιβώτια εἶχε, τὸ ἕνα εἶχε χρήματα καὶ ἦταν πάντα γεμάτο καὶ τὸ ἄλλο τὶς ἀρετὲς καὶ τὸ ὁποῖο τὸ ἔβρισκε πάντοτε ἀδειανό. Ὁ δὲ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ἕνα εἶχε κιβώτιο τὸ ὁποῖο περιεῖχε καὶ τὰ χρήματα καὶ τὶς ἀρετές. Καὶ τὸ κιβώτιο ἦταν γεμάτο ἀπὸ ἀρετές, πάντοτε ὅμως ἄδειο ἀπὸ τὰ χρήματα. Ὅσα εἰσοδήματα μαζεύονταν κατὰ καιρούς, αὐτὰ ὅλα, πλὴν τῶν ἀναγκαίων γιὰ τὴν λειτουργία καὶ συντήρηση τοῦ Πατριαρχείου, τὰ διαμοίραζε στὰ ὀρφανὰ καὶ στοὺς πτωχούς. Χῆρες, γέροντες, χωλοί, τυφλοί, ἀνάπηροι, ἔτρεχαν συνέχεια στὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἐλάμβαναν ἀπὸ τὸν Ἀρχιδιάκονο τὴν ἀνάλογη βοήθεια. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ φιλόπτωχο κιβώτιο ἂν καὶ γεμάτο ἀπὸ τὶς οὐράνιες ἀρετές, ἔμενε ἄδειο ἀπὸ χρήματα, κάποτε ὁ Ἀρχιδιάκονος ρώτησε τὸν Πατριάρχη τί νὰ πράξει μὴ ἔχοντας χρήματα. Καὶ ἐκεῖνος ὀργισμένος τοῦ εἶπε: «Πήγαινε, δανείσου, τί περιμένεις;». Ἐπειδὴ ὁ ἀρχιδιάκονος ντρεπόταν νὰ πράξει αὐτό, κουνώντας ὁ Πατριάρχης τὸ κεφάλι του, τοῦ εἶπε: «Ἀλίμονο, ντρέπεσαι ὅπως φαίνεται νὰ ζητήσεις δάνειο, ὥστε μὲ τὸ δάνειο αὐτὸ νὰ δανείσεις τὸν Θεό. Δὲν ξέρεις ὅτι, αὐτὸς ποῦ ἐλεεῖ πτωχό, δανείζει τὸν Θεό;».
Ἄλλοτε δὲ πάλιν, προσῆλθε κάποια πτωχὴ χήρα μαζὶ μὲ τὴν κόρη της, ἡ ὁποία ἦταν ἕτοιμη γιὰ νὰ παντρευτεῖ καὶ κλαίγοντας, ἔλεγε ὅτι βρέθηκε γαμπρός, ἀλλὰ ζητοῦσε προίκα. Τότε, σηκώθηκε ὁ Πατριάρχης καὶ τῆς ἔδωσε μία πολύτιμη ζώνη τὴν ὁποία εἶχε στείλει πρὸς αὐτὸν ἀπὸ εὐλάβεια ἕνας ἄρχοντας. Ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ πολύτιμα δῶρα ποὺ τοῦ πρόσφεραν σὲ ἔνδειξης τιμῆς σὲ αὐτόν, γίνονταν κληρονομιὰ τῶν πτωχῶν. Φρόντιζε δὲ ἰδιαιτέρως γιὰ τὶς νέες κόρες καὶ χῆρες ποὺ λόγω τῆς πτώχειας τοὺς κινδύνευαν νὰ πέσουν στὸ βάραθρο τῆς ἀτιμίας.
Καὶ ἔτσι, ἐκπλήρωνε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν Κυριακάτικη ἐντολή, ἡ ὁποία λέει πὼς νὰ δίνεις σὲ κάθε ἕνα πού σου ζητάει, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀνάλογη διάκριση, ἀποβλέποντας, ὄχι πρὸς τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ πρὸς τὶς ἑκάστοτε ἀνάγκες καὶ περιστάσεις. Ἀπόδειξη τούτου εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς ἄγνωστο περιστατικό. Συνέστησε κάποτε στὸν Πατριάρχη ὁ δευτερανεψίος του, κάποιον φτωχὸ συγγενῆ. Αὐτός, διέταξε νὰ δοθοῦν σὲ αὐτὸν ὅσα δίνονταν συνήθως καὶ στοὺς ἄλλους. Ὅταν ὁ ἀνεψιός του, τοῦ ὑπενθύμισε τὴν συγγένεια, ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Λησμόνησες ὅτι ὁ Πατριάρχης ὀφείλει νὰ εἶναι πατέρας ὅλων τῶν χριστιανῶν καὶ νὰ μὴν προτιμάει τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς του. «Ὅλους του πτωχοὺς καὶ ταπεινοὺς καὶ ἐλάχιστους ὀνόμασε ὁ Κύριος ἀδελφούς Του».» Ἀλλὰ ἂς μὴ μακρύνουμε τὸν λόγο, ἀναφέροντας καὶ ἄλλα περιστατικὰ ἀπὸ τὴν ζωή του. Ἐπισυνάπτουμε μόνο τὴν κάτωθι σύντομη, ὡραία καὶ περιεκτικὴ περιγραφή: «Τὸ σεμνὸ καὶ αὐστηρό του ἤθους, ἡ λιτὴ δίαιτα, ἡ ταπεινὴ στολή, τὸ ἀφιλάργυρο τοῦ τρόπου του, ὁ πρὸς τὴν πίστιν ἔνθερμος ζῆλος, ἡ περὶ τὴν κοσμιότητα τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀδυσώπητος ὀξυδέρκεια, ὁ ὀξυτάτη περὶ τὰ ἔργα δραστηριότης, τὸ ὀξύθυμον καὶ ραγδαῖον, καὶ πρὸς τοὺς κινδύνους καταφρονητικόν, αἳ ἄκαμπτοι αὐτοῦ ἰδέαι καὶ ἡ ἀνένδοτος περὶ τὰ καλὰ καὶ ἀτρόμητος πεισμονὴ ἀπεδείκνυον σεβαστὸν καὶ φοβερὸν τὸν Γρηγόριον.»[7]
Ἀλλά, ἂς δοῦμε καὶ μερικὰ ἀπὸ τὰ σημαντικότερα γεγονότα τῆς τριπλῆς Πατριαρχείας του.

[1] Οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγαν τοὺς Ἀρκάδες Βαλανηφάγους, καθὼς ἦταν οἱ πρῶτοι ποὺ ἔσπειραν στὴν Πελοπόννησο καρπὸ πρὸς τροφή.
[2] Γιὰ περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὴν Σχολὴ τῆς Δημητσάνης, βλέπε τὸ βιβλίο τοῦ ἀξιότιμου καθηγητῆ κ. Εὐθυμίου Καστόρχη, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1847.
[3] Αὐτός, παντρεύτηκε στὴν Σμύρνη τὴν Αἰκατερίνη Τύμπα, ἡ ὁποία ἀνῆκε σὲ γνωστὴ καὶ ἐνάρετη οἰκογένεια, ἡ ὁποία εἶχε μετοικήσει ἀπὸ τὸ Τύρναβο τῆς Λαρίσης. Ἀφοῦ ὑπόλαβε κάθε τιμὴ καὶ ὑπόληψη, ὁ Παναγιώτης, ἀπέθανε σὲ βαθὺ γῆρας τὸ 1830. Υἱοὶ αὐτοῦ –καὶ κατ’ ἐπέκτασιν καὶ ἀνεψιοὶ τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ἐ´- ἦταν οἱ Ἰωάννης καὶ Γεώργιος Ἀγγελόπουλος. Ὁ πρῶτος, ὑπηρέτησε στὸν Βασιλικὸ Στρατὸ τῆς Ἑλλάδος ὡς ἴλαρχος. Ὁ ἕτερος, ἐμπορευόταν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν ἀρετή του. Μεγαλύτερος ἀδελφὸς αὐτῶν ἦταν ὁ Δημήτριος, ὁ ὁποῖος σπούδασε καὶ στὴν Βιέννη, καὶ ἔγινε κάτοχός της Ἑλληνικῆς καὶ Εὐρωπαϊκῆς παιδείας. Αὐτὸν εἶχε μαζί του ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης κατὰ τὴν Γ´ Πατριαρχεῖα του, ἕως καὶ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Φυλακίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ ὡς ἐκ θαύματος διασώθηκε, δραπετεύοντας ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ κρυφὰ ἔφυγε στὴν Ἑλλάδα, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη στὴν Σύρο τὸ 1826.
[4] Ἡ Ἄννα, παντρεύτηκε τὸν Ἰωάννη Ἀγγελόπουλο, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὰ Λαγγάδια τῆς Καρύταινας τῆς Ἀρκαδίας. Μία κόρη της, παντρεύτηκε τὸν ἐκ Σμύρνης Ἰωάννη Παπαδόπουλο, ἔμπορο διακρινόμενο γιὰ τὴν τιμιότητα καὶ τὴν εὐγένειά του. Εἰς ἀδελφὸς αὐτοῦ, ὁ Γεώργιος, ὑπηρετοῦσε στὴν Ἑλλάδα ὡς μοίραρχος τῆς Βασιλικῆς Χωροφυλακῆς.
Ἡ ἕτερη ἀδελφή του Γρηγορίου, ἡ Ἑξακουστή, παντρεύτηκε τὸν Ἰωάννη Καρυτινό. Ἐγγονὸς αὐτῆς, ἀπὸ κόρη, ἦταν ὁ Δανιήλ, τὸν ὁποῖο εἶχε μαζί του ὁ Γρηγόριος κατὰ τὴν Β´ Πατριαρχεῖα του. Ὁ Δανιήλ, εἶχε τὸ τάλαντο τῆς ρητορείας, ἀλλὰ ταυτόχρονα κοσμούταν καὶ ἀπὸ τὴν θεία ἀρετή. Ἀκολούθησε τὸν ἀοίδιμο στὸ Ἅγιο Ὅρος, κατὰ τὴν δεύτερη ἐξουσία αὐτοῦ. Ὁ Γρηγόριος, κατὰ τὴν Γ´ Πατριαρχεῖα του, τὸν χειροτόνησε τὸ 1819 μητροπολίτη Τριπόλεως. Αὐτός, ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς πέντε Ἀρχιερεῖς, τοὺς ὁποίους ὁ Πασὰς τῆς Πελοποννήσου φυλάκισε στὶς ἀρχὲς τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1821, μαζὶ μὲ ἄλλους προεστοὺς καὶ ἄρχοντες, κρατώντας τους ὡς ἐνέχυρα, καθὼς ἀπὸ διάφορα γεγονότα καὶ σημεῖα εἶχε ὑποπτευτεῖ τὴν ἔναρξη τῆς ἐπαναστάσεως. Ὅταν ἡ Τρίπολη ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες τὸ 1822, ἐξῆλθαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ οἱ ἐπιζήσαντες φυλακισμένοι. Ἢς ἐξ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ ἀοίδιμος Δανιήλ, ἡ ἀρετὴ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ζῆλος του, ἔλαμψε κὰθ´ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἐπαναστάσεως, μέχρι καὶ τὸ 1832 ὅπου καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω.
Ἕτερος ἀνεψιὸς τοῦ Πατριάρχου Γρηγόριου, ὑπῆρξε ὁ Διονύσιος, τὸν ὁποῖον χειροτόνησε Μητροπολίτη Ἀθηνῶν, κατὰ τὴν Β´ Πατριαρχεῖα αὐτοῦ. Ἦταν καὶ αὐτὸς γνωστὸς γιὰ τὴν ἀρετή του. Ἐκοιμήθη τὸ 1823 καὶ ἐτάφη στὴν Ἀθήνα.
Αὐτὰ σχετικὰ γιὰ τοὺς συγγενεῖς του Ἁγίου Γρηγορίου κατὰ παρέκβαση. Ἀλλά, ὅπως ἔλεγε κάποιος σοφός: «Ἀνδρῶν ἀγαθῶν. καὶ οἱ φίλοι ζηλωταὶ καὶ οἱ ἐκ γένους προσήκοντες».
[5] Τότε, ἐπὶ τῆς Πρωτοσυγκελίας του, ἀπέδωσε στὴν καθομιλουμένη γλώσσα ὁ Γρηγόριος καὶ τοὺς περὶ Ἱεροσύνης Λόγους τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκδόθηκαν στὴν Βενετία τὸ 1782. [Βλέπε Μαθὰ Κατάλογος Πατριαρχῶν, σέλ. 263].
[6] Βλέπε: Οἶκον. Ἐπιταφ. Λόγον, § η´.
[7] Βλέπε Μαθά. Κατάλογος Πατριαρχῶν, σέλ. 263

ΜΕΡΟΣ Β`.  Α` ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ.
Ὅταν ἀνῆλθε στὸν πατριαρχικὸν θρόνου, ἔστρεψε παντοῦ τὸ διορατικό του βλέμμα, ὥστε νὰ δεῖ Τίς παροῦσες ἀνάγκες τῆς ἐμπιστευθείσης σὲ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Κύριον Ἐκκλησίας. Καὶ πρῶτα, παρατήρησε ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο ἦταν σεσαθρωμένο καθὼς εἶχε ἀνοικοδομηθεῖ πρὶν ἀπὸ 100 περίπου χρόνια [τὸ 1716] ἀπὸ τὸν τότε Πατριάρχη Ἱερεμία, καθὼς εἶχε καεῖ ἀπὸ μεγάλη πυρκαγιὰ τὸ 1707 ἢ 1710. Προσπάθησε ἑπομένως νὰ ἀνακαινίσει καὶ νὰ ἀνεγείρει τὸ Πατριαρχεῖο, προβάλλοντας πρὸς τοῦτο βούλευμα στὴν Ἱερὰ Σύνοδο. Κάποιοι ὅμως ἀπὸ τοὺς Συνοδικοὺς Ἀρχιερεῖς, ναὶ μὲν ὁμολογοῦσαν ὅτι ὄντως ἦταν ἀναγκαία μία τέτοια ἐνέργεια, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως δίσταζαν νὰ συγκαταθέσουν καθὼς φοβοῦνταν γιὰ τὸ ὑπέρογκο ὕψος ποὺ θὰ ἔφτανε ἡ δαπάνη. Τότε ὁ Πατριάρχης τοὺς εἶπε: « Σωστὰ ἀδελφοὶ σκέφτεστε γιὰ τὰ ἀναγκαία γιὰ τὴν οἰκοδομή, καθὼς «Ὅποιος θέλει νὰ οἰκοδομήσει πύργο, πρέπει πρῶτα νὰ καθίσει νὰ ὑπολογίσει τὴν δαπάνη ἀλλὰ καὶ πόσα ἔχει ἢ μπορεῖ νὰ μαζέψει». Αὐτὸν τὸν ὑπολογισμὸ ἔκανα καὶ ἐγὼ ἀδελφοὶ ὅπως καὶ ἐσεῖς, καὶ βρῆκα πόρους, ὥστε ὄχι μόνο νὰ φτάσουν ἀλλὰ καὶ νὰ περισσέψουν». Καὶ παίρνοντας χαρτί, ἔγραψε πόσα δίνει ἐκεῖνος, ἱκανὴ ποσότητα χρημάτων, ὅπως καὶ κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς παρόντες Ἀρχιερεῖς. Ἀπέστειλε δὲ καὶ πρὸς Τίς ἐπαρχίες αὐτῶν ἐγκυκλίους, ὅπου προσκαλοῦσε νὰ συνδράμουν καὶ Ἀρχιερεῖς, καὶ Ἱερεῖς καὶ Διάκονοι καὶ μοναστήρια. Καὶ συνείσφερε κάθε ἕνας ὅσο μποροῦσε. Συγκεντρώθηκε λοιπὸν ἀρκετὴ ποσότητα χρημάτων καὶ ἀνοικοδομήθηκε ἐκ βάθρων τὸ Πατριαρχεῖο, μετὰ τῶν γύρω κελιῶν καὶ εὐρύχωρο, ὅσο ἡ τοποθεσία ἐπέτρεπε. Περισσευσαν δὲ καὶ χρήματα τὰ ὁποῖα δόθηκαν ἄλλα κοινωφελῆ ἔργα.
Δεύτερο κατόρθωμα τῆς μεγαλονοίας τοῦ Πατριάρχου μετὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ Πατριαρχείου ἦταν ἡ ἵδρυση τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἑλληνικοῦ Τυπογραφείου. Ἐπειδὴ ὅμως προέβλεπε ὅτι πολὺ δύσκολα θὰ τοῦ ἔδινε ἄδεια γιὰ αὐτὸ ἡ Ὀθωμανικὴ Ἐξουσία, τὸ δικαιολόγησε προβάλλοντας τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ συσταθεῖ Τυπογραφεῖο ὅπου θὰ τυπώνονται τὰ διάφορα θρησκευτικὰ βιβλία καὶ θὰ ἐπιβλέπεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Θὰ πάψει ἑπομένως νὰ τυπώνονται αὐτὰ –ὅπως γίνεται μέχρι σήμερα- σὲ διάφορα μέρη τῆς Εὐρώπης ὅπου μπορεῖ νὰ νοθεύονται καὶ ἑπομένως νὰ δύναται νὰ συμβοῦν σκάνδαλα καὶ ταραχὲς μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ὑπηκόων τοῦ Ὀθωμανικοῦ κράτους[1]. Σὲ αὐτὴ τὴν δίκαιη καὶ συνετὴ αἴτηση τοῦ Πατριάρχη συγκατατέθηκε ἡ κυβέρνηση. Ἔτσι ἱδρύθηκε καὶ βελτιωνόταν συνεχῶς τὸ Ἑλληνικὸ Τυπογραφεῖο. Καὶ εἶδε πάλι ἡ βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη Ἑλληνικὸ Τυπογραφεῖο, ὕστερα ἀπὸ 200 ἔτη ὅταν καὶ τὸ πρῶτο εἶχε καταστραφεῖ[2]. Σὲ αὐτὸ τυπώνονταν ἐκκλησιαστικὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα καὶ λογοκρίνονταν ἀπὸ τοὺς ὁρισμένους ἀπὸ τὸν Πατριάρχη. Κατασκευάσθηκε δὲ καὶ σφραγίδα, ἡ ὁποία ἔμπαινε στὰ βιβλία, φέρουσα δικέφαλο ἀετὸ καὶ τὰ ἀρχικὰ στοιχεῖα τοῦ ὀνόματος τοῦ ἑκάστοτε Πατριάρχη καὶ κυκλικὰ τὴν ἐπιγραφὴ «Πατριαρχικὸν Τυπογραφεῖον» καὶ τὸ ἔτος τῆς Πατριαρχείας.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὲς Τίς πρῶτες πράξεις, οἱ ὁποῖες καὶ ἀπεδείκνυαν τὸ μεγαλεπήβολό του ἀνδρός, ἀσχολήθηκε σχετικὰ μὲ τὴν ἀπαραίτητη τήρηση καὶ φυλακὴ τῆς ἀκρίβειας τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων. Καὶ Συνοδικὸ Τόμο συνέταξε καὶ συχνὰ ἐξέδιδε ἐπιστολὲς καὶ ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς ὑπὸ τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον Ἀρχιερεῖς, διατάζοντας τὴν κανονικὴ διοίκηση τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀπαγόρευσε νὰ χειροτονοῦνται Ἀρχιερεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν τὴν κατάλληλη ἡλικία καὶ ἀξιοσύνη. Περιόρισε Τίς περιττὲς καὶ αὐθαίρετες χειροτονίες τῶν ἱερέων, θεσπίζοντας νὰ μὴν χειροτονοῦνται χωρὶς νὰ ὑπάρχουν κενὲς θέσεις στὶς ἐκκλησίες, καὶ οὔτε δίχως προηγούμενη δοκιμασία. Ἐπίσης, τοὺς ἀπαγόρευσε στὸ νὰ ἐξέρχονται ἀπὸ τὸν τόπο τοὺς χωρὶς δικαιολογημένη αἰτία καὶ ἄδεια τοῦ οἰκείου Ἀρχιερέως. Ἀπαγόρευσε δὲ στοὺς κληρικοὺς νὰ ἀναμιγνύονται στὰ κοσμικὰ καὶ στοὺς κοσμικοὺς νὰ ἀναμιγνύονται στὰ ἐκκλησιαστικά.
Διὰ εἰδικῶν ἐγκυκλίων πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς, τοὺς προέτρεψε νὰ τηροῦν ἐπακριβῶς τοὺς ἱεροὺς κανόνες σχετικὰ μὲ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου καὶ νὰ μὴν δίδουν εὔκολα καὶ μὲ προχειρότητα διαζύγια [μόνο ἂν ἀποδεικνυόμενη αἰτία ἀπαιτοῦσε τὴν λύση τοῦ γάμου]. Ἀντίθετα, νὰ προσπαθοῦν ὅσο γίνεται περισσότερο νὰ φέρουν σὲ μία διαλλακτικότητα τοὺς ἀντιπαρατεθέμενους συζύγους μὲ συχνὲς συμβουλὲς καὶ νουθεσίες, καὶ ἐξαφανίζοντας Τίς παράλογες αἰτίες τῆς διχόνοιάς τους.
Ἀκόλουθα, εἰσήγαγε αὐστηρὴ τάξη, στὰ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ μοναστήρια, τὰ ὁποῖα βρίσκονταν σὲ πολλὴ ἀνωμαλία` καὶ σιγίλια ἐξέδωσε σὲ αὐτὰ καὶ καταγράφηκαν κατὰ τὴν τάξη στὸν Κώδικα τῆς Ἐκκλησίας. Διέταξε δέ, νὰ δίδουν τὰ μοναστήρια ἐτησίως ἕνα χρηματικὸ ποσὸ ἀνάλογό της κατάστασής τους, στὸ κοινὸ ταμεῖο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἐφρόντιζε δὲ μετὰ ζήλου νὰ ἀνεγείρονται ἢ νὰ ἀνακαινίζονται Ἐκκλησίες κατὰ τόπους, μὲ ἄδεια τῆς Ἐξουσίας καὶ συνεργεῖα τῶν τότε ἰσχυρῶν ὁμογενῶν.
Καὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς τρόπους φρόντιζε γιὰ τὸν κλῆρο ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος.
Κατὰ τὸ 1798, διέσωσε ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τὴν περιοχὴ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Ἐκείνη τὴν περιοχή, τὰ Ἑπτάνησα τὰ κατεῖχαν οἱ Γάλλοι. Αὐτοί, ἔστειλαν κήρυκες ἐλευθερίες στὴν Πρέβεζα καὶ τὰ παράλια της Ἄρτας, ἐρεθίζοντας τοὺς πιὸ ἀνόητους προκειμένου νὰ ἐναντιωθοῦν στὴν Ὀθωμανικὴ ἐξουσία, φορώντας σὲ κάποιους ἐξ’ αὐτῶν καὶ τὸ παράσημο τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας [κονκάρδα]. Τὰ ἔμαθε αὐτὰ ὁ γειτονικὸς Πασὰς τῶν Ἰωαννίνων Ἀλὴς καὶ τὰ καταγγέλλει στὴν Ὑψηλὴ Πύλη ὡς ἀποστασία καὶ διαθέτει τὸν ἑαυτό του ὡς αὐτόκλητο καὶ πρόθυμο νὰ σωφρονίσει τοὺς ἀτακτοῦντες. Ἡ δὲ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνηση, γνωρίζοντας τοὺς φιλαρχικοὺς σκοποὺς τοῦ τυράννου, διέταξε αὐτὸν νὰ μὴν προβεῖ σὲ καμμία ἐνέργεια καὶ παράλληλα ἑτοιμαζόταν νὰ στείλει ἄλλον Πασὰ μὲ πολυάριθμο στρατὸ στὴν Ἀμβρακία γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν τάξη. Μαθαίνοντας αὐτὸ ὁ Γρηγόριο ἀπὸ ὁμογενεῖς καὶ προτρεπόμενος ἀπὸ αὐτούς, ἔγραψε ἀναφορὰ πρὸς τὴν Πύλη, μεσιτεύοντας καὶ παρακαλώντας ὥστε νὰ διορισθεῖ ἡ Ἐκκλησία ὥστε νὰ καταπαύσει
Τίς λεγόμενες ταραχές, Τίς ὁποῖες ἐκεῖνος θεωροῦσε ὑποψίες ἕνεκα τῆς γαλλικῆς γειτονίας. Εὐχαρίστως δέχτηκε ἡ Πύλη τὴν μεσιτεία τοῦ Πατριάρχη. Ἀμέσως ὁ ἀείμνηστος ἐπέλεξε τὸν Πρωτοσύγκελο τοῦ Ἰωαννίκιο τὸν Βυζάντιο, ἄνδρα ἄριστος καὶ γνωστὸς γιὰ τὴν φρόνηση καὶ τὴν παιδεία του καὶ τὸν στέλνει ὡς ἔξαρχό του στὴν Ἄρτα μὲ τὰ προσήκοντα γράμματα. Ἀμέσως ἐκεῖνος ἔφυγε καὶ ἀφοῦ τὰ οἰκονόμησε ὅλα μὲ σύνεση καὶ ἐπιστρέφοντας, ἔφερε ἰλάμι [ἀναφορὰ] τοῦ Μολᾶ [Κριτοῦ] τῆς Ἄρτας, ὁ ὁποῖος διαβεβαίωνε ὅτι σὲ ἐκείνους τοὺς τόπους ἐπικρατεῖ ἄκρα ἡσυχία καὶ κανένας φόβος ταραχῆς. Ἐπίσης, καὶ πάνδημους ἀναφορὲς τῶν λαῶν οἱ ὁποῖοι διαβεβαίωναν τὴν πιστή τους ὑπακοὴ στὴν Ὑψηλὴ Πύλη. Αὐτὰ ἔδωσε ὁ Πατριάρχης στὴν Πύλη, ἡ ὁποία καὶ πληροφορήθηκε τὴν ἀταραξία τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ διασκορπίσθηκαν σὰν καπνὸς οἱ διαβολὲς τοῦ Ἀλῆ. Ἔτσι, ἡ Ἀμβρακία ἀπηλλάγη ἀπὸ τοῦ ἐπικρεμασθέντος φοβεροῦ κινδύνου νὰ ἐκστρατεύσουν οἱ Ὀθωμανοὶ ἐναντίον τους, μὲ ὅ,τι δεινὰ αὐτὸ θὰ ἐπέφερε[3].
Μετέπειτα δὲ συνέβηκε καὶ τὸ ἑξῆς. Κάποιος Παρθένιος, διάκονος, λόγιος ἄνθρωπος καὶ γνώστης τῶν Εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν, πῆγε στὴν Ἐλασσόνα μετὰ συστατικῶν γραμμάτων, δῆθεν ὡς περιηγητὴς καὶ μένοντας στὴν Μητρόπολη, ἔγινε Ἀρχιδιάκονος τοῦ Ἐλασσόνας Παρθενίου, μένοντας ἐκεῖ γιὰ ἕνα ἔτος. Ἔπειτα, ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ παρουσιάστηκε στὸν Πατριάρχη καὶ τὴν Σύνοδο, τοὺς ἔδειξε πλαστὴ παραίτηση τοῦ Ἐλασσόνας, ὄχι ὅμως πρὸς τὴν Σύνοδο ἀλλὰ πρὸς ἐκεῖνον, σφραγισμένη μὲ τὴν σφραγίδα τοῦ Μητροπολίτη. Ἐπειδὴ ὅμως πῆρε τὴν ἀπάντηση ὅτι μία τέτοια προσωπικὴ παρέμβαση ἀντιβαίνει τῶν θείων κανόνων, ἀνεχώρησε, παρατώντας καὶ τὸ πλαστὸ ἐκεῖνο ἔγγραφό της παραίτησης. Ὕστερα ἀπὸ ἕναν μήνα, παρουσιάστηκε πάλι στὴν Σύνοδο, φέρνοντας ἀναφορὰ τῶν Ἐλασσονιτῶν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία ἀνήγγελλε τὴν κοίμηση τοῦ γέροντος Ἀρχιερέα τους. Ταυτόχρονα, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ παλατιοῦ, προσκόμισε ἀναφορὰ καὶ διάταγμα τῆς ἀδελφῆς του Σουλτάνου, τὸ ὁποῖο διέταζε τὸν Πατριάρχη νὰ ὁρίσει νέο Μητροπολίτη Ἐλασσόνας μόνο τὸν Παρθένιο. Ὁ δὲ Πατριάρχης, ἀφοῦ δέχτηκε μὲ τὴν προσήκουσα τιμὴ τὸ διάταγμα καὶ τὸν κομιστὴ τὸν ἔβαλε νὰ καθίσει δίπλα του καὶ τοῦ πρόσφερε Τίς ἀπαραίτητες φιλοφρονήσεις, διέταξε τὸν διάκονο νὰ βγεῖ γιὰ λίγο ἐκτός της οἰκίας, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ὑπηρέτη τοῦ παλατιοῦ: «Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἐγκληματίας καὶ εἶναι ἀδύνατον σύμφωνα μὲ τὸ θρήσκευμά μας νὰ γίνει Ἀρχιερέας». Ἀμέσως μετά, ἀνήγγειλε ἐγγράφως τὸ γεγονὸς στὸν Ἀρχισατράπη καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα συνεδρίασε ἡ Σύνοδος καὶ χειροτονήθηκε Ἐλασσόνας ὁ προειρημένος Πρωτοσύγκελος Ἰωαννίκιος. Βιαστικὰ ἔγιναν ὅλα αὐτά, ἐπειδὴ ὁ Γρηγόριος φοβόταν μήπως ἐπαναληφθεῖ ἡ διαταγὴ καὶ τότε θὰ ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ ἀρνηθεῖ ἢ νὰ βρεῖ προφάσεις. Χειροτόνησε δὲ τὸν Ἰωαννίκιος, ἐπειδὴ θεώρησε ὅτι ἡ ἀναφορὰ τῶν Ἐλασσονιτῶν περὶ ἀποδημίας τοῦ Μητροπολίτου τοὺς ἦταν γνήσια` ὅμως, μετὰ ἀπὸ 15 μέρες λαμβάνει ἐπιστολὴ τοῦ γέροντος Ἐλασσόνας, μὲ τὴν ὁποία ἀπέστειλε Τίς συνηθισμένες προσφορὲς στὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι λοιπόν, ὁ Ἰωαννίκιος, γιὰ 3 μῆνες ἔμεινε Ἀρχιερέας δίχως Ἐπισκοπῆ. Μετὰ ἀπὸ 3 μῆνες, ἐκοιμήθη πραγματικὰ ὁ Ἐλασσόνας καὶ ἀπῆλθε αὐτὸς στὴν ἐκ Θεοῦ λαχοῦσα ἐπαρχία του. Ὁ δὲ πλαστογράφος, καθὼς ἀπέτυχε, ἐξαφανίστηκε.
Πολλοὶ Ἀρχιερεῖς, ἀντὶ νὰ ποιμαίνουν Τίς ἐπαρχίες τους, διέτριβαν στὴν Κωνσταντινούπολη. Αὐτοὺς ὁ Γρηγόριος τοὺς ἔστειλε στὶς Μητροπόλεις του καὶ ἐξ αὐτῶν ἀκόμα καὶ ἔγκριτους. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο φάνηκε βαρὺς καὶ τυραννικὸς καὶ μάλιστα δυσαρέστησε καὶ κάποιους ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς πολίτες, οἱ ὁποῖοι θεώρησαν ὅτι ἔπρεπε μὲ ποιὸ ἤπιο τρόπο καὶ σὲ βάθος χρόνου νὰ προβεῖ σὲ μία τέτοια ἐνέργεια. Ἀλλὰ αὐτός, ἤθελε νὰ καταστήσει ἀμέσως ὅλους παρομοίους ἑαυτοῦ, γιὰ αὐτὸ καὶ πολλοὺς ἐκνεύριζε. Ἐκοιμήθη ἐκείνη τὴν περίοδο καὶ ὁ Ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας Γεώργιος ὁ Χαντζερής, ὁ ὁποῖος σφόδρα τὸν τιμοῦσε, τὸν σεβόταν καὶ τὸν προστάτευε. Εὐκαιρίας λοιπὸν δοθείσης, συκοφαντήθηκε ὁ Γρηγόριος στὴν Ὑψηλὴ Πύλη ὡς ἄνθρωπος βίαιος καὶ ἀνίκανος νὰ διατηρήσει τὴν ἑνότητα τοῦ ποιμνίου του [ὡς ἔγραφε τὸ Βεζυρικὸ διάταγμα] καὶ ἐξορίζεται στὸν Ἄθωνα. Εἶχε πατριαρχεύσει 1 χρόνο καὶ 6 μῆνες.
Ἀλλὰ καὶ τί ἔγινε, γιὰ αὐτὸ τὸ διαμάντι τῆς ἀρετῆς; Μήπως στενοχωρήθηκε, ἢ μήπως θίχτηκε ὁ ἐγωϊσμός του; Καθόλου. Χαῖρον καὶ ἀγαλλόμενος, διέπλευσε τὰ κύματα τῆς θάλασσας καὶ μὲ εὐχαρίστηση δεχόταν τὸν ἑπόμενο σταθμὸ ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσε ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ. Καὶ συνέχισε τὰ πνευματικά του γυμνάσματα, εὐχόμενος ὑπὲρ τῶν συκοφαντῶν του καὶ ἀναλογιζόμενος τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος μακάρισε ἐκείνους ποὺ διώκονται ἐξαιτίας Αὐτοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἐρχόμενος στὸ Ἁγιώνυμο Ὅρος, ἐπέλεξε νὰ κατοικήσει στὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων. Κατοικοῦσε ἐνίοτε καὶ στὴν Λαύρα, ἀπολαμβάνοντας πανταχοῦ τὴν εὐχαρίστηση τῶν πνευματικῶν ἀγώνων. Κήρυττε συνεχῶς καὶ τὸν θεῖον λόγον τῆς ἀληθείας καὶ Τίς ἐνίοτε προστριβὲς στὰ μοναστήρια ἐπέλυε, τύπος γενόμενος καὶ ὑπογραμμὸς τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Κηρύττουν καὶ μέχρι σήμερα οἱ Ἁγιορεῖτες καὶ θὰ κηρύττουν στὸν αἰώνα τὸν ἅπαντα τὴν ὁσιότητα τῆς πολιτείας τοῦ Πατριάρχη, τὸν ὁποῖο ὡς κοινὸ πατέρα καὶ διδάσκαλο σέβονται. Ἀλλά, καὶ αὐτοὶ οἱ κατὰ καιροὺς ἐρχόμενοι προσκυνητές, τὸ θεωροῦσαν ὡς ἅγιο ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ[4].
Διαμένοντας, καθὼς προείπαμε, στὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων, δὲν παρέβλεπε νὰ ἐπισκέπτεται καὶ Τίς ἄλλες μονὲς τοῦ Ἄθωνα. Μία φορὰ τοῦ ἔτους, ἐπισκεπτόταν καὶ Τίς 10 Σκῆτες. Καὶ συζητοῦσε μετὰ τῶν πατέρων γιὰ τὴν ἀνώτατη φιλοσοφία καὶ συναγωνιζόταν αὐτοὺς στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ συμπροσευχόταν, συνεκκλησιαζόταν, συναγρυπνοῦσε καὶ συνεμείγνυε τὰ γλυκὰ δάκρυα τῆς κατάνυξης καὶ τῆς συντριβῆς τῆς καρδιᾶς. Ὁποία ἔλλειψη ἔβρισκε, τὴν παρατηροῦσε καὶ σημείωνε τὴν διόρθωση` προσέφερε δὲ καὶ γιὰ τοὺς πτωχοὺς ὅλα τὰ χρήματα ποὺ τοῦ περίσσευαν τόσο ἀπὸ τὴν πενιχρὴ διατροφὴ ποὺ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν Μεγάλη του Χριστοῦ Ἐκκλησία ὡς συνηθιζόταν [500 γρόσια τὸ μήνα], ὅσο καὶ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔστελνε ἡ εὐγνωμοσύνη αὐτῶν ποὺ εἶχαν εὐεργετηθεῖ ἀπὸ τὸν Γρηγόριο κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Πατριαρχείας του.
Κάπως ἔτσι πέρασε ἡ ἑξαετής του Πατριάρχου φαινομενικὴ ἐξορία. Στὴν πραγματικότητα ὅμως ἦταν μετοίκηση ἐπίσημη καὶ εὐφρόσυνη, ἔνδοξη μετάβαση νικηφόρου ἀγωνιστῆ ἀπὸ πανήγυρη σὲ πανήγυρη, ἀπὸ τὰ Ὀλύμπια στὰ Ἴσθμια.
[1] Βλέπε Ἱστορία Κούμ., Τόμος 12, σέλ. 508.
[2] Πρῶτος ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ὁ Α` ὁ Λούκαρης ἵδρυσε στὴν Κωνσταντινούπολη Ἑλληνικὸ Τυπογραφεῖο κατὰ τὸ 1624 ὑπὸ τὴν ἐπιστασία τοῦ μοναχοῦ Γρηγορίου Κερκυραίου Μεταξὰ καὶ ἐξέδιδε τὰ ἀναγκαία της εὐσεβοῦς διδασκαλίας βιβλία, ἀναιρώντας ὅσα κακόδοξα βιβλία διασκόρπιζαν ἄφθονα καὶ δωρεὰν οἱ Ἰησουΐτες. Αὐτοί, βλέποντες ὅτι ὁ Πατριάρχης ἦταν μεγάλος πολέμιος του, τὸν συκοφάντησαν στὴν Ὀθωμανικὴ Ἐξουσία, ὡς ὑβριστὴ τῆς Μωαμεθανικῆς θρησκείας καὶ παρουσίασαν σὰν ἀπόδειξη Κατηχητικὸ Σύγγραμμα τοῦ Πατριάρχου, τὸ ὁποῖο εἶχε ἐκδώσει στὸ Λονδίνο, πρὶν γίνει Πατριάρχης. Αὐτὸ τὸ βιβλίο ὑποστήριξαν οἱ Ἰησουΐτες, πῶς τὸ εἶχε ἐκδώσει πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ ἀπὸ τὸ Τυπογραφεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης. Παροργίζεται τότε ἡ ἐξουσία κατὰ τοῦ Κυρίλλου καὶ ἔστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι κατεδάφισαν τὸ Τυπογραφεῖο καὶ μετέτρεψαν τὰ βιβλία σὲ σκόνη. Μόλις κατάφερε καὶ διέφυγε ὁ τοπογράφος Μεταξὰς καὶ μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη κατέφυγαν στὴν οἰκεία του Βέλγου Πρέσβη, ὁ ὁποῖος μεσολάβησε καὶ παρέμεινε στὸν θρόνο τοῦ ὁ Κύριλλος. [Βλέπε ἐκτενέστερα στὸν Μαθά, Κατάλογος Πατριαρχῶν, σέλ. 193]. Καὶ ἔτσι δὲν ξαναφάνηκε Ἑλληνικὸ Τυπογραφεῖο στὴν Κωνσταντινούπολη. Μόνο τὸ 1756, ἐπὶ Πατριαρχείας Κυρίλλου τοῦ Ε`, ἐκδόθηκε τὸ «Ραντισμοῦ Στηλίτευσις», ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Ἀρμένικο Τυπογραφεῖο, τὸ ὁποῖο ἐξέδιδε Ἀρμένικα βιβλία, ἐπιστατοῦντος κάποιου Βοόζη. Εἶχε ὅμως καὶ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες, οἱ ὁποῖοι σώζονταν μέχρι τὸ 1788. Ἐκεῖ, ἐκδόθηκαν ἀπὸ τὸν Σαμουὴλ τὸ 1768 οἱ θεσπισμένες «Διαταγὲς Γάμων» [ἀπὸ τὸν Παναγιώτη Κυριακίδη τὸν Βυζαντινό, χωρὶς ὅμως νὰ ἀναφέρεται ὁ τόπος ἐκδόσεως.
[3] Βλέπε Μαθά, Κατάλογος Πατριαρχῶν, σέλ. 266.
[4] Βλέπε Ἱστορία Κούμα. Τόμος 12. Σέλ. 629.

ΜΕΡΟΣ Γ`.  Β` ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ.
Μετὰ ἀπὸ 6 χρόνια, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1806, παραιτήθηκε ὁ πατριάρχης Καλλίνικος καὶ ἀνακλήθηκε ὁ Γρηγόριος. Μὲ δάκρυα, οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοὶ καὶ ἀσκητὲς τὸν ἀποχαιρέτησαν, τὸν ὑποδέχτηκε ὅμως ἡ Βασιλεύουσα Πόλη, καὶ εἰσέρχεται πάλι στὸ θέατρο τῶν Πνευματικῶν ἀγώνων μὲ περισσότερο ζῆλο ἀπὸ πρίν.
Καὶ πρῶτον, παρακάλεσε τοὺς Συνοδικοὺς Ἀρχιερεῖς, νὰ πηγαίνουν προθύμως στὶς διατεταγμένες συνάξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἂν κάποιοι ἐμποδίζονταν γιὰ λόγους ἀνωτέρας βίας νὰ στέλνουν Τίς ἀπόψεις τοὺς γραπτῶς, ὥστε νὰ μὴν ἐμποδίζεται ἡ λήψη ἀποφάσεων.
Ὅποτε δέ, κάποιο ἰσχυρὸ πρόσωπο τοῦ ζητοῦσε νὰ πράξει κάτι τὸ ἄδικο, μειδίαζε καὶ ἀντὶ ἄλλης ἀπάντησης τοῦ ἔδειχνε τὸ κλειδὶ τοῦ κελιοῦ του στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε στὸν Ἄθωνα, ὑποδηλώνοντας ὅτι προτιμοῦσε νὰ ἐξοριστεῖ ξανά, παρὰ νὰ παραβεῖ τοὺς ἱεροὺς κανόνες.
Στὴν περιοχὴ Ξηρὸ-Κρήνη [Κουροὺτ-Τζεσμέ], βρῆκε τὴν νεοϊδρυθεῖσα Μεγάλη καὶ κοινωφελῆ του Γένους Σχολή, καὶ πολλάκις πήγαινε καὶ εὐλογοῦσε καὶ ἐνίσχυε τοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς δασκάλους. Ἔστελνε δὲ καὶ ἐγκυκλίους σὲ διάφορες ἐπαρχίες καὶ πόλεις, προτρέποντας νὰ συστήνονται καὶ ἐκεῖ νέα σχολεῖα καὶ νὰ βελτιώνονται τὰ ὑπάρχοντα[1]. Ἀλλὰ κὰ γιὰ ἄλλα πράγματα ἔστελνε ἐγκυκλίους στοὺς κατὰ τόπους Ἀρχιερεῖς. Ὅπως καὶ στοὺς καθηγούμενους τῶν μοναστηριῶν, ὑπενθυμίζοντάς τους, τοὺς περὶ τὴν μοναδικὴ πολιτεία διατεταγμένους ὅρους καὶ κανόνες τῶν Ἁγίων Συνόδων. Ἀπαγόρευσε δὲ καὶ συνοδικῶς νὰ χειροτονοῦνται Ἀρχιερεῖς ἀπὸ ἄλλους, ἐπικαλούμενοι ἁπλῶς τὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχη.
Τὸ 1767, ὁ τότε Πατριάρχης Σαμουὴλ ὁ Α`, ἐξέδωσε λόγο ἐναντίον τοῦ ἐθίμου τοῦ τραχώματος[2] –ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἦταν καὶ οἱ προμνημονευθεῖσες «Διαταγὲς Γάμου»- καὶ ἀφόριζε ὅσους ἐμπλέκονταν σὲ αὐτὴ τὴν διαδικασία. Ἐπειδὴ ὅμως, τὸ ἔθιμο συνέχιζε νὰ ἦταν ἰσχυρό, μὲ ἀποτέλεσμα πολλοὶ θέλοντας καὶ μὴ ἀναγκάζονταν νὰ ἐμπλακοῦν σὲ αὐτὴν τὴν διαδικασία, ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος μετὰ τῶν Συνοδικῶν, ἔλυσε τὸν ὡς ἄνω ἀφορισμό. Ἀπαγόρευσε ὅμως τὴν κατάχρηση καὶ τὴν ἐκ πλεονεξίας ὑπέρβαση τοῦ τραχώματος, τὸ ὁποῖο εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, πολλὲς φορὲς οἱ γονεῖς ποὺ εἶχαν κόρη νὰ γίνονται φτωχοί, καὶ παράλληλα νὰ ἀδικοῦνταν καὶ τὰ ἄλλα παιδιά τους, ἂν εἶχαν.
Διέταξε δὲ καὶ τοὺς ὅρους τῆς ἐφορίας, ποὺ οἱ ἐνδημοῦντες Ἀρχιερεῖς φορολογοῦσαν τοὺς ἔξω διαμένοντας στὶς ἐπαρχίες τους, ἐπιστατοῦντες πρὸς τὴν Ἐκκλησία αὐτῶν Τίς ἀναφορὲς σχετικὰ μὲ τὰ προσπίπτοντα περιστατικά. Ἐπιπλέον, ἐπειδὴ κάποιοι ἀπὸ τοὺς νεοχειροτονημένους Ἀρχιερεῖς, μέλλοντες νὰ ἀπέλθουν στὶς ἐπαρχίες τοὺς δανείζονταν χρήματα, θέσπισε πρὸς τέτοια δάνεια δὲν ἀναγνωρίζει ἡ Ἐκκλησία. Ἂν δέ, κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς κοιμηθοῦν προτοῦ ἐξοφλήσουν τὰ δάνειά τους, ζημιώνονται οἱ δανειστὲς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν δικαίωμα, οὔτε καὶ σὲ ὅτι εἶχε ὁ κεκοιμημένος, τὰ ὁποία καὶ ἀνῆκαν στὴν Μητρόπολη αὐτοῦ.
Δὲν μποροῦμε νὰ παραλείψουμε, πῶς ὅλους τους ναοὺς τῆς Βασιλεύουσας, εἴτε αὐτοὺς ποὺ βρίσκονταν στὸ κέντρο εἴτε στὰ προάστια ἐπιστατοῦσε καὶ τὴν λειτουργία αὐτῶν κατέστησε πρὸς τὸ εὐρυθμότερο.
Ἀλλὰ καὶ τὸ Πατριαρχικὸ Τυπογραφεῖο, τὸ ὁποῖο αὐτὸς ἵδρυσε δὲν παρέλειπε νὰ φροντίζει. Ἐπειδὴ δὲ «πρέπει ὁ γεωργὸς ποὺ κοπίασε νὰ ἀπολαμβάνει πρῶτος τους καρποὺς τοῦ χωραφιοῦ του», τὸ δεύτερο ἔτος τῆς Β` Πατριαρχείας [1807] αὐτοῦ ἐξέδωσε τὴν: «Ἐξήγησιν τῶν εἰς τὴν ἑξαήμερον ἕνδεκα ὁμιλιῶν τοῦ ἐν Ἅγιοις Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου τοῦ Μεγάλου». Ἔγραψε δὲ αὐτὴν τὴν ἐξήγηση τῆς Ἑξαημέρου, ὅταν βρισκόταν στὸν Ἄθωνα, ὅπως ἄλλωστε μαρτυρεῖ καὶ ὁ σύντομος καὶ μελιστάλακτος πρόλογος τοῦ[3].
Κατὰ τὴν Β` Πατριαρχεῖα του, οἱ περὶ τὸν Δούναβη [Ἰγνὰτ] Κοζάκοι[4], ζήτησαν νὰ χειροτονηθοῦν διάκονοι καὶ ἱερεῖς ἄτομα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ὅποιοι αὐτοὶ ἐκλέξουν. Ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε πῶς: «Δέχομαι τὸ αἴτημά σας, ἀλλὰ πρῶτα θὰ στείλω καθηγητὲς καὶ δασκάλους, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς κατηχήσουν στὰ ὀρθὰ τῆς εὐσεβείας διδάγματα τόσο σὲ ὅλη τὴν φυλή σας, ἀλλὰ καὶ ἰδίως σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπιλέξατε γιὰ νὰ χειροτονηθοῦν. Ἐπίσης ὅλοι θὰ δώσετε γραπτὴ ὁμολογία ὅλοι, ὅτι ἐπιστρέφετε στὴν Ὀρθοδοξία». Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνοι ἀρνήθηκαν καὶ στὶς νουθεσίες αὐτοῦ ἀπειθοῦσαν τοὺς εἶπε: «Φύγετε λοιπόν, ὡς πλανώμενα πρόβατα, ἀπὸ τὴν μία καὶ μόνη ποίμνη τοῦ Χριστοῦ» . Ἐκεῖνοι, σκυθρωποὶ «ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω». Καὶ ἄλλοτε αὐτοὶ οἱ πείσμονες σχηματικοί, προσῆλθαν γιὰ αὐτὸν τὸν σκοπὸ στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐλέχθησαν ὡς ὑποκριτές, δόλιοι καὶ ψεῦτες.
Μετὰ ταῦτα, συνέβη καὶ τὸ ἀκόλουθο πολιτικὸ περιστατικὸ[5]. Στὶς 20 Φεβρουαρίου τοῦ 1807, Ἀγγλικὸς στόλος ἐμφανίστηκε ἀντίκρυ της Κωνσταντινούπολης, ἀπειλώντας ὅτι θὰ καταστρέψει καὶ θὰ κάψει τὴν Βασιλεύουσα, ἂν ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία δὲν διαρρήξει τὴν συμμαχία της μὲ τοὺς Γάλλους. Ἡ δὲ τοπικὴ ἐξουσία, ἑτοιμαζόταν νὰ ἀντισταθεῖ κὰ ἐπιστράτευσε τοὺς πολίτες γιὰ νὰ ἐπισκευάσουν τοὺς προμαχῶνες τοῦ παλατιοῦ. Πολλὰ δὲ πλήθη συνέρρεαν ἀπὸ ὅλα τὰ γένη καὶ Τίς φυλὲς ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Πόλη. Τότε, καὶ ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος [θεωρούμενος ὡς θρησκευτικὸς ἐθνάρχης τῶν χριστιανῶν ὑπηκόων τοῦ Σουλτάνου], εἰδοποιηθεῖς ἀπὸ τὴν Πύλη διά του τότε διερμηνέως Ἀλεξάνδρου Χαντζερῆ[6], πῆγε καὶ αὐτὸς νὰ ἐργαστεῖ παίρνοντας μαζί του κάποιους Ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς. Τὸν ἀκολούθησε καὶ πλῆθος 3.000 Ἑλλήνων, τοὺς ὁποίους ὄχι μόνο ἐνίσχυε ἀλλὰ καὶ τοὺς βοηθοῦσε μὲ τὴν σωματικὴ ἐργασία. Ὁ δὲ Σουλτάνος, ἐπιθεωρώντας ἀπὸ τὸ παλάτι τοὺς ἐργάτες, εὐχαριστήθηκε ἀπὸ τὴν στάση τοῦ γέροντα Πατριάρχη κᾶ ἔστειλε πρὸς αὐτὸν κάποιους ἀξιωματικοὺς νὰ τοῦ μεταφέρουν τὴν βασιλικὴ εὐαρέσκεια καὶ νὰ τὸν καλέσουν νὰ γευματίσει στὴν Αὐλή.
Ὁ Γρηγόριος εὐχαρίστησε θερμῶς γιὰ τὰ καλὰ λόγια του Σουλτάνου, ἀλλὰ σιώπησε σχετικὰ μὲ τὴν πρόσκληση γιὰ γεῦμα [καθὼς ἦταν Τετάρτη]. Ὁ ἀξιωματικὸς κατάλαβε τὴν αἰτία τῆς σιωπῆς καὶ τοῦ ἀπάντησε πῶς: «Ἐσεῖς ἴσως νὰ μὴν κρεοφαγεῖτε, ἀλλὰ ἔχουμε καὶ νηστίσιμα». Καὶ τότε ὁ Πατριάρχης, συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς Κληρικοὺς γευμάτισε καὶ ἀνεχώρησε.
Ὅταν ἀνεχώρησε ὁ ἀγγλικὸς στόλος καὶ πέρασε αὐτὸς ὁ ἐφήμερος φόβος, κλήθηκε τὴν Κυριακή της Τυροφάγου στὴν Ὑψηλὴ Πύλη, τὸν ὑποδέχτηκε ὁ Βεζύρης, τοῦ μετέφερε τὴν εὐαρέσκεια τοῦ Σουλτάνου καὶ ἀφοῦ τὸν ἕντυσε μὲ πολύτιμο ἐρυθρὸ ἐπενδύτη διφθέρωτο [σαμορόγουνα], τὸν ἀπέστειλε ἔφιππο στὸ Πατριαρχεῖο.
Ἀργότερα, ἔγινε στάση στὴν Κωνσταντινούπολη, οἱ Γενίτσαροι κατέβασαν ἀπὸ τὸν θρόνο τὸν Σουλτάνο Σελίμη καὶ ἀνέβασαν τὸν Μουσταφά, γιὸ τοῦ Σουλτάνου Χαμίτου. Τὸ ἑπόμενο ἔτος [1808], εἰσερχόμενος στὴν Πόλη ὁ Μουσταφᾶς ὁ Βαϊρακτάρης, ἐνθρόνισε τὸν Σουλτάνο Μαχμούτη καὶ ἔγινε αὐτὸς ἐπίτροπος τοῦ [Βεζύρης].
Τότε, ὁ πρώην Πατριάρχης Καλλίνικος ὁ Ε`, θέλησε νὰ ξανανέβει στὸν Θρόνο γιὰ νὰ ἀπολαμβάνει Τίς τιμὲς καὶ τὴν ἐξουσία. Μὲ προσταγὴ λοιπὸν μόνο τοῦ Βαϊρακτάρη καὶ διὰ Βεζυρικοὺ διατάγματος, δίχως σύγκληση τῆς Συνόδου καὶ δίχως ψηφοφορία, ἀνέβηκε στὸν Θρόνο καὶ κατέβηκε ὁ Γρηγόριος.
Ὁ Γρηγόριος, δέχτηκε μὲ εὐχαρίστηση αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ κατόπιν ἀδείας της ἐξουσίας, μετέβηκε στὰ Πριγκηπόνησα, ὅπου καὶ μόναζε στὸ μονύδριο τοῦ Χριστοῦ «ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος», δεχόμενος μόνο τοὺς φτωχούς, δίνοντάς τους, ὅτι μποροῦσε ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα ποὺ εἶχε. Ὅταν προσῆλθαν σὲ αὐτόν σε αὐτὸν δύο πάμπτωχες χῆρες, οἱ ὁποῖες εἶχαν κόρες πρὸς παντρειά, ἔσχισε στὴν μέση τὴν πολύτιμη σαμαρόγουνα ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ Σουλτάνος καὶ τὰ ἔδωσε στὶς δύο χῆρες, ὥστε νὰ τὰ πωλήσουν καὶ νὰ ἐξοικονομήσουν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τὰ ἀπαραίτητα χρήματα γιὰ νὰ προικίσουν Τίς κόρες τους.
Μετὰ ἀπὸ 10 μόλις μῆνες [1809], πέφτει ἀπὸ τὸν Θρόνο ὁ Καλλίνικος ὁ Ε` καὶ ἀνεβαίνει σὲ αὐτὸν ὁ ἀπὸ Μυτιλήνης Ἱερεμίας. Ὁ δὲ Γρηγόριος, ἐξορίστηκε πάλι στὸν Ἄθωνα[7]. Ὅταν ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος τὴν διαταγὴ τῆς ἐξορίας ἀνέκραξε τὸ ψαλμικό: «Ἐπιστρεψον, ἐπιστρεψον ψυχή μου εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου». Καὶ πάλι ἐπανῆλθε στὴν Μονὴ τῶν Ἰβήρων, ἀνοίγοντας τὸ κελί του μὲ τὸ κλειδὶ ποὺ πάντα εἶχε μαζί του. Ἄνοιξε ὅμως καὶ τὴν «κλείδα τῆς γνώσεως», ἐξηγώντας καὶ διδάσκοντας τὸν θεῖον λόγον πρὸς τοὺς συναγωνιζομένους συμμοναστᾶς Ἁγιορεῖτες, στοὺς ὁποίους, ὅπως καὶ παλαιότερά τους ἦταν ἀγαπητὸς καὶ σεβαστός. Δέκα χρόνια πέρασε αὐτὴν τὴν φορὰ στὸ Ἅγιο Ὅρος.
[1] Ἡ σχετικὴ αὐτὴ ἐγκύκλιος γιὰ τὰ σχολεῖα, πολὺ ἀργότερα τυπώθηκε στὸ «Λόγιος Ἑρμῆς» τοῦ 1819 ἔτους, σέλ. 202.
[2] Τράχωμα, λέγανε οἱ Κωνσταντινουπολίτες, τὸ ἔθιμο –ἰδίως στὰ συνοικέσια- ὅπου οἱ νύμφες ἔδιδαν στοὺς γαμπροὺς κάποιο χρηματικὸ ποσό. Ἡ λέξη φαίνεται [ὡς ἀναφέρει κάποιος φιλόλογος] νὰ εἶναι παράφραση τῆς λέξης τράγημα [τράγωμα], ὅπως καὶ τὸ στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα ἔδνον ἢ προίκα ἀπὸ τὸ ἐδῶ –τρώγω-, ἔδανον. Ἢ μπορεῖ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινίζων τράκτωμα.
[3] Τὸ ἴδιο ἔτος ἐξέδωσε καὶ ἐπιτομὴ περὶ τῶν Ἀρετῶν καὶ τῶν Κακιῶν, ἀπὸ τὴν Ἠθική του Ἀριστοτέλους.
[4] Κάποιοι οἱ ὁποῖοι ἀνῆκαν σὲ κάποια ἀπὸ τὰ πολλὰ παρακλάδια τῶν αἱρετικῶν καὶ σχηματικῶν.
[5]Εἶναι ἄξιο σημειώσεως, ὅτι οἱ ἀναβάσεις τοῦ Γρηγορίου στὸν Πατριαρχικὸ Θρόνο, συνέβαινε συγχρόνως μὲ μεγάλα πολιτικὰ γεγονότα στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Στὴν πρώτη του Πατριαρχεῖα, συνέπεσε ἡ ὑπὸ τῶν Γάλλων κατάληψη τῆς Αἰγύπτου. Στὴν δεύτερη, ἡ ἐμφάνιση τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου, τὸ ὁποῖο καὶ ἀναφέρουμε ἀναλυτικὰ παραπάνω [ὅπου καὶ αὐτὸς ἐμπλάκηκε]. Στὴν Τρίτη τέλος Πατριαρχεῖα του, συνέβη ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, στὴν ὁποία θύμα τέλειο ἔγινε καὶ ἱερεῖο ἄμωμο.
[6] Αὐτός, ἦταν πατέρας τοῦ Τηλεμάχου, ὁ ὁποῖος διέπρεψε ὡς Διερμηνέας τῆς ἐν τὴν Κωνσταντινούπολη Ρωσσικὴ Αὐτοκρατορικὴ Πρεσβεία.
[7] Βλέπε Ἱστορία Κουμᾶ. Τόμος 12. Σέλ. 513.

ΜΕΡΟΣ Δ`. Γ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ
Στὶς 13 Δεκεμβρίου τοῦ 1818, παραιτήθηκε ὁ Κύριλλος καὶ προσκλήθηκε ξανὰ γιὰ τρίτη καὶ τελευταία φορὰ ὁ Γρηγόριος. Φτάνει στὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 19 Ἰανουαρίου τοῦ 1819 καὶ παίρνει τὰ ἡνία τοῦ θρόνου ἀπὸ τὸν Τοποτηρητὴ Ἰωαννίκιο Φιλιππούπολής του ἀπὸ Ἐλασσόνας.
Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔπραξε ὁ Γρηγόριος, ἦταν νὰ στείλει ξανὰ ἐγκύκλιο γὰ τὴν φροντίδα καὶ ἵδρυση τῶν σχολείων καὶ προτρέποντας νὰ διδάσκεται ἐκεῖ ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ παιδεία, καθὼς σὲ ἀρκετὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, διδότανε ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν διδασκαλία τῶν καινοφανῶν θεωριῶν τῆς νεώτερης δυτικῆς φιλοσοφίας. Ναὶ μὲν ἡ φιλοσοφία καλὴ καὶ χρήσιμη εἶναι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀμελεῖται καὶ νὰ ὀπισθοχωρεῖ ἡ ἑλληνική, μητέρα κάθε φιλοσοφίας καὶ γνώσης[1].
Μετέπειτα, τὸ γρήγορο βλέμμα τῆς πατρικῆς ποιμαντορίας τοῦ Πατριάρχη, πρὸς ἄλλον στράφηκε φιλάνθρωπο σκοπό. Στὴν μεγάλη Κωνσταντινούπολη, κατοικοῦσαν καὶ πολλοὶ πτωχοί, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀνταπεξέλθουν στὰ πρὸς τὸ ζῆν, λόγω τῶν ἀκριβῶν τιμῶν στὰ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ καὶ ἐξαιτίας τῶν συχνῶν καταστροφικῶν πυρκαγιῶν. Τὸν ἀριθμὸ αὐτὸν τὸν αὔξαναν καὶ ἄλλα ἄτομα, ξένα, ἀπὸ τὴν ἐπαρχία, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονταν στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ βροῦν πόρους γιὰ νὰ ζήσουν. Παραλείπουμε δὲ τὶς χῆρες, τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς φυλακισμένους. Συνέχεια βοηθοῦσαν αὐτοὺς οἱ ἐνορίες καὶ οἱ πολλοὶ εὔποροι· ἀλλὰ καὶ οἱ ἐνορίες φτωχὲς ἦταν καὶ οἱ εὔποροι ἦταν λίγοι. Αὐτὰ βλέποντας ὁ Γρηγόριος, παίρνει βοηθὸ τὸν τότε Μέγα Διερμηνέα Ἰωάννη Καλλιμάχη, ὡς καὶ κάποιους ἄλλους ἀπὸ τοὺς ἐπώνυμους καὶ σύστησε τὸ «Κιβώτιο τοῦ Ἐλέους», στὸ ὁποῖο ἱκανὰ κεφάλαια ἔβαλαν καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Μεγιστάνες, καὶ μεγαλέμποροι ὁμογενεῖς, κὰ οἱ δύο ἡγεμονίες τῆς Βλαχίας καὶ τῆς Μολδαβίας, ὡς καὶ τὸ κοινὸ ταμεῖο τῆς Ἐκκλησίας κάθε ἔτος συνείσφερε, ὅπως καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων. Ἀλλὰ καὶ κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς νεοχειροτονηθέντες Ἀρχιερεῖς εἰσέφερε αὐτὸ ποὺ τοῦ ἀναλογοῦσε. Διορίσθησαν δὲ καὶ ἐπίτροποι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη τοὺς τὴν σύναξη τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κιβωτίου καὶ τὴν διανομὴ στοὺς χρήζοντες βοήθειας. Ἀλλὰ καὶ ἐκτάκτως εὐκαιρίας δοθείσης διανέμονταν ἐλέη στοὺς ὀδυρομένους, τουλάχιστον δίς τοῦ ἔτους, ἐγγιζόντων τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα[2].
Στὰ τέλη τοῦ 1820, ὑπόγεια φήμη διέτρεχε καὶ προανήγγειλε πόλεμο ἐρχόμενο ἀπὸ τὸν Βορά. Καὶ προβληματίζονταν κάποιοι ἀπὸ τοὺς οἰκείους του Πατριάρχη, μήπως καὶ ὄντως ἐπαληθευτοῦν οἱ φῆμες καὶ τότε ἡ Πατριαρχεῖα θὰ εἶναι ἐπισφαλής. Αὐτὸς ὅμως τοὺς ἀπαντοῦσε πῶς πολλὲς φορὲς ἔγιναν πόλεμοι, ἀλλὰ ὁ Πατριάρχης ποτὲ δὲν κινδύνευσε. Ἀλλὰ καὶ ἂν τύχει καὶ γίνει αὐτὸ στὶς μέρες του, σημαίνει ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ ἂς γίνει. Γιατί, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο εἶπε πῶς ὁ μισθωτὸς δὲν εἶναι ποιμένας κὰ σηκώνεται καὶ φεύγει. Ὁ Ποιμένας ὅμως ὁ καλός, θυσιάζει καὶ τὴν ψυχή του γιὰ τὰ πρόβατα.
Ὅταν στὶς 10 Φεβρουαρίου τοῦ 1821 μπῆκε ὁ Ὑψηλάντης στὴν Μολδαβία φονεύτηκαν ὅσοι Τοῦρκοι ἔμποροι τύχαιναν νὰ βρίσκονταν τότε στὸ Γαλάτσι. Ὅταν τὸ γεγονὸς αὐτὸ μαθεύτηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, τότε πλῆθος Ὀθωμανῶν, πάνω ἀπὸ 2.000 καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιὰ συνέρρευσαν στὴν Πύλη καὶ μὲ φωνὲς καὶ κραυγὲς ἀπαιτοῦσαν τὴν ἐκδίκηση. Ὁ Βεζύρης, βγῆκε ἀπὸ τὸ παλάτι καὶ ἔπεισε τὸν ὄχλο νὰ διαλυθεῖ, ὑποσχόμενος τὴν ἐκδίκηση.
Καὶ ἔτσι, στὶς ἀρχὲς Μαρτίου, τὴν Τετάρτη τῆς Β· Ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, φυλακίζεται στὸ Βοσταντζίμπασι ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσσου Διονύσιος Καλλιάρχης [ὅστις εἶχε ἀδελφὸ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς Μολδαβίας] καὶ τὴν ἐπαύριο ἀποκεφαλίζονται ὅσοι ἀπὸ τοὺς εὐγενεῖς της Κωνσταντινούπολης εἶχαν συγγενεῖς στὴν Μολδοβλαχία. Τὴν Γ· Ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, φυλακίζονται ἄλλοι δύο ἀπὸ τοὺς Συνοδικοὺς Ἀρχιερεῖς, ὁ Νικομηδείας Ἀθανάσιος καὶ ὁ Δερκῶν Γρηγόριος.
Ἱκετεύει μὲ ἀναφορὰ γιὰ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς ὁ Πατριάρχης, ἐγγυώμενος γιὰ τὴν ἀθωότητά τους. Ἐνῶ ὅμως περίμενε τὴν ἀπάντηση, μαθαίνει ὅτι καὶ ἕτερος μητροπολίτης, ὁ Ἀγχιάλου Εὐγένιος, μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν ἐπαρχία του στὴν φυλακή. Ἀπὸ τότε ὁ μακάριος, παρατηρώντας τὴν αὐξανόμενη ὀργὴ ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, προαισθάνθηκε τὸ τέλος του. Ἀλλὰ ἔμεινε ἀτρόμητος, ἀποδεχόμενος εὐχαρίστως τὴν ἐκπλήρωση τῆς θείας θελήσεως.
Ἐνδιαμέσως, τὸ ἀπόγευμα τῆς Β· Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν προσκλήθηκε νὰ μεταβεῖ στὸν Ὑπουργὸ Ἐξωτερικῶν της Πύλης. Στὸν διάδρομο βρῆκε καὶ τὸν Μεγάλο Διερμηνέα Κωνσταντῖνο Μουρούζη, καθὼς εἶχε προσκληθεῖ καὶ ἐκεῖνος, ἀγνοώντας τὴν αἰτία τῆς προσκλήσεως. Ἀφοῦ μπῆκαν στὸ γραφεῖο καὶ οἱ δύο καὶ τοὺς ὑποδέχτηκε ὁ Ὑπουργὸς μὲ τὶς συνηθισμένες φιλοφρονήσεις, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Πατριάρχη τοῦ εἶπε: «Ἐκδόθηκε Αὐτοκρατορικὸ Διάταγμα πρὶν λίγο, τὸ ὁποῖο ὁρίζει πῶς οἱ 7 ἀντιπρόσωποι τῆς Σερβίας[3], οἱ ὁποῖοι διαμένουν στὸν Γαλατά, νὰ ὑπάρχουν ὑπὸ τὴν αὐστηρὰ ἐπιτήρησή σου, παρατηρώντας δὲ καὶ τὶς πράξεις του». Ὁ δὲ Πατριάρχης ἀντέτεινε, μὲ τὴν συνηθισμένη τοῦ ἑτοιμότητα, πῶς ἡ διαταγὴ αὐτὴ ἦταν ἀδύνατον ἢ δύσκολο νὰ ἐκπληρωθεῖ, καθὼς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοὶ κατοικοῦσαν σὲ ἀπόκεντρη οἰκία καὶ μὲ εὐκολίες διαφυγῆς, τόσο ἀπὸ τὴν ξηρά, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα. Ὁ Ὑπουργὸς ἀπάντησε πῶς τὶς παρατηρήσεις αὐτὲς θὰ τὶς θέσει ὑπ· ὄψιν τοῦ Σουλτάνου. Ἔτσι, τὴν ἑπόμενη μέρα, βγῆκε διαταγὴ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ Σέρβοι ἔπρεπε νὰ μετακομίσουν καὶ νὰ φυλαχθοῦν μέσα στὸ Πατριαρχεῖο, ὅπου καὶ ἔμειναν μέχρι τῆς κοιμήσεως τοῦ Πατριάρχη καὶ ἀφέθηκαν λίγες ἑβδομάδες μετά.
Ὅμως, οἱ κινήσεις τῆς Φιλικῆς Ἐταιρίας γίνονταν γνωστὲς ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, ἐξαιτίας κάποιων προδοτῶν, ὅμως ὁ –δυστυχῶς- Πελοποννήσιος Ἀσημάκης. Ὁ δὲ Πασὰς τοῦ Μοριά, ἔχοντας πληροφορηθεῖ κάποια γεγονότα, προσκάλεσε στὴν Τρίπολη τοὺς προκρίτους καὶ Ἀρχιερεῖς τῆς Πελοποννήσου στὴν Τρίπολη, προκειμένου νὰ τοὺς κρατήσει ὡς ἐνέχυρο, τρόπο τινὶ ὡς ὁμήρους, καθὼς φυλάκισε τόσο τοὺς λίγους προκρίτους οἱ ὁποῖοι πῆγαν καὶ τοὺς σὺν αὐτῶν 5 Ἀρχιερεῖς.
Καλεῖται λοιπὸν καὶ ὁ Πατριάρχης μετὰ τοῦ Μεγάλου Διερμηνέως στὴν Πύλη καὶ ρωτᾶ ὁ Βεζύρης, ἀπευθυνόμενος πρῶτον στὸν Πατριάρχη: «Μήπως γνωρίζετε ἐξ’ ἀκοῆς κανέναν τόπο, ὅπου ἡ συμμορία τῶν ἐξωμεριτῶν νὰ ἐπιβουλεύεται τὴν κοινὴ ἡσυχία τῶν ὑπηκόων;». «Δὲν ἀκούσαμε, οὔτε γνωρίζουμε κάτι τέτοιο», ἀπάντησαν καὶ οἱ δύο. «Γίνεσθε ἐγγυητὲς περὶ τῆς κοινῆς ἡσυχίας τῶν ὑπηκόων;» ξαναρωτᾶ τὸν Πατριάρχη ὁ Βεζύρης. Καὶ ἀπάντησε ἐκεῖνος: «Ὁ Πατριάρχης θεωρούμενος ἀπὸ τὴν Ὑψηλὴ Πύλη ὡς ἐθνάρχης, θεωρεῖται κὰ ὡς ἐγγυητὴς τῆς ἡσυχίας τῶν χριστιανῶν ὑπηκόων, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ αὐτοῦ ἐπιστασία. Ὑπάρχουν δὲ καὶ οἱ κατὰ τόπον διοικητὲς τῆς Κυβέρνησης, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπαγρυπνοῦν γιὰ τὴν κοινὴ ἡσυχία». Ἀφοῦ ρώτησε καὶ ἄκουσε τὰ ἄνωθεν ὁ Βεζύρης, τοὺς ἄφησε νὰ φύγουν μὲ τὶς ἀπαραίτητες φιλοφρονήσεις.
Μετὰ ἀπὸ κάποιες μέρες, ὁ πρώην Ἡγεμόνας Ἀλέξανδρος Χαντζερὴς ἔφυγε οἰκογενειακῶς καὶ ξαφνικὰ ἀπὸ τὸ Βαλτὰ Λιμάνι [χωριὸ τοῦ Βοσπόρου], ὅπου καὶ κατοικοῦσε. Γιὰ αὐτό, βγῆκε διάταγμα νὰ μετοικήσουν ἐντός του Φαναρίου, ὅλες οἱ ἡγεμονικὲς καὶ ἀρχοντικὲς οἰκογένειες οἱ ὁποῖες κατοικοῦσαν στὸν Βόσπορο. Καὶ αὐτὲς μὲν μετοίκησαν. Ὁ δὲ ἀκάματος Γρηγόριος, σπουδάζοντας νὰ οἰκονομήσει τὰ ἀνοικονόμητα, συγκρότησε συμβούλιο μὲ τοὺς ἐπισήμους του γένους γιὰ νὰ ἀποφασίσουν τί νὰ κάνουν. Ἀποφασίστηκε σὲ αὐτὴ τὴν συνέλευση, νὰ ὑποβάλλουν ἀναφορὰ στὴν Πύλη, ὅπου ὅλοι οἱ πρόκριτοι τοῦ γένους θὰ ἐγγυόντανε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, ὅτι εἶναι πιστοὶ ὑπήκοοι τῆς Βασιλείας καὶ πῶς συμπράξουν, ἐφ· ὅσον δύνανται στὴν ἀποκατάσταση τῆς κοινῆς ἡσυχίας.
Τὴν ἀναφορὰ αὐτή, πῆγε νὰ τὴν ἐπιδώσει στὸν Βεζύρη ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης, συνοδευόμενος ἀπὸ 3 Ἱεράρχες [Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, 10 Μαρτίου].
Δὲν βρῆκαν ὅμως τὸν Βεζύρη [καθὼς εἶχε συνάντηση μὲ τὸν Ἰντερνούτζιο στὸ Ὀρτάκιοϊ] καὶ ἀναγκάστηκαν νὰ παρουσιαστοῦν στὸν Κεχαγιὰ [Τοποτηρητὴ] τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν Ζενὴπ Ἀφέντη, ὁ ὁποῖος ἦταν μέγας χριστιανομάχος. Ὁ Μουσουλμάνος αὐτός, ἀρχικὰ ὑποδέχθηκε μὲ φιλοφρονήσεις τὸν Πατριάρχη καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ ξαφνικὰ ρώτησε ἀπότομα τὸν Πατριάρχη: «Πατριάρχα τῶν Ρωμαίων, ποῦ σου φάνηκαν οἱ ἐπαναστάσεις τοῦ ἔθνους σου;». Ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε πῶς: «Μὲ μεγάλη ἀπορία καὶ ἀμέτρητη λύπη ἄκουσα τὶς τοπικὲς ταραχές, οἱ ὁποῖες ἀντίκεινται πρὸς τὴν ὀφειλόμενη πίστη καὶ ὑπακοὴ τῶν ὑπηκόων εἰς τὴν πάνω ἀπὸ ἐμᾶς διατεταγμένη Βασιλικὴ Ἐξουσία. Ἀντιβαίνουν δὲ καὶ στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπου ὁ Θεὸς μᾶς προστάζει: «Πάσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποττασέσθω· τὸν Βασιλέα τιμᾶτε». Τὴν ὢ ρὰ ἐκείνη, προσκλήθηκε ὁ Πατριάρχης νὰ ἀνέβει στὸ οἴκημα τοῦ Μεγάλου Βεζύρη Ἀλῆ πασᾶ, καὶ εἰσερχόμενος μετὰ τῶν Ἀρχιερέων [μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Θεσσαλονίκης] τοῦ ἔδωσε τὴν ἀναφορά.
Τοὺς ὑποδέχτηκε φιλοφρόνως ὁ Μέγας Ἀρχισατράπης καὶ ἀφοῦ ἔβαλε τὸν Πατριάρχη νὰ καθίσει, διάβασε τὴν ἀναφορὰ καὶ μὲ λίαν εὐμενὲς βλέμμα τοῦ εἶπε: «Πολὺ καλά». Μεταξὺ τῶν ἄλλων, πάνω στὴν κουβέντα ἀνέφερε πῶς ὑπῆρξε Πασὰς τῆς Πελοποννήσου, καὶ ἐνθυμούμενος τὸν τόπο ἐκεῖνον, ρώτησε τὸν Γρηγόριο, ποιὰ εἶναι ἡ πατρίδα τοὺ· καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε πῶς εἶναι ἡ Δημητσάνα. Καὶ ὁ Βεζύρης ἀπευθυνόμενος στὸν Θεσσαλονίκης εἶπε: «Βέβαια, πολὺ καιρὸ πρέπει νὰ ἔχει ὁ γέροντας Πατριάρχης νὰ δεῖ τὴν πατρίδα του». «Ναί, Ὑψηλότατε, ἀπὸ παιδὶ ἀνεχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ». Καὶ ὁ Βεζύρης ὑπομειδίασε καὶ ἀφοῦ ἔγινε σκεφτικὸς εἶπε πρὸς τὸν ἀτρόμητο Γρηγόριο: «Πατριάρχα τῶν Ρωμαίων, λέγεται, ὅτι στὶς ταραχὲς ποὺ συνέβησαν στὴν Μολδαβία, συμμετεῖχε καὶ ὁ Κλῆρος» [καθὼς εἶχε γίνει γνωστὸ ὅτι τὸν Ὑψηλάντη τὸν ἔθεσε ὑπὸ τὴν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Μητροπολίτης Μολδαβίας]. Αὐτός, μὲ φωνὴ ἔντονη, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἤρεμή του ἀπάντησε: «Ἀλλά, ὅποιος, ὅποιος Ὑψηλότατε, ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Ἐκκλησιαστικούς, ἀντιστέκεται καὶ σηκώνει ἀνταρσία ἐναντίον τῆς κραταιᾶς Βασιλείας, αὐτόν, τὸ θρήσκευμά μας τὸν καθαιρεῖ ἀπὸ τὸ Ἐκκλησιαστικό του ἀξίωμα, καὶ ἡ Ἐξουσία νὰ τὸν τιμωρήσει ὅπως κάθε ἄλλον ἀποστάτη. Ἐλπίζω δὲ Ὑψηλότατε, ὅτι ἡ κραταιὰ Βασιλεία, ταχέως καὶ ἐν ροπὴ ὀφθαλμοῦ νὰ καταπαύσει τὶς αὐθόρμητες καὶ τοπικὲς αὐτὲς ταραχές, τόσο μὲν μὲ τὰ ἀνίκητα ὄπλα της, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν συνηθισμένη τῆς φιλανθρωπία σὲ αὐτοὺς ποὺ ἁμάρτησαν καὶ ἐπιστρέφοντες ὁμολογήσουν τὸ ἐκ τῆς παραφροσύνης ἁμάρτημά τους». «Ἰσσαλὰχ» [Θεοῦ βοηθοῦντος], ἀπάντησε ὁ Βεζύρης καὶ τοὺς ἄφησε νὰ φύγουν.
Περὶ δὲ τὰ μέσα τῆς Δ· Ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, πῆγε διάταγμα στὸν Πατριάρχη νὰ στείλει στὴν πύλη τρεῖς ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς –τὸν Θεσσαλονίκης, τὸν Ἀνδριανουπόλεως καὶ τὸν Τυρνάβου-, ὥστε νὰ κρατηθοῦν ὡς ἐνέχυρα, τρόπο τινὶ ὡς ὁμήρους. Ὁ Πατριάρχης, ἀφοῦ τοὺς προσκάλεσε καὶ γευμάτισε μὲ αὐτούς, τοὺς λέει μὲ θλιμμένη φωνή: «Ἀδελφοί, ὁ Κύριος, θέλησε σὲ μᾶς νὰ μᾶς δείξει πολλὰ καὶ σκληρὰ γεγονότα. Τὸ ψωμί μας τὸ ποτίζει μὲ πόνο καὶ τὸ κρασί μας μὲ κατάνυξη. Νά, αὐτὸ τὸ διάταγμα, προσκαλεῖ ἐσᾶς τοὺς τρεῖς νὰ πάτε σήμερα ἀμέσως στὴν Πόρτα, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν φυλακὴ ὅπου εἶναι καὶ ἄλλοι ἀδελφοί, ὡς ἐνέχυρα. Τί πρόκειται νὰ γίνει ὕστερα καὶ σὲ ἐσᾶς καὶ σὲ μένα, ὁ Κύριος γνωρίζει. Πάντως, ἂν συμβεῖ κὰ μαρτυρήσετε, δὲν θὰ ἀργήσω νὰ σᾶς ἀκολουθήσω καὶ ἐγώ». Καὶ λέγοντας αὐτὰ ἔκλαψε πικρά, ὅπως καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ ὅσοι ἄλλοι παρίσταντο. Καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς, ἀφοῦ ἀσπάστηκαν ἐν Χριστῷ γιὰ τελευταία φορὰ ἐπὶ γὴς τὸν Πατριάρχη ἀνεχώρησαν γιὰ ἐκεῖ ποὺ ἔλεγε τὸ διάταγμα.
Στὶς 20 Μαρτίου, ἡ Πύλη παρέδωσε στὸν Μεγάλο Διερμηνέα, τὸ Διάταγμα «περὶ ἀμνηστείας», προκειμένου νὰ τὸ μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ καὶ νὰ διαβαστοῦν καὶ τὰ δύο, κὰ ἡ μετάφραση δηλαδὴ καὶ τὸ πρωτότυπο στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ τὸ ἀκούσουν ὅλοι. Συγχρόνως δέ, νὰ ἐνημερώσει τὸν Πατριάρχη νὰ ἐκδώσει καθ’ ὑψηλὴ διαταγὴ ἀφορισμὸ ἐναντίον τοῦ Ὑψηλάντη καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, νὰ λύσει δὲ καὶ τὸν ὅρκο τῶν μελῶν τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας καὶ ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς μετανοήσουν καὶ προσέλθουν νὰ ἀνακοινώσει τὰ ὀνόματά τους, προκειμένου νὰ λάβουν τὴν προσήκουσα ἀσφάλεια.
Γιατί, [ἔλεγε ὁ Βεζύρης], ἡ ἐλπίδα ἀπὸ αὐτὸ τὸ γράμμα νὰ γίνει ἡσυχία, ἀνέβαλλε τὴν ἀπειλὴ τοῦ ξίφους ποὺ κρεμᾶται πάνω στὰ κεφάλια τῶν Γραικῶν. Καὶ ὁ μὲν Πατριάρχης, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν διαταγή, διέταξε νὰ συνταχθεῖ τὸ ἀπαιτούμενο γράμμα· ὁ δὲ Μέγας Διερμηνέας μετάφρασε τὸ Διάταγμα τῆς ἀμνηστείας, τὸ ὁποῖο καταριόνταν τοὺς περὶ τὸν Ὑψηλάντη ἀποστάτες, ἀμνήστευε δὲ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, ἐφ· ὅσον θὰ δήλωναν ὑπακοὴ στὴν Ὀθωμανικὴ Κυβέρνηση.
Στὶς 23 Μαρτίου [Ε· Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν], ἀφοῦ μαζεύτηκαν στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία ὅλοι οἱ πρόκριτοι τοῦ γένους καὶ οἱ Ἡγεμόνες, οἱ 2 Διερμηνεῖς καθὼς καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἄρχοντες καὶ Ἀρχιερεῖς –μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Πολύκαρπος- καὶ διαβάστηκε τὸ διάταγμα ἀπὸ τὸν ἄμβωνα καὶ στὰ Τουρκικὰ καὶ στὰ Ἑλληνικὰ ἀπὸ Ἀρχιερέα. Μετά, διαβάστηκε ὁ ἀφορισμὸς καὶ ὑπογράφτηκε ἀπὸ τοὺς 2 Πατριάρχες καὶ τοὺς παριστάμενους Ἀρχιερεῖς πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. Αὐτά, μὲ βαριὰ καρδιὰ ὑπέμεινε ὁ Πατριάρχης, ἀναλογιζόμενος πῶς ὅτι ἔκανε τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὴν σφαγιασθεῖ τὸ ποίμνιό του. Ἀνάμεσα στὸν κόσμο βρίσκονταν καὶ Τοῦρκοι Κρητικοὶ προκειμένου νὰ παρατηρήσουν καὶ νὰ δοῦν ἂν οἱ ἐντολὲς τοῦ Σουλτάνου, ἀποδόθηκαν στὴν ἐντέλεια στὰ ἑλληνικὰ ἢ ὄχι. Καὶ 3 Ἀρχιερεῖς, διατάχθηκαν νὰ ἀπέλθουν πρὸς τὰ ἐπικίνδυνα μέρη τῆς Ἑλλάδος -2 στὰ νησιὰ καὶ εἰς στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα- γιὰ νὰ κηρύξουν εἰρήνη καὶ νὰ διαβάσουν τὰ προειρημένα κείμενα, καθὼς καὶ ἄλλη Συνοδικὴ ἐγκύκλιο ἡ ὁποία νουθετοῦσε τοὺς λαοὺς πρὸς τὴν εἰρήνη.
Περὶ τὸ ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου [Μαρτίου 31], ἔφτασε στὴν Πύλη ἡ ἀγγελία τῆς ἔναρξης τῆς ἐπανάστασης στὴν Πελοπόννησο καὶ ὑποπτευόμενη πῶς καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη πιθανὸν νὰ ὑπῆρχαν μέλη τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἑτοίμαζαν καὶ ἐκεῖ ἐπανάσταση, ἔθεσε σὲ ἑτοιμότητα τὸν ἐλλιμενίζοντα στόλο καὶ στρατὸ Γενιτσάρων. Παράλληλα μελετοῦσε ποιὰ ἀφορμὴ νὰ προκαλέσει ὥστε νὰ ἀρχίσει ἡ ἐπανάσταση καὶ στὴν Πόλη, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ τὴν καταπνίξει ἄμεσα καθὼς θὰ εἶναι σὲ ἑτοιμότητα. Ἔτσι, βαθιὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων [Ἀπριλίου 1], πλῆθος τροφίμων σπουδαστῶν [σοφτάδων] ἐξελθόντων ἀπὸ τὰ Σχολεῖα [Μεδρεσέδες], μετὰ ἀλαλαγμῶν πυρπόλησαν καὶ κατέσκαψαν τὴν μικρὴ ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ ἐπέστρεψαν πάλι εἰς τὰ οἰκεία. Ὁ Πατριάρχης, μοίραζε τὴν ὥρα ἐκείνη τὰ βαΐα στοὺς πιστούς, ὅταν κάποιος κρυφά του ἀνήγγειλε τὸ γεγονός. Αὐτὸς δὲ σιωπήσας, συνέχισε νὰ διανέμει τὰ βαΐα στοὺς πιστούς. Μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀνέβηκε στὸ Πατριαρχεῖο μετὰ τῶν παρευρισκόντων Ἀρχιερέων καὶ τοὺς κοινοποίησε τὸ γεγονός. Ἐκεῖνοι, ἑξαναστάντες ρώτησαν: «Τί νὰ σημαίνει αὐτό;». καὶ τοὺς ἀπάντησε: «Ἀρχὲς ὀδυνῶν, καὶ ἴσως νὰ ἔφτασε καὶ τὸ τέλος».
Μετὰ ἀπὸ λίγο, ἦρθε διαταγὴ σὲ αὐτὸν νὰ παραδώσει τοὺς καταλόγους μὲ τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν στὴν Πόλη. Ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε πῶς τέτοιο κατάλογο τὸ Πατριαρχεῖο δὲν κατέχει. Ἦρθε καὶ δεύτερη διαταγή, ὅπως δώσει 2 ἐφημερίου, οἱ ὁποῖοι θὰ συνοδέψουν 3 Γενίτσαρους -2 ἐκ τῶν ὁποίων ἦταν Κρητικοί, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ τὰ ἑλληνικά-, γιὰ νὰ δείχνουν τὶς οἰκίες τῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ γίνεται ἡ καταγραφή. Τὸ αὐτὸ κὰ ἔγινε.
Τὸ δὲ πρωΐ τῆς Μεγάλης Δευτέρας [Ἀπριλίου 2], ἀποκεφαλίστηκε πλησίον της Μεγάλης Πύλης τοῦ Παλατιοῦ [Μπὰμ –Χουμαϊοῦν], ὁ τελευταῖος προερχόμενος ἀπὸ τὶς ἡγεμονικὲς οἰκογένειες Μέγας Διερμηνέας Κωνσταντῖνος ὁ Μουρούζης. Δάκρυσε ὁ Πατριάρχης καὶ διέταξε ὅπως γίνει ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία καὶ τὰ ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς ὡς εἴθισται μνημόσυνα, καὶ παράλληλα ἔστειλε νὰ ἀγοράσουν τὴν σορὸ ἀπὸ τὸν δήμιο καὶ νὰ τὴν θάψουν τὴν νύκτα ὅπου γίνεται. Τὴν ἴδια μέρα, σφαγιάσθηκαν ἢ κρεμάστηκαν καὶ ἄλλοι ἐπίσημοι, ἰδίως Πελοποννήσιοι. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι σκοτώθηκαν, ὄπλα μαζεύτηκαν ἀπὸ ὅλα τὰ χωριὰ τοῦ Βοσπόρου, βασανίζοντας τοὺς ἡλικιωμένους καὶ ἀνασκάπτοντας ἀκόμα καὶ τοὺς τάφους.
Πρὸς τὸν παρὸν οἱ Ὀθωμανοὶ δὲν πείραξαν τὸν Κλῆρο, ἔχοντες στὸ νοῦν πῶς ἂν γίνει κάτι τέτοιο φύγει κρυφὰ ὁ Πατριάρχης καὶ δὲν μπορέσουν νὰ τὸν σκοτώσουν αὐτὸν πρῶτο. Ὁ Γρηγόριος ὅμως, κατέβαινε καθημερινὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ ἄκουγε τὶς συνηθισμένες ἀγρυπνίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας [οἱ ὁποῖες γίνονταν πιὰ πρωΐ καὶ ὄχι νύκτα, διὰ τὸν φόβο τῶν Τούρκων], καὶ πολλάκις ἐπαναλάμβανε κατ· ἰδίαν τὸ τροπάριο: «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός».
Τὸ πρωΐ τῆς Μεγάλης Τετάρτης, διατάζεται ὁ Πατριάρχης, νὰ θέσει ὑπὸ τὴν φύλαξη τοῦ τὴν διαμένουσα στὸ Φανάρι οἰκογένεια τοῦ Δημητρίου Μουρούζη [θείου ἐκ πατρὸς τοῦ Κωνσταντίνου Μουρούζη, Μεγάλου Διερμηνέως, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀποκεφαλιστεῖ στὴν Σούμλα τὸ 1812]. Ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε πῶς δὲν εἶχε περισσευούμενους φύλακες, παρὰ μόνο τοὺς 2 Γενίτσαρους, οἱ ὁποῖοι ἦταν διατεταγμένοι νὰ φυλοῦν τὸ Πατριαρχεῖο. Ὁ κομίσας τὴν διαταγὴ ἀπάντησε πῶς ἀρκοῦσαν καὶ οἱ καλόγεροι καὶ ἔτσι ἐστάλησαν 2 ἐξ αὐτῶν στὴν προειρημένη οἰκογένεια. Ἡ μητέρα τῆς οἰκογένειας, ὅταν ἄκουσε τὴν αἰτία τῆς ἐλεύσεώς τους, τοὺς ὑποδέχθηκε δακρύουσα καὶ τοὺς ἔδωσε δωμάτιο πρὸς ἀνάπαυση. Τὴν Μεγάλη Πέμπτη, ἀφοῦ παρατέθηκε σὲ αὐτοὺς πλούσια τράπεζα μὲ ἀποτέλεσμα ἀπὸ τὸ φαΐ καὶ τὸν ὕπνο νὰ νυστάξουν καὶ νὰ κοιμηθοῦν. Τῆς εὐκαιρίας λοιπὸν δοθείσης, ἡ οἰκογένεια μεταμφιεσμένη διέφυγε, καὶ βρίσκοντας κάποιο τουρκικὸ ἀκάτιο, πέρασε στὸν Γαλατὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μὲ ἐμπορικὸ πλοῖο ἔφτασε στὴν Ὀδησσὸ καὶ ἔτσι διασώθηκε. Μόλος σχεδόν, αὐτοὶ ἀναχώρησαν ἀπὸ τὴν οἰκεία τους, ἔνοπλοι στρατιῶτες ἦλθαν γιὰ νὰ τοὺς φυλακίσουν καὶ τοὺς γιούς του νὰ τοὺς καταδικάσουν. Ὅμως, βρῆκαν μόνο τοὺς δύο φύλακες κοιμωμένους, καὶ ἀφοῦ τοὺς πῆραν καὶ τοὺς ὁδήγησαν στὴν Ἐξουσία, τοὺς ἔστειλαν στὸ κάτεργο.
Κατὰ δὲ τὸ Μέγα Σάββατο, στάλθηκε ἐντολὴ στὸν Πατριάρχη, νὰ παραγγείλει στοὺς Χριστιανοὺς ὅτι τὴν Κυριακή του Πάσχα νὰ προσέλθουν μὲν στὶς Ἐκκλησίες νὰ γιορτάσουν, ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ καὶ ἡσύχως νὰ ἐπιστρέψουν στὰ σπίτια τους, παραλείποντας τοὺς συνηθισμένους χαιρετισμοὺς καὶ τὶς πρὸς ἀλλήλων ἐπισκέψεις. Ὁ Πατριάρχης τότε, στρεφόμενος πρὸς ἕναν ἀπὸ τοὺς παρακαθήμενους Ἀρχιερεῖς τοῦ εἶπε: «Ὅπου νὰ ‘ναί, θὰ πραγματοποιηθεῖ κᾶ σὲ ἐμᾶς τὸ προφητικό: ‘‘Καὶ αἳ ἐορταὶ αὐτῶν εἰς πένθος μεταστραφήσονται’’»
Ἐπειδὴ δὲ τὶς 2 προηγούμενες μέρες, ἔμεινε τελείως νηστικός, τὸ δειλινὸ τοῦ Σαββάτου, νιώθοντας ἐξασθενημένος ἔλαβε λίγη καὶ λιτὴ τροφή. Κάποιος ἀπὸ τοὺς συνδειπνοῦντες, ἀνέφερε μέσα στὴν ροὴ τῆς κουβέντας καὶ τὴν ἀποτομή του Κωνσταντίνου Μουρούζη. Καὶ ἀναστενάζοντας ὁ Γρηγόριος ρώτησε: «Ποιὸς θάνατος ἄραγε εἶναι ἠπιότερος; Ὁ διὰ τῆς καρατομῆς ἢ ὁ διὰ τῆς ἀγχόνης;». καὶ ἐπειδὴ κανεὶς δὲν ἀπάντησε, ἐπικρατώντας σιωπή, ἐπανέλαβε τὴν ἐρώτηση. Τότε, κάποιος ἀπεκρίθη: «Ἐγώ, ἐπειδὴ δὲν ἔχω δοκιμάσει οὔτε τὸν ἕνα οὔτε τὸν ἄλλο τρόπο θανάτου, δὲν γνωρίζω ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο εἶναι ὁ ἠπιότερος». Τοῦ λέγει ὁ Πατριάρχης: «Συνετὰ ἀπάντησες. Ἀλλὰ θυμᾶσαι τοὺς Μάρτυρες, ποὺ ὑπέστησαν μύρια βασανιστήρια καὶ δὲν ἔβλεπαν τὴν καρατόμηση ὡς μεγάλο κακό; Ἀφοῦ καὶ ἐμεῖς, ἔχουμε τέτοιο νέφος Μαρτύρων, ἂς ὑπομένουμε αὐτὸν τὸν ἀγώνα ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἀπὸ αὐτά, δύνανται νὰ συμπεράνουμε πῶς ὁ μακάριος, ἔβλεπε τὸν θάνατό του νὰ πλησιάζει ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα. Αὐτὸ εἶπε καὶ στὴν συνομιλία του μὲ τοὺς Σέρβους ποὺ διέμειναν στὸ Πατριαρχεῖο, ἐνθαρρύνοντάς τους καὶ λέγοντάς τους πῶς θὰ σωθοῦν.
Τὸ ἴδιο βράδυ, ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν της Ὑψηλῆς Πύλης, εἶπε στὸν Μεγάλο Διερμηνέα Σταυράκη τὸν Ἀριστάρχην, τὴν ἄλλη μέρα, πολὺ πρωΐ, νὰ μεταβεῖ στὴν Πύλη διὰ νὰ λάβει τὶς ἀπαραίτητες διαταγές.
Τῇ ἐπαύριο [10 Ἀπριλίου], ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ Πατριάρχης κατέβηκε νὰ λειτουργήσει. Φρουρὰ 3.000 στρατιωτῶν κύκλωσε τὸ Πατριαρχεῖο. Αὐτὸς ὁ ἀοίδιμος, φορέσας τὴν ἱερά του στολὴ ἐτέλεσε τὴν Θεία Λειτουργία. Στὴν Προσκομιδή, ἄργησε πάρα πολὺ ὥρα, περισσότερη ἀπὸ ὅτι συνήθως, καθὼς μνημόνευε τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν κεκοιμημένων ποὺ γνώριζε, εἴτε ἦταν φίλοι του εἴτε ὄχι, ὅπως καὶ αὐτῶν ποὺ πρὸ μικροῦ διὰ τὴν πίστη μᾶς σκοτώθηκαν, πρὸς τοὺς ὁποίους σύντομα θὰ πήγαινε. Καὶ τοὺς ζωντανοὺς μνημόνευσε, ὅσους βρίσκονταν σὲ θλίψει, σὲ στενοχώρια καὶ σὲ κάθε ἄλλον κίνδυνο, εὐχόμενος ὅπως λυτρωθοῦμε ἀπὸ αὐτόν. Ὅταν δὲ οἱ χοροὶ ἔψαλλαν τό: «Ἀγαπήσω Σὲ Κύριε, ἡ ἰσχύς μου», ὁ Πατριάρχης μὲ δάκρυα ἀσπάστηκε τοὺς Ἀρχιερεῖς.
Μετὰ τὴν Λειτουργία, ἀνέβηκε στὸ Πατριαρχεῖο μαζὶ μὲ τοὺς συλλειτουργησάντων Ἀρχιερέων καὶ ἔφαγαν τὸν συνηθισμένο ζωμό. Κάποιος ἀπὸ τοὺς οἰκείους του τότε εἶπε: «Ἡ Ἐπανάσταση ποὺ ψιθυριζόταν πῶς ἔγινε στὴν Πελοπόννησο εἶναι ἀλήθεια· χθὲς ἦρθε ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο πλοῖο Ἑπτανησιώτικο καὶ τὸ ἐπιβεβαίωσε. Τώρα, τί θὰ γίνει;». «Καὶ τώρα καὶ πάντοτε θὰ γίνει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου» εἶπε ὁ Γρηγόριος καὶ πλαγιάσας τὸ κεφάλι τοῦ ἡσύχαζε.
Περὶ τῆς 10 ἡ ὥρα, ἔχοντας ἑτοιμασθεῖ τράπεζα καὶ μόλις εἶχε σηκωθεῖ ὁ Πατριάρχης, κάποιος ἀπὸ τοὺς Διακόνους εἶδε τὸν Μεγάλο Διερμηνέα νὰ εἰσέρχεται στὸ προαύλιο καὶ τὸ ἀνήγγειλε[4].
Ὁ δὲ Μέγας Διερμηνέας εἶπε στὸν Ἀρχιδιάκονο: «Πρόλαβε καὶ πὲς στὴν Παναγιότητά του, ὅτι τὸν παρακαλῶ νὰ δείξει μικρὴ ἀνοχὴ καὶ θὰ ἔρθω σὲ λίγο νὰ τὸν συναντήσω». Καὶ ἔπειτα, ἔστειλε κάποιον ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ Ἀρχιερεῖς νὰ συγκεντρώσει καὶ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ πᾶνε τάχιστα στὸ Πατριαρχεῖο.
Στὸ μεταξύ, πῆγαν στὸ Πατριαρχεῖο ὁ Κεσσεδάρης τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν, ὅστις κινήθηκε πρὸς τὸν Γρηγόριο καὶ ὁ Τζαουσλὰ Ἐμινής, ὁ ὁποῖος πῆγε πρὸς τὸ μέρος τοῦ Μεγάλου Διερμηνέα. Βλέποντας αὐτὸν ἀντὶ τοῦ Διερμηνέα ὁ μακάριος, ἀλλοιώθηκε τὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ κράτησε τὴν ψυχραιμία του καὶ διέταξε νὰ φέρουν τὰ συνηθισμένα δείγματα ὑποδοχῆς. Ὁ Τοῦρκος τὸ ἀπέτρεψε, λέγοντας ὅτι τὸν περιμένει νὰ ἑτοιμασθεῖ καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸν διατεταγμένο τόπο. Ἀκούγοντας αὐτὸ ὁ πανεύφημος σηκώνεται ἀμέσως καὶ φορώντας τὸ ράσο του καὶ τὸ ἐπανωκαλύμαυκο καὶ ἀφοῦ πῆρε καὶ τὴν Ποιμαντορικὴ ράβδο, ἀκολούθησε τὸν Μουσουλμάνο. Κατεβαίνοντας τὴν σκάλα εἶπε στὸν δευτερανηψίο του νὰ πάρει λίγα χρήματα διὰ τοὺς θυρωροὺς καὶ τοὺς ραβδούχους τῶν μεγιστάνων [ὅπως συνηθίζονταν] καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει.
Ὁ Κεσσεδάρης τὸν ὁδήγησε στὸ Παράλιο Ἐξώστεγο [Γιαλὶ Κιόσκι], καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὰ ἐνδότερά της περιοχῆς τοῦ παλατιοῦ, ὅπου ἦταν τὰ οἰκήματα [νταγερὲς] τοῦ Ἀρχικηπουροῦ [Βοσταντζίμπασι]. Αὐτὸς τὸν παρηγόρησε γιὰ τὴν ἔκπτωσή του ἀπὸ τὸ Πατριαρχικὸ ἀξίωμα, λέγοντάς του πῶς ὁ Σουλτάνος, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἀναβίβασε τρεῖς φορές, καὶ πάλι γρήγορα θὰ τὸν ἀναβιβάσει. Ἔμεινε ἐκεῖ τόσο χρόνο ὅσο νόμιζαν πῶς ἦταν ἱκανὸς μέχρι νὰ γίνει ἡ ἐκλογὴ τοῦ νέου Πατριάρχου. Κάποιοι Τοῦρκοι ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸν ρωτοῦσαν νὰ τοὺς πεῖ ποιοὶ ἦταν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἀποστατῶν. Ἐκεῖνος ὅμως σιωποῦσε. Τότε τὸν βασάνισαν, ρίχνοντας τὸν στὴν γὴ· προσπαθοῦσαν δὲ νὰ τὸν κάνουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Ἐκεῖνος τοὺς ἀπαντοῦσε: «Μάταια κοπιάζετε. Ὁ Πατριάρχης τῶν χριστιανῶν, πεθαίνει καὶ χριστιανός».
Μετὰ ἀπὸ λίγο, ἐμφανίστηκε ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Φρουρᾶς καὶ τοῦ εἶπε πῶς εἶχε ἐντολὴ νὰ τὸν μεταφέρει στὸ Πατριαρχεῖο.
Κατέβησαν δὲ διὰ τοῦ Παραλίου Ἐξώστεγου στὴν παραλία, ὅπου ἦταν ἕτοιμες πολλὰ τρίκωπα ἀκάτια, στὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποία ἔμπαιναν 4 ἢ 5 σωματοφύλακες. Οἱ δὲ ἀκολουθοῦντες οἰκεῖοι του Πατριάρχου διετάχθησαν νὰ φύγουν· τὸ ὁποῖο καὶ ἔπραξαν πενθοῦντες καὶ κλαίοντες ἀφοῦ πρῶτα κατασπάστηκαν τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος μετὰ ταῦτα ἐπιβιβάστηκε στὸ ὁρισμένο γιὰ αὐτὸν ἀκάτιο. Μπῆκε σὲ αὐτὸ καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Στρεβλώσεων [Κοτσίμπασης] καὶ συνοδευόμενο ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ἀκάτια, ἔπλευσε πρὸς τὸ τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ὅταν ἔφθασαν στὴν ἀποβάθρα τοῦ Φαναρίου, ὁ Γρηγόριος βλέποντας πλῆθος Ὀθωμανῶν συνηγμένους στὴν πλατεία ἐκείνη ὅπου πολλάκις καρατομοῦσαν τοὺς καταδίκους, ψέλλισε κάτι [ἴσως τὸ ψαλμικό: «Ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχεαι αἷμα». «Τί λές;», ρώτησε κάποιος. Ἐκεῖνος, ἔδειξε τὸ πλῆθος. Τότε ἐκεῖνος, σκεφτόμενος μήπως ἐξαιτίας τοῦ φόβου τοῦ πεθάνει πρὶν τὸ μαρτύριο, τοῦ εἶπε: «Ἀλλὰ αὐτοί, δὲν ἔχουν μαζευτεῖ γιὰ σένα».
Ἐξελθῶν δὲ τοῦ ἀκατίου καὶ ὀλίγα βήματα προχωρήσας, ἔκλινε τὰ γόνατα καὶ τὴν κεφαλὴ· ἕτοιμος πρὸς ἀποτομή. Ὁ δὲ Στρεβλωτάρχης, χτυπώντας τὸν στὸ πόδι, τοῦ εἶπε: «Ἀνάστα, βάδιζε», καὶ τοῦ δῶσε τὸ χέρι γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ σηκωθεῖ. Μπῆκαν στὴν πύλη τοῦ Φαναρίου, ὅπου περίμενε καὶ ὁ Φρούραρχος καὶ ἐνημερώθηκαν πῶς δὲν εἶχε ἀκόμα ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἐκλογὴ τοῦ νέου Πατριάρχη καὶ νὰ ἀναβληθεῖ γιὰ λίγο ἡ ἐκτέλεση. Συνεχίστηκε τὸ περπάτημα, ὅπου, φτάνοντας στὴν λιθόστρωτη λεωφόρο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Πατριαρχεῖο, λόγω τοῦ γήρατος δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει ἄλλο καὶ τὸν βοήθησαν 2 ἀπὸ τοὺς σωματοφύλακες, μέχρι ποὺ ἔφτασαν στὰ προπύλαια, ὅπου ὑπάρχουν τρεῖς θύρες. Στὴν μεσαία θύρα εἶχε ὁριστεῖ νὰ κρεμαστεῖ ὁ μακάριος, καθὼς νόμιζαν ὅτι μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ ἀτιμωθοῦν καὶ θὰ καταισχυνθοῦν, τόσο οἱ ἑκάστοτε Πατριάρχες, ὅσο καὶ οἱ χριστιανοί. Ἀγνοοῦσαν ὅτι προσφιλέστατος καὶ λαμπρότερος τρόπος τῆς ἀοιδίμου τελειώσεως τοῦ Πατριάρχου δὲν μποροῦσαν νὰ εἶχαν ἐκλέξει. Ἔξω της Πύλης τοῦ Πατριαρχείου, καὶ ἔξω της Πύλης τοῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας ἔπρεπε νὰ πάθει ὁ Πατριάρχης πρὸς καύχημα τῆς πίστεως καὶ παράδειγμα μαρτυρικῆς καρτερίας, ἀνεπίληστη καὶ ἀείμνηστη, τόσο γιὰ τοὺς Πατριάρχες, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς.
Συρόμενος πρὸς τὴν ἀγχόνη, ἔπεσε τὸ ἐπανωκαλύμαυκο [ὥστε θεία ἐπινεύσει νὰ παραχωρήσει τὴν θέση στὸ ἁμαράντινο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου] καὶ διετάχθη νὰ τοῦ τὸ φορέσουν ἀμέσως, ὥστε μὲ ὁλόκληρο τὸ σχῆμα νὰ μαρτυρήσει. Ὁ δὲ Πατριάρχης, τέντωσε τὰ χέρια του ὡς νὰ εὐλογεῖ ὅλο τὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα, σήκωσε τὰ μάτια του πρὸς τοὺς οὐρανοὺς καὶ εἶπε: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τὸ πνεῦμα μου»· καὶ δεξάμενος τὴν ἀγχόνη ἀνέβει νικηφόρος στὴν οὐράνια θριαμβεύουσα Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, ζήσας ἐπὶ γὴς 76 χρόνια. Καὶ ὁ Φρούραρχος ἀναρτησε στὸ στῆθος τοῦ Ἁγίου, τὴν αἰτία τῆς καταδίκης, ἡ ὅποια ἔγραφε τὸ ἑξῆς: «Αὐτὸς ὁ ἀποστάτης, ἔγινε πρωταίτιος καὶ συμμέτοχος καὶ συμπατριώτης τῶν ἐπαναστατῶν»[5].
Στὸ μεταξύ, μέσα στὸ Πατριαρχεῖο, μόλις εἶχε ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἐκλογὴ τοῦ νέου Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ Εὐγένιος ὁ ἀπὸ Πισσιδίας, καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸν συνέχαιραν οἱ παρευρισκόμενοι, ξαφνικὰ ἀκούστηκε μία κραυγή: «Ἐκρέμασαν τὸν Πατριάρχη». Καὶ ὅλοι, ἔντρομοι, σηκώθηκαν, ρωτοῦσαν, μάθαιναν, ἔφριτταν καὶ θρῆνος καὶ κλαυθμὸς πολὺς ἀκολούθησε. Τὴν ἴδια δὲ ἡμέρα, καὶ ἄλλοι Ἀρχιερεῖς, σὲ ἄλλα μέρη τῆς Κωνσταντινούπολης, τελείωσαν μετὰ τοῦ Πατριάρχη τὴν ὁδὸ αὐτὴ τοῦ Μαρτυρίου[6].
Τὸ δὲ τίμιο σῶμα τοῦ Ἁγίου, παρέμεινε ἀναρτημένο στὴν θύρα γιὰ 3 μέρες, φρουρούμενο. Ὁ διάδοχός του Εὐγένιος, προσπάθησε μὲ πολὺ μεγάλη ποσότητα χρημάτων νὰ τὸ ἐξαγοράσει γιὰ νὰ τὸ κηδεύσει, ἀλλὰ μάταια κόπιασε· καθὼς οἱ Τοῦρκοι εἶχαν διατάξει νὰ ριχτεῖ στὴν θάλασσα καὶ ἔτσι νὰ ἐξαφανιστεῖ. Ἀγνοοῦσαν ὅμως, ὅτι μὲ αὐτὴν τοὺς τὴν ἀπόφαση, ἐκπλήρωναν τὴν Θεία Βουλή, ἡ ὁποία καὶ ἤθελε διὰ θαλάσσης νὰ στείλει τὸ τίμιο ἐκεῖνο λείψανο σὲ ἄλλη χώρα χριστιανική, ὥστε νὰ κηδευθεῖ ἐνδόξως, ὁσίως καὶ βασιλικῶς.
Ὅσο παρέμεινε τὸ τίμιο σκήνωμα τοῦ πάνω στὴν ἀγχόνη, πλῆθος Ὀθωμανῶν πήγαινε κάθε μέρα γιὰ νὰ τὸ δεῖ, τόσο, ὥστε κανεὶς ἀπὸ τὴν Πόλη, δὲν πρέπει νὰ πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ. Καὶ διαβάζοντας τὴν αἰτία τῆς καταδίκης, πολλοὶ ἔλεγαν πῶς ἂν ἔπραξε ὄντως αὐτὰ καλῶς καὶ τιμωρήθηκε· εἰδάλλως, ἀλλοίμονο σὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν καταδίκασαν καθὼς θὰ δώσουν λόγο τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Κάποιες ὅμως Τούρκισσες γριές, μὲ τὰ μπαστούνια τοὺς χτυποῦσαν τὸν νεκρό. Ἀκόμα καὶ ὁ ἴδιος ὁ Σουλτάνος, μεταμφιεσμένος, πῆγε ἀπὸ μακριὰ νὰ τὸν δεῖ. Ὁ δὲ τότε Μέγας Βεζύρης Βεντερλὴς Ἀλὴ Πασὰς[7], πῆγε ἔφιππος καὶ βλέποντας τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου σκυθρωπό, ἀνεφώνησε: «Ώ, τί ἀδικία».
Ἀπὸ δὲ τοὺς χριστιανούς, κανένας δὲν τολμοῦσε νὰ ξεμυτίσει ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἰδίως ὅσοι κατοικοῦσαν ἐντὸς τῶν τειχῶν. Μόνο οἱ Καθολικοί του Γαλατὰ χάρηκαν σφόδρα γιὰ αὐτὴν τὴν δυστυχία τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῶν, μὲ τὸ ποὺ ἔμαθαν τὰ γεγονότα ἔψαλλαν τὸ Te Deum [Δοξολογία].
Τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὸν ἀπαγχονισμό, ἐπανῆλθαν οἱ δήμιοι ἀκολουθούμενοι ἀπὸ 20 Ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι καὶ περίμεναν ἕτοιμοι μὲ γυμνούς τους βραχίονες νὰ ἐκτελέσουν πρόθυμα ὅτι καὶ ἂν διαταχθοῦν. Οἱ δὲ δήμιοι, ἀφοῦ κατέβασαν τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὴν ἀγχόνη, τὸν ξεγύμνωσαν ἀφήσαντες μόνο τὸ ἐσώρουχό του καὶ ἔπειτα πρόσταξαν τοὺς Ἑβραίους νὰ τὸν ρίξουν στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Αὐτοί, ἔσυραν τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὸ σχοινὶ τῆς ἀγχόνης μέχρι τὴν ἀποβάθρα τοῦ Φαναρίου, κράζοντας ὅτι αὐτὰ παθαίνουν οἱ ἐχθροί του Σουλτάνου. Καὶ ἀφοῦ στὸ σχοινὶ ἔδεσαν μία μεγάλη πέτρα, τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα ἀκάτιο καὶ τὸν ἔρριψαν στὸ μέσο τοῦ Κεράτιου Κόλπου. Ὁ δὲ νέος Πατριάρχης Εὐγένιος, κλαίγοντας ἐτέλεσε στὸν ναὸ τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία μαζὶ μὲ τοὺς παρατυχόντες Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς.
Τὸ σῶμα τοῦ Ἱερομάρτυρος, ριχνόμενο στὴν θάλασσα ἐξαφανίστηκε, ἀλλὰ ἔπειτα ἀναδύθηκε, περιφερόμενο ἀπὸ τὰ κύματα ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μέχρι τὸ βράδυ τῆς 16ης Ἀπριλίου, ὅταν καὶ κολλήθηκε στὰ πλάγια ἑνὸς Ἑλληνικοῦ πλοίου μὲ Ρώσσικη σημαία [ἐνῶ τὰ ὑπόλοιπα ἀγκυροβολημένα πλοῖα ἦταν ἄλλων Εὐρωπαίων ἐθνῶν] ποὺ ἦταν ἕτοιμο νὰ ἀποπλεύσει γιὰ τὴν Ὀδησσό. Ὁ δὲ πλοίαρχος ὀνομάζονταν Μαρὴς [Μαρίνος] Σκλάβος ἀπὸ Κεφαλονιά, καὶ φιλοξενοῦσε στὸ πλοῖο του καὶ τὸν Πρωτοσύγκελο τοῦ Ἱερομάρτυρος ὁ ὁποῖος εἶχε ζητήσει καταφύγιο ἐκεῖ. Αὐτὸς ὁ πλοίαρχος, βλέποντας ἀπὸ τὸ κατάστρωμα τὸν νεκρό, ὅτι εἶχε ἱερατικὸ ὕφος καὶ κατάλευκα μαλλιὰ καὶ γένεια τὸν σεβάστηκε στὴν κατάσταση ποὺ βρίσκονταν, γυμνὸ δηλαδὴ καὶ ἄταφο. Βλέποντας δὲ καὶ τὸ σχοινὶ τῆς ἀγχόνης, ὑποπτεύθηκε μήπως ἦταν κάποιους ἀπὸ τοὺς κρεμασθέντες Ἀρχιερεῖς, ἢ ἀκόμα καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης [τὸν ὁποῖον καὶ δὲν γνώριζε ἐκ τοῦ πλησίον]. Φώναξε λοιπὸν τὸν Πρωτοσύγκελο γιὰ νὰ ἀναγνωρίσει τὸν νεκρό. Ἐκεῖνος, μὲ τὸ ποὺ τὸν εἶδε, φώναξε: «Ὁ Πατριάρχης μου! Ὁ Πατριάρχης μου!», καὶ θρηνοῦσε γοερῶς. Ὁ δὲ εὐσεβὴς πλοίαρχος τοῦ εἶπε: «Σταμάτα, μὴν κλαῖς, θὰ τὸν πάρουμε καὶ αὐτὸν συνταξιδιώτη». Καὶ τὴν νύχτα ἀνέβασαν τὸν Ἅγιο στὸ πλοῖο καὶ ἀφοῦ τὸν περιτύλιξαν μὲ σεντόνι, τὸν τοποθέτησαν στὰ ἐρμάρια· καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα, μὲ ἕτοιμα τὰ ἀναγκαῖα ναυτιλιακὰ ἔγγραφα, ἔπλευσαν γιὰ τὴν Ὀδησσὸ μὲ φορτίο λίγο καὶ τιμαλφέστατο.
Ἐξαιτίας ὅμως τῶν ἐπικρατούντων ἐναντίων ἀνέμων, τὸ πλοῖο χρειάστηκε 24 μέρες γιὰ νὰ φτάσει στὴν Ὀδησσὸ· ἀλλὰ ὁ Ἅγιος ἦταν ἄσηπος, ἀκέραιος καὶ ἀλώβητος. Καὶ ἀμέσως, εἰδοποιήθηκε ὁ θεοσεβέστατος καὶ φιλέλλην Κόμης Ἀλέξανδρος Θεοδωρίδης ὁ Λανζερῶν [Γενικὸς Διοικητὴς τότε τῆς Μικρᾶς Ρωσσίας], ὁ ὁποῖος καὶ κατέβηκε στὸ λιμάνι, καλώντας νὰ πᾶνε ταυτόχρονα καὶ οἱ πιὸ ἐπίσημοι ἀπὸ τοὺς ἐν Ὀδησσῶ Κωνσταντινουπολίτες, τυχὸν ἕτεροι Ἕλληνες καὶ κάποιοι Καθολικοὶ ἀπὸ τὸ Σταυροδρόμι, ὅσοι γνώριζαν ἀπὸ κοντὰ τὸν Πατριάρχη, προκείμενου νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν. Καὶ συναθροισθέντες, βλέποντες τὸν νεκρὸν νὰ κείτεται ἐπὶ τῆς παραλίας ἔκλαιγαν καὶ ὁμολογώντας πῶς αὐτὸς εἶναι ὁ Πατριάρχης. Γράφτηκε λοιπὸν ἐκεῖ ἐπὶ τόπου ἐπίσημη ἔκθεση γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ποὺ τὴν ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, καὶ ἡ ὁποία στάλθηκε αὐθημερὸν ἀπὸ τὸν Κόμητα στὴν Πετρούπολη μὲ ἔκτακτο ταχυδρόμο, προκειμένου νὰ ἐνημερωθεῖ ἡ Κυβέρνηση. Ὁ δὲ Ἅγιος, ὡς συνηθίζονταν, στάλθηκε στὸ λοιμοκαθαρτήριο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀφοῦ τοποθετήθηκε σὲ καθαρὸ κιβώτιο, ἐναπετέθη σὲ ἐπίσημο τόπο, ὅπου ὅλο τὸ ἡμερονύκτιο ἔκαιγαν λαμπάδες καὶ 2 ἱερεῖς ἐκ περιτροπῆς ἀναγινώσκανε τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὁ Αὐτοκράτορας, μὲ τὸ πληροφορήθηκε τὴν εἴδηση αὐτὴ δάκρυσε, καὶ διέταξε ἀμέσως νὰ γίνει ἡ κηδεία τοῦ κοινοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρα μὲ κάθε μεγαλοπρέπεια καὶ ἁρμόζουσα τιμή. Τίμησε μὲ δῶρα βασιλικὰ τὸ λείψανο, ἤτοι μὲ ὁλόχρυση Πατριαρχικὴ στολή, καὶ μήτρα πολυτιμότατη, καὶ ἀδαμάντινο ἐγκόλπιο, μὲ τὰ ὁποία ἕντυσαν οἱ ἱερεῖς τὸν Ἅγιον καὶ τὸν τοποθέτησαν σὲ πολύτιμη λάρνακα, ἕτοιμον πρὸς ἐκφορά, ἡ ὁποία ἔγινε μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο.
Τὸ πρωΐ τῆς 17ης Ἰουνίου 1821, ἄρχισαν νὰ σημαίνουν οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν. Καὶ ἀμέσως ὁ Κόμης Λατζερῶν καὶ ὅλες οἱ πολιτικὲς καὶ στρατιωτικὲς ἀρχὲς πῆγαν στὴν αὐλὴ τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου ὅπου καὶ ἦταν σὲ βάθρο ἡ λάρνακα τοῦ Ἁγίου περιστοιχισμένη ἀπὸ ἱερεῖς καὶ λαμπάδες καὶ θυμίαμα καιγόταν. Τρεῖς Ἀρχιερεῖς, ὁ Δυστρας Κύριλλος, ὁ Εἰρηνουπόλεως Γρηγόριος καὶ ὁ Βενδέριος καὶ Ἀκερμανίου Γρηγόριος, ἔψαλλαν τὸ Τρισάγιο καὶ μετὰ τοποθετήθηκε ἡ λάρνακα στὴν ἅμαξα. Τότε, συνέχεια οἱ Ἐκκλησίες χτυποῦσαν πένθιμα. Τὰ δὲ πλοῖα ἔχοντας μεσίστιες τὶς σημαῖες ἄρχισαν τὸν κανονιοβολισμὸ· τὰ δὲ βασιλικὰ ἀνὰ 101 κανονιὲς –ὅπως καὶ τὸ φρούριο τῆς ξηρᾶς-, ἐνῶ τὰ ἐμπορικὰ ἀνὰ 51.
Τῆς δὲ πορείας προπορευόταν μεγάλος ἀργυροχρυσὸς Σταυρὸς καὶ μετὰ πολύφωτα ψηλὰ φανάρια φερόμενα ἀπὸ στιχαροφοροῦντες ἀναγνῶστες καὶ κατόπιν ἀκολουθοῦσαν οἱ σημαῖες τῶν ἐκκλησιῶν. Τέσσερις διάκονοι βάσταζαν τὸ σκέπασμα τῆς λάρνακας, ἕνας ἄλλος κρατοῦσε ψηλὰ τὴν Ἀρχιερατικὴ ράβδο, ἕτεροι δύο σὲ χρυσοποίκιλτα μαξιλάρια τὸν ἱερὸν μανδύα καὶ τὸ ἀρχιερατικὸ ἐγκόλπιο. Κατόπιν, βάδιζαν οἱ ψάλτες τῶν ἐκκλησιῶν μετὰ τῶν χορῶν αὐτῶν, ψάλλοντες τὸ νεκρώσιμο, εἶτα ἀργυρὸ κηροπήγιο μὲ μεγάλη λαμπάδα καὶ ἑξῆς ὁ ἱερὸς κλῆρος. Πρῶτον οἱ μοναχοί, μετὰ οἱ διάκονοι, οἱ ἱερεῖς, οἱ Ἀρχιμανδρίτες καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς οἱ τρεῖς Ἀρχιερεῖς προπορευόμενων διακόνων φερόντων δικηροτρίκηρα καὶ θυμιατήρια. Ἡ δὲ λάρνακα τοῦ Ἁγίου ἀκολουθοῦσε στὴν ἅμαξα ποὺ τὴν ἔσερναν ἔξι μαῦρα ἄλογα, τὰ ὁποία κὰ κρατοῦσαν ἀντίστοιχοι μαυροφορεμένοι ἱπποκόμοι. Πρὸς δὲ τὶς τέσσερις γωνιὲς τῆς ἅμαξας, τέσσερις διάκονοι λιβάνιζαν ἀδιάκοπα, ἐνῶ ἔξι ἱερεῖς –ἀνὰ τρεῖς ἑκατέρωθεν- κρατοῦσαν τὸν βελουδένιο μὲ χρυσὰ κρόσσια οὐρανὸ καὶ 12 τῶν ἐπισήμων Ὀδησσινῶν κρατοῦσαν μεγάλες καιόμενες λαμπάδες.
Πίσω ἀπὸ τὴν ἅμαξα ἐρχόταν ὁ Κόμης Διοικητὴς μὲ ὅλες τὶς πολιτικὲς κὰ στρατιωτικὲς ἀρχές, ὡς κὰ τῶν ἐπισήμων Ἑλλήνων –πριγκίπων καὶ ἄλλων εὐγενῶν τῶν ἐκ Κωνσταντινούπολης καὶ Μολδοβλαχίας καταφυγόντων στὴν Ὀδησσὸ- καὶ πλῆθος μετὰ πολύς του λαοῦ, καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά, φέροντες στὸ δεξὶ χέρι τὸ σημεῖο τοῦ πένθους. Ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, ἕως τὴν πόρτα τῆς Μητρόπολης –μία ὥρα ἀπόσταση- ἦταν περιστοιχισμένοι ἑκατέρωθεν στρατιῶτες, ἐνῶ οἱ κοζάκοι καὶ οἱ χωροφύλακες ἦταν ἐπιφορτισμένοι μὲ τὴν διατήρηση τῆς εὐταξίας τῆς παράταξης. Ὁ δὲ δρόμος εἶχε γεμίσει ἀσφυκτικὰ ἀπὸ κόσμο, ἀνεξαρτήτου κοινωνικῆς τάξης, ἔθνους ἢ θρησκείας –ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν διαταχθεῖ νὰ μείνουν κλεισμένοι στὶς οἰκίες τους. Ἡ πομπή, στάθηκε σὲ τρία διαφορετικὰ σημεῖα τῆς πόλης καὶ ἕκαστος ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς διάβασε καὶ ἀπὸ ἕνα Εὐαγγέλιο.
Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἔφτασε ἡ πομπὴ στὴν Καθεδρικὴ Ἑλληνορωσσικὴ Ἐκκλησία τῆς Μεταμόρφωσης, ὅπου καὶ ὁ Ἅγιος ἐναπετέθη ἐπὶ ὑψηλοῦ καταφάλκου, καταχρυσοῦ καὶ βαρυτίμου, τὸ ὁποῖο κατασκευάστηκε δαπάνης τῆς Μητέρας Αὐτοκρατόρισσας Μαρίας Θεοδωρίδος, οἱ διάκονοι θυμίαζαν ἀδιαλείπτως καὶ 12 μανουάλια ἔκαιγαν μέχρι τέλους τῶν λαμπάδων, ἐνῶ ἡ ἐκκλησία ἦταν κατάφωτος καὶ ὁλολαμπῆς.
Ἀποτεθέντος δὲ τοῦ Ἁγίου, ἄρχισε ἡ Θεία Λειτουργία τῇ ὁποία ἐτέλεσε ὁ Πρωτοπρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας, συλλειτουργούντων καὶ ἄλλων ἱερέων. Μετὰ δὲ τὸ τέλος αὐτῆς ἐψάλλη ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς, ἱστάμενοι περὶ τὸν Ἱερομάρτυρα, ἀναγινώσκανε ἕκαστος κατὰ μέρος τὰ διατεταγμένα Εὐαγγέλια. Μετὰ δὲ τὸ τέλος τῆς Ἀκολουθίας, ἀσπάστηκαν τὸν Ἅγιο οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ ὅλος ὁ κλῆρος καὶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες παρέμεινε πρὸς λαϊκὸ προσκύνημα. Πλῆθος λαοῦ ἔφτανε ἐξεπίτηδες ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ρωσσία, ἀπὸ τὴν Μόσχα, ἀπὸ τὴν Βασσαραβία, τὴν Ταυρίδα, τὴν Μολδοβλαχία καὶ ἀσπάζονταν μετὰ δακρύων εὐλαβείας καὶ πένθους τὸν ἱερόαθλον κεκοιμημένο. Ἦταν χριστιανοὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη· Ἕλληνες, Ρῶσσοι, Κοζάκοι, Γεωργιανοί, Δάκες, Τάρταροι καὶ οἱ περισσότερο ἐκ’ αὐτῶν ἔμεναν σὲ σκηνές, μὴ εὐρισκομένου ἄλλου χώρου. Ὅλο τὸ ἡμερονύχτιο, ἱερεῖς καὶ διάκονοι ἀλληλοδιαδόχως ἀναγίνωσκαν τὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια.
Στὶς 19 λοιπὸν Ἰουνίου καὶ ὥρα 8 τὸ πρωΐ, σημαινόντων τῶν καμπάνων, τελέσθηκε ἡ Θεία Λειτουργία, μέχρι τῆς 10, μετὰ τὸ Τρισάγιο καὶ τὸ μνημόσυνο καὶ ὁ σοφότατος Ἱεροδιδάσκαλος Κωνσταντῖνος Οἰκονόμου ὁ ἐξ’ Οἰκονόμων ἐκφώνησε ἕναν θαυμάσιο ἐπιτάφιο λόγο. Στὸ τέλος πάλι Τρισάγιο ἐψάλλη καὶ ἡ Ἀπόλυση.
Μετὰ τῆς ἰδίας τάξεως τῆς πομπῆς ὁ Ἅγιος ὁδηγήθηκε στὴν Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδος –ἀφοῦ ἦταν Ἕλληνας Πατριάρχης- καὶ ψάλλοντος τοῦ Τρισαγίου ἐτάφη στὸ προετοιμασμένο μνημεῖο ἐν τῇ αὐτὴ Ἐκκλησία, κατάντικρύ της Ὡραίας Πύλης τοῦ νοτίου παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Ἐπὶ δὲ τοῦ μνήματος τετράγωνος ψηλὸς μονόλιθος κατὰ τὸν τρόπο τῶν Βασιλικῶν Μαυσωλείων· ἐπάνω δὲ τούτου ἐστάθη διαχρυσὸς οὐρανὸς ὁ ὁποῖος καὶ ἔμεινε μέχρι τῆς 9 Ἀπριλίου 1871, ὅπου ὁ Ἅγιος μετακομίσθηκε ἀπὸ τὴν Ὀδησσὸ στὴν Ἀθήνα[8].
Τελειώνοντας τὴν βιογραφία τοῦ Ἁγίου νέου Ἱερομάρτυρος Γρηγορίου τοῦ Ε· Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρήσαντος ἐν ἔτει 1821, ὀφείλουμε νὰ ἀναφέρουμε πρὸς τὴν τιμὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ρωσσίας κυροῦ Ἰννοκεντίου, ὅτι μὲ τὴν πρόταση αὐτοῦ ἡ Ἁγιότατη Διοικοῦσα Σύνοδος πάσης Ρωσσίας θέσπισε, ἀπὸ τὸ ἴδιο ἔτος κιόλας νὰ τελεῖται ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ Ἱερομάρτυρος Πατριάρχου στὶς 19 Ἰουνίου. Ἀπὸ δὲ τοῦ ἔτους 1848, κανόνισε νὰ ψάλλεται ἡ Ἀσματικὴ Ἀκολουθία τοῦ Πανενδόξου Ἱερομάρτυρος Πατριάρχου Γρηγόριου τοῦ Ε·[9].
Ταῖς αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

[1] Βλέπε καὶ αὐτὴν νὰ ἔχει δημοσιευτεῖ στὸν «Λόγιο Ἑρμῆ», τοῦ 1819. Βλέπε ἐπίσης καὶ Μαθά, Κατάλογος Πατριαρχῶν, σέλ. 279, ὅπου ἐλέγχεται καὶ καταρρίπτεται ἡ συκοφαντία πῶς ὁ Γρηγόριος ἦταν τάχα ἐναντίον τῆς φιλοσοφίας κᾶ τῆς μάθησης.
[2] Βλέπε Λόγιον Ἑρμῆ 1820, σέλ. 451.
[3] Μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ὑπῆρχε ἕνας Ἀρχιερέας καὶ ὁ Ἀβράμιος Πετρονοβιτς, πρωθυπουργὸς τοῦ Ἡγεμόνα τῆς Σερβίας, ὁ ὁποῖος ἦταν πολύτιμος ἕνεκα τῆς εὐσέβειάς του, τῆς πολυμάθειάς του καὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ σύνεσης. Γνώριζε δὲ καὶ πολὺ καλὰ ἑλληνικὰ καὶ ἦταν μέγας φιλέλληνας. Ἐκοιμήθη τὸ 1862, παροικώντας στὴν συνοικία Τζουμπαλὴ καὶ ἐνδόξως ἐτάφη.
[4] Αὐτός, καθὼς ὡς εἴπομεν εἶχε διαταγή, πῆγε τὸ πρωΐ στὴν Πύλη καὶ ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν του ἔδωσε διάταγμα τὸ ὁποῖο ὅριζε τὴν ἐκλογὴ νέου Πατριάρχη καὶ τὴν ἔκπτωση τοῦ νῦν ὡς ἀπίστου καὶ ἐπίβουλου, δὶ’ αὐτὸ καὶ ἀπαγχονίσθηκε. Ὁ δὲ Μέγας Διερμηνέας, παρατήρησε στὸν Ὑπουργὸ ὅτι μὲ τὴν λέξη «ἀπαγχονίσθηκε» πιθανὸν νὰ φοβηθοῦν οἱ ὑπόλοιποι Ἀρχιερεῖς καὶ κανένας νὰ μὴν θέλει νὰ γίνει Πατριάρχης. Ἔτσι, ἡ λέξη αὐτὴ ἄλλαξε σὲ «ἐτιμωρήθηκε».
[5] Τέσσερις μέρες πρὶν τὸ Πάσχα, ὁ Ἀρχισατράπης εἶχε ζητήσει ἀπὸ τὸν Σεχοὺλ –Ἰσλάμη, ρήτρα [φετφά], ὥστε καὶ νομικὰ νὰ καταδικαστεῖ ὁ Πατριάρχης ὡς συνένοχος καὶ αἴτιος μάλιστα τῆς ἐπανάστασης τῶν συμπατριωτῶν του στὴν Πελοπόννησο. Ὁ εὐσυνείδητος ὅμως αὐτὸς Τοῦρκος, ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν ἀποδείξεις γιὰ τὸ ἔγκλημα γιὰ τὸ ὁποῖο κατηγορούταν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπῆρχαν, ἀρνήθηκε τὸ ζητούμενο, λέγοντας σαφέστατα καὶ μὲ κάθε σοβαρότητα πῶς ὁ νόμος οὐδέποτε τιμωρεῖ τοὺς ἀθώους, ἀντὶ τῶν ἐνόχων συγγενῶν τους. Τότε τὸν συνέλαβαν μέσα στὴν νύκτα, τὸν πῆγαν στὴν Χαλκηδόνα καὶ ἐκεῖ τὸν θανάτωσαν. Ὁ διάδοχός του, ἀμέσως ἐξέδωσε τὴν ἀπόφαση. Αὐτός, μετὰ ἀπὸ 3 μῆνες, τὸν Ἰούνιο, βλέποντας πῶς κινδύνευε, ζήτησε ἄδεια νὰ πάει στὴν Μέκκα καὶ στὴν Μεδίνα, προκειμένου νὰ προσκυνήσει τὰ ἱερά του Μωάμεθ. Πλέοντας τὸ πλοῖο μεταξὺ Χίου καὶ Οἰνουσσῶν ἔπεσε πάνω στὸν στόλο τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι πῆραν τὸν Σεχοὺλ- Ἰσλάμη καὶ τὸν κρέμασαν ἀπὸ τὸ κατάρτι τοῦ πλοίου [δίχως νὰ γνωρίζουν ὅτι αὐτὸς ὑπέγραψε τὴν ἀπόφαση γιὰ τὸν ἀπαγχονισμὸ τοῦ Ἁγίου]. Αὐτά, καὶ ἄλλα δείγματα τῆς Θείας Δίκης, ἔχει νὰ δείξει ἡ Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.
[6] Τὴν αὐτὴ ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ἀπαγχονίστηκαν, 3 Μητροπολίτες ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κρατοῦνταν στὴν φυλακή: ὁ Ἐφέσσου, ὁ Νικομηδείας καὶ ὁ Ἀγχιάλου, ἀφοῦ πρῶτα πολυειδῶς τοὺς βασάνισαν, γιὰ νὰ ἀλλαξοπιστήσουν. Ὁ δὲ Δερκῶν, ὁ Θεσσαλονίκης καὶ ὁ Ἀνδριανουπόλεως ἀπαγχονίστηκαν τὸν Ἰούνιο [μήνα ὅπου ἐτάφη τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Πατριάρχη στὴν Ὀδησσό]. Καὶ συνεχίστηκαν οἱ θανατώσεις, ὅπως αὐτὴ τοῦ Θεοδωροπόλεως στὸ Μεγάλο Ρεῦμα [Ἀρναοὺτ-κοί], ἀλλὰ καὶ ἄλλων Κληρικῶν. Ἀλὰ καὶ ἐκτός της Πόλης ἀπαγχονίστηκαν, ὅπως ὁ πρώην Πατριάρχης Κύριλλος ὁ ΣΤ·, στὴν πατρίδα τοῦ τὴν Ἀνδριανούπολη, ὁ Σωζουπόλεως Παΐσιος, ὁ Γάνου καὶ Χώρας Γεράσιμος, ὁ Μυριοφύτου Νεόφυτος, ὁ μακαριότατος Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου μετὰ ἄλλων Ἀρχιερέων καὶ κληρικῶν, ὁ Κρήτης Γεράσιμος μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
[7] Αὐτός, ὀνομάστηκε καὶ Ὀκταήμερος, γιατί διαδέχθηκε τὸν αἰφνιδίως ἐξορισθέντα προκάτοχο τοῦ τὴν Μεγάλη Τρίτη καὶ ἐξορίσθηκε καὶ ὁ ἴδιος τὴν Τρίτη της Διακαινησίμου -8 μέρες δηλαδὴ μετά. Γιατί, εἶχε δείξει μεγάλο μίσος καὶ ὀργὴ ἐναντίον τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ τοῦ Σουλτάνου καὶ γιὰ αὐτὸ ἔπραττε ἀνεξέλεγκτα Χαλέτης [ ὁ ὁποῖος καὶ ἦταν ὁ σύμβουλος ὅλων τῶν κατὰ τόπους τραγικῶν σκηνῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν ὑπηκόων].
[8] Τὰ περὶ τῆς κηδείας τοῦ Πατριάρχου βλέπε πλατύτερα στὸ ἔργο τοῦ Πρωτοσυγκέλου Ἀμβροσίου Φραντζῆ: Ἐπιτομὴ τῆς Ἱστορίας τῆς ἀναγεννηθείσης Ἑλλάδος, Τόμος Γ·, σ.σ. 243-249. Ἐπίσης στὴν Ἐφημερίδα τῆς Πετρούπολης [Σεπτεμβρίου 1821] καὶ στὴν Γαλλικὴ Ἱστορία τοῦ Πουκεβὶλ σέλ. 104 καὶ 110. Βλέπε καὶ ἐπίσημα ἔγγραφα περὶ τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου ἀπὸ 6-29 Ἀπριλίου 1871 [Ἐφημερίδα Φιλομαθῶν, ἀριθμοὶ 272-273].
[9] Ἀπὸ τὴν 18 Ἀπριλίου 1871 ἔκθεση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἑλληνικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖο ἀποσπῶμεν τὰ ἑξῆς: «Ἐντὸς δὲ τοῦ Ναοῦ [«Ὀδησσοῦ] φθάσαντες καὶ ἐπὶ ὑψώματος παρασκευασμένου τεθείσης τῆς λάρνακος ἐψάλλη αὔθυς ἡ Παννυχίς· τοῦτο δὲ πρέπει νὰ γνωρίζει τὸ Σ. Ὑπουργεῖον, διότι ἀπὸ τὸ 1821 καὶ μάλλιστα ἀπὸ τοῦ 1848 ἀπεδίδοντο τιμαὶ Ἱερομάρτυρος εἰς τὸν Πατριάρχην Γρηγόριον, διότι καὶ ἀναθήματα ἀνετέθεντο καὶ λαμπάδες προσεφέρεντο καὶ κανδύλαι ἀκοιμήτως ἐκαίοντο καὶ δεήσεις καὶ παρακλήσεις πρὸ τῆς Εἰκόνος τοῦ ἀοιδίμου ἐτελοῦντο».
Καὶ τέλος: «Ἐπικαλούμενοι δὲ τὸν Κύριόν του οὐρανοῦ καὶ τῆς γὴς ἵνα διὰ τῶν ἱκεσιῶν καὶ τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἱερομάρτυρος Γρηγορίου, οὗ τὸ ἱερὸν Λείψανον ἀπήλαυσεν ἤδη ἡ Ἑλλάς, σκέπη καὶ διαφυλάττη ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν Γένος ὅπως δυνηθῆ ἐκπληρῶσαι τὴν ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας ἐπιβεβλημένην αὐτὴ ἀποστολήν, διατελοῦμεν εὐπειθέστατοι».
+Ο Ἀρχιεπίσκ. Φθιώτιδος ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ.
+Ο Ἀρχιεπίσκ. Ζακύνθου ΝΙΚΟΛΑΟΣ.
Οἱ Ἀρχιμανδίται Ἀβέρκιος Λαμπίρης, Ἀγαθάγγελος Λεκόπουλος.

Γεώργιος Π. Ἀγγελόπουλος. Ὁ Γράμμ. Κώνστ. Καλοθῆς.