Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Λόγος περὶ Πνευματικοῦ Πατρός.

Λόγος περὶ Πνευματικοῦ Πατρός.

Ἕνας ὑποτακτικὸς ἔζη εἰς τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου. Ἦτο ἀνηψιὸς τοῦ ἡγουμένου καὶ ὡς τοιοῦτος ἐδημιούργει πολλάκις φιλονικίας καὶ θέματα εἰς τὴν Σκήτη. Ὅταν κάποτε ἠσθένησε βαρέως καὶ ἐπρόκειτο νὰ ξεψυχήσει, δὲν ἡσύχαζε. Ἔκαμνε θόρυβο, εὑρίσκετο εἰς μία ἀπερίγραπτη ταραχὴ καὶ σύγχυση. Οἱ Πνευματικοὶ τοῦ διάβασαν τὴν εὐχὴ εἰς ψυχοῤῥαγοῦντα. Τίποτε. Ἡ ταραχή, ἡ ἀγωνία ἡ ἰδία καὶ μεγαλυτέρα. Τότε συνέστησαν εἰς τὸν Γέροντά του Χρυσόστομο:
-Βάλε τὸ χέρι σου εἰς τὴν κεφαλὴ τοῦ ὑποτακτικοῦ σου καὶ εἶπέ του: «Τέκνον μου, Ἰωάννη, κοιμήθητι καὶ ἐγὼ παίρνω τὸ βάρος πάνω μου». Καὶ μετά, νὰ μοιράσεις ἐλεημοσύνας διὰ ἀγρυπνίας καὶ διὰ κομβοσχοίνια εἰς πτωχοὺς ἀσκητὰς καὶ θὰ βάλεις ἐσὺ μετάνοιαν ἀντ’ αὐτοῦ εἰς ὅσους ἐκεῖνος ἐπίκραινε.
Μόλις ἔβαλε τὸ χέρι του εἰς τὸ κεφάλι του καὶ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ἠρέμησε τελείως καὶ ἐν εἰρήνῃ ξεψύχησε.
***
Ὑπῆρχε ἕνας ἱερομόναχος Ἑλληνορῶσος, Ἀκάκιος ὀνόματι, ποὺ εἶχε δύο ὑποτακτικούς, τὸν Ἀβέρκιο καὶ τὸν Πρόχορο, εἰς τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Κερασιά. Κάποτε, ἀνέβηκαν εἰς τὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνος καὶ διανυχτέρευσαν εἰς τὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας. Ὁ Ἀβέρκιος, ἐνῶ εἶχε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Γέροντά του νὰ μὴν πάει, πῆγε νὰ κοιμηθῆ εἰς ἕνα μοναχικὸ Κελλί, καὶ κλείδωσε τὴν πόρτα. Τὸ βράδυ εἶχε δαιμονικὴ ἐπίθεση. Τοῦ ἐπαρουσιάσθη δαιμονικὸ πνεῦμα καὶ τὸν ἐχτύπα μανιωδῶς. Ἐκεῖνος ἤρχισε νὰ φωνάζει. Ἔτρεξε ὁ Γέροντάς του, πῆρε τὸν σταυρό, ἔκανε προσευχή, ἀλλὰ ὁ δαίμων δὲν ἔφευγε. Ὁ π. Ἀβέρκιος δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῆ καὶ νὰ ἀνοίξει τὴν θύρα. Τότε, ὁ π. Ἀκάκιος πῆγε ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ λέει εἰς τὸ πονηρὸ πνεῦμα: «Μὲ ποιό δικαίωμα, χτυπᾶς ἐσὺ τὸν ὑποτακτικό μου;». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ δαίμων ἐξηφανίσθη. Ὁ Ἀβέρκιος ἠλευθερώθη. Ἡσύχασε.
***
Ὁ Γέροντας Γρηγόριος, τῆς Καλύβης τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὰ Καυσοκαλύβια, εἶχε ἕναν ὑποτακτικό, ὁ ὁποῖος πρὶν ξεψυχήσει, τοῦ εἶπε:
-Γέροντα, ἦλθαν οἱ δαίμονες καὶ μοῦ ζητοῦν γιατί δὲν ἔκανα τὸν κανόνα μου ἐκεῖνες καὶ ἐκεῖνες τὶς μέρες.
-Νὰ τοὺς πῆς, ὅτι ἀναλαμβάνω ἐγὼ τὰς παραλείψεις σου.
Ὁ ὑποτακτικὸς χαμογέλασε ἱκανοποιημένος καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικῶς.
***
Ὁ παπα-Κοδρᾶτος ὁ Καρακαλληνός, εἶχε τὸ χάρισμα νὰ συμπάσχει μὲ τὸν ἐξομολογούμενο, κλαίων μετ’ αὐτοῦ καὶ διαμοιράζων τὸν κανόνα τοῦ ἐξομολογουμένου μὲ τὸν ἑαυτό του.
***

Ἦταν δύο ἀδελφοί, οἱ ὁποῖοι φιλονικοῦσαν μεταξύ των, διότι ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὀνόματι Ζωσιμᾶς, ζητοῦσε μερικὰ χρήματα ἀπὸ τὸν ἄλλον, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἔλεγε, τοῦ τὰ χρωτοῦσε. Ὁ ἄλλος ὅμως ἀδελφός, ἔλεγε, ὅτι δὲν τοῦ ὀφείλει τίποτε, καὶ ἔτσι εὑρίσκοντο εἰς συνεχῆ φιλονικία. Ἀντιληφθεὶς αὐτὸ ὁ παπα-Μηνᾶς ἦλθε καὶ εἶπε εἰς τὸν ὑποτακτικό του:
-Ἔ, καλόμοιρε γερο-Ὀνούφριε, αὐτοὶ μάλωνουν. Πρέπει νὰ βρῶ χρήματα νὰ τὰ δώσω εἰς αυτὸν ποὺ τὰ ζητεῖ, γιὰ νὰ παύσει ἡ φιλονικία.
Παίρνει, λοιπόν, ὁ Γέροντας, ὅσα χρήματα εἶχε καὶ τὰ πηγαίνει εἰς τὸν Ζωσιμᾶ, λέγων:
-Πάτερ Ζωσιμᾶ, πάρε αὐτὰ τὰ χρήματα, μοῦ τὰ ἔδωσε ὁ πατὴρ ποὺ σοῦ τὰ χρωστεῖ. Μόνο νὰ τὸ κρατήσεις μυστικό, διότι γνωρίζεις πὼς εἶμαι Πνευματικός.
Κατὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ παπα-Μηνᾶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, καὶ ἐνῶ ὅλοι ἐγκωμίαζαν τὰς ἀρετάς του, εἶπε τὸ γεγονὸς ὁ Ζωσιμᾶς. Τότε, ὁ ἄλλος ἀδελφός, ἀκούων τὸν λόγον αὐτόν, φώναξε:
-Ὄχι, οὐδέποτε τοῦ ἔδωσα χρήματα, γιὰ νὰ σοῦ φέρει, πάτερ Ζωσιμᾶ.
Ἀκούσαντες αὐτὸ οἱ πατέρες, εἶπαν ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι:
-Ὄντως, μὲ σημεῖα ἀρετῆς ἀνεχώρησε ὁ παπα-Μηνᾶς ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα γιὰ τὰ αἰώνια.
***


Λόγος περὶ τῆς παρακοῆς.

Λόγος περὶ τῆς παρακοῆς.

Ὁ παπα-Μελέτιος ὁ Πνευματικός, κατώκει εἰς τὸ Παντοκρατορινὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Χατζούδα. Εἶχε πλουσία βιβλιοθήκη καὶ πολλὰς γνώσεις. Δὲν ἐπέτρεπε εἰς τὰ καλογέρια του ποτὲ νὰ ἐργάζονται τὰς Κυριακὰς καὶ ἀργίας. Μία ἡμέρα ἀργίας, οἱ ὑποτακτικοὶ τοῦ εἶπαν ὅτι ἤθελαν νὰ πάνει νὰ δοῦν τὰ μελίσσια ποὺ εἶχαν τοποθετημένα εἰς τὴν Καψάλα. Δὲν πῆγαν ὅμως ἐκεῖ, ἀλλὰ ροχώρησαν εἰς τὸν λάκκο, εἰς τὴν Σκήτη τοῦ Κουτλουμουσίου, ὅπου ὑπῆρχαν ψάρια διὰ νὰ ψαρέψουν. Ἐκεῖ τραβιοῦνται τὰ νερά, καὶ τὸ λέγουν τὸ μέρος «φονιά», διότι παλαιότερα ἐπνίγησαν ἄνθρωποι. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, λοιπόν, ἔπεσε μέσα εἰς τὸν λάκκο ὁ ἕνας ἀπὸ τὴν συνοδεία, διὰ τὴν ἀνυπακοή των, καὶ ἐπνίγη. Οἱ ἄλλοι δὲν ἐτόλμουν νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸ Κελλί τους. Ἔτρεξαν εἰς ἄλλους πατέρας καὶ παρεκάλεσαν νὰ τὸν ἀνακοινώσουν εἰς αὐτὸν μὲ τρόπο. Ἐλυπήθησαν οἱ πάντες διὰ τὸν πνιγμένο καὶ τοὺς παρηκόους ὑποτακτικούς. Ὁ Γέροντάς των, Μελέτιος, πέθανε ἀπὸ τὴν ἀφόρητη λύπη του.
***
Ἕνας μοναχός, ἠσθάνθη μεγάλη ἐπιθυμία νὰ ἐξέλθη τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιὰ νὰ δῆ τὴν μητέρα του. Πίσω ὅμως ἀπὸ τὴν αὐτὴ φαινομενικὼς ἀθώα ἐπιθυμία, ἐκρύπτετο ὁ πειρασμός. Ὁ Γέροντάς του, ὡς διακριτικός, τὸ ἐντόπισε καὶ γιὰ αὐτὸ δὲν τοῦ ἔδιδε εὐλογία. Οἱ ἄλλοι τῆς συνοδείας ἐπέμεναν νὰ τὸν ἀφήσει. Συνεννοήθησαν μαζί της νὰ ἔλθει ἀπὸ τὴν Καισάρεια εἰς τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐκεῖ θὰ πῆγαινε ὁ υἱός της μὲ συνοδεία ἑνὸς ἀδελφοῦ. Δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα πήγαινε πλοῖο ἀπὸ τὴν Ῥωσία διὰ τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἐστάθμευε εἰς τὴν Πόλη. Μὲ αὐτὸ κανόνισαν νὰ πᾶνε. Πῆγαν νὰ βάλουν μετάνοια εἰς τὸν Γέροντα διὰ τὴν ἀναχώρηση. Ὁ Γέροντας ἦτο κατάκοιτος. Μόλις τὸ ἄκουσε ἤρχισε νὰ κλαίει, ὡς νὰ τὸν ἀποχαιρετοῦσε διὰ πάντα. Καὶ ὄντως, ἐπέστρεψε μόνο ὁ συνοδός· ὁ ἄλλος ἔμεινε γιὰ πάντα εἰς τὸ Ὄρος.
***
Ὁ Ῥῶσος ἡγούμενος Μισαήλ, ἔστειλε κάποτε ἕναν ὑποτακτικό του εἰς τὸ ἱστιοφόρο πλοῖο τῆς Μονῆς. Ἐκεῖνος ἠρνήθη:
-Δὲν πάω.
-Ποῦ θέλεις νὰ πᾶς;
-Στὸ δάσος, νὰ κόβω ξύλα.
Πῆγε εἰς τὸ δάσος καὶ δὲν παρῆλθεν πολὺς καιρός, ὁπότε ἕνα δένδρο ἔπεσε πάνω του καὶ ἔμεινε εἰς τὸ νοσοκομεῖο, μετανοῶν διὰ τὴν παρακοή του.
***


Λόγος περὶ ὁσιακοῦ τέλους.

Λόγος περὶ ὁσιακοῦ τέλους.

Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ τελευτήσει ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ξηροποταμινός, ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος καὶ ἀπὸ τὴν λάμψη οἱ παρευρισκόμενοι ἔπεσαν κατὰ γῆς.
***
Εἰς τὴν Μονὴ Βατοπεδίου, ἔζησε καὶ ὁ ὁσιώτατος ἐκεῖνος Προσμονάριος, ὁ ὁποῖος ἤκουσε φωνὴ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ὅτι ἔχει νὰ ζήσει ἕνα ἀκόμη ἔτος καὶ νὰ ποιήσει τὴν ἑτοιμασία τῆς ἐκδημίας του ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη αὐτὴ ζωή. Ἀργότερα δὲ ἤκουσε φωνή, ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἀπέλθη εἰς τὸν Κύριον.
***
Ἦτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή, 6 τοῦ μηνὸς Μαρτίου, καὶ κατὰ τοὺς ἀρχαίους θεσμούς, δὲν ἐξήρχετο κανεὶς ἀπὸ τὴν Καλύβη του, στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἅννης. Ὁ γερο-Δαμασκηνός, ἐκ Θεοῦ πληροφορηθεὶς ὅτι ἦλθεν ἡ τελευταία μέρα τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, ἔστειλε ἕναν ἐπισκέπτη του καὶ κάλεσε τὸν ὑποτακτικὸ τοῦ π. Μηνᾶ, τὸν γερο-Ὀνούφριο, ὁ ὁποῖος, μόλις ἔφθασε, τὸν εἶδε νὰ κλαίει καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ῥώτησε:
-Τί ἔχεις, γερο-Δαμασκηνέ, καὶ κλαῖς;
-Γέρο-Ὀνούφριε, σὲ παρακαλῶ πολύ, πάρε τὸ βιβλίο αὐτὸ τοῦ Ὁσίου Ἐφραὶμ καὶ φύλαξέ το, γιατὶ πεθαίνω ἀμετανόητος.
-Γερο-Δαμασκηνέ, τόσα χρόνια στὴν ἡσυχία, τόσοι ἄνθρωποι μὲ τὴν διδαχή σου ἐσώθηκαν καὶ ἔφθασαν στὴν ἁγιότητα καὶ σὺ λὲς ὅτι δὲν μετενόησες;
-Ναί, γερο-Ὀνούφριε, δὲν μετενόησα, γιατὶ ἔπρεπε νὰ πεθάνω ὡς ὑποτακτικὸς στὸν παπα-Μηνᾶ καὶ νὰ εἶμαι κρυμμένος στὴν Καλύβη καὶ ἄγνωστους στοὺς ἀνθρώπους, γιατὶ οἱ ἔπαινοι ἐμποδίζουν τὴν σωτηρία τοῦ ἀληθινοῦ μοναχοῦ.
Κατέβη ἀμέσως ὁ γερο-Ὀνούφριος εἰς τὸν παπα-Μηνᾶ καὶ τοῦ τὸ εἶπε. Ἀμέσως ἀνέβησαν μαζὶ εἰς τὸ ξηροκάλυβο, ὅπου εὑρῆκαν τὸν γερο-Δαμασκηνὸ ἤδη τεθνεῶτα μὲ ὁσιακὸ θάνατο. Τὸν ἔθαψαν καὶ κατόπιν κατῆλθο εἰς τὴνν Καλύβη των. Μόλις εἰσῆλθον, εἶπε ὁ παπα-Μηνᾶς:
-Ἔχω ῥίγη καὶ πυρετό.
Καὶ εἰς τὰς 9 Μαρτίου, μνήμη τῶν Ἁγίων 40 Μαρτύρων, ἀνεχώρησε καὶ ὁ παπα-Μηνᾶς ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα εἰς τὰ αἰώνια μὲ ὁσιακὸ τέλος.
***
Λίγο πρὶν κοιμηθῆ ὁ Γέρων Καλλίνικος ὁ Κατουνακιώτης, εἶδε εἰς θεία ὀπτασία τοὺς Ἁγιορείτας Ὁσίους νὰ τὸν περιμένουν, κρατοῦντες εἰς τὰ χέρια των λαμπάδας. Τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε ἀπὸ χαρά, φώναξε τὸν ὑποτακτικό του καὶ τοῦ εἶπε:
-Σᾶς παρακαλῶ, πηγαίνετε νὰ ἑτοιμάσετε τὴν ἐκκλησία, διότι ἦλθαν οἱ Ὅσιοι Ἁγιορεῖται Πατέρες, νὰ μὲ παραλάβουν. Εἰς ὅλη μου τὴν ζωὴ τοὺς παρεκάλουν καὶ τοὺς ἐζήτουν αὐτὸ τὸ δῶρο.
***
Ἕνας μοναχός, ἐκοιμήθη, ἐπικαλούμενος τὰς τελευταίας στιγμὰς τοῦ βίου τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, λέγων:
-Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἄγιον, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, εἶπε τρεῖς φορὰς καὶ ξεψύχησε.
***






Ὁ Γέρων Φιλάρετος, λίγο πρὶν κοιμηθῆ, κάλεσε τοὺς δύο ἀδελφοὺς τῶν Δανιηλαίων Δανιὴλ καὶ Ἀκάκιο καὶ ἀφοῦ τοὺς εἶπε πολλὰ περὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τοῦ μοναχισμοῦ, κατόπιν σηκώθηκε ὄρθιος καὶ παρεκάλεσε νὰ ψάλλουν τό: «Ἄξιον Ἐστι». Ἐστάθη προσοχὴ καὶ ἤκουε εὐφραινόμενος καὶ δακρυῤῥοῶν ὡς συνήθως. Μετὰ τοὺς ἐνηγκαλίσθη, τοὺς ἠσπάσθη καὶ τοὺς εἶπε:
-Ἀδέλφια μου, ἀγγελούδια τῆς Παναγίας, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ξαναδῶ μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματός μου, γιατί μὲ κάλεσε ὁ Κύριος, μὲ τὴν πρεσβεία τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, νὰ μὲ πάρει στὰ οὐράνια θεῖα σκηνώματα.
Τὴν ἄλλη μέρα, ποὺ τὸν ἐπεσκέφθησαν, εἶχε σχηματισθῆ μόνος του μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια πάνω εἰς τὸ ξύλινο κρεββατάκι του, μὲ τὰ μάτια κλειστά, σὰν νὰ ἐκοιμᾶτο τὸν φυσικὸ ὕπνο.
***
Γέρων Ἰάκωβος ὁ Καυσοκαλυβίτης, εἰς τὰ τελευταῖά του, πῆγε νὰ γηροκομηθῆ εἰς τὴν Λαύρα. Ὅταν ὅμως ἠσθάνθη τὸ τέλος του, ἀπεφάσισε νὰ πάει κρυφίως νὰ ἀναπαυθῆ εἰς τὸ ἐρημητήριό του, ὅπου ἔζησε τόσα ἔτη. Ἕνα ἀπόγευμα, ἐνῶ οἱ πατέρες διάβαζαν τὸ Ἀπόδειπνο, ἐκεῖνος ἔφυγε μὲ τὸ λαδοφάναρο. Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ὁδοιπορίας παρεκάλει τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας: «Ἅγιοι, ἀξιώσατέ με νὰ ἔλθω νὰ πεθάνω ἐκεῖ». Βάδιζε σιγὰ-σιγά, ὅλη τὴν νύχτα ὁδοιπορῶν. Μόλις ἔφθασε εἰς τὴν μάνδρα τῆς Καλύβης του, ἔσβησε τὸ φαναράκι του. Εὐτυχῶς τὸν εἶδαν οἱ γείτονές του. Ἔτρεξαν κοντά του. Πέρασε τὴν πόρτα τοῦ ἐρημητηρίου, εἶπε δι’ ἄλλη μία φορά: «Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχαι, ἀξιώσατέ με νὰ πεθάνω ἐδῶ», καὶ ξεψύχησε ἐν εἰρήνῃ.
***
Ὁ Γέρων Δαμιανὸς ὁ Σιμωνοπετρίτης, ὅταν προησθάνθη τὸ τέλος του, εἰσῆλθε εἰς τὸν ναὸ ψάλλων τό: «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1927 μετὰ τετραήμερο πυρετό.
***
Ὁ γερο-Χαρίτων ὁ Καυσοκαλυβίτης, πνευματικὸς ἐγγονὸς τοῦ ἡσυχαστοῦ Χαρίτωνος, ἔπεσε κατάκοιτος εἰς τὸ κρεββάτι του καὶ εἰς τὰ τελευταῖά του ἔβλεπε οὐράνια ὀπτασία. Ἔλεγε εἰς τὸν παράδελφό του:
-Πάτερ Ἀθανάσιε, κοίταξε. Ποῦ βρέθηκαν τόσα μικρὰ ὁλόλευκα, ὡραῖα παιδάκια; Ὤ, τί ὡραῖα, κοίτα. Κρατοῦν λουλούδια στὰ χεράκια τους. Σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου, ποὺ μὲ ἀξίωσες νὰ δῶ Ἀγγέλους Σου.
***
Ἕνα Πάσχα, εἰς τὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἕνας ὑποτακτικὸς ἀπὸ τὴν Καλύβη τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἔψαλλαν τό: «Ἀναστάσεως ἡμέρα», ἐστάθη εἰς τὸ μέσο τοῦ ναοῦ καὶ ἔβαλε ἐδαφίαιας μετανοίας, ὅπως ὅταν θέλουμε νὰ μεταλάβουμε. Κανεὶς δὲν τὸν ἠρώτησε διὰ ποίαν αἰτία κάμνει τὰς μετανοίας. Παρετέθη κοινὴ Τράπεζα δι’ ὅλους καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ ὑποτακτικὸς αὐτὸς κατῆλθεν εἰς τὴν Καλύβη του. Πρὶν σημάνουν οἱ κώδωνες διὰ τὸν ἑσπερινὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀναστάσεως, διεδόθη ἡ εἴδησις ὅτι ὁ ἀδελφὸς αὐτός, ἀνεχώρησε ἐκ τοῦ παρόντος βίου.
***
Ἄλλο Πάσχα πάλι, ἄλλος ἀδελφὸς ἀνεχώρησε, ἐνῶ ἔψαλλαν οἱ πατέρες τό: «Ἀναστάσεως ἡμέρα». Αὐτὸς ὁ τρισμακάριος ἵστατο εἰς τὸ στασίδιό του καὶ ἐκράτει τὴν πασχαλινὴ λαμπάδα, ἡ δὲ ψυχή του χαίρουσα καὶ ἀγαλλομένη ἀναστασίμως πέταξε εἰς τοὺς οὐρανούς. Τὸν πλησίασαν οἱ πατέρες καὶ τὸν εὗρον κεκοιμημένο. Τὸν ἔθαψα εἰς τὸ Κοιμητήρη τῆς Σκήτης. Τὸ σῶμά του ἦτο ὅπως τὸ ζυμάρι. Εἶχε εὐκαμψία καὶ εὐλυγισία.
***
Ὁ Γέρων Ἀρτέμιος ὁ Γρηγοριάτης, λίγο πρὶν κοιμηθῆ τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου, ἐκάθητο ἐν βαθυτάτῃ γαλήνῃ εἰς τὴν κλίνη του, ἔχων εἰς τὴν δεξιὰ τὸ κομβοσχοίνιό του, καὶ εἶπε εἰς τὸν ἐπίσκοπο Μηλιτουπόλεως Ἱερόθεο:
-Φεύγω, δεσπότη μου, φεύγω. Θέλω νὰ μὲ εὐχηθῆς νὰ εὕρω ἔλεος παρὰ Κυρίου.
-Θὰ γίνεις καλά. Θὰ ξανασυναντηθοῦμε.
-Ἐλπίζω νὰ ξανασυναντηθοῦμε ἐκεῖ, ὅπου ὁρίσει τὸ θεῖόν Του θέλημα, ἀλλὰ σήμερο κάμετε ἀγάπη καὶ μείνετε καὶ αὔριο φεύγετε. Θέλω ἀκόμη τὴν τελευταία εὐχή σου.
Μετὰ δίωρο, ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, παρέδωσε τὸ πνεῦμά του λέγων: «Δόξα Σοι, Κύριέ μου, δόξα Σοι».
***
Ὁ ἱερομόναχος Μεθόδιος, τοῦ Κελλίου τοῦ Ὁσίου Νείλου, ἐνῶ ἔλεγαν τὸ Ἀπόδειπνο οἱ μοναχοὶ τῆς συνοδείας του καὶ εἶχαν φθάσει στό: «Ἅγιε Ἄγγελε...», παρεκάλεσε:
-Πέστο πάλι, Πάτερ Νεῖλε. «Ἅγιε Ἄγγελε, ὁ φύλαξ καὶ σκεπαστὴς τῆς ἀθλίας μου ψυχῆς... καὶ πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ πρὸς τὸν Κύριον τοῦ ἐπιστηρίξαι με ἐν τῷ φόβῳ αὐτοῦ καὶ ἄξιον ἀναδεῖξαί με δοῦλον τῆς Αὐτοῦ ἀγαθότητος».
Καὶ ἐκεῖ ποὺ ἐκάθητο, μὲ τρεῖς ἡσύχους ἐκπνοάς, παρέδωσε τὸ πνεῦμα.
***
Ἕνας ἱερομόναχος Ἁγιοπαυλίτης, ἐκοιμήθη εὑρισκόμενος ἔξω τῆς Μονῆς, καθισμένος εἰς ἕνα βραχάκι καὶ εὐλογῶν μὲ τὴν δεξιά του χεῖρα.
***
Ὁ Γέρων Ἰωάννης, τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τῆς Κουτλουμουσιανῆς Σκήτης, ἐκοιμήθη εἰς ἡλικία 95 ἐτῶν, στὶς 13 Νοεμβρίου 1985, προλέγων πρὸ ἡμέρῶν: «Θέλω νὰ ἀποθάνω τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὅπως ἐκοιμήθη καὶ ὁ Γέροντάς μου».
***
Ὁ Γέρων Θεόφιλος ὁ Λαυριώτης, φρόντισε γιὰ τὰ μνημόσυνά του καὶ εἶχε δώσει διὰ τὰ ἐπιμνημόσυνα ἔξοδά του. Πρὸ τοῦ θανάτου διεμοίρασε ὅλα τὰ προσωπικά του εἴδη εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ πατέρας.
***
 «Χριστέ μου, τὸ μέγα Σου ἔλεος». Αὐτοὶ ἦσαν οἱ τελευταῖοι λόγοι τοῦ Γέροντος Ἀββακοὺμ τοῦ ἀνυποδήτου, μὲ τοὺς ὁποίους καὶ ἐκοιμήθη.
***


Λόγος περὶ θείων ὁραμάτων καὶ ὀπτασιῶν.

Λόγος περὶ θείων ὁραμάτων καὶ ὀπτασιῶν.

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ξηροποταμινός, εἶχε πατέρα τὸν βασιλέα Μιχαὴλ τὸν Κουροπαλάτη, ὁ ὁποῖος, μὴ ὑποφέρων νὰ βλέπει τὰς ἀδικίας καὶ τὰς ἀταξίας τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του, παρητήθη καὶ ἔγινε μοναχός. Ἡ μητέρα του, ἡ Προκοπία, πρὶν γεννήσει τὸν Ἅγιο, εἶδε τὸ ἑξῆς ὅραμα: Εἶδε ὅτι γέννησε πάνω σὲ μία θημωνία σίτου ἀρσενικὸ ἀρνίο. Μετὰ τὴν γέννηση τοῦ ἐπετέθησαν δύο λέοντες, τὴν ὁρμὴ τῶν ὁποίων τὸ ἀρνίο ἀντιμετώπισε κρατῶν τὸν Τίμιο Σταυρό, μὲ τὸν ὁποῖο καὶ τοὺς θανάτωσε. Οἱ δύο λέοντες συμβόλιζαν τὸν διάβολον καὶ τὸν κόσμο ποὺ κατενίκησε ὁ Ἅγιος, τὸ ἀρνίο αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ.
***
Τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ἀνεχώρησε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ξεκίνησε νὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ ὁ Μᾶρκος ὁ ἁπλοῦς. Πλησίαζε νὰ ἐξέλθη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅταν ἤκουσε φωνή, καὶ γύρισε νὰ δῆ ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ τὸν φωνάζει. Εἶδε τότε παράδοξα καὶ θαυμαστὰ πράγματα. Τὸ Ἅγιον Ὄρος ἦτο γύρω-γύρω κτισμένο ὡσὰν ἕνα ὑψηλὸ κάστρο μὲ πελωρίους πύργους, ἀπὸ τὴν μίαν του ἄκρη ἕως τὴν ἄλλη. Μέσα εἰς τὰ τείχη του ὑψώνοντο χρυσᾶ παλάτια, ὡραιότατα, μεγαλοπρεπῆ, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκάθητο ἡ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν Θεοτόκος μὲ ἀναρίθμητα πλήθη Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων καὶ μοναχῶν, ποὺ Τὴν ὑμνοῦσαν ἀδιακόπως.
***
Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Ῥῶσος ὁ Ἐσφιγμενίτης, ἤκμασε τὸ 1012. Ἦλθε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συνηντήθη μὲ Ἁγιορείτας μοναχούς, οἱ ὁποῖοι διὰ τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ἀρετή των τοῦ προεξένησαν μεγάλη ἐντύπωση. Ὅταν ἔμαθε τὸ ὕψος τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας των, ἦλθεν εἰς τὸ Ὄρος καὶ ὑπετάγη εἰς τὸν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου. Μετὰ τὴν δοκιμασία τριῶν ἐτῶν, ἐκάρη μοναχός. Οὐράνιος ὀπτασία τοῦ Γέροντος, τὸν ἔπεισε νὰ ἀποστείλει αὐτὸν εἰς τὴν Ῥωσία πρὸς ὠφέλεια ψυχῶν καὶ ὀργάνωση τοῦ μοναχισμοῦ, τὸ ὁποῖο ἦτο ἄγνωστο εἰς τὴν Ῥωσία. Πράγματι, ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, ᾠκοδόμησε εἰς τὴν περιοχὴ τοῦ Κιέβου Μονὴ μὲ ἡγούμενο τὸν Ὅσιο Θεοδόσιο.
***
Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης, εἶδε εἰς ὅραμα τὸν Ὅσιο Μάξιμο τὸν Καυσοκαλυβίτη, κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἱερᾶς Ἀκολουθίας εἰς τὸ Κυριακό, νὰ θυμιάζει φορῶν ἱερατικὴ στολή, καὶ τὸν ἠκολούθουν 40 ἱεροπρεπεῖς ὅσιοι πατέρες.
***
Ὅταν ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ, ἠσκήτευε εἰς τὸ Ὄρος καὶ ἠργάζετο διὰ νὰ κτίσει τὸ ἐκκλησάκι του, εἶχε ἔλθει νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ καὶ ἕνας γνώριμος εἰς αὐτὸν μοναχός. Ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος εἶδε ἄλλους δύο ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐβοήθουν τὸν Ὅσιο, σήκωναν λίθους καὶ τοὺς ἔφερναν ἐκεῖ ποὺ ἔχτιζε ὁ Ὅσιος. Ὅταν πλησίασε καὶ τὸ χαιρέτησε, τότε οἱ δύο ἐκεῖνοι ἔγιναν ἄφαντοι καὶ ἔμεινε ὁ Ὅσιος μόνος. Ὁ ἐπισκέπτης μοναχός, ῥώτησε τὸν Ὅσιο, ἀπορῶν καὶ ἐξιστάμενος, ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι καὶ τί ἔγιναν. Ὁ Ὅσιος ἀπήντησε ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἐκεῖ, εἰμὴ μόνος ὁ Θεός. Κατάλαβε, ὅμως, ὅτι ὁ Κύριος τοῦ εἶχε στείλει Ἀγγέλους μὲ σχῆμα ἀνθρώπων γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν εἰς τὸ ἔργο του.
***





Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς ὁ Ζωγραφίτης ὁ Βούλγαρος, ἦλθε εἰς τὸ Ὄρος τὸ 1280. Κοινοβιάσας δ’ ὀλίγο διάστημα εἰς τὴν Μονὴ Ζωγράφου, ἡσύχασε εἰς πλησιόχωρο ἀσκητήριο. Ἠξιώθη διορατικοῦ καὶ προορατικοῦ χαρίσματος. Εἶδε τὴν ψυχὴ τοῦ ἡγουμένου τοῦ Χιλανδαρίου νὰ βασανίζεται ἀπὸ τοὺς δαίμονας. Εἶδε τὴν Θεοτόκο εἰς τὸ Βατοπέδι κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ νὰ ὑπηρετῆ εἰς τὴν ἐκκλησία καὶ εἰς τὴν τράπεζα. Ὅταν κάποτε ἐπεθύμησε νὰ φάει λίγο ψάρι, ἕνας ἀετὸς ἥρπασε αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἁλιεία κάποιου Χριστοφόρου καὶ τὸ ἔφερε ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἅγιο. Ὑπέστη πολλὰς δαιμονικὰς ἐπιθέσεις. Ὅταν εἰς τὴν ἐπικήδειο ἀκολουθία του ἔψαλλαν οἱ ἀδελφοί, συγκεντρώθηκαν ὅλα τὰ ζῶα τῆς περιοχῆς χερσαῖα καὶ πετεινά, καὶ μετὰ τὴν ταφὴ φώναξε τὸ καθένα μὲ τὴν δική του φωνή, ὡσὰν νὰ ἤθελαν νὰ δώσουν εἰς τὸν Ὅσιο τὸν τελευταῖο ἀσπασμό. Ἄξιο ἀπορίας τυγχάνει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ λείψανό του ἀναζητηθὲν δὲν εὑρέθη εἰς τὸν τάφο.
***
Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Δομέστικος, τῆς Μ. Λαύρας, εἰς μίαν ἀγρυπνία, τὴν παραμονὴ τῶν Φώτων, ἔψαλε τὸ «ἐπὶ σοὶ χαίρει» εἰς τὴν Λειτουργία. Εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγρυπνίας, ὑπνώσας λίγο, εἶδε τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἱσταμένη ἐπάνωθεν αὐτοῦ καὶ λέγουσα: «Δέξαι σου τὸ ψαλτικό, ὦ Δομέστικε. Καὶ εὐχαριστῶ σοι πολλᾶ». Συγχρόνως δὲ τοῦ ἔδωσε ἰδιοχείρως ἕνα φλωρί, τὸ ὀποῖο κρεμᾶται εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μέχρι σήμερα.
***
Ὅταν κάποτε, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, ὁ κτήτωρ τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων, ἐλειτούργει εἰς τὸν κορυφὴ τοῦ Ἄθω κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως, φῶς οὐράνιο περιέλαμψεν πάντας τοὺς παρευρεθέντας, τὸ ὁποῖο τοὺς ἠνάγκασε νὰ πέσουν καταγῆς μὴ ὑποφέροντες τὴν λάμψη.
***
Ὅταν ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ἦτο ἀρχάριος ὑποτακτικὸς καὶ διήρχετο τὸ μαρτυρικὸ στάδιο τῶν δαιμονικῶν προσβολῶν, ἔφθασε εἰς τὴν ἔσχατη ἀπόγνωση μία ἡμέρα καὶ εἶπε: «Ὁ Θεὸς εἶναι ἀδυσώπητος». Μὲ τὸν λογισμὸ αὐτὸν ἠσθάνθη τελεία ἐγκατάλειψη. Ἡ ψυχή του ἐβυθίσθη εἰς τὸ σκότος μίας τρομερᾶς ἀγωνίας. Ὅταν, ὅμως, ἐντὸς ὀλίγου, πῆγε διὰ τὸν ἑσπερινὸ εἰς τὴν ἐκκλησία τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, εἰς τὸν μύλο τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τοῦ ἐνεφανίσθη εἰς τὰ δεξιὰ τῆς Ὡραίας Πύλης, πάνω εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος, ζωντανὸς ὁ Χριστός, μὲ ἕνα ἀπερίγραπτο κάλλος. Ὅλη του ἡ ὕπαρξις, ψυχὴ καὶ σῶμα, γέμισε μὲ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
***
 «Μὴν στενοχωρεῖσαι. Τὸ ὄνομά σου εἶναι γραμμένο ἐδῶ, στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς», εἶπε ὁ Κύριος εἰς τὸν ἁπλούστατο καὶ προορατικὸ Γέροντα Ἀβέρκιο τῆς Νέας Σκήτης, ὅταν τοῦ ἀπεκαλύφθη κάποτε μέσα εἰς τὸ Κυριακό, κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀγρυπνίας.
***
Εἷς ὑποτακτικὸς Ἁγιαννανίτης, διελθὼν κάποτε ἀπὸ τὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης, εἶδε μία γραῖα, ἡ ὁποία σκούπιζε τὸ Κυριακὸ καὶ τὴν αὐλή. Ἡ φαινομένη γραῖα δὲν ἦτο ἄλλη παρὰ ἡ Ἁγία Ἄννα.
***
Ὁ Γέρων Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης, κάποτε πῆγε νὰ συναντήσει τὸν παπα-Τύχωνα. Πλησιάσας εἰς τὸ ἀσκητήριό του ἤκουσε θεσπεσίας ψαλμωδίας. Νόμισε ὅτι γίνεται Θεία Λειτουργία καὶ διὰ τοῦτο περίμενε ἔξω ἀπὸ τὴν Καλύβη ἕως ὅτου νὰ τελειώσει. Τέλος, εἰσελθών, εὑρῆκε μόνο τὸν παπα-Τύχωνα εἰς τὴν ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴ ἐκείνη μετελάμβανε Ἅγιον Ἄρτον.
 ***
Εἰς τὴν πανήγυρη τοῦ Κελλίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Γέρων Εὐλόγιος ὁ Φανερωμένος, διακονῶν εἰς τὸ μαγερεῖον, εἶδε δύο δαίμονας νὰ κάθονται εἰς τὰ ἄπλυτα πιάτα καὶ νὰ γλύφουν τὰ ὑπολείμματα τῶν φαγητῶν. Λόγῳ τῆς πανηγύρεως εἶχαν παραθέσει κρέας. Ὁ Γέροντάς των, ὅμως, μέγας νηστευτὴς Χατζηγιώργης, τοὺς εἶχε δώσει ἄλλας κατευθύνσεις. Διὰ νὰ πεισθοῦν περὶ τῆς παραβάσεως, ἔδεσε τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ φώναξε ὅλους νὰ δοῦν τὸ θέαμα. Ἔντρομοι ζήτησαν συγχώρηση ἀπὸ τὸν γερο-Εὐλόγιο.
***
Τὸ 1894, ἔζησε εἰς τὴν Μονὴ Διονυσίου ὁ γέρων Ἰάκωβος. Κάποτε, ἐνῶ εὑρίσκετο ἐν ἡμιεγρηγόρσει, κατὰ τὴν διακοπὴ μεταξὺ ὄρθρου καὶ Θείας Λειτουργίας, τοῦ ἐφάνη ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν αὐλή, ὄπισθεν τοῦ ἱεροῦ Βήματος τοῦ ναοῦ. Εἶδε συνηγμένους ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς, περίπου 100, μὲ μορφὴ ἁλωνισμένου σίτου στιβαγμένους καὶ τὸν Τίμιο Πρόδρομο, ποὺ ἐξήρχετο ἀπὸ τὸν ναὸ βαστάζων ἕνα ξύλινο λιχνιτήρι εἰς τὰ χέρια του καὶ ἐλίκμιζε τοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς εἰς τὸν ἀέρα ὡσὰν θημωνίαν σίτου, καὶ ἄλλοι μὲν ἐξ αὐτῶν ἔπιπτον ὡσὰν καρπὸς, ἄλλοι δὲ ἐσκορπίζετο ὡσὰν ἄχυρα καὶ παρεσύροντο πρὸς τὴν θάλασσα ἀπὸ τὸν ἀερά. Ὅταν τελείωσε τὸ λίχνισμα, οἱ μὲ καρποφόροι μοναχοί, ἀφοῦ ἠγέρθησαν, ἔβαλαν μετάνοια εἰς τὸν Πρόδρομο, ὁ ὁποῖος εἰσῆλθε πάλι εἰς τὸν ναό.
***
Διηγήθη ἕνας ἐρημίτης εἰς ἀδελφό του:
-Ἀδελφέ μου καὶ πατέρα μου, δὲν γνωρίζω πῶς, ἀλλὰ ἠξιώθη ὁ ἀνάξιος νὰ μὲ κοινωνήσει Ἄγγελος Κυρίου. Εἶδα εἰς τὴν ἀρχὴ ἕνα φῶς καὶ μετὰ ἦλθε Ἄγγελος κρατῶν τὰ Τίμια Δῶρα. Πῶς ἔγινε, δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω.
***
Μία μέρα, τὴν περίοδο 1919-20, στὸ Μετόχι τῆς Μονῆς Διονυσίου στὸ Βόζινα στὴν Χαλκιδικῆ, ὅπου οἰκονόμος ἦτο ὁ Γέρων Νήφων καὶ παραοικονόμος ὁ παπα-Λάζαρος, ἦλθε ἕνας χωρικὸς μὲ δύο τουλούμια λάδι 80 περίπου ὀκάδων, φορτωμένα εἰς τὸν ἡμίονο, καὶ τὸ παρέδωσε εἰς τοὺς πατέρας, λέγοντας:
-Ὁ πατέρας μου, ἀπέθανε πρὸ μηνός. Ἐπὶ τρεῖς συνεχεῖς φορὲς τὸν βλέπω εἰς τὸν ὕπνο μου νὰ μου φωνάζει: «Παιδί μου, Γιάννη, νὰ γεμίσεις δύο τουλούμια λάδι καὶ νὰ τὰ δώσεις στὸν Διονυσιάτη οἰκονόμο. Νὰ τοῦ δώσεις ἐπίσης ἐκεῖνο τὸ μεγάλο ἐλαιόδενδρο στὸ σύνορό μας, διότι τὸ πῆρα, ἐνῶ ἀνήκει εἰς τὴν Μονή. Νὰ τὸ κάνεις ἀνυπερθέτως, διὰ νὰ εὕρει ἀνεση ἡ ψυχή μου, διότι πολὺ βασανίζομαι».
***
Ὁ Γέρων Ἰωσήφ, ὁ ἡσυχαστής, εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ἐν ὥρᾳ γλυκυτάτης νοερᾶς προσευχῆς, εἶδε τὸ ἑξῆς ὅραμα, ὅπως τὸ διηγήθη ὁ ἴδιος:
-Ἐκεῖ ποὺ εὑρισκόμουν βυθισμένος εἰς τὸν ἑαυτό μου καὶ πρόσεχα τὰ λόγια τῆς εὐχῆς, αἴφνης γέμισα φῶς καὶ ἔπειτα ὅλος ὁ τόπος ἔγινε φῶς. Αἴφνης παρουσιάσθηκαν τρία παιδάκια εἰς ἡλικία 6 ἕως 8 ἐτῶν, ὅμοια κατὰ πάντα εἰς τὴν μορφὴ καὶ τὰ χαρακτηριστικά των, χαριτωμένα καὶ τόσο ὡραῖα, ποὺ ἡ θέα των ᾐχμαλώτιζε ὅλας μου τὰς αἰσθήσεις. Βάδιζαν πρὸς ἐμένα μὲ τὸν ἴδιο ῥυθμὸ καὶ βῆμα ὡς νὰ ἦσαν ἕνα καὶ ὅμως ἦσαν τρία. Καὶ ἔψαλλαν μελωδικότατα τό: «ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε, ἀλληλούϊα». Ὅταν μὲ πλησίασαν πολύ, μέχι ποὺ νόμιζα ὅτι θὰ τὰ ἔπιανα ἂν ἅπλωνα τὰ χέρια μου, πήγαιναν πάλι πρὸς τὰ πίσω, χωρὶς νὰ γυρίζουν τὰ νῶτα καὶ συνέχιζαν τὸν ἴδιο ὕμνο καὶ εἰς τὸ «ἀλληλούϊα» μὲ εὐλογοῦσαν μὲ τὰ χεράκια των, καθὼς κάνει ὁ ἱερεύς.
***
Μετὰ ἀπὸ πολλὰς προσευχὰς καὶ δάκρυα, ὁ παπα-Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης, ἔλαβε πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι οἱ Γέροντές του, εὗρον τὴν σωτηρία των.

***

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Λόγος περὶ νοὸς καὶ λογισμῶν.

Λόγος περὶ νοὸς καὶ λογισμῶν.

Ὑπῆρχε εἰς τὸ Ὄρος ἕνας Ῥῶσσος διάκονος, ὀνόματι Μακάριος, ἁγιογράφος, τέλειος ὑποτακτικός. Ἔφθασε εἰς τοιαῦτα μέτρα ἀρετῆς, ὥστε ἔβαζε τὴν κεφαλήν του μέσα εἰς ἕνα μαῦρο κουτί, διὰ νὰ μὴν φεύγει ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό.
***
Εἰς τὴν Μονὴ τῶν Ἰβήρων, κάποτε, ἕνας ἐφημέριος θυμίαζε τοὺς Προϊσταμένους τῆς Μονῆς εἰς τὰ στασίδια των. Διῆλθεν ἐμπρὸς ἀπὸ ἕναν Προϊστάμενο, χωρὶς νὰ τὸν θυμιάσει. Μετὰ τὴν ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ ἐφημέριος ἐκλήθη νὰ λογοδοτήσει. Εἶπε, λοιπόν, ὅτι, ὅταν ἔφθασε εἰς τὸ στασίδι τοῦ ἐν λόγῳ Προϊσταμένου, τὸ εὗρε κενό. Φώναξαν τότε οἱ πατέρες τὸν Προϊστάμενο καὶ τοῦ εἶπαν: «Γερο-προϊστάμενε, πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου, διότι ὁ ἐφημέριος εἶναι ἁπλοῦς καὶ ὅ,τι εἶδε αὐτὴ τὴν μαρτυρία δίνει». Τότε, ὁ προϊστάμενος, κατανυγείς, εἶπε: «Ἔχει δίκιο ὁ ἐφημέριος, ἐπειδὴ ἐγώ, καθήμενος σωματικῶς στὸ στασίδι μου, μὲ τὸν νοῦ μου ἀπουσίαζα καὶ διέτριβα στὸ μετόχι τῆς Μονῆς, στὸν κόσμο».
***
Πρὸ πολλῶν ἐτῶν, εἰς ἕνα μικρὸ δωμάτιο πλησίον τοῦ Ὀστεοφυλακίου τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἠσκήτευεν ὁ ἱερομόναχος Ματθαῖος, προσευχόμενος ἀδιαλείπτως. Μία ἡμέρα, ὁ παπα-Ματθαῖος ἤκουσε θόρυβο εἰς τὸ Ὀστεοφυλάκιο. Ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ τί βλέπει; Πολλοὺς ὡραίους νέους νὰ παίρνουν ὀστᾶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ φεύγουν καὶ ἄλλοι νὰ φέρνουν ὀστᾶ καὶ νὰ τὰ τοποθετοῦν. Ἔμεινε ἐκστατικός. Τὴν ἀπορία του τὴν ἔλυσε ἕνας ἀπὸ τοὺς νέους ἐκείνους:
-Τί θαυμάζεις, παπα-Ματθαῖε; Ἐμεῖς εἴμεθα Ἄγγελοι Θεοῦ καὶ πήραμε ἐντολὴ ἀπὸ τὴν Παναγία νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ βλέπεις. Μεταφέρουμε δηλαδὴ ἐδῶ τὰ ὀστᾶ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔφερναν συνεχῶς τὸν νοῦ τους εἰς τὸ Ὄρος καὶ ἐπεθύμουν νὰ τελειώσουν ἐδῶ τὸν δρόμο των, ἀλλὰ δὲν τὸ κατόρθωσαν. Τοποθετοῦμε τὰ ὀστᾶ των, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν ἐδῶ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία. Καὶ τὰ ἄλλα ὀστᾶ ποὺ βλέπεις ὅτι τὰ μεταθέτουμε ἀπὸ ἐδῶ ἔξω εἰς τὸν κόσμο εἶναι ἐκείνων τῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ σῶμά των ἦταν ἐδῶ, ἀλλὰ μὲ τὸν νοῦ των εὑρίσκοντο εἰς τὸν κόσμο, θέλοντες νὰ ἔχουν σχέσεις μὲ γονεῖς καὶ κοσμικούς. Δι’ αὐτὸ θὰ ἀναστηθοῦν, ὄχι στὸ Ὄρος ἀλλὰ στὸν κόσμο κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
***

Λόγος περὶ μνήμης θανάτου.

Λόγος περὶ μνήμης θανάτου.

Εἰς τὰ βορεινὰ μέρη τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, εἰς ἕνα ξεροκάλυβο, ἠσκήτευσε τὸν ΙΖ΄ αἰῶνα ὁ Γέρων Χαράλαμπος. Καθημερινῶς, μετὰ τὴν βραδινὴ προσευχή, καὶ τὸ Ἀπόδειπνο, εἰσήρχετο εἰς τὸ νεκρικὸ κρεββάτι καὶ ξάπλωνε ἀκουμβὼν τὸ κεφάλι του εἰς μία πέτραν. Σταύρωνε τὰ χέρια, ὅπως οἱ τεθνεῶτες καὶ ἔλεγε εἰς τὸν ἑαυτό του, μεταξὺ ἄλλων πολλῶν: «Πάει ὁ γερο-Χαράλαμπος. Πέθανε, δὲν θὰ μᾶς ἐνοχλῆ τώρα μὲ τὰς φλυαρίας του, θὰ λέγουν οἱ πατέρες. Θεὸς νὰ συγχωρέσει τὴν ψυχή του. Ἀλλά, σύ, ταλαίπωρε, τί θὰ κάνεις τώρα. Πῶς θὰ παρουσιασθῆς ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ; Εἰ ὁ δίκαιος μόλις σώζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποῦ φανεῖται;». Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ἔλεγε καθ’ ἡμέρα καὶ ἔκλαιγε ἀσταμάτητα, ἄγρυπνος σχεδὸν μέχρι τὸ πρωΐ, ὁπότε ἔλεγε εἰς τὸν ἑαυτό του: «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ...»
***
Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ὁ γερο-Φιλάρετος ὁ Καρουλιώτης, φώναξε τὸν γείτονά γερο-Γαβριήλ, νὰ ἔλθει μὲ μία σκαπάνη καὶ ἕνα φτυάρι, λέγοντάς του: «Ἔλα, ἀδελφέ. Πλησιάζει τὸ τέλος καὶ πρέπει νὰ ἑτοιμαστῶ γιὰ τὸ ταξίδι. Κάνε ἀγάπη νὰ πᾶμε λίγο πιὸ ἐκεῖ ἀπὸ τὴν Καλύβη μου». Ἐσηκώθη μὲ πολλὴ δυσκολία. Ὅταν ἔφθασαν εἰς μία γωνία, ἡ ὁποία, μέσα στὰ βράχια συγκρατοῦσε λίγο χῶμα, ὁ Γέρων Φιλάρετος ξάπλωσε κατὰ γῆς καὶ εἶπε: «Ἐδῶ θὰ εἶναι ὁ τάφος μου. Πάρε τὰ μέτρα καὶ σκάψε τον γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος». Ὁ γερο-Γαβριήλ, σημείωσε κάτω εἰς τὸ χῶμα μὲ ἁπλότητα καὶ ἔσκαψε. Μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα περίπου, ὁ γερο-Φιλάρετος ἐκοιμήθη.
***
μοναχὸς Χρυσόστομος Διονυσιάτης, ἔγραφε εἰς τὸ τραπεζάκι τοῦ κελλιοῦ του:
«Μετ’ ὀλίγον ἀποθνήσκω.
Τί ὀφείλω νὰ κάνω;
1)      Να φωνάξω τὸν Ἡγούμενο νὰ ἐξομολογηθῶ.
2)      Νὰ ζητήσω συγχώρηση ἀπὸ ὅλους.
3)      Καὶ κατόπιν; Κατόπιν νὰ ἀφήσω τὸν ἑαυτό μου εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.»
***
Ὁ Ῥῶσσος γερο-Τιμόθεος, ἐκοιμήθη τὸ 1848. Κελλὶ δικό του δὲν εἶχε. Κελλί του ἦτο ἡ ἐκκλησία. Ἔκανε 300 μετανοίας καθ’ ὅλη τὴν μέρα γονατιστὸς καὶ 1.200 ὄρθιος. Ὅλη τὴν μέρα διάβαζε τὸν Ἀπόστολο, τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, τὴν Φιλοκαλία. Ἐπὶ 14 ἔτη παρέμεινε σιωπηλός, καὶ δὲν εἶπε οὔτε μία λέξη. Διέκοψε τὴν σιωπή του μόνο κατόπιν ὑπακοῆς.
***

Λόγος περὶ τῆς σωτηρίου μετανοίας.

Λόγος περὶ τῆς σωτηρίου μετανοίας.

Εἰς τὴν Καλύβη τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἔζων πρὸ πολλῶν ἐτῶν πέντε κατὰ σάρκα ἀδελφοί. Ἀπὸ φθόνο τοῦ διαβόλου περιέπεσαν εἰς μία τοιαύτη φιλονικία μεταξύ των, ὥστε ὡρισμένοι τοὺς ἀπεκάλουν ταραχοποιούς. Κάθε βράδυ ὅμως αὐτοὶ ἔβαζαν μετάνοια καὶ συνεχωροῦντο. Παρῆλθον πολλὰ ἔτη εἰς αὐτὴ τὴν κατάσταση. Κάποτε δὲν ἠκούετο ἀπὸ τὴν ταραχοποιό ἐκείνη Καλύβη οὔτε φωνὴ οὔτε ἀκρόασις. Ὁ Δικαῖος τῆς Σκήτης, πληροφορηθεὶς καθ’ ὕπνους τὴν ὁμαδικὴ ἐκδημία τῶν ἀδελφῶνν συνέτρεξε μετὰ ἄλλων πατέρων εἰς τὴν Καλύβη των καὶ τί νὰ ἴδουν; Οἱ πέντε ἐκεῖνοι ἀδελφοὶ ἦσαν κεκοιμημένοι. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἔβαζαν μετάνοια μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο καὶ ζητοῦσαν ὁ εἷς ἀπὸ τὸν ἄλλο συγγνώμη, τοὺς πῆρε ὁ Θεός.
***
Παρόμοιο γεγονός, πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἔγινε εἰς ἕνα Ἰβηρίτικο Κελλί, τιμώμενο ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἀγίας Τριάδος, μεταξὺ τῆς Μονῆς Ἰβήρων καὶ τοῦ Μυλοποτάμου, ὅπου ἔζων 9 ἀδελφοὶ μὲ τὸν Γέροντά των. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν τόσο εἰρηνικοὶ καὶ ἐνάρετοι ποὺ παρεκάλουν τὸν Κύριο νὰ τοὺς ἀξιώσει νὰ ἀποθάνουν ὅλοι μαζί. Πράγματι. Μία ἡμέρα, μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο, τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι βάζουν μετάνοια, ζητοῦντες παρ’ ἀλλήλων συγχώρησιν, μετέστησαν ἐκ τῶν προσκαίρων καὶ οἱ 10 οἱ μακάριοι. Ἦσαν φορεμένοι μὲ τὰ ῥάσα των, τὰ κουκούλια, τὰ μοναχικὰ σχήματα, τὸ κομβοσχοίνι, μὲ ὅλη τὴν πανοπλία τοῦ μοναχοῦ. Τοὺς ἀνεκάλυψαν οἱ γείτονές του μετὰ ἀπὸ 15 ἡμέρες καὶ τὰ σώματά των ἦσαν ὡσὰν ζωντανά, δὲν εἶχαν κοκκαλώσει. Δὲν μύριζαν καθόλου, τοσοῦτο ἐξέπεμπαν μία ἄῤῥητη εὐωδία.
***
Ὑπῆρξε ἕνας ληστὴς ἁμαρτωλὸς καὶ κλέπτης, ὁ ὁποῖος ἔκανε μεγάλας ζημίας εἰς τοὺς Τούρκους καὶ ἐβοηθοῦσε φανερὰ καὶ κρυφὰ τοὺς χριστιανούς. Ἦτο δὲ τόσο φονερὸς καὶ τρομερὸς εἰς τοὺς Τούρκους, ποὺ ὁ Πασᾶς τοῦ νομοῦ ἐκείνου τοῦ παρήγγειλε πὼς θὰ τοῦ δώσει γενικὴ ἀμνηστεία δι’ ὅλα τὰ ἐγκλήματά του, ἀρκεῖ μόνο νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Κρήτη, διὰ νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὰς ληστρικὰς πράξεις του. Ὁ ληστὴς αὐτὸς εἶχε τόση μανία κατὰ τῶν Τούρκων, ποὺ δὲν ἐδέχετο νὰ ἀκούσει τὰς προτάσεις αὐτάς, ἀλλὰ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, πὼς εἶδε τὴν Ἁγία Ἄννα εἰς ὀπτασία φοβερά, ποὺ τὸν κάλεσε καὶ τὸν διέταξε νὰ δεχθῆ τοὺς ὅρους καὶ ὑπάγει τὸ συντομώτερο εἰς τὴν Σκήτη της εἰς τὸ Ἅγιο Ὄρος. Ὄταν ὁ ληστὴς ἦλθε εἰς τὸ λιμάνι τῆς Δάφνης, ζήτησε νὰ τὸν πᾶνε κατευθείαν εἰς τὴν Σκήτη. Ὅταν ἔφθασε, δὲν ἐδέχθη νὰ ὑποταχθῆ εἰς κανέναν Γέροντα, ἀλλὰ ζήτησε νὰ τὸν κάνουν καλόγερο, νὰ τὸν ὀνομάσουν Ἄννα καὶ νὰ κάθεται κοντὰ εἰς τὸν Ναὸ τῆς ἁγίας. Οἱ Πατέρες ἔκακαν σύναξη καὶ εἶπαν εἰς τὸν ληστή, πὼς τὸ ὄνομα Ἄννα εἶναι θηλυκὸ καὶ δὲν δίνεται εἰς ἄνδρας. Ἔτσι, τὸν ὠνόμασαν Ἰωακείμ, τοῦ παρεχώρησαν δὲ καὶ ἕνα δωμάτιο κοντὰ εἰς τὸ Κυριακό, πίσω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ Κοιμητήριο καὶ ἠσκήτευε ἐκεῖ μόνος του, καθοδηγούμενος καὶ συμβουλευόμενος ὅλους τοὺς πατέρας, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔδειχνε μεγάλη ὑπακοὴ καὶ πολλὴ ταπείνωση. Εἰς τὸ δωμάτιο αὐτὸ ἔμεινε περισσότερο ἀπὸ 5 χρόνια. Μετὰ ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸ καὶ πῆγε διὰ περισσότερη ἡσυχία εἰς μία σπηλιά, πίσω ἀπὸ τὴν Σκήτη. Ἐκεῖ τοῦ πήγαιναν οἱ πατέρες ψωμὶ καὶ παξιμάδι. Ἐκεῖ πάλεψε πολὺ μὲ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰ σκάνδαλα ἀπὸ ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους δαίμονας καὶ ἔδειξε μεγάλη ὑπομονὴ καὶ καρτερικότητα. Ἐπίσης, μεγάλη ἀντοχὴ ἔδειξε εἰς τὸ κρύο τὸν χειμῶνα καὶ εἰς τὴν ζέστη τὸ καλοκαίρι.
Μία φορά, εἶχε πέσει πολὺ χιόνι, περισσότερο ἀπὸ μέτρο, καὶ κάλυψε τὰ πάντα. Οἱ Γέροντες ἀπὸ τὴν Καλύβα τῆς Ὑπαπαντῆς, ζύμωσαν καὶ ἔβγαλαν φρέσκο ψωμί, καὶ πῆγαν εἰς τὴν σπηλιὰ νὰ δώσουν εἰς τὸν γερο-Ἰωακείμ, ἀλλὰ δὲν τὸν εὑρῆκαν ἐκεῖ. Βγῆκαν εἰς ἀναζήτησή του καὶ ἐκεῖ ποὺ φώναζαν, ἤκουσαν τὴν φωνή του, ἔσκαψαν τὸ χιόνι καὶ τὸν εὑρῆκαν σκεπασμένο ἀπὸ τὸ χιόνι νὰ κάθεται πάνω εἰς μία πέτρα καὶ πολὺ ἤρεμος νὰ προσεύχεται. Παραπονούμενος τοὺς εἶπε πῶς τοῦ χάλασαν τὴν ὡραῖα ἡσυχία ἀλλὰ καὶ τὴν ζέστη ποὺ εἶχε κάτω ἀπὸ τὸ χιόνι σκεπασμένος.
Μία ἄλλη φορά, πέρασαν ἀπὸ τὸ ξηροκάλυβο τῆς Ὑπαπαντῆς διὰ νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ χαιρετῶντάς τον νὰ πάρουν τὴν εὐχή του, τρεῖς Ῥῶσοι. Αὐτός, διὰ εὐλογία, τοὺς ἔδωσε δώρα· εἰς τὸν πρῶτον τρία κουκιά, εἰς τὸν δεύτερο λίγο θυμίαμα, καὶ εἰς τὸν τρίτο ἕνα λουλούδι. Εἶπε, στοὺς πατέρες ποὺ τὸν ῥώτησαν, ὅταν ἔφυγαν οἱ Ῥώσσοι: «Εἰς μὲν τὸν πρῶτον ἔδωκα τρία κουκιά, διότι θὰ γίνει καλόγερος· εἰς δὲ τὸν δεύτερο ἔδωκα τὸ λιβάνι, διότι, ὅταν γυρίσει σπίτι του θὰ εὕρει τὸν πατέρα του πεθαμένο· καὶ εἰς τὸν τρίτο ἔδωκα λουλούδι, γιατί, ἅμα γυρίσει εἰς τὸν κόσμο θὰ ὑπανδρευθῆ καὶ θὰ δώσει τὸ λουλούδι αὐτὸ εἰς τὴν γυναῖκα ποὺ θὰ πάρει». Καὶ πράγματι, ἔτσι ἔγινε.
Μετὰ ἀπὸ αὐτό, δὲν πέρασε πολὺς καιρός, λίγο ἀδιαθέτησε καὶ προεῖδε τὸν θάνατό του· καὶ εἰς τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του, ἀνεπαύθη ὁσιακῶς.
Μὲ πολλὰς στερήσεις καὶ κακουχίας ἀλλὰ καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια ἔζησε εἰς τὴν Σκήτη ἀπὸ τὸ 1890 ἕως τὸ 1915. Κοινωνοῦσε συχνά, προσηύχετο καὶ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὰς καθημερινὰς ἱερὰς ἀκολουθίας καὶ κοινὰς προσευχάς.
***
Ὁ Γέρων Μακάριος ὁ Γρηγοριάτης, ἐκάρη μοναχὸς ἐπὶ ἡγουμενίας τοῦ παπα-Γεωργίου, ἐλθὼν εἰς Ἅγιον Ὄρος τὸ 1922. Ἀσθενήσας, ἔλαβε εὐλογία νὰ ἐξέλθει εἰς Θεσσαλονίκην διὰ θεραπεία. Νέος καὶ ἄπειρος εἰς τὰς πλεκτάνας τοῦ πονηροῦ, ἐνέδωσε εἰς τὴν παθολογικὴ ἀγάπη τῆς μητέρας του, κατῆλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἔφθασε εἰς τὸ σημεῖο νὰ ἀρνηθῆ καὶ νὰ ἐκδυθῆ τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Εἰς σύντομο χρονικὸ διάστημα ἐνυμφέυθη καὶ ἀπέκτησε ἓν τέκνο. Ἀλλὰ τὰ 9 ἔτη, τὰ ὁποῖα ἔζησε ὁ μοναχὸς Μακάριος ὡς λαϊκός, ἦσαν πλήρης πικρίας καὶ θλίψεως καὶ ταραχῆς. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὰς τύψεις τῆς συνειδήσεώς του πουθενά, παρ’ ὅλα τὰ πλούτη καὶ τὴν εὐδαιμονικὴ ζωή. Μία ἡμέρα, εὑρισκόμενος μὲ τὸ μικρό του τέκνο, ἡλικίας 4 ἐτῶν, ἐνῶ ἐξεδύετο τὴν φανέλα του, ἤκουσε τὸ παιδί του, ποὺ τὸν ἔβλεπε ἐκστατικό, νὰ φωνάζει δυνατά: «Μπαμπᾶ, θέλω καὶ ἐγὼ ἀπὸ αὐτὰ τὰ κόκκινα γράμματα ποὺ ἔχεις ἐσύ». Τί εἶχε συμβῆ; Τὸ παιδί, μὲ τὰ καθαρά του μάτια εἶδε πάνω εἰς τὸ στῆθός του ἀνεξίτηλα τὰ γράμματα τοῦ μοναχικοῦ σχήματος. Ὁ Γέρων Μακάριος συνεκλονίσθη. Ἔλαβε τὴν ὀδυνηρὴ ἀπόφαση, νὰ ἐπιστρέψε εἰς τὴν Μονὴ τῆς μετανοίας του. Ἦτο Ἰούνιος τοῦ 1934. Ὁ τότε ἡγούμενος παπα-Ἀθανάσιος, τὸν ἀπέστειλε εἰς τὸν Πνευματικὸ παπα-Δωρόθεο εἰς τὰς Καρυάς, ὅπου παρέμεινε ἐπὶ τρία ἔτη καὶ μισό. Ἐπανελθὼν εἰς τὴν Μονή, τίς δύναται νὰ περιγράψει τοὺς κόπους καὶ τὴν μετάνοια, τὴν ἐπιμέλεια εἰς τὰ ποικίλα διακονήματα. Ἠργάζετο σκληρῶς. κατεσκεύασε 10 πεζούλια μὲ σκαλοπάτια, ἔκοψε τὸν βράχο εἰς τὸν ξερόλακκο, ἐπεχωμάτωσε, δενδροφύτευσε μὲ ἐλαίας, πορτοκαλέας καὶ ἀμπελῶνας. Πάντοτε ὀλιγόλογος καὶ σύννους. Συχνὰ ἀναστέναζε, ποτὲ δὲν γέλασε. Πολλάκις ἔκυπτε τὴν κεφαλὴ καθήμενος καὶ ἔλεγε: «Ἀλλοίμονο σὲ μένα». 40 ἔτη ἔζησε εἰς τὴν Μονὴ μετὰ τὴν ἐπιστροφή του. Ἀσθενήσας, καὶ καθ’ ἣν ὥρα μετέβαινε πρὸς τὴν Θεσσαλονίκη, ἐκοιμήθη μέσα εἰς τὸ αὐτοκίνητο, ὁ ὁδηγὸς τοῦ ὁποίου ἠσθάνθη τὴν ὥρα ἐκείνη πρωτοφανῆ εὐωδία.
***
Ἐν ἐποχῇ μεγάλης ἀνομβρίας, εἶπε Γέρων:
-Ἂν δὲν κλαύσουμε, δὲν γονατίσουμε νὰ μετανοήσουμε, τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, δὲν θὰ παύσει τὴν ὀργή Του ὁ Θεός.
***


Κεφάλαιον ΚΔ΄. Λόγος περὶ κατανύξεως καὶ δακρύων.

Κεφάλαιον ΚΔ΄. Λόγος περὶ κατανύξεως καὶ δακρύων.

Ὁ μοναχὸς Γερόντιος, τῆς Μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος, ἦτο τυπικάρης καὶ εἶχε τὴν κατάνυξη ἀχώρηστη σύντροφη τῆς ζωῆς του. Εἰς τὰς ἐλευθέρας ὥρας σχολάζων ἐκάθητο εἰς τὸν νάρθηκα τοῦ ναοῦ. Μὲ τὸ ἀριστερὸ χέρι τραβοῦσε κομβοσχοίνι καὶ προσηύχευτο, μὲ τὸ δεξὶ σκούπιζε τὰ δάκρυα, ἅτινα ἀπέπλενε εἰς τὴν θάλασσα κατερχόμενος. Κατήγετο ἀπὸ τὰς Κυδωνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ὑπερασπίζων κάποτε νεαρὴ χριστιανή, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἐπετέθη μὲ ἀνηθίκους σκοποὺς Τοῦρκος, φόνευσε αὐτόν, ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως, ἄγνωστον, συμπλακεὶς εἰς πάλην μετ’ αὐτοῦ. 50 ἔτη ἔζησε εἰς τὸ Ῥωσικό, ἡσύχως καὶ εἰρηνικῶς, ὡς ἀρνίου ἀκακώτερος. Τὸ 1911, κατὰ τὴν Παρασκευὴ τῆς Ε΄ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, ὁ τότε δόκιμος καὶ μετέπειτα ἡγούμενος τῆς Διονυσίου Γαβριήλ, εὑρέθη εἰς τὸ Ῥωσικό, εἰς τὴν ὀρθρινὴ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνος, ἡ ὁποία ἐκεῖ γίνεται ἐν εἴδει ἀγρυπνίας. Ἀλησμόνητη παρέμεινε εἰς τὴν καρδιά του ἐκείνη ἡ μυσταγωγικὴ ἀκολουθία. Ἔβλεπε, ἔλεγε, ὡς ἐν ὁράματι, τὸν μοναχὸ Γερόντιο ἀπομάσσοντα τὰ δάκρυα ἐν τῷ ψάλλειν «πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τὰς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις». Ὅτε δὲ ἔψαλε τὸ ἀκροτελευταίο Θεοτοκίο τῆς ᾠδῆς, τοσοῦτο ἐξήφθη εἰς κατάνυξη ἡ καρδία του, ὥστε, ἐπάρας τὰς χεῖράς του πρὸς τὴν εἰκόνα τῆς Παντανάσσης καὶ προσβλέπων μετ’ ἄκρας εὐλαβείας πρὸς τὸ πρόσωπό Της, μετὰ πολλῶν δακρύων ἀλλὰ καὶ υἱϊκῆς οἰκειότητος, ἔψαλλε: «Παναγία, ἡ ἐλπὶς τῶν σὲ ἐκ πόθου παρακαλούντων, ἆρον τὸν κλοιὸν ἀπ’ ἐμοῦ τὸν βαρὺ τὸν τῆς ἁμαρτίας». Καὶ ὅταν ἤρχισε ὁ Γερόντιος νὰ ἀναγινώσκει τὸν βίο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, «ἦτο μοναδικὸ τὸ θέαμα καὶ ἀλησμόνητη ἡ σκηνὴ 50 καὶ πλέον γηραλέων μοναχῶν καὶ δὴ ξενογλώσσων Ῥώσων, συνωστιζομένων περὶ τὸ δισκέλιο τῆς ἀναγνώσεως, ἄλλων γονυκλινῶν καὶ ἑτέρω, ὑπεργήρων τούτου, ὀκλαδὸν καθεζομένων καὶ ἀσκαρδαμυκτὶ τοῖς χείλεσι τοῦ γηραιοῦ τυπικάρη προσβλεπόντων, μὴ ἐννοούντων, ὡς οἴομαι τὰ πολλά, ἀλλὰ ἐκ του κατανυκτικοῦ τόνου καὶ  τῆς ἐν γένει ὑπερόχου ἀναγνώσεως αὐτοῦ συναρπαζομένων. Καὶ ὅσο ἐπροχώρει ἡ ἀπαράμιλλος εἰς συγκίνηση ἀνάγνωση αὕτη, τοσοῦτο ἐθερμαίνετο ἡ φωνὴ τοῦ Γέροντος καὶ ἔκδηλος καθίοστατο ἡ ἔνδοθεν πνευματική του συντριβή. Ἀλλ’ ὅτε ἔφθασε εἰς τὴν σπαρακτικὴ ἐκείνη στιχομυθία μεταξὺ Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ Ὁσίας Μαρίας, τοῦ μὲν ἐρωτῶντος: «εἰπέ μοι ὁσία τοῦ Θεοῦ», τῆς δὲ ἀποκρινομένης: «Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ μου», δὲν ἠδυνήθη ὁ γλυκὺς γέρων νὰ συγκρατήσει ἑαυτὸν ἐκ τῆς συγκινήσεως καὶ ξέσπασε εἰς λυγμοὺς καὶ ἀκατάσχετα δάκρυα, μεταδοθείσης τῆς συγκινήσεως καὶ εἰς ὅλο τὸ εὐλαβὲς ἐκκλησίασμα».
***
Ὁ Γέρων Γεράσιμος, 17 χρόνια ἠσκήτευσε πάνω εἰς τὴν κορυφὴ τοῦ Καρμηλίου, τοῦ Προφήτου Ἠλιού, δυτικῶς τῆς Κερασιᾶς. Ἡρωϊκὴ ζωή, μὲ ἀδιάκοπη πάλη πρὸς τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, πρὸς τοὺς ἀνέμους, πρὸς τοὺς κεραυνοὺς καὶ τὰ ἀστροπελέκια, πρὸς τὴν βροχή, πρὸς τὰ χιόνια, πρὸς τὸ ψῦχος καὶ πρὸς τοὺς πονηροὺς δαίμονας. Ἐκοιμήθη 90 ἐτῶν.
***
Εἶπε Γέρων:
-Ἡ καρδιὰ καθαρίζεται μὲ ἀναστεναγμό, μὲ φιλότιμο. Νὰ βάλουμε τὴν ψυχή μας στὸ μούσκιο τῶν δακρύων. Ἀλλὰ καὶ ἕνας ἀναστεναγμὸς μὲ πόνο ψυχῆς, ἰσοδυναμεῖ μὲ δύο κουβάδες δάκρυα.
***
Ὑπῆρχον μοναχοὶ κανδηναλάπται εἰς τὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ εἰς τὰ Κοινόβια, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν διακονία τους, δάκρυζαν ἐνώπιον τῶν εἰκόνων.
***


Ὁ Γέρων Διονύσιος ὁ Ἁγιαννανίτης, μικρὸς ἦλθε εἰς τὸ Ἅγιο Ὄρος ἀπὸ τὴν Κύπρο. Διεκρίνετο διὰ τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς καρδίας του. Δακρύῤῥοος προσευχὴ καὶ ἡσυχαστικὴ ζωὴ τὸν εἶχαν χαριτώσει. Ἄφηνε τὸ φαΐ του, διὰ νὰ ἀποσυρθῆ εἰς τὸ Κελλί του νὰ κλάψει.
***
Τὰ μάτια τοῦ παπα-Τύχωνος, τοῦ Ῥώσου ἐρημίτου, ἦσαν ἀδιακόπως γεμᾶτα δάκρυα. Τὰ σκούπιζε μὲ ἕνα μανδήλι συνεχῶς βρεγμένο, ποὺ κρατοῦσε πάντα εἰς τὸ χέρι του. Τὸ ἐπιτραχήλι του ἦτο σχεδὸν πάντα νοτισμένο ἀπὸ αὐτὰ τὰ δάκρυα καὶ ὁ ξύλινος σταυρός, μὲ τὸν ὁποῖο εὐλογοῦσε, ἐφαίνετο φαγωμένος. Ἔλεγε ὅτι πρέπει ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μας νὰ πλένουμε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ δάκρυά μας καὶ νὰ τὰ σκουπίζουμε μὲ τὰ μαλλιά μας, ποιοῦντες μετανοίας. Ὁ ἴδιος ἔχυνε χοῦφτες τὰ δάκρυα ἐμπρὸς εἰς τὸν Σταυρὸ τοῦ Κελλίου του. Εἶχε μουλιάσει τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ. Συνεβούλευε: «Παιδί μου, νὰ πλένεις μὲ δάκρυα τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ Χριστὸς θὰ ξεπλύνει τὰς ἁμαρτίας σου».
***
Ὁ παπα-Δανιὴλ ὁ Ἁγιοπετρίτης, ἐλειτούγει κάθε ἡμέρα ἐπὶ 60 χρόνια. Τόση κατάνυξη εἶχε, ὥστε δὲν ἔλεγε τὸ «Δι’ εὐχῶν», ἂν δὲν ἐγίνετο τὸ χῶμα λάσπη ἀπὸ τὰ δάκρυα. Καὶ ἀμέσως ἀπεσύρετο εἰς τὴν ἡσυχία ἐπὶ μία ὥρα, διὰ νὰ μὴν χάση τὴν κατάνυξη. Λέγεται, ὅτι ὅταν ἐμελέτα τὸ Τετραυάγγελο κατενύσσετο βαθέως. Τὰ δάκρυά του ἔτρεχαν ἀκαταπαύστως πάνω εἰς τὰς σελίδας τῶν Εὐαγγελίων καὶ ἔφθειραν τὰ γράμματα καὶ τὸ χαρτί.
***
Ὁ Γέρων Ἀνδρέας ὁ νηστευτής, ὁ Ἁγιαννανίτης, ἦτο ἀνθεκτικὴ κρᾶσις. Κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἤπειρο. Δυνατὸς καὶ σκληραγωγημένος. Ἔτρεχε, πλήρης ἀγάπης καὶ προθυμίας, διὰ νὰ ἀναπαύσει τοὺς ὁδοιπόρους, οἱ ὁποῖοι ἀνηφόριζαμ ἱδρωμένοι καὶ φορτωμένοι διαφόρους ἀποσκευὰς ἀπὸ τὴν παραλία εἰς τὸ Κυριακό. Ἦτο ἀγράμματος κατὰ κόσμο, σοφὸς κατὰ Θεόν, διότι ἤσκει ὡς θεϊκὸν δῶρο τὴν καθαρὴ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἐπικαλούμενος δὲ τὴν Παναγία ἔχυνε ἀδιακόπως ποταμοὺς δακρύων κατανύξεως καὶ οὐρανόφρονος ἀγάπης.
***
Ὁ Γέρων Λεόντιος ὁ τυφλός, ἔζησε δι’ ἕνα διάστημα εἰς τὴν σπηλιὰ τοῦ Ὁσίου Σίμωνος. Εἶχε τὴν νοερὰ προσευχὴ καὶ τὸ χαροποιὸ πένθος. Ἔβγαινε εἰς ἕνα καλύβι καὶ ἔκλαιε, ἔκλαιε ἀκαταπαύστως, καί, ὅσο προσηύχετο, τόσο ἔκλαιε περισσότερο.
***
Ὅταν ὁ παπα-Κοδράτος, ἔδειχνε τὰ ἅγια λείψανα εἰς τοὺς εὐλαβεῖς προσκυνητάς, ἰδιαιτέρως τὴν περικεφαλαία τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῆ καὶ νὰ ὁμιλήσει διὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου, τὰ μάτια του γέμιζαν δάκρυα. Εἰς τὰς Θείας Λειτουργίας σχεδὸν κάθε φορὰ ἔκλαιγε καὶ πιὸ πολὺ εἰς τὴν μεγάλη εἴσοδο, ὅταν ἔλεγε τό: «Πάντων ἡμῶν μνησθείη...»
***
Ὑπῆρχε ἕνας ἀσκητὴς εἰς τὰ Καρούλια, ὁ ὁποῖος ἔκλαιε καθ’ ἑκάστη τὸ βράδυ εἰς τὸ ἀσκητήριό του.
***


Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Κεφάλαιον ΚΓ΄. Λόγος περὶ ἀκατακρίτου καὶ περὶ τῆς καταραμένης κατακρίσεως.

Κεφάλαιον ΚΓ΄. Λόγος περὶ ἀκατακρίτου καὶ περὶ τῆς καταραμένης κατακρίσεως.

Ἕνας Πνευματικός, ὀνόματι Βενιαμίν, ὅταν ἤρχετο ὁ ἐξομολογούμενος καὶ αὐτὸς ἠσχολεῖτο περὶ τὰ ἀλλότρια καὶ κατέκρινε τὸν ἀδελφό του, τὸν ἐδίωκε, ἕως ὅτου συμμορφωθῆ καὶ ἀλλάξει τακτική.
***
Ὁ Γέρων Δαβὶδ ὁ Διονυσιάτης, ἔλεγε:
-Πρόσεχε, νὰ μὴν λὲς ὁ τάδε κάνει τοῦτο καὶ ὁ ἄλλος κάνει ἐκεῖνο. Γιατί ἔτσι θὰ χάσεις τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ γάϊδαρο νὰ τὸν δῆς κάποιον, νὰ μὴν κοροϊδέψεις. Ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου. Ἔτσι λέει ὁ Χριστός.
***
Εἶπε Γέρων πρὸς δύστροπο ὑποτακτικό:
-Ὅταν δὲν ἔχεις λογισμοὺς καλούς, τί νὰ τὸν κάνεις τὸν Γέροντα; Ἂν ὁ Γέροντας κάνει, λόγῳ τῆς ἀδυναμίας ποὺ ἔχει ὡς ἄνθρωπος, κάτι κακό, θὰ τὸν κατηγορῆ ὁ λογισμὸς γιατί τὸ ἔκανε. Ἂν πάλι, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κάνει κάποιο θαυμαστό, θὰ λέει πὼς εἶναι μάγος καὶ γι’ αὐτὸ τὸ ἔκανε. Ἔτσι σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει κακοὺς λογισμούς.
***
Ἕνας νέος ἐπισκέπτης ἐσκανδαλίσθη, ὅταν εἶδε τὸν φημισμένο Πνευματικὸ παπα-Γρηγόρη νὰ θωπεύει διὰ τοῦ ἀναστρόφου τῆς χειρός του τὸν γάτο του καὶ τὸν κατέκρινε. Ἦλθον ὅμως αἱ περιστάσεις καὶ ὁ κατακρίνας εὑρέθη εἰς τὴν Τουρκίαν ζητῶν ἐργασίαν εἰς τὸν Πρόξενο ποὺ τοῦ εἶπε: «Δὲν ἔχω ἄλλη δουλειά, μόνο θέλω κάποιον νὰ φυλάει καὶ νὰ ταΐζει τὸν σκύλο μου καὶ ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῆς τροφῆς τοῦ σκύλου νὰ τρώει καὶ αὐτός». Τότε, ὁ νέος ἐδέχθη, ἐπειδὴ ἐστερεῖτο καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. Ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν εἶδε εἰς ποίαν ἀθλίαν κατάστασιν εὑρίσκετο καὶ θεώρησε τοῦτο τιμωρία διότι κατέκρινε τὸν παπα-Γρηγόρη. Δοθείσης εὐκαιρίας, ἦλθε μὲ Ῥωσικὸ πλοιάριο εἰς τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ κατηυθύνθη εἰς τὴν Μικρὰ Ἁγία Ἄννα, ἔβαλε μετάνοια στὸν Πνευματικό καὶ ζήτησε συγχώρεση. Τότε, ὁ παπα-Γρηγόρης τοῦ εἶπε:
-Παιδί μου, τὸ εἶδα ποὺ κατέκρινες καὶ ὁ ἐχθρὸς τῶν ψυχῶν μας σὲ ἔδιωξε καὶ παρεκάλεσα τὴν Ἁγία Ἄννα νὰ σὲ φέρει πίσω καὶ σὲ ἔφερε. Πρόσεχε ὅμως. Νὰ μὴν κατακρίνεις τοὺς μοναχούς, διότι θέλουν νὰ κρύβουν τὴν ἀρετή των καὶ πολλοὶ κάνουν τὸν τρελό, διὰ νὰ μὴν ἐπαινοῦνται.
***
Ὁ Πνευματικὸς παπα-Σάββας οὐδέποτε κατηγοροῦσε ἄνθρωπο. Ὅταν τὸν ῥωτοῦσαν: «Τί ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος, Πνευματικε;», ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε: «Ἅγιος ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος».
***
Εἶπε Γέρων μοναχός:
-Πάντα στὶς κρίσεις νὰ βάζετε ἕνα ἐρωτηματικό. Δὲν ξέρουμε τί μπορεῖ νὰ συμβαίνει.
***
Ὁ περίφημος παπα-Διονύσιος τῶν Καρτσωναίων, κάποτε συνεβούλευε τὸν μοναχὸ Δανιήλ, λέγων:
-Παιδί μου, ἀπὸ ὅσα ἀκοῦς εἰς βάρος ἄλλου νὰ μὴν πιστεύεις τίποτε καὶ ἀπὸ ὅσα βλέπεις τὰ μισά. Καὶ οὔτε τὰ μισά, γιατί πολλοὶ κάνουν τὸν σαλό. Μὴν κατακρίνεις.
***




Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Κεφάλαιον ΚΒ΄. Λόγος περὶ τῶν θαυμαστῶν ἐπεμβάσεων τῆς θείας πρόνοιας καὶ τῆς παντοδυνάμου δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου.

Κεφάλαιον ΚΒ΄. Λόγος περὶ τῶν θαυμαστῶν ἐπεμβάσεων τῆς θείας πρόνοιας καὶ τῆς παντοδυνάμου δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου.

Ὁλόκληρος ἡ τρυφὴ καὶ ἡ πνευματικὴ ἡδονὴ καὶ ἡ μέριμνα τοῦ Ὁσίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ, ἦτο ὁ Θεός. Οὐδεμία φροντὶς διὰ συντήρησιν τοῦ σώματος καὶ διὰ τροφήν, πλὴν τῆς τροφῆς ποὺ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἄγρια κάστανα. Ἀλλὰ ὁ Θεός, διὰ νὰ δείξει τὴν ἄπειρη πρόνοιά Του, ᾠκονόμησε τὸ ἑξῆς, τὸ Σάββατο τῶν Ἀπόκρεω. Τὸν ἐπεσκέφθη ἕνας μοναχὸς ἀπὸ τὴν Μονὴ Ζωγράφου, λέγων:
-Πάτερ Ὅσιε, ἡ Μεγάλη καὶ Ἁγία Τεσσαρακοστὴ εἶναι ἐπὶ θύραις. Δέξου τὴν ὑλικὴ αὐτὴ τροφή, διὰ νὰ παρηγορήσεις καὶ σύ λίγο τὸ ἀσθενὲς σῶμά σου, καὶ εὐχαρίστησε διὰ τοῦτο τὸν μεγαλόδωρο Θεό, τὸν ἐμπιπλῶντα τὰ σύμπαντα καὶ τρέφοντα τὰ πάντα τῇ Αὐτοῦ ἀγαθότητι.
Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔγινε ἄφαντος, παρ’ ὅλας τὰς παρακλήσεις τοῦ Ὁσίου νὰ παραμείνει νὰ συμφάγουν. Σπανία ἐντύπωση ἐνεποίησε εἰς τὸν Ὅσιο ὅτι τὰ ψάρια τὰ ὁποῖα εἶχε φέρει ὁ ἄγνωστος ἐκεῖνος μοναχός, σπαρταροῦσαν ἀκόμη καὶ τὸ τυρὶ ἔσταζε νωπὸ γαλὰ καὶ δόξαζε τὸν Θεό.
***
Εἰς τὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ἦτο ἕνας μοναχός, ὀνομαζόμενος Ἄνθιμος, τυφλὸς ἐκ γενετῆς. Ἤκουε τὰ θαύματα τῆς Θεοτόκου τῆς Πορταϊτίσσης, ὅπου ἐγίνοντο εἰς ὅλο τὸν κόσμο, καὶ τὴν παρεκάλει νὰ τὸν θεραπεύσει. Ἀπὸ τὴν πολλὴ εὐλάβεια ὅπου εἶχε εἰς τὴν Πορταΐτισσα, ζήτησε ἀπὸ ἕναν ἁγιογράφο νὰ τοῦ ζωγραφίσει μία ὅμοια εἰκόνα. Ὁ ἁγιογράφος ἡτοίμασε τὸν πίνακα νὰ τὸν ἐργασθῆ. Ὅταν ὅμως ἔπαιρνε τὸ κονδύλι νὰ χαράξει τὸ σχέδιο, τὸ χέρι του μαρμάρωνε. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, νομίζων ὁ Πατὴρ Ἄνθιμος ὅτι ἡ εἰκὼν ἦτο ἕτοιμη, πῆγε νὰ τὴν πάρει. Ὁ ἁγιογράφος τοῦ εἶπε ὅιτ, ὅταν ἤρχιζε νὰ ἐργασθῆ τὸ σχέδιο, αἱ χεῖρές του ἐνεκρώνοντο καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἐργασθῆ. Ὁ Πατὴρ Ἄνθιμος, ὅταν ἤκουσε αὐτό, γονάτισε καταγῆς καὶ χύνων δάκρυα πόθου, παρεκάλει τὴν Παναγία νὰ ἐπιτρέψει εἰς τὸν ἁγιογράφο νὰ Τὴν ζωγραφίσει. Ἡ Παναγία δὲν παρέβλεψε τὸν πόθο του, ἀλλὰ πρῶτον ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς του· δεύτερον, ᾠκονόμησε νὰ ζωγραφισθῆ ἡ ἁγία της εἰκὼν ἄνευ χειρὸς πάνω εἰς τὴν σανίδα διὰ νὰ ἴδη ὁ Πατὴρ Ἄνθιμος τὸ πρόσωπό Της καὶ τοῦ Υἱοῦ Της. Ὁ Πατὴρ Ἄνθιμος, μὲ τοὺς θεραπευμένους ὀφθαλμούς του, Τὴν εἶδε, Τὴν ἀπήλαυσεν ἀκορέστως καὶ πάλι ἔχασε τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του καὶ ἦλθε εἰς τὴν προηγουμένη κατάστασή του!
***
Εἰς τὴν ἔρημο τῆς Κερασιᾶς ἔζων δύο γεροντάκια· ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Θεοδόσιος. Εἶχον ὡς ἐργόχειρο τὴν κατασκευὴ ξύλινων κουταλιῶν. Δι’ ἓν διάστημα ὅμως κανεὶς δὲν ἠγόραζε τὰ ἐργόχειρά των. Εἶχον κατασκευάσει τόσα πολλὰ ὥστε γέμισαν δύο τσουβάλια. Ὥσπου, προνοίᾳ τῆς Παναγίας, ἦλθε ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὴν Ῥουμανία καὶ τὰ ἀγόρασε ὅλα.
***










Ἦτο ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ ἑόρταζε ἡ ἐρημικὴ ὁμώνυμος Καλύβη εἰς τὰ Καρούλια. Ἐποχὴ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1930-1935. Εἶχον συγκεντρωθῆ 20-25 Ῥῶσοι καὶ Ἕλληνες ἀσκηταὶ νὰ ἀγρυπνήσουν. Δὲν εἶχαν ὅμως νὰ μαγειρεύσουν ψάρια. Ὁ Γέρων Ζωσιμᾶς, ὁ ἁπλούστερος καὶ ὁ πλέον χαριτωμένος, φιλάδελφος καὶ ἐλεήμων τῶν Ῥώσων ἀσκητῶν, πρότεινε νὰ ψαρέψουν ἀπὸ ἐκεῖ ψηλά. Τὸ Καλύβι εὑρίσκεται εἰς τὸ χεῖλος κατακόρυφου βράχου, καταλήγοντας εἰς ἀβυσσαλέο θαλάσσιο βάθος.
-Ναί, ἀλλὰ πῶς θὰ ψαρέψουμε; Οὔτε ἀγκίστρι ὑπάρχει, οὔτε δόλωμα, εἶπαν οἱ ἄλλοι.
-Ἰδοὺ ἕνα καρφί, λίγος σπάγγος, ἕνα κομμάτι ψωμὶ ἢ παξιμάδι, εἶπε ὁ Γέρων Ζωσιμᾶς.
Ἐποίησαν τὸν σταυρό των, ἔῤῥιξαν τὴν πρωτότυπη πετονιά, καὶ ἔπιασαν ἕνα ῥοφό, δώρο τοῦ Ἁγίου.
***
Εἰς τὰ ἔτη τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς, τελείωνε ὁ σῖτος ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τῆς Μονῆς Γρηγορίου. Ἐκεῖ, ποὺ οἱ πατέρες καθάριζαν τὸν τελευταῖο σῖτο, διὰ νὰ τὸν στείλουν εἰς τὸ μύλο, πλησίασε ἕνα γεροντάκι, ὡς κοσμικὸς παπᾶς, χαιρέτισε καὶ ῥώτησε:
-Τί κάνετε ἐκεῖ, ἀδελφοί; Αὐτὸ εἶναι τὸ σιτάρι σας; Δὲν ἔχετε ἄλλο ἀπὸ αὐτό;
Οἱ πατέρες, τοῦ ἀπήντησαν, ὅτι πράγματι αὐτὸ ἦτο τὸ τελευταῖο καὶ δὲν εὕρισκαν πουθενὰ νὰ ἀγοράσουν νέο σιτάρι, λόγῳ Κατοχῆς. Ὁ ἄγνωστος ἐκεῖνος ἱερεύς, πῆρε εἰς τὰ χέρια του ὀλίγους σπόρους ἀπὸ τὸ σιτάρι, τοὺς ηὐλόγησε καὶ τοὺς ἔῤῥιψε πάνω εἰς τὸ ἄλλο σιτάρι. Κατόπιν ηὐλόγησε τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, τὸ Μοναστῆρι καὶ τὴν θάλασσα καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ἀναχωρήσει.
-Ἀπὸ ποῦ εἶσαι παπούλη; Κάθισε νὰ σοῦ δώσουμε νὰ φᾶς λίγο ψωμὶ καὶ λίγες ἐλιές.
-Εἶμαι ἀπὸ πολὺ μακριά, ἀπὸ τὰ Μύρα τῆς Λυκίας, εἶπε καὶ ἔφυγε.
Ὁ εὐλογημένος ἐκεῖνος σῖτος τῶν 150 ὀκάδων περίπου, ἔφθασε ἕως ὅτου τελείωσε τὸ ἔτος, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Δεκέμβρη ποὺ ἐνεφανίσθη ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ἕως τὸν Ἰούλιο, τὴν ἐποχὴ τῆς νέας σοδειᾶς.
***
Ἔζη εἰς τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου ἕνα ἁπλούστατο γεροντάκι μὲ μία ἀγαθὴ ψυχή, ὁ Γέρων Θωμᾶς. Τὸ διακόνημά του ἦτο βοηθὸς εἰς τὸν ζυμωτὴ καὶ εἰς τὸν φούρναρη. Συνέπεσε μία ἡμέρα νὰ ἀπουσιάζει ὁ ζυμωτὴς καὶ ὁ φούρναρης τῆς Μονῆς. τὸ βάρος καὶ ἡ εὐθύνη ἔπεσαν εἰς τὸν γερο-Θωμᾶ. Ἔπρεπε νὰ ζυμώσει καὶ φουρνίσει διὰ δύο ἡμέρας ψωμί, μία μεγάλη ποσότητα διὰ τοὺς πατέρας καὶ τοὺς προσκυνητάς. Ὁ γερο-Θωμᾶς εὑρέθη εἰς ἀδιέξοδο. Δὲν γνώριζε πῶς καὶ ἀπὸ ποῦ νὰ ἀρχίσει καὶ ποῦ νὰ τελειώσει. Προσεύχεται μὲ δάκρυα εἰς τὴν Παναγία μας νὰ τὸν βοηθήσει. Παίρνει τὴν μαγιὰ ἀπὸ τὸ προζῦμι καὶ πηγαίνει νὰ βάλει νερὸ καὶ ἀλεῦρι. Τὴν ἴδια στιγμή, μία μεγαλοπρεπής, μαυροφορεμένη γυναίκα δίπλα του ἀνακατεύει τὸ προζύμι μὲ τὸ ἀλεῦρι μέσα εἰς τὴν σκάφη, πλάθει τὰ ψωμιά, τὰ φουρνίζει. Ὁ γερο-Θωμᾶς καθ’ ὅλο τὸ διάστημα τῆς ἑτοιμασίας καὶ τῆ ἐργασίας ἠσθάνετο ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι παρών. Μετ’ ὀλίγον, ὅταν τὸ ἀνεκείνωσε εἰς τοὺς πατέρας, κατάλαβε ὅτι ἡ γυνὴ ἐκείνη ἦτο ἡ Παναγία. Τὸ ψωμὶ διὰ πρώτη φορὰ εἶχε γίνει τόσο γλυκὸ καὶ τόσο νόστιμο. Τοῦ ἔλεγαν οἱ πατέρες:
-Ἔ, γερο-Θωμᾶ, κάποιο φάρμακο θὰ ἔῤῥιξες καὶ ἔγινε τὸ ψωμὶ τόσο γρήγορα καὶ τόσο ὡραῖο.
***




Εἰς τὸ Διονυσιάτικο Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἰς τὰς Καρυάς, ἐκοιμήθη, τὸν 19ον αἰῶνα, ἕνας μοναχός, καὶ καθὼς πήγαιναν νὰ τὸν ἐνταφιάσουν, ἀνεσηκώθη εἰς τὸ νεκροκρέββατο, εἶπε κάτι μυστικῶς εἰς τὸν Γέροντα καὶ ξάπλωσε καὶ ἐτάφη. Δὲν ἔμαθαν ὅμως τί εἶπεν.
***
Ὁ Πνευματικὸς παπα-Γιάννης, ἀπὸ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἄξιόν Ἐστι, διηγήθη πὼς κάποτε ἦλθε ἕνα ἐξομολογηθῆ ἕνας νέος ἐργάτης ἀπὸ τὸ Σεράϊ. Τοῦ εἶπε, λοιπόν, ὁ ἐργάτης αὐτός, πὼς ὅταν ἦτο μικρός, πέθανε. Πρὶν ἀκόμα τὸν ἐνταφιάσουν, ἡ μητέρα του πῆγε εἰς τὴν ἐκκλησία καὶ γονυκλινὴς ἐπὶ ὥρα πολλὴ προσηύχετο δακρυῤῥοοῦσα. Κατόπιν ἦλθε εἰς τὸ σπίτι, φόρεσε τὰ γιορτινά της ῥοῦχα, πλησίασε, ξάπλωσε καὶ εἶπε στὸν γιό της ποὺ βρισκόταν στὸ φέρετρο: «Σήκω ἐσύ, παιδί μου, θὰ πάω ἐγὼ εἰς τὴν θέση σου». Τὸ παιδὶ ἀνεστήθη καὶ ἡ μητέρα πέθανε τὴν ἴδια στιγμή.
***

Ἀσθενήσας βαρέως κάποτε ὁ μοναχὸς Ἀγλάϊος ὁ Κωνσταμονίτης, ἐστάλη ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου εἰς τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ὅπου ὑπῆρχε καὶ ἀμπελικιά. Ὁ ἰατρὸς συνέστησε νὰ τρώει κρέας, διότι εἶχε διαπιστωθῆ φυματίωσις μὲ συχνὰς αἱμοπτύσεις. Ὁ ἀσθενὴς γέρων ἐλυπεῖτο, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ διακονήσει πλέον ὡς ἐκκλησιαστικὸς ποὺ ἦτο εἰς τὸ Μοναστήρι του. Προσηύχετο διαρκῶς καὶ παρεκάλει διακαῶς νὰ τοῦ δώσει ὁ Κύριος τὴν ὑγεία του. Μία ἡμέρα, ἐκεῖ ποὺ προσηύχετο, αἴφνης βλέπει ἕνα ζαρκάδι ἀρκετὰ μεγάλο, ποὺ ἦλθε ἐμπρός του, ἔσκυψε τὸ κεφάλι του, ἔπεσε κάτω καὶ ἄρχισε νὰ σφαδάζει. Ὁ π. Ἀγλάϊος ἐφοβήθη μήπως ψοφίσει. Ἔτρεξε ταχέως καὶ εἰδοποίησε τοὺς πατέρας καὶ τὸν λαϊκὸ κηπουρό. Ὁ κηπουρός, μόλις εἶδε τὸ ζῶο, τὸ ἔσφαξε, τὸ καθάρισε καὶ οἱ πατέρες ὥρισαν εἰς τὸν π. Ἀγλάϊον νὰ μαγειρεύει ἀπὸ λίγο κάθε ἡμέρα.
***
Ὁ Γέρων Χερουβεὶμ ὁ Ἁγιοβασιλειάτης, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ λίγο βαρύκοος, κάποτε ἀπεκλείσθη ἀπὸ τὸν βαρύτατο χειμῶνα καὶ ἀπὸ τὰ χιόνια εἰς τὸ πτωχὸ ἀσκηταριό του πάνω ἀπὸ μία βδομάδα, παραμείνας ἄσιτος. Μία ἡμέρα, κάποιος ξένος μὲ ἕνα μουλάρι φορτωμένο κτυπᾶ τὴν πόρτα του. Πλησίαζε τὸ βράδυ. Ἠρώτησε ἂν προλαμβάνει νὰ πάει πρὶν νυχτώσει ἕως τὴν σπηλιὰ τοῦ Ὁσίου Πέτρου καὶ νὰ ἐπιστρέψει εἰς τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου. Ὁ μοναχὸς Χερουβεὶμ τοῦ εἶπε:
-Ἀδελφέ, τὸ χιόνι εἶναι τόσο πολὺ ποὺ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πᾶς στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου Πέτρου, ἀκόμα καὶ ἂν εἶχες ὅλη τὴν μέρα. Μεῖνε ἀπόψε ἐδῶ τὸ βράδυ καὶ αὔριο πρωΐ-πρωΐ πηγαίνεις.
-Γέροντα, ἔχω φέρει μερικὰ τρόφιμα τὰ ὁποῖα θέλω νὰ τὰ πωλήσω. Ὰν θέλεις, κράτησέ τα καὶ δός μου μία εὐλογία.
-Ἐφ’ ὅσο βιάζεσαι βάλε τὰ πράγματα ἐδῶ στὴν γωνία καὶ νὰ σοῦ δώσω μία εὐλογία.
Πῆγε στὸ δωμάτιό του, ἀλλὰ ὅταν ἐπέστρεψε δὲν βρῆκε τὸν ἄγνωστο. Φωνάζει, κοιτάζει ἔξω, οὔτε πατήματα, οὔτε ἴχνη ζώου πάνω στο χιόνι. Τότε κατάλαβε ὅτι ἐπρόκειτο περὶ θείας προνοίας. Μὲ τὰ τρόφιμα ἐκεῖνα πέρα ὅλο τὸν χειμῶνα.
***







Ὁ γερο-Ἐφραὶμ ζοῦσε σὲ ἕνα πτωχικὸ Καλύβι μεταξὺ Κατουνακίων καὶ Ἁγίου Βασιλείου. Τὸ Καλύβι του ἦτο ἐνσωματωμένο μὲ λίγες λαμαρίνες μὲ μία σπηλιά, κάτω ἀπὸ ἕνα πελώριο βράχο. Ἔζη μὲ ἀπερίγραπτη κακουχία καὶ στέρηση. Μία χρονιὰ ἔπεσε πολὺ χιόνι καὶ ὁ γερο-Ἐφραὶμ ἀπεκλείσθη. Τελείωσε καὶ τὸ παξιμάδι του καὶ ἔμεινε ἄσιτος καὶ νηστικὸς ἀρκετὲς ἡμέρες. Μία ἡμέρα, ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς σπηλιᾶς βλέπει ἕναν ἄνθρωπο ἄγνωστο μὲ κοσμικὴ ἐνδυμασία, φορτωμένο μεγάλο σάκκον καὶ τοῦ εἶπε:
-Πάτερ, εὐλογεῖτε, θέλω νὰ πάω στὴν Κερασιά, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔχει πολλὰ χιόνια καὶ σὲ λίγο νυχτώνει, εἶναι εὐλογημένο νὰ ἀφήσω ἐδῶ τὸν σάκκο μου καὶ νὰ τὸν παραλάβω αὔριο μὲ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας;
-Πῶς ἦλθες ἐδῶ, ἀδελφέ μου; Ὅπως βλέπεις δὲν ὑπάρχεις δρόμος. Ἔλα μέσα, ἔχω φωτιὰ νὰ ζεσταθῆς. Ἄφησε τὸ φορτίο σου καὶ ὅποτε θέλεις, πάρε το.
Παρὰ ταῦτα ὁ ξένος ἐπροφασίσθη ὅτι βιάζεται καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιστρέψει στὸν Ἅγιο Παῦλο. Ἐξηφανίσθη ἐμπρὸς τὰ κατάπληκτα μάτια τοῦ ἐρημίτου. Κοίταξε δεξιὰ-ἀριστερά, ἔξω ἀπὸ τὴν σπηλιά, δὲν εἶδε πάνω στὸ χιόνι πουθενὰ κανένα ἴχνος. Ἤνοιξε τὸν σάκκο, ποὺ ἦτο γεμᾶτος ἀπὸ παξιμάδι καὶ ἄλλα τρόφιμα, τὰ ὅποῖα ἤρκεσαν ἕως ὅτου παρῆλθε ἡ βαρυχειμωνιά.
***
Τὴν 9η Ἰουλίου τοῦ 1958, ἔγινε ἡ ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Διονυσίου τοῦ Ῥήτορος καὶ Μητροφάνους, εἰς τὸ σπήλαιόν των στὴν Μικρὰ Ἁγία Ἄννα. Ἐνῶ εἶχον ὑπολογισθῆ μόνο 30 ἕως 40 ἄτομα καὶ ἔπρεπε νὰ φιλευθοῦν ἄνω τῶν 100, ὁ μάγειρος π. Δαμασκηνός, γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ, κατέφυγε εἰς τὴν προσευχή. Ἤρχις ενὰ δίδει μερίδας εἰς τοῦς διακονητὰς τῆς Τραπέζης καὶ ὁ νταβὰς δὲν ἄδειαζε. 40, 50, 80, 100. Ἔφαγαν μεσημέρι βράδυ οἱ ἄνθρωποι καὶ εἰς τὸ τέλος ἔμεινε καὶ περίσσευμα ἰχθύων διὰ τὴν ἄλλη μέρα.
***
Ὁ μοναχὸς Μελέτιος ὁ Καρεώτης, κάποτε ταξίδεψε μὲ βάρκα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος πρὸς τὴν Θάσο μαζὶ μὲ δύο Θασίτας. Εἰς τὸν πλοῦν ἐσημειώθη σφοδρὰ θαλασσοταραχή, καὶ ἔπεσε στὴν θάλασσα. Οἱ ἄλλοι δύο προσπάθησαν νὰ βοηθήσουν τὸν γερο-Μελέτιο νὰ ἀναβῆ εἰς τὴν βάρκα, ἀλλὰ ἐστάθη ἀδύνατο. Τότε τοῦ λένε: «Γέροντα, βλέπεις καὶ μόνος σου ὅτι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα». Πράγματι, μόλις προσεπάθουν νὰ τὸν πιάσουν, ἔχανε ἡ βάρκα τὴν ἰσοῤῥοπία της καὶ γύριζε. Προσπάθησε μόνος του, ἠγωνίσθη, ἀλλὰ εἰς μάτην. Κουράσθηκε. Τὸν ἐγκατέλειψαν αἱ δυνάμεις του. Τότε φώναξε ἀπὸ καρδιάς: «Παναγία μου, τόσα χρόνια σὲ ὑπηρέτησα ὁ ἁμαρτωλὸς Ὑπηρέτης, ὡς διακονητὴς στὸ ναὸ τοῦ Πρωτάτου. Εἰσάκουσόν μου αὐτὴ τὴν στιγμὴ τώρα καὶ ἐσύ, διότι βλέπεις ὅτι χάνομαι». Δίχως νὰ τὸ συνειδητοποιήσει, εὑρέθη αὐτοστιγμεὶ πάνω στὴν βάρκα. Σιγὰ-σιγὰ ἡ θάλασσα ἐταπεινώθη καὶ ἔφθασαν αἰσίως εἰς τὸν προορισμό των.
***
Ὁ γερο-Εὐστράτιος, παρ’ ὅλο ποὺ διήνυε τὸ 30ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἦτο ἀγένειος. Θανόντος τοῦ Γέροντός μετέβη ἀπὸ τὸ σπηλαιῶδες κάθισμα τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Παύλου εἰς τὰ Καυσοκαλύβια. Ὁ ἐκεῖ Γέροντας ἠρνεῖτο νὰ τὸν κρατήσει, διότι ἀγενείους δὲν ἐδέχοντο οἱ πατέρες. Ὁ Εὐστράτιος παρεκάλει καὶ ἐπέμενε. Τὴν νύκτα ἐκείνη ἔκαναν ἀγρυπνία ἀφιερωμένη στὴν Παναγία μας. Τὸ πρωΐ, ὢ τοῦ θαύματος, ἐφάνησαν ἀναφυόμεναι τρίχες εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Εὐστρατίου. Τὸ καταπληκτικώτερο ὅμως ἦτο ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ, ἡ γενειὰς τοῦ Εὐστρατίου ηὐξήθη τόσο, ὥστε ἔφθασε εἰς τὸ ἔδαφος.
***


Ἦτο Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω τοῦ 1750 καὶ ὁ καλόγερος Μακάριος ὁ Ἁγιαννανίτης ἦτο βαρέως ἀσθενής, σχεδὸν ἑτοιμοθάνατος. Εἶχε ἕναν ἐξαιρετικό, θαυμάσιο καὶ ἀφοσιωμένο ὑποτακτικό, τὸν π. Θεόκτιστο, ὁ ὁποῖος μάλιστα τὸ ἔτος ἐκεῖνος ἀνέλαβε τὴν διακονία τοῦ παραδικαίου τῆς Σκήτης. Μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ὁ π. Θεόκτιστος εἶχε μεγάλη στενοχώρια. Ἔπρεπε νὰ εὕρη ἕνα ψάρι γιὰ τὸν Γέροντά του, νὰ τοῦ κάνει λίγη σούπα, νὰ δυναμώσει. Κατέβηκε εἰς τὸ μουράγιο τῆς Σκήτης, ἀλλὰ οὐδεμία βάρκα, οὐδεὶς ψαρᾶς. Ἡ θάλασσα ἦτο φουρτουνιασμένη. Κατέφυγε ἀμέσως εἰς τὴν προσευχή. Γονάτισε ἐκεῖ, εἰς τὸ μουράγιο καὶ παρακαλοῦσε τὴν Ἁγία Ἄννα. Δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμη τὴν προσευχὴ καὶ βλέπει πάνω στὰ κύματα νὰ παιχνιδίζει ἕνα μεγάλο ψάρι. Σημειώνει πρὸς τὸ μέρος του τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ ἀμέως τὸ κῦμα τὸ πέταξε ἔξω. Ἥρπασε τὸ ψάρι, τὸ μαγείρευσε καὶ τὸ ἔδωσε εἰς τὸν Γέροντά του, ὁ ὁποῖος καὶ ἐθεραπεύθη ἀπὸ τὴν ὥρα αυτή. Μὲ τὸ ὑπόλοιπο φιλοξένησε ὅσους μοναχοὺς καὶ κοσμικοὺς εἶχε τὸ Κυριακὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη.
***
Ἐπὶ τρία ἔτη ἐνεφανίζετο φῶς εἰς τὴν Καλύβη τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης τοῦ παπα-Σάββα τοῦ Πνευματικοῦ, καθ’ ἑκάστην Παρασκευή. Ὁ Πνευματικός, εἶχε μεταφέρει τὴν κάρα τοῦ Γέροντός του Ἱλαρίωνος τοῦ Ἴβηρος ἐκεῖ. Οἱ ἀσκηταὶ ἀπέδωσαν τὸ φαινόμενο εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀείμνηστος ἐτίμα τὴν Παρασκευὴ καὶ δὲν ἔτρωγε διόλου τὴν ἡμέρα ἐκείνη.
***
Εἰς τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Ἰβηριτικῆς Σκήτης, ἔζησε ὁ ἐνάρετος καὶ ἁπλούστατος Γέρων Νικηφόρος, ὁ ὁποῖος χρημάτισε καὶ Πνευματικὸς τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε’. Ὁ Ὁσιομάρτυς ἐπίσης Εὐθύμιος, ἦτο ὑποτακτικός του. Μετὰ τὸ μαρτύριό του τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου τὸ μετέφεραν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη εἰς τὴν Καλύβη του μέσα σὲ ἕνα ξύλινο βαρέλι. Ὅταν ἦλθε τὸ λείψανό του, ὁ Γέρων Νικηφόρος ἀπευθύνθη μὲ θερμὰ δάκρυα πρὸς τὸν ὑποτακτικό του νὰ ἐγερθῆ, διὰ νὰ τὸν ἀσπασθῆ, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ὁ νεκρὸς ἠγέρθη, ἠσπάσθησαν ἀλλήλους καὶ ἐν συνεχείᾳ πάλιν ἀνεπαύθη.
Ἄλλοτε, ὁ Γέρων Νικηφόρος ἀπεφάσισε νὰ ἀνοιχθῆ εἰς τὸ ὑπόγειο τῆς Καλύβης πηγάδι. Οἱ τεχνίται ἔσκαψαν 5-6 μέτρα, ἔφθασαν εἰς ἕναν γρανιτώδη βράχο καὶ σημεῖο ὑγρασίας δὲν ἐφαίνετο πουθενά. Τότε, ὁ ἁπλοϊκὸς καὶ γεμᾶτος πίστιν γέρων, περίλυπος γενόμενος, ἔλαβε τὴν εἰκόνα τῶν Ὁσιομαρτύρων ὑποτακτικῶν του, τὴν κατέβασε στὸ πηγάδι καὶ εἶπε: «Ἐὰν δὲν βγάλετε νερό, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς βγάλω ἀπὸ ἐδῶ μέσα». Τὴν ἑπομένη, εἶδον τὸ πηγάδι πλῆρες ὕδατος, τὴν δὲ εἰκόνα τῶν Ἁγίων νὰ ἐπιπλέει. Ὁ βράχος τοῦ πηγαδιοῦ φαίνεται ἕως σήμερον ῥαγισμένος, τὸ δὲ νερὸ εἶναι γευστικώτατο, πραγματικὸ Ἁγίασμα.
***
Ὑπῆρχε ἕνας πτωχὸς μοναχός, ὁ Γέρων Δωρόθεος ἀπὸ τὴν Νέα Σκήτη, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μικρὸ παιδὶ δὲν ἐξῆλθε τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἐργόχειρο δεν εἶχε. Μὲ μία νικρὴ βάρκα ψάρευε. Ὅταν τοῦ εἶχε τελειώσει τὸ λάδι, ὁ Κύριος τοῦ φανέρωσε ἕνα δοχεῖο γεμᾶτο λάδι μέσα στὴν θάλασσα, μεταξὺ Νέας Σκήτης καὶ ἀρσανᾶ Ἁγίου Παύλου.
***








Εἰς τὴν Ἄρτα, τέκνον ἀγρονόμου εἶχε δηλητηριασθῆ ἀπὸ μία πάστα. Πλησίαζε εἰς τὸν θάνατο. Ὁ πατέρας κατέφυγε εἰς τοὺς μοναχοὺς τοῦ Μετοχίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τῆς Μονῆς Γρηγορίου. Τέλεσαν ἁγιασμό. Πῆγαν τὰ ἅγια λείψανα. Προσηυχήθηκαν ὅλοι οἱ συγγενεῖς θερμῶς. Ὁ ἀγρονόμος εἶδεν εἰς ὅραμα τοὺς Ἁγίους. Μία ὥρα μετὰ τὸν ἁγιασμό, τὸ ἑτοιμόθανατο παιδί ἀνένηψε καὶ εἶπε: «Θέλω τὴν μάνα μου». Ἀνάμεσα εἰς τοὺς παρευρισκομένους ἦτο καὶ μία Ἑβραία, ἡ ὁποία πίστευσε καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἀνδρα της ζήτησαν νὰ βαπτισθοῦν κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς.
***