Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Ὁ Γέρων Ἀγάπιος ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ Γέρων Ἀγάπιος ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Κατὰ κόσμον Γεώργιος Σταθόγλου, γεννήθηκε τὸ 1893 στὴν Πέτρα Σαράντα Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ἦλθε τὸ 1901 σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν καὶ τὸ 1905 ἐκάρη μοναχὸς στὴν Καλύβη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀπὸ τὸν παπα-Ἀγάπιο τὸν Πνευματικό. Ἦταν μοναχὸς μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ προθυμία.
Στὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου ἀκολούθησε τοὺς λεγομένους ζηλωτάς, γιὰ λίγο ὅμως καιρό. Ἡ ἀποκοπή του ἀπὸ τὸ Κυριακὸ τοῦ τοῦ δημιούργησε ψυχικὴ ἀκαταστασία καὶ δαιμονίσθηκε, ὥστε ἡ Λαύρα νὰ τὸν πάρει στὴν Μονὴ καὶ νὰ τὸν κλείσει στὸν Πύργο, μέχρι νὰ δοῦν τί θὰ κάνουν. Ὅταν στὴν Σκήτη γινόταν ἡ ἀγρυπνία τῆς Ὑπαπαντῆς στὸ Κυριακό, ὁ Πνευματικὸς παπα-Δαμιανός, λέει: «Πατέρες, δὲν κάνουμε ἕνα κομποσχοίνι γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ γερο-Ἀγαπίου, ποὺ βασανίζεται τόσο πολὺ κλεισμένος μέσα στὸν πύργο;»  Μετὰ τὰ ἐξαποστειλάρια, ὅπως συνηθίζεται, ὁ ἐφημέριος ἐμπρὸς εἰς τὴν Ὡραία Πύλη, καλεῖ τοὺς πατέρες μὲ τὴν προτροπή: «Ἅγιοι Πατέρες, νὰ κάνουμε ἕνα κομποσχοίνι· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον τὸν δοῦλόν Σου, Ἀγάπιο μοναχό».
Μέσα στὸν Πύργο τῆς Λαύρας, ἐκείνη τὴν ὥρα, ὁ γερο-Ἀγάπιος, βλέπει τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ νὰ ἐκδιώκει τὰ δαιμόνια καὶ νὰ τὸν ἐλευθερώνει. Αὐτά, ἀλαλάζοντας καὶ κραυγάζοντας, βγῆκαν μὲ μεγάλο θόρυβο ἀπὸ τὸν Πύργο. Ἔτσι, ὅταν αὐτὸς παρουσιάστηκε τὴν ἑπομένη στοὺς Προϊσταμένους τῆς Μονῆς ὑγιῆς, ἐκεῖνοι ἐχάρηκαν καὶ τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἐπανέλθει στὴν Καλύβη του.
Ἀπὸ τότε, ἀπαρνήθηκε τὸν ζηλωτισμό, ἦταν πολὺ ἐπιμελὴς στὰ πνευματικά, παράδειγμα τέλειου ἀσκητοῦ. Δὲν ἄφηνε καμμία Λειτουργία, καίτοι ἡ Καλύβα του εἶναι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ Κυριακό. Ἔψαλλε ταπεινά, μὲ κατάνυξη, πάντοτε ὀλιγόλογος, καὶ δὲν κατέκρινε κανέναν. Ἐπισκεπτόταν συχνὰ τὸν Γέροντα Συμεὼν γιὰ πνευματικὴ συζήτηση καὶ μιὰ μέρα λέει στὸν ὑποτακτικό του, Ἡσαΐα: «Ἡσαΐα, παιδί μου, ἂν δὲν δῆς μὲ τὰ μάτια σου κάτι, νὰ μὴν λὲς γιὰ κανέναν τίποτα. Ὅταν ἤμουν μικρός, μοῦ συνέβη κάτι ποὺ μοῦ ἔμεινε παράδειγμα ζωντανὸ γιὰ ὅλη μου τὴν ζωή. Στὸ χωριό μου, κάποια μέρα, κατέβηκαν στὸ ποτάμι δύο γυναῖκες, γιὰ νὰ πλύνουν τὰ ῥοῦχά τους, φοροῦσαν ὅμως, φλουριὰ σὰν περιδέραιο. Ἡ μία τὰ ἔβγαλε, τὰ ἔβαλε πάνω σὲ κάτι κλαράκια καὶ συνέχιζε τὸ πλύσιμο τῶν ῥούχων. Ὅταν ἐτελείωσε καὶ ἑτοίμαζε τὰ πράγματά της, πάει νὰ πάρει τὰ φλουριὰ καὶ δὲν τὰ βρίσκει. Ἀφοῦ δὲν ἦταν ἄλλος ἐκεῖ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν συντρόφισσά της, ποὺ ἔπλενε μαζί της τὰ ῥοῦχα, τὴν κατηγόρησε ὅτι αὐτὴ τὰ πῆρε. Ἐκείνη, μὲ φόβο ἀρνήθηκε καὶ τῆς ἔδειξε τὰ δικά της· τῆς εἶπε ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ τῆς τὰ πάρει. Αὐτὴ πάει στὸν παπὰ καὶ ζητάει νὰ τὴν ἀφορίσει. Ὁ συνετὸς ἱερέας, ὅμως, δὲν μποροῦσε ἔτσι ἀνεξέταστα νὰ τῆς στερήσει τὴν Θεία Κοινωνία. Τί ἔγινε ὅμως μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό; Στὸ χωριό, μαζεύονταν πολλοὶ πελαργοὶ καὶ ἔκαναν τὶς φωλιές τους καὶ διέμεναν μέχρι ποὺ ἔφευγαν γιὰ ἄλλο μέρος. Ὅταν ἔφθασε ὁ καιρός, ἐνῶ οἱ πελαργοὶ ἔφευγαν, ἕνας ἔμενε καθισμένος στὴν φωλιά του. Μοῦ λέει ἡ μάνα μου: «Γιώργο, παιδί μου, ἀνέβα νὰ δῆς γιατὶ ὁ πελαργὸς δὲν φεύγει;» Ἐγὼ ἀμέσως ἀνεβαίνω καὶ τί νὰ δῶ; Τὰ φλουριὰ τῆς γειτόνισσας πλεγμένα μέσα στὰ κλαριὰ ποὺ χρησιμοποίησε ὁ πελαργὸς γιὰ τὴν φωλιά του!»
Ὁ Γέρων Ἀγάπιος, ἐκοιμήθη τὸ 1962.
***


Ὁ πατὴρ Πολύκαρπος ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ πατὴρ Πολύκαρπος ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Στὴν Καλύβη τῆς Μεταμορφώσεως στὰ Καυσοκαλύβια, τοῦ Γέροντος Νικοδήμου, κοινοβίασαν ὁ μοναχὸς Χρυσόστομος ἀπὸ τὰ Χανιὰ καὶ ὁ μοναχὸς Πανάρετος ἀπὸ τὴν Λέσβο, ὁ ὁποῖος προερχόταν ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια καί, ὅταν κάποτε ἐπισκέφθηκε ὡς μοναχὸς τὴν πατρίδα του, οἱ συγγενεῖς του, ἂν καὶ ἦξεραν ὅτι ὁ Πανάρετος πάθαινε κρίσεις ἐπιληψίας, παρακάλεσαν τὸν ἐπίσκοπο Λέσβου καὶ τὸν χειροτόνησε διάκονο. Τὸ βράδυ μετὰ τὴν χειροτονία, ὁ Πανάρετος, βλέπει τὴν Παναγία καὶ τοῦ λέει: «Πάτερ Πανάρετε, ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου τὶς ἔχω συγχωρέσει, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἔκανες καὶ δέχθηκες χειροτονία, δὲν σοῦ τὸ συγχωρῶ». Ἔντρομος γενόμενος ὁ πατὴρ Πανάρετος, ἐπέστρεψε στὰ Καυσοκαλύβια καὶ δὲν τόλμησε ποτέ του νὰ φορέσει ὠράριον. Πρόσεχε πολὺ νὰ μὴν δίνει δικαιώματα στὸν διάβολο καὶ τὸν βασανίζει συχνά. Κάποτε, ὅμως, παρασύρθηκε καὶ ἔφαγε κρέας ἀγριοχοίρου· ἀπὸ τότε, ὅπως λένε οἱ πατέρες ποὺ τὸν ἔζησαν, ἔδωσε ἀφορμὴ στὸν διάβολο καὶ τὸν βασάνιζε τακτικά· πέθανε μόλις 45 ἐτῶν, τὸ 1950. Δεκαπέντε μέρες πρὶν τὴν κοίμησή του αὐξήθηκαν οἱ κρίσεις τόσο, ποὺ οἱ πατέρες ἀναγκάζονταν νὰ τὸν δέσουν. Λίγο πρὶν ξεψυχήσει, τοῦ ἔκαναν τὸ Ἅγιο Εὐχέλαιο. Πραγματικά, μετὰ τὸ εὐχέλαιο, ἤρεμος, κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ μὲ τὸ θεϊκὸ αὐτὸ ἐφόδιο τελείωσε σὲ λίγη ὥρα τὴν μαρτυρική του ζωή.
 ***


Ὁ Γέρων Ἀνατόλιος ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ Γέρων Ἀνατόλιος ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὁ γερο-Ἀνατόλιος, κατὰ κόσμον Σπυρίδων Σμυρνῆς, γεννήθηκε στὸ Παγκράτι Καλαβρύτων τὸ 1862. Τὸ 1890 προσῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὰ Καυσοκαλύβια, καὶ ἔγινε μοναχὸς τὸ 1892 στὴν Καλύβη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἡ ὁποία ἦταν κοντὰ στὸ Κυριακό. Ἦταν ξηροκαλύβη καὶ δὲν εἶχε μερίδιο νεροῦ. Γιὰ τὶς ἀνάγκες του ἔπαιρνε μὲ τὸ σταμνὶ ἀπὸ τὴν βρύση τοῦ Κυριακοῦ καὶ εἶχε στέρνα μὲ βρόχινο νερό. Δὲν ὑποχρεοῦνταν νὰ διακονήσει τὸ δικαιάτο, ἀλλὰ αὐτὸς πρόθυμος, πάντοτε βοηθοῦσε καὶ ἐξυπηρετοῦσε ὅλους τοὺς Δικαίους ἀδιακρίτως.
Ἦταν ὅμως πολὺ πτωχός, καὶ τὸ ἐργόχειρό του δὲν εἶχε ἔσοδα γιὰ τὴν ζωοτροφία του. Ὅταν ἄκουγε νὰ ἀνοίγει ἡ στέρνα τοῦ Κυριακοῦ, πήγαινε νὰ δῆ μήπως ὁ καθορισμένος ἀδελφός, ὁ μυλωνάς, εἶχε πρόγραμμα νὰ ἀλέσει. Στὶς πρῶτες γύρες, τὸ ἄλεσμα ἔβγαινε ἄχρηστο, διότι μετὰ τὴν χάραξη τῆς μυλόπετρας, ὅλο καὶ θὰ ἔμενε τριμμένο μάρμαρο ἀπὸ τὴν πέτρα, καθὼς μάλιστα εἶχε καὶ μυρωδιὰ δυσάρεστη. Αὐτὸ τὸ ἄλεσμα ἔπαιρνε ὁ πτωχὸς γερο-Ἀνατόλιος καὶ τὸ ἔκανε κουρκούτι ἢ τὸ ζύμωνε καὶ ἔκανε παξιμάδι, διότι ψωμὶ καὶ μαγειρευμένο φαγητὸ ἔτρωγε σπάνια. Ὅταν καμμία φορὰ εἶχε κάποιον φιλοξενούμενο, ἔκανε πρόχειρο μαγείρευμα.
Μάζευε ἀγριολάχανα τὴν ἄνοιξη καὶ εἶχε ἕνα μεγάλο κιούπι μὲ ἅλμη, μέσα στὸ ὁποῖο τὰ ἔριχνε. Μὲ αὐτὰ ἔβγαζε τὶς νηστεῖες καὶ τὴν Τετάρτη καὶ Παρασκευή. Ἔτρωγε τόσα ὅμως, ὅσα χωροῦσε τὸ χέρι του ποὺ ἔβαζε μέσα στὸ κιούπι.
Ὁ π. Ἀθανάσιος, ἦταν ὁ ὑποτακτικός του. Ἦλθε στὰ Καυσοκαλύβια γιὰ νὰ κοινοβιάσει στὸν γερο-Γρηγόριο ὁ ὁποῖος εἶχε φύγει ἀπὸ τὴν Μονὴ Κωνσταμονίτου γιὰ νὰ ἀκολουθήσει τὸν ζηλωτισμό. Μὴν μπορώντας ὅμως νὰ ὑπομείνει τὸν χαρακτήρα του, γρήγορα ἔφυγε ἀπογοητευμένος ἀπὸ αὐτόν. Περπατώντας στὰ καλντερίμια τῆς Σκήτης, συνάντησε κάποιον ἀπὸ τοὺς πατέρες, ὁ ὁποῖος τὸν παρηγόρησε καὶ τοῦ ὑπέδειξε νὰ πάει νὰ μείνει κοντὰ στὸν γερο-Ἀνατόλιο.
Ὁ Ἀθανάσιος, λοιπόν, βλέποντας τὴν ταλαιπωρία τοῦ Γέροντά του, τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ δώσει εὐλογία νὰ πάει στὶς Καρυές, νὰ ἐργασθῆ στὸ τυπογραφεῖο τοῦ π. Νεκταρίου, ἐφόσον ἤξερε τὴν ἐργασία. Μὲ τὸν μισθὸ αὐτὸ θὰ βελτίωναν τὴν ζωή τους λίγο, διότι καὶ ὁ γερο-Ἀνατόλιος, εἶχε περασμένη ἡλικία καὶ δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ μαζεύει τσάϊ καὶ λεβάντα στὸν Ἄθωνα, ἀμάραντο καὶ μέντα στὴν Κερασιά, γιὰ νὰ τὰ πουλάει στὶς Καρυές. Τοῦ ἔδωσε εὐλογία πῆγε, ἐνῶ αὐτὸς συνέχιζε τὴν ταπεινὴ καὶ πτωχὴ ζωή του.
Μία μέρα, ἀνέβηκε στὶς Καρυὲς νὰ δώσει τὸ ἐργόχειρό του, νὰ δῆ τὸν π. Ἀθανάσιο καὶ ἰδιαίτερα νὰ προσκυνήσει στὸν λάκκο τοῦ Ἄδειν καὶ τὰ ψάλλει τὸν ἀγγελοσύνθετο ὕμνο: «Ἄξιόν ἐστιν», στὸ τόπο καὶ στὸν ἦχο, τὸν β΄ δηλαδή, ποὺ πρωτοψάλθηκε. Αὐτὸ τὸ ἔκανε συχνά. Εἶχε πολὺ μεγάλη εὐλάβεια στὴν Παναγία καὶ ἀναζητοῦσε συνεχῶς τρόπους νὰ τὴν εὐχαριστήσει καὶ νὰ τὴν τιμήσει μὲ ἔργα καὶ μὲ λόγια. Ὁ λόγος, ὅμως, στὰ χείλη του δὲν μποροῦσε νὰ μείνε πεζός, ἀλλὰ γινόταν ὕμνος πρὸς τὴν Παναγία. Εἰδικά, μάλιστα, ὅταν πήγαινε καὶ ἔψαλλε στὴν ἱστορικὴ Καλύβη τοῦ «Ἄξιόν Ἐστιν», κάθε φορά, τὸ καντήλι τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου, κουνιόταν. Ἦταν ἕνα περίεργο φαινόμενο. Ὅλοι, νόμιζαν, ὅτι ἀπὸ τὴν βροντερὴ φωνή του κουνιόταν. Τὸ δοκίμασαν καὶ τὸν ἔβαλαν νὰ ψάλλει μακριὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα. Τὸ καντήλι, πάλι κουνιόταν! Αὐτὴ τὴν φορὰ ὅμως, Σεπτέμβριος μῆνας, τὸν ἔπιασε βροχὴ στὸν δρόμο, ὅπως ἐπέστρεφε ἀπὸ τὸ καλντερίμι Καρυὲς-Δάφνη. Βράχηκε καὶ ἔπαθε πνευμονία. Κοιμήθηκε στὶς 20-9-1938, στὰ Καυσοκαλύβια.
Πολλὲς φορὲς ἔβγαινε καὶ ἔψαλε ἔξω ἀπὸ τὸ καλυβάκι του διάφορα τροπάρια ποὺ ἤξερε ἀπ’ ἔξω ἀλλὰ ὅλα σὲ ἕναν ἦχο. Εἶχε δική του κλίμακα. Ὅταν ἔτρωγε τὸ καλοκαίρι, ἐρχόταν στὸ ἴδιο πιάτο καὶ ἕνα φίδι (λένε ὅτι ἦταν ὀχιά) καὶ ἔτρωγε καὶ αὐτὸ μαζί του, χωρὶς νὰ φοβᾶται ἢ νὰ πάθει κάτι.
Κάποτε, εἶδαν στὸν ναό τους, τὴν εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου νὰ δακρύζει. Ὁ ὑποτακτικός του τοῦ ἔλεγε ὅτι εἶναι ἀπὸ τὸ καντήλι. Τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας: «Ἐγὼ θὰ φύγω γιὰ νὰ μαζέψω τσάϊ. Ἐσὺ μὴν ἀνάβεις τὸ καντήλι καὶ θὰ δῆς». Πράγματι, ἡ εἰκόνα πάλι δάκρυζε!
Δὲν ἔπαυε μέρα καὶ νύχτα νὰ ψάλλει τὸ «Ἄξιόν Ἐστιν». Ἦταν ἡ ζωή του.
***


Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Ὁ Γέρων Μιχαὴλ ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ Γέρων Μιχαὴλ ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὁ γερο-Μιχαήλ, γεννήθηκε στὴν Σύμη τὸ 1906 καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴν Καλύβη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ἀρσένιο. Στὸ Ὄρος ἦλθε τὸ 1922 καὶ ἐκάρη μοναχὸς τὸ 1923· ἦταν πάντα χαρούμενος καὶ ἀνέπαυε τὶς ψυχὲς τῶν μοναχῶν καὶ τῶν προσκυνητῶν μὲ τὶς διηγήσεις του καὶ τὰ πνευματικά του λόγια, ποὺ ἦταν γεμάτα ζωντάνια καὶ παραστατικότητα. Ἐπίσης, ἦταν πολὺ ἐπιμελὴς στὰ πνευματικὰ τῆς μοναχικῆς ζωῆς: ἀκολουθίες, κανόνα, λειτουργίες.
Φρόντιζε ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο νὰ κάνει λειτουργίες στὴν Καλύβη του, ἐπειδὴ ἐνστερνιζόταν τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ψυχικὴ ὠφέλεια τῆς κάθε Λειτουργίας. Ἐπιπλέον, ἦταν καὶ καλὸς ψάλτης, ἀγαποῦσε πολὺ τὶς ὁλονύχτιες ἀγρυπνίες, καθὼς καὶ τὶς λειτουργίες οἱ ὁποῖες τελοῦνταν στὸ Κυριακό.
Ὁ Γέρων Μιχαήλ, εἶχε ὡς ἐργόχειρο τὴν ξυλογλυπτική. Κατασκεύαζε κυρίως κουτάλια καὶ χαρτοκόπτες. Κατέβαζε μὲ τὴν συνοδεία του ἀπὸ τὸ βουνὸ στὴν πλάτη μὲ πολὺ κόπο τὰ ξύλα ποὺ χρειάζοταν ὡς πρώτη ὕλη γιὰ τὸ ἐργόχειρό του. Κατέβαζε μὲ τὴν συνοδεία του ἀπὸ τὸ βουνὸ στὴν πλάτη μὲ πολὺ κόπο τὰ ξύλα, ἐνῶ τὰ ἔσοδα ἦταν μηδαμινὰ καὶ ἀνεπαρκὴ γιὰ τὴν συντήρησή τους.
Μὲ τὴν προθυμία τοῦ ὑποτακτικοῦ του, π. Γαβριήλ, ἔμαθαν ἀπὸ τοὺς Ἰωασαφαίους λίγα πράγματα γιὰ νὰ ἐργασθοῦν τὴν ἁγιογραφία.
Οἱ εἰκόνες τοῦ Γέροντος Μιχαήλ, εἶχαν θεία Χάρη.
Τὸ 1959, ἔλαβε ἐντολὴ ἀπὸ τὴν Ἡγουμένη Φιλοθέη, τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πάντων Καλύμνου, νὰ ἱστορήσει τὸν Ὅσιο Σάββα. Ὁ π. Μιχαήλ, ἐπειδὴ δὲν εἶχε εἰκόνα τοῦ Ὁσίου, οὔτε τὸν ἐγνώριζε προσωπικῶς, παρεκάλεσε τὸν Κύριον, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἅγιο Σάββα εἰς προσευχὴν νὰ φωτισθῆ διὰ νὰ ἱστορήσει τὴν εἰκόνα. Πράγματι, εἶχε μεγάλη εὐχέρεια κατὰ τὴν ἐργασία καὶ ἐπιτυχία. Ὅταν ἡ ἁγία εἰκὼν παρεδόθη εἰς τὸ τελωνεῖο, ἤρχισε νὰ κρούει μόνη της ἡ καμπάνα τοῦ Μοναστηριοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἦτο ἀνεξήγητο μέχρι τὴν ἑπομένη, ὅταν ἔλαβαν εἴδηση ἀπὸ τὸ τελωνεῖο διὰ τὴν παραλαβὴ τῆς εἰκόνος. Ἡ καμπάνα ἔκρουε μόνη της ἕως ὅτου ἔφεραν τὴν εἰκόνα εἰς τὸ Μοναστήρι.
Κάποιος Χριστιανὸς ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀρχίπολη τῆς Ῥόδου, ὁδηγοῦσε τὸ τρακτὲρ καὶ μαζί του ἔφερε καὶ τὸν μικρό του γιό. Στὸν δρόμο συναντοῦν κάποιον καλόγερο, ποὺ τοὺς σταμάτει καὶ τοὺς ζητᾶ νὰ ἀνέβῃ ἐπάνω. Τοὺς λέει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ τοῦ κτίσουν ἕναν ναό, παρακάτω τοὺς ὑποδεικνύει καὶ τὸ μέρος, τοὺς ἀποκαλύπτει ὅτι λέγεται Νεκτάριος καὶ ἀμέσως γίνεται ἄφαντος. Ὁ ναὸς κτίσθηκε πολὺ σύντομα, μικρὸς βέβαια, καὶ ἐζητήθηκε ἀπὸ τὸν γερο-Μιχαήλ, νὰ κάνει τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ὁ γερο-Μιχαὴλ τὴν ἔφτιαξε καὶ πῆγε στὴν Ῥόδο γιὰ νὰ τὴν παραδώσει, παρὰ τὸ ὅ,τι ὑπέφερε πολλὰ χρόνια ἀπὸ ἕλκος στομάχου. Στὴν ἐπιστροφὴ ὅμως, καθόταν σὲ μία γωνιὰ κουβαριασμένος. Στὸ ἴδιο πλοῖο συνταξίδευε καὶ κάποιος γιατρὸς παθολόγος, ὀνόματι Παπανικολάου. Ὁ γιατρὸς ῥώτησε τὸν γερο-Μιχαὴλ τί πρόβλημα εἶχε, καί, ἀφοῦ ἔμαθε τὸ πρόβλημά του, τοῦ ἔδωσε ἕνα φάρμακο· οἱ πόνοι ὑποχώρησαν καὶ συνέχισε τὸ ταξίδι του ἀνενόχλητα μέχρι τὴν Καλύβη του στὰ Καυσοκαλύβια.
Μετὰ τὸ καθιερωμένο Ἀπόδειπνο, ὅταν πῆγε νὰ ἀναπαυθῆ, ἄκουσε νὰ ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του· τρομαγμένος σηκώνεται πάνω καὶ βλέπει μπροστά του ἕναν ἱεροπρεπῆ ἄνδρα. Ἀρχικὰ τὸν κατέλαβε φόβος, τὸν κοίταξε προσεκτικὰ καὶ διεπίστωσε ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ εἶπε: «Σὲ πληροφορῶ, ὅτι δὲν θεραπεύτηκες ἀπὸ τὸν γιατρὸ στὸν καράβι, ἀλλὰ ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο. Νὰ δοξάζεις τὸν Κύριο καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο». Ὁ ὑποτακτικὸς Γαβριήλ, ἄκουσε τὴν ἔντονη ὁμιλία, σηκώθηκε καὶ εἶδε τὸν γερο-Μιχαὴλ σηκωμένο νὰ ἀναζητᾶ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Πῆγαν καὶ οἱ δύο στὴν ἐκκλησία καὶ εὐχαρίστησαν τὸν Ἅγιο καὶ τὴν Παναγία.
Μία ἄλλη χρονιά, εἶχαν τελέσει Θεία Λειτουργία στὶς 8 Νοεμβρίου, τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ κάλεσαν καὶ τὴν ἑπομένη τὸν ἱερέα νὰ λειτουργήσει, ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Τὸ βράδυ ἐκεῖνο, ὁ γερο-Μιχαὴλ δὲν εἶχε ὕπνο. Πηγαινοερχόταν στὸν ναΐσκο καὶ προσευχόταν μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸν Ἅγιο. Κάποτε, αἰσθάνθηκε νὰ ἐξέρχεται οὐράνια εὐωδία τόσο πολύ, ὥστε ὅλη ἡ Καλύβη πλημμύρισε ἀπὸ θεία μυρωδιά. Ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καὶ τὸ παράθυρο, τίποτε! Ὁ ναὸς εἶχε γίνει πηγή, ἀπὸ ὅπου ἀνέβλυζε θεϊκὴ εὐωδία. Μετὰ τὸ πέρας τοῦ ὄρθου, ἦλθε ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος νὰ λειτουργήσει καὶ εἶπε στὸν Γαβριήλ: «Ἀρώματα ῥίξατε;!». Μόλις μπῆκε στὸ ἱερό, ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ εὐωδία προερχόταν ἀπὸ τὴν λειψανοθήκη μὲ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου.
***

Μοναχὸς Γαβριὴλ Καυσοκαλυβίτης (+1944)

Μοναχὸς Γαβριὴλ Καυσοκαλυβίτης (+1944)
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πάνορμο τῆς Προποντίδος καὶ ἦλθε στὰ Καυσοκαλύβια, σὲ ἡλικία 17 ἐτῶν, ἀκολουθώντας τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του, μοναχὸ Γεράσιμο. Δὲν εἶχε διδαχθῆ πολλὰ γράμματα, ἀλλὰ ἦταν πολὺ μελετηρὸς καὶ ἔξυπνος. Εἶχε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα νὰ ὠφελῆ μὲ τὶς συμβουλές του τόσο, ποὺ τὸν ἀποκαλοῦσαν Πνευματικό, ἂν καὶ ἦταν μοναχός. Ἦταν φίλεργος, εὐκίνητος καὶ ἐπιτήδειος σὲ κάθε ἐργασία. Φιλακόλουθος καὶ ἀκαταπόνητος σὲ ὅλες τὶς ἀκολουθίες καὶ στὸν κανόνα του, τὸν ὁποῖο δὲν παρέλειψε ποτέ· ἐξακολουθοῦσε δὲ νὰ κάνει καὶ τὶς μετάνοιες μέχρι τὴν ἡλικία τῶν 100 ἐτῶν, παρὰ τὸ ὅτι ἔπασχε ἀπὸ ὑπερμεγέθη κήλη. Ἡ εὐχή, τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...», καθὼς καὶ τό: «Θεοτόκε Παρθένε...», τοῦ ἔγιναν ἕξις· τόσο, ποὺ τὰ ἐψέλλιζε τραυλίζοντας μέχρι τὴν τελευταία του ἐκπνοή, δηλαδὴ τὰ ξημερώματα τῆς Παρασκευῆς 22ας Ἰανουαρίου τοῦ 1944, δέκα λεπτὰ μετὰ τὴν μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, σὲ ἡλικία 102 ἐτῶν.

***

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Ὁ Γέρων Ἱερόθεος, ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ Γέρων Ἱερόθεος, ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, τὸ 1907, κοινοβίασε ὁ Γέρων Ἱερόθεος μοναχός, κατὰ κόσμον Δημήτριος Κακούνης τοῦ Γεωργίου καὶ τῆς Αἰκατερίνης, ἀπὸ τὴν Καστανιὰ τῆς Σπάρτης. Νέος, ξενιτεύθηκε στὴν Ἀμερική, στὸ Λίν, μὲ τὸν ἀδελφό του, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε καὶ αὐτὸς μοναχὸς στὴν Μικρὴ Ἁγία Ἄννα καὶ μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντός του, κοινοβίασε στὴν Μονὴ Γρηγορίου, ὄπου ἀργότερα ἔγινε Ἡγούμενος, ὁ γνωστὸς παπα-Θεόδωρος.
Ἐργάζονταν στὴν Ἀμερικὴ καὶ μία ἡμέρα, κουρασμένοι ἀπὸ τὴν ἐργασία, ἀποφάσισαν νὰ πᾶνε γιὰ ψυχαγωγία σὲ κάποιο θέατρο. Ἐκεῖ, μέρα νύχτα, ἔπαιζαν διάφορα ἔργα. Ὅταν πλησίασαν οἱ θεοφοβούμενοι νέοι πρὸς τὸ κτίριο, βλέπουν ἀπὸ μακριὰ στὸ πάνω μέρος τοῦ θεάτρου νὰ χορεύουν κατάμαυροι δαίμονες μὲ κέρατα καὶ καταγκρέμιζαν ἕναν-ἕναν τοὺς νέους στὸ βάραθρο. Ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὸν τρόμο τους οἱ δύο νέοι ἔμειναν ἄναυδοι. Ὅταν συνῆλθαν, αὐτὸ ἔγινε ἀφορμὴ νὰ πάρουν σταθερὴ ἀπόφαση νὰ γυρίσουν στὴν ἀγαπημένη τους πατρίδα, καὶ μάλιστα νὰ ἔρθουν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ γίνουν μοναχοί.
Ὅταν ἦλθαν στὸ Ἅγιον Ὄρος τὰ δύο ἀδέλφια, δηλαδὴ ὁ παπα-Θεόδωρος καὶ ὁ γερο-Ἱερόθεος, δὲν πέρασαν καθόλου ἀπὸ τὸ χωριό τους, ἀλλὰ τακτοποίησαν τὶς ὑποθέσεις τους μὲ ἀλληλογραφία. Ὅταν ἦλθαν στὸ Κελλί, ἔτυχε οἱ Γεροντάδες νὰ βρίσκονται σὲ παροξυσμὸ καὶ βρέθηκαν οἱ νέοι σὲ δύσκολη θέση. Ὅταν μάλιστα εἶπαν στοὺς Γεροντάδες ὅτι εἶχαν σκοπὸ νὰ μείνουν γιὰ καλόγεροι, ἐκεῖνοι τοὺς εἶπαν: «Δὲν βλέπετε τί δύστροποι μοναχοὶ εἴμαστε; Πηγαίνετε κάπου ἀλλοῦ νὰ σώσετε τὶς ψυχές σας». Ὁ Δημήτρης, τοὺς εἶπε ὅτι αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ διάβολος γιὰ νὰ τοὺς σκανδαλίσει καὶ νὰ φύγουν, ἀλλ’ αὐτοὶ ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ μείνουν ἐκεῖ. Ἔτσι, ἔμεινε ὁ γερο-Ἱερόθεος.
Ὁ πατέρας τους, σὰν ἔμαθε ὅτι τὰ παιδιά του βρίσκονται στὸ Ἅγιον Ὄρος, ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Σπάρτη καὶ ἦρθε νὰ τοὺς δῆ. Ὅταν συνάντησε τὸν γιό του Δημήτρη, τοῦ εἶπε: «Τὸ ἀποφάσισες, λοιπόν, νὰ γίνεις καλόγερος; Σκέψου το καλά. Ἂν μάθω ὅτι ἔφυγες ἀπὸ ἐδῶ, θὰ σὲ σκοτώσω». Ὁ γέρος, ἔδωσε τὴν εὐχή του λαὶ ἔφυγε.Ὁ νέος, προόδευσε στὴν ἀρετή. Ἀπὸ νέον ἀκόμη τὸν φώναζαν οἱ Καυσοκαλυβίτες πατέρες: «Παπουλάκη». Ἀγαποῦσε πολὺ τὸ Κυριακὸ καὶ γενικὰ τὴν διακονία. Ἦταν σχεδὸν μόνιμος ἐκκλησιαστικὸς μαζὶ μὲ τὸν Ἀθανάσιο τὸν Στρέζοβα, τῆς γειτονικῆς Καλύβης τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου.
Εἶχε μόνιμη διακονία νὰ κάνει τὰ πρόσφορα τοῦ Κυριακοῦ καὶ νὰ προμηθεύει τοὺς ἱερεῖς τῆς Σκήτης, τὴν Κερασιά, ἀκόμη καὶ τὸν Ἅγιο Βασίλειο. Τότε, δὲν ὑπῆρχαν οἱ τακτικὲς συγκοινωνίες γιὰ νὰ μποροῦν νὰ στέλνουν τὰ Μοναστήρια πρόσφορα στὰ μακρινὰ Καυσοκαλύβια. Πράος πάντοτε ὁ γερο-Ἱερόθεος, ἄνθρωπος ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ ὑψηλῆς πνευματικότητος. Στὸ πανηγύρι τῆς Λαύρας εἶχε τὸ διακόνημα τοῦ Κολυβᾶ καὶ μαζὶ μὲ ἄλλους πατέρες τεχνουργοῦσαν μὲ χρωματιστὴ ζάχαρη τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν κεκοιμημένων κτητόρων τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας.
Ἔμαθε, ἀπὸ τὸν Γέροντα Ἀρσένιο, τὸν ξυλογλύπτη, νὰ κάνει ξυλόγλυπτους σταυρούς, κτένες, περίτεχνα καὶ ὡραιότατα κουταλοπήρονα, ὡραίους χαρτοκόπτες.
Ὁ γερο-Ἱερόθεος, ἀνέπαυε ὅλους τοὺς λογισμοὺς τῶν πατέρων στὸ ἐργαστήριό του ποὺ ἦταν ἀνοιχτὸ σὲ ὅλους· ὅποιος ἤθελε πήγαινε νὰ τὸν βλέπει καὶ νὰ συζητᾷ μαζί του, δὲν εἶχε ὅμως κανένα κάθισμα στὸ ἐργαστήρι, γιὰ νὰ μὴν κάθονται πολὺ καὶ ἀργολογοῦν. Οἱ πατέρες τὸν ὀνόμαζαν «ψυχοαναπαύτρα». Φρόντιζε νὰ τακτοποιῆ καὶ νὰ συμβουλεύει μὲ τὸν πιὸ ἤπιο καὶ πνευματικὸ τρόπο.
Τὰ τέλη του ὑπῆρξαν εἰρηνικά, ὁσιακά, μετὰ ἀπὸ ἀσθένεια γήρατος. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, στὴν Θεία Λειτουργία ποὺ ἔγινε στὸ Κελλί του, καθὼς μοῦ διηγήθηκε ὁ πο. Γαβριήλ, τὸν κρατοῦσαν γιὰ νὰ προσκυνήσει τὶς ἅγιες εἰκόνες καί, ἀφοῦ μετέλαβε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, τὸν πῆγαν στὸ ἀπέραντο κελλάκι του καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ἀναπαύθηκε τὸν αἰώνιον ὕπνο.

***

Ὅσιος Παΐσιος, ὁ ὑποτακτικός, ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὅσιος Παΐσιος, ὁ ὑποτακτικός, ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Στὴν Καλύβη τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἔζησαν ἀξιόλογες μορφὲς πολὺ ἀσκητικῶν πατέρων. Ὁ γερο-Ἄνθιμος ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ἦλθε στὴν Καλύβη τὸ 1875 καὶ ἀνεπαύθη τὸ 1902. Ἐκάρη μοναχὸς ἀπὸ τὸν παπα-Ἰωάσαφ τῶν Ἰωασαφαίων. Εἶχε ὑποτακτικοὺς τοὺς μοναχοὺς Κυπριανὸ καὶ Παΐσιο, Ἀντώνιο καὶ ἄλλον Παΐσιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄριστος ξυλουργός. Κατασκεύασε μὲ παραγγελία τῶν Ἰωασαφαίων καὶ τὰ στασίδια ποὺ βρίσκονται στοὺς χοροὺς τῶν Ἰωασαφαίων καὶ τοῦ Κυριακοῦ. Ἔγινε μοναχὸς τὸ 1898. Ἦταν πολὺ σκληρὸς στὴν ἐργασία, ἐξυπηρετοῦσε καὶ βοηθοῦσε τοὺς πάντες. Κάποια φορὰ ἐσήκωσε 150 ὀκάδες. Ἀπεβίωσε νέος (38-40 ἐτῶν).
Ὅταν ἔγινε ἀνακομιδὴ στὸ λείψανο, ὑπὸ τοῦ παπα-Δαμιανοῦ, νέου ἱερέως τότε, ἀπὸ τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Μεθοδίουυ, βρέθηκε τὸ χέρι ἄφθορο μὲ ἄῤῥητη εὐωδία. Τὸ χέρι αὐτὸ ἐφυλάσσετο στὴν Καλύβη καὶ προσκυνοῦνταν μὲ εὐλάβεια ἀπὸ ὅλους. Σὲ κάποια πανήγυρι, τὴν ὥρα τῆς τράπεζας, βούλγαροι μοναχοὶ τὸ πῆραν καὶ ἐξαφανίσθηκαν. Ἀργότερα ἐπληροφορήθηκαν ὅτι βρέθηκε στὴν Ὀδησσό, ὅπου ἴσως ὐπάρχει μέχρι σήμερα.
Τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὴν ζωή του, ὅπως βλέπει ὁ ἀναγνώστης, εἶναι ἐλάχιστα. Τὸ σημεῖο, ὅμως, ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸ χέρι αὐτὸ ποὺ τόσα χρόνια μὲ ὑπομονή, ὑπακοή, προσευχὴ καὶ ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἔκανε τὸ διακόνημά του μέσα στὴν ἀφάνεια, μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ὕπαρξη πλούσιας ἐσωτερικῆς ζωῆς ποὺ μόνο αὐτὸς καὶ ὁ Θεὸς γνωρίζει.

***

Ὁ Γέρων Φιλάρετος ὁ Ῥῶσσος, ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ Γέρων Φιλάρετος ὁ Ῥῶσσος, ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ἀπὸ τὶς διηγήσεις τοῦ πατρὸς Ἰσιδώρου γιὰ τὸν σεισμὸ τοῦ 1905, μαθαίνουμε καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη ἐνάρετο μοναχό, τὸν Γέροντα Φιλάρετο τὸν Ῥῶσσο, πολὺ φιλέλληνα καὶ ἀγαπητὸ εἰς ὅλους τοὺς πατέρες τῆς Σκήτης:
Παραπλεύρως τῆς ξηροκαλύβης τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων ὑπῆρχε ἡ ξηροκαλύβη τοῦ Ἡσαΐου ἀπὸ τὸ 1873, ὅπου κατοικοῦσε ὁ γέρων μοναχὸς Φιλάρετος ὁ Ῥῶσσος. Τὴν ὥρα ποὺ ἔγινε ὁ σεισμός, σηκώθηκε ὁ δυστυχὴς νὰ κάνει τὸν κανόνα του ἐμπρὸς εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ ξαφνικὰ ἔπεσε ἕνας ὑπέρογκος βράχος ποὺ παρέσυρε τοῦ δυστυχῆ τὴν καλύβη ὁλόκληρη καὶ ἄφησε τὸν γέροντα ἀβλαβῆ, καταπλακωμένο κάτω ἀπὸ τὸ φύλλο τῆς πόρτας καὶ σὰν ἄλλος νεκροθάπτης ἔθαψε αὐτὸν ζωντανό, συσσωρεύοντας ἀπὸ πάνω του πλῆθος σανίδων, πετρῶν καὶ χωμάτων. Μερικοὶ πατέρες, ἀπὸ ἀγάπη κινούμενοι, ἔσπευσαν νὰ δοῦν τὸν Γέροντα μήπως μπορέσουν νὰ τὸν σώσουν, ἀλλὰ δὲν φαινόταν, παρὰ μόνο καπνὸς ἔβγαινε ἀπὸ βαθιὰ μέσα ἀπὸ τὶς πέτρες προμηνύοντας ἔκρηξη πυρκαγιᾶς. Ἀφοῦ ἔσβησαν τὴν φωτιά, ἄρχισε ἡ ἔρευνα τοῦ νομιζομένου νεκροῦ, ἀλλὰ ἐνῶ ἔσκαπταν ἀκούσθηκε κάτω ἀπὸ τὴν μεγάλη σανίδα τῆς πόρτας ἡ φωνὴ ποὺ ἔλεγε στὰ ῥωσσικά: «Βουγοδόδιτσα σπασίνα», ἤτοι: «Ὑπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι». Ἀκούγοντας αὐτό, ἄρχισαν τὸ ἔργο μὲ μεγαλύτερη προσοχὴ καὶ μὲ μεγάλο κόπο τὸν βρῆκαν κατεσφιγμένο ἀνάμεσα στὶς πέτρες, ἀλλὰ δὲν εἶχε πάθει καμμία βλάβη, παρὰ μόνο εἶχε καταληφθῆ ἀπὸ τὸν φόβο λόγῳ τοῦ τρομεροῦ σεισμοῦ, ἀφοῦ ὅμως συνῆλθε εὐχαρίστησε τοὺς πατέρες μὲ ἐδαφιαία μετάνοια γιὰ τὴν καλωσύνη τους. Τοῦτο δὲν εἶναι ἁμάρτημα νὰ συγκαταριθμηθῆ μὲ τὰ θαύματα τῆς Θεοτόκου, ἐπειδὴ ἦταν πιστὸς λάτρης Της. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Θεοτόκος τὸν διαφύλαξε ἀβλαβῆ. Ἔζησε μετὰ ἀπὸ τὴν τρομερὴ αὐτὴ ἀπειλὴ 3 χρόνια, σὲ ἕνα μικρότατο κελλὶ ποὺ τοῦ ἔφτιαξαν οἱ πατέρες.
***


Ὁ Γέρων Χαράλαμπος ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ Γέρων Χαράλαμπος ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὁ γερο-Χαράλαμπος, ἔγινε μοναχὸς σὲ μεγάλη ἡλικία. Τὸν οἰκονόμησε ὁ γερο-Ἰσίδωρος καὶ τὸν ἔκειρε μοναχὸ Χαράλαμπο. Γράφει ὁ Κόντογλου: « Ὁ πατὴρ Ἰσίδωρος, τότε ἦταν 35 χρονῶν καὶ εἶχε γιὰ δόκιμο τὸν μπάρμπα Χαράλαμπο ἀπὸ τὸ Καστελόριζο, ἕως 70 χρονῶν, τελώνιο τῆς θάλασσας, ποὺ ἔζησε φουΐστρος στὰ βαπόρια καὶ ταξίδεψε ἴσαμε τὸν Κίτρινο Ποταμὸ τῆς Κίνας».
Ὁ γερο-Χαράλαμπος, συνηθισμένος ἀπὸ τὴν θάλασσα, εἶχε μία μικρὴ βαρκούλα στὸν ἀρσανὰ τοῦ Ἁγίου Νείλου. Μὲ αὐτὴ τὴν βαρκούλα ἀσχολεῖτο σχεδὸν καθημερινῶς παρ’ ὅλα τὰ γηρατειά του, κάποτε ὅμως, μετὰ ἀπὸ τὴν θαλασσοταραχή, ἡ βαρκούλα καταστράφηκε ἀπὸ τὰ κύματα. Ὁ γερο-Χαράλαμπος, μὴ ἔχοντας πιὰ βάρκα, δὲν μποροῦσε νὰ ψαρέψει καὶ ὁ γερο-Μιχαήλ, γιὰ νὰ τὸν οἰκονομήσει ὅσο μποροῦσε τὸν ἔπαιρνε μαζί του στὸ ψάρεμα ἀπὸ τὸν Ἀρσανὰ τῶν Καυσοκαλυβίων μὲ τὴν βάρκα του.
Ὁ γερο-Χαράλαμπος προγνώρισε τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του. Εἶπε: «Ὅταν θὰ χτυπήσει ἡ καμπάνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου γιὰ τὸν νέο Δικαῖο, θὰ χτυπήσει καὶ γιὰ τὸν γερο-Χαράλαμπο». Πράγματι, ὅταν ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ Κυριακό, μετὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ νέου Δικαίου, ὁ γέρο-Χαράλαμπος ἀνακάθισε στὸ κρεβάτι του, ἔβγαλε τὸν καλογερικό του σκοῦφο, ζητώντας συγγνώμη ἀπὸ τοὺς πατέρες ποὺ παρευρίσκονταν, τοὺς χαιρέτησε καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμά του. Ἔτσι, κατὰ τὸ τυπικὸ τῆς Σκήτης, χτύπησε ἡ καμπάνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου πένθιμα, ἀναγγέλλοντας αὐτὴ τὴν φορὰ στοὺς πατέρες, τὸ αἰώνιο ταξίδι τοῦ γερο-Χαράλαμπου.
***


Ὁ μοναχὸς Ἰσίδωρος ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ μοναχὸς Ἰσίδωρος ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὁ Γέρων Ἰσίδωρος γεννήθηκε τὸ 1885 στὴν Ἀνδρούσα τῆς Μεσσηνίας, ἀπὸ τὸν Θεόδωρο καὶ τὴν Ἀναστασία Παντελοπούλου. Προσῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1904 καὶ ἐκάρη μοναχὸς τὸ 1905 στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους ἀπὸ τὸν Γέροντα π. Χαράλαμπο.
Ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὸν Γέροντά του, ὁ ὁποῖος ἔφυγε γιὰ νὰ πούλησε τὰ ἐργόχειρά του μαζὶ μὲ τὰ ἐργόχειρα ἄλλων πατέρων, ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὸ Ὄρος καὶ ταλαιπωρήθηκε ἀπὸ τὴν φτώχεια καὶ τὴν ἐνόχληση τῶν δανειστῶν. Κοινοβίασε στὴν Μονὴ Μεταμορφώσεως τῶν Μετεώρων, ὅπου ἔγινε Ἀρχιμανδρίτης καὶ Ἡγούμενος. Προσπάθησε πολλὲς φορὲς νὰ πάρει μαζί του καὶ τὸν ὑποτακτικό του Ἰσίδωρο, ἀλλὰ αὐτὸς προτίμησε τὴν ἡσυχία καὶ ἔμεινε μόνος, μὲ τὸν Ἅγιο Χαράλαμπο, ὡς προστάτη καὶ βοηθό.
Τὸ 1917, προδόθηκε ἀπὸ συκοφάντες ἀμόναχους ὡς βασιλικός, διότι ἐπικρατοῦσε μεγάλη ἀνωμαλία στὸ Ἑλληνικὸ Κράτος καὶ οἱ Ἄγγλοι, Γάλλοι καὶ Ῥῶσοι μὲ ἕδρα τὶς Καρυές, περιέρχονταν, συνελάμβαναν, ἐξόριζαν ἢ καὶ βασάνιζαν τοὺς Πατέρες μὲ τὶς χειρότερες καὶ τὶς πιὸ βαρειὲς δουλειές. Φόβος καὶ τρόμος ἐπικρατοῦσε παντοῦ. Κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει γιὰ τὴν παραμικρὴ ὑπόθεση. Τότε, πολλοὶ πατέρες ἐξορίσθηκαν στὴν Μυτιλήνη, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Δικαῖος ἀπὸ τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου, παπα-Μεθόδιος ὁ Χῖος.
Ἀλλά, ἂς παρακολουθήσουμε πῶς ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος ὁ π. Ἰσίδωρος, τὴν περιπέτειά του:
Κάποιος, ὁ ὁποῖος μὲ μισοῦσε, μὲ πρόσωσε στὸν ἀξιωματικὸ τῶν Ῥώσσων Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἦταν Πολωνὸς καὶ διέμεινε στὴν Μεγίστη Λαύρα μὲ τοὺς ἄλλους Ῥώσσους, ὅτι δῆθεν ἔχω ἀλληλογραφία μυστικῶς μὲ βασιλικοὺς καὶ ὅτι ἔχω περίστροφο ὅπλο. Ἔτρεξε ἀμέσως μὲ 10 ἐνόπλους στρατιῶτες Ῥώσους καὶ ἕναν Ἑβραῖο διερμηνέα γιὰ νὰ μὲ συλλάβουν. Ὅταν ἔφθασε σὴν Σκήτη, παρέλαβε μαζί του τὸν Δικαῖο π. Μεθόδιο. Τοὺς προσέφερα καφέ, ῥακὶ καὶ ἀπολογήθηκα ὅτι ὡς μοναχός, οὐδόλως περιπλέκομαι σὲ πολιτικὲς ὑποθέσεις, Ἔψαξαν στὰ χαρτοφυλάκιά μου καὶ βρῆκαν σημειώσεις γιὰ τὶς ἀτμοσφαιρικὲς μεταβολὲς καὶ ἄλλες σπουδαῖες περιγραφὲς ποὺ εἶχα συγκεντρώσει καὶ τὰ κατέκαυσαν, ἐνῶ ἄλλα πῆραν μαζί τους.
Τέλος, θυμήθηκε νὰ μὲ παρατηρήσει γιὰ ἕνα παλαιὸ ὅπλο, τοῦ 1821, ποὺ γιὰ τὴν παράδοση εἶχα κρεμασμένο στὸ ταβάνι, καὶ μὲ διέταξαν νὰ σταθῶ προσοχὴ γιὰ νὰ μὲ τουφεκίσει. Ἐγὼ ἐποίησα τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ μηδενὸς φοβηθείς, ἐπερίμενα τὸν σφαιρικὸ θάνατο, ἀλλ’ -ὢ τοῦ θαύματος!- τὸ ὅπλο δὲν ἔπιασεν καὶ τοῦτο ἰδὼν ὁ ἄθεος Ῥῶσσος καταισχύνθη καὶ ἔφυγε ὑβρίζων καὶ λέγων «κρὲκ σαλιὰν» ἤτοι «ἕλληνα ἁλμυρέ».
Ὁ π. Ἰσίδωρος προσκλήθηκε τὸ 1913 ἀπὸ τὴν Μονὴ τῆς Λαύρας γιὰ νὰ ἰχνογραφήσει τὴν διαφιλονικούμενη ὁροθεσία αυτῆς μὲ τὴν Μονῆ Ἁγίου Παύλου.
Ἕναν χρόνο μετὰ τὴν προσέλευσή του, ὁ π. Ἰσίδωρος ἔγινε αὐτόπτης μάρτυρας τοῦ φοβεροῦ ἐκείνου σεισμοῦ τὸ 1905 καὶ μᾶς ἄφησε σχετικὲς σημειώσεις. Περὶ αὐτοῦ ἀναφέρει:
Κατὰ τὸ ἔτος 1905, ἐν μηνὶ Ὀκτωβρίῳ 26, τῇ παραμονῇ τοῦ Ἁγίου Νέστορος, ἐγένετο μέγας καὶ τρομερὸς σεισμὸς κατὰ τὴν ἕκτην τοῦ μεσονυχτίου καὶ ὅλον τὸ Ὄρος ἔτρεμεν ὡς φύλλον δένδρου· ἐξεσφενδονίζονταν ὑπέρογκοι βράχοι ὡς ἀπὸ ἡφαιστείου, καπνὸς καὶ σκότος ψηλαφητὸ ἐφαίνετο καὶ βρῶμα ἀνυπόφορος ἐκ τῆς τριβῆς τῶν πετρῶν καὶ τοῦ κονιορτοῦ, φωναὶ καὶ στεναγμοὶ καὶ δάκρυα ἐπληροῦσαν τὸν ἀέρα, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας ἐζωγραφεῖτο τὸ τοῦ θανάτου σκοτεινὸν βασίλειον. Πάντες ἔψαλλον τό: «Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς», ταύτην τὴν ὥραν, ἄλλοι ἔτρεχον ἔξω εἰς τοὺς κήπους, ἄλλοι ἀνυπόδητοι καὶ ἀσκεπεῖς. Ἐσυνήχθημεν ἅπαντες ἔξωθεν τοῦ Κυριακοῦ Ναοῦ καὶ μὴ τολμῶντες νὰ εἰσέλθουμε ἐν αὐτῷ, θέαμα ἀξιοδάκρυτον, πάντες θρηνοῦν, πάντες κλαίουν καὶ ὀδύρονται, ἄλλοι ἀλλήλοις ποιοῦν τὸν τελευταῖον ἀσπασμὸν καὶ ἄλλοι ἁρμόζουν τοῦ Ἁγίου Νείλου τοὺς χρησμούς, τέλος ἔψαλλαν τὸν ἱκετήριον Κανόνα τοῦ σεισμοῦ καί, ὅταν ἐτελείωσαν, ἡ δόνησις τῆς γῆς ἔπαυσε. Αἱ καλύβαι ἔμειναν ἐλεεινὸν θέαμα, οὐδεὶς εἶχε καρδίαν ἵνα εἰσέλθῃ εἰς αὐτάς. Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ἔτι ἐκοιμούμεθα ἄλλοι ἔξω εἰς τοὺς κήπους, ἐγὼ μετὰ τοῦ γέροντός μου καὶ πολλῶν γειτόνων ἐκοιμούμεθα ἔξωθεν τῆς Σκήτης στὸ προσκυνητάρι τὸ κατὰ τὴν ὁδὸν τοῦ Ἁγίου Νείλου. Πέντε καλύβες κατεδαφίσθησαν παρασυρθεῖσαι ὑπὸ τῶν βράχων:
1) Γέροντος Ῥώσσου Φιλαρέτου, τῆς παραπλεύρως τῶν Νεομαρτύρων, ἥτις ἀνηγέρθη, ἀλλὰ μικροτέρα τῆς πρώτης.
2) Τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἥτις ἀνηγέρθη ἐκ βάθρων, ὡραιοτέρα τῆς πρώτης.
3) Τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου· καὶ αὑτὴ ἀνηγέρθη ἐκ βάθρων, ὡραιοτέρα τῆς πρώτης.
4) Ἡ τοῦ Ἁγίου Παχωμίου, διχοτομηθεῖσα ἀπὸ μεγάλο βράχο.
5) Τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, κατεδαφίσθη κατὰ μέγα μέρος καὶ ἀνηγέρθη.
Εἰς τὴν θέσιν Περδίκι, ἀνατολικῶς τοῦ Ἁγίου Νείλου, καὶ ἄνωθεν τῶν Ἁγίων Πάντων, ἐξεσφενδονίστηκεν τὸ Ὄρος καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν καταπλακῶσαν ἐκεῖσε εἰς τὸν ἀρσανᾶν τῶν Ἁγίων Πάντων 7 λέμβους καὶ 10 ἢ 11 ἀνθρώπους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ 5 μοναχοί, ὧν τὰ ὀνόματα: Νήφων ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πάντας, Διονύσιος μοναχὸς Ἁγίου Νείλου, Συμεὼν μοναχὸς ἐκ τοῦ Κελλίου Ἁγίου Συμεὼν Θεοδόχου, Τιμόθεος μοναχὸς Καυσοκαλυβίτης ἐκ τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου καὶ Εὐσέβιος μοναχὸς Βλάχος ἐκ τοῦ κάτωθεν τοῦ Ἁγίου Συμεῶν Κελλίου τοῦ κατὰ τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν διὰ τὸν Τίμιον Πρόδρομον. Τὰ δὲ ὀνόματα τῶν λαϊκῶν δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξακριβώσω, μόνον ὅτι ἦταν Ὑδραῖοι ψαράδες.
Ὁ Γέρων Ἰσίδωρος ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὰ καρικὰ φαινόμενα καὶ ἄφησε ἀρκετὲς σημειώσεις γιὰ τὶς καρικὲς συνθῆκες καὶ γεγονότα τῆς ἐποχῆς του. Σημειώνουμε μερικὰ γιὰ τὴν ἱστορία:
Ἀπρίλιος 1912, 13η
Ἐκ τοῦ ὑπερβολικοῦ ψύχους καὶ τῆς χιόνος ἀπωλέσθησαν ἄνθρωποι καὶ ἡμίονοι εἰς Κερασίαν. Εἶχε συσσωρευθεῖ 1 μέτρο χιόνι καὶ ἄνω, ἀπωλέσθησαν δύο μοναχοὶ εἰς τὰ ὅρια τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου, εἰς δὲ τοὺς πρόποδας τοῦ Ἄθωνος ἔνθα ᾐργάζοντο οἱ ξυλάδες ἀπώλεσαν δύο ἡμίονους χωσθέντας ὑπὸ τῆς χιόνος.
Ἰούλιος 1912.
Τὴν 4ην ἀπὸ πρωΐας, καιρὸς νεφελώδης, κατὰ δὲ τὴν δεκάτην ὥραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας ἤρξατο ῥαγδαία βροχὴ καὶ κατόπιν ἄρχισε χάλαζα φοβερὰ καὶ ἀνήκουστος. Τὸ μέγεθος τῆς χαλάζης ἦτο μέγεθος ὠοῦ καθότι ὁ ἴδιος εἶδα εἰς Λαύραν ὅπου εἴμεθα διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἀπὸ δὲ τῆς Προβάτας καὶ Ἰβήρων καὶ Ξηροποτάμου τὸ μέγεθος ἀπίστευτον, εἶχε βάρος 200 δραμίων καὶ ἄνω ὥστε ἐκ τοῦ βάρους κατέστρεψε τὰς ἀμπέλους, ἐλαίας καὶ ἄκαρπα δένδρα· φρικτὸν θέαμα ἦτο τοῖς πᾶσιν νὰ βλέπει τὰ δένδρα ὅλα εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν κλαδευμένα καὶ πληγωμένα ὡς ἀπὸ σφαιρῶν πλέμου. Πρὸ τούτοις ἡ Μονὴ τῶν Ἰβήρων ὑπέστη θεήλατον ὀργήν· ἡ χάλαζα κατέθραυσε τὰς ὑάλους ἅπαντας καὶ ἄνω τῶν 2.000 εὐρωπαϊκῶν κεράμων καὶ τὰς ἀμπέλους ἐκ τῶν καρπῶν.
Αὔγουστος 1912.
Τρομερὰ εἴδησις· μὴν Αὔγουστος, παραμονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Δύο μοναχοί, ἐκ τῶν ἐν Κερασιᾷ Κελλίων ὀνομαζόμενοι Δημήτριος ἐκ τοῦ Κελλίου Ἅγιος Δημήτριος Χατζηγεωργίου ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα καὶ ὁ μοναχὸς Αὐξέντιος ἐκ τοῦ Κελλίου Ἁγίου Νικολάου ἀπὸ τὸν Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, ἐπνίγησαν εἰς τὸ πλησίον ἀρσανᾶ τοῦ παπα-Γεωργίου Ῥώσσου, τὰ δὲ σώματα αὐτῶν εὑρέθησαν πλησίον τῆς Νήσου Σκοπέλου, μάλιστα τὸ ἓν ἀκέφαλον.
Ὀκτώβριος 23η, 1912.
Καιρὸς νεφελώδης καὶ ψυχρότατος, θάλασσα τρικυμιώδης μετὰ βορείου ἀνέμου.
Τὴν ὥραν ταύτην ἐπληροφορήθημεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς ἐκυρίευσε τὴν ὡραίαν μας Θεσσαλονίκη. Ὁ Δικαῖός μας Ἄνθιμος μοναχὸς Μυτιληναῖος ἐκ τῆς Καλύβης τῶν Νεομαρτύρων, λίαν ἐνθουσιασμένος διὰ κωδωνοκρουσιῶν ἀναστατεῖ τὴν Σκήτη μας καὶ ὅλοι ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ ἐσυνάχθημεν εἰς τὸ προαύλιον τοῦ Κυριακοῦ, ἄλλοι ζητοκραυγάζοντες, ἄλλος ἄλλον περισφίγγων ἐκ τῆς χαρᾶς των, καὶ ἕτεροι ζηλωτώτεροι ἑλληνικὰ χρώματα ὑψώνουν ἀντὶ σημαίων. Ἐλθόντες εἰς τὸν Ναὸν ἐποιήσαμεν Δοξολογίαν καὶ Παρακλήσεις ὑπὲρ ἐνισχύσεως τῶν ἑλληνικῶν ὅπλων, διήρκεσαν αἱ ἑσπεριναὶ παρακλήσεις ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ κάθε Κυριακὴν ἐποιούσαμεν ἀγρυονία καὶ μνημόσυνα ὑπὲρ τῶν ἐν πολέμῳ Ἑλλήνων.
Ὁ μοναχὸς Ἰσίδωρος, μετὰ τοῦ π. Γερμανοῦ ἐκ τῆς Καλύβης τῶν Ἁγίων Πάντων, συνέστησαν τέλειον φαρμακεῖον πρὸς βοήθειαν τῶν ἀδελφῶν μὲ διάφορα χειρουργικὰ ἐργαλεῖα πρὸς τομὰς τῶν πληγῶν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν ὀδόντων.
Ὁ Γέρων Ἰσίδωρος ὑπῆρξε καὶ ὁ πρῶτος Καυσοκαλυβίτης Κολυβᾶς· μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ἀνέλαβε ὁ γερο-Ἱερόθεος τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου.
Ὁ Φώτης Κόντογλου, ἐπισκέφθηκε τὰ Καυσοκαλύβια καὶ ἔμεινε ἀρκετὲς φορὲς γιὰ ἀρκετὸ χρόνο. Ἀπέκτησε γνωριμία καὶ οἰκειότητα μὲ τοὺς πατέρες. Ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισκέφθηκε τὴν Σκήτη, ἔμεινε στὸ Κυριακὸ καί, καθὼς μοῦ διηγήθηκαν παλαιότεροι πατέρες, καθόταν στὰ δρομάκια καὶ σχεδίαζε τὶς Καλύβες, τὸ Κυριακό, καὶ ὅ,τι τοῦ ἔκανε ἐντύπωση· τὸν ἐπλησίασε τότε ὁ π. Ἰσίδωρος καὶ τοῦ λέει:
-Τί κάνεις, ἀδελφέ;
-Νά, σκιτσάρω διάφορα ἀπὸ τὸν χῶρο αὐτό.
-Καὶ ἐγὼ ἀσχολοῦμαι μὲ σχέδια. Νὰ ἔλθῃς στὸ σπίτι νὰ κάνουμε καφὲ καὶ νὰ τὰ ποῦμε.
-Ἔχω μία ἑβδομάδα ἐδῶ καὶ κανεὶς δὲν μοῦ τὸ εἶπε αὐτό.
***

      

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Ὁ παπα-Νικάνορας ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ παπα-Νικάνορας ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὑποτακτικὸς τῆς συνοδείας τῆς Καλύβης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω ἀπὸ τὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ἦταν ὁ παπα-Νικάνωρ, ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Πάτρας. Τὸν ἔφερε μικρὸ ὁ γέρο-Στέφανος τῆς ἀδελφότητος τῶν Δανιηλαίων, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τὴν Πάτρα γιὰ ἐργασίες τῆς ἁγιογραφίας. Ἐγνώρισε τὸν μικρὸ Νικόλαο, ποὺ εἶχε ἐπιθυμία νὰ ἔλθει στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸν ἔβαλε στὸ πλοῖο καὶ ἔτσι ἔφθασαν στὸ Ὄρος. Τὸν ἐπῆραν οἱ Δανιηλαῖοι καὶ ἀργότερα τὸν ἔφεραν στὴν συνοδεία τοῦ παπα-Παύλου, στὰ Καυσοκαλύβια. Οἱ γεροντάδες εἶχαν εὐλάβεια στὸν μεγάλο Ἅγιο τῆς Μακεδονίας, τὸν Ἅγιο Νικάνωρα, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομά του. Ἔγινε διάκονος καὶ ἱερεὺς 22 ἐτῶν, τὸ 1937, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Μιλητουπόλεως Ἱερόθεο, στὸ Κελλὶ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. Ἀπὸ τότε, ἀκούραστα, μὲ πολὺ προθυμία, ἦταν ἐπὶ 50 ἔτη ἐφημέριος ἕως τὸ 1987 καὶ μέχρη τὴν κοίμησή του προΐστατο στὰ συλλείτουργα τοῦ Κυριακοῦ. Ἄκρως φιλάδελφος καὶ ἐλεήμων, τὸ σπίτι του ἦταν ἀνοιχτὸ σὲ ὅλους, μὲ ἀγάπη καὶ καλωσύνη προσέφερε φιλοξενία ἀβραμιαία στὸν κάθε ἀδελφό. Ἂν δὲν εἶχε ἄνθρωπο νὰ περιποιηθῆ, θὰ ἔψαχνε νὰ βρῆ, ὡς ἄλλος Ἀβραάμ, ποὺ καθόταν στὸν δρόμο μήπως περάσει κανείς, νὰ τὸν προσκαλέσει στὸν οἶκό του. Σὲ κάποια ἐπίσκεψη στὸ χωριό του τὸ 1950, ἔφερε καὶ τὸν μικρὸ Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος ἀκολούθησε μὲ πολλὴ προθυμία τὸν παπα-Νικάνωρα καὶ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Παῦλος ἀπὸ τὸν Γέροντα Ἰωακείμ. Κάποια μέρα, τὸ 1983, ὁ Γέρων Νικάνωρ, ἀπὸ προθυμία νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς πατέρας, ἔτρεξε νὰ προλάβει τὸ καΐκι τοῦ Ἰορδάνη, νὰ τοῦ δώσει παραγγελίες. Ἐπειδὴ δὲν τὸν πρόφθανε, βγῆκε πάνω ἀπὸ τὸν ἀπότομο γκρεμό, νὰ τὸν φωνάξει. Ξαφνικὰ ὅμως βρέθηκε στὸ κενὸ καὶ κύλισε ἀνεξέλγκτα, ἀπὸ τὸ ὕψος 15-20 μέτρων ἕως τὸν δρόμο. Εὐτυχῶς, βρέθηκε κάποιος ἀδελφός, τοῦ προσέφερε τὴν πρώτη βοήθεια καὶ μὲ τὴν σκέπη τῆς Θεοτόκου δὲν ἔπαθε τίποτα τὸ σοβαρό. Ὁ διάβολος εἶχε φθονήσει τὴν φιλαδελφία του. Ἐκοιμήθη στὶς 17 Μαΐου τοῦ 1998, ἀφοῦ προηγουμένως μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ εὐχαρίστησε τὸν ἱερέα ποὺ τὸν κοινώνησε. Ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ἔπεσε σὲ κῶμα καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸ πρωΐ, ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ. Στὴν κηδεία παρέστη πλῆθος Ἁγιορειτῶν Πατέρων, προεξάρχοντος τοῦ ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου κ.κ. Χρυσοστόμου.

***

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Ὁ παπα-Γεδεών, ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ παπα-Γεδεών, ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὁ παπα-Γεδεών, καταγόταν ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Μακεδονία. Ἐργαζόμενος στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὸν πατέρα του καὶ τοὺς συγχωριανούς του, ἀγάπησε τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὴν ἀκολουθήσει καὶ αὐτός, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀποφάσιζε. Μὲ τὴν βοήθεια ὅμως τοῦ Πνευματικοῦ καὶ τῶν Πατέρων, ἔρχεται στὴν Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων καὶ μονάζει στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, τὸ 1835.
Ἡ Καλύβη, ἀπὸ τὴν περίοδο τοῦ 1822, ποὺ ἦταν ἡ κατοχὴ τοῦ Ὄρους ἀπὸ τοὺς Τούρκους στρατιῶτες, εἶχε ἐγκαταλειφθῆ. Βλέποντας, ἕνας ὑποτακτικὸς τοῦ παπα-Ἰωνᾶ, ὁ Μακρακάκιος, πνευματικὸς ἐγγονὸς τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, ποὺ τὸν λέγανε ἔτσι γιατὶ ἦταν μακρύς, καὶ ἡσύχαζε σὲ ἄλλο ἡσυχαστήριο, ὅτι δὲν γύρισε πλέον κανεὶς μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ὑπολοίπων πατέρων, ἀπεφάσισε καὶ ἐζήτησε ἀπὸ τὴν Μεγίστη Λαύρα τὴν Καλύβη τῆς μετανοίας του καὶ τοῦ ἐδόθη ὁμόλογο ἀντὶ 50 γροσίων τὸ 1825. Πρωτύτερα, δὲν ἦταν γραμμένος στὸ ὁμόλογο, γιατὶ εἶχε μεγαλυτέρους στὴν Καλύβη.
Σ’ αὐτόν, λοιπόν, ὁ παπα-Γεδεών, ἔγινε ὑποτακτικὸς τὸ 1835. Κάποτε, ἐνῶ καλλιεργοῦσε τὸν κῆπο, ἂν καὶ ἦταν καλὸς ὑποτακτικός, δὲν ὑπήκουσε στὶς ὁδηγίες τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε νὰ φυτέψει τὰ κρεμμύδια μὲ τὶς ῥίζες πρὸς τὰ ἐπάνω, καί, ὅταν ὁ Γέροντας γιὰ τὴν ἀνυπακοὴ ποὺ ἔκανε τοῦ ἔβαλε κανόνα νὰ κάνει 50 μετάνοιες, ἐκεῖνος ζήτησε 100. 300 τοῦ εἶπε ὁ Γέροντάς του, 500 ζήτησε ὁ Γεδεών. Πῆγε, λοιπόν, νὰ κάνει τὶς μετάνοιες. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα βγῆκε καὶ ἅπλωσε τὴν φανέλα του ποὺ ἔσταζε ἀπὸ τὸν ἱδρώτα. Τότε τοῦ λέει ὁ Γέροντας: «Παιδί μου, παπα-Γεδεών, ταπείνωση θέλει ὁ καλός μας Θεός, καὶ ὄχι τοῦμπες ποὺ ἔκανες».
Ὁ παπα-Γεδεών, ἦταν ταπεινὸς καὶ καρτερικὸς στοὺς πειρασμούς. Οἱ πατέρες τὸν ἀγαποῦσαν πολύ. Ὅταν ὁ Γέροντας θέλης ενὰ τὸν κάνει ἱερέα, τὸν πῆγε στὴν Μεγίστη Λαύρα γιὰ τὴν καθιερωμένη μετάνοια. Ὅταν οἱ Προϊστάμενοι τῆς Μονῆς, εἶδαν ἀτημέλητο τὸν Γεδεών, μὲ μία βλάχικη κάπα στοὺς ὤμους, εἶπαν μὲ ἔκπληξη στὸν Μακρακάκιο: «Πῶς τὸν ἔφερες μ’ αὐτὰ τὰ ῥοῦχα γερο-Ἀκάκιε, ἀφοῦ ἦλθες νὰ ζητήσεις τὴν εὐλογία τῆς Μονῆς γιὰ νὰ τὸν κάνεις παπᾶ;» Καὶ ὁ ταπεινὸς Καυσοκαλυβίτης, ἀπήντησε: «Δὲν ἔχουμε ἄλλα, Γεροντάδες, αὐτὰ φορᾶμε στὴν Σκήτη».
Οἱ προσκυνηταί, ποὺ συχνὰ ἔρχονταν στὴν Καλύβη νὰ δοῦν τὸ σπήλαιο καὶ νὰ προσκυνήσουν τὴν σιαγόνα τοῦ Ὁσίου Ἀκακίου, τὸν εἶχαν σὲ εὐλάβεια καὶ τοῦ ἔστελναν ἀρκετὰ όνόματα γιὰ νὰ κάνει σαρανταλείτουργα. Οἱ πολλὲς Λειτουργίες δὲν ἄμβλυναν μέσα του τὴν αἴσθηση τῆς ἱερότητος τοῦ μυστηρίου. Ἀντιθέτως, τοῦ ἐθέρμαιναν περισσότερο τὴν ἱερατικὴ φλόγα καὶ τὸν ἔκαναν δεκτικότατο στὶς ἐπισκέψεις τῆς Χάριτος. Λειτουργοῦσε πάντοτε μὲ τόση κατάνυξη καὶ εὐλάβεια, ὥστε δὲν ἔλειπαν ἀπὸ τὰ μάτια του τὰ δάκρυα. Ἐργαζόταν τὸ παραδοσιακὸ ἐργόχειρο τῆς Καλύβης, τὰ ἁπλὰ κουτάλια, τὰ καλλιτεχνικά, περίτεχνα κουταλοπήρουνα, ὡραίους χαρτοκόπτες καὶ κτένες. Ἐχρημάτισε Γέροντας τῆς Καλύβης τὸ 1860 καὶ ἀπεβίωσε τὸ 1895, ἐν εἰρήνῃ, πλήρης ἡμερῶν.
***


Ὁ παπα-Νεόφυτος ὁ νεώτερος.

Ὁ παπα-Νεόφυτος ὁ νεώτερος.
Ἕνας ὑποτακτικὸς τοῦ παπα-Νεόφυτου τοῦ Καραμανλή, ἦταν ὁ νεώτερος παπα-Νεόφυτος, προερχόμενος ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ Ὀλύμπου, ὁ ὁποῖος ἦταν τύπος γνησίου ἀσκητοῦ. Τὸ πολυτιμότερο ποὺ εἶχε ἕνα κομποσχοίνι καὶ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀββὰ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου. Ἀδιάφορος ἐντελῶς γιὰ τὰ γήϊνα, ἐφλέγετο γιὰ τὰ οὐράνια. Ὁ νοῦς του περιπόλευε συνεχῶς στὸν οὐρανό. Ἔκανε 6 χρόνια μαζὶ μὲ τὸν παπα-Νεόφυτο στὰ Καυσοκαλύβια καὶ ἀφοῦ ἀνέβηκαν στὴν Κερασιά, αὐτὸς ἀσκήτεψε γιὰ λίγο καιρὸ στὴν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ κατόπιν κατέβηκε στὰ Κατουνάκια. Ἐκεῖ, ἔκτισε μόνος του Καλύβα ἑνὸς δωματίου καὶ ἀργότερα σὲ ἄλλον τόπο ἄλλη πιὸ μεγάλη, μὲ ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Τότε, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἀκόμη στὸ μέρος αὐτό. Ἔπειτα, ἄρχισαν νὰ κατοικοῦν κάποιοι ἀσκηταί. Ἔλεγε ὁ παπα-Νεόφυτος: «Νυχθημερόν, προσπαθοῦσα νὰ χτίσω μὲ ἀγάπη τὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ δημιουργήσω μία ἥσυχη γωνιὰ γιὰ ὅσους θὰ ἐπιθυμοῦσαν νὰ ζήσουν ἐδῶ μετὰ ἀπὸ μένα». Ἐκεῖ δέχθηκε καὶ ὑποταχτικὸ τὸν πατέρα Ἰγνάτιο, ὁ ὁποῖος ἔζησε μαζί του 35 χρόνια καὶ κατὰ τὴν ἐπιθυμία του χειροτονήθηκε ἱερομόναχος καὶ ἔγινε ὁ ξακουστὸς Ἰγνάτιος ὁ Πνευματικός. Μία ἑβδομάδα πρὸ τῆς κοιμήσεώς του, ὁ Γέρων Νεόφυτος, ἐξ’ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας του ξάπλωσε στὸ κρεβάτι. Στὶς 17 Δεκεμβρίου, ὁ π. Ἰγνάτιος ἄκουσε ξαφνικὰ ὅτι ὁ Γέροντας ἀνέπνεε δύσκολα, σὰν νὰ εἶχε κουραστῆ πολύ. «Ἄχ, ἄχ!», ἀκούστηκε. «Τί σοῦ συμβαίνει Γέροντα». «Ἄχ, πῶς κουράστηκα. Ἤμουν στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸν Χατζηγιώργη καὶ ἀπὸ μακριὰ εἶδα τὸ παλάτι τοῦ σουλτάνου». Τότε, ὁ Γέροντας ἄρχισε νὰ κλαίει λέγοντας: «Ἄχ, πέθανε ὁ Γεώργιος». Ὁ π. Ἰγνάτιος τὸν παρηγόρησε, ἐνῶ συγχρόνως, γιὰ νὰ τὸν προφυλάξει ἀπὸ τὶς ἀπάτες τοῦ δαίμονος, ἄρχισε νὰ τοῦ λέει πὼς μόλις ἔλαβε τηλεγράφημα, μὲ τὸ μήνυμα ὅτι ὁ Χατζηγιώργης εἶναι ἀκόμη ζωντανός. Ὁ Γέροντας τὸ δέχτηκε, ἡσύχασε καὶ εἶπε: «Ἄχ, ὁ διάβολος μὲ ἀπάτησε». Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ὁ γερο-Νεόφυτος ἀπεδήμησε ἐν εἰρήνῃ πρὸς Κύριον. Κατόπιν ἔφθασε ἡ εἴδηση ὅτι ὁ Χατζηγιώργης ἐκοιμήθη ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ παράδελφός του Γέρων Νεόφυτος, εἶχε δεῖ καὶ ἀνακοινώσει τὸ γεγονός!
***


Ὁ παπα-Νεόφυτος ὁ Καραμανλής.

Ὁ παπα-Νεόφυτος ὁ Καραμανλής.
Στὴν νότια μεριὰ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, βρίσκεται ἡ Καλύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου μὲ τὸ παρεκκλησάκι του καὶ τὴν ὡραία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι φερμένη ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ὅπως λέγουν.
Ἐκεῖ, στὶς ἀρχὲς τοῦ περασμένου αἰῶνος, ἐμόνασε ὁ Γέρων Αὐξέντιος. Αὐτός, εἶχε μόνο ἕνα πήλινο τσουκάλι, στὸ ὁποῖο μαγείρευε χόρτα ποὺ μάζευε στοὺς βράχους καὶ μόνο αὐτὰ ἔτρωγε. Καμμιὰ φορὰ ἔτρωγε καὶ ψωμί, ἀλλὰ τίποτα περισσότερο. Ἔζησε στὴν Σκήτη περίπου 60 χρόνια. Σ’ αὐτὸν ἦλθε καὶ ὑποτάχθηκε ὁ μετέπειτα περίφημος Πνευματικός, παπα-Νεόφυτος ὁ Καραμανλής.
Ὁ παπα-Νεόφυτος, καταγόταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Καππαδοκίας, ἐξ οὗ καὶ Καραμανλής. Ἀφοῦ ἔγινε μοναχὸς ἀπὸ τὸν Γέροντα Αὐξέντιο, ἀναγκάστηκε νὰ φύγει γιὰ λίγο, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι πατέρες, ἀπὸ τὴν Καλύβη του, ἡ ὁποία ἔγινε φυλάκιο τουρκικό, καὶ ἀργότερα ἐπέστρεψε πάλι, ὅπου ἔκανε συνοδεία ἀπὸ ἀρκετοὺς πατέρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν μοναχὸ Γεώργιο, τὸν μετέπειτα ξακουστὸ ἀσκητὴ Χατζηγιώργη.
Ἐπειδὴ εἶχε αὐξηθῆ πάρα πολὺ ἡ συνοδεία τοῦ παπα-Νεόφυτου καὶ ἡ μικρὴ Καλύβα στὰ Καυσοκαλύβια δὲν τοὺς ἐπαρκοῦσε, ἀνέβηκαν στὴν Κερασιά, καὶ πρῶτα κατοίκησαν στὴν Καλύβη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ τὴν ἐπεσκεύασαν, εἰς τὴν Καλύβη τῶν Ἁγίων Δημητρίου καὶ Μηνᾶ, ἡ ὁποία ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς ἀμπελικὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἐκεῖ θὰ εἶχαν περισσότερη ἡσυχία καὶ τόπο κατάλληλο γιὰ περισυλλογὴ καὶ προσευχή. Ἡ ὅλη δίαιτά τους, τροφή, ὕπνος, ἐνδυμασία, θύμιζε τοὺς ἡρωϊκοὺς ἀσκητὰς τοῦ παλαιοῦ καιροῦ. Ὄχι μόνο τὸ αὐγὸ καὶ τὸ ψάρι, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ λάδι τὸ ἐγνώριζε ποτὲ ἡ τράπεζά τους. Τὸ τυπικό τους προέβλεπε πλήρη ἀποχὴ ἀπὸ τὸ λάδι ἀκόμη καὶ τὶς Ἀποκριές, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα. Τὰ πασχαλινὰ αὐγά τους ἦταν πατάτες βραστὲς ποὺ τὶς ἔβαφαν κόκκινες.
Δὲν ὑπῆρχαν συγκαταβάσεις μέσα στὴν συνοδεία τους. Μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια, ὁ π. Νεόφυτος ἄφησε τὸν Χατζηγιώργη ὡς Γέροντα στὴν Κερασιὰ καί, περίπου τὸ 1848, ἐκεῖνος πῆρε ἕνα σιμωνοπετρίτικο Κελλὶ στὶς Καρυές, τὸν Ἅγιο Νικόλαο, γιὰ νὰ διευκολύνονται οἱ προσκυνηταὶ καὶ νὰ βοηθάει περισσότερο τὶς ψυχὲς ποὺ ἔρχονταν νὰ ἀναπαυθοῦν σ’ αὐτὸν καὶ νὰ ἐξομοληγηθοῦν.
Ὁ παπα-Νεόφυτος, ὅταν ἦταν ἀκόμα μικρὸ παιδὶ στὴν Καππαδοκία, ἄκουγε ἱστορίες γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μὲ τὴν παιδική του ἁπλότητα σκέφθηκε ὄτι οἱ ἐρημίτες μοναχοὶ τρῶνε ὅταν ἀκούσουν κουδούνισμα στὸν οὐρανό. Ἔτσι, ἀποφάσισε νὰ τοὺς μιμηθῆ. Περίμενε πότε θὰ ἀκούσει καὶ αὐτὸς τὸ κουδούνισμα στὴν 9η ὥρα, ὅπως καὶ ἄκουγε, καὶ τότε καθόταν καὶ ἔτρωγε. Τὸ τυπικὸ αὐτὸ τὸ συνέχισε ἀρκετά, μέχρι τὰ 18 του χρόνια ποὺ ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔγινε μοναχός.
Τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου του τὴν προγνώρισε πρὶν ἀπὸ 40 ἡμέρες. Διάβασε πρῶτα τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ Ψαλτήρι. Ἔσκαψε ὁ ἴδιος τὸν τάφο του, μετέλαβε τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, ἔδωσε τὴν εὐλογία του στοὺς ὑποτακτικούς του, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ ἐν εἰρήνῃ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο. Κοιμήθηκε τὸ 1860, σὲ ἡλικία 106 χρονῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ 88 τὰ ἔζησε στὸν Ἄθωνα.
***


Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Ὁ Πνευματικὸς Χριστοφόρος, ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ Πνευματικὸς Χριστοφόρος, ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὁ Γέροντας τοῦ Γέροντος Δαβίδ, ἦταν ὁ Πνευματικὸς Χριστοφόρος, ὁ ὁποῖος μὲ ἁπλότητα, ὑπηρετοῦσε τὸν Κύριο. Ἦταν τόσο ἁπλοῦς, ὥστε κάποτε, μαθητὴς ἀκόμη, ἐπειδὴ ἄκουσε ὅτι οἱ Τεσσαράκοντα Μάρτυρες πάγωσαν εἰς τὴν λίμνην, ἤθελε καὶ ὁ ἴδιος νὰ παγώσει. Σκεπτόταν, λοιπόν, τὸν χειμώνα νὰ μπῆ μέσα σὲ δεξαμενὴ μὲ νερό. Ὡς τέλειος, ὅμως, ὑποτακτικός, ἀνέφερε τὸν λογισμό του στὸν Γέροντά του, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπέπληξε πολύ. Αὐτός, ἔζησε στὸ Ἅγιον Ὄρος, περισσότερα ἀπὸ 60 χρόνια σὲ πλήρη σιωπή.
***

Ὁ Γέρων Δαβίδ, ὁ τυφλός, ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ Γέρων Δαβίδ, ὁ τυφλός, ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὁ Γέρων Δαβίδ, ἦταν τυφλός, καὶ κατὰ τὶς ἀγρυπνίες καὶ λειτουργίες στὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης, τὸν ὁδηγοῦσε ὁ ὑποτακτικός του. Ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν σωματική του τύφλωση, ἔβλεπε τὸ μέλλον. Τρεῖς ἡμέρες ἐνωρίτερα, τὴν Μεγάλη Πέμπτη, προεῖδε τὸν θάνατό του. Ἐκοινώνησε τῶν Ἁγίων Μυστηρίων καὶ εἶπε: «Μετὰ τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ θὰ ἀναχωρήσω κοντά Του. Πρῶτα ὅμως θὰ φάω κόκκινο αὐγὸ καὶ μετὰ θὰ φύγω». Ἔτσι καὶ ἔγινε. Τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ἐπέστρεψε στὸ Κελλί του, ἐζήτησε αὐγό, εἶπε: «Συγχωρέστε με, ἀδελφοί», καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα στὸν Ἀναστάντα Κύριο. Ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία ἔγινε κατὰ τὸν ἑσπερινὸ τοῦ Πάσχα.

***

Ὁ Γέρων Παχώμιος ὁ Σέρβος, ὁ σπηλαιώτης.

Ὁ Γέρων Παχώμιος ὁ Σέρβος, ὁ σπηλαιώτης.
Ὁ Γέρων Μεθόδιος (+1994), τοῦ Ἁγίου Νείλου, συχνὰ μᾶς ἔδειχνε ἀπὸ τὸ Κελλί του τὴν τοποθεσία στὸν Ἄθωνα ὅπου βρίσκεται ἡ σπηλιὰ τοῦ ἀσκητοῦ Παχωμίου. Τὸ χιόνι ἐκεῖ παγώνει καὶ διατηρεῖται καὶ τὸ καλοκαίρι.
Εἶχε πάει νεώτερος πολλὲς φορές. Ἐκεῖ κοντά, βρίσκονται καὶ ἄλλα σπήλαια μικρότερα, ἀλλὰ ἐκείνη εἶναι μεγάλη, χωρᾷ περισσότερα ἀπὸ 100 ἄτομα.
Σ’ αὐτὴ τὴν σπηλιά, ἔζησε ἀρκετὰ χρόνια, ἕνας Σέρβος μοναχός, ἀπὸ τὴν Μονὴ Χιλανδαρίου, ὁ Παχώμιος. Ἐνῶ ἦταν ἀπὸ τοὺς ὑπάκουους μοναχούς, ποθώντας τὴν ἡσυχία βρῆκε εὔλογα αἴτια καὶ περὶ τὸ 1850, ἀνεχώρησε γιὰ τὴν ἔρημο καὶ ἐγκαταβίωσε γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὰ Καυσοκαλύβια. Ἐκεῖ, ὑπῆρχε ἡ μικρὴ καλύβη, τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου, καὶ ἕνα στενὸ βαθὺ σπήλαιο. Ἔγινε μεγαλόσχημος ἀπὸ τὸν Καυσοκαλυβίτη μοναχὸ Ἰωσήφ. Τὸ Ἡσυχαστήριο ὅμως βρίσκεται στὸν δρόμο ἀπὸ Κερασιὰ γιὰ Καυσοκαλύβια καὶ ἀρκετοὶ προσκυνητὲς τὸν ἐνοχλοῦσαν. Ἀπὸ τὸν πόθο του γιὰ τὴν ἡσυχία ἀνεχώρησε πρὸς τὸν Ἄθωνα, ὅπου ἐγκαταστάθηκε σὲ μία σπηλιὰ ποὺ βρισκόταν σὲ μεγάλο ὑψόμετρο, μὲ μόνα ἐφόδια τὸν χονδρὸ χιτώνα του καὶ λίγα μικροπράγματα. Ἐκεῖ, ὑπέμεινε τὴν πολλὴ ὑγρασία καὶ τὸ ψύχος μὲ τὴν μεγάλη του πίστη στὸν Χριστό, χωρὶς νὰ πάθει τίποτε. Ἡ τροφή του ἦταν κυρίως οἱ καρποὶ τοῦ δάσους, κάστανα καὶ σπανίως λίγο ξερὸ παξιμάδι. Ἔζησε στὸ Ὄρος περὶ τὰ 30 χρόνια. Ὅσο περισσότερο κοπίαζε μεταφέροντας βάρη, τόσο αἰσθανόταν ὅτι ἡ χάρη τῆς προσευχῆς ἐνεργεῖ μὲ περισσότερη δύναμη. Τὰ τελευταῖά του χρόνια τὰ πέρασε κοντὰ στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Χατζηγιώργη, στὸ λεγόμενο Σιδηρὸ Κάστρο, ὅπου ὑπάρχει μικρὰ Καλύβη. Ὑπέφερε πολὺ ἀπὸ προστάτη, ἀλλὰ ὑπέμεινε μὲ καρτερία τὴν ἀσθένεια καὶ ἀπεβίωσε τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸ 1870. Τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία ἔψαλλαν στὸ Κελλὶ τοῦ Χατζηγιώργη.

***

Ἡ βοήθεια τῶν Ἰωασαφαίων, κατὰ τὴν Γερμανικὴ Κατοχή.

Ἡ βοήθεια τῶν Ἰωασαφαίων, κατὰ τὴν Γερμανικὴ Κατοχή.
Ὁ π. Ἰωάσαφ ὁ Θηβαῖος, ἀδελφὸς τῆς συνοδείας, γράφει στὸ Βιβλίο τῶν Ἐπισκεπτῶν:
Στὴν περίοδο τοῦ Πολέμου καὶ τῆς Κατοχῆς, ἀψηφώντας κάθε κίνδυνο γιὰ τὴν ζωή μας καὶ κάτω ἀπὸ τὰ ὄμματα τῶν κατακτητῶν, ἐκρύβαμε στὴν Καλύβη μας ἐδῶ στὰ Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Συμμάχους Ἀξιωματικοὺς καὶ Στρατιῶτες αἰχμαλώτους, φυγάδας. Μαρτυρία καὶ βεβαιωτικὸν τῶν πράξεων αὐτῶν εἶναι τὸ ἐπισυναπτόμενον φωτοαντίγραφο, εἰλημμένον ἐκ τοῦ πρωτοτύπου. Μεταξὺ τῶν φιλοξενηθέντων Αἰχμαλώτων, συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ κάτωθι:
Νεοζηλανδὸς Λοχαγός, 9234 Liet. W. B. Thomas.
Nef Dextra Boon. Rinaka N. Zealand.
John James Evans I/ Welch Rect. W. Corley 17 Outran Street, London.
John Coutts 2/N  2EF  Gavill Peacoeh Bridge 102 Kingsway North York England
Crofter Edwars Barnes 18 Australia St. Woollahra N. S. W. Australia.
Jack H. Donald Sommerberry I Vivtoria Australia.
Edward Bates 143 Nanbynong Ro Ascot Vale Melbourne Australia.
Οἱ Γεροντάδες μου, φοβούμενοι τοὺς πάντας, κατέστρεψαν ὅ,τι ὑπῆρχε γραπτόν, ἀναφερόμενον στὴν ταυτόχρονη φιλοξενία αἰχμαλώτων Συμμάχων καὶ Γερμανῶν κατακτητῶν στὴν Καλύβη μας. Ἕνα μεγάλο διάστημα φιλοξενήσαμε καὶ κρύψαμε μία τετράδα Βρετανῶν Ἀξιωματικῶν τῆς RAF αἰχμαλωτισθέντων στὴν Νήσο Σφακτηρία τῆς Πύλου. Σὲ ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς ἀνήκουν τὰ γραπτὰ κάτωθι τῶν Γερμανικῶν ὑπογραφῶν, στο βιβλίο ἐπισκεπτῶν τῆς Καλύβης μας. τὸ δὲ σκίτσο εἶναι δικό μου. Ἐτοῦτο τὸ φύλλο τὸ ἔκοψα μετὰ προσοχῆς ἐκ τοῦ βιβλίου καὶ τὸ ἔκρυψα. Ἀντέγραψα δὲ πιστὰ τὰ ἀναγραφόμενα καὶ τὶς ὑπογραφὲς τῶν Γερμανῶν σὲ ἄλλη σελίδα, γιατὶ εἶχαν πυκνωθεῖ οἱ αἰφνιδιαστικὲς ἐπισκέψεις τῶν Γερμανῶν στὸ σπίτι καὶ ἡ ἀνεύρεσις τέτοιων στοιχείων θὰ δημιουργοῦσε κακὰ καὶ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, εἰς βάρος καὶ ἡμῶν καὶ τῶν κρυπτομένων αἰχμαλώτων πρὸ παντὸς τῶν ἀδελφῶν μας Συσκητιωτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τελείαν ἄγνοιαν τῶν συμβαινόντων περιστατικῶν μέσα στὸ σπίτι μας. Οὐδεὶς ἐγνώριζε ὅτι εἴχαμε αἰχμαλώτους φυγάδας κρυμμένους. Εὐτύχημα εἶναι ὅτι τὸ φύλλο αὐτὸ τοῦ βιβλίου τῶν ἐπισκεπτῶν τὸ φωτογράφησα, γιατὶ τότε δὲν ὑπῆρχαν φωτοαντιγραφικὰ μηχανήματα, ἔτσι καὶ διεσώθη τὸ ἀντίγραφο μετὰ τὸ χάσιμο τοῦ πρωτοτύπου. Μετὰ ἀπὸ 45 χρόνια τὸ τοποθετῶ στὴν θέση του, μαζὶ μὲ ἄλλα συμπληρωματικὰ χαρτιὰ ποὺ ἀποδεικνύουν καὶ πιστοποιοῦν λίγα ἐξ ὅσων προσέφερε ἡ Καλύβη μας, τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ὁ Μοναχισμὸς στὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς. Στὴν ἐγγραφὴ τῆς παρούσης διευκρινίσεως ἠναγκάσθν νὰ σημειώσω τὰ παρόντα γιὰ νὰ γνωρίζουν οἱ μεταγενέστεροι λίγα ἐκ τῶν συμβεβηκότων στὴν Σκήτη μας καὶ γιατὶ ἐστάλη τὸ ἀνηρτημένο στὴν βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ εὐχαριστήριο ἐπίσημο γράμμα τῆς Νεοζηλανδικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰς παρασχεθείσας διευκολύνσεις στοὺς Νεοζηλανδοὺς αἰχμαλώτους Πολέμου. Τὸ εὐχαριστήριο αὐτὸ κανονικὰ δὲν ἀνήκει στὸ Κυριακό, ἀλλὰ στὴν ἀδελφότητά μας, ποὺ ζήσαμε τόσες λαχτάρες καὶ καρδιοχτύπια στὸ διάστημα αὐτό, ἐνῶ ὅμως προανέφερα οὐδεὶς τῶν Καυσοκαλυβιτῶν Πατέρων προσέφερε τίποτε, ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζε ὅτι ἐμεῖς κρύβαμε αἰχμαλώτους στὸ σπίτι. Τοῦτο τὸ ἐπληροφορήθησαν ὅταν ἀντιτορπιλικὸν ἔφθασε γιὰ νὰ παραλάβει τὰ ὀστὰ ἑνὸς ἐκ τῶν αἰχμαλώτων ποὺ ἀπέθανε στὰ χέριαμας. Μία ἐπίσκεψις 75 Γερμανῶν στρατιωτῶν στὸ σπίτι μας, ἡ ὁποία ἐκράτησε πέντε ἀκριβῶς ἡμέρες. Εἶχαν στήσει τὶς σκηνές του στὸν χῶρο ἐπάνω ἀπὸ τὴν καμάρα. Ἀπὸ τὸ πρωΐ μέχρι τὸ ἑσπέρας τοὺς εἴχαμε μέσα στὸ σπίτι. Ποῦ νὰ τολμούσαμε νὰ τοὺς παρακαλέσουμε νὰ φύγουν γιατὶ τὰ τρόφιμά μας ἦταν λιγοστά. Δὲν γνωρίζαμε καὶ τὸν σκοπὸ αὐτῆς τῆς ἐπισκέψεως. Στὸ διάστημα αὐτὸ οἱ Αἰχμάλωτοι φυγάδες ἐκρύβοντο ἐπάνω στὴν στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἀθορύβως περίμεναν τὴν ἀναχώρησί τους. Τὴν Πέμπτη ἡμέρα ἀπὸ τὴν ἄφιξη τῶν Γερμανῶν τοὺς ἐφυγάδευσα γιὰ τὴν Λάυρα, ὅπου τοὺς παρέλαβε ὁ μακαριστὸς Γέρων παῦλος Παυλίδης, ἰατρός, κρύβοντάς τους μέσα στὸ Νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς, γιὰ περισσοτέραν προφύλαξιν. Συνέπεσε νὰ φύγουν καὶ οἱ Γερμανοὶ ἀπὸ τὴν Σκήτη καὶ νὰ κατευθυνθοῦν στὴν Λαύρα. Ἀπὸ τὰ παράθυρα τοῦ Νοσοκομείου οἱ αἰχμάλωτοι εἶδαν νὰ ἀνέρχονται πρὸς τὸ Μοναστήρι οἱ Γερμανοί, τοὺς μέτρησαν καὶ ὑπέθεσαν ὅτι τοὺς πῆραν ἐκ τῶν ὄπισθεν ὁπότε ἐσύρθησαν ἀπὸ τὰ ἀντερίσματα τοῦ κάστρου τῆς Μονῆς, ἔφυγαν καὶ τὸ βράδι διανυχτέρευσαν μέσα σὲ μία τάφρο. Ἐκεῖ ἐπλευρητώθησαν καὶ μᾶς ἐπέστρεψαν πίσω ἀσθενεῖς. Ὁ ἕνας ἐξ αὐτῶν δὲν ἄνθεξε καὶ ἀπέθανε τὸ βράδυ τοῦ Σταυροῦ, στὶς 15 Σεπτεμβρίου.
Οἱ Πατέρες, μετὰ τὴν πολύωρον ἀγρυπνίαν ἐκοιμῶντο καὶ ἐγὼ ἑτοίμασα τὸν τάφον, ἀφοῦ ἔκαμα μόνος ἀνακομιδὴν τοῦ Γέροντός μας παπα-Ἰωάσαφ· στὸν τάφο αὐτὸν ἐτοποθετήσαμε μὲ ἐπιφυλάξεις τὸν θανόντα, δίχως νὰ γίνουμε ἀντιληπτοί. Προηγουμένως ἀνέγνωσα τὴν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν, ὅπως ἡ διάταξις ἀναφέρει σὲ ἐξόδιον ἑτεροδόξου. Οἱ συστρατιῶτές του καὶ συναιχμάλωτοί του ἔγραφαν τὴν Ληξιαρχικὴν πράξιν τοῦ θανάτου. Οὐδεὶς ἀντελήφθη τὴν ἀσθένειαν, τὸν θάνατον, ἢ καὶ τὴν παραμονή του ἀκόμη, παρὰ μόνον ὁ μακαριστὸς ἰατρὸς Γέρων Παυλίδης ποὺ τὸν καλέσαμε γιὰ τὸν ἀσθενὴ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἦλθε προθυμώτατα.
Νομίζω πὼς αὐτὰ ποὺ ἔγραψα εἶναι ἀρκετά. Ἄλλα περιστατικὰ τοῦ Πολέμου καὶ τῆς Κατοχῆς ὑπάρχουν πολλά. Δὲν ἀνήκουν ὅμως στὸν χῶρον αὐτόν.
Ὁ γράψας καὶ τοποθετήσας αὐτὰ ἐδῶ, Ἰωάσαφ Ἱερομόναχος, ἐκ τῆς παρούσης ἀδελφότητος τῶν Ἰωασαφαίων.
Καυσοκαλύβια, Σεπτέμβριος 1986.

***

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

ΘΑΥΜΑΤΑ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ

Θαύματα πρὸ τῆς Κοιμήσεως τοῦ Ὁσίου.


Α) Ἡ Ρόζα Πεταλᾶ ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἐξωγὴ εἶχε παντρευτεῖ στὸ γειτονικὸ Ξηρόμερο τῆς Ἀκαρνανίας.
Ὁ σύζυγός της ἔπασχε ἀπὸ ἀτροφία τοῦ ἀριστέρου του χεριοῦ. Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς δυσμορφίας ἡ Ρόζα ἄρχισε σταδιακὰ νὰ νιώθει ἀπέχθεια καὶ ἀποστροφὴ πρὸς τὸν σύντροφό της, δὲν ἔχανε δὲ εὐκαιρία νὰ τὸν προσβάλει, ἀκόμα καὶ μπροστὰ στοὺς ἄλλους. Μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἀρρώστησε ἀπὸ μυελίτιδα, ἀφοῦ πρῶτα εἶχε γεννήσει δύο παιδιά.
Ἡ γεμάτη ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία Ρόζα, τώρα κειτόταν παράλυτη, ἀνίκανη νὰ κινήσει τὰ πόδια της καὶ νὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὸ κρεββάτι.
Στὴν κατάσταση αὐτὴ μεταφέρθηκε στὸ σπίτι της, στὴν Ἐξωγή, διότι ὁ σύζυγός της, ἄν καὶ τὴν ἀγαποῦσε πολύ, στάθηκε ἀδύναμος νὰ τὴν περιποιηθεῖ καὶ νὰ τὴν θεραπεύσει μὲ τὰ ἰατρικὰ μέσα τοῦ τόπου.
Ἔτσι πέρασαν τρία χρόνια, χρόνια βαθιᾶς ὀδύνης καὶ ἀπελπισίας. Ἡ παράλυτη Ρόζα μόλις ποὺ μποροῦσε νὰ κάθεται στὸ κρεββάτι της, στηριζόμενη σὲ σχοινὶ ποὺ κρεμόταν ἀπὸ δοκάρι τῆς ὀροφῆς...
Συναισθανόμενη τὴν ἀθλία κατάστασή της ἔκλαιγε πικρά, λέγοντας ὅτι ὁ Θεὸς τὴν τιμώρησε γιὰ τὴν ἄπρεπη συμπεριφορὰ πρὸς τὸν ἄντρα της, ἐνῶ ἐκεῖνος τὴν λάτρευε.
Κάποια μέρα, βλέποντας ὅτι κάθε φαρμακευτικὸ μέσο στάθηκε ἄχρηστο γιὰ τὴν βελτίωση τῆς ὑγείας της, μὲ συντριβὴ καρδιὰς ἀποφάσισε νὰ παρακαλέσει τὸν Παπουλάκη νὰ τὴν θεραπεύσει.
Ὅσιος Ἰωακεὶμ ἀνέβηκε στὴν Ἐξωγή, ὅπου βλέποντας τὴν μετάνοιά της, τῆς εἶπε: Παιδί μου, ἀγόρασε ἕνα καντήλι γιὰ τὴν Ἁγία Βαρβάρα κι ἐγὼ θὰ προσευχηθῶ γιὰ σένα. Ὁ Θεὸς θὰ σοῦ χαρίσει τὴν ὑγεία, διότι ἡ πίστη σου θὰ σὲ σώσει.
Πράγματι ἡ παράλυτη Ρόζα, ἐπειδὴ δὲν εἶχε χρήματα, ἐνεχυρίασε σὲ ἕναν συγχωριανό της τὴν κασέλα της (τὸ κιβώτιο τῶν ρούχων τῆς προίκας της) λαμβάνοντας ἀπὸ αὐτὸν δέκα τάλληρα. Μὲ τὸ ποσὸ αὐτὸ ἀγόρασε ἕνα ἀργυρὸ καντήλι, τὸ ὁποῖο ἀφιέρωσε στὸν Ἱ. Ν. τῆς Ἁγ. Βαρβάρας. Ὁ δὲ Ὅσιος Παπουλάκης προσευχόταν μὲ θέρμη ὑπὲρ τῆς ταλαίπωρης γυναίκας.
Τὴν ἴδια μέρα ἡ παράλυτη Ρόζα ἄρχισε παραδόξως νὰ αἰσθάνεται νὰ ἀναλαμβάνουν οἱ δυνάμεις της. Ἀμέσως ζήτησε ἀπὸ τὴ μητέρα της νὰ τὴν βοηθήσει νὰ ντυθεῖ καὶ νὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὸ κρεββάτι. Ἡ δύστυχη μάνα ἄκουσε διστακτικὴ τὶς προτάσεις τῆς κόρης της, ὅμως ἡ τελευταία ἐπέμενε. Τελικὰ πείστηκε καὶ τὴν βοήθησε νὰ ντυθεῖ καὶ νὰ καθίσει σὲ μιὰ καρέκλα. Τὴν αὐριανὴ μέρα, νιώθοντας δύναμη καὶ σωματικὴ εὐεξία, ντύθηκε, σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεββάτι καὶ κάθισε περισσότερη ὥρα. Τὶς ἑπόμενες μέρες ἡ πρώην παράλυτη ἔγινε ἐντελῶς ὑγιὴς πρὸς δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ Ρόζα, ἔπειτα ἀπὸ τὴν θαυματουργική της θεραπεία, ἐπέστρεψε στὸν σύζυγό της στὸ Ξηρόμερο. Θεραπευμένη καὶ ἀπὸ τὴν ψυχική της παράλυση, σεβόταν πλέον τὸν ἄντρα της καὶ ζοῦσαν πλέον μαζὶ εἰρηνικά.
***
Β)Ὅσιος Ἰωακεὶμ θεράπευσε μὲ τὴν πρόσευχή του τὴν σύζυγο καὶ τὸ παιδὶ τοῦ Διονυσίου Παξινοῦ στὸ χωριὸ Σταυρός, τὴν μὲν ἀπὸ πυρροϊκὴ ὀφθαλμία, τὸ δὲ ἀπὸ ἐκλαμπτικοὺς σπασμούς, σταυρώνοντας καὶ τοὺς δύο μὲ τὸ μπαστούνι του. Ταυτόχρονα ἐπέπληξε τὸ ζευγάρι γιὰ τὴν χρηματικὴ προσφορὰ ποὺ εἶχαν συμφωνήσει ἀπὸ πρὶν νὰ τοῦ δώσουν. Κι αυτὴ ἡ συμφωνία τοῦ ζευγαριοῦ ἦταν μυστικὴ καὶ ἔγινε ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὁσίου.
***
Γ) Ἐπιστρέφοντας ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὸ ξωκκλήσι τοῦ Προφήτη Ἠλία στὸ χωριὸ Κιόνι συνάντησε μιὰ μικρὴ κόρη, ὀνόματι Θεοδωρέλλα. Διψασμένος τῆς ζήτησε λίγο νερό. Τὸ κορίτσι πρόθυμα τοῦ ἔδωσε. Τότε ὁ Παπουλάκης τὴν εὐλόγησε καὶ προεῖπε πὼς θ’ ἀξιωθεῖ νὰ γίνει παπαδιά, ὅπως καὶ ἔγινε.
***
Δ) Στὸ χωριὸ Ράπεζα (σήμερα Ἀνθοῦσα) τῆς Πάργας τῆς Ἠπείρου, ὁ Ὅσιος Παπουλάκης ἐμφανίστηκε στὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ, ἐνῶ καθόλου δὲν εἶχε μεταβεῖ ἐκεῖ, καὶ τὸν προέτρεψε νὰ εἰδοποιήσει ὅσους εἶχαν τάματα γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Ὁ ἱερέας ὑπάκουσε στὴν ἐπιθυμία τοῦ Ὁσίου καὶ τὰ τάματα ἀπεστάλησαν.
Φθάνοντας τὸ πλοίο στὸ λιμανάκι τοῦ Μαυρωνᾶ, ὁ Ἅγιος ἤδη βρισκόταν στὴν προκυμαία. Οἱ κάτοικοι τῆς Ἠπείρου εὐλαβοῦνται ἰδιαιτέρως τὸν Ἅγιον Παπουλάκη.
***
Ε) Δὲν ἦταν λίγες οἱ φορὲς ποὺ ὁ Ὅσιος ἐπισκεπτόταν τοὺς συγγενεῖς του στὴν Πρέβεζα. Κάποτε πρότεινε στὸν πλοίαρχο Λ. Βεντούρα νὰ τὸν πάρει μαζί του στὴν Πρέβεζα. Ὁ πλοίαρχος ὅμως ξεκίνησε χωρὶς νὰ φροντίσει νὰ εἰδοποιήσει τὸν Παπουλάκη. Ὅταν τὸ πλοῖο ἔφθασε στὴν Πρέβεζα εἶδαν ὅλοι ἔκπληκτοι τὸν Ἅγιο νὰ βαδίζει στὴν προκυμαία, χωρὶς ἄλλο πλοῖο ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἔχει ἐκπλεύσει ἀπὸ τὴν Ἰθάκη γιὰ Πρέβεζα! Ἀμέσως ὁ πλοίαρχος ζήτησε συγχώρηση γιὰ τὴν ἀμέλειά του καὶ τὸν προσκύνησε.
***
Στ) Κάποια γυναίκα μέθυσος καὶ ἐκλελυμένων ἠθῶν, παραφρόνησε κατὰ τὶς στιγμὲς τοῦ τοκετοῦ της, ἑτοίμασε ταψί, μέσα στὸ ὁποῖο ἔβαλε τὸ ἐκ κλεψιγαμίας μωρό της μὲ σκοπὸ νὰ τὸ ψήσει στὸ φοῦρνο τοῦ σπιτιοῦ της... Ὁ Ἅγιος προεννόησε τὸ τραγικὸ γεγονὸς καὶ ἔστειλε ἔγκαιρα κάποια γερόντισσα, ἡ ὁποία ἔφτασε κατὰ τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ παράφρων ἦταν ἕτοιμη νὰ ρίξει τὸ βρέφος στὴ φωτιά. Και ἡ μὲν δύστυχη γυναίκα εἰσήχθη στὸ φρενοκομείο τῆς Κέρκυρας, τὸ δὲ βρέφος ἀνετέθη σὲ κατάλληλη τροφὸ καὶ μεγάλωσε.
***
Ζ) Κάποια κόρη ἀπὸ τὴν Κρήτη, ἀπὸ τοὺς πρόσφυγες τοῦ 1866, ἔμενε στὸ σπίτι τοῦ πλοιάρχου Ροδίτη στὸ Βαθύ. Ἡ συγκεκριμένη κοπέλα ἔπασχε ἀπὸ ἀρθρίτιδα μὲ ἀγκύλωση τοῦ δεξιοῦ γόνατος καὶ ὑπέφερε γιὰ πολὺ καιρό. Ὅταν τὴν εἶδε ὁ Ἅγιος Παπουλάκης τὴν λυπήθηκε καὶ κάνοντας θερμὴ προσευχή, τὴν σταύρωσε μὲ τὸ μπαστούνι του.
Μετὰ ἀπὸ λίγο ἠ ἄρρωστη θεραπεύτηκε καὶ βάδιζε ἐλεύθερα.
***
Η) Ὅταν ὁ Ὅσιος κατὰ τὰ ἔτη 1833-36 ἔκτιζε τὸν Ἱ. Ν. Ἁγ. Βαρβάρας στὸν Σταυρό, εἶχε ἄμεση ἀνάγκη χρημάτων γιὰ νὰ πληρώσει τοὺς τεχνίτες ἀπὸ τὴν Ἀνωγή. Ἀποφάσισε τότε νὰ τὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν πλούσιο κάτοικο τοῦ χωριοῦ Νικόλαο Πήλικα.
Ὅσιος Παπουλάκης πῆγε ὁ ἴδιος στὸ σπίτι τοῦ Πήλικα. Ὁ τελευταῖος ὑποδέχθηκε ψυχρὰ τὸν καλόγερο καὶ τὸν ρώτησε τὶ κάνει καὶ πῶς πηγαίνει ἡ οἰκοδομή. -Καλὰ, ἀπάντησε ὁ Παπουλάκης, ἀλλὰ μοῦ χρειάζονται χρήματα καὶ ἦρθα νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μᾶς εὐκολύνετε νὰ πληρώσουμε τοὺς Ἀνωϊσάνους μαστόρους. –Καὶ πόσα θέλεις καλόγηρε; -Ἑξῆντα τάλληρα. –Πώ! Πώ! Ἑξήντα τάλληρα! Θέλω μιὰ μέρα νὰ τὰ μετρήσω! Δὲν ἔχω καλόγηρε, δὲν ἔχω! φώναξε ἀνάστατος ὁ φιλάργυρος Πήλικας. –Δὲν πείραζε κυρ-Νικολῆ, ἀποκρίθηκε ἥρεμα ὁ Ὅσιος, ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε νὰ ἔχετε, ἄν δὲν ἔχετε τί πειράζει; Ὁ Θεὸς θὰ τὰ οἰκονομήσει· καὶ ἔφυγε.
Ὅμως ἔφθασε ἡ νύκτα γεμάτη τρομακτικὰ ὄνειρα γιὰ τὸν κὺρ-Νικολή. Ὅλη τὴν νύκτα τυραννιόταν ἀπὸ τύψεις συνειδήσεως γιὰ τὴν ἄρνησή του πρὸς τὸν Ὅσιο. Μόλις προσπαθοῦσε νὰ ἡρεμήσει καὶ νὰ κλείσει τὰ μάτια του, ἔβλεπε τὸν Παπουλάκη νὰ ἔρχεται ἀπειλητικὰ πρὸς τὸ μέρος του. Πρὶν ἀκόμη ξημερώσει, φώναξε τὸν ὑπηρέτη του Στάθη Κοῦρο καὶ τὸν ἔστειλε νὰ ψάξει παντοῦ καὶ νὰ τοῦ φέρει γρήγορα τὸν καλόγερο Ἰωακείμ. Ὁ τελευταῖος, βλέποντας τὸν ὑπηρέτη νὰ ἔρχεται, εἶπε:
-Ἀλήθεια Στάθη, ὁ κὺρ-Νικολῆς μετενόησε; Μὲ θέλει;
-Μάλιστα Παπούλη μου, τὸν τρόμαξες ὅλη τὴν νύκτα καὶ ζητεῖ νὰ σᾶς δεῖ ἀμέσως.
Παπουλάκης πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Πήλικα, ὁ ὁποῖος τὸν περίμενε ἀνυπόμονα ἔξω στὴν πόρτα. Φτάνοντας τοῦ φίλησε μὲ σεβασμὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ εἶπε:
-Μὲ ἐλάμπαξες (τρόμαξες) ἀπόψε Ἅγιε Καλόγερε. Νὰ ἔχω τὴν εὐχή σου, πόσα χρήματα θέλεις;
-Ἑξῆντα τάλληρα καὶ ὅ,τι ἄλλο σὲ φωτίσει ὁ Θεός, ἀπάντησε ὁ Ὅσιος.
Ἀμέσως ὁ φιλάργυρος Πήλικας μέτρησε ἑξῆντα τάλληρα καὶ τὰ ἔδωσε πρόθυμα στὸν Ὅσιο. Ὁ ταπεινὸς ἀσκητὴς τὸν εὐχαρίστησε καὶ χαιρόταν διότι ὁ Ὕψιστος ἔφερε τὸν Πήλικα σὲ μετάνοια, εὐεργετῶντας ἔτσι τὸ κτίσιμο τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγ. Βαρβάρας.
Ἀπὸ τότε ὁ Νικόλαος Πήλικας ἔτρεφε μεγάλο σεβασμὸ πρὸς τὸν Ὅσιο ποὺ τὸν βοήθησε νὰ νικήσει τὸ ὀλέθριο πάθος τῆς φιλαργυρίας.
***

Θ) Σὲ κάποιο σπίτι στὴν πρωτεύουσα τῆς νήσου Βαθύ, ἡ ἡλικιωμένη οἰκοδέσποινα ξαγρυπνοῦσε ἐργαζόμενη πλάι στὴν ἑστία τοῦ μαγειριοῦ. Τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια πολλὲς φτωχὲς καὶ χῆρες γυναῖκες ἀναγκάζονταν νὰ ἐργάζονται ὥς πολὺ ἀργὰ τὴ νύκτα γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἐπιβιώσουν αὐτὲς καὶ τὰ παιδιά τους.
Ἦταν ἡ Τρίτη ὥρα μετὰ τὰ μεσάνυχτα ὅταν ξαφνικὰ ἀκούστηκαν χτυπήματα στὴν πίσω πόρτα τοῦ μαγεριοῦ.
-Ποιός εἶναι; Φώναξε ἀνήσυχη ἡ γερόντισσα.
-Ἄνοιξε, ἀκούστηκε ἀπ’ ἔξω ν’ ἀπαντᾶ ἤρεμα κάποιος. Τότε ἡ γερόντισσα σηκώθηκε, ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ ἀντικρύζει ἐκπληκτη τὸν Παπουλάκη. Ἀφοῦ κάλεσε μέσα τὸν Ὅσιο καὶ κάθησαν κοντὰ στὴν φωτιά, τὸν ρώτησε ἀνήσυχη:
-Πῶς τέτοια ὥρα, παππούλη μου;
-Ἐμεῖς οἱ καλόγηροι δὲν λογαριάζουμε ὥρες καὶ στιγμές. Πηγαίνουμε ὅποια ὥρα ἐκεῖ ποὺ μᾶς καλεῖ τὸ καθῆκόν μας. Ἀλλὰ καὶ σεῖς βλέπω, ἐργάζεστε.
-Ναὶ παππούλη μου, ἔχω οἰκογένεια καὶ πρέπει νὰ δουλεύω καὶ τὶς νύχτες.
-Καλὰ κάνεις, ἀπάντησε ὁ Ὅσιος, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ ἄλλα καθήκοντα. Ὅταν μάλιστα εἶναι γονέας πρέπει νὰ προβλέπει νὰ μὴν ἀφήνει τὴν μπαρούτη κοντὰ στὴν φωτιά, διότι ὅταν ἡ φωτιὰ εἶναι σκεπασμένη μὲ τὴν στάχτη, ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ ἄν φυσήξει ἀγέρας καὶ πάρει τὴν στάχτη καὶ ξεσκεπάσει τὴ φωτιά, τότε τί θὰ γίνει ἡ μπαρούτη; Πές μου!
-Θὰ ἀνάψει βέβαια, ἀπάντησε σαστισμένη ἡ νοικοκυρά.
Τὰ τελευταῖα λόγια ἐπανέλαβε αὐτολεξεὶ ὁ Παπουλάκης πρὸς τὴν γερόντισσα, καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔφευγε πάλι τῆς εἶπε τὰ ἴδια προσθέτοντας: Πρόσεχε κυρά μου, τὶ σοῦ λέω.
Ἅγιος χάθηκε μέσα στὴ χειμωνιάτικη νύχτα, ἡ δὲ ἀμέριμνη καὶ ἀνύποπτη γυναίκα μπῆκε σὲ σκέψεις τὶ νὰ ἐννοοῦσαν ἄραγε τὰ παραβολικὰ λόγια τοῦ καλόγηρου.
Τελικὰ κατάλαβε, ὅτι ἐκεῖνο τὸ βράδυ φιλοξενοῦσε κάποιον ξένο, στὸ ἴδιο δωμάτιο μὲ τὰ παιδιά της. Τὴ συγκεκριμένη ἐκείνη νύχτα, ὅπως ἀργότερα ἀνέφερε ὁ ἴδιος ὁ ξένος, τόσο ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τὴν δεκαοχτάχρονη κόρη τῆς νοικοκυράς, ὥστε θὰ ἁμάρτανε μαζί της, ἄν αὐτὴ δὲν ἀπομακρυνόνταν ἔγκαιρα ἀπὸ τὴν μητέρα της...
***

Ι)Ὅσιος Ἰωακεὶμ βοηθοῦσε στὸ χωριὸ Σταυρός, κάποια χήρα μὲ τὰ ὀρφανὰ παιδιά της. Μὲ τὸ προορατικό του χάρισμα, γνώριζε πότε αὐτὴ ἡ φτωχὴ οἰκογένεια ἐστερεῖτο τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ τοὺς βοηθοῦσε κρυφά, προσφέροντας ὅ,τι μποροῦσε ἀπὸ τὴν θυρίδα τῆς πόρτας (κοτότρυπα). Παράλληλα, οὐδέποτε τοὺς ἔδινε κάτι, ὅταν δὲν εἶχαν ἀνάγκη, χωρὶς κανένας νὰ τοῦ τὸ μαρτυρεῖ. Κάποια μέρα ἔστειλε τὸ μικρὸ γιὸ τῆς χήρας μὲ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἱερομόναχο Ἀγάπιο, ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Περαχωρίου. Πράγματι τὸ παιδί, ἔφερε εἰς πέρας τὴν ἀποστολή του, προσκομίζοντας τὴν ἐπιστολὴ στὸν Ἀγάπιο, ὁ ὁποῖος, πρὶν τὴν διαβάσει, τὴν ἀσπάστηκε τρεῖς φορές. Γιὰ τὸν κόπο τοῦ θελήματος ὁ ἡγούμενος πίεσε τὸ φτωχὸ παιδί, νὰ καταλύσει λάδι στὸ φαγητό του, ἄν καὶ Παρασκευή.
Ἐπιστρέφοντας τὸ παιδὶ στὸ Σταυρό, καὶ περνώντας ἀπὸ το χωριὸ Λεύκη, κάποιος χωρικὸς τοῦ ἔδωσε 12 ἀχλάδια γιὰ τον Ὅσιο καὶ 4 δικά του. Ὁ μικρὸς Δημήτρης ἔβαλε σὲ ἕνα μαντήλι ὅλα τὰ ἀχλάδια καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸν Σταυρό.
Φτάνοντας στὸ χωριό, τὸν περίμενε ὁ Ὅσιος Παπουλάκης, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε ἀποκαλυπτικά: Καλῶς τὸν Δημήτρη. Ὅλη μέρα ἀλέθαμε, καὶ τὸ βράδυ γέννημα. Φάε, φάε Δημήτρη, φάε...
Ὁ μικρὸς Δημήτρης ντράπηκε τόσο πολύ, διότι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι τὰ λόγια τοῦ Ὁσίου ἀφοροῦσαν τὴν κατάλυση ἐλαίου ποὺ εἶχε κάνει, ἐνῶ ὁ Ὅσιος Πατήρ, τὸν νουθετοῦσε πολλὲς φορές, νὰ νηστεύει τὸ λάδι Τετάρτη καὶ Παρασκευή.
Τέλος ἀφοῦ ἄνοιξε τὸ μαντήλι, καὶ χωρὶς τὸ παιδί, νὰ τοῦ πεῖ ἀκόμη τίποτε, κράτησε 12 ἀχλάδια γιὰ ἐκεῖνον, καὶ πρόσφερε τὰ 4 στὸν ἔκπληκτο Δημήτρη.
Ἀπὸ τὰ παραπάνω συμπεραίνουμε πόσο τυπικὸς ἦταν ὁ Ἅγιος στὴν τήρηση τῶν νηστειῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, αὐστηρὸς δὲ στὴν κατάλυσή της καὶ στὴν λαθροφαγία.
***
Ια) Μὲ ἐντολὴ τοῦ Ὁσίου Ιωακείμ, ὁ καπετὰν –Λάμπρος Ραυτόπουλος εἶχε σταλεῖ στῆν Βενετία, γιὰ νὰ φέρει μὲ τὴν γολέττα του τὴν ξυλεία γιὰ τὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Βαρβάρας.
Τὸ πλοῖο ὅμως ἀργοῦσε νὰ γυρίσει, καὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ πληρώματος εἶχαν πάνω ἀπὸ τρεῖς μήνες νὰ πάρουν τὴν παραμικρὴ εἴδηση.
Στενοχωριοῦνταν πολύ, και μέσα στὴν ἀπελπισία τους νόμιζαν ὅτι ἡ γολέττα ναυάγησε.
Παρακαλοῦσαν τότε τὸν Παπουλάκη νὰ προσευχηθεῖ, γιὰ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει ὁ Θεὸς τὶ ἀπέγινε τὸ πλοῖο. Ὁ Ἅγιος τοὺς ἔδωσε θάρρος λέγοντας: Τὸ πλοῖο θὰ ἔρθει μετὰ ἕξι ἡμέρες καὶ θὰ φέρει καὶ την ξυλεία.
Καὶ πράγματι, μετὰ ἕξι ἡμέρες, τὸ πλοῖο ἄραξε στὸ λιμάνι τοῦ Μαυρουνᾶ καὶ ἡ πρόρρηση τοῦ Παπουλάκη ἐξεπληρώθη.
***
Ιβ) Ὅταν ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Ἰωακείμ, βρισκόταν στὴν Ράχη Κιονίου, κάποια μέρα συνάντησε τὸν Ἀπόστολο Παΐζη-Κροκό, ποὺ μετέφερε ἕνα σακκὶ καλαμποκάλευρο. Τότε ὁ Παπουλάκης τοῦ εἶπε:
-Ἀποστόλη, πὲς στὴν κυρα-Ἀποστόλαινα, νὰ μᾶς ψήσει μιὰ ροκίσσα (κουλούρα).
-Εὐχαρίστως παππούλη μου, ἀπάντησε ὁ Κροκός.
Φτάνοντας σπίτι του, διεβίβασε τὴν παραγγελία τοῦ καλόγερου στὴν σύζυγό του. Αὐτὴ ἀντέδρασε λέγοντας: Τώρα δά, θὰ κάτσω ἐγὼ νὰ χασομερήσω νὰ ψήσω ροκίσσα νὰ φάει ὁ Νταλιάνος (τὸ καλογεροπαίδι τοῦ Παπουλάκη)· καὶ συνέχισε τὴν ἐργασία της. Ὅμως, ἔπειτα ἀπὸ λίγο, ὦ τοῦ θαύματος!, παίρνουν φωτιὰ τὰ φορέματά της καὶ τὸ λινάρι τὸ ὁποῖο ἐργαζόταν καὶ παρ’ ὀλίγον θὰ καιγόταν καὶ ἡ ἴδια...
Βλέποντας τὴν θεία δίκη, διότι ἀρνήθηκε λίγο ἄρτο στὸν φτωχὸ ἀσκητή, μετενόησε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά της καὶ ἔψησε τὴν ροκίσσα. Ὅταν τὴν πῆγε στὸν Ἅγιο, τῆς εἶπε: Γιατὶ ἔφερες κυρά, τὴν ροκίσσα νὰ φάει ὁ Νταλιάνος; Ἡ Ἀποστόλαινα τότε, ζήτησε συγχώρεση καὶ ἔλαβε τὴν εὐχὴ τοῦ διορατικοῦ Παπουλάκη.
***
Ιγ) Ὁ Νικόλαος Μωραΐτης-Τσάκος, βοσκὸς στὸ χωριὸ Ἀνωγή, εἶπε στην σύζυγό του νὰ βάλει στὸ σακκούλι ἕνα ποκάρι* μαλλιά, νὰ τὰ δώσει στὸ Παπουλάκη νὰ τὰ κάνει ἐνδύματα.
Ἐκείνη ἀντέδρασε, λέγοντας ὅτι εἶναι φτωχοί, καὶ θὰ γίνει αιτία τοῦ χωρισμοῦ της, ἄν δώσει στὸν καλόγερο. Ὁ σύζυγος Νικολῆς, παρὰ τὴν θέληση τῆς γυναίκας του, ἔβαλλε τὰ μαλλιὰ στὸν τορβά του καὶ παίρνοντας τὸ ποίμνιό του κατέβηκε στὰ πηγάδια τῆς Ἀσπροσυκιᾶς νὰ τὸ ποτίσει. Στὸ λόφο τοῦ Ἑρμοῦ, στὸ Σταυρό, καθόταν ὁ Παπουλάκης καὶ δίδασκε τοὺς πιστούς, κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰ μιὰς ἀμυγδαλιάς. Ὁ Νικολῆς πῆγε κοντά του καὶ τὸν προσκύνησε. Ὁ Ἅγιος ἀμέσως τοῦ λέγει: Νικολῆ, τὸ πράγμα ποὺ ἔχεις στὸν τορβά σου δὲν μου χρειάζεται καὶ νὰ τὸ πάρεις πίσω.
Ὁ βοσκὸς ἐπέμενε, ὁ δὲ Ὅσιος ἐπανέλαβε: Ὅπως λέγω θὰ γίνει. Ὁ Νικολῆς ἀπομακρύνθηκε περίλυπος, σὲ αὐτοὺς δὲ ποὺ ρωτοῦσαν τὸν Ὅσιο γιατὶ ἀρνήθηκε τὸ δῶρο, ἀπάντησε: Δὲν θέλω νὰ χωρίσω ἀντρόγυνο.
*ποκάρι: τὸ κουρεμένο μαλλὶ τοῦ προβάτου.
***
Ιδ) Στὸ Περαχώρι, ἡ οἰκογένεια Καχρίλα ἔταξε 12 τάλληρα γιὰ τὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Βαρβάρας στὸν Σταυρό. Τὴν ἡμέρα ποὺ ἀποφάσισε ὁ σύζυγος νὰ δώσει στὸν Παπουλάκη τὰ χρήματα, εἶπε στὴν γυναῖκά του: Μόνο ἕξι τάλληρα θὰ πάω, γιατὶ οἱ καλόγηροι τὰ τρῶνε.
Ὕστερα, κατέβηκε στὸ Βαθύ, στὸ σπίτι τοῦ Χ. Παΐζη-Λιανοῦ, ὅπου τότε διέμενε ὁ Ὅσιος, νὰ τὰ προσφέρει. Μπαίνοντας στὸ δωμάτιο, καὶ ἀσπασθεὶς τὸ χέρι του, ἄφησε πάνω στὸ τραπέζι ἕξη μόνο τάλληρα.
Παπουλάκης, τοῦ ἔκαμε τότε τὴν παρατήρηση, ὅτι ἦταν περιττό, ἀφοῦ οἱ καλόγηροι τὰ τρῶνε! Ὁ Καχρίλας, ἀκούγοντας τὴν πρόρρηση τοῦ Ὁσίου, τόσο ταράχθηκε καὶ συγκινήθηκε, ὥστε ἀμέσως ζήτησε συγχώρηση καὶ ἐνώπιον ὅλων τῶν παρευρισκομένων ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του τὰ ὑπόλοιπα ἕξη τάλληρα καὶ συμπλήρωσε τὸ τάξιμο. Ὕστερα, προσκύνησε μετανοημένος τὸν Παπουλάκη, καὶ ἔφυγε παίρνοντας τὴν συγχώρηση καὶ εὐλογία του.
***
Ιε) Ὁδοιπορώντας ὁ Παπουλάκης, συνάντησε στὴν τοποθεσία Ἀγρός (κοντὰ στὸ σημερινὸ Χάνι), κάποιον Κεφαλλονίτη νὰ ἀναπαύεται ὑπὸ τὴν σκιὰ βαθύσκιου πρίνου. Μετὰ τὸν χαιρετισμό, ἄρχισαν νὰ συνομιλοῦν μεταξύ τους. Ὁ Παπουλάκης τοῦ εἶπε ὅτι χτίζει μιὰ ἐκκλησία καὶ στενοχωριέται διότι τοῦ λείπουν χρήματα. Ὁ Κεφαλλονίτης εἶπε ὅτι τὸ ἔργο εἶναι θεάρεστο, καὶ πῶς ἄν εἶχε θὰ τοῦ ἔδινε. Τότε ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπαντᾶ: Ἔχεις, διότι πῆγες νὰ ἀγοράσεις ἕνα ἄλογο καὶ σοῦ περισσεύουν χρήματα.
Πράγματι, ὁ Κεφαλλονίτης εἶχε ἔρθει σὲ συμφωνία νὰ ἀγοράσει τὸ ἄλογο τοῦ Νουτσάτου ἔναντι 46 ἑξηνταριῶν καὶ ἐκεῖνος διέθετε 46 ἀπὸ αὐτά.
Τότε, ἐκπλαγεὶς ἀπὸ τὴ πρόρρηση τοῦ Ὁσίου, ἔβγαλε ἀπὸ την τσέπη του τὸ ἕνα ἐπιπλέον ἑξηντάριο καὶ τὸ πρόσφερε στὸν Παπουλάκη κατασπαζόμενος τὴν δεξιά του. Ὁ Ὅσιος δέχθηκε τὸ δῶρο, καὶ εὐχαρίστησε τὸν ἐνάρετο πολίτη τῆς γειτονικῆς νήσου, εὐχηθεῖς σὲ αὐτὸν τὰ βέλτιστα.
***

Ιστ) Ὁ Δημήτρης Μηλιαρέσης εἶχε μικρὸ καΐκι (λαντσόνι). Κάποτε ὁ καλόγερος τοῦ εἶπε:
-Μῆτσο, μὲ παίρνεις στὴν Πρέβεζα;
-Σὲ πηγαίνω παπούλη.
-Τί εἶναι ὁ ναῦλος;
-Δέκα κολωνάτα.
-Καλά, πηγαίνουμε.
Ὡς ναῦτες εἶχε τὸν πατέρα του καὶ τὸν Λεωνίδα Βεντούρα. Ἀναχώρησαν ἀπὸ τὸ Κιόνι, καὶ περνώντας τὸ νησάκι Θηλειά, μπῆκαν στὸ Αὐλάκι, τὸ θαλάσσιο πέρασμα μεταξὺ Λευκάδας καὶ Ἀκαρνανίας. Ἐπειδὴ ὁ καιρὸς δὲν ἦταν τόσο εὐνοϊκός, ἄραξαν προσωρινά, στὴν ἄκρη τοῦ Αὐλακιοῦ, πρὸς τὸ φρούριο τῆς Λευκάδας.
Ὁ πλοίαρχος καὶ ὁ ναύτης βγῆκαν ἀπὸ τὸ λαντσόνι γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα, ὁ δὲ Παπουλάκης ἔμεινε μέσα προσευχόμενος.
Ὅταν κόπασε ἡ θαλασσοταραχή, ὁ Ὅσιος πρότεινε νὰ ἀναχωρήσουν. Ὁ γέροντας πατέρας τοῦ πλοιάρχου βγῆκε ἔξω γιὰ νὰ λύσει τὸ σχοινὶ τῆς πρύμνης.
Ἐπειδὴ ὅμως ἀργοῦσε πολύ, ὁ γιὸς πλοίαρχος τοῦ φώναξε νευριασμένος: Διάολε, ἔλα μέσα, νὰ βγῶ ἐγὼ νὰ τὸ λύσω! Καὶ μπῆκε ὁ γέρος, ὁ δὲ γιὸς βγῆκε, ἔλυσε τὸ σχοινί, καὶ ἀνεχώρησαν.
Τὸ λαντσόνι βρισκόταν μεταξὺ Πρεβέζης καὶ Λευκάδας, ἐνῶ ὁ καιρὸς φαινόταν πολὺ καλός. Ἐντελῶς ξαφνικά, τοὺς φωνάζει ὁ Ὅσιος: Γρήγορα, νὰ γυρίσουμε πίσω! Πράγματι, τὸ πλοῖο γύρισε πρὸς τὰ πίσω καὶ κατὰ προσταγὴ τοῦ Ὁσίου ἄραξαν στὴν προηγούμενη θέση. Ὁ Παπουλάκης τοὺς εἶπε νὰ βγοῦν ἔξω, καὶ ὅτι θὰ φύγουν τὴν αὐριανὴ μέρα. Κατόπιν, κατέβηκε στὸ πλοῖο νὰ προσευχηθεῖ. Ἔπειτα ἀπὸ λίγο, ξέσπασε φοβερὴ θαλασσοταραχή, καὶ ἀνεμοζάλη, ἡ ὁποῖα ἀπειλούσε νὰ καταποντίσει καὶ πλοῖο καὶ ναύτες. Ὅταν ἐπέστρεψαν, ὁ πλοίαρχος Μηλιαρέσης, ἰδιαίτερα ταραγμένος τοῦ λέει:
-Τὶ κακὸ θὰ παθαίναμε παππούλη μου, ἄν συνεχίζαμε τὸ ταξίδι...
-Ναί, ἀπάντησε ὁ Παπουλάκης, πάει, πάει τώρα ὁ διάολος, τὸν ὁποῖο προσκάλεσες καὶ ἦρθε πρὸ ὀλίγου. Ἄλλη φορὰ νὰ προσέχεις καὶ νὰ μὴν προσκαλεῖς στὸ πλοῖό σου τὸν πειρασμό.
Ἀμέσως ὁ πλοίαρχος καὶ οἱ δύο ναῦτες ἔσκυψαν καὶ ἀσπάστηκαν μὲ σεβασμὸ τὸ χέρι τοῦ παππούλη.
Τὸ ἑπόμενο πρωϊνό, ξεκίνησαν νωρὶς γιὰ τὴν Πρέβεζα. Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος κάθισε στὸ τιμόνι καὶ εἶπε στοὺς ἄλλους νὰ κωπηλατοῦν, διοτι τοὺς ἀπειλεῖ κίνδυνος καὶ πρέπει νὰ φθάσουν πρὶν παρουσιαστεῖ. Πράγματι, μόλις ἔφθασαν στὴν Πρέβεζα σηκώθηκε τέτοια τρικυμία, ὥστε ἦρθε βάρκα μὲ πολλοὺς κωπηλάτες καὶ παρέλαβαν τὸν Ὅσιο γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν πόλη, ὅπου τὸν περίμεναν οἱ χριστιανοί.
***

Ιζ) Ὁ Εὐστάθιος Συκιώτης, κάτοικος Σταυροῦ, ὅταν ἦταν νέος ἔπεσε ἀπὸ μιὰ ἐλιὰ μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω, παθαίνοντας διάσειση τοῦ ἐγκεφάλου τόσο σφοδρή, ὥστε ἐπέφερε παράλυση τῶν κάτω καὶ ἄνω ἄκρων. Γιὰ τρία χρόνια βρισκόταν κατάκοιτος, σὲ κακὴ κατάσταση, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ φάει, νὰ ντυθεῖ καὶ νὰ ἐκτελεῖ μόνος τὶς ἀνάγκες του.
Βλέποντάς τον ὁ Ἅγιος Παπουλάκης, τὸν συμπόνεσε καὶ εἶπε στὸν πατέρα του: Βασίλη, ἄν θέλεις νὰ γίνει καλὰ ὁ γιός σου, νὰ πᾶς νὰ κατασκευάσεις ἔνα ἀσημένιο καντήλι ἑξήκοντα δραχμῶν, νὰ τὸ δώσεις στὸ γιό σου, νὰ τὸ πάει ὁ ἴδιος νὰ το ἀφιερώσει στὴν Ἁγία Βαρβάρα· ἐγὼ δὲ συγχρόνως θὰ προσεύχομαι ὑπὲρ τῆς ὑγείας του.
Ὁ πατέρας ἔκανε ὑπακοή, καὶ τὴν αὐριανὴ μέρα ἀγόρασε τὸ καντήλι. Μόλις δὲ ἀποφάσισε νὰ ἐκτελέσει τὴν παραγγελία τοῦ Ὁσίου, ἀμέσως τὸ παιδὶ ἄρχισε νὰ ἀναλαμβάνει τὶς δυνάμεις του καὶ νὰ κινεῖ χέρια καὶ πόδια. Ὅταν ὁ πατέρας του ἔφερε τὸ καντήλι, τὸ πῆρε στὰ χέρια του ὁ πρώην παράλυτος, καὶ πηγαίνοντας πεζὸς στὴν Ἁγία Βαρβάρα, τὸ ἀφιέρωσε μπροστὰ στὴν ἱερή της εἰκόνα.
Ἀπὸ τότε, ὁ παράλυτος Εὐστάθιος ἔγινε ὑγιής, ἐργαζόταν, παντρεύτηκε καὶ ἀπέκτησε παιδιά.
***
Ιη) Στὶς 7 Φεβρουαρίου 1867, ἐνῶ ὁ Ὅσιος ἀναπαυόταν στὸ σπίτι τοῦ Δημητρίου Ραυτόπουλου στὸ Κιόνι, κατὰ τὰ μεσάνυχτα σηκώνεται ἔντρομος, ξυπνᾶ ἀμέσως τὴν οἰκοδέσποινα καὶ τὴν προτρέπει νὰ ἀνάψει φωτιά, νὰ λιβανίσει, διότι ἔρχεται μεγάλο κακό, καὶ πρέπει νὰ προσεύχονται ὅλοι.
Πράγματι, σηκώθηκαν ὅλοι καὶ ἔκαναν ὅ,τι τοὺς εἶπε ὁ Ἅγιος, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ προσεύχεται συνεχῶς. Στὶς 6 τὸ πρωί, ἔγινε μεγάλος σεισμός, διάρκειας μισοῦ λεπτοῦ, ποὺ συντάραξε τὴν Κεφαλληνία καὶ τὴν Ἰθάκη*. Λίγο ἀργότερα, σφοδρότερες δονήσεις ἔφεραν τὴν καταστροφή· πολλὰ σπίτια διερράγησαν, ἄλλα κατέπεσαν, ἡ δὲ θάλασσα ὑποχώρησε τόσο, ὥστε πλοῖο ἐλλιμενισμένο 20 μέτρα μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἀκτή, βρέθηκε στὴ στεριά. Μέχρι τὸν Ἀπρίλιο, ἡ γῆ ἔτρεμε καθημερινά, ἐνῶ κάθε βδομάδα ὡς τὸν Ἰούλιο, ἰσχυρὴ δόνηση σκορποῦσε τὸν τρόμο και τὸν πανικὸ στοὺς κατοίκους.
*Μεγάλος σεισμός, μὲ ἐπίκεντρο τὴν περιοχὴ τοῦ Ληξουρίου Κεφαλληνίας καὶ μὲ τριακόσιους περίπου νεκρούς.
***

Ιθ) Κάτοικος τοῦ χωριοῦ Ἀνωγή, ἔτρεφε ἄσπονδο μῖσος καὶ ἀδιάλλακτη ἔχθρα γιὰ ἕναν συγχωριανό του, γιὰ λόγους τιμῆς. Εἶχε ἀποφασίσει νὰ τοῦ στήσει ἐνέδρα καὶ νὰ τὸν σκοτώσει. Κανένας ἄλλος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο, δὲν γνώριζε τὸ ἐγκληματικό του σχέδιο.
Κάποια μέρα, ἔμαθε ὅτι ὁ ἐχθρός του βρισκόταν στὸν Σταυρό, καὶ τὴν νύχτα θὰ ἀνέβαινε στὴν Ἀνωγή. Σκέφτηκε τότε νὰ τὸν περιμένει κρυμμένος σὲ κάποιο ἀπόκεντρο μέρος καὶ νὰ τὸν σκοτώσει μὲ δίκαννο ὅπλο καθὼς θὰ περνοῦσε.
Ὅμως, ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει. Ὁ Ὕψιστος φώτισε τὸν Ὅσιο Παπουλάκη νὰ προλάβει τὴν στυγερὴ δολοφονία. Ἔφτασε στὸν τόπο τῆς ἐνέδρας τὴν πιὸ κρίσιμη στιγμή, διότι ἔπειτα ἀπὸ λίγα λεπτά, τὸ κακὸ θὰ γινόταν.
Ἅγιος, βαδίζοντας ἀθόρυβα, αἰφνιδίασε ἐκ τῶν ὄπισθεν τὸν παρ’ ὀλίγο φονιά, συλλαμβάνοντάς τον ἀπὸ τὰ χέρια. Τὸν ἐπέπληξε δὲ δριμύτατα γιὰ τὸ φοβερὸ ἔγκλημα τῆς ἀνθρωποκτονίας ποὺ σκόπευε νὰ διαπράξει.
Ὁ δράστης, καταληφθεὶς ὑπὸ φόβου καὶ τρόμου, ἄφησε νὰ πέσει ἀπὸ τὰ χέρια του τὸ ὅπλο, ἀφήνοντας τὸν ἑαυτό του αἰχμάλωτο στὴν θέληση τοῦ Ὁσίου. Ὁ τελευταῖος, παίρνοντας ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι τὸ ὅπλο καὶ στὸ ἄλλο τὸν δύστυχο ἐκεῖνον ἄνθρωπο, ξεκίνησαν γιὰ τὸ χωριό. Ἐνῶ δὲ ἐκεῖνος ζητοῦσε καταντροπιασμένος νὰ πάει σπίτι του, ὁ Παπουλάκης τοῦ ἔλεγε: Ὄχι! Ὅπου θέλω ἐγὼ θὰ πᾶμε. Προχώρα ἀπὸ ἐδῶ! Τελικά, τὸν ὁδήγησε στὸ σπίτι τοῦ ἀσπονδότερου ἐχθροῦ του. Πρῶτος μπῆκε ὁ Παπουλάκης καὶ κατόπιν ὁ δράστης.
Ἔπειτα ἀπὸ λίγα λεπτά, ἔφθασε καὶ ὁ νοικοκύρης. Ὁ Ὅσιος, μὲ εἰρηνικὸ καὶ πειστικὸ τρόπο, ἐπέφερε τὴν συνδιαλλαγή, καὶ τὴν ὁμόνοια μεταξὺ τῶν πρώην ἐχθρῶν καὶ διέταξε νὰ παρατεθεῖ δεῖπνο, στὸ ὁποῖο πῆραν μέρος ὅλοι μὲ εἰρήνη, ἀγάπη καὶ πολλὴ χαρά.
Ἀπὸ τότε, οἱ ἀδιάλλακτοι ἐκεῖνοι ἐχθροὶ ἔγιναν εἰλικρινεῖς καὶ πιστοὶ φίλοι πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ τιμὴ τοῦ εἰρηνοποιοῦ Παπουλάκη.
***
Κ) Ὁ Δ. Β. ἦταν πλοίαρχος σὲ ἕνα διΐστιο καΐκι 300 κοιλῶν*, μὲ ναύτες τὸν Ε. Κ. καὶ Μ. Κ. Ἀνεχώρησαν μὲ καλὸ καιρό, γιὰ τὸ νησάκι Ἀρκούδι, Β. τῆς Ἰθάκης, νὰ φορτώσουν ξύλα. Ἐπειδὴ ὅμως τὴν νύκτα σηκώθηκε σφοδρὸς ἄνεμος, γρεολεβάντες, καὶ στὸ Ἀρκούδι δὲν μποροῦσαν νὰ μείνουν, διότι δὲν ὑπάρχει λιμάνι, σήκωσαν τὴν ἄγκυρα μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιστρέψουν στὸ ἀσφαλὲς λιμάνι τοῦ Μαυρωνᾶ. Μόλις ὅμως ὕψωσαν τὰ πανιά, τὰ ἔβαλαν στὰ πρύμα, μήπως ἀντικρύσουν φανάρι στὸ φοβερὸ σκοτάδι τῆς νύκτας. Ἀλλά, οὔτε φῶς, οὔτε στεριά, φαινόταν πουθενά, καὶ τὸ καΐκι σορβετάδο, δηλαδὴ μὲ τὴν σαβούρα στὸ ἀριστερὸ πλευρό, καὶ γεμᾶτο νερά, κυλιόταν ἀκυβέρνητο στὰ ἄγρια κύματα χωρὶς ἐλπίδα σωτηρίας. Ἑπτὰ ἡμερόνυχτα πάλευαν μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ὥσπου προσήγγισαν στὸ Κάβο Πάσσαρο τῆς Σικελίας καὶ ἔρριξαν τὶς ἄγκυρες. Ἐκεῖ, ἐπειδὴ δὲν βρῆκαν κάτι νὰ χορτάσουν τὴν πείνα τους, ἀποφάσισαν νὰ ἀνοιχτοῦν πάλι στὸ πέλαγος μὲ προορισμὸ τὴν Μάλτα, ἐφόσον ἐξακολουθοῦσε νὰ πνέει ὁ ἴδιος στεριανὸς ἄνεμος.
Ὁ πλοίαρχος ἦταν τολμηρὸς ναυτικός, ἀληθινὸ Ἰθακήσιο θαλασσοπούλι, καὶ δὲν δειλίαζε μπροστὰ σὲ κανένα κίνδυνο.
Μόλις ξεκίνησαν ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο Πάσσαρο, σὲ ἀπόσταση λίγων μιλίων συναντήθηκαν παρ’ ἐλπίδα μὲ ἄλλο πλοῖο, ἀπὸ τὸ πλήρωμα τοῦ ὁποίου ζήτησαν τροφές, καὶ νερό. Τοὺς ἔρριξαν δύο κοφίνια γαλέττες, ὅμως λίγες συνέλεξαν λόγω τῆς τρικυμίας, καὶ μόνο ἕνα βαρέλι νερό, κατάφεραν νὰ πάρουν γιὰ νὰ σβήσουν τὴν δίψα τους. Ἀκολούθησαν τὸ ξένο πλοῖο, καὶ ἔπειτα ἀπὸ ἕνα πολυήμερο ταξίδι ἔφτασαν στὴν Μάλτα. Ἐκεῖ ἔνιωσαν ἀσφαλεῖς, διότι τοὺς δόθηκε τροφή, χρήματα καὶ ροῦχα. Κατόπιν, ἔγραψαν γιὰ τὴν σωτηρία τους στοὺς συγγενεῖς τους στὴν Ἰθάκη.
Ἐπειδὴ εἶχαν περάσει πολλὲς μέρες ἀπὸ τὴν ἐξαφάνιση τῶν ναυτικῶν, οἱ γονεῖς τους εἶχαν στείλει ἄλλο πλοῖο γιὰ νὰ τοὺς ἀναζητήσει. Οἱ ἔρευνες ὅμως ἀπέβησαν ἄκαρπες, διότι τὸ χαμένο καΐκι δὲν βρισκόταν πουθενά. Ἀπελπισμένοι οἱ γονεῖς πίστεψαν ὅτι βυθίστηκε καὶ διέταξαν να ψαλεῖ ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία γιὰ τοὺς ναυαγούς.
Οἱ γονεῖς ἦταν ἀπαρηγόρητοι. Μοναδικὴ ἡλιαχτίδα στὴν βαριὰ καταχνιὰ τῆς θλίψης τους ἦταν ὁ στοργικός, καὶ παρήγορος Παπουλάκης, ὁ ὁποῖος ἔλεγε μὲ πεποίθηση στοὺς γονεῖς τῶν ναυαγῶν ὅτι τὰ παιδιά τους δὲν χάθηκαν, ἀλλὰ σώθηκαν, καὶ τὸ χαρούμενο γεγονός, θὰ γράψουν καὶ οἱ ἀγγλικὲς ἐφημεριδές.
Καὶ πράγματι, οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς γνωστοποίησαν τὸν ἐρχομό τῶν ναυαγῶν στὴν Μάλτα, ὁ δὲ Ὅσιος Ἰωακείμ, δὲν ἔπαυε νὰ ἀγρυπνεῖ καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ αὐτούς. Ἡ πρόρρησή του ἐπαληθεύτηκε .
*Τὸ κοιλόν: μέτρο χωρητικότητος περίπου 24 ὀκάδων, ἰδίως διὰ δημητριακά, ἐλιές, κ.λ.π.
***
Κα) Ὁ Σ. Κ. ἀπὸ τὴν Ἀνωγή, εἶχε την πολλὴ κακιὰ συνήθεια νὰ κρατᾶ σημειώσεις γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκεῖνους ποὺ τὸν ἐνοχλοῦσαν. Κατέγραφε τὸ εἶδος τῆς ἐνοχλήσεως καὶ τὸν χρόνο ποὺ ἔγινε ἡ κάθε μία. Σκοπός τους ἦταν νὰ ἐκδικηθεὶ στὴν κατάλληλη στιγμή, ὅποιον τὸν εἶχε βλάψει. Τὸ ἐκδικητικὸ ἐκεῖνο σημειωματάριο διατηροῦσε τόσο μυστικό, ὥστε μόνο αὐτὸς τὸ γνώριζε καὶ κανένας ἄλλος.
Κάποιο βράδυ δέχθηκε στὸ σπίτι του τὸν Παπουλάκη, τὸν ὁποῖον ὑποδέχθηκε χαρούμενος καὶ ἀνύποπτος. Ὁ Ὅσιος ἄρχισε νὰ τοῦ μιλάει μὲ παραβολές, ἀναφέροντας τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα ποὺ ἐπιφέρουν τὸ μῖσος, ἡ μνησικακία καὶ ἡ ἐκδίκηση. Ἀφοῦ συνομίλησαν ἀρκετὴ ὥρα, τελικά, ὁ Παπουλάκης τοῦ ἀποκάλυψε τὸ μυστικό του καὶ τὸν παρώτρυνε νὰ τοῦ δώσει τὸ ἐκδικητικὸ σημειωματάριο γιὰ νὰ τὸ σχίσει, διότι ὁ Θεὸς ζητεῖ ἀγάπη καὶ εἰρήνη καὶ ὄχι ἔχθρα καὶ ἐκδικήσεις. Τόσο πείσθηκε ὁ ἐκδικητικὸς Σ. Κ. γιὰ τὸ σφάλμα του, ὥστε παρέδωσε μετανοημένος τὸ σημειωματάριο στὸν Ὅσιο, δίνοντας πλέον ὑπόσχεση ὅτι θὰ συγχωρεῖ τοὺς ἐχθρούς του καὶ οὐδέποτε θὰ σημειώσει ἐκδίκηση.
Καὶ πράγματι, ἔτσι ἔγινε καὶ ὁ Θεὸς ξέρει πόσα κακὰ ἀπεσοβήθησαν μὲ τὴν εἰρηνοποιὸ διδασκαλία καὶ μέριμνα τοῦ Παπουλάκη.
***
Κβ) Τὸ νεογέννητο μωρὸ τῆς οἰκογένειας Μαρτάτου στὴν Λεύκη κινδύνευε νὰ πεθάνει διότι δὲν θήλαζε καὶ ἔκλαιγε συνεχῶς. Ἡ ἀπελπισμένη μητέρα, πῆγε τὸ μωρό της στὸν Παπουλάκη. Ὁ Ἅγιος τὸ σταύρωσε καὶ διέταξε τὴν μητέρα νὰ προσφέρει στὸ παιδί της τὸ δεξιὸ μαστό. Ἀμέσως αὐτὸ ἄρχιζε νὰ θηλάζει κανονικά. Ἀπὸ τότε τὸ παιδάκι αὐτὸ εἶχε μιὰ πολὺ καλὴ ἀνάπτυξη.
***
Κγ) Ἡ Ἑλένη Γρίβα-Βλασσοπούλου (Τζανάκη) συνεχῶς εἰρωνευόταν καὶ ἐνοχλοῦσε τὸν σύζυγό της Νικολάκη ποὺ ἦταν θρησκευόμενος. Ὁ Νικολάκης μὲ σιωπή, καὶ ὑπομονὴ προσπαθοῦσε νὰ ἀνέχεται τὴν ἰδιότροπη σύζυγό του, δίχως νὰ ἐξωτερικεύει στοὺς ἄλλους αὐτή του τὴν δοκιμασία.
Κάποια μέρα, ποὺ ὁ Νικολάκης ἦταν πολὺ στενοχωρημένος ἀπὸ τὶς προσβολὲς τῆς συζύγου του, χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ σπιτιού τους. Στὸ ἄνοιγμά της παρουσιάστηκε ὁ Ὅσιος Παπουλάκη ὁ ὁποῖος δίχως περιστροφὲς λέει στὴν Ἑλένη: Ξέρεις τί πράγμα εἶναι Νικολάκαινα, ἄλλος νὰ κάνει τὴν προσευχή του καὶ ὁ ἄλλος νὰ τὸν κοροϊδεύει; Κοίταξε νὰ συνετιστεῖς καὶ νὰ σέβεσαι τὸν ἄντρα σου ποὺ εἶναι τόσο καλὸς μαζί σου.
Ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ἐκείνη μέρα ἡ Νικολάκαινα ἄλλαξε συμπεριφορά, ἀπέκτησε φόβο Θεοῦ νιώθοντας βαθύτατο σεβασμό, πρὸς τὸν Ὅσιο.
***
Κδ) Ὁ πιὸ φοβερὸς διώκτης τοῦ Ὁσίου ἦταν ὁ ἔμπορος καπετὰν-Γεώργιος Τσαπαρλῆς. Τόσο τὸν ἀπεχθανόταν ὥστε παρακινοῦσε τὸν ἐπίσκοπο Ἰθάκης Γαβριήλ, νὰ τὸν ἐξορίσει στὴ μονή του στὸ Ἅγιο Ὄρος. Ἐνῶ ὁ Γαβριήλ, εὐλαβούμενος τὸν Ὅσιο, δὲν ἐσκόπευε νὰ τὸ κάνει αὐτό.
Ὅταν ὁ Ὅσιος πλησίαζε πρὸς τὸ θάνατο, ὅλος ὁ λαὸς τῆς Ἰθάκης μετέβαινε στὸ σπίτι τοῦ Χ. Παΐζη-Λιανοῦ γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία του. Μεταξὺ τῶν προσκυνητῶν ἦταν καὶ ἡ σύζυγος τοῦ διώκτη Γεωργίου, Ἐριφίλη. Ὅταν τὴν εἶδε ὁ Ὅσιος τὴν ὐποδέχτηκε μὲ χαρά, καὶ τὴν ρώτησε γιὰ τὸν σύζυγό της καὶ ἄν ἔχουν νεώτερα γιὰ τὸ πλοῖο τοῦ ἀνεψιοῦ τους Ν. Κράβαρη. Αὐτὴ ἀπάντησε ὅτι ὁ σύζυγός της ἦταν πολὺ στενοχωρημένος, διότι τὸ πλοῖο χάθηκε αὐτάνδρο καὶ τὴν ἐρχόμενη Κυριακή, θὰ τὸ ἀνακοινώσουν στὴ οἰκογένεια τοῦ ἀνεψιοῦ τους. Ἦταν δὲ ἡμέρα Δευτέρα. Τῆς λέει τότε ὁ κατάκοιτος Γέροντας:
-Μὴ στενοχωριέστε Ἐριφίλη. Μέχρι τὸ Σάββατο θὰ μάθετε γιὰ τὸ πλοῖο καὶ θὰ τὸ δεῖτε νὰ μπαίνει στὸ λιμάνι· ὅμως ἐγὼ δὲν θὰ τὸ δῶ.
-Εὐχαριστῶ παππούλη μου, ἀπάντησε ἡ γυναῖκα.
Στὸ δωμάτιο βρίσκονταν κάποιες εὐλαβεῖς γυναῖκες, οἱ ὁποῖες παρακινοῦσαν τὸν Ὅσιο νὰ δοκιμάσει κάτι.
-Ἄν εἶχα ἕνα μῆλο, τὸ ἔτρωγα· εἶπε.
-Τέτοια ἐποχή, τέλος Φλεβάρη, ποῦ νὰ βρεθοῦν μῆλα;
-Κάπου μπορεῖ νὰ βρεθεῖ· ἀπάντησε ἐκεῖνος.
Τότε ἡ Ἐριφίλη θυμήθηκε ὅτι πρὶν ἕναν χρόνο καὶ πλέον εἶχε φυλάξει στὸ κομό της ἐννέα μῆλα, δὲν ἦταν ὅμως σίγουρη ἄν ὑπῆρχαν ἐκεῖ μετὰ ἀπὸ τόσο χρονικὸ διάστημα. Μὲ τὸν ὐπάλληλο τοῦ ἄνδρα της πηγαίνει ἀμεσως σπίτι της καὶ γνωστοποιεῖ στὸν διώκτη Τσαπραλῆ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Παπουλάκη καὶ τὴν πρόρρησή του γιὰ τὸ καράβι τοῦ ἀνεψιοῦ τους. Ἄν ἐσὺ βρεῖς μῆλο γερό, στὸν κομό, τότε θὰ πιστέψω ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι Ἅγιος, καὶ θὰ ἔρθω καὶ ἐγὼ νὰ τὸν προσκυνήσω· εἶπε ἐκεῖνος. Ἠ Ἐριφίλη μὲ ἔντονη ἀγωνία καὶ δάκρυα στὰ μάτια ἄνοιξε τὸν κομό, καὶ βρῆκε τὰ μῆλα τυλιγμένα σὲ χαρτί. Ἀνοίγει τὸ 1ο, 2ο καὶ ὅλα μέχρι τὸ 8ο ἦταν διάβρωτα τὸ δὲ 9ο βρέθηκε γερὸ καὶ κόκκινο, σὰν νὰ εἶχε κοπεῖ πρὶν λίγο ἀπὸ τὸ δένδρο. Γεμάτη χαρά, εἰδοποίησε τὸν σύζυγό της καὶ ἀμέσως ἐπιστρέφει στὸ δωμάτιο τοῦ Παπουλάκη. Ἀφοῦ γονάτισε μπρός του, τοῦ πρόσφερε τὸ μῆλο. Αὐτὸς τὸ δέχθηκε μὲ τὸ ἀσθενικό του χέρι καὶ εἶπε συγκινημένος: Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις, δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι.
Βλέποντας μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια αὐτὸ τὸ θαῦμα, ὁ διώκτης ἐπισκέφθηκε καὶ αὐτὸς τὸν Παπουλάκη γιὰ νὰ τοῦ ζητήσει συγχώρηση, συντετριμμένος καὶ ἀσπαζόμενος τὴν δεξιά του, μένοντας γιὰ πολλὴ ὥρα μόνοι. Ὁ δὲ Ὅσιος, ὅταν τὸν εἶδε μὲ χαρὰ καὶ ἀγάπη τοῦ εἶπε: Καλῶς ἦλθες καπετὰν Γιώργη. Καὶ τὸν συγχώρεσε μὲ ὄλη του τὴν καρδιά.
Ἡ δὲ πρόρρηση γιὰ τὸ πλοῖο ἐπαληθεύτηκε. Τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸ ἔμπαινε στὸ λιμάνι, ὁ λαὸς τῆς Ἰθάκης τὸ εἶδε ἀπὸ τὴν τοποθεσία Κάστρο, ὅταν συνόδευε τὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου στὸν Σταυρό.
***
Κε) Γιὰ τὴν μεγάλη ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ποὺ βρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ χωριοῦ Σταυρός, ὅ Ἅγιος εἶχε προφητέψει: Σὲ αὐτὸ τὸ μέρος θὰ χτιστεὶ μεγάλη ἐκκλησία. Θὰ τὴν ἀρχίσουν ντόπιοι, ξένοι θὰ τὴν ἀποτελειώσουν, ξένος παπᾶς θὰ τὴν ἐγκαινιάσει.
Πράγματι· τὴν ἄρχισαν χτίστες ἀπὸ τὰ χωριὰ Ἀνωγὴ καὶ Ἐξωγή, τὴν ἀποτέλειωσαν πρόσφυγες μικρασιάτες, πρόσφυγας -ὁ παπᾶ-Ἀνέστης- τὴν ἐγκαινίασε.
***
Κστ) Ἡ Ἀργυρὼ Μωραΐτη-Τζανέταινα ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀνωγή, ξεκίνησε γιὰ τὸν Σταυρό, κατηφορίζοντας τὸ παλιὸ μονοπάτι ποὺ συνδέει τὰ δύο χωριά. Πάνω στὸ κεφάλι της εἶχε τὴν μικρή, ξύλινη κούνια τοῦ μωροῦ της. Τὸ μικρὸ ἀγοράκι εἶχε ἀρρωστήσει καὶ τὸ πήγαινε ἀνήσυχη στὸν γιατρὸ τοῦ Σταυροῦ.
Κάτω ἀπὸ ἕναν μεγάλο σχίνο συνάντησε τὸν Ὅσιο Παπουλάκη νὰ κάθεται πάνω σὲ ἕναν βράχο. (Ὁ βράχος αὐτὸς ὀνομάζεται καθίστρα τοῦ Παπουλάκη καὶ μέχρι σήμερα εὐωδιάζει).
Ἅγιος τὴν βοήθησε νὰ κατεβάσει τὴν κούνια ἀπὸ τὸ κεφάλι της καὶ τῆς ζήτησε νὰ ἠρεμήσει καὶ νὰ ξεκουραστεῖ. Ὕστερα σταύρωσε μὲ τὸ κομποσχοίνι του τὸ ἄρρωστο παιδάκι καὶ τῆς πρότεινε νὰ ἐπιστρέψουν μαζὶ στὴν Ἀνωγή. Δὲν ὑπῆρχε λόγος πλέον νὰ πάει στὸν γιατρό. Τὸ μωρό, ἦταν ἐντελῶς καλά.
***
Κζ) Στὸ Βαθύ, τὰ μεγάλα παιδιὰ κάποιας οἰκογένειας εἶχαν κλέψει ἕνα γουρουνόπουλο καὶ τὸ εἶχαν πάει στὴν μάνα τους νὰ τὸ μαγειρέψει. Περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι ὁ Ὅσιος Παπουλάκης καὶ ρωτάει τὴν μητέρα:
-Τί θὰ μαγειρέψεις ἀπόψε νοικοκυρά;
-Λίγο κρέας ψήνω παππούλη· ἀπάντησε αὐτή.
-Θὰ ἔρθω καὶ ἐγὼ νὰ τὸ δῶ ὅταν θὰ τὸ κενώνεις (σερβίρεις)· τῆς εἶπε.
Πράγματι, πῆγε στὸ σπίτι τὴν ὥρα τοῦ σερβιρίσματος. Τότε, μπροστὰ στὰ ἔντρομα μάτια ὅλων συνέβη τὸ ἑξῆς παράδοξο· ἕνα χέρι ἅπλωνε καὶ ἔπαιρνε τὴν δική του μερίδα...!
Τοὺς λέει τότε ὁ Ἅγιος: Γιατὶ σκιαχτήκατε; Τὸ μερδικό του παίρνει. Αὐτὰ ἔχουν τὰ κλεφτά...!
***
Κη) Ὅσιος Ἰωακείμ, τόνιζε ἰδιαίτερα στοὺς Ἰθακησίους τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς καὶ κάθε μεγάλης ἑορτῆς. Μὲ συμβουλές, παραδείγματα καὶ πολλὰ ἀποκαλυπτικὰ σημεῖα ποὺ ἔγιναν σὲ διάφορα χωριά, καὶ σπίτια τῆς νήσου, προσπαθοῦσε νὰ ἀποτρέψει τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὴν παράβαση τῆς θεϊκῆς ἐντολῆς.
1)Ἡ Κατερίνα Πατρικίου, συγγενὴς τοῦ Παπουλάκη, κατοικοῦσε στὸ χωριὸ Ἐξωγή. Συχνὰ ὁ Ἅγιος τὴν ἐπισκεπτόταν. Κάποια Κυριακή, εἶχε μαζέψει χόρτα καὶ τὰ μαγείρεψε. Τὸ μεσημέρι τῆς ἴδια μέρας ὁ Παπουλάκης χτύπησε τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της. Ἡ Κατερίνη τὸν καλοδέχθηκε καὶ τοῦ πρότεινε νὰ καθίσει νὰ φᾶνε. Ὁ Ἅγιος δέχθηκε. Μὲ τρόμο ὅμως ἡ νοικοκυρά, ἀντίκρυσε τὰ χόρτα ποὺ εἶχε μαγειρέψει νὰ εἶναι γεμᾶτα σκουλήκια... Στὴν ἔκπληξή της, ὁ θεοφόρος Πατὴρ εἶπε: Ἄκουσε Κατερίνη, ποτέ σου Κυριακή, νὰ μὴν μαζεύεις χόρτα, ἀλλὰ οὔτε ἄλλη δουλειὰ νὰ κάνεις. Δὲν μποροῦσες κόρη μου, νὰ τὰ μαζέψεις ἀπὸ τὴν Παρασκευή, καὶ νὰ τὰ βράσεις τὸ Σάββατο; Ἡ Κυριακή, εἶναι τοῦ Κυρίου, μία μέρα μόνο!
2) Ὁ προπάππος τῆς κ. Νίκης Ἀνδριανάτου, κατοίκου τοῦ χωριοῦ Πλατρειθιᾶς, εἶχε στὸ χωριὸ Κιόνι μηχανή-ἐλαιοτριβείο. Ἦταν συνέταιρος μαζὶ μὲ κάποιον ἄλλον ἀπὸ τὸ ἴδιο χωριό. Μιὰ μέρα τὸ ἕνα λιθάρι τῆς μηχανῆς χάλασε καὶ ἀποφάσισαν νὰ τὸ ἀλλάξουν ἡμέρα Κυριακή, ἐπειδὴ ὁ κόσμος μένει ἀργὸς αὐτὴν τὴν μέρα. Θέλανε συχέριο (βοήθεια) γιὰ νὰ κυλίσουν καὶ τοποθετήσουν τὸ νέο λιθάρι στὴν θέση τοῦ παλιοῦ. Τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ Παπουλάκης, βρίσκει τὸν πεθερὸ τῆς κ. Νίκης καὶ τοῦ λέει:
-Ἄκουσε νὰ σοῦ πῶ μπάρμπα-Στάθη, ἡ Κυριακή, εἶναι μέρα τοῦ Κυρίου. Ἀφῆστε τὸ λιθάρι νὰ τὸ κυλίσετε ἄλλη μέρα. Αὐτὴ τὴν μέρα ὁ κόσμος πηγαίνει στὴν ἐκκλησία.
-Παππούλη, ἐκείνη τὴν μέρα κάθεται ὁ κόσμος. Τὶς ἄλλες μέρες δὲν μποροῦν οἱ χωριανοί, γιατὶ θὰ χασομερήσουν στὶς δουλείες τους. Τὴν Κυριακή, ἔχουμε πεῖ στὸν κόσμο νὰ ἔρθει νὰ μᾶς βοηθήσει.
Ἅγιος πῆγε καὶ στὸν ἄλλο συνέταιρο.
-Παιδί μου, μὴν δουλέψετε αὐτὴ τὴν μέρα ποὺ εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Θεό...
-Παππούλη, ἐμεῖς αὐτην τὴν μέρα βρίσκουμε εὔκαιρο τὸν κόσμο να κάθεται καὶ νὰ μὴν κάνει μεροδούλια, ἀπάντησε καὶ ὁ ἄλλος.
Τελικά, δὲν ἄκουσαν τὸν Ἅγιο, μὲ θλιβερὸ ἀποτέλεσμα· ὁ μὲν Στάθης νὰ κόψει τὸ χέρι του στὴν τοποθέτηση τοῦ λιθαριοῦ, ὀ δὲ ἄλλος συνέταιρος νὰ σπάσει τὸ πόδι του...
Οἱ ὑπόλοιποι δὲν ἔπαθαν τίποτε.
3) Κάποια γυναίκα ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀνωγή, εἶχε ζυμώσει καὶ φουρνίσει τὴν μέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν ἔκοψε τὸ ψωμί, ἀντίκρυσε μέσα σὲ αὐτὸ κηλίδες αἵματος... Ἀνήσυχη κοίταξε τὰ χέρια της μήπως τυχὸν εἶχε κοπεῖ. Τρομαγμένη, δὲν εἶδε τὴν παραμικρὴ ἀμυχή.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ συνταρακτικὸ γεγονός, ἄρχισε νὰ φοβᾶται καὶ νὰ ἀνησυχεῖ. Πέντε φορές, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας σκέφτηκε νὰ ρωτήσει τὸν Ὅσιο Ἰωακείμ. Βραδιάζοντας ὁ Ἅγιος κτύπησε τὴν πόρτα της. Ἡ νοικοκυρά, σαστισμένη, ἄκουσε νὰ τῆς λέει: Πέντε φορές, σκέφτηκες νὰ μὲ ρωτήσεις γιὰ τὸ αἷμα ποὺ εἶδες στὸ ψωμί. Νὰ ξέρεις ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάνεις τὴν παραμικρὴ ἐργασία τὴν εὐλογημένη τούτη ἡμέρα.
4) Ἡ πεθερὰ τοῦ Γιάννη Καραμπούλη, στὸ Γυφτοχώρι, Κυριακὴ ἀπόγευμα μάζευε λάχανα (ὅπως λέγονται τὰ ἄγρια χόρτα στὴν Ἰθάκη). Τὴν εἶδε ὁ Ἅγιος Παπουλάκης καὶ τὴν παρεκάλεσε νὰ τοῦ φυλάξει καὶ ἐκείνου λίγα. Πράγματι, ἠ γυναίκα ἀφοῦ τὰ ἔβρασε στὸ τσουκάλι, πρωτόβγαλε τοῦ Ἁγίου καὶ ἀφοῦ τὰ σκέπασε, τὰ ἔβαλε κοντὰ στὴν φωτιά, νὰ διατηρηθοῦν ζεστά.
Τὸ βράδυ πηγαίνοντας ὁ Παπουλάκης στὸ σπίτι τοῦ Καραμπούλη, εἶδαν ξεκουμπώνοντας τὸ πιάτο, μέσα στὰ λάχανα, σκουλήκια!
Ἔντρομη ἡ πεθερὰ τοῦ Γιάννη φώναξε: Ὦ Παππούλη μου, φάγαμε ὅλοι στὸ σπίτι, ὅμως δὲν ἦταν μέσα σκουλήκια!
Τότε ὁ Ἅγιος τὴν συμβούλεψε νὰ μαζεύει χόρτα τὸ Σάββατο καὶ οὐδέποτε τὴν Κυριακή.
Μέχρι σήμερα στὸ νησί, οἱ πιστοὶ χριστιανοί, ποτὲ δὲν μαζεύουν χόρτα τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου.
5) Ἄλλη φορά, κάποιος ἄλλος στὸ Σταυρό, καθάριζε ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα τὴν αὐλή του, ἡμέρα Κυριακή. Ξαφνικά, ἔμπηξε τὶς φωνές, νιώθοντας ἕνα τεράστιο φίδι γύρω ἀπὸ τὰ πόδια του! Κατὰ θεία βούληση περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἅγιος Παπουλάκης, ὁ ὁποῖος τὸν μάλωσε λέγοντας: Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔργα τῆς Κυριακῆς! Ποτὲ μὴν ἐργάζεσαι τὴν Κυριακή, γιατὶ εἶναι τοῦ Χριστοῦ μας ἀφιερωμένη.
Ὁ νοικοκύρης συντετριμμένος γονάτισε στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου, ζητώντας συγχώρηση καὶ τὶς προσευχὲς τοῦ φωτισμένου ἀσκητῆ.
6) Κάποια ἄλλη γυναίκα, ἄλεθε καφὲ στὸ χειρόμυλο, ἡμέρα Κυριακή. Τῆς ζήτησε λίγο ὁ Παπουλάκης καὶ βρέθηκε κατάμαυρος καὶ χαλασμένος.
7) Κάποια Κυριακή, περνοῦσε ὁ Ἅγιος ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς φτωχῆς χήρας Θεοδωρέλας στὸ Σταυρό. Ἐκείνη τὴν μέρα μαγείρεψε χόρτα ποὺ τὰ εἶχε μαζέψει τὴν ἴδια μέρα.
-Ἔ! Θεοδωρέλα, τῆς φώναξε, φύλαξέ μου καὶ μένα λίγα λάχανα ποὺ θὰ περάσω ἀργότερα.
-Εὐχαρίστως Παπουλάκη μου, ἀποκρίθηκε αὐτή.
Πράγματι, ἀφοῦ ἔβρασαν τὰ χόρτα, ἔβαλε μερικά, σὲ μιὰ μικρὴ πήλινη γαβάθα, τὰ σκέπασε καὶ τὰ ἔβαλε μέσα στὸ ξύλινο ἐντοιχισμένο ντουλάπι τοῦ μαγεριοῦ.
Ὅταν ἦρθε ὁ Ἅγιος τὸ ἀπόγευμα καὶ ἄνοιξε τὸ ντουλάπι, ὀπισθοχώρησε πανικόβλητη ἀντικρύζοντας πάνω στὸ πιάτο ἕνα κουλουριασμένο φιδι!
-Παππούλη μου, σῶσέ με! ἄρχισε νὰ φωνάζει, ἐγὼ χόρτα ἔβαλα μέσα!
-Μὴν φωνάζεις, μὴν ταράζεσαι, ἀπάντησε ὁ Ἅγιος. Δὲν ἤθελα χόρτα νὰ φάω, δὲν πεινοῦσα. Σοῦ κάνω ὅμως ἕνα μάθημα καὶ ἕνα παράδειγμα, ὅτι αὐτὰ ποὺ κάνετε τὶς Κυριακές, θὰ γίνουν σκουλήκια, φίδια καὶ ἀκρίδες... Ποτὲ μὴν δουλεύετε τὴν Κυριακή, ποτέ σας. Εἶναι μεγάλη ἁμαρτία.
Στὴν ἴδια γυναίκα, τὴν Θεοδωρέλα, πολλὲς φορὲς ὁ Παπουλάκης τῆς πετοῦσε κρυφὰ ψωμί, ἀπὸ τὴν κοτότρυπα, τὸ ὁποῖο, ὅπως ἔλεγε καὶ ἡ ἴδια, οὐδέποτε τὸ πείραξε γάτα.
Παρόμοια θαυμαστὰ γεγονότα, ὅπως προαναφέραμε, ἔγιναν σὲ πολλὰ σπίτια Ἰθακησίων. Σήμερα ὅμως, τί κάνουμε ἐμεῖς; Μήπως ξεχάσαμε τὶς ἱερὲς προσταγὲς τοῦ Ἁγίου Παπουλάκη γιὰ τὴν Κυριακή; Μήπως ἀφιερώσαμε αὐτὴ τὴν μέρα στὴν καλοπέραση τοῦ σώματος καὶ στὸ κυνήγι τοῦ κέρδους, περιφρονώντας τὴν ἀναστάσιμη ἐμπειρία ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ Ζωοδότης Χριστός, τὴν Κυριακή; Ἄς ἀναλογιστεῖ καθένας ἀπὸ μᾶς τὶς εὐθύνες του καὶ ἄς πάρει σωτήριες ἀποφάσεις γιὰ τὴν ζωή του καὶ τὴν πνευματική του πορεία.
***
Κθ) Ἡ Ἀργυρὼ Μωραΐτη-Τζανέταινα ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀνωγή, ξεκίνησε γιὰ τὸν Σταυρό, κατηφορίζοντας ἀπὸ τὸ παλιὸ μονοπάτι ποὺ συνδέει τὰ δύο χωριά. Πάνω στὸ κεφάλι εἶχε τὴν μικρή, ξύλινη κούνια τοῦ μωροῦ της. Τὸ μικρὸ ἀγοράκι εἶχε ἀρρωστήσει καὶ τὸ πήγαινε ἀνήσυχη στὸν γιατρὸ τοῦ Σταυροῦ.
Κάτω ἀπὸ ἕναν μεγάλο σχίνο, συνάντησε τὸν Ὅσιο Παπουλάκη, νὰ κάθεται πάνω σὲ ἕνα βράχο. (Ὁ βράχος αὐτός, ὀνομάζεται καθίστρα τοῦ Παπουλάκη καὶ μέχρι σήμερα εὐωδιάζει).
Ἅγιος, τὴν βοήθησε νὰ κατεβάσει τὴν κούνια ἀπὸ τὸ κεφάλι της καὶ τῆς ζήτησε νὰ ἠρεμήσει καὶ νὰ ξεκουραστεῖ. Ὕστερα, σταύρωσε μὲ τὸ κομποσχοίνι του τὸ ἄρρωστο παιδάκι καὶ τῆς πρότεινε νὰ ἐπιστρέψουν μαζὶ στὴν Ἀνωγή. Δὲν ὑπῆρχε πλέον λόγος νὰ πάει στὸν γιατρό. Τὸ μωρό, ἦταν ἐντελῶς καλά.
***
Λ) Στὸ Βαθύ, τὰ μεγάλα παιδιὰ κάποιας οἰκογένειας εἶχαν κλέψει ἕνα γουρουνόπουλο καὶ τὸ εἶχαν πάει στὴν μάνα τους νὰ τὸ μαγειρέψει. Περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὸν σπίτι ὁ Ὅσιος Παπουλάκης καὶ ρωτάει τὴ μητέρα:
-Τί θὰ μαγειρέψεις ἀκόμα νοικοκυρά;
-Λίγο κρέας ψήνω παππούλη, ἀπάντησε αὐτή.
-Θὰ ἔρθω καὶ ἐγὼ νὰ τὸ δῶ ὅταν θὰ τὸ κενώνεις (σερβίρεις), τῆς εἶπε.
Πράγματι, πῆγε στὸ σπίτι τὴν ὥρα τοῦ σερβιρίσματος. Τότε, μπροστὰ στὰ ἔντρομα μάτια ὅλων συνέβη τὸ ἑξῆς παράδοξο· ἕνα χέρι ἅπλωνε καὶ ἔπαιρνε τὴν δική του μερίδα...!
Τοὺς λέει τότε ὁ Ἅγιος: Γιατί σκιαχτήκατε; Τὸ μερδικό του παίρνει. Αὐτὰ ἔχουν τὰ κλεφτά...!
***
Λα) Ὁ πατέρας τοῦ Κωνσταντίνου Παξινοῦ στὸ χωριὸ Λεύκη ἦταν ἄπιστος, εἰρωνευόταν τὸν Παπουλάκη καὶ τὸν ἀποκαλοῦσε ψευτομετάνη.
Κάποτε τὸν βρῆκε μιὰ ἀρρώστια, ὅπου ἀδυνάτιζε συνεχῶς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει. Τὸν πῆραν οἱ δικοί του καὶ τὸν πῆγαν στὴν Πάτρα, στοὺς γιατρούς. Αὐτοὶ τοὺς ἀνακοίνωσαν ὅτι δὲν τοῦ βρίσκουν τίποτε. Ἔτσι, τὸν ἔφεραν πίσω στὸ Θιάκι γιὰ νὰ πεθάνει.
Τὰ παιδιά του ἔτρεξαν στὸν Παπουλάκη καὶ μὲ δάκρυα ζήτησαν τὴν βοήθειά του. Τὰ λυπήθηκε καὶ πῆγε σπίτι τους. Ρώτησε τὸν ἄρρωστο τὶ ἔχει καὶ αὐτὸς ἀπάντησε ὅτι εἶναι ἄρρωστος καὶ οἱ γιατροὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν κάνουν καλά.
Τότε τοῦ λέει: Ἄς δῶ καὶ ἐγὼ ὁ ψευτομετάνης! Τὸν σταύρωσε μὲ τὸν Σταυρὸ ποὺ κρατοῦσε καὶ σὲ λίγες μέρες ὅ ἄρρωστος ἔγινε ἐντελῶς καλά. Ὅταν ἔφυγε τοῦ εἶπε: Ποτέ σου μὴν κατηγορεῖς κανέναν ἄνθρωπο!
***
Λβ) Ἡ γριά-Μπλατσούρενα στὰ Κανελλᾶτα (συνοικία στὸ Βαθύ), γιὰ νὰ ξεγελάσει τὴν πείνα τῶν τριῶν παιδιῶν της ποὺ ἔπαιζαν ἀμέριμνα στὸ δρόμο, εἶχε ἀνάψει τὴν πήλινη τσερέπα (κουποτάψι), βάζοντας ἀπὸ κάτω ἀντὶ ψωμί, ἕνα... κεραμίδι.
Παίξτε, ὥσπου νὰ γίνει τὸ πιτούλι, νὰ φᾶτε, τοὺς ἔλεγε γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὰ παράπονα τῶν πεινασμένων παιδιῶν, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ κουραστοῦν ἀπὸ τὸ παιχνίδι καὶ νὰ ξαπλώσουν ἀμέσως γιὰ ὕπνο...
Μάνα, ἀκόμα τὸ πιτούλι; φώναζαν κάθε τόσο τὰ παιδιὰ ἀνυπόμονα.
Ἐκείνη τὴν ὥρα περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἅγιος Παπουλάκης. Εἶδε τὴν νοικοκυρὰ στενοχωρημένη καὶ τὴν ρώτησε τὶ τὴν ἀπασχολοῦσε. Ἡ ταλαίπωρη μάνα ἐξήγησε στὸν Ὅσιο σὲ τὶ δύσκολη κατάσταση βρισκόταν. Ὁ Παπουλάκης τὴν παρηγόρησε καὶ τὴν συμβούλεψε νὰ μὴν χάνει τὴν πίστη καὶ την έλπίδα της στὸν Θεό. Κατόπιν, ἀφοῦ προσευχήθηκε μὲ θερμὰ δάκρυα γιὰ τὰ ἀσθενῆ καὶ ἐξουθενημένα τοῦ φτωχικοῦ ἐκείνου σπιτικοῦ, σταύρωσε μὲ τὸ μπαστούνι του τὴν τσερέπα, προστάζοντας τὴν σαστισμένη μητέρα νὰ καλέσει μέσα τὰ παιδιά της νὰ φᾶνε.
Ἀνασηκώνοντας τὸ πήλινο σκεύος -ὦ τῆς μεγίστης δυνάμεώς σου Φιλάνθρωπε Χριστέ- ἕνα μεγάλο ἀχνιστὸ καρβέλι πρόβαλε στὴ θέση τοῦ κεραμιδιοῦ. Ἡ μητέρα βαθύτατα συγκινημένη ἄρχισε νὰ σταυροκοπιέται καὶ νὰ καταφιλεῖ τὰ χέρια τοῦ Ἁγίου ἀσκητῆ. Ὁ Ἅγιος τὴν παρεκάλεσε νὰ μὴν ἀνακοινώσει σὲ κανέναν αὐτὸ τὸ γεγονός. Φεύγοντας, τῆς ζήτησε μιὰ ἀγκωνὴ (γωνία) ἀπὸ τὸ ψωμί, τὴν ὁποία πέταξε κρυφά, ἀπὸ τὴν κοτότρυπα, στο φτωχὸ σπιτάκι τῆς νόννας (γιαγιᾶς) τοῦ Σπυρογιάννη Κανέλλου. Ὅταν αὐτὴ ἄνοιξε τὴν πόρτα, ὁ Παπουλάκης βρισκόταν ἤδη μακριά, ἀνηφορίζοντας πρὸς τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου.
***
Λγ) Κάποιος παντρεμένος στὸ χωριὸ Ἀνωγή, εἶχε παράνομες σκέψεις μὲ μιὰ γυναίκα. Ὅταν ἡ σύζυγος τοὺς ὑποψιάστηκε, ἀποφάσισε νὰ τοὺς σκοτώσει στὸ κρυφὸ μέρος ποὺ συναντιόνταν, ρίχνοντας πάνω τους ἕνα μεγάλο λίθο. Φυσικά, δὲν εἶχε ἐκμυστηρευτεῖ σὲ κανέναν τὸ σχέδιό της.
Λίγο πρὶν ἐκτελέσει τὴν ἀπονενοημένη αὐτὴ πράξη, ἐμφανίστηκε ἀναπάντεχα μπροστά της ὁ Ἅγιος Παπουλάκης, ὁ ὁποῖος τὴν σταμάτησε λέγοντας: Στάματα ἀμέσως παιδάκι μου καὶ γύρισε σπίτι σου. Ὲσὺ θὰ πᾶς στὸν Παράδεισο καὶ αὐτὸς στὴν Κόλαση ἄν μείνει ἀμετανόητος. Κάνε λίγο ὑπομονὴ ἀκόμα, ἐσὺ θὰ εἶσαι ἡ κερδισμένη.
Αὐτὰ τὰ λόγια ἔφεραν κατάνυξη στὴν ψυχὴ τῆς παρ’ ὀλίγον συζυγοκτόνου, εὐχαριστῶντας τὸν Ὅσιο ποὺ τὴν ἔσωσε ἀπ’ αὐτὴν τὴν φοβερὴ παγίδα τοῦ διαβόλου.
***
Λδ) Ὁ Σπύρος Πάλμος (Χαραμῆς) ἀπὸ τὸ Μεγανήσι, εἶχε πάει στὸ Θιάκι μὲ τοὺς συγγενεῖς του, νὰ στεφανωθεῖ τὴν Αἰκατερίνη Παξινοῦ ἀπὸ τὴν Λεύκη. Στὸν δρόμο συνάντησαν τὸν Παπουλάκη, ὁ ὁποῖος τοὺς εἶπε νὰ πάνε νὰ στεφανώσουν καὶ ἀμέσως νὰ φύγουν γιατὶ τοὺς περιμένει μεγάλο κακό, ἄν ἀργήσουν.
Αὐτοὶ δὲν ἔδωσαν σημασία, σκόρπισαν στὰ γύρω χωριά, πῆγαν στοὺς συγγενεῖς τους, καὶ ἄλλοι διασκέδαζαν ὡς τὸ πρωί.
Ἐκεῖνο ὅμως τὸ πρωί, ἔπιασε μεγάλη φουρτούνα καὶ κράτησε εἴκοσι μέρες, ὅπου ὁ Χαραμῆς ξόδεψε ὅλη του τὴν προίκα γιὰ νὰ τρέφει τοὺς συγγενεῖς του.
***
Λε) Κάποτε ὁ Ἅγιος εἶχε πάει στὸ σπιτάκι τῆς πάμφτωχης γρια-Λινάρδενας, στὸ Περαχώρι. Βρῆκε τὴ γριούλα στενοχωρημένη, διότι δὲν εἶχε καθόλου λάδι νὰ βάλει στὰ χόρτα ποὺ μόλις εἶχε μαγειρέψει. Σὲ κάποια στιγμή, τῆς λέει: Πήγαινε στὸ κατώι σου καὶ δὲς στὸ πλιθάρι, μήπως βρεῖς ἔστω καὶ λίγο...
Ἡ φτωχὴ γερόντισσα ὑπάκουσε, ἄν καὶ ἀπρόθυμα, γιατὶ γνώριζε ὅτι δὲν ὑπῆρχε στάλα λάδι στὸ πλιθάρι· θυμόταν μάλιστα πολὺ καλά, ὅτι τὸ εἶχε πλυμένο κιόλας. Πηγαίνοντας ὅμως στὸ κατώι της διαπίστωσε ἔκπληκτη ὅτι τὸ πρώην ἄδειο πλιθάρι ἦταν ξεχειλισμένο λάδι!
Ἅγιος συμβούλεψε τὴν γρια-Λινάρδενα νὰ μὴν τὸ πεῖ σὲ κανέναν, παρὰ μόνο ὅταν αὐτὸς πεθάνει.
***
Λζ) Κάποτε περνοῦσε ὁ Ὅσιος Ἰωακεὶμ ἔξω ἀπὸ ἕνα πολὺ παλιὸ σπίτι στὸ Κιόνι. Μέσα ἦταν κάποιος ἐργάτης ποὺ κάτι μαστόρευε.
-Κατέβα κάτω, ἔχω νὰ σοῦ πῶ, τοῦ φώναξε ὁ Ὅσιος.
-Δὲν μπορῶ παππούλη τούτη τὴ ὥρα. Ἔχω δουλειά, καὶ δὲν μπορῶ νὰ κατεβῶ. Ἀνέβα ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς.
-Παιδί μου, δὲν μπορῶ νὰ ἔρθω ἐγώ, εἶμαι γέρος. Κατέβα σὲ παρακαλῶ νὰ σοῦ πῶ.
Τελικά, ὑπάκουσε ὁ ἐργάτης καὶ μόλις τὸν πῆγε ὁ Ἅγιος περίπου δέκα ὀργυιὲς παραπέρα, ἔγινε δυνατὸς σεισμός, καὶ ἔπεσε ὅλο τὸ σπίτι μέσα.
***
Λη) Ὁ τσοπάνης Σπῦρος Γαλάτης στὸ Πλατρειθιᾶ ὑπέφερε ἀπὸ δυνατοὺς πονοκεφάλους. Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ ἔβοσκε τὰ ζῶά του, πέρασε ὁ Ὅσιος Παπουλάκης.
-Ἄ, παππούλη μου, προσευχήσου νὰ μοῦ περάσουν οἱ κεφαλαλγίες καὶ ἐγὼ θὰ σοῦ δώσω ἕνα ἀρνὶ γιὰ τοὺς φτωχούς σου.
Ὅσιος, ἀφοῦ τὸν σταύρωσε στὸ κεφάλι, κάθισε λίγο κοντά του καὶ κατόπιν ἀναχώρησε. Πέρασε ἀρκετὸς καιρὸς ἀπὸ τότε καὶ οἱ πονοκέφαλοι κόπηκαν μαχαίρι στὸν βοσκό.
Ἔπειτα ἀπὸ καιρό, συναντήθηκαν καὶ πάλι. Ὁ Ἄγιος τὸν χαιρέτησε καὶ τὸν ρώτησε:
-Γιὰ πές μου μπαρμπα-Σπῦρο, πῶς πᾶς τώρα ἀπὸ τοὺς πονοκεφάλους;
-Δόξα τῷ Θεῷ παππούλη μου, δὲν ξαναπόνεσα.
-Θυμᾶσαι μιὰ φορά, ποὺ κάτι μοῦ ὑποσχέθηκες, τὸ ξέχασες ὅμως;
-Ὦ! Παππούλη μου, σχώρα με! Ξέχασα τὸ ζῶο ποὺ εἶχα τάξει! ἀπάντησε ὁ βοσκός.
Ἐκπληρώνοντας τὸ τάμα του δὲν ξαναενοχλήθηκε ἀπὸ πονοκεφάλους.
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ὅσιος Ἰωακεὶμ ἦταν ἰδιαίτερα σεβαστὸς στὴν οἰκογένεια Γαλάτη καὶ συχνὰ φιλοξενεῖτο σπίτι τους. Στὴν αὐλή τους μάλιστα εἶχε φυτέψει μιὰ ἀμυγδαλιὰ ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερα.
***
Λθ) Ἡ Καλὴ Καρουσάτου ἀπὸ τὸ Περαχώρι εἶχε τέσσερα παιδιά· τὸν Μιχάλη, τὸν Παναγῆ, τὸν Γιάννη καὶ τὸν Πάντιο, ποὺ ἦταν καὶ τὸ στερνοπαίδι. Ὁ Πάντιος, ὅταν ἦταν μικρός, ἀρρώστησε πολύ. Τὸν πῆρε ἡ μάνα του στὴν ἀγκαλιά της γιὰ νὰ τὸν κατεβάσει στὸ γιατρὸ στὸ Βαθύ.
Τὸ σπίτι της ἦταν λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ τὸ δάσος, στὸ πάνω μέρος τοῦ χωριοῦ. Κατεβαίνοντας μὲ τὸ μωρό, μπροστὰ στὸ παλιὸ ἐλαιοτριβεῖο συνάντησε τὸν Παπουλάκη ποὺ ἀνηφόριζε πρὸς τὸ δάσος. Ἐκεῖ ἔμενε μέσα σὲ μιὰ ἐκκλησούλα, τὴν Ὑπαπαντή.
-Ποῦ τὸ πᾶς τὸ παιδὶ Καλή; Στὸν γιατρό;
-Ναὶ παππούλη μου. Δὲν μοῦ τὸ σταυρώνεις;
Τὸ ξεσκέπασε καὶ ὁ Ἅγιος τὸ σταύρωσε.
-Δὲν ἔχει τίποτε, λίγο ἀδιάθετο εἶναι, τῆς εἶπε. Ὅμως, μιὰ ποὺ ξεκίνησες πήγαινέ το στὸ γιατρό. Μὴν ἀργήσεις ὅμως γιατὶ θὰ βρέξει πολύ.
-Μὰ τέτοια μέρα παππούλη μου θὰ βρέξει, καὶ μάλιστα πολύ; τὸν ρώτησε ἀπορημένη, γιατὶ ἦταν καλοκαίρι.
Πράγματι, πῆγε ἡ Καλὴ τὸν μικρὸ Πάντιο στὸ γιατρό, ὁ ὁποῖος δὲν τοῦ βρῆκε ἀπολύτως τίποτε. Ἐπιστρέφοντας σπίτι της, ὁ οὐρανὸς εἶχε σκοτεινιάσει. Μόλις διάβηκε τὸ κατώφλι της, ἄρχισε νὰ πέφτει καταρρακτώδης βροχή!
***
Μ) Ἡ Χρυσούλα Κωνστ. Σιμήρη, τὸ γένος Ἀρμένη ἀπὸ τὸ Περαχώρι, καταγόταν ἀπὸ πολὺ φτωχὴ οἰκογένεια. Ὅταν ἦταν μικρούλα, τὴν ἔστειλε ἡ μητέρα της γιὰ ἕνα θέλημα στὸ Βαθύ. Ἐκεῖ τὴν συνάντησε ὁ συγχωριανός της Ἀνδρέας Λιβάνης (Λαδᾶς) καὶ τῆς ἔδωσε ἕνα μαντήλι μὲ ψώνια νὰ τὸ πάει στὴν σύζυγό του, στὸ σπίτι του ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερα, λίγο παραπάνω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γερασίμου.
Φεύγοντας ἡ Χρυσούλα, τῆς εἶπε νὰ πεῖ στην γυναῖκά του ὅτι κάτω στὸ λιμάνι εἶναι ἀραγμένα δεκατρία καράβια. Ἡ μικρούλα τὸ πίστεψε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ Περαχώρι.
Φεύγοντας, στὸ κάτω γεφύρι συνάντησε τὸν Παπουλάκη, ὁ ὁποῖος τὴν σταμάτησε καὶ τὴν ρώτησε:
-Τί σοῦ εἶπε Χρυσούλα μου ὁ Λαδᾶς νὰ πεῖς στὴν γυναῖκά του.
Τὸ κοριτσάκι τοῦ εἶπε. Τότε ὁ Ἅγιος τῆς λέει:
-Ἄκουσέ με παιδάκι μου. Δὲν εἶναι δεκατρία καράβια στὸ λιμάνι, ἀλλὰ δεκατρία ψάρια στὸ μαντήλι!
Πράγματι, ἔλυσε ὁ ἴδιος τὸ μαντήλι καὶ μέτρησαν δεκατρία ψάρια. Ἀφοῦ τὸ ξανάδεσε, τῆς εἶπε:
-Νὰ τὸ πᾶς στὸ σπίτι τοῦ Λαδᾶ καὶ νὰ πεῖς στὴν γυναῖκά του νὰ σοῦ δώσει τὸ ἕνα ψάρι νὰ τὸ φᾶς. Νὰ τῆς πεῖς ὅτι ἐγὼ σοῦ τὸ εἶπα.
Ἔτσι καὶ ἔγινε.
***
Μα) Στὸ παλιὸ δρόμο κάτω ἀπὸ τὸ Περαχώρι μιὰ ὁμάδα ἐργατῶν ἔκοβαν ἀγκωνάρια, δηλαδὴ πελεκοῦσαν πέτρες γιὰ τὸ χτίσιμο σπιτιῶν. Κάποια μέρα στὸ σημεῖο ποὺ ἐργάζονταν ἐμφανιζόταν ἕνα πολὺ μεγάλο φίδι, μὲ ἀποτέλεσμα πολλοὶ ἐργάτες νὰ φοβοῦνται καὶ ἡ ἐργασία νὰ καθυστερεῖ.
Κάποιους ἀπὸ τοὺς ἐργάτες, γνωστὸς ὡς Ἀσύδοτος Καραβίας, παράτησε θυμωμένος τὴν δουλειὰ στὴ μέση καὶ ἄρχισε νὰ ἀνηφορίζει τρέχοντας πρὸς τὸ σπίτι του. Φτάνοντας, συνάντησε τὸ Παπουλάκη νὰ τὸν περιμένει στὸ κατώφλι. Τότε, ἀκούει ἄναυδος νὰ τοῦ λέει:
-Ἦρθες νὰ πάρεις τὸ ντουφέκι γιὰ νὰ σκοτώσεις τὸ ἄκακο πλάσμα τοῦ Θεοῦ; Γύρισε πίσω καὶ δὲν θὰ σᾶς ξαναπειράξει πιά.
Ἔτσι καὶ ἔγινε· ἀπὸ ἐκείνη τὴν μέρα τὸ φίδι δὲν ξαναφάνηκε.
***
Μβ) Κάποτε, ὁ Ὅσιος ἀνηφόριζε πρὸς τὸ Περαχώρι. Στὸ δρόμο του συνάντησε κάποια γυναίκα νὰ πηγαίνει ἀνάστατη πρὸς τὸ Βαθύ. Ὁ Παπουλάκης τὴν σταμάτησε καὶ τῆς λέει:
-Πᾶμε πίσω, γιατὶ ἐκεῖ ποὺ πηγαίνεις δὲν κάνει νὰ πᾶς!
Ἡ γυναίκα ἔμεινε ἀκίνητη, σὰν νὰ τὴν χτύπησε κεραυνός! Πήγαινε γιὰ νὰ καταγγείλει στὶς ἀστυνομικὲς ἀρχὲς μιὰ γειτόνισσά της, μὲ τὴν ὁποία εἶχε τσακωθεῖ. Μετανιωμένη γύρισε πίσω μαζὶ μὲ τὸν Παπουλάκη.
***
Μγ) Ἡ Βασίλω Τριλίβα-Καραστάθη ἀπὸ τὸ Βαθύ, εἶχε τάξει νὰ κάνει Θεία Λειτουργία στὸ μακρινὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴν θέση Ἑλληνικὸ τοῦ Μαραθιᾶ. Ἡ ἴδια ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ παρευρεθεῖ, λόγω τῆς ξαφνικῆς νεροποντῆς ποὺ ξέσπασε ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Περίμενε ὅμως τὸν ἱερέα καὶ τὸν ψάλτη νὰ περάσουν ἀπὸ τὸ σπίτι της μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀκολουθίας γιὰ τὰ καθιερωμένα κεράσματα, φιλοδωρήματα κ.τ.λ.
Στὸ διάστημα αὐτὸ δύο γυναῖκες ποὺ γύριζαν μὲ ξύλα ἀπὸ τὴν ἐποχή, τὴν πληροφόρησαν ὅτι ὁ συγκεκριμένος ἱερέας λειτούργησε τελικά, στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, τῆς τοποθεσίας Θεολόγος.
Φαίνεται ὅτι λόγω τῶν ἄσχημων καιρικῶν συνθηκῶν δὲν μπόρεσαν ὁ παπᾶς μὲ τὸν ψάλτη νὰ φθάσουν στὸ μακρινὸ ἐκκλησάκι τοῦ Μαραθιᾶ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἡ Βασίλω στενοχωρήθηκε ποὺ δὲν ἐκπληρώθηκε τὸ τάμα της καὶ σκεφτόταν νὰ ἐπιπλήξει ἄσχημα τὸν ἱερέα, ὅταν αὐτὸς θὰ πήγαινε στὸ σπίτι της.
Πρὶν ἀκόμα ὡριμάσει αὐτὴ ἡ σκέψη μέσα της, χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της. Στὸ ἄνοιγμά της εἶδε τὸν ἀσκητὴ Ἰωακείμ. Ἄκουσε ἔκπληκτη τότε, νὰ τῆς λέει ἐπιτακτικά: Αὐτὸ ποὺ σκέφτεσαι νὰ κάνεις στὸν ἱερέα τοῦ Θεοῦ, μὴν τὸ κάνεις καὶ τὸ ἴδιο εἶναι· ἐννοώντας ὅτι τὸ τάμα της ἐκπληρώθηκε, ἄσχετα μὲ τὸν τόπο ποὺ ἔγινε.
Τὸ παραπάνω θαυμαστὸ γεγονός, πρέπει νὰ τὸ λάβουμε σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν μας, ὅταν πέφτουμε στὸ σοβαρὸ ἁμάρτημα τῆς ἱεροκατάκρισης, ἀκόμη καὶ στὶς περιπτώσεις ἐκεῖνες ποὺ νομίζουμε ὅτι τὸ δίκιο εἶναι μὲ τὸ μέρος μας.
***
Μδ) Ὁ Ἀργύρης Μαρούλης σὲ ἡλικία περίπου δώδεκα ἐτῶν εἶχε τὴν πολὺ κακὴ συνήθεια νὰ βλαστημάει. Μιὰ μέρα συναντήθηκε μὲ τὸν Ἅγιο Παπουλάκη στὴν σκάλα τῆς Μητρόπολης, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν συνοικία Γυφτοχώρι.
Ὅσιος τὸν μάλωσε καὶ τοῦ ἔβαλε στὸ στόμα τρία μικρὰ χαλικάκια ποὺ πῆρε ἀπὸ κάτω.
-Κατάπιε τα, παιδάκι μου, καὶ δὲν θὰ ξαναβλαστημήσεις ποτὲ στὴν ζωή σου, τοῦ εἶπε.
Ἀπὸ τότε, παρόλο ποὺ ξενιτεύτηκε στὴν Ρουμανία καὶ πέρασε πολλὰ βάσανα καὶ δοκιμασίες, ποτὲ δὲν τὸν ἄκουσαν οἱ δικοί του νὰ βλαστημάει.
***
Με) Ἡ κυρά-Σταμάταινα, σύζυγος τοῦ Σταμάτη Μαυροκεφάλου, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Κιόνι, ἀλλὰ μετὰ τὸν γάμο της ζοῦσε στὸ Βαθύ. Σπάνια ταξίδευε μέχρι τὸ Κιόνι μὲ τὴν μπενζίνα (καΐκι), ποὺ ἔκανε τὴν θαλάσσια διαδρομὴ Βαθύ-Κιόνι. Τὸ καΐκι ξεκινοῦσε μιὰ φορὰ τὴν μέρα γιὰ τὸ Κιόνι, ἔχοντας ἀφετηρία τὸ τότε τελωνεῖο στὸ Βαθύ.
Ἕνα πρωϊνό, ἡ Σταμάταινα κατέβηκε ἐκτάκτως στὸ λιμάνι γιὰ νὰ φύγει, τὸ καΐκι ὅμως ἦταν πλῆρες καὶ δὲν χώραγε ἄνθρωπο. Ἡ ἠλικιωμένη γυναίκα εἶχε ἀνάγκη νὰ πάει στὸ χωριό της, ἀλλὰ κανένας δὲν τῆς παραχωροῦσε τὴν θέση του. Μέσα στὴν μπενζίνα βρισκόταν καὶ ὁ Παπουλάκης ποὺ πήγαινε στὰ χωριὰ τῆς Β. Ἰθάκης μέσω Κιονίου.
Μόλις κατάλαβε τὸ γεγονὸς μὲ τὴν γιαγιά-Σταμάταινα, τὴν ὁποῖα ἐκτιμοῦσε καὶ συχνὰ ἐπισκεπτόταν, βγῆκε ἀμέσως ἀπὸ τὴν βάρκα, τῆς ἔδωσε τὸ χέρι του βοηθώντας την νὰ μπεῖ καὶ τὴν χαιρέτισε λέγοντας: Πήγαινε ἐσὺ χριστιανή μου ποὺ βιάζεσαι. Ἐμὲ δὲν μὲ πειράζει.
Ὅλοι μας στὴν Ἰθάκη γνωρίζουμε πόσο συντομότερη εἶναι ἡ διαδρομὴ Βαθύ-Κιόνι ἀπὸ τὴν θάλασσα, συγκριτικὰ μὲ τὸν ποδαρόδρομο ἤ μὲ κάρο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Φτάνοντας τὸ καΐκι στὸ μῶλο τοῦ Κιονιοῦ, ἦταν ἐκεῖ ὁ Ἅγιος Παπουλάκης γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ δώσει ξανὰ τὸ χέρι του στὴν γριά-Σταμάταινα, βοηθώντας την αὐτὴ τὴν φορά, νὰ βγεῖ ἔξω! Ὅλοι οἱ παρόντες σταυροκοπήθηκαν, ἐνῶ στὸ καΐκι πολλοὶ καταντροπιάστηκαν ποὺ δὲν πρόσφεραν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν θέση τους στην φτωχὴ γερόντισσα.
***
Μστ) Ἡ πεθερὰ τῆς κ. Μαργαρίτας Μωραΐτη (+2007) ὅταν ἦταν μικρὸ κορίτσι πήγαινε μαζὶ μὲ ἄλλα κοριτσάκια καὶ ἀσπάζονταν τὸ χέρι τοῦ Παπουλάκη. Τότε, τῆς ἔλεγε ὁ Ἅγιος: Ἐσὺ Μαριγώ μου, θὰ πάρεις ἕναν ξένο.
Πράγματι, ἔπειτα ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ἡ κ. Μαριγὼ παντρεύτηκε Μανιάτη καὶ ὄχι Ἰθακήσιο. Στὸ σπίτι τους συχνὰ φιλοξενοῦσαν τὸν Ἅγιο. Τὸ δωμάτιο ὅπου ἀναπαυόταν, διατηρεῖται μέχρι σήμερα.
***
Μζ) Σὲ κάποιο χριστιανικὸ σπίτι στὸ Βαθύ, εἶχαν καλέσει τὸν Παπουλάκη νὰ γευματίσει μαζί τους. Ἡ νοικοκυρά, σέρβιρε στὰ πιάτα φακές. Τότε ὁ Ἅγιος τῆς λέει: Ποτὲ δὲν ἔβαλα κόκκαλο στὸ στόμα μου καὶ θὰ βάλω τώρα στὰ γεράματα;
Τὸ εἶπε αὐτό, διότι τὸ κουτάλι μέσα στὸ πιάτο ἦταν κοκκάλινο.
***
Μη) Ὁ Πάνος Παπαδόπουλος, μὲ τὸ μικρό του καΐκι ὀνόματι Ἁγία Παρασκευή, ἔκανε ἐμπόριο μεταξὺ Φρικῶν καὶ Πρεβέζης.
Ἕνα πρωί, στὴν Πρέβεζα, τοῦ ἔδωσε κάποιος χριστιανός, δὲκα δραχμὲς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ τὶς δώσει στὸν Παπουλάκη. Ὅμως, ὁ καπετάνιος θεώρησε καλὸ νὰ τὶς πάρει ἐμπόρευμα καὶ μόλις θὰ ἔπιανε λεφτά, νὰ τὶς ἔδινε στὸν Παπουλάκη.
Πράγματι, τὶς πῆρε ἐμπορεύματα καὶ τὸ μεσημεράκι ξεκίνησε γιὰ τὶς Φρίκες. Δένοντας τὸ καικι του στὸν μῶλο συνάντησε τὸν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε μὲ καλοσύνη γνωρίζοντας ἴσως ὁτι ὁ Πάνος δὲν εἶχε κακὴ πρόθεση:
-Μὴ στεναχωριέσαι Πάνο μου, γιατὶ σὲ βλέπω ποὺ στενοχωριέσαι, ποὺ δὲν ἔχεις νὰ μοῦ δώσεις τὶς δέκα δραχμὲς ποὺ σοῦ δώσανε στὴν Πρέβεζα. Ὅποτε πουλήσεις αὐτὰ ποῦ ἔφερες καὶ πιάσεις τὰ λεφτά, καὶ ὅποτε μπορέσεις, μοῦ τὰ δίνεις παιδί μου.
Ὁ καπετάνιος, συγκλονισμένος ἀπὸ τὸ διορατικὸ χάρισμα τοῦ Ἁγίου, ἔσκυψε ἀμέσως μὲ βουρκωμένα μάτια καὶ ἀσπάστηκε τὸ χέρι του.
Στὴν κατοχὴ τῶν σημερινῶν ἀπογόνων τοῦ Παπαδόπουλου, σώζονται ἐπιστολὲς τοῦ Παπουλάκη, δυστυχῶς φθαρμένες ἀνεπανόρθωτα ἀπὸ τὸν χρόνο. Σὲ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ὑπογράφει ὥς: Ἰωακεὶμ μοναχός, ἁγιορείτης.
***
Μθ) Ἡ προγιαγιὰ τῆς κυρίας Νίκης Ἀνδριανάτου στὸ χωριὸ Κιόνι, σεβόταν πολὺ τὸν Ἅγιο Παπουλάκη, καὶ πάντοτε φύλαγε, ὅπως ἐκεῖνος τὴν συμβούλευε, ἕνα πιάτο φαγητό, μήπως τυχὸν περάσει κανεὶς ἀπὸ τὸ σπίτι της.
Κάποιο ἀπόγευμα ὅμως πείνασε καὶ νικημένη ἀπὸ τὴν λαιμαργία ἔφαγε τὸ πιάτο ποὺ εἶχε κρατήσει. Κατὰ τὸ βραδάκι πέρασε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι της ὁ Ἅγιος καὶ ἀφοῦ ἡ νοικοκυρὰ τὸν κάλεσε μέσα, τῆς λέει ἀμέσως:
-Κάκεψε τώρα ὁ κόσμος! Ἐκεῖ ποὺ μαγειρεύουμε, βγάζουμε καὶ ἕνα πιάτο στὴν ἄκρη μήπως διαβεῖ κανένας φτωχὸς νὰ τὸ φάει. Ὕστερα ὅμως μᾶς πεινάει καὶ γυρίζουμε καὶ τὸ τρῶμε!
-Ὤ παππούλη μου! Ἐγὼ τὸ ἔκαμα αὐτὸ σήμερα· ἔφαγα τὸ φαγητὸ ποὺ εἶχα φυλάξει.
-Μὴ πικραίνεσαι παιδί μου. Ὅμως ἔτσι πρέπει νὰ κάνουμε, νὰ σκεφτόμαστε ὅτι κάποιος φτωχός, μπορεὶ νὰ μᾶς χτυπήσει τὴν πόρτα.
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἡ Ἰθάκη ἦταν γεμάτη φτωχοὺς πρόσφυγες ἀπὸ τὶς ἀπέναντι ἠπειρωτικὲς καὶ πελοποννησιακὲς ἀκτές.
***
Ν) Ἡ Χαρίκλεια Δ. Βλησμᾶ (1849-1937), γνωστὴ ὡς Ράλλω, ὅταν ἦταν νέα πήγαινε κάθε ἀπόγευμα μαζὶ μὲ ἄλλες κοπέλες ἀπὸ τὸ Περαχώρι καὶ μάζευαν ξύλα καὶ χόρτα, τὰ ὁποῖα στὴ συνέχεια κατέβαιναν καὶ τὰ πουλοῦσαν στὸ Βαθύ, γιὰ νὰ ἐξοικονομήσουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Κάθε πρωί, συναντοῦσαν τὸν Παπουλάκη στὸ σημεῖο Πελέκι, νὰ ἀνεβαίνει πρὸς τὸ χωριό. Ἀπὸ σεβασμὸ οἱ κοπέλες, κατέβαζαν τὸ δεμάτι ἀπὸ τὸ κεφάλι, ἄφηναν τὰ χόρτα ἀπὸ τὸ χέρι καὶ ἔπαιρναν τὴν εὐχὴ τοῦ Ὁσίου.
Ἕνα πρωί, ξεκινώντας γιὰ τὸ Βαθύ, λέει ἡ Χαρίκλεια στὶς ὑπόλοιπες τῆς παρέας:
-Βρὲ κοπέλες, αὐτὸς ὁ καλόγερος μᾶς ἔχει γίνει φόρτωμα. Κάθε πρωὶ νὰ κατεβάζουμε τὸ δεμάτι καὶ τὰ λάχανα καὶ νὰ τοῦ φιλοῦμε τὸ χέρι. Σήμερα ἐγὼ θὰ περάσω καὶ δὲν θὰ τοῦ δώσω σημασία καμιά.
Ὅταν ἔφθασαν μετὰ ἀπὸ ὥρα στὸ Πελέκι συνάντησαν γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν Παπουλάκη. Γυρίζει ἀμέσως ὁ Ἅγιος καὶ λέει στὴν Χαρίκλεια:
-Ὥστε λοιπόν, ἔτσι! Ἡ Χαρίκλεια δὲν φιλεῖ σήμερα τὸ χέρι τοῦ καλόγερου, γιατὶ τῆς γίνηκε φόρτωμα!
Ὅλες οἱ κοπέλες ἔμεινα ἔμβρόντητες! Ἔκανα τὸν σταυρό τους καὶ ἔτρεξαν ἀμέσως νὰ ἀσπαστοῦν τὸ χέρι τοῦ Ὁσίου.
***
Να) Κάποια μητέρα ἀπὸ τὴν Πρέβεζα εἶχε ἕνα παιδὶ νευρικό, τὸ ὁποῖο ἐμπιστεύτηκε γιὰ ἕνα μικρὸ χρονικὸ διάστημα στὰ χέρια τοῦ Παπουλάκη. Τὸ παιδὶ αὐτὸ εἶχε πάει μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο στὸν ὁρμίσκο τῆς πόλης, ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ χωριὸ Σταυρός. Ξαφνικά, φάνηκε νὰ ἔρχεται κοντά τους ἀπὸ τὸ μέρος τῆς θάλασσας ἕνας ἡλικιωμένος σεβάσμιος μοναχός, ἴσως ὁ Ἅγιος Γεράσιμος, ἀφοῦ ἀπέναντι εἶναι ἡ Κεφαλληνία, ὅπου πολιούχος της εἶναι.
Κάθισε δίπλα στὸν Ὅσιο Παπουλάκη, συζήτησαν γιὰ πολλὰ θέματα καὶ ἀνάμεσα στὰ ἄλλα ἀνέφεραν ὅτι θὰ γεννήσει μιὰ ἄτεκνη γυναίκα στὴν Λεύκη, ἕνα κοριτσάκι ποὺ θὰ τὸ ὀνομάσουν Θεοπίστη.
Πράγματι, ζοῦσε τότε στὴν Λεύκη κάποια γυναίκα, ἡ ὁποία ἐξαιτίας τῆς ἀτεκνίας της, περνοῦσε τὰ πάνδεινα ἀπὸ τὸν σύζυγο καὶ τὴν πεθερά της. Ὅμως ἔπειτα ἀπὸ λίγο ἀπέκτησε κοριτσάκι ποὺ τὸ ὀνόμασε Θεοπίστη.
Ἡλικιωμένοι κάτοικοι τοῦ χωριοῦ, τὴν θυμοῦνται γερόντισσα.
***
Νβ) Ἡ Γεωργία Σπ. Κουβαρᾶ-Μπαλῆ στὸ Σταυρό, ἦταν ἕξι χρόνια παντρεμένη καὶ δὲν ἔκανε παιδιά. Κάποτε, περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι της ὁ Παπουλάκης.
-Γιατί κλαῖς Γιωργούλα; τὴν ρώτησε.
-Τόσα χρόνια πέρασαν καὶ δὲν ἔχω κάνει παιδιά, παππούλη μου· τοῦ εἶπε.
-Θὰ κάμεις Γιωργούλα μου, θὰ κάμεις, τῆς εἶπε. Μόνο ποὺ πρέπει νὰ ἀνοίξεις (λειτουργήσεις) τρία ἐκκλησάκια· τὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο στὸ Χάνι, τὸν Ἅγιο Ἰωάννη στὰ Σπαθαρᾶτα καὶ τὴν Ζωοδόχο Πηγὴ στὰ Στελλατᾶτα.
Ὄντως, μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴ προσταγὴ τοῦ Ὁσίου ἡ πρώην ἄτεκνη γέννησε τρία παιδιά· δύο ἀγόρια καὶ ἕνα κορίτσι.
***
Νγ) Ὅταν ὁ Ἅγιος παππούλης ἀσκήτευε στὸ δάσος τοῦ Ἀφεντικοῦ λόγγου, ζοῦσε στὸ Περαχώρι μιὰ οἰκογένεια ποὺ γιὰ κάποιοι ἀνεξήγητο λόγο ἔχανε τὰ παιδιά της. Ἕνα-ἕνα παιδὶ ποὺ μεγάλωνε λίγο, πέθαινε ἀπὸ κάποια ξανφικὴ ἀρρώστια.
Ἀπελπισμένη ἡ δύστυχη μάνα πῆγε στὸ δάσος νὰ συμβουλευτεῖ τὸν Ἅγιο Παπουλάκη. Ἀφοῦ τὴν ἄκουσε προσεχτικά, τῆς ἔδωσε κουράγιο καὶ τῆς εἶπε: Ὅταν θὰ βαφτίσεις τὸ ἑπόμενο παιδὶ ποὺ θὰ κάμεις, νὰ βάλετε ἕνα μικρὸ παιδάκι γιὰ νουνό, νὰ μὴν ἔχει ἁμαρτίες. Ἔτσι δὲν θὰ ξαναχάσεις ἄλλο παιδί.
Ἡ μητέρα ὅπως τὴν συμβούλεψε ὁ Ὅσιος ἔπραξε καὶ ἔκτοτε δὲν ξανάχασε ἄλλο παιδί.
Τὸ παραπάνω θαυμαστὸ γεγονός, ὑπογραμμίζει τὴν τεράστια εὐθύνη ποὺ ἔχουν οἱ ἀνάδοχοι πρὸς τὰ πνευματικά τους παιδιά. Δυστυχῶς σήμερα πολλοὶ ἀγνοοῦν τὴν ἱερὴ αὐτὴ ὑποχρέωση, περιοριζόμενοι μόνο στὰ ὑλικὰ δῶρα καὶ ὄχι στὴν ἐν Χριστῷ κατήχηση καὶ βιωματικὴ διδασκαλία ποὺ ἐνδεχομένως καὶ οἱ ἴδιοι νὰ ἀγνοοῦν.
***
Νδ) Στὸν Παναγῆ Καραντζῆ-Κοσμέτο, κάτοικο τοῦ χωριοῦ Κιόνι ἔλεγε μὲ θλίψη ὁ Ἅγιος:
-Δὲν πρόκειται νὰ φᾶς ψωμὶ ἀπὸ τὰ παιδιά σου Παναῆ. Οὔτε ἀπὸ τὸν Γεράσιμο, οὔτε ἀπὸ τὸν Γιάννη. Μόνο ἀπὸ τὸν Στάθη.
Ἔτσι καὶ ἔγινε. Οἱ δύο πρῶτοι ὅταν μεγάλωσαν ξενιτεύτηκαν στὴν Αὐστραλία καὶ στὴ Ρουμανία. Δὲν ξαναγύρισαν στὴν Ἰθάκη.
***
Νε) Ἡ μικρὴ Χαρίκλεια Βλησμᾶ πῆγε κάποτε νὰ ποτίσει τὶς γίδες τοῦ πατέρα της στὶς στέρνες τῆς τοποθεσίας Ἁγιὰ τοῦ Περαχωρίου, κοντὰ στὸ μοναστηράκι τῶν Ταξιαρχῶν. Οἱ στέρνες αὐτὲς δὲν εἶχαν βέρα, δηλαδὴ κυλινδρικὸ περιτείχισμα, σώζονται δὲ μέχρι σήμερα.
Καθῶς πότιζε τὰ ζῶα, ἔπεσε ξαφνικὰ μιὰ μικρὴ γίδα μέσα στὴν στέρνα. Κατὰ θεία συγκυρία περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Παπουλάκης, ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ φαράγγι τῆς Γούβας. Στὴν πλάτη του εἶχε ἕνα σακκούλι τράγινο γεμᾶτο πέτρες.
-Χαρίκλειά μου, τί ἔχεις καὶ κλαῖς; τὴν ρώτησε.
-Μου ἔπεσε Παπουλάκη μου ἡ γίδα στὴ στέρνα καὶ θὰ μὲ σκοτώσει ὁ πατέρας μου.
-Μὴν κάθεσαι παιδάκι μου, τῆς εἶπε. Τρέξε γρήγορα στο μοναστήρι ποὺ εἶναι κόσμος καὶ θερίζει καὶ φώναξε νὰ ἔρθει κάποιος νὰ τὸν δέσουμε, νὰ κατεβεῖ στὴν στέρνα γιὰ νὰ βγάλουμε τὸ ζῶο.
Θρηνώντας, ξεκίνησε ἡ μικρὴ Χαρίκλεια γιὰ νὰ φύγει.
-Μὴν κλαῖς Χαρίκλειά μου καὶ θὰ ἔβγει ἡ γίδα σου· τὴν παρηγόρησε ὁ Ἅγιος.
Ὅπως ἐσκουλάρησε (ἀπομακρύνθηκε λίγο) τὸ κορίτσι, ἄκουσε τὸν ἅγιο γέροντα νὰ τῆς φωνάζει:
-Χαρίκλεια, Χαρίκλεια, ἔλα πίσω καὶ ἡ γίδα σου ἐβγῆκε!
Ἐπιστρέφοντας πίσω ἡ μικρὴ Χαρίκλεια ἀντίκρυσε σαστισμένη τὴν μικρὴ γίδα ἔξω ἀπὸ τὴν στέρνα νὰ τινάζεται ἀπὸ τὰ νερά!
-Μὰ πῶς ἔγινε αὐτὸ παππούλη μου;
-Μὴ σοῦ φαίνεται παράξενο παιδάκι μου. Μὲ τὴν δύναμη καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὅλα γίνονται, ἀποκρίθηκε ἥρεμα ὁ Ὅσιος.
Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονός, ἔκαμε ἐξαιρετικὴ ἐντύπωση στὴν μικρὴ Χαρίκλεια. Ὡς τὸ θάνατό της τὸ διηγόταν στοὺς ἄλλους μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἅφησε δὲ ἐντολὴ στὰ παιδιὰ καὶ στὰ ἐγγόνια της νὰ μὴν βγάλουν ποτὲ τὴν εἰκονα τοῦ Ἁγίου Ἰωακεὶμ ἀπὸ τὰ εἰκονίσματα τοῦ σπιτιοῦ της.
***
Νστ) Μιὰ γυναίκα στὸ Κιόνι μαγείρευε κρέας τὴν Παρασκευή. Ὁ Ἅγιος περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὸ σπιτικό της καὶ τὴν ρώτησε τὶ μαγειρεύει. Αὐτὴ ἀπάντησε... χόρτα!
Ἀργότερα, ὅπως διαπίστωσε μὲ φόβο καὶ ντροπή, ὅτι τὸ κρέας ποὺ ἔβραζε εἶχε γεμίσει μικροσκοπικὰ σκουλήκια ποὺ ἐπέπλεαν στὸ βραστὸ νερό.
***
Νζ) Ὁ Σπύρος Συρμῆς μὲ τὴ σύζυγό του φιλοξενοῦσαν πολλὲς φορὲς στὸ σπίτι τους τὸ σεβάσμιο ἁγιορείτη καλόγερο. Τὸ σπίτι αὐτὸ σώζεται μέχρι σήμερα σὲ καλὴ κατάσταση. Στὴν αὐλή του ὑπάρχει μυρσίνη τὴν ὁποία φύτεψε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια ὀ Ἅγιος.
Κάποτε ὁ Παπουλάκης εἶχε δώσει στη νοικοκυρὰ τοῦ σπιτιοῦ δύο λαμπάδες νὰ τὶς φυλάξει στὴν κασέλα. Ἔπειτα ἀπὸ ἀρκετὲς μέρες πῆγε καὶ τὶς ζήτησε. Ἀνοίγοντας τὴν κασέλα ἡ γυναίκα, ἔντρομη διαπίστωσε πὼς εἶχαν ἐξαφανιστεί.
Ἔπειτα ἀπὸ λίγη ὥρα, ἀφοῦ προσευχήθηκε, ἄνοιξαν ξανὰ τὴν κασέλα, ὅπου μέσα ὑπῆρχαν κατὰ παράδοξο τρόπο οἱ δύο λαμπάδες!
Ἡ νοικοκυρά, ἀπὸ τὴν μεγάλη της ταραχή, τράβαγε τὰ μαλλιά της.
-Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, τί ἦταν τοῦτο τὸ πρᾶγμα ποὺ εἶδαν τὰ μάτια μου σήμερα;
-Μὴ φοβᾶσαι Σπύραινά μου, δουλειὰ τοῦ διαβόλου ἦταν. Πάει τώρα, πέρασε.
***
Νη) Ἄλλη φορά, ἡ Σπύραινα ξεκίνησε τὸ πρωί, γιὰ τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνα στὶς πηγές. Κοντὰ στὶς τοποθεσία Κάστρο συνάντησε δύο ἄγνωστους ἄνδρες, ντυμένους σὰν ἀξιωματικούς. Τοὺς καλημέρισε, ὅμως αὐτοὶ δὲν τῆς ἀπάντησαν. Παραξενεύτηκε ἡ γυναίκα ἀλλὰ συνέχισε τὸ δρόμο της δίχως νὰ πεῖ τίποτε ἄλλο.
Τὸ μεσημέρι ἐπέστρεψε σπίτι της, ὅπου δέχτηκε τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἁγίου παππούλη. Ξαφνικά, καὶ δίχως ἐκείνη νὰ ἀναφέρει κάτι, τῆς λέει:
-Ποιούς συνάντησες Σπύραινά μου, πηγαίνοντας στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα;
-Δύο ἀξιωματικοὺς καλόγερέ μου, ἀλλὰ δὲν μοῦ μιλήσανε, ἀπάντησε ἔκπληκτη.
-Ἄχ Σπύραινά μου! Ἦταν οἱ Ἀρχάγγελοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, ποὺ τὸ ἐκκλησάκι τους εἶναι λίγο παραπάνω.
-Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, εἶμαι ἀνάξια νὰ βλέπω τέτοια πράγματα.
-Εἶσαι ἁγνὴ καὶ καθαρὴ παιδί μου, γιὰ αὐτὸ καί στάθηκες ἄξια νὰ τοῦς δεῖς, ἀπάντησε ὁ Ὅσιος.
***


Νθ) Στὸ χωριὸ Ἀνωγή, ζοῦσε ὁ Ἀνδρέας Τουρλῆς μὲ τὴν γυναῖκά του. Συχνά, τοὺς ἐπισκεπτόταν ὁ Παπουλάκης μὲ σκοπὸ νὰ νουθετεῖ τὸν Ἀνδρέα ποὺ ἦταν πολὺ νευρικός, καὶ ἰδιότροπος. Κάποια νύχτα ἀνησυχοῦσε ἡ σύζυγος γιὰ τὸν Ἀνδρέα, διότι εἶχε πάει στὸν Σταυρό, καὶ ἀργοῦσε. Πέρασε τότε ἀπὸ τὸ σπίτι της ὁ Ἅγιος καὶ κάθισε μαζί της κοντὰ στὸ τζάκι.
-Μὴ στενοχωριέσαι Ἀντριόσα καὶ θὰ γυρίσει ὀ ἄντρας σου. Κάτι συνάντησε στὸ δρόμο του καὶ φοβήθηκε. Δὲν θὰ πάθει τίποτε, θὰ ἔρθει.
Μετὰ ἀπὸ λίγο γύρισε ὁ Ἀνδρέας κάτωχρος καὶ ταραγμένος. Ὅπως διηγήθηκε, παρουσιαζόταν μπροστά του ἕνα ἀσκούπι (δερμάτινο ἀσκί) ἀπὸ φωτιά, καὶ τὸν ἐμπόδιζε στὸ δρόμο του.
-Ἀνδρέα μου, τοῦ εἶπε ἡ γυναίκα του, ὅ Ἅγιος παππούλης μοῦ εἶπε ὅτι ἔχεις ἐπάνω σου, ἀπὸ τὴν κορφὴ τοῦ κεφαλιοῦ σου μέχρι τὰ νύχια τῶν ποδαριῶν σου, μιὰ λουρίδα κακοῦ, καὶ αὐτὴ πασχίζει νὰ σοῦ βγάλει. Μόνο Ἀνδρέα μου, νὰ σταματήσεις νὰ εἶσαι βλάσφημος καὶ νευρικός, γιὰ νὰ φύγει αὐτὸ τὸ κακό, πάνωθέ σου.
Αὐτὰ τοῦ ἔλεγε ἡ γυναίκα του, καὶ ἀπὸ τότε ὁ Ἀνδρέας ἄλλαξε ζωή, καὶ ἄκουγε μὲ σεβασμό, τὶς συμβουλὲς τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ.
***
Ξ) Μιὰ γυναίκα στὸ χωριὸ Ἀνωγή, εἶχε κάνει ἄσχημη γέννα καὶ κειτόταν ἐξασθενημένη λεχώνα στὸ κρεβάτι. Ὁ Ὅσιος Παπουλάκης θέλησε νὰ τὴν ἐπισκεφτεῖ. Πέρασε πρῶτα ἀπὸ κάποιο ἄλλο σπίτι τοῦ χωριοῦ καὶ ζήτησε λίγο κρασί, νὰ τὸ πάει στὴν λεχώνα.
Δὲν ἔχω παππούλη μου, ἀπάντησε ἡ νοικοκυρά. Ὁ Ἅγιος ξεκίνησε νὰ φύγει. Τὴν στιγμὴ ποὺ διάβαινε τὸ κατώφλι τῆς αὐλῆς -ὦ τοῦ θαύματος- ἀκούστηκε ἀπὸ τὸ κατώι τοῦ σπιτιοῦ ἕνας δυνατὸς κρότος ἀπὸ τὸ βαρέλι ποὺ ἔσπασε! Ἀμέσως τὸ κρασὶ ἄρχισε νὰ χύνεται κάτω ἀπὸ τὴν πόρτα.
-Παππούλη, παππούλη μου, πάει τὸ κρασί μου!
-Μὴ φωνάζεις κυρά μου, μὴν ταράζεσαι. Οὔτε εἶχες, οὔτε καὶ ἔχεις, ἀπάντησε ὁ Ὅσιος.
***
Ξα) Στὸ χωριὸ Κιόνι ὁ Ἅγιος πήγαινε τακτικὰ στὸ σπιτάκι μιᾶς φτωχῆς γερόντισσας, γνωστῆς μὲ τὸ ὄνομα Γαρούφω. Κάποτε ὅμως, μιὰ κακοπροαίρετη γειτόνισσα τοὺς συκοφάντησε. Ἡ γριούλα πικράθηκε πολύ, ὅμως ἀπὸ ντροπὴ δὲν εἶπε τίποτε.
Αὐτὸς τὸ κατάλαβε καὶ τῆς λέει:
-Μὴ στενοχωριέσαι γριὰ Γαρούφω. Ἡ Μητσαλοῦ ποὺ μᾶς συκοφάντησε θὰ βγάλει τὸ καρμπόνι (ψευδάνθρακα) μέσα στὴ μύτη καὶ θὰ βρομέψει. Στὴν κηδεία της δὲν θὰ τὴν ἀσπαστεῖ κανένας.
Ὅλα ἐπαληθεύτηκαν κατὰ τὴν πρόρρηση τοῦ Ἁγίου.
***
Ξβ) Ὁ Γεράσιμος Ράζος ἐπέστρεφε ἀπὸ τὰ κτήματά του, ὅταν κοντὰ στὴν παραλία Δεξά, συνάντησε τὸν Παπουλάκη καὶ βάδιζαν μαζὶ πρὸς τὸ Βαθύ. Ὁ Γεράσιμος προχωροῦσε μπροστὰ μὲ τὰ δύο γαϊδούρια του φορτωμένα ξύλα καὶ ὁ Παπουλάκης ἀκολουθοῦσε ἀπὸ πίσω. Τοῦ ζήτησε ἕνα τάληρο, ὀ Γεράσιμος ὅμως ἀπάντησε ἀρνητικά.
Φτάνοντας στὸ Βαθύ, ὁ Ράζος πῆγε στὸ σπίτι του καὶ ὁ Παπουλάκης ἀκριβῶς ἀπὸ κάτω, στὸ σπίτι τῆς Μαριγῶς τοῦ Ἀλιβίζη.
Ὅταν μπῆκε ὁ Γεράσιμος νὰ ἀφήσει τὰ σακούλια του μέσα, ἔφυγαν οἱ γάιδαροι φορτωμένοι ὅπως ἦταν, πήγανε μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ ἔμενε ὁ Ἅγιος, πάνω στὴν μάντρα (λιθιά) καὶ πέσανε ἀπὸ κάτω!
-Γεράσιμε, Γεράσιμε, κοίτα! φώναξε ὁ Παπουλάκης. Οἱ γάιδαροί σου ἦρθαν καὶ πέσαν ἀπὸ ἐδῶ, γιατὶ στὸ Κάστρο σοῦ ζήτησα ἕνα τάληρο. Εἶχες δύο στὸ ζωνάρι σου Γεράσιμε καὶ δὲν μοῦ ἔδωσες.
***
Ξγ) Στὸ οἰκισμὸ Λαχός, κατοικοῦσε ὁ ξάδελφος τοῦ Ὁσίου Νικολῆς Πατρίκιος μὲ τὴν σύζυγό του Ζαχαρένια. Πολλὲς φορὲς φιλοξενοῦσαν τὸν γέροντα, ἰδίως τὶς κρύες χειμωνιάτικες νύχτες. Ἀναπαυόταν στὸ μαγεριὸ τοῦ σπιτιοῦ, πάνω σὲ μιὰ κασέλα
Κάποια νύχτα, πολὺ ἀργά, ξύπνησε ὁ Νικολῆς καὶ πηγαίνοντας στὸ μαγεριό, ἀνακάλυψε πρὸς ὁ Παπουλάκης δὲν βρισκόταν ἐκεῖ. Βγῆκε τότε ἔξω στὴν αὐλὴ ὅπου ἀντίκρυσε ἔκθαμβος ἕνα ἐξαίσιο και πρωτόφαντο θέαμα: ὁ Ἅγιος προσευχόταν μέσα σὲ ἕνα δυνατὸ φῶς, χωρὶς νὰ πατοῦν τὰ πόδια του στὴ γῆ. Ὁ Νικολῆς ὀπισθοχώρισε κατάπληκτος κάνοντας συνεχῶς τὸν σταυρό του. Ἀργότερα, τὸν καθησύχασε λέγοντας: Δὲν ἔπρεπε νὰ φοβηθεῖς Νικολῆ, τὴν προσευχή μου ἔκανα.
Ἀκόμη, τοῦ σύστησε νὰ μὴν ἀναφέρει σὲ κανέναν τὸ γεγονός.
***
Ξδ) Ἄλλη φορά, πηγαίνοντας ὁ Νικολῆς πρὶν ξημερώσει τὸ ταχυδρομεῖο στὸ Βαθύ, συναντοῦσε τὸν Παπουλάκη καὶ βάδιζαν μαζί. Ὑπῆρξαν περιπτώσεις ποὺ ὁ Ἅγιος προπορευόταν βιτσίζοντας σταυροειδῶς μὲ μία βέργα τὸν ἀέρα, σὰν κάτι νὰ ἔδιωχνε.
Στὶς ἀπορίες τοῦ ξαδέλφου τοῦ ἀπαντοῦσε: Μὴ φοβᾶσαι Νικολή, σοῦ καθαρίζω τὸν δρόμο νὰ περάσεις.
***
Ξε) Ὁ δεκάχρονος Δημήτρης Παξινός-Πάρος ἔβγαλε σὲ ὅλο του τὸ σῶμα ὀζόδες ἐρύθρημα. Παντοῦ γέμισε κόκκινες καὶ κίτρινες φόλες, δηλαδὴ φουσκάλες. Πονοῦσε πολύ, καὶ ἡ κατάστασή του ἦταν ἀνησυχητική. Ὁ γιατρὸς στὸ χωριὸ Σταυρός, δὲν κατάφερε νὰ προσφέρει κάποια σημαντικὴ βοήθεια.
Ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ Ἰωάννης, ἔχοντας μεγάλη εὐλάβεια πρὸς τὸν Παπουλάκη, ξεκίνησε μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸ χωριό του γιὰ τὸ Περαχώρι, ὅπου βρισκόταν ὁ Ὅσιος. Τὴν συγκεκριμένη ὅμως μέρα ὁ Παπουλάκης βρισκόταν στὸ μοναστήρι τῶν Καθαρῶν. Μὲ τὸ διορατικό του χάρισμα κατάλαβε πὼς τὸν ἀναζητεῖ ὁ πονεμένος πατέρας καὶ εἶπε στὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς: Θὰ ἔρθει ὁ Γιάννης ὁ Πάρος ἀπὸ τὸ Σταυρό, καὶ θὰ μὲ γυρέψει γιὰ τὸ παιδί του. Πές του ὅτι ἐγὼ πάω νὰ τὸ σταυρώσω καὶ νὰ μὴν ἀνησυχεῖ γιατὶ θὰ γίνει καλά.
Ἔτσι καὶ ἔγινε· ὁ Ἅγιος πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Παξινοῦ, σταύρωσε τὸ ἄρρωστο παιδὶ μὲ τὸ κομποσχοίνι του καὶ ὥσπου νὰ ἐπιστρέψει ὁ πατέρας, εἶχε γίνει ἐντελῶς καλά.
***
Ξστ) Ἡ Σταμούλα Πατέρη ἀπὸ τὸ Περαχώρι, κατηφόριζε δρομαία κάποιο βράδυ τὸ μονοπάτι ποὺ συνέδεε τὸ χωριό της μὲ τὸ Βαθύ. Στὴν ἀγκαλιά της κρατοῦσε τυλιγμένο σὲ κουβέρτα τὸ ἄρρωστο παιδί της, πηγαίνοντάς το στὸ γιατρό.
Στὴν θέση Πελέκι συνάντησε τὸν Ὅσιο Γέροντα Ἰωακείμ.
-Ποῦ πᾶς Σταμούλα τέτοια ὥρα;
-Πάω παππούλη τὸ παιδί μου στὸ γιατρό. Εἶναι πολὺ ἄρρωστο.
-Πᾶμε πίσω κόρη μου. Τὸ παιδί σου δὲν χρειάζεται πλέον γιατρό.
Ξετυλίγοντας τὴ κουβέρτα ἡ πονεμένη μάνα, εἶδε ὅτι τὸ παιδί της εἶχε ξεψυχήσει.
***
Ξζ) Κάποιες κοπέλες ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀνωγή, εἶχαν κατέβει στὴν παραλία Χαλκιᾶς γιὰ νὰ πλύνουν χαλιά. Ἐκεῖ ἕνας ψαρὰς ἀπὸ τὸ Κιόνι, τοὺς ἔδωσε ἕνα χταπόδι νὰ τὸ δώσουν στὸν Παπουλάκη που βρισκόταν τότε στὸ χωριό τους. Αὐτὲς ἐπιστρέφοντας στὴν Ἀνωγή, ἔφαγαν τὸν ὀλό (αὐλό), ποὺ ὑπάρχει στὸ ἐσωτερικὸ μέρος τῆς κουκούλας τοῦ χταποδιοῦ.
Ὅταν ἔδιναν τὸ χταπόδι στὸ Παπουλάκη, αὐτὸς τοὺς εἶπε:
-Ἄ! Καταργάρες, τὸ χταπόδι τὸ φέρατε, ἀλλὰ τὸν όλὸ το ἐπήρατε!
***
Ξη) Ὁ βοσκὸς Ἀνδρέας Παΐζης καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀνωγή, καὶ ἔβοσκε τὰ γίδια του στὴ θέση Μούρσι, μεταξὺ τῶν οἰκισμῶν Σταυροῦ καὶ Λεύκης. Κάποια μέρα συναντήθηκε μὲ τὸν Παπουλάκη, ὁ ὁποῖος πήγαινε μὲ τὸ μπαστουνάκι του στὸ Βαθύ.
Βλέποντας τὸν Ἀνδρέα στὸν δρόμο νὰ κλαίει καὶ νὰ ὀδύρεται, τὸν ρώτησε:
-Τί σοῦ συμβαίνει Ἀνδρέα καὶ εἶσαι στενοχωρημένος;
-Παππούλη μου, τὰ γίδια μου εἶναι πεσμένα κάτω καὶ δὲν τρῶνε, εἶναι ἄρρωστα.
Ἅγιος κοίταξε τὰ ἄρρωστα ζῶα καὶ τὸν ρώτησε:
-Μήπως ὑπᾶρχει ἐδῶ κοντὰ καμιὰ λίμπα (γούρνα) γιὰ νὰ μοῦ φέρεις νερό.
Ὁ Ἀνδρέας ἀπάντησε θετικά, καὶ ἔφερε λίγο καθαρὸ νερὸ στὸν Ὅσιο. Αὐτὸς στὴ συνέχεια, βγάζοντας ἕνα γυάλινο μπουκαλάκι μὲ ἁγιασμό, τὸ συμπλήρωσε μὲ τὸ νερό καὶ ἀφοῦ τὸ σταύρωσε τρεῖς φορὲς μὲ τὸ ἅγιό του χέρι τὸ ἔδωσε στὸ βοσκό.
-Ράντισε μὲ αὐτὸ τὸ νερὸ τὰ ζῶά σου καὶ θὰ γίνουν καλά.
Ὁ Ἀνδρέας ἔκανε ἀμέσως ὅτι τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος. Μόλις ράντισε τὰ ζῶά του, ἀμέσως αὐτὰ σηκώθηκαν καὶ ἄρχισαν νὰ βόσκουν!
Τὸ μπουκαλάκι τοῦ Παπουλάκη μὲ τὸ ἁγίασμα φυλάχθηκε μὲ περισσὴ εὐλάβεια στὸ εἰκονοστάσι τῆς οἰκογένειας τοῦ ταπεινοῦ βοσκοῦ, ὡς πολύτιμο κειμήλιο τῆς ἁγιοσύνης τοῦ Παπουλάκη. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι διατηρήθηκε κατακάθαρο πάνω ἀπὸ 150 χρόνια. Ὁ γιὸς τοῦ βοσκοῦ Παναγιώτης Παΐζης διατηροῦσε τὴν ποσότητα τοῦ ἁγιάσματος (νερὸ τῆς βροχῆς), φροντίζοντας σχολαστικὰ νὰ μὴν ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ τὸ νερὸ μὲ τὰ χέρια του ἤ μὲ κάτι ἄλλο. Τὸ νερό, ἔπρεπε νὰ μπεῖ καθάριο στὸ μπουκάλι, κατευθεῖαν ἀπὸ τὸν οὐρανό.
Τὸ μπουκαλάκι αὐτὸ σώζεται μέχρι σήμερα στὸ σπίτι τοῦ κ. Γεωργίου Π. Παΐζη, ἀπογόνου τοῦ Ἀνδρέα.
***
Ξθ) Ὁ Νικόλαος Δενδρινός (Καραμπούλης), ἀπὸ τὴν ἐνορία τῆς Βλαχεραίνας στὸ Βαθύ, τὸ ἔτος 1865, σὲ ἡλικία ἐννέα περίπου χρονῶν, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸν Ὅσιο Ἰωακεὶμ νὰ μὴν πατᾶ στὴν γῆ! Πολλὲς φορές, ἐξιστοροῦσε τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς τῆς παιδικῆς του ἡλικίας στὴν μητέρα του καὶ στοὺς γνωστούς του. Τὸ γεγονὸς αὐτό, τόσο τὸ σημάδεψε, ὥστε σὲ ὅλη του τὴ ζωή, ὑπῆρξε ὑπόδειγμα καλοῦ καὶ εὐλαβεστάτου χριστιανοῦ.
***
Ο) Περὶ τὸ ἔτος 1847, ὁ Ἀναστάσης Φλόκας –προπάππος τοῦ σημερινοῦ ἱερέα Σπυρίδωνος Φλόκα- ἐργαζόταν ὡς μυλωνᾶς στοὺς μύλους τῆς Βίγλας, ὀρεινῆς τοποθεσίας μεταξὺ τῶν χωριῶν Σταυρός-Κιόνι.
Κάποιο ἀπόγευμα, ὁ Ἀναστάσης ἦταν πολὺ στενοχωρημένος διότι εἶχαν περάσει πολλὲς μέρες χωρὶς νὰ δουλέψει ὁ μύλος, λόγῳ τῆς παντελοῦς ἄπνοιας ποὺ ἐπικρατοῦσε.
Τὸ συγκεκριμένο ἀπόγευμα, δέχθηκε τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Παπουλάκη, ὁ ὁποῖος ἐρχόμενος ἀπὸ τὴν Ἀνωγή, κατευθυνόταν πρὸς τὸ χωριὸ Κιόνι.
Ὁ Γέροντας, ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀναστάση νὰ τοῦ δώσει λίγο ἀλεύρι γιὰ κάποια ἄπορη οἰκογένεια προσφύγων ποὺ ζοῦσε στὸ Κιόνι.
Ὁ Ἀναστάσης ἔφερε ἀντιρρήσεις ἐπειδὴ ὁ μύλος δὲν ἦταν δική του ἰδιοκτησία, ἀλλὰ δούλευε ὡς ἐργάτης σὲ αὐτόν. Συγχρόνως εἶπε ὅτι ἀδυνατοῦσε νὰ τοῦ δώσει ἀπὸ τὸ ξάϊ* τοῦ μύλου.
Ὁ Γέροντας τότε τοῦ εἶπε: Ἀναστάση μου, μὴν στενοχωριέσαι. Ὁ μύλος δὲν κουτσαίνει ἀπὸ δύο φουχτιὲς ἀλεύρι. Ὁ Θεὸς θὰ τὰ οἰκονομήσει καὶ θὰ στὸ ξεπληρώσει. Καὶ νὰ ξέρεις ὅτι θὰ φυσήξει ἀέρας καὶ μόλις φτάσω στὸ Κιόνι, θὰ τὰ ἔχεις ἀλέσει ὅλα!
Καὶ πράγματι· μὲ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Ὁσίου Ἰωακεὶμ γιὰ τὸ Κιόνι ἄρχισε νὰ φυσᾶ δυνατὸς ἄνεμος.
Τὰ πανιὰ τοῦ μύλου ἄρχιζαν νὰ γυρίζουν καὶ μέσα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἡ μυλόπετρα εἶχε ἀλέσει ὅλον τὸν καρπό, πρὸς μεγάλη ἔκπληξη καὶ συγκίνηση τοῦ Ἀναστάση.
Φτάνοντας ὁ Ἅγιος στὸ Κιόνι, παρέδωσε τὸ ἀλεύρι σὲ φτωχὴ οἰκογένεια προσφύγων ὀνόματι Λάτση, ἡ ὁποία ὑπέφερε ἔχοντας πέντε παιδιὰ νηστικά, καὶ δύο γέρους κατάκοιτους.
*ξάϊ (ξάγι): ἡ σὲ εἶδος ὁρισμένη ἀμοιβὴ τοῦ μυλωθροῦ.
***
Οα) Ὁ τσαγκάρης Ἄγγελος Τροῦπος-Μπουρῆς εἶχε ἕνα κότσυφα κλεισμένο σὲ μεγάλο κλουβί, ἔξω ἀπὸ τὸ κατάστημά του στὸ Βαθύ. Ὁ Ἅγιος Γέροντας περνοῦσε τακτικὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ συνιστοῦσε στὸν Ἄγγελο νὰ ἀφήσει τὸ πουλὶ ἐλεύθερο.
Ὁ Ἄγγελος στὴν ἀρχὴ ἀρνιόταν λέγοντας:
-Κρίμα δὲν εἶναι Παπουλάκη μου νὰ τὸ ἀμολήσω ἔπειτα ἀπὸ τόσο κόπο ποὺ ἔκαμα γιὰ νὰ τὸ βρῶ;
Τότε ὁ Ὅσιος σταύρωσε μὲ τὸ χέρι του τὸν κότσυφα καὶ τοῦ εἶπε:
-Ἄφησέ το ἐλεύθερο καὶ νὰ εἶσαι σίγουρος πὼς δὲν θὰ τὸ χάσεις.
Καὶ πράγματι· ἐνῶ τὸ πουλὶ πετοῦσε ἐλεύθερο ὅλη τὴν ἡμέρα, τὰ ἀπογεύματα ἐπέστρεφε στὸ κλουβί του.
***
Οβ) Κάποτε ὁ Ἅγιος ἔφθασε κουρασμένος καὶ διψασμένος σὲ ἕνα πηγάδι τῆς τοποθεσίας Παλιόμυλοι, ἡ ὁποία βρίσκεται κοντὰ στὸν οἰκισμὸ Λαχός. Ξεκουράστηκε κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰ τῶν δένδρων, ἤπιε δροσερὸ νερό, καὶ εὐφράνθηκε. Τὸ εὐλόγησε καὶ εὐχήθηκε στὴν ἰδιοκτήτρια Ἀνδριάννα Βρεττοῦ τὸ νερό του νὰ εἶναι ἀστείρευτο και κατακάθαρο, ὅπως καὶ παραμένει. Καὶ ἄν κάποιες φορὲς ἀδειάζει, εὐχήθηκε μέχρι τὸ πρωὶ νὰ τὸ βρίσκει γεμάτο. Τὴν προειδοποίησε ὅμως ποτὲ νὰ μὴν ἐμπορευτεῖ γιὰ χρήματα τὸ καθαρὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ.
Κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ 1970 τὸ πηγάδι ἀνῆκε στὴν ἐγγονὴ τῆς Ἀνδριάννας Βρεττοῦ, Ἀφροδίτη, ἡ ὁποία διαμένει στὴν γειτονικὴ Λευκάδα. Ὅταν κάποιο καλοκαίρι ἦρθε στὴν Ἰθάκη, τῆς ζήτησε ἡ κ. Σοφία Γρίβα νὰ ἀγοράσει τὸ νερό. Αὐτὴ δέχθηκε. Ἀμέσως ὅμως εἶδαν ὅτι στὸ πηγάδι δὲν εἶχε μείνει στάλα νερό! Τότε θυμήθηκε μὲ πολλὴ συγκίνηση τὴν ἱερὰ παρακαταθήκη τῆς γιαγιᾶς τῆς καὶ ζήτησε συγγνώμη ἀπὸ τὸν Ἅγιο. Σὲ δύο μέρες τὸ πηγάδι ἦταν ξανὰ γεμάτο νερό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πῆρε ἡ κ. Σοφία δωρεάν.
***
Ογ) Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κερκύρας Εὐστάθιος Βουλισμάς, ὁ ἐξ Ἰθάκης (1819-1895), εἶχε στὴν Ἰθάκη ἕνα μεγάλο σπίτι, ἀδελφομοίρι μὲ τὸν ἀδελφό του. Τὸ ἀρχοντικὸ αὐτὸ βρισκόταν στὸ Βαθύ, στὸ λεγόμενο φλαρέϊκο χωράφι, τοποθεσία ποὺ μετὰ τοὺς σεισμοὺς τοῦ 1953 ὀνομάστηκε Ἐριχώ. Ὅλος ὁ κόσμος θαύμαζε τὸ ὑπέροχο αὐτὸ σπίτι. Μιὰ μέρα περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἅγιος Παπουλάκης. Κοίταξε θλιμμένα τὸ σπίτι καὶ εἶπε στὴν μητέρα τοῦ ἐπισκόπου Εὐσταθίου:
-Καλὰ εἶναι τὰ ὄμορφα σπίτια κυρα-Μαρινέτα, μὰ ὅταν τὰ ἀγγίζει ὁ χάρος, χάνουνε τὴν ὀμορφιά τους καὶ τότε σοῦ φαίνονται ὅλα μαῦρα. Ὅ,τι καὶ νὰ συμβεῖ κάνε ὑπομονή, καὶ ὁ Θεὸς νὰ σοῦ δώσει δύναμη καὶ κουράγιο. Ὅ,τι ὁρίσει ὁ Κύριος.
Τὰ παράξενα τοῦτα λόγια ἐπαληθεύτηκαν λίγο καιρὸ ἀργότερα, ὅταν πέθανε ξαφνικὰ ὁ μονάκριβος ἐγγονὸς τῆς κ. Μαρινέτας καὶ ἀνηψιὸς τοῦ ἀρχιερέως.
Συγκεκριμένα, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Εὐστάθιος ἦρθε στὴν Ἰθάκη, πῆγε στὸ λιμανάκι τοῦ Πίσω Ἀετοῦ νὰ τὸν παραλάβει ὁ 18χρονος ἀνηψιός του Ἀναστάσης γιὰ νὰ τὸν φέρει στὴν πρωτεύουσα Βαθύ. Μαζί του εἶχε δύο μουλάρια, ἕνα γιὰ τὸ θεῖό του καὶ τὸ ἄλλο γιὰ τὰ πράγματα.
Ἦταν καλοκαίρι, ἡ ζέστη ἀφόρητη καὶ ὁ Ἀναστάσης ἱδρωμένος ἤπιε κρύο νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι τοῦ Ἁϊ-Γιώργη που ὑπάρχει μέχρι σήμερα δίπλα ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ἐκκλησάκι. Αὐτὸ εἶχε ὡς τραγικὸ ἀποτέλεσμα νὰ πέσει στὸ κρεβάτι ἄρρωστος μὲ πολὺ ὑψηλὸ πυρετό, καὶ σὲ τέσσερις μόλις μέρες νὰ σβήσει. (Ὅταν ἔγινε τὸ δυσάρεστο αὐτὸ γεγονός, ὁ Εὐστάθιος Βουλισμὰς ἦταν καθηγητὴς στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία τῆς Κέρκυρας. Τὸ ἔτος 1884 ἐκλέχτηκε ἀρχιεπίσκοπος Κερκύρας).
Οδ) Ὅταν οἱ ἐργάτες ἔσκαβαν στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀετοῦ γιὰ πηγάδι, εἶχαν κουραστεῖ πολὺ γιατὶ παρ’ ὅλες τὶς προσπάθειές τους δὲν ἔβρισκαν νερό.
Περνούσε τότε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Παπουλάκης καὶ μὲ τὸ μπαστουνάκι του τοὺς ὑπέδειξε τὸ κατάλληλο μέρος. Ταυτόχρονα, τοὺς εἶπε: Ὅταν σκάψετε σὲ ἀρκετὸ βάθος, θὰ βρεῖτε μιὰ ὁριζόντια πλάκα. Ἀνασηκῶστέ την καὶ θὰ βρεῖτε τὸ νερὸ ποὺ ζητᾶτε.
Πράγματι, ἡ πρόρρηση τοῦ Ἁγίου ἐπαληθεύτηκε. Τὸ πηγάδι αὐτὸ ὑπάρχει μέχρι σήμερα στὸν Ἀετό, δίπλα ἀκριβῶς στὸν παραλιακὸ δρόμο. Τὸ νερό του εἶναι ἀστείρευτο καὶ γλυκύτατο.
***
Οε) Ἅγιος περνοῦσε τακτικὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Πάνου Κουτσουβέλη στὰ Μαντζαρᾶτα, συνοικία στὸ Βαθύ. Ἐκεῖ τὰ βράδια δειπνοῦσε μαζί τους ὅ,τι φτωχικὸ εἶχαν καὶ καθοδηγοῦσε τὴν οἰκογένεια στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Συνήθιζε δὲ πάντοτε νὰ κάθεται πάνω σὲ μιὰ μικρὴ κασέλα.
Κάποιο ἀπόγευμα, τὴν ὥρα ποὺ σιδέρωνε τὰ ροῦχα ἡ νοικοκυρὰ τοῦ σπιτιοῦ, χτύπησαν γιὰ τὸν ἑσπερινὸ οἱ καμπάνες τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας στὸ Γαρδελάκι. Τότε αὐτὴ εἶπε εἰρωνικά: Γιά κοίταξε, ποὺ κρεμαστήκανε οἱ παπᾶδες ἀπὸ τὶς καμπάνες γιὰ τὴ λειτουργία.
Ἔπειτα ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα ἦρθε στὸ σπίτι ὁ ἅγιος γέροντας Ἰωακείμ. Τί κάνεις Ἀντριάννα παιδί μου; ρώτησε τὴν νοικοκυρά. Τί νὰ κάνω γέροντά μου, σιδερώνω τὶς μπουγάδες, ἀπάντησε αὐτή.
Δὲν εἶδες Ἀντριάννα μου ποὺ κρεμαστήκανε ἀπόψε οἱ παπᾶδες ἀπὸ τὶς καμπάνες γιὰ τὴν λειτουργία; τῆς εἶπε ὁ Ἅγιος.
Ἡ Ἀντριάννα συγκλονισμένη σταυροκοπήθηκε καὶ ζήτησε ἀμέσως συγχώρηση ἀπὸ τὸν διορατικὸ γέροντα.
***

Θαύματα μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου.
Α) Ἡ Μαγδαληνὴ Φλόκα-Συκιώτη, κάτοικος Σταυροῦ, μᾶς ἀφηγεῖται:
Πρὶν ἀρκετὰ χρόνια ἤμουν πολὺ ἄρρωστη ἀπὸ δύσπνοια. Ὅπως ἤμουν στὸ κρεββάτι, εἶδα μεταξὺ ὕπνου καὶ ξύπνιου πῶς βρέθηκα μπροστὰ ἀπὸ τὸ μνημεῖο τοῦ Ἁγίου Παπουλάκη. Κατεβαίνοντας τὰ σκαλιὰ τοῦ μνημεῖου κατάλαβα κάποιον νὰ εἶναι πίσω μου. Γυρνώντας εἶδα τὸν Ἅγιο μὲ τὰ γκρίζα του ἄμφια καὶ στὸ κεφάλι τὸ κουμπουρσάκι του. Ὄθε πᾶς, θὰ σὲ ἀκολουθάω, μοῦ εἶπε μὲ καλοσύνη. Ταράχτηκα καὶ ξύπνησα. Τὰ εἶπα ὅλα στὴ μητέρα μου ποὺ καθόταν δίπλα μου. Εἶπα ἐπίσης ὅτι δὲν ἔχω νὰ τοῦ τάξω γιατὶ δὲν ἔχω τὴν δύναμη. Μόνο ὅσο ζῶ θὰ τοῦ φτιάχνω τὸ δίσκο του στὸ μνημόσυνο ποὺ γίνεται κάθε χρόνο. Ὅλος ὁ κύκλος τῆς ἀρρώστιάς μου ἦταν πέντε χρόνια. Ἡ ἐπιστήμη δὲν ἤξερε νὰ μοῦ πεῖ τίποτε. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου ἔγινα καλά, καὶ ἐγὼ ἐφ’ ὅρου ζωῆς φτιάχνω τὸ δίσκο μὲ τὰ κόλλυβα στὸ μνημόσυνό του.
***
Β) Ἡ Ἰσμήνη Καλαδελφοῦ, κάτοικος Σταυροῦ, τὸ 1936, σὲ ἡλικία 11 ἐτῶν, βοηθοῦσε στὶς ἀρχαιολογικὲς ἀνασκαφὲς ποὺ γίνονταν στὴν τοποθεσία Πηλικᾶτα. Μάζευε σπασμένα κομμάτια ἀπὸ ἀγγεῖα, τὰ ὁποία ἔπλενε σὲ εἰδικὸ φάρμακο. Τὸ μικρὸ κορίτσι στενοχωριόταν πολὺ γιὰ τὸν πατέρα της Τριαντάφυλλο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄρρωστος ἀπὸ τὸ στομάχι του καὶ ὑπέφερε πολύ.
Ὅπως ἦταν σκυμμένη στὸ χωράφι, ὅπου ἐργαζόταν, ἄκουσε βήματα πίσω της, καὶ γυρνώντας βλέπει τὸν Ἅγιο μὲ τὸ σκουφάκι καὶ τὸ μπαστουνάκι του, φορώντας γκρίζα παλιὰ ράσα καὶ μὲ τὰ ἄσπρα του μακριὰ γένια.
Ἄναυδη, ἄκουσε νὰ τῆς λέει μὲ καλοσυνάτη, ἥρεμη φωνή:
-Μὴν κλαῖς παιδάκι μου, καὶ θὰ τοῦ περάσει τοῦ πατέρα σου. Μόνο σήκω καὶ πήγαινε νὰ ἀνάψεις τὸ καντήλι τοῦ Ἅϊ-Γιώργη καὶ τοῦ Ἁγίου Παππούλη ποὺ εἶναι σβηστά, καὶ τοῦ πατέρα σου θὰ περάσει..
Ἀμέσως μετά, ὁ Ἅγιος προχώρησε λίγο μπροστά, καὶ χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια της. Γρήγορα ἡ μικρὴ Ἰσμήνη ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνη ἀρχαιολόγο κ. Μπέντον καὶ παίρνοντας μαζί της τὴν θεία της Ἀθανάσαινα Κουβαρᾶ, πῆγε γονατιστὴ στὸ μνῆμα τοῦ Ἁγίου καὶ ἄναψε τὸ καντηλάκι του. Κατόπιν πῆγε καὶ στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
Ὄντως, ὁ πατέρας της μετὰ ἀπὸ λίγο ἀνάρρωσε καὶ ἔγινε ἐντελῶς καλά. Ὅλοι δόξασαν τὸν Θεό, καὶ τὸν Ἅγιό του Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν κ. Ἰσμήνη εἶναι ἕνας Ἅγιος ὁλοζώντανος.
***
Γ) Ὁ Γεράσιμος Κουβαρᾶς ἀπὸ τὸν Σταυρό (+1994), κατὰ τὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο τοῦ 1940 εἶχε παρουσιαστεῖ στὸ Μεσολόγγι. Ἀπὸ ἐκεῖ ξεκίνησαν γιὰ τὰ Ἰωάννινα. Ἐκεῖ κατατάχτηκε στὴν 4η Μεραρχία. Μπαίνοντας στὴν Ἀλβανία, βαδίζανε τὴν νύχτα, γιὰ τὸ φόβο τῶν ἀεροπλάνων.
Κάποιο βράδυ, σὲ τοποθεσία ἔξω ἀπὸ τὴν Κλεισούρα, ὅπου εἶχαν στρατοπεδεύσει, εἶδε στὸν ὕπνο του ὅτι βρισκόταν πίσω ἀπὸ τὸ ἱερὸ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ὅπου ὁ τάφος τοῦ Παπουλάκη.
Τὴν ἑπόμενη μέρα, ἐνῶ στὴν ἀρχὴ αἰσθανόταν καλά, αἰφνιδίως παρουσίασε ὑψηλὸ πυρετό, συνοδευόμενο μὲ ἐμέτους. Ὁ νοσοκόμος τοῦ ἔδωσε ἀσπιρίνες, χωρὶς ὅμως κάποια οὐσιαστικὴ βελτίωση κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας.
Ὅταν ξημέρωσε, ὁ πυρετὸς εἶχε ἐλάχιστα μειωθεῖ. Ὁ νοσοκόμος συνεννοήθηκε μὲ τὸν λοχαγὸ τοῦ καταυλισμοῦ νὰ ὁδηγηθεῖ ὁ ἀσθενὴς στὸν γιατρό, ποὺ βρισκόταν δύο ὧρες πορεία μακριά τους. Πράγματι, ὁδηγήθηκε ἐκεῖ, ὅπου κάθισε τρεῖς μέρες, χωρὶς ὁ γιατρὸς νὰ μπορέσει νὰ τοῦ βρεῖ κάτι.
Ἐπιστρέφοντας στὸν καταυλισμό, ἀντίκρυσε μὲ δέος ὅτι στὸ σημεῖο ποὺ βρισκόταν ἡ σκηνή του, εἶχε κονιορτοποιηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἰταλικοὺς ὅλμους. Οἱ ἄνθρώπινες ἀπώλειες ἦταν πολλές. Ἐκεῖ ἔμαθε ὅτι ὁ βομβαρδισμός, ἔγινε λίγο μετὰ τὴν ἀναχώρησή του γιὰ τὸν γιατρό.
***
Δ) Ἡ Ἀναστασία Καλλινίκου στὸ χωριὸ Ἀνωγή, ὅταν γέννησε τὸ πρῶτό της παιδί, ἔπλενε τὰ σπάργανά του μέσα σὲ μιὰ πέτρινη πελεκητὴ γούρνα. Πάνω σὲ αὐτὴν ξεκουραζόταν ὁ Ἅγιος Παπουλάκης, ὅταν παλαιότερα περνοῦσε ἀπὸ τὸ σπίτι τους.
Μιά νύχτα εἶδε στὸν ὕπνο της τὸν Ἅγιο νὰ τὴν σκουντᾶ καὶ νὰ τῆς λέει:
-Ἀναστασά, Ἀναστασά, αὐτὸ ποὺ κάνεις δὲν μοῦ ἀρέσει, μέσα στὴ γούρνα νὰ πλένεις τὰ σπάργανα τοῦ παιδιοῦ!
Ἀμέσως, ξύπνησε ἀναστατωμένη τὸ σύζυγό της Δημήτρη, καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐξιστόρησε τὸ ὁλοζώντανο ὄνειρο ποὺ μόλις εἶχε δεῖ, ἔτρεξαν μαζὶ στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἀναποδογύρισαν ξανὰ τὴν γούρνα, ἔτσι ὅπως ἦταν παλαιότερα ὅταν καθόταν ὁ Ἅγιος.
Ἀκολούθησε τὸ ἑξῆς θαυμαστὸ γεγονός· ἀπὸ τὴν τρύπα ποὺ εἶχε ἡ γούρνα γιὰ τὴν ἔξοδο τοῦ νεροῦ, μπῆκε μελίσσι μὲ ἀποτέλεσμα αὐτὴ ἡ πέτρινη κυψέλη νὰ χαρίζει στὴν οἰκογένεια ἄφθονο μέλι.
***
Ε) Ἡ Χιονία Ἀργανέλη-Πατρικίου, τὸ 1968, σὲ ἡλικία 7 περίπου ἐτῶν, ἔπαιζε μὲ τὴν φίλη της Βασιλικὴ Παξινοῦ, σὲ ἕνα δωμάτιο τῆς οἰκίας τῆς γιαγιᾶς της Μαργαρίτας Μωραΐτη. Στὸ δωμάτιο αὐτό, φιλοξενοῦσε τὰ παλαιότερα χρόνια τὸν Ἅγιο Παπουλάκη.
Ὅπως ἔπαιζαν ἀμέριμνα τὰ δύο κοριτσάκια, εἶδαν καὶ οἱ δύο μέσα σὲ ἕνα ἀπαλὸ σύννεφο ἕναν συμπαθέστατο γεροντάκο μὲ μαῦρα ξεθωριασμένα ράσα καὶ ἄσπρη μακριὰ γενειάδα. Τὰ κοριτσάκια βγῆκαν ξαφνιασμένα ἔξω. Ἡ μικρὴ Χιονία κάλεσε τὸν παπποῦ της φωνάζοντας νοννό, γυρίζοντας ὅμως στὸ δωμάτιο δὲν εἶδαν κανέναν.
***
Στ) Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα ζοῦσε στὸ Πλοέστι τῆς Ρουμανίας ἡ οἰκογένεια Ν. Συκιώτη-Μπουλούμπαση ἀπὸ τὸν Σταυρό. Ἦταν πολλοὶ πλούσιοι καὶ εἶχαν κάνει πολλὲς δωρεὲς στὴν Ἁγία Βαρβάρα.
Αὐτοὶ εἶχαν ἕναν γιό, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ κάποια ἀνίατη νόσο. Οἱ γιατροί, τοὺς εἶχαν ἀπελπίσει. Οἱ δυστυχισμένοι γονεῖς ἀπόθεσαν τὶς ἐλπίδες τους στὴν Ἁγία Βαρβάρα καὶ στὸν Ὅσιο Παπουλάκη. Ἔταξαν μάλιστα καὶ μία καμπάνα.
Καὶ στοὺς δύο γονεῖς παρουσιάστηκε στὸν ὕπνο τους ὁ Ὅσιος Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος τοὺς παρηγόρησε λέγοντας:
-Μὴν φοβᾶστε, τὸ παιδί σας θὰ γίνει καλά.
Τὸ ἄρρωστο παιδί, πολὺ γρήγορα ἀνάρρωσε καὶ οἱ γονεῖς ἐκπληρώνοντας τὸ τάμα τους, πῆγαν τὴν καμπάνα στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν μεγάλη, ἔγινε ἀνταλλαγὴ μὲ τὴν καμπάνα τοῦ ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου.
***
Ζ) Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1922 ὁ βοσκὸς Σπύρος Παΐζης ἀπὸ τὸ Σταυρό, κοιμόταν στὴν ὕπαιθρο, φυλάγοντας τὸ κοπάδι του. Κάποια στιγμή, ἀντίκρυσε ἕνα λαμπρὸ φῶς μέσα στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας. Τὸ φῶς ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸ βουναλάκι τῆς Βίγλας, ὅπου τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, καὶ ἀφοῦ ὑψώθηκε στὸν οὐρανό, ἔπεσε μέσα στὸ κοιμητήριο τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ὅπου καὶ ὁ τάφος προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Παπουλάκη.
***
Η) Ἡ Ἀκριβὴ Λεκατσᾶ-Μπαμπάτσικου εἶχε μείνει χήρα πολὺ νέα μὲ τρία ὀρφανὰ παιδιά, τὸν Βασίλη, τὴν Εὐτυχία καὶ τὴν Ἄννα. Ὑπέφεραν πολύ, γιατὶ εἶχαν μεγάλη φτώχεια. Ὁ μικρὸς Βασίλης ἀρρώστησε ἀπὸ πνευμονία καὶ κινδύνευε ἡ ζωή του. Ἡ ταλαίπωρη μητέρα προσευχήθηκε στὸν Ὅσιο Παπουλάκη, τάζοντας ἕνα ὑφαντὸ χράμι γιὰ τὸ κελλὶ ποὺ βρίσκεται δίπλα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Πολλοὶ προσκυνητὲς φιλοξενοῦντο ἐκεῖ ἀπὸ τὰ γύρω μέρη, ποὺ ἔρχονταν γιὰ τὸ μνημόσυνο τοῦ Ἁγίου Παπουλάκη τὴν πρώτη Κυριακὴ τοῦ Ἰουνίου.
Ταυτόχρονα, ζήτησε ἀπὸ τὴν νεωκόρο τῆς ἐκκλησίας ἕνα νόμπουλο (τριχιά), ἀπὸ τὴ ζώνη τοῦ Ἁγίου καὶ ἔδεσε μὲ αὐτὸ τὸ στῆθος τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ. Πράγματι, ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ Βασίλη βελτιώθηκε καὶ γρήγορα ἔγινε ἐντελῶς καλά.
***
Θ) Ἡ Μυρόπη Λεκατσᾶ-Βασιλοπούλου (+1968) ἀπὸ τὸν οἰκισμὸ καλύβια, μὲ τὴν ἀδελφή της Μαριγώ, ἔμειναν μικρές, ὀρφανὲς ἀπὸ πατέρα καὶ ζοῦσαν πολὺ φτωχικά.
Σὲ ἡλικία δέκα περίπου ἐτῶν, εἶδε στὸν ὕπνο της τὸν Ὅσιο Ἰωακείμ, νὰ τῆς λέει:
-Μυρόπη, αὔριο θὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας, ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὸ μεγάλο λιθάρι (μυλόπετρα, ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερα). Θὰ σηκώσεις μιὰ πέτρα ποὺ θὰ βρεῖς ἐκεῖ καὶ ἀποκάτω θὰ εἶναι δύο πεντάρες. Θὰ πηγαίνεις καὶ θὰ βρίσκεις κάθε πρωί· πρόσεξε ὄμως νὰ μὴ το πεῖς σὲ κανένα.
Πράγματι, ἡ μικρὴ Μυρόπη βρῆκε τὶς πεντάρες τοῦ Ἁγίου. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ τὶς ἑπόμενες μέρες. Ἀργότερα ὅμως δὲν κρατήθηκε ἀπὸ τὴν χαρά της καὶ τὸ ἀνακοίνωσε καὶ σὲ ἄλλους. Ἀπὸ τότε δὲν ξαναβρῆκε.
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς κατὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Ἰωακεὶμ τὸ ἔτος 1992, τὰ χώματα τοῦ τάφου ἀδειάστηκαν προσωρινά, πάνω στὸ ξεχασμένο μνῆμα τῆς μακαριστῆς Μυρόπης.
***
Ι) Ὁ μικρὸς Κωνσταντῖνος Μεγαλογένης, τὸ ἔτος 1938 ἀρρώστησε ἀπὸ τύφο. Ἡ μητέρα του Ἄννα (+1992) τὸν ἔταξε στὸν Ἅγιο Παπουλάκη, στὸν ὁποῖο πίστευε μὲ ὅλη της τὴν ψυχή. Πολλὲς φορές, ἔβλεπε στὸν ὕπνο της τὸν Ἅγιο νὰ στέκεται πλάι στὸ ἄρρωστο παιδί. Ὁ μικρὸς Κωνσταντῖνος, γρήγορα ἔγινε καλά. Ἡ μητέρα του, μεταφέροντάς τον στην πλάτη της, τὸν ὁδήγησε ξυπόλητη μέσα στὸ μνῆμα τοῦ Ἁγίου. Αὐτὸ ἦταν τὸ τάμα της. Μὲ πολλὰ δάκρυα χαρᾶς δόξασε τὸν Θεό, καὶ τὸν Ἅγιό Του Ἰωακεὶμ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ μοναχογιοῦ της.
***
Ια) Ὅπως προαναφέραμε, στὸ Σταυρὸ τῆς Ἰθάκης ζοῦσε ἡ νεαρὴ χήρα Ἀκριβὴ Λεκατσᾶ-Μπαμπάτσικου μὲ τρία ὀρφανὰ παιδιά της. Ὁ σύζυγός της Ἀποστόλης ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, πνίγηκε μὲ τὸ καΐκι του ἀνάμεσα Κεφαλλονιὰ καὶ Ἰθάκη. Σὲ ἡλικία ἐννέα ἐτῶν πέθανε ἀπὸ διφθερίτιδα καὶ ἡ κόρη της Εὐτυχία. Ἡ Ἀκριβούλα ζοῦσε μὲ πολλὲς στερήσεις, ἔφτιαχνε τσερέπες καὶ τὶς πουλοῦσε, ξενοδούλευε σὲ σπίτια καὶ πάντοτε ζητοῦσε τὴν βοήθεια τοῦ Παπουλάκη.
Μιά φορά, δεν εἶχε ψωμὶ νὰ δώσει στὰ δύο ὀρφανά της καὶ πῆγε στὸν ἀδελφό της Τηλέμαχο ζητώντας βοήθεια. Αὐτὸς εἶχε μεγάλη οἰκογένεια καὶ ὄχι μόνο δὲν τῆς ἔδωσε, ἀλλὰ τὴν ἔδιωξε κιόλας. Τὰ μάτια της καθηλώθηκαν μὲ πόνο στὸ μνημεῖο τοῦ Παπουλάκη.
-Ἅγιο κορμί, ψιθύρισε, κάνοντας τὸ σταυρό της, βοήθησε τὰ ὀρφανά μου ποὺ πεινᾶνε.
Ξαφνικά, λίγο πιὸ κάτω, ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὸ σορέικο σπίτι, βλέπει καταγῆς ἕνα πορτοφόλι. Ἀνοίγοντάς το, βρίσκει μέσα δύο χιλιάρικα τῆς ἐποχῆς (τοῦ Γεωργίου Σταύρου). Ἀμέσως πῆγε στὸ κεντρικὸ καφενεῖο τοῦ χωριοῦ γιὰ νὰ ρωτήσει μήπως τὸ ἔχασε κανείς. Ὅμως κανεὶς δὲν τὸ εἶχε χάσει. Τῆς εἶπαν πὼς ἦρθε ἕνας πλούσιος ἀπὸ τὴν Ἀνωγή, καὶ ἴσως νὰ τὸ ἔχασε αὐτός. Ὅμως, οὔτε ἀπὸ ἐκεὶ τὸ ζήτησε κάποιος. Ἔτσι ὅλοι συμφώνησαν νὰ τὸ δώσουν στὴν Ἀκριβούλα. Ἡ φτωχὴ μάνα πῆγε στὶς Φρίκες, ὅπου ἀγόρασε ἕνα σακὶ ἀλεύρι, γάλα καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἀκόμα ἔδωσε καὶ τοῦ ἀδελφοῦ της ἕνα πεντακοσάρικο καὶ τῆς μείνανε καὶ ρέστα.
***
Ιβ) Ὁ Δημήτρης Λεκατσᾶς, ἀπὸ τὸ σόι τοῦ παπα-Μάρκου, κατοικοῦσε μὲ τὴ σύζυγό του Ἀνθοῦσα Ραυτοπούλου στὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Τζανῆ, στὸ Σταυρό. Στενοχωριόταν πολύ, γιατὶ ἀπὸ τὰ παιδιά του δὲν εἶχε καμαρώσει ἐγγόνια, ἄν καὶ παντρεμένα. Ταυτόχρονα προσευχόταν στὸν Ἅγιο Παπουλάκη, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔτρεφε μεγάλη εὐλάβεια.
Ἕνα βράδυ εἶδε στὸ ὕπνο του νὰ τὸν ἐπισκέπτεται ὁ Ἅγιος.
-Στενοχωριέμαι καλόγερε, ποὺ δὲν θὰ δῶ ἀπογόνους ἀπὸ τὰ παιδιά μου· τοῦ εἶπε μὲ πικρία.
Τότε, ὁ Ἅγιος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σακούλι του τρεῖς σπόρους, τοὺς ἔδωσε στὸ Δημήτρη καὶ τοῦ εἶπε:
-Μὴν θλίβεσαι παιδί μου. Ἀπὸ ἕνα σου γιό, θὰ καμαρώσεις τρεῖς ἐγγονές.
Αὐτὸ ἐπαληθεύτηκε μὲ τὸν γιό του Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος παντρεύτηκε τὴν γαλλίδα Ἰωάννα Βίγκλερ. Αὐτή, ἐνῶ ἀρχικὰ ἦταν ἄτεκνη, κατὰ θαυμαστὸ τρόπο γέννησε τέσσερις κόρες· τὴν Τερεζίνα, τὴν Ἀνθοῦσα, τὴν Μαρία καὶ τὴν Ἕλλη. Ἡ πρώτη σὲ ἡλικία ἐννέα μηνῶν πνίγηκε μὲ ἕνα τούλι τῆς κούνιας της. Ἔτσι, ἔμειναν τρεῖς, σύμφωνα μὲ τὴν πρόρρηση του Ἁγίου.
***
Ιγ) Ἡ Ἀγλαΐα Μωραΐτη Μεταξά (+1976), εὐλαβεῖτο ἰδιαιτέρως τὸν Ὅσιο. Κατὰ τοὺς καταστρεπτικοὺς σεισμοὺς τοῦ 1953, τὸ σπίτι της στὸ Βαθύ, κρίθηκε ἀκατάλληλο. Γιὰ ἕνα διάστημα, μὲ τὴν οἰκογένειά της ἔμεναν σὲ σκηνές, στὴν τοποθεσία Ταμπακαριό, μαζὶ μὲ ἄλλους σεισμοπαθεῖς.
Ἐπειδὴὅμως ἀκουγόταν διαδόσεις γιὰ ἄλλο μεγαλύτερο σεισμό, ποὺ τελικὰ δὲν ἔφυγε, ἔφυγαν στὸν Ἀστακὸ τοῦ Ξηρομέρου, ὅπου κάθισαν σὲ συγγενεῖς τους γιὰ ἀρκετοὺς μήνες.
Ἀναχωρώντας ἡ κ. Ἀγλαΐα, τοποθέτησε μὲ εὐλάβεια τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου πάνω στὸν λαβαμά, ἀνάβοντας τὸ καντήλι.
-Φεύγω Ἅγιέ μου Παπουλάκη. Καὶ σὲ ἀφήνω στὸ σπίτι φύλακα. Σὲ παρακαλώ, νὰ μὴν ἔχει κανένας μάτια νὰ τὸ βλέπει.
Εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια, διότι πολλοὶ ἐπιτήδειοι ἔκαναν διαρρήξεις σὲ σπίτια ποὺ οἱ ἰδιοκτήτες τους τὰ εἶχαν ἐγκαταλείψει.
Πράγματι, ὁ Ἅγιος στάθηκε ἀκοίμητος φρουρός. Ἐπιστρέφοντας ἔπειτα ἀπὸ καιρό, ἡ οἰκογένεια Μεταξὰ στὴν Ἰθάκη, βρῆκε ὅλα τὰ πράγματα στὴν θέση τους. Δὲν ἔλειπε οὔτε βελόνι!
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, πὼς στὸν Σταυρό, ὅπου τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Ἁγίου, δὲν ὑπῆρξαν θύματα ἤ ζημιές, στοὺς σεισμοὺς τοῦ 1953. Αὐτὸ ὀφείλετο κατὰ γενικὴ ὁμολογία στὴ προστασία τοῦ Ἁγίου Παπουλάκη.
***
Ιδ) Περὶ τὰ ἔτη 1979-1980 κάποιος νέος ἀπὸ χωριὸ τῆς νήσου, νιώθοντας κάποια ἐσωτερικὴ παρόρμηση, ἐπισκέφθηκε τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου, πίσω ἀπὸ τὸ ἱερὸ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Δυστυχῶς, ὁ συγκεκριμένος νέος εἶχε μπλέξει τότε μὲ ἀνατολικὲς θρησκεῖες και βρισκόταν σὲ πολὺ ἄσχημη ψυχολογικὴ κατάσταση. Βγαίνοντας ἔξω ἀπὸ τὸ μνημεῖο τοῦ Ὁσίου ἄκουσε μιὰ στοργική, γεροντικὴ φωνή, νὰ τοῦ λέει:
-Μὴν χτίζεις παιδάκι μου, τὴν ζωή σου πάνω στὴν ἄμμο.
Γυρίζοντας, δὲν ἀντίκρυσε κανέναν. Αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονός, ἀποτέλεσε τὸ ἔναυσμα πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς γιὰ τὸν πρώην πλανεμένο νεαρό.
***
Ιε) Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1992, πρὶν κλείσει μήνας ἀπὸ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου, ἔγινε γεώτρηση στὸν Σταυρό, σὲ τοποθεσία ποὺ βρίσκεται ἀρκετὰ κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Βρέθηκε ἄφθονο νερό, ἀρίστης ποιότητος, τὸ ὁποῖο ἔλυσε τὸ ὀξὺ πρόβλημα ὕδρευσης τῶν κατοίκων. Μάλιστα λέγεται, ὅτι τὸ πρῶτο νερό, βρέθηκε στὰ 125 μέτρα, ὅσα χρόνια περίπου ἔμειναν στὴν γῆ τὰ τίμια λείψανα τοῦ Ὁσίου. Ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, τὸ νερὸ αὐτὸ ἀποκαλεῖται· νερὸ τοῦ Παπουλάκη.
***
Ιστ) Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1993 ὁ Κωνσταντῖνος Λεκατσᾶς-Χαμπάρης ἀπὸ τὰ Καλύβια, ἀντιμετώπιζε σοβαρὰ οἰκονομικὰ προβλήματα μὲ θλιβερὸ ἀποτέλεσμα νὰ βρίσκεται σὲ πολὺ ἄσχημη ψυχολογικὴ κατάσταση. Οἱ δικοί του ἔκαναν θερμὴ προσευχὴ στὸν Ὅσιο Ἰωακεὶμ τὸν ὁποῖο εὐλαβοῦντο ἰδιαιτέρως. Καὶ ὁ Ὅσιος ἀμέσως ἔσπευσε να βοηθήσει τὸν ἀπελπισμένο συγχωριανό του.
Στὶς 26/4, ἡ τράτα τοῦ Κώστα ἔπιασε 650 κιλὰ σκαθάρια (εἶδος ἐκλεκτοῦ ψαριοῦ) στὴ θέση Κουμουδὶ τῆς γειτονικῆς Κεφαλλονιᾶς, μέσα σὲ μιὰ καλαρισιά. Ὅταν ἔφτασε ὁ σάκκος τῆς τράτας μὲ τὰ ψάρια στὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας, δὲν μποροῦσαν ἀπὸ τὸ πολὺ βάρος νὰ τὸν ἀνεβάσουν στὸ καΐκι καὶ ἀναγκάστηκε ὁ γιός του Λάζαρος νὰ τὰ μαζέψει ἕνα-ἕνα μὲ τὰ χέρια του! Ἦταν 1500 περίπου σκαθάρια. Τὴν 2η μέρα ἡ τράτα ἔπιασε 200 κιλά, τὴν 3η 60, τὴν 4η μέρα 22, καὶ στὶς 30 Ἀπριλίου μόνο ἕνα σκαθάρι! Τὰ ψάρια πουλήθηκαν στὴν Πάτρα ἔναντι ἀδρᾶς ἀμοιβῆς πρὸς μεγάλη χαρά, καὶ ἀνακούφιση τῆς οἰκογένειας Λεκατσᾶ.
***
Ιζ) Ὁ μικρὸς γιὸς Ἰωάννης τοῦ Διονυσίου καὶ τῆς Γεωργίας Παστοῦ κατοίκων Πατρῶν, κάποιο πρωϊνὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 1992 ξύπνησε ἔχοντας ἔντονες κοκκινίλες ποὺ τοῦ προκαλοῦσαν ὀδυνηρὴ φλόγωση.
Ἡ μητέρα Γεωργία ἔχοντας ἁγιασμένο νεράκι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔπλυναν τὰ ἰερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου, ἔκανε προσεκτικὴ ἐπάλειψη σὲ ὅλο τὸ σῶμα τοῦ μικροῦ Γιάννη και ἐπικαλέστηκε τὸν ἄγνωστο σὲ αὐτὴν Ἅγιο μὲ πίστη γιὰ γρήγορη ἀνάρρωση τοῦ παιδιοῦ της.
Τὴν ἑπόμενη μέρα τὸ παιδὶ ξύπνησε ἐντελῶς καλά.
***
Ιη) Ἡ ἐξ Ἰθάκης καταγομένη κ. Χριστίνα Καλλιανοῦ-Παπαδάτου, κάτοικος τῆς περιοχῆς Χαράβοντας Ἀργοστολίου Κεφαλληνίας, εἶχε ἔρθει στὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ, μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της Γεράσιμο καὶ Εἰρήνη, συνοδεύοντας τὴν μοναχὴ Μαγδαληνή, ἀπὸ τὴν Ἱ. Μ. Ἀποστόλου Ἀνδρέου Κεφαλληνίας.
Κατὰ τὴν ἀνακομιδὴ ἡ κ. Χριστίνα πῆρε ὡς εὐλογία ἕνα κεραμίδι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σκέπαζαν μέσα στὸν τάφο τὴν τιμία κάρα τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ.
Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1993 καθῶς φρόντιζε τὰ ζῶα, χτύπησε μὲ δύναμη σὲ δένδρο μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὑποστεῖ ἐλαφρὰ διάσειση στὸ κεφάλι. Ἐπειδὴ αἰσθανόταν ἰσχυροὺς πόνους πῆγε στὸ νοσοκομεῖο, ὅπου οἱ γιατροί, γιὰ προληπτικοὺς λόγους τῆς πρότειναν νὰ μείνει ἐκεῖ γιὰ ἕνα 24ωρο.
Ἡ κ. Χριστίνα, ἔχοντας βαθιὰ πίστη στὸν Ἅγιο Ἰωακείμ, ἀρνήθηκε νὰ μείνει καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι της. Ὁ γιός της Γεράσιμος, νῦν ἱερέας, ἔψαλλε τὴν παράκληση τοῦ Ἁγίου καὶ προσευχήθηκαν μὲ πίστη. Ἡ κ. Χριστίνα τοποθέτησε τὸ κεραμίδι κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι της καὶ τὸ πρωί –δόξα τῷ Θεῷ- ξημερώθηκε ἐντελῶς καλά!
***

Ιθ) Ἡ οἰκογένεια τοῦ κ. Μάριου Παπαηλιόπουλου ἦρθε καὶ ἐγκαταστάθηκε ἀπὸ τὴν Πάτρα στὴν Ἰθάκη τὴν ἄνοιξη τοῦ 1989. Μετὰ τὴν πάροδο δύο περίπου ἐτῶν ἡ οἰκογένεια ἄρχιζε νὰ ἀντιμετωπίζει γιὰ ἀνεξήγητους λόγους τὴν ἐχθρότητα ὁρισμένων ἀνθρώπων τῆς γειτονιάς.
Κάποιο πρωϊνὸ τοῦ ἔτους 1992 ἡ σύζυγος Μαρία βρῆκε στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ, καὶ συγκεκριμένα πάνω σὲ ἕνα κάθισμα, ἀκαθαρσίες καὶ κάποια ἀντικείμενα σχετικὰ μὲ μαγεία, ὁπότε ἄρχισε νὰ ἀνησυχεῖ ἔντονα.
Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι κανένα μέλος τῆς οἰκογένειας δὲν ἤξερε τίποτε γιὰ τὸν Ὅσιο Ἰωακείμ, καὶ γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν του λειψάνων.
Τὸ ἴδιο βράδυ ὁ μικρὸς γιὸς τῆς οἰκογένειας Δημήτρης, μαθητὴς τότε τῆς Β’ Δημοτικοῦ, εἶδε τὸ ἑξῆς ἀποκαλυπτικὸ ὄνειρο, τὸ ὁποῖο θυμᾶται μέχρι σήμερα μὲ τὴν παραμικρή του λεπτομέρεια: Εἶδε ὅτι ἔπαιζε στὴ μικρὴ πλατεία τῆς γειτονιάς του ἀμέριμνος, ὁπότε ἀκουσε νὰ ἀνοίγουν μὲ κρότο οἱ πόρτες καὶ τὰ παράθυρα ἀπὸ ἕνα παλιὸ σπίτι ποὺ βρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πλατεία. Κοιτάζοντας πρὸς τὰ ἐκεῖ βλέπει νὰ βγαίνουν ἕνας σεβάσμιος μοναχὸς μὲ λευκὴ γενειάδα ἀνάμεσα σὲ δύο ἱερεῖς. Πλησίασε τὸ παιδί, καὶ τοῦ εἶπε μὲ καλοσύνη:
-Παιδί μου, νὰ πεῖς στὴν μητέρα σου, νὰ μὴν φοβᾶται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ τῆς ἔδωσαν.
Ἀμέσως ὁ μικρὸς Δημήτρης ξύπνησε ἀναστατωμένος καὶ τὰ διηγήθηκε ὅλα στοὺς γονεῖς του. Τὸ παλιὸ σπίτι ἀπὸ τὸ ὁποῖο βγῆκαν οἱ τρεῖς ρασοφόροι καὶ τὸ ὁποῖο ὑπάρχει μέχρι σήμερα, εἶναι τοῦ Χ. Παΐζη-Λιανοῦ στὸ ὁποῖο κοιμήθηκε ὁ Ὅσιος Ἰωακεὶμ στὶς 2 Μαρτίου 1868!
Ἡ οἰκογένεια Παπαηλιοπούλου ζήτησε νὰ μάθει γιὰ τὸ σπίτι αὐτό, καὶ ἔτσι πληροφορήθηκαν γιὰ τὸν Ὅσιο Ἰωακεὶμ καὶ τὴν ἀνακομειδὴ τῶν τιμίων αὐτοῦ λειψάνων.
Στὴν Ἱ. Μ. Καθαρῶν, ὁ μικρὸς Δημήτρης ἀναγνώρισε τὸν μοναχὸ ποὺ τοῦ παρουσιάστηκε, σὲ σκίτσο τοῦ Ὁσίου ποὺ ὐπάρχει ἐκεῖ.
Ἀπὸ τότε, ἡ οἰκογένεια Παπαηλιοπούλου ἔπαψε νὰ φοβᾶται, σταμάτησαν τὰ προβλήματα καὶ εἶναι κοντὰ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας, δοξάζοντας καὶ τιμώντας τὸν Ἅγιό Του.
***
Κ) Ξημερώματα τῆς 25ης Νοεμβρίου 1996, ἡ κ. Εὐστρατία Στανίτσα-Συκιώτη ἀπὸ τὸν Σταυρό, μεταξὺ ὕπνου καὶ ξύπνιου, ὅπως ἡ ἴδια ἀφηγεῖται, ἄκουσε μιὰ γεροντικὴ φωνή, νὰ τῆς λέει:
-Πλησιάζει ὁ καιρὸς τῆς ἀγιοποίησεώς μου. Νὰ πεῖς ὅμως στοῦς χωρικούς, πὼς ἐγὼ δὲν θέλω γλέντια.
Σημειωτέον, πὼς οἱ θρησκευτικὲς πανηγύρεις στὸ νησί, ἰδίως τὸ καλοκαίρι, συνδέονται μὲ γλέντι, φαγοπότι καὶ τὰ γνωστὰ ἐπακόλουθα.
***
Κα) Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1992, ὁ Γ. Χ. κάτοικος Περαχωρίου, ἔχοντας ἄγνοια σχετικὰ μὲ τὶς ἐνέργειες ποὺ θὰ γίνονταν σχετικὰ μὲ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Ἰωακείμ, εἶδε τὸ ἑξῆς ὄνειρο:
Εἶδε ὅτι ψάρευε μὲ τὴν βάρκα του στὸ λιμανάκι τοῦ Πίσω Ἀετοῦ. Ξαφνικά, κάπου σκάλωσαν στὸν βυθὸ τὰ δίχτυα του καὶ ἄρχισε νὰ βλαστημάει. Τὸτε βλέπει πάνω στὰ βράχια τῆς ἀπέναντις ἀκτῆς ἕναν σεβάσμιο καλόγερο νὰ τοῦ λέει μὲ πραότητα:
-Μὴν βλαστημᾶς παιδί μου, εἶναι μεγάλη ἁμαρτία.
-Καὶ ποιός εἶσαι ἐσὺ ποὺ μοῦ λὲς νὰ μὴν βλαστημάω; ρώτησε νευριασμένος ὁ Γ.
-Ἐγὼ εἶμαι Γ., ὁ Παπουλάκης.
-Ἄσε μας μωρέ, ποὺ εἶσαι ὁ Παπουλάκης, ποὺ σκάψανε παλιά, καὶ δὲν βρήκανε τίποτα.
-Καὶ ὅμως παιδί μου, ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ μὲ βροῦν, ἀπάντησε ἥρεμα ὁ σεβάσμιος γέροντας καὶ χάθηκε.
Ὄντως, τὸν ἑπόμενο μῆνα ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν σεπτῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου.
***
Κβ) Ἡ σεβάσμια γερόντισσα κ. Νίκη Πατρικίου-Τσιώνου, κάτοικος Ἀθηνῶν καὶ μακρινὴ συγγενὴς τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ, πρὶν ἀρκετὰ χρόνια εἶχε τάξει νὰ κατασκευαστεῖ μὲ δική της δαπάνη ἡ ἀσημένια λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου.
Περὶ τὰ μέσα Ἰουνίου 1998 εῑδε τὸ ἑξῆς ὁλοζώντανο, ὅπως λέει ἡ ἴδια ὄνειρο:
Παρουσιάστηκε στὸν ὕπνο της ὁ Ἅγιος Ἰωακείμ, φορώντας μοναχικὸ κουκούλι (ἐπανωκαλύμμαυχο) καὶ τῆς εἶπε:
-Νίκη, σὲ παρακαλῶ, μὴν ξεχάσεις αὐτὸ ποὺ μοῦ ὑποσχέθηκες.
Ἀμέσως ἡ κ. Νίκη ξύπνησε καὶ σχεδίασε πρόχειρα πάνω σὲ μία χαρτοπετσέτα τὴν μορφὴ τοῦ Ἁγίου, διότι τῆς ἔκαμε ἰδιαίτερη ἐντύπωση τὸ ἐπικάλυμμα τῆς κεφαλῆς του. Τὸν γνώριζε διαφορετικά, σύμφωνα μὲ τὴν προσωπογραφία του ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα.
Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσουμε, ὅτι ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ἁγιογραφόταν στὴν Κύπρο καὶ μεταφερόταν στὴν Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου γιὰ τὴν πανήγυρη τῆς ἁγιοκατάταξης ἡ ἱερὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἰωακείμ, ὅπου εἰκονίζεται μὲ επανωκαλύμμαυχο!
***
Κγ) Ἡ δεσποινὶς Ὄλγα Κωνσταντινίδου, νῦν Νεκταρία μοναχή, στὴν Ἱ. Μ. Ἁγ. Τριάδος-Ἁγ. Νεκταρίου Αιγίνης, εἶχε ἔρθει στὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Ἰωακεὶμ τὸν Μάϊο τοῦ 1992.
Ψάχνοντας μὲ προσοχὴ ἀνάμεσα στὰ χώματα ποὺ βγῆκαν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀνακομιδῆς, βρῆκε ἕνα ἱερὸ τεμάχιο ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ὁσίου, τὸ ὁποῖο κράτησε γιὰ εὐλογία. Κατὰ τὴν ἀναχώρησή της ἀπὸ τὴν Ἰθάκη μὲ τὸ μικρὸ πλοῖο ΘΙΑΚΙ, τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου ἀνέδιδε θαυμαστή, ὑπερκόσμια εὐωδία κατὰ γενικὴ ὁμολογία πολλῶν προσκυνητῶν-ἐπιβατῶν ποὺ τὸ προσκύνησαν μὲ συγκίνηση.
Φτάνοντας στὸ σπίτι της στὸν Κορυδαλλό, τῆς πέρασε ἀπὸ τὸν νοῦ ἕνας ἄσχημος λογισμός, ὅτι πρέπει πλέον νὰ ἀνάβει καὶ τρίτο ἀκοίμητο καντήλι, ὁπότε θὰ ξόδευε περισσότερο λάδι.
Μὲ ἔκπληξη ὅμως συνειδητοποίησε τὴν τέταρτη μέρα, πὼς τὸ καντήλι μπρὸς στὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου, ἔκαιγε τρία μερόνυχτα δίχως νὰ κατεβεῖ ἡ στάθμη τοῦ λαδιοῦ!!!
Νιώθοντας συντριβή, ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ τὸν Ἅγιο, ὁπότε τὸ λάδι ἄρχισε νὰ καίγεται κανονικά.
***
Κδ) Ἡ κ. Δωροθέα Παξινοῦ, ἀπὸ τὴν Λεύκη, διαμένοντας πολλὰ χρόνια στὴν Ν. Ἀφρική, ἐλάχιστα γνώριζε γιὰ τὸν Ὅσιο Ἰωακείμ.
Τὸν Μάρτιο τοῦ 1992, δίχως νὰ γνωρίζει γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου ποὺ θὰ γινόταν, εἶδε τὸ ἑξῆς ὅραμα·
Βρισκόταν στὸ δωμάτιό της, ὅταν ξανφικὰ ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ μπῆκε ἕνας σεβάσμιος ἡλικιωμένος μοναχός, μὲ παλιά, γκρίζα ράσα καὶ σκουφάκι στὸ κεφάλι, ὅπως ἀκριβῶς παριστάνεται ὁ Ἅγιος στὸ γνωστό του ποτραῖτο. Τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε:
-Εὐλαβεῖσαι τὴν Ἁγία Βαρβάρα; Γνώριζε ὅτι τώρα θὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλος Ἅγιος στὸν Σταυρό!
Ἀμέσως, χάθηκε ἀπὸ μπροστά της. Ἡ κ. Παξινοῦ ἔνιωσε πολὺ συγκινημένη. Πράγματι, εὐλαβεῖται ἰδιαιτέρως τὴν Ἁγία Βαρβάρα, διότι τὴν μέρα τῆς μνήμης τῆς Ἁγίας γέννησε τὸν γιό της Γεράσιμο.
***
Κε) Ὁ Ἰθακήσιος Γ. Π., κάτοικος Ἀθηνῶν, περὶ τὸ ἔτος 1992, εἶχε ἀρρωστήσει ἀπὸ σπαστικὴ βρογχίτιδα καὶ ὑπέφερε γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα. Πλησιάζοντας ἡ εὐλογημένη στιγμή, τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου, τὸν παρακάλεσε μὲ πολλὴ προσευχή, νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ὀδυνηρὴ αὐτὴ δοκιμασία.
Τὸ θαῦμα τῆς πίστεως συνετελέσθη. Ἀπὸ τότε ὁ ἀσθενὴς ἔγιεν ἐντελῶς καλά, καὶ δὲν ξαναενοχλήθηκε ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη ἀσθένεια.
***
Κστ) Τὸ ἔτος 1971, ὁ μικρὸς Εὐθύμιος (Μάκης) Ἀργύρης, γιὸς τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀργύρη ἀπὸ τὸν οἰκισμὸ Ἅγιοι Σαράντα τῆς Β. Ἰθάκης καὶ τῆς Μαρίας Κολλυβᾶ, μεταναστῶν στὸ Γιοχάνεσμπουργκ τῆς Ν. Ἀφρικῆς, ἀρρώστησε ἀπὸ πολὺ ὑψηλὸ πυρετό. Ἦταν τότε νήπιο ἡλικίας 3 ἐτῶν. Ὁ οἰκογενειακὸς γιατρός, καθὼς καὶ ἄλλοι ἐπιστήμονες, δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τὴν αἰτία ἐκδήλωσης τόσο ὑψηλοῦ πυρετοῦ.
Οἱ ταλαίπωροι γονεῖς ξενυχτοῦσαν μὲ βράδιες στὸ προσκέφαλο τοῦ ἄρρωστου παιδιού τους. Κάποιο βράδυ ἡ πονεμένη μητέρα κ. Μαρία, κατάκοπη ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ την ἀϋπνία, ἀποκοιμήθηκε γιὰ λίγο, καθισμένη στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ τοῦ ἀσθενοῦς. Ξαφνικά, μέσα στὸν ὕπνο της ἄκουσε ἀργὰ βήματα καὶ χτύπο ἀπὸ μπαστούνι νὰ ἔρχονται ἀπὸ τὸ σαλόνι πρὸς τὸ δωμάτιο. Τότε ἄνοιξε τὰ μάτια της καὶ εἶδε ὁλοζώντανο νὰ εἰσέρχεται στὸ δωμάτιο ἕναν γεροντάκο καλόγερο μὲ ὁλοφώτεινο γλυκὸ πρόσωπο, φορώντας σκουφάκι στὸ κεφάλι καὶ κρατώντας στὸ χέρι μπαστούνι.
-Ἅγιέ μου Νεκτάριε· φώναξε μὲ χαρὰ ἡ κ. Μαρία, καθὼς ἡ οἰκογένεια τὸν ἔχει σὲ μεγάλη εὐλάβεια.
-Δὲν εἶμαι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Μαρία, τῆς εἶπε ὁ ἄγνωστος μοναχός, κοιτάζοντας μὲ συμπόνοια τὸ ἄρρωστο παιδί. Εἶμαι ὁ Ἅγιος Παπουλάκης. Ἦρθα νὰ δῶ τὶ κάνουν τὰ ἐγγόνια τῆς Διαμαντίνας. Συνεχῶς μὲ παρακαλεῖ γιὰ σᾶς.
Ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἐξαφανίστηκε ἀπὸ μπροστά τους. Τὴν ἄλλη μέρα, νωρὶς τὸ πρωί, ὁ οἰκογενειακὸς γιατρός, ἐπικοινώνησε μὲ τὴν οἰκογένεια Ἀργύρη γιὰ νὰ τοὺς ἀνακοινώσει μὲ χαρά, τὴν αἰτία τῆς ἐμπύρετης κατάστασης τοῦ μικροῦ Μάκη. Συγκεκριμένα εἶχε δημιουργηθεῖ φλεγμονὴ στὸ αἷμα ἀπὸ τὸ τσίμπημα παράσιτου (τσιμπουριοῦ). Ἀμέσως τὸ παιδί, μὲ κατάλληλη θεραπεία, ἔγινε ἐντελῶς καλά.
Οἱ εὐτυχεῖς γονεῖς ἐπικοινώνησαν τὴν ἴδια μέρα τηλεφωνικῶς μὲ τοὺς δικούς τους στὴν Ιθάκη γιὰ νὰ τοὺς ἀναγγείλουν τὸ χαρμόσυνο νέο καὶ νὰ τοὺς ἀναθέσουν νὰ ἀνάψουν τὰ καντηλάκια καὶ κεράκια στὸ τάφο τοῦ Ἁγίου.
Τὸ καλοκαίρι δέ, ἐρχόμενοι γιὰ διακοπὲς στὸ νησί, ὁδήγησαν τὸν μικρὸ Εὐθύμιο γιὰ προσκύνημα στὸ τάφο τοῦ Παπουλάκη, στὸν Ἱ. Ν. Ἁγ. Βαρβάρας στὸν Σταυρό, δοξολογώντας καὶ εὐχαριστώντας τὸν Ἅγιο προστάτη τους.
***
Κζ) Τὸ ἔτος 1976 ἡ κ. Ἄννα Δελαπόρτα-Μιχαλοπούλου ἀπὸ τὸ Περαχώρι, ἀρρώστησε ἀπὸ μεταστατικὸ καρκίνο. Ἡ κόρη της Διαμάντω τάχθηκε στὸν Ὅσιο Ἰωακείμ, πρὸς τὸν ὁποῖο τρέφει ἀπεριόριστη εὐλάβεια. Ὁ Ὅσιος εἰσακούοντας τὶς θερμὲς προσευχὲς τῆς πονεμένης κοπέλας, τὴν παρηγόρησε μὲ τὸ ἀκόλουθο ὅραμα: Εἶδε τὸν Ἅγιο νὰ μπαίνει στὸ σπίτι της, ὅπως ἀκριβῶς εἰκονίζεται στὴν προσωπογραφία του, φορώντας παλιὰ καὶ φθαρμένα ράσα.
-Ποιός εἶσαι γέροντα; τὸν ρώτησε;
-Ἐσὺ μὲ κάλεσες παιδί μου.
-Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
-Ἔρχομαι ἀπὸ τὸν Σταυρό, ἀπὸ τὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας.
-Τότε εἶσαι ὁ Ἅγιος Παπουλάκης.
Ὄσιος ἔγνεψε καταφατικά.
-Ἔχω ἀκούσει πὼς θὰ ἀναστηθεῖς. Θὰ ζεῖ τότε ἡ μάνα μου;
-Ὄχι παιδί μου.
-Ἐγὼ θὰ ζήσω νὰ σὲ δῶ;
Ὅσιος ἔγνεψε ξανὰ καταφατικά.
-Ἡ μητέρα μου θὰ γίνει καλά;
-Ναὶ παιδί μου, θὰ γίνει· ἀπάντησε ὁ Ὅσιος καὶ χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια της.
Πράγματι, ἡ κ. Ἄννα τὸν ἑπόμενο χρόνο ἐγχειρίστηκε καὶ ἐνῶ οἱ γιατροί, ἀρχικὰ τῆς εἶχαν δώσει τρεῖς μῆνες ζωῆς, ἔγινε καλά, ἔζησε 12 χρόνια ἀκόμα καὶ πέθανε ἀπὸ ἄλλη ἀρρώστια.
Ἡ κόρη της Διαμάντω εἶχε ξεχάσει ἐντελῶς ὅλο αὐτὸ τὸ χρονικὸ διάστημα νὰ ἐκπληρώσει τὸ τάμα της, νὰ πάει ἕνα καντήλι ἐξαιρετικῆς τέχνης στὸν Ἅγιο Ἰωακείμ. Τὸ ἔτος 1989, μετὰ τὸν θάνατο τῆς μητέρας της, βλέπει αὐτὴ τη φορὰ στὸν ὕπνο της νὰ ἔρχεται ξανὰ στὸ σπίτι της ὁ Ἅγιος.
-Τί θέλεις Γέροντα; τὸν ρώτησε.
-Μὲ ξέχασες παιδί μου.
-Γιατί τὸ λὲς αὐτὸ Παπουλάκη μου;
-Νὰ ξεσκονίσεις τὴν ντουλάπα τῆς μάνας σου καὶ θὰ μὲ βρεῖς.
Τὴν ἄλλη μέρα ψάχνοντας πάνω στὴν ντουλάπα τῆς μητέρας της, βρῆκε τὴν τσάντα μὲ τὸ καντήλι ποὺ ἀπὸ χρόνια εἶχε παραγγείλει καὶ εἶχε ξεχάσει νὰ πάει στὸν Ἅγιο.
***
Κη) Ὁ κ. Μηνᾶς Μανιᾶς, πλοίαρχος, κάτοικος Ἰθάκης, κατὰ τὸ ἔτος 1992 στενοχωριόταν πάρα πολύ, γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας τῆς ὑπέργηρης μητέρας του Βασιλικῆς ἡ ὁποία ἦταν κατάκοιτη λόγῳ σοβαροῦ ἐγκεφαλικοῦ ἐπεισοδίου.
Στὶς 23 Μαΐου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, παρευρέθηκε στὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Ἰωακείμ, μαζὶ μὲ τὴν μικρότερη κόρη του Εὐτυχία. Ἐκεῖ προσευχήθηκε θερμά, γιὰ τὴν ὑγεία τῆς μητέρας του καὶ πῆρε χῶμα καὶ μυρτιὰ ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου.
Αἴτημα τῆς προσευχῆς τοῦ πονεμένου γιοῦ ἦταν νὰ μὴν φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο ἡ μητέρα του γεμάτη πληγές-κατακλίσεις, ποὺ ἤδη εἶχαν κάνει τὴν ἐμφάνισή τους.
Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1992, ἡ ἀσθενὴς μητέρα μεταφέρθηκε γιὰ περισσότερη ἰατρικὴ παρακολούθηση σὲ Οἶκο Εὐγηρίας στὰ Πατήσια. Ἐκεῖ οἱ γιατροί, γνωστοποίησαν στοὺς συγγενεῖς τὶς μηδαμινὲς πιθανότητες ὕφεσης τῶν πληγῶν ἀπὸ τὴν κακὴ κυκλοφορία τοῦ αἵματος.
Ἀμέσως μετά, ὁ κ. Μηνᾶς ἀναγκάστηκε νὰ μπαρκάρει. Τὸν Νοέμβριο ὅμως ξεμπάρκαρε, λόγῳ φοβεροῦ δυστυχήματος στὰ ρωσικὰ παράλια, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴν θεωρεῖ εὐεργέτη του τὸν Ἅγιο Παπουλάκη, τὸν ὁποῖον παιδιόθεν εὐλαβεῖται καὶ τὸ φυλαχτὸ ἀπὸ τὸ τάφο του ἔχει κοντά του πάντοτε.
Τὴν παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 1993 ἐπισκέπτεται τὴν ἄρρωστη μητέρα του στὰ Πατήσια, ὅπου μὲ πολὺ μεγάλη συγκίνηση διαπιστώνει ὅτι ὄχι μόνο εἶχαν κλείσει οἱ πληγές, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε οὔτε τὸ παραμικρὸ σημάδι! Οἱ ἴδιοι οἱ γιατροί, ἀποροῦσαν μὲ τὴν ξεχωριστὴ αὐτὴ περίπτωση.
Ἡ κ. Βασιλική, μίλησε γιὰ λίγο χαρούμενη μὲ τὸν γιό της -ἑνῶ τὶς προηγούμενες μέρες δὲν τὸν ἀναγνώριζε- καὶ κοιμήθηκε τὸ πρωϊνὸ τῆς ἑπομένης, ἡμέρα τῆς ὀνομαστικῆς της ἑορτῆς, σὲ ἡλικία 86 ἐτῶν.
Στὸ φέρετρο τῆς μάνας, ὁ κ. Μηνᾶς τοποθέτησε μὲ εὐλάβεια λίγο χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ, δοξολογώντας τὸν Θεό, καὶ τὸν Ἅγιο τοῦ νησιοῦ του, ποὺ τόσο ταχὺς βοηθός, στάθηκε στὶς προσευχές του.
***
Κθ) Μερικὲς μέρες πρὶν τὴν ἀνακομιδὴ τῶν σεπτῶν λειψάνων του, ὁ Ὅσιος ἐμφανίζεται στὸν ὕπνο τοῦ ἱερέως π. Σπυρίδωνος Φλόκα, στὸ Σταυρό, καὶ τοῦ λέει:
-Στὴν ἀνακομιδή, θὰ σᾶς ἰκανοπιήσω ὅλους!
Τί να σήμαιναν ἄραγε αὐτὰ τὰ ἀποκαλυπτικὰ λόγια τοῦ Ὁσίου; Ἡ ἀπάντηση δόθηκε τὴν ἱερὴ στιγμή, ποὺ βρέθηκε ἡ τιμία κάρα. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀπόσπασης ἀπὸ τὸ χῶμα χωρίστηκε σὲ δύο μεγάλα μέρη, καὶ σὲ ἀρκετὰ μικρότερα.
Ἔτσι λύθηκε τὸ ὀξὺ πρόβλημα κατοχῆς τῆς τιμίας κάρας, διότι οἱ σεβαστοὶ Βατοπεδινοὶ Πατέρες εἶχαν ἐκφράσει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ἐπιθυμία νὰ μεταφερθεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, γεγονός, ποὺ θὰ δυσαρεστοῦσε ἔντονα τοὺς ντόπιους.
Μὲ αὐτὸ τὸν θαυμαστὸ τρόπο, ὁ Ἅγιος διάλεξε νὰ ἰκανοποιήσει τόσο τοὺς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅσο καὶ τοὺς Ἰθακησίους, οἱ ὁποῖοι κατέχουν σήμερα ἀντίστοιχα ὡς ἰδιαίτερη εὐλογία τὰ δύο μεγαλύτερα τεμάχια ἀπὸ τὴν Ἁγία Κάρα.
***
Λ) Τὸ ἔτος 25, ὁ ἱεροσπουδαστὴς Ἠλίας Καραβαντές, κάτοικος Κατερίνης, ὑπέφερε γιὰ τρεῖς μῆνες ἀπὸ δριμεῖς πονοκεφάλους λόγῳ κάποιας μετατοπίσεως τῆς κάτω γνάθου. Ἠ κατάσταση ἦταν ἀπελπιστική, ἰδίως τὶς νύχτες ὅπου οἱ πόνοι ἦταν ἀβάσταχτοι μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ὕπνος του νὰ εἶναι ἐλάχιστος. Οἱ θεράποντες γιατροί, στὸ νοσοκομεῖο τῆς Κατερίνης συνιστοῦσαν στὸν πάσχοντα νὰ κάνει ἐπέμβαση.
Ὁ ἱεροσπουδαστής, βρέθηκε τότε στὴν Ἱ. Μ. Παναγίας Μακρυρράχης, ὅπου τὸν μήνα Μάϊο θὰ ἔκαναν τὴν πρώτη ἀγρυπνία πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ.
Πρὶν ξεκινήσει ἡ ἀγρυπνία οἱ πόνοι ἔκαναν ξανὰ τὴν ἐμφάνισή τους. Ἀμέσως ὁ Ἠλίας παρακάλεσε μὲ πίστη τὸν Ἅγιο, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως εὐλαβεῖται, νὰ σταματήσουν οἱ πονοκέφαλοι τουλάχιστον κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας. Μὲ πόση συγκίνηση ὅμως διαπίστωσε ὅτι ὁ Ἅγιος Ίωακείμ, τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν φοβερὴ αὐτὴ δοκιμασία τελειωτικά! Πράγματι, ἀπὸ ἐκείνη τὴν εὐλογημένη νύχτα τῆς ἀγρυπνίας, ὁ Ἠλίας θεραπεύτηκε καὶ δὲν ξαναενοχλήθηκε ἀπὸ τοὺς τρομεροὺς ἐκείνους πόνους.
***
Λα) Τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 2000 ὁ κ. Ἰωάννης Πέττας, ἀστυνομικὸς στὸ Α. Τ. Ἀργοστολίου Κεφαλληνίας, ἐπέστρεφε στὸ σπίτι του ἀργὰ τὸ βράδυ, ἔπειτα ἀπὸ ἐπίσκεψη σὲ κάποιον φίλο του ποὺ γιόρταζε.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς διαδρομῆς ἔπαθε ἕνα φοβερὸ ἀτύχημα, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ αὐτοκίνητό του νὰ καταστραφεῖ. Ὁ ἴδιος ὅμως δὲν ἔπαθε τὸ παραμικρό!
Ὅταν τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί, πῆγε στὸν τόπο τοῦ ἀτυχήματος, ἀντίκρισε μὲ συγκίνηση ἀπέναντι στὸ κατεστραμμένο ἀμάξι τὴν πλαστικοποιημένη εἰκονίτσα τοῦ Ἁγίου Ἰωακείμ, ὄρθια κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο. Τὴν εἰκόνιτσα τὴν τοῦ εἶχε χαρίσει τὴν προηγούμενη μέρα ἕνας συνάδελφός του καὶ ὁ κ. Πέττας τὴν εἶχε τοποθετήσει ὡς φυλαχτό, στὸ τιμόνι του. Μὲ πολλὰ δάκρυα ἄρχισε τότε νὰ καταφιλεῖ τὴν εἰκονίτσα τοῦ προστάτη Ἁγίου του, στὸν ὁποῖο κατάλαβε ὅτι ὀφείλει τὴν σωτηρία τῆς ζωῆς του.
***
Λβ) Τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 2000 ἡ κ. Ἀναστασία Μπαϊρακτάρη, κάτοικος τῆς πόλεως Χίου, μελετοῦσε μὲ πολλὴ εὐλάβεια τὸ βιβλίο τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Ἰωακείμ, τὸ ὁποῖο τῆς εἶχε χαρίσει ἡ ἀδελφή της κ. Ἀγγέλα Κουντουριάδη, κάτοικος Βροντάδου Χίου. Κάποια μέρα ἔνιωσε ἕνα ἄσχημο προαίσθημα καὶ ἀνάβοντας τὸ καντήλι ἄρχισε νὰ κάνει θερμὴ προσευχή, στὸν Ἅγιο Ἰωακείμ. Τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ γιός της Σταμάτης εἶχε ἕνα πολὺ σοβαρὸ τροχαῖο ἀτύχημα μὲ τὸ αὐτοκίνητό του. Ὅμως μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου, ἐνῶ τὸ ἀμάξι καταστράφηκε ὁλοσχερῶς, ὁ νέος βγῆκε ἀπὸ τὰ συντρίμμια σῶος καὶ ἀβλαβής, δίχως νὰ πάθει τὸ παραμικρό.
***
Λγ) Τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 2007 ἡ σύζυγος καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης παρουσίασε ἔντονους πόνους στὴν κοιλιακὴ χώρα. Ἀμέσως ὁδηγήθηκε σὲ γνωστὸ νοσοκομεῖο τῆς πόλεως, ὅπου οἱ ἐξετάσεις ἔδειξαν ὄγκο στὸ συκώτι πολὺ μεγάλων διαστάσεων. Οἱ θεράποντες γιατροί, ἦταν ἰδιαίτερα ἀνήσυχοι γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ἀσθενοῦς, γιὰ αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως χειρουργεῖο καὶ ἀφαιρέθηκε ὁ ὄγκος. Μετὰ τὴν ἐγχείρηση ὁ Ἀρχιμανδίτης Ν. Σ., καθηγητὴς ἐπίσης στὴν Θεολογικὴ Σχολή, ἦρθε στὴν ἄρρωστη μὲ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ, καὶ διάβασε τὴν Ἱερὰ Παράκλησή του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν θαυμαστό· ἡ βιοψία τοῦ ὄγκου βγῆκε πεντακάθαρη (ἀρνητική), κάτι τὸ ὁποῖο θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς γιατρούς, ἐξαιρετικὰ σπάνια περίπτωση.
***
Λδ) Κατὰ τὸ ἔτος 2003 ἡ μοναχὴ Εὐσεβία τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Ἐλεούσης Καλύμνου ἀντιμετώπιζε μιὰ πολὺ σοβαρὴ δοκιμασία στὴν ὑγεία της. Πρὶν λίγο καιρό, εἶχαν λάβει στὸ μοναστήρι τὴν βιογραφία τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ, τὸν ὁποῖο ἡ συγκεκριμένη μοναχή, τὸν εὐλαβήθηκε πολύ, καὶ προσευχόταν θερμά, γιὰ νὰ τὴν βοηθήσει στὴν ἀσθένειά της. Ἀποφάσισε μάλιστα ὡς ἁγιογράφος τῆς Μονῆς, νὰ ἁγιογραφήσει τὸν Ὅσιο Ἰωακεὶμ στὸ καθολικό, ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους νεοφανεῖς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας.
Καθὼς ξεκίνησε νὰ ἁγιογραφεῖ τὸν Ὅσιο Ἰωακείμ, ἄρχισε νὰ τὸν παρακαλεῖ νὰ συντρέξει στὴν σοβαρὴ δοκιμασία ποὺ ἀντιμετώπιζε στὴν ὑγεία της. Καὶ ὁ Ἅγιος δὲν ἄργησε νὰ ἀνταποκριθεῖ στὸ αἴτημά της. Μὲ ἀφάνταστη συγκίνηση ἡ μοναχὴ Εὐσεβία συνειδητοποίησε ὅτι εἶχε εὐωδιάσει ὁλόκληρος ὁ ναός! Κάλεσε μάλιστα τὴν ἡγουμένη Ἁγνή, καὶ τὶς ὑπόλοιπες μοναχές, ὅπου καὶ αὐτὲς ἔνιωσαν ἔντονη καὶ ἄρρητη εὐωδία παντοῦ!
Ἀπὸ τότε πέρασαν ἀρκετὰ χρόνια δίχως νὰ ὑπάρξει κάποια ἐπιπλοκὴ στὴν ὑγεία τῆς μοναχῆς Εὐσεβίας.
Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονός, ἦταν τὸ ξεκίνημα τῆς ἰδιαίτερης τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ, στὴν ἀκριτικὴ καὶ ἁγιοβάδιστη Κάλυμνο. Τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ἐλεούσης κατέχει μάλιστα ὡς ἰδιαίτερη εὐλογία τεμάχιο ἱεροῦ λειψάνου του.
***
Λε) Τὸ πρωϊνὸ τῆς 29ης Νοεμβρίου 2004 οἱ δάσκαλοι Κ. Κ. καὶ Π. Κ. ξεκίνησαν μὲ τὸ ἀμάξι τοῦ πρώτου ἀπὸ τὸ Βαθύ, γιὰ τὸ χωριὸ Σταυρός, ὅπου βρίσκεται τὸ Δημοτικὸ σχολεῖο τῆς ἐργασίας τους. Ὁ καιρός, ἦταν ψυχρός, καὶ ψιλόβρεχε. Ὁ ὁδηγὸς Κ. Κ. ὁδηγοῦσε προσεχτικὰ στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἔχοντας φυλακτό, πάνω στὸ τιμόνι του τὸ εἰκονάκι τοῦ προστάτη τοῦ νησιοῦ Ἁγίου Ἰωακείμ.
Σὲ μιὰ κλειστὴ στροφὴ τοῦ δρόμου, στὴ τοποθεσία Καλαβρή, μαζὶ μὲ τὸν συνοδηγό, ἀντίκρισαν ἐντελῶς ξαφνικά, ἕνα μεγάλο λευκὸ φορτηγό, νὰ ἔρχεται μὲ ἰλιγγιώδη ταχύτητα καταπάνω τους. Ἀμέσως ὁ Κ. Κ. φώναξε δυνατὰ τὸν Ἅγιο σὲ βοήθεια. Μὲ θαυμαστὴ ἐπέμβαση τότε τοῦ Ἁγίου Ἰωακείμ, τὸ φορτηγό, πέρασε κυριολεκτικά, ξυστὰ ἀπὸ το αὐτοκίνητο καὶ ἐκσφενδονίστηκε μὲ ὁρμὴ στὰ βράχια τοῦ δρόμου, δίχως ὁ ὁδηγὸς Π. Δ. νὰ πάθει τίποτε. Ἐλάχιστα ἑκατοστόμετρα πιὸ μπροστὰ ἄν βρισκόταν, ἡ σύγκρουση θὰ ἦταν ἀναπόφευκτη.
Στὸ σημεῖο ἐκεῖνο τῆς στροφῆς τοῦ δρόμου στήθηκε ἀπὸ τὸν διασωθέντα Κ. Κ. προσκυνητάρι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωακείμ. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴν συγκεκριμένη τοποθεσία ἔχουν ξαναγίνει διάφορα ἀτυχήματα, δίχως ὅμως νὰ κινδυνέψει ἡ ζωὴ κάποιου.
***


Λστ) Ὁ Κωνσταντῖνος Καραΐσκος, κάτοικος Ζωφριὰ Λιοσίων Ἀττικῆς (ὁδὸς Ἐρεχθέους 7) ἔπασχε ἀπὸ καρκίνο. Ἡ ἀσθένεια εἶχε κάνει μετάσταση στὰ ὀστά, καὶ οἱ πόνοι ἦταν δυνατοί. Οἱ ἰατροί συνιστοῦσαν στοὺς δικούς του νὰ μὴν τὸν πιάνουν μὲ ἀπότομες κινήσεις διότι ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ σπάσουν τὰ ὀστά. Μὲ εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ τους π. Γεωργίου Χάρλα, ἐφημερίου τοῦ Ἱ. Ν. Μεταμορφώσεως Ζωφριᾶ ἔφεραν στὸ σπίτι, τεμάχιο τῆς Τιμίας Κάρας τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ, ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ὁσίου τῆς Ἱ. Μ. Γεννήσεως Θεοτόκου Ντάρδιζας.
Ἡ λειψανοθήκη μὲ τὴν Τιμία Κάρα παρέμεινε στὴν οἰκία τοῦ κ. Καραΐσκου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δοκιμασίας του. Ὁ εὐλαβέστατος κ. Κωνσταντῖνος παρακαλοῦσε συνεχῶς τὸν Ἅγιο νὰ γίνει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ὄχι νὰ τὸν θεραπεύσει, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀνακουφίσει ἀπὸ τοὺς πόνους ἔτσι ὥστε νὰ μὴν κουράζει τὴν οἰκογένειά του. Καὶ πράγματι, τὸ θαῦμα ποὺ ἀκολούθησε ἦταν συγκλονιστικό· καθὼς ἡ σύζυγός του κ. Παναγιώτα τὸν σταύρωνε μὲ τὸ ἱερὸ λείψανο στὴν πλάτη του, ἡ Ἁγία Κάρα κολλοῦσε σὰν βεντούζα πάνω στὰ σημεῖα στὰ ὁποῖα ἡ ἀρρώστια εἶχε προχωρήσει καὶ ὁ πόνος ἐξαφανίζοταν!
Ἡ κ. Παναγιώτα παρατηροῦσε ὅτι ἡ Ἁγία Κάρα δύσκολα ξεκολλοῦσε ἀπὸ τὸ δέρμα, ἐνῶ ταυτόχρονα ἔκαιγε ὁλόκληρη σὰν νὰ ἔπαιρνε ἔτσι τοὺς πόνους τοῦ ἀσθενοῦς! Στὴν συνέχεια, κάλεσε τὸν π. Γεώργιο, ὁ ὁποῖος ἔκανε τὸ ἴδιο! Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ σημεῖο τὸ εἶδαν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, λαϊκοί, καὶ κληρικοί.
Ὁ μακαρίτης κ. Κώστας ἀξιώθηκε νὰ δεῖ καὶ ὀφθαλμοφανῶς τὸν Ἅγιο Ἰωακεὶμ μέσα στὸ δωμάτιό του. Ὁ Ἅγιος στεκόταν κοντά του καὶ τὸν κοιτοῦσε στοργικά. Δὲν τὸν ἀκούμπησε ὅμως. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐξήγηση ποὺ ἔδωσε ὁ πνευματικός του, ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε αὐτο τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν Χριστό, διότι ἄν τὸν ἄγγιζε, ὁ ἀσθενὴς θὰ γινόταν καλά, καὶ αὐτὸ θὰ ἦταν ἴσως ἐπιζήμιο γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του.
Ὀφθαλμοφανῶς ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸν Ὅσιο Ἰωακεὶμ καὶ ἡ κόρη του Ἑλένη, ὅταν κάποιο βράδυ ξενυχτοῦσε στὸ μαξιλάρι τοῦ πατέρα της διαβάζοντας τὴν παράκληση τοῦ Ἁγίου. Ὁ Ὅσιος Ἰωακεὶμ πλησίασε τὸ κρεβάτι τοῦ ἀσθενοῦς, δίχως πάλι νὰ ἐπιδιώξει νὰ τὸν ἀγγίξει.
Μὲ αὐτὸ τὸν παιδαγωγικὸ τρόπο ὁ Ἅγιος Ἰωακεὶμ παρηγοροῦσε καὶ ἐνίσχυε τὸν κ. Κώστα, ὥστε νὰ ὑπομένει τὴν ἀσθένεια καρτερικά, καὶ ἀγόγγυστα. Ποτὲ δὲν ἀκούστηκε ἀπὸ τὰ χείλη του τὸ παράπονο: Γιατὶ σὲ μένα Θεέ μου; Ἀντιθέτως, συχνὰ ἔλεγε: Ὅπως θέλει καὶ ὅ,τι θέλει ὁ Κύριος. Ἔτσι μὲ ἐφόδιο τὴ συχνὴ Θεία Κοινωνία και δίχως πόνους, ἐκοιμήθη ὁσιακὰ τὴν 1 Ἀπριλίου 2002, σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν.
Μιὰ φίλη δὲ τῆς οἰκογένειας ἀπὸ τὴν Καλαμάτα ἡ ὁποῖα βασανιζόταν ἀπὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα, εἶδε καὶ αὐτὴ ὀφθαλμοφανῶς τὸν Ἅγιο νὰ μπαίνει στὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας. Ἡ συγκεκριμένη γυναίκα δὲν γνώριζε τίποτε γιὰ τὸν Ὅσιο. Ἄρχιζε τότε πανικόβλητη νὰ φωνάζει δυνατά. Ἀνέφερε τὸ γεγονός, καὶ ἔκπληκτη ἀναγνώρισε τὸν Ὅσιο ἀπὸ τὴν εἰκόνα του.
***
Λζ) Στὴν Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Μακρυρράχης στὴν Πιερία, ὁ Ἅγιος Ἰωακεὶμ τιμᾶται μὲ ἰδιαίτερη εὐλάβεια καὶ θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Προστάτες τῆς Μονῆς. Ὁ κ. Εὐάγγελος Συρόπουλος ἀπὸ τὸ χωριὸ Ρυάκια τῆς Πιερίας, κατὰ τὸ ἔτος 2005, εἶχε πρόβλημα μὲ τὴν καρδιά του. Οἱ γιατροί, τοὺ συνέστησαν νὰ κάνει ἐπέμβαση σὲ νοσοκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης. Θεώρησε καλὸ καὶ εὐλογημένο, πρὶν κάνει τὴν εισαγωγή του στὸ νοσοκομεῖο νὰ πάει στὴν Ἱερὰ Μονή, νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ λάβει τὴν εὐλογία καὶ τὶς εὐχὲς ἀπὸ τὶς δύο ἀδελφὲς τῆς Ἱερὰς Μονῆς. Ἀφοῦ προσκύνησε, ἡ Γερόντισσα τοῦ ἔδωσε ἕνα μικρὸ εἰκονάκι τοῦ Ἁγίου Ἰωακείμ, νὰ τὸ ἔχει μαζί του σὰν φυλακτό.
Ἡ ἐπέμβαση κράτησε τρεῖς ὥρες και στὴν συνέχεια τὸν πῆγαν στὴν ἐντατική, ὅπου κάθισε τρεῖς μέρες. Ἐκεῖ στὴν ἐντατική, ἄν καὶ ἦταν ναρκωμένος, ἄκουγε μόνο ψαλμούς, καὶ ὕμνους καὶ ἔβλεπε ἕναν Γέροντα ὅμοιο μὲ αὐτὸν ποὺ προσκύνησε στὴν Ἱερὰ Μονή, μὲ ἕναν ντορβὰ στὸν ὦμο, νὰ κάθεται δίπλα του καὶ νὰ τὸν παρηγορεῖ, λέγοντάς του νὰ μὴν φοβᾶται και ὅτι ὁ ἴδιος θὰ εἶναι στὸ πλευρό του καὶ θὰ τὸν προστατεύει. Τὴν Τρίτη ἡμέρα, πρὶν βγεῖ ἀπὸ τὴν ἐντατική, τοῦ λέει ὁ Γέροντας:
-Ἐγὼ θὰ φύγω ἀπὸ τὴν ἐντατική, καὶ θὰ πάω ἀλλοῦ ποὺ μὲ ἔχουν ἀνάγκη. Νὰ μὴ φοβᾶσαι, ἔχεις στὸ πλευρό σου δύο μεγάλους σταυρούς, ποὺ προσεύχονται γιὰ σένα· καὶ ἐξαφανίστηκε.
Μετά, ξύπνησε ὁ κ. Συρόπουλος ἐντελῶς ὑγιής, χωρὶς πόνους, κατάσταση ἡ ὁποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Πάντοτε μὲ πολλὴ συγκίνηση διηγεῖται τὸ θαῦμα τοῦ Ὁσίου Ἰωακεὶμ στοὺς προσκυνητὲς τῆς Ἱερὰς Μονῆς.
Τὸ ἔτος 2008 ἐγκαινιάστηκε ἱερὸ παρεκκλήσιο πρὸς τιμὴ τοῦ Ὁσίου στὴν παραπάνω Μονή, στὴν ἀποπεράτωση τοῦ ὁποίου βοήθησε σημαντικὰ ὁ κ. Συρόπουλος, νιώθοντας ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸν συμπαραστάτη του Ἅγιο.
***
Λη)
Ἱερὰ Μητρόπολη Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως
Ἱ. Ν. Ἁγ. Παντελεήμονος Πολίχνης Θεσσαλονίκης
21 Ἰουνίου 2007
Ἀξιότιμε κ. Κωνσταντῖνε Κανέλλο.
Στὴν ἀρχὴ τῆς ἐπιστολῆς μου, γιὰ τὰ δύο τεμάχια ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Ἰωακεὶμ τοῦ Ἰθακησίου ποὺ μὲ τόση συνέπεια μοῦ στείλατε.
Σήμερα, 21 Ἰουνίου, συμπληρώνεται ἀκριβῶς ἕνας μῆνας ἀπὸ τὸ θαῦμα ποὺ μοῦ ἔκανε ὁ Ἅγιος. Ὅλα ξεκίνησαν πρὶν ἕναν χρόνο, ὅταν εἶχα κάποια συμπτώματα στὰ τέλη Αὐγούστου καὶ ἀρχὲς Σεπτεμβρίου τοῦ 2006 καὶ κατάλαβα ὅτι κάτι περίεργο συμβαίνει μὲ ἐμένα. Δὲν εἶπα στὴν πρεσβυτέρα καὶ σὲ κανέναν ἄλλο τὰ συμπτώματά μου ἀπὸ τὸν φόβο νὰ μὴν ἀνησυχοῦν γιὰ μένα καὶ ἔτσι τὰ κράτησα μέσα μου. Ὅμως, ἀρχὲς Φεβρουαρίου εἶπα στὴν πρεσβυτέρα γιὰ τὰ συμπτώματά μου καὶ ἔτσι ἀποφασίσαμε νὰ πᾶμε σὲ ἕναν νευρολόγο γιὰ ἐξέταση. Πῆγα στὸ νοσοκομεῖο Παπαγεωργίου Θεσσαλονίκης στὸν κ. Εὐάγγελο Κούτλα, ὁ ὁποῖος μὲ ἔστειλε νὰ κάνω τὴν πρώτη μαγνητική, ἡ ὁποία ἔδειξε ὅτι σὲ ἕνα δύσκολο σημεῖο τοῦ ἐγκεφάλου ὑπάρχει ἕνας ὄγκος. Μετὰ ἀπὸ μία βδομάδα κάναμε τὴν δεύτερη μαγνητική, ἡ ὁποία ἔδειξε τὸ ἴδιο πράγμα. Πῆγα μὲ τὴν μαγνητική, καὶ στὸν νευροχειρουργὸ Χρῆστο Ἀντωνιάδη ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο Διαλβανικὸ Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν κ. Κούτλα ἀποφάσισαν νὰ ἔρθω γιὰ κανούρια μαγνητικὴ τον Μάϊο γιὰ νὰ δοῦν τὴν ἐξέλιξη τοῦ ὄγκου. Ἄν ὑπῆρχε ἐξέλιξη θὰ ἔμπαινα γιὰ χειρουργεῖο, ἄν ὄχι, θὰ τὸν παρακολουθοῦσαν τακτικά.
Σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα μέχρι τὸν Μάϊο, ἔζησα τοὺς πιὸ δύσκολους μῆνες τῆς ζωῆς μου, ἤμουν μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου. Ὁ Θεὸς μᾶλλον σὲ αὐτὸ τὸ διάστημα δοκίμασε τὴν πίστη μου. Ἐπειδὴ εἶχα μεγάλο φόβο γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μαγνητικῆς τοῦ Μαΐου, ἄν καὶ ὁ κ. Κούτλας μοῦ εἶχε πεῖ νὰ πάω στὴν ἀρχὴ τοῦ μηνός, ἐγὼ ἀποφάσισα νὰ πάω τὴν 21ην (ἡμέρα μνήμης τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης). Κάπου στὶς 15-16 Μαΐου ἕνας φίλος μου μοῦ εἶπε ὅτι ἔχει στὸ σπίτι του τὰ ἱερὰ λείψανα ἑνὸς Ἁγιορείτου Ἁγίου ἀπὸ τὴν Ἰθάκη καὶ ἄν μποροῦσα τὴν ἡμέρα ἐκείνη νὰ τελέσω τὴν Θεία Λειτουργία πρὸς τιμήν του, γιὰ νὰ μὴν μείνει ὁ Ἅγιος χωρὶς Λειτουργία, διότι ἐκεῖνος θὰ ἔλειπε στὸ ἐξωτερικό. Γιὰ μένα, τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἰωακεὶμ τότε μοῦ ἦταν ἄγνωστο, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ μὲ μεγάλη χαρά, δέχτηκα νὰ τελέσω τὴν Θεία Λειτουργία πρὸς τιμήν του. Οἱ μέρες περνοῦσαν καὶ στὶς 18 ἤ 19 Μαΐου πῆρα τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ιωακείμ, διότι στὶς 20 τοῦ μηνός (Κυριακή), θὰ εἴχαμε τὴν Θεία Λειτουργία στὰ ρουμάνικα καὶ θὰ ἔρχόταν καὶ ἕνα πούλμαν ἀπὸ τὴν Τιμισοάρα συνοδευόμενο ἀπὸ ἕναν ἱερέα καὶ τὰ πῆγα νὰ τὰ προσκυνήσουν καὶ αὐτοί. Τὸ Σάββατο, ἔτσι ὅπως ἑτοίμασα τὰ λείψανα γιὰ νὰ τὰ πάρω τὴν ἑπόμενη μέρα, ἔλεγα στὸν Ἅγιο:
-Ἅγιε Ἰωακείμ, ἄν μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσεις νὰ βρῶ χρήματα γιὰ μιὰ εἰκόνα ποὺ θέλω νὰ κάνω γιὰ ἕναν Ἅγιο· καὶ λέγοντας αὐτά, ἑτοιμάστηκα γιὰ τὴν ἑπόμενη μέρα.
Στὶς 20 Μαΐου τελέσαμε τὴν Θεία Λειτουργία μαζὶ μὲ τὸν π. Ἰωάννη ἀπὸ την Τιμοσοάρα καὶ μετὰ τὸ τέλος της, ἔβγαλα γιὰ προσκύνημα τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἰωακεὶμ καὶ τοὺς εἶπα νὰ γράψουν τὰ ὀνόματά τους διότι τὴν Τετάρτη γιορτάζει καὶ θὰ τελέσω τὴν Θεία Λειτουργία μὲ παράκληση καὶ θὰ τοὺς μνημονεύω στὴν παράκληση. Τοὺς ἐπισήμανα ὅμως νὰ μὴν βάλουν λεφτὰ μέσα στὰ χαρτιά, ἐπειδὴ σκέφτηκα ὅτι αὐτοὶ ἦρθαν γιὰ προσκύνημα καὶ θὰ τὰ ἔχουν ἀνάγκη τὰ λεφτά, γιὰ ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶνε καὶ ἐξάλλου δὲν χρειαζόταν. Μετὰ ποὺ ἔφυγαν ἄλλοι, μάζεψα τὰ ὀνόματα μὲ τὰ χρήματα ποὺ ἄφησαν, καὶ ὅταν τὰ μέτρησα, ὤ τοῦ θαύματος, ἦταν ἀκριβῶς τὸ ποσὸ τῆς εἰκόνας. Αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο θαῦμα τοῦ Ἁγίου Ἰωακεὶμ ποὺ ἔκανε σὲ μένα.
Αὐτὸ τὸ συμβάν, μοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση καὶ ἄρχισα νὰ ἔχω εὐλάβεια αὐτὸν τὸν Ἅγιο. Τὴν ἑπόμενη μέρα, μετὰ ποὺ τέλεσα Θεία Λειτουργία, πῆγα στὸ νοσοκομεῖο Παπαγεωργίου νὰ κάνω τὴν μαγνητική. Πρὶν μπῶ γιὰ μαγνητική, προσκύνησα τὰ λείψανά του καὶ τοῦ εἶπα:
-Ἅγιε, ἄν θὰ μὲ κάνεις καλά, ἐγὼ κάθε χρόνο στὴν ἑορτή σου θὰ σοῦ κάνω Λειτουργία μὲ παράκληση.
Καὶ ἔτσι μπῆκα γιὰ τὴν μαγνητική. Τὴν ἑπόμενη μέρα τὸ πρωί, μὲ πῆρε τηλέφωνο ὁ γιατρός, γιὰ νὰ μοῦ δώσει τὰ ἀποτελέσματα τῆς μαγνητικῆς καὶ μοῦ εἶπε ὅτι κάποιο θαῦμα ἔγινε μᾶλλον μὲ μένα, διότι αὐτὴ τὴν φορά, βγῆκε καθαρή, καὶ σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο βρῆκε ἕνα ἀγγεῖο βουλωμένο ποὺ δὲν εἶναι τίποτε τὸ ἀνησυχητικό. Αὐτὸ τὸ θαῦμα μὲ γέμισε χαρά, καὶ ἄρχισα νὰ ἔχω μεγάλη εὐλάβεια στὸν Ἅγιο, καὶ ἤθελα, κάτι παράξενο γιὰ μένα, νὰ ἔχω ἕνα μικρὸ τεμάχιο λειψάνων τοῦ Ἁγίου. Τὴν ἴδια μέρα, κάτι μὲ ἔσπρωχνε νὰ πάω σὲ ἕνα ἱερορραφεῖο, ὅπου εἶχα παραγγείλει ἕνα ἐπιτραχήλιο ἐδῶ καὶ πολὺ καιρό,διότι σκέφτηκα γιὰ τὸν ἑσπερινὸ τοῦ Ἁγίου νὰ ἔχω καινούριο ἐπιτραχήλιο. Ἐκεῖ, μᾶλλον μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Ἁγίου, συνάντησα τὸν π. Δημήτριο Καββαδία καὶ τοῦ εἶπα γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ μοῦ συνέβηκε καὶ ὅτι θὰ ἤθελα νὰ ἔχω λείψανα. Τὸτε αὐτὸς μοῦ ἀνέφερε ὅτι ἔχει πολλὲς σχέσεις μὲ τὸν Ἅγιο καὶ μὲ τὸ νησί, καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ τηλέφωνό σας. Μπορῶ νὰ σᾶς πῶ ὅτι ὁ π. Καββαδίας ἦταν ὁ δεύτερος ποὺ ἔμαθε γιὰ τὸ θαῦμα μετὰ τὴν πρεσβυτέρα μου.
Μετὰ ἀπὸ μία βδομάδα ἔμαθα ὅτι σὲ ἐκεῖνο τὸ γκροὺπ ἀπὸ τὴν Ρουμανία ἦταν μία κύρια ἡ ὁποία ἔπασχε ἀπὸ καρκίνο ἐδῶ καὶ ἑφτὰ χρόνια καὶ μετὰ ποὺ πῆγε γιὰ καινούρια ἐξέταση τῆς εἶπαν ὅτι δὲν ἔγινε τίποτε καὶ ὅτι ἔγινε καλά. Αὐτὲς εἶναι ἐξ ὀλίγων ἡ ἐμπειρία καὶ ἡ γνωριμία μου μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωακεὶμ τῆς Ἰθάκης.
Μὲ ἰδιαίτερη ἐκτίμηση
π. Βικέντιος Κουρελάρου
***

Λθ)
Αἰδ. πατὴρ Θεοδόσιε.
Εἶμαι ὁ Ἀδάμος Χριστοφῆ, Ἀγλαντζιώτης γηγενής, γεννηθεὶς στὶς 22/3/1923.
Τὸ ἔτος 2003 ἀποφασίσαμε σὰν ἐκδρομικὸς σύνδεσμος νὰ ἐπισκεφθοῦμε κατὰ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα τὴν Κέρκυρα γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὴν ἀκολουθία τῶν Παθῶν καὶ τὴν χαρμόσυνο Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὴ ταλαιπωρία λόγῳ τῆς μεγάλης κοσμοσυρροῆς, φαίνεται ὅτι πῆρα ἕνα σοβαρὸ κρυολόγημα καὶ ὅταν γυρίσαμε στὴν Κύπρο ἐπισκέφθηκα τὸν γιατρό μου, ὁ ὁποῖος διεπίστωσε ὅτι ἔπαθα ὀξεία δηλητηρίαση τῶν πνευμόνων καὶ μὲ στέλλει ἐπιεγόντως στὸ Γεν. Νοσοκομεῖο Λευκωσίας γιὰ ἐξετάσεις καὶ περίθαλψη. Ἡ κατάστασή μου, ὅπως ἐφάνη καθημερινῶς, ἐπήγαινε στὸ χειρότερο, ὅπου μετὰ παρέλευσης ἕνὸς μηνὸς παραμονῆς μου στὸ Νοσοκομεῖο οἱ γιατροί, διεπίστωσαν ὅτι ἀπὸ ἐπιστημονικῆς πλευράς· δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα, ἡ κατάσταση τοῦ ἀρρώστου εἶναι ἀπελπιστική, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ὁ Θεός. Ἦτο μέρα Πέμπτη καὶ εἶπαν στοὺς δικούς μου ὅτι ἴσως ζήσω ὡς τὸ Σάββατο ἤ τὴν Κυριακή. Ἐν τῷ μεταξύ, ἐγὼ δὲν αἰσθανόμουν τίποτε καὶ ἔμενα σὲ ἀφασία χωρὶς νὰ ἀκούω καὶ χωρὶς νὰ βλέπω.
Τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς βλέπω μέσα ἀπὸ τὴν ἀναισθησία μου ἕνα καλόγερο νὰ περνᾶ ἀπὸ κοντά μου. φοροῦσε μαύρο ράσο χωρὶς σκούφο μὲ πυκνὰ μαλλιά, καὶ γένια. Ἐγὼ τοῦ λέω: Ἐσὺ ποιός εἶσαι; Καὶ μοῦ ἀπαντᾶ: Εἶμαι ὁ Ἅγιος Ἰωακείμ, καὶ πηγαίνω ἐπάνω. Αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ἀφοῦ ξημέρωσε ἡ Κυριακή, ἤμουν ζωντανός, ὡς ἐκ θαύματος. Ἄνοιξα τὰ μάτια μου καὶ ἄρχισα νὰ καταλαβαίνω τὰ παιδιά μου ποὺ ἦσαν γύρω στὸ κρεβάτι μου. μέχρι τὴν ἑπομένη Κυριακή –δοξάζω καὶ προσκυνῶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου μου- κατόρθωσα νὰ σηκωθῶ, νὰ περπατήσω καὶ σὲ 2-3 μέρες ἔγινα ἐντελῶς καλά, καὶ ἐξῆλθα τοῦ νοσοκομείου καὶ φθάνω στὸ σπίτι μου, ὅπου τοὺς διηγήθηκα τὶ εἶχε συμβεῖ. Σημειώσατε ὅτι οὐδέποτε γνώριζα ἤ ἄκουσα ἄν ὑπῆρχε τέτοιος Ἅγιος μὲ τὸ ὄνομα ἸωακεὶμΠαπουλάκης. Ἦτο τελείως ἄγνωστός μου, ὥσπου ἀπὸ διήγηση στὸν κύκλο μου τὶ ἀκριβῶς συνέβη κατόρθωσα νὰ ἀνακαλύψω τὸ βιβλίο τῆς βιογραφίας του ὡς καὶ τὴν ἁγία εἰκόνα του ποὺ τὴν ἔχω πάντοτε δίπλα μου καὶ προσεύχομαι καὶ προσκυνῶ. Πάντοτε δοξάζω τὸ ἅγιο ὄνομά του καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ ἀξιώσει ὁ Θεός, να ἔλθω στὴν Ἰθάκη νὰ προσκυνήσω τὰ ἅγιά του λείψανα.
Ἀδάμος Χριστοφῆ.
Θερμοπυλῶν 19, Ἀγλαντζιά. Τ. Τ. 2102, Λευκωσία Κύπρος
11/10/2004

***