Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Θαυμαστὴ ὀπτασία τοῦ μοναχοῦ Γενναδίου τοῦ Νεοσκητιώτου περὶ τοῦ Τιμίου Ξύλου.

Θαυμαστὴ ὀπτασία τοῦ μοναχοῦ Γενναδίου τοῦ Νεοσκητιώτου περὶ τοῦ Τιμίου Ξύλου.
Κατὰ τὴν 14ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1967, ὁ γερο-Γεννάδιος πῆγε στὴν ἑορτὴ τῆς Ξηροποτάμου. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσκύνησης καὶ τοῦ ἀσπασμοῦ στοὺς αἴνους, ἔβλεπε ὅτι ἀπὸ τὸ Τίμιο Ξύλο ἀνέβλυζαν φλόγες πυρὸς καὶ ὁ πέριξ χῶρος ὅλος ὡς νὰ φλεγόταν. Αὐτὰ βλέποντας, θαύμαζε καὶ ἔλεγε στὸν ἑαυτό του: «Πῶς γίνεται, οἱ ἀδελφοὶ μοναχοὶ νὰ πλησιάζουν καὶ νὰ ἀσπάζονται τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ δὲν κατακαίονται;» Καὶ φοβόταν νὰ πλησιάσει νὰ προσκυνήσει καὶ αὐτός, προσευχόμενος στὴν Παναγία νὰ τὸν βοηθήσει. Καὶ ὅταν πλησίασε, οἱ φαινόμενες φλόγες τοῦ πυρὸς σβήσθηκαν καὶ προσκύνησε ἄνετα.
***

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ

Δαιμονικὸ συμβὰν εἰς τὸν δόκιμο τῆς Διονυσίου Ἰωάννη.

Δαιμονικὸ συμβὰν εἰς τὸν δόκιμο τῆς Διονυσίου Ἰωάννη.
Τὸ 1925, κοινοβίασε στὴν Μονὴ Διονυσίου ἕνας νέος, 25 ἐτῶν περίπου ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Ἐδέσσης, ὀνόματι Ἰωάννης. Ὑπηρετοῦσε στὴν ἀρχὴ γιὰ ἕνα μῆνα στὸ ἀρχονταρίκι καὶ μετὰ ἀπεστάλη στὸ Μονοξυλίτη, μετὰ τοῦ Γέροντος Ἰακώβου. Κατὰ τὸν πλοῦν στὴν θάλασσα, ἐξεδήλωσε τὴν τοῦ δαίμονος ἐνέργεια καὶ ἄρχιζε νὰ φωνάζει, τὰ τραγουδᾶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Αὐτὸ βλέπων ἀπροσδοκήτως ὁ γερο-Ἰάκωβος, τὸν ἀπέστειλε μὲ ἄλλη βράκα στὴν Μονή, ὅπου τὸν περιόρισαν εἰς τὸ πρὸς τὴν θάλασσα παρακείμενο τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου κελλί, διορίσαντες τὸν γηροκόμον νὰ τὸν ἐπιβλέπει καὶ νὰ τοῦ δίδει μόνο ψωμὶ καὶ νερό. Καὶ μέσα στὸ κελλί, συνέχιζε νὰ τραγουδᾶ μὲ μεγάλες φωνὲς καὶ νὰ χορεύει καὶ νὰ χτυπᾶ τὰ πόδια του στὸ πάτωμα. Ἔφθασε σὲ σημεῖο ἐξαντλήσεως καὶ κρίθηκε εὔλογο, τὶς νύχτες, μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο, νὰ τοῦ δένουν χέρια καὶ πόδια. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ ἀπόγευμα, κατὰ τὴν ὁρισμένη ὤρα, ἕνας δυνατὸς καὶ ἔμπειρος σὲ αὐτὰ μοναχός, ἔφερε ἕνα καινούργιο σχοινὶ καὶ τὸν ἔδεσε τόσο σφιχτὰ στὴν κολώνα, ὥστε δὲν μποροῦσε οὔτε βῆμα νὰ σαλεύσει. Ὁ δὲ Γιάννης, ἢ μᾶλλον ὁ ἐντός του δαίμων, ἔλεγε: «Δέσε με, καλόγερε, καὶ θὰ δῆς ποὺ θὰ πᾶνε αὐτὰ τὰ σχοινιά». Καὶ πράγματι, μετὰ ἀπὸ δύο ὧρες, ὁ Γιάννης ἦταν τελείως λυτό, τὸ δὲ σχοινὶ βρέθηκε πεταγμένο κάτω στὸν κήπο. Τὴν ἄλλη νύχτα τὸν σφιχτόδεσαν πάλι καὶ πάλι βρέθηκε λυτός. Ἕνα βράδυ, μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο, κουρασμένος ἀπὸ τὸν χορό, ζητοῦσε νὰ τοῦ δώσουν νερὸ νὰ δροσισθῆ. Ἔτρεξε ὁ γερο-Βησσαρίων, γέμισε ἕνα κανάτι, μισὴ ὀκᾶ ἀπὸ τὴν βρύση καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ τοῦ τὸ δώσει. Ὁ γερο-Λάζαρος ἔῤῥιξε μέσα στὸ κανάτι καὶ λίγο ἁγιασμό. Ὁ Γιάννης, λαχανιασμένος ὅπως ἦταν, ἄρχισε νὰ τὸ πίνει μὲ λαχτάρα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγες σταγόνες, τὸ ἔφτυσε καὶ τὸ ἔῤῥιξε στὸ πρόσωπο τοῦ γερο-Βησσαρίωνος, φωνάζοντας: «Μὲ ἔκαψες, καλόγερε, μὲ ἔκαψες». Ὕστερα, τοῦ δώσαμε ἄλλο νερὸ ἁπλό καὶ τὸ ἔπιε μετὰ βουλιμίας. Μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα ἄρχιζε νὰ βρίζει τὰ θεῖα καὶ τὴν Θεία Κοινωνία. Τότε, κάποιος ἀδελφός, τοῦ ἔδωσε ἕνα ῥάπισμα στὸ πρόσωπο μὲ ὅση δύναμη εἶχε. Τότε, ὁ Γιάννης, ἀντὶ νὰ ὀργισθῆ, εἶπε μὲ πραεῖα καὶ ἤρεμη φωνή: «Τὸ περίμενα αὐτό. Δὲν πειράζει». Καὶ ἡσύχασε. Ἀφοῦ τὰ σχοινιὰ δὲν τὸν βαστοῦσαν, τὸν ἔδεσαν μὲ ἁλυσίδα καὶ ἔτσι δὲν μποροῦσε νὰ λυθῆ μόνος του. Μετὰ μηνιαῖο διάβασμα εὐχῶν καὶ ἐξορκισμῶν, βελτιώθηκε ἡ κατάσταση του καὶ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα ἔφυγε ἀπὸ τὴν Μονή.Ὅταν ὁ ἱερέας τοῦ διάβαζε τὶς εὐχές, τοῦ ἔβαζε τὸ πετραχήλι πάνω στὸ κεφάλι του καὶ ἐκεῖνος φώναζε: «Βγάλε το αὐτὸ ἀπὸ πάνω μου! Βγάλε το δὲν τὸ βαστῶ. Μὲ γέμισες δυσωδία. Βρωμᾶ ἀπαίσια». Στὴν ἐρώτησή μας, τί φοβᾶται περισσότερο· τὸν ἁγιασμό, τὸ ἀντίδωρο ἢ τὴν Θεία Κοινωνία, ὁ δαίμονας ἀπάντησε: «Ἐὰν φυλάγετε αὐτὸ ποὺ μεταλαμβάνετε στὴν ἐκκλησία, κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σᾶς βλάψει».
***

Διήγηση τοῦ μοναχοῦ Λεοντίου, περὶ παθήματος αὐτοῦ.

Διήγηση τοῦ μοναχοῦ Λεοντίου, περὶ παθήματος αὐτοῦ.
«Δὲν θυμᾶμαι ἀκριβῶς ποῖος χρὄνος ἦταν, τὸ 1916 ἢ 17, ὅταν ὁ μακαρίτης ὁ Γέροντάς μου μὲ προέτρεπε νὰ βάλω μετάνοια νὰ πάω στὸν μῦλο τῶν Μαριανῶν ὡς κελλάρης, ἀλλὰ ἐγώ, ἐπειδὴ δὲν μοῦ ἄρεσε τὸ μετόχι αὐτό, ἀρνιόμουν μὲ διάφορες δικαιολογίες. Ὁ μακαρίτης ὁ Γέροντάς μου, προσπαθοῦσε νὰ ἄρει τὶς δικαιολογίες μου, λέγοντάς με ὅτι θὰ μὲ οἰκονομήσει σὲ ὅλα, ἀλλὰ ἐγὼ ἀντέλεγα, μὲ τὴν συνηθισμένη ἰδιοτροπία μου. Ὅταν πλέον ἀπηύδησε καὶ μὲ βαρέθηκε καὶ ἀγανακτισμένος ἄφησε τὴν ὑπόθεση στὸν Τίμιο Πρόδρομο καὶ ἔτσι ἀνεχώρησα ἀπὸ τὸ ἡγουμενεῖο, πηγαίνοντας στὸ κελλί μου. Κατὰ τὶς 2 μὲ 3 ἡ ὥρα τὴν νύχτα, βλέπω ἕναν φοβερὸ γίγαντα στὴν κάμαρα μου μὲ ἕναν βούρδουλα στὸ χερὶ καὶ καθὼς κοιμόμουν, ξύπνησα καὶ σηκώθηκα ἀπὸ τὸν τρόμο μου. Μὲ ἀρχίζει τὸ μαστίγωμα, λέγοντας συγχρόνως: «Τί καλόγερος εἶσαι ἐσύ; Γιατί δὲν κάνεις ὑπακοή;» Ἐγὼ ἄρχισα νὰ κλαίω καὶ νὰ τὸν παρακαλῶ νὰ πάψει νὰ μὲ χτυπᾶ καὶ θὰ κάμω εἰς τὸ ἑξῆς ὑπακοή. Ἀμέσως, ἔγινε ἄφαντος. Ἐγώ, πῆγα κλαίοντας στὸν Ἡγούμενο ζητώντας του νὰ μου διαβάσει συγχωρητική εὐχή, καὶ τὴν ἄλλη μέρα, μὲ τὶς ἀποσκευές μου ἀνὰ χεῖρας, ἀναχώρησα διὰ τὰ Μαριανά.»
***

Διήγηση Ἀνθίμου μοναχοῦ περὶ θαύματος τοῦ Ἁγίου Νήφωνος.

Διήγηση Ἀνθίμου μοναχοῦ περὶ θαύματος τοῦ Ἁγίου Νήφωνος.
«Ὅταν ἤμουν κελλάρης στὸ μετόχι τῆς Καλαμαριάς, τὸ 1919, μία ἐποχὴ ἀῤῥώστησα ἀπὸ κρυολόγημα. Πιάσθηκε ὅλο μου τὸ σῶμα. Μὲ πονοῦσαν ὅλα τὰ κόκκαλα καὶ ὅλες οἱ κλειδώσεις, τὸ κεφάλι μου πήγαινε νὰ σπάσει ἀπὸ τὸν πόνο, ἔφραξε καὶ ὁ λαιμός μου καὶ εἶχα πολὺ ὑψηλὸ πυρετό. Ἦλθα σὲ τέτοια ἀτονία, ὅπου ἔβλεπα φανερὰ πλέον τὸν θάνατο νὰ πλησιάζει. Κατὰ τὴν 14ην ἡμέρα τῆς ἀσθενείας μου, τὸ ἀπόγευμα, βλέπω στὸν ὕπνο μου ὅτι μὲ ἐπισκέφθηκε ἕνας μοναχὸς γέροντας καὶ λευκογένειος, μετρίου ἀναστήματος. Μὲ ῥώτησε γιὰ τὴν ἀσθένειά μου καὶ ποῦ πονῶ. Τοῦ ἔδειξα τὸ κεφάλι καὶ τὸν λαιμό μου καὶ αὐτὸς ἀφοῦ μὲ εὐλόγησε στὸ κεφάλι μου, μὲ χάϊδεψε καὶ μάλαξε τὸν λαιμό μου καὶ παρηγορώντας με, μοῦ εἶπε νὰ μὴν κλαίω καὶ ἡ ἀσθένεια μου θὰ περάσει καὶ γίων καλά. Σὲ ἐρώτησή μου ποῖος ἦταν, μοῦ εἶπε ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Νήφων, ὁ ὁποῖος πάντοτε παρακαλεῖ τὸν Χριστὸν γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ἀφοῦ ξύπνησα ἀμέσως, αἰσθάνθηκα καλλιτέρευση τῆς ὑγείας μου καὶ εὐχαρίστησα τὸν Ἅγιο».
***


Διήγηση τοῦ γερο-Δαβίδ, τοῦ Διονυσιάτου, περὶ θαύματος τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ.

Διήγηση τοῦ γερο-Δαβίδ, τοῦ Διονυσιάτου, περὶ θαύματος τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ.
«Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1961, ἐργάζομουν στὸ Κάθισμα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ μπόλιασα ἕνα κλῆμα ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, πρὸς τὴν μεριὰ τοῦ ἱεροῦ, βάζοντας τὰ γυαλιά μου. Ἀφοῦ τελειώσα, ἄφησα τα γυαλιά μου μαζὶ μὲ τὴν θήκη δίπλα ἀπὸ τὸ κλῆμα καὶ τὰ ξέχασα ἐντελῶς. Μετὰ ἀπὸ δύο ὧρες, τὰ θυμήθηκα καὶ πῆγα στὸ μέρος ποὺ τὰ εἶχα ἀφήσει ἀλλὰ δὲν τὰ βρῆκα. Τὴν ἄλλη μέρα πῆγα πάλι στὸ ἴδιο μέρος, ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν τὰ βρῆκα. Αὐτὸ γινόταν συνέχεια ἐπὶ 5 μέρες, ὁπότε, ἀφοῦ ἀπελπίσθηκα, θυμήθηκα τὸν Ἅγιο Μηνᾶ καὶ ἄναψα μία λαμπάδα, κάνοντας καὶ κομποσχοίνι, μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα του, ποὺ ὑπάρχει στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἀκαθίστου. Ἀφοῦ τὴν ἄναψα, πῆγα πάλι στὸ ἴδιο μέρος καί, ὢ τοῦ θαύματος! Μόλις πλησίασα, ἀμέσως τὰ εἶδα μὲ τὴν θήκη, ὅπως ἀκριβῶς τὰ εἶχα ἀφήσει».
***

Διήγηση τοῦ γερο-Ἀβραμίου Διονυσιάτου, περὶ θαυματουργίας τοῦ Ἁγίου Μοδέστου εἰς Τοῦρκο.

Διήγηση τοῦ γερο-Ἀβραμίου Διονυσιάτου, περὶ θαυματουργίας τοῦ Ἁγίου Μοδέστου εἰς Τοῦρκο.
«Πρὸ τοῦ 1900, στὴν ἀγέλη τῆς Μονῆς, στὸ μετόχι στὴν Συκιὰ Χαλκιδικῆς, εἴχαμε ἕνα βαρβάτο γαϊδούρι γιὰ τὶς φοράδες, μὰ πολὺ ἀνδρειωμένο, ἔπνιγε ὅλα τὰ ἄλλα ζῶα καὶ οἱ Συκιῶτες τὸ ἤξεραν. Κάποτε, μᾶς ἐπισκέφθηκε ἕνας Τοῦρκος ὑπάλληλος μὲ ἕνα καλὸ ἄλογο. Τὸν φιλεύσαμε, τὸν φιλοξενήσαμε τὸ βράδυ καὶ τὴν ἄλλη μέρα, ἔψαχνε ὁ κακομοίρης τὸ ἄλογό του, μὰ ὁ γάϊδαρος τὸ εἶχε πνίξει. Ἔμαθε ὅμως, ὅτι ὁ Ἅγιος Μόδεστος, ὅπου τοῦ ἔχουμε ἐκκλησία, εἶναι θαυματουργός, ἰδιαιτέρως γιὰ τὰ ζῶα, ἀγόρασε δύο ὀκάδες κερί, τὸ ἔκανε λαμπάδες καὶ διέταξε νὰ καίνε οἱ λαμπάδες ἐπὶ μία ἑβδομάδα ἀκατάπαυστα, μέχρι νὰ τιμωρηθεῖ ὁ γάϊδαρος. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ὕστερα ἀπὸ τρεῖς μέρες, ἦλθαν τρεῖς λύκοι καὶ ἔφαγαν τὸν γάϊδαρο καὶ ἱκανοποιήθηκε ὁ Τοῦρκος».
***

Θαῦμα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων σὲ μοναχὸ τῆς Μονῆς Διονυσίου.

Θαῦμα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων σὲ μοναχὸ τῆς Μονῆς Διονυσίου.
Διηγεῖται ἀδελφός:
«Ἐγώ, ἀπὸ δεκαετίας, κατὰ χρονικὲς περιόδους, προσβάλλομαι ἀπὸ κατώδυνη ὀσφυαλγία, δηλαδή, ὡς κοινῶς τὴν λένε οἱ πολλοί, ἀπὸ τὴν μέση μου. Τουλάχιστον δύο φορὲς τὸ ἔτος μὲ πιάνει ὁ πόνος αὐτὸς καὶ ἐπὶ μία σχεδὸν ἑβδομάδα, ὑποφέρω πολύ. Ἕνα τέτοιο μοῦ συνέβηκε πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες, καὶ δὲν θέλησα νὰ ἐνοχλήσω τὸν νοσοκόμο, ἀλλὰ ἔτρεξα ἀμέσως στὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, γονάτισα, τοὺς παρακάλεσα νὰ μὲ ἰατρεύσουν καὶ ἄλειψα τὸ πάσχον μέρος μὲ λίγο βαμβάκι μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι τους, σιγοψάλλων συγχρόνως καὶ τὸ ἀπολυτίκιό τους. Καί, ὢ τοῦ θαῦματος! Μετὰ τὴν ἐπάλειψη τοῦ ἁγίου ἐλαίου, ἀμέσως αἰσθάνθηκα μικρὴ ἀνακούφιση καὶ μέχρι τὸ πρωΐ ἔγινα ἐντελῶς καλά»
***

Θαῦμα στὸν μοναχὸ Λάζαρο Διονυσιάτη, ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους.

Θαῦμα στὸν μοναχὸ Λάζαρο Διονυσιάτη, ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους.
Διηγεῖται ὁ γερο-Λάζαρος:
«Τὸ 1916, ἀρχάριος τότε καὶ ἐργαζόμενος στὸ μετόχι τῆς Μονῆς μας στὸ Γομάτι Χαλκιδικῆς, στὸ καλούμενο Δεβελίκια, προσεβλήθην ἀπὸ ἐλονοσία. Τόσο ἐξασθένησε ὁ ὀργανισμός μου, ὥστε κατάντησα σχεδὸν ἡμιπαράλυτος. Σὺν τῷ χρόνῳ ἀνέῤῥωσα, ἀλλὰ προσεβλήθην τότε ἀπὸ ῥευματικὴ πολυαρθρίτιδα στὴν κμήμη τοῦ δεξιοῦ μου ποδιοῦ, ὅπου καὶ σχηματίσθηκαν κιρσοὶ ἀπὸ φλεβίτιδα. Ἡ κατάστασή μου, ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ χειροτέρευε, οἱ πόνοι πολλαπλασιάζονταν καὶ ἡ κνήμη ἔγινε κατακόκκινη ἀπὸ ἐσωτερικὴ φλόγωση. Διέκοψα ἐπὶ ἕνα καὶ πλέον μῆνα τὶς ἀκολουθίες στὴν ἐκκλησία, γιατὶ δὲν μποροῦσα νὰ σταθῶ οὔτε ὄρθιος, οὔτε καθήμενος· μόνο ξαπλωμένος στὸ κρεββάτι ἀνακουφιζόμουν καὶ δὲν πονοῦσα.
Ἔφθασε ἡ ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, στὶς 1 Νοεμβρίου τοῦ 1954, κατὰ τὴν ὁποία ἔκανα κουράγιο καὶ ἀνέβηκα στὸ Καθολικό γιὰ νὰ παρακολουθήσω τὴν ἀγρυπνία. Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια, οἱ πόνοι διαρκῶς μὲ ἐνοχλοῦσαν· σουβλιὲς δριμύτατες ἀπὸ τὸ γόνατο μέχρι τὸ κάτω ἄκρο τῆς κνήμης καὶ πέριξ αὐτῆς. Μετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθου, ὁ Πνευματικὸς παπα-Διονύσιος τέλεσε τὴν Θεία Λειτουργία στὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Ὅμως, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἄρχισε ἡ Θεία Λειτουργία δὲν αἰσθάνθηκα οὔτε τὸν ἐλάχιστο πόνο πλέον. Οἱ συνηθισμένες σουβλιὲς ἐξαφανίσθησαν, τὸ πόδι μου ἦλθε στὴν φυσική του κατάσταση, ἔφυγε, χάθηκε ἡ κοκκινίλα, ξεπρίσθηκαν οἱ φλέβεες καὶ ἐπανῆλθαν πάλιν εἰς τὴν πρότερη ὑγιῆ κατάσταση, μὲ τὴν βοήθεια τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, τοὺς ὁποίους ἀπὸ ψυχῆς καὶ καρδίας εὐχαριστῶ, καὶ συνέθεσα δὲ πρὸς τιμὴ αὐτῶν καὶ τὸ ἀκόλουθο μεγαλυνάριο, τὸ ὁποῖο ψάλλω μπροστὰ στὴν ἁγία εἰκόνα τους, κάθε φορὰ ποὺ ἀνάβω τὴν κανδήλα τους:
«Ἀπὸ τῶν ἐγκάτων μου τῆς ψυχῆς,
ὁ πτωχὸς οἰκέτης εὐγνωμόνως εὐχαριστῶ,
ὑμᾶς τοὺς Ἀναργύρους, Κοσμᾶν Δαμιανόν τε,
διὰ τὴν θεραπείαν, ἥν μοι παρέσχετε».
***

Διήγηση τοῦ μοναχοῦ Θεοδούλου, περὶ θαύματος τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου.

Διήγηση τοῦ μοναχοῦ Θεοδούλου, περὶ θαύματος τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου.
«Κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστο τοῦ 1956, ἦλθα μαζὶ μὲ τὸν ἐργάτη τῆς Μονῆς, Αναστάσιο Αὐγέρου ἐκ Συκιᾶς Χαλκιδικῆς, στὸ ἀγρόκτημα μας στὸ βουνό, τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου καὶ ἐκεῖ βάζαμε κρεμμύδια εἰς τὸ κάτω, τελευταῖο πεζούλι. Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα γιὰ νὰ φύγουμε, φορτώσαμε τὸ ζῶο, δύο σάκκους μεγάλους μὲ κρεμμύδια, καὶ ξεκινήσαμε. Ἐγώ, προαισθάνθηκα ὅτι κάτι κακὸ θὰ πάθουμε στὸν δρόμο. Ἀφοῦ περάσαμε τὰ δύο πεζούλια καὶ προχωρούσαμε γιὰ τὸ τρίτο, τὰ σακκιὰ ἦταν πολὺ βαρειὰ καὶ σὲ μία καμπύλη τοῦ δρομίσκου, ὅπου εἶναι μία μεγάλη πέτρα καὶ τὸ δρομάκι στενό, χτυπᾶ τὸ σακκὶ πάνω στὴν πέτρα καὶ σπρώχνει τὸ μουλάρι καὶ πέφτει, ὅπως ἦταν φορτωμένο, στὸ κάτω μικρὸ πεζούλι. Στὴν προσπάθειά του νὰ σκηκωθῆ τὸ μουλάρι, δὲν τὸ κατόρθωσε λόγῳ τοῦ βαρέος φορτίου καὶ ξαναδίνει μία ἀκόμη τούμπα καὶ πέφτει τὸ ταλαίπως καθὼς ἦταν φορτωμένο, σὲ ἕνα βάθος περὶ τὰ 30 ἢ καὶ 40 μέτρα. Τότε, θυμήθηκα, στὴν ἀπελπισία μου τὸν νοικοκύρη τοῦ ἀγροκτήματος καὶ ἀπὸ βάθους ψυχῆς καὶ καρδίας εἶπα: «Ὅσιε Ὀνούφριε, σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ με, δεῖξε τὴν ἀγάπη σου καὶ τὸ θαῦμά σου καὶ σῶσε τὸ ζῶο νὰ μὴν σκοτωθῆ». Αὐτὰ λέγοντας συνέχεια, μετὰ πολλοῦ κόπου κατορθώσαμε νὰ κατεβοῦμε στὴν χαράδρα. Καὶ τί βλέπω; Τὸ ζῶο νὰ στέκει στὰ πόδια του ὑγιέστατο ἐνῶ τὸ σαμάρι μὲ τὰ σακκιά, κάτω στὴν γῆ.
Ἀλλά, καὶ σὲ μένα, ὁ Ὅσιος, ἄλλη φορά, ἔγινε βοηθὸς καὶ θεραπευτής μου, ὅταν στὸ ἴδιο ἀγρόκτημα, ἀπὸ δαιμονικὴ συνέργεια, χτύπησα τὸ πόδι μου καὶ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἔγινα τελείως καλά, ἂν καὶ αὐτὸ εἶχε μελανιάσει καὶ πρισθεῖ.
***

Θαυμαστὴ διάσωση δαιμονιζόμενου ὑπὸ τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων.

Θαυμαστὴ διάσωση δαιμονιζόμενου ὑπὸ τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων.
Τὸ 1916, ἦλθε κάποιος νέος ἐξ Ἀθηνῶν, Σταῦρος ὀνομαζόμενος ἀπὸ καλὴ καὶ πλούσια οἰκογένεια, ὡς προσκυνητής. Μετὰ ἀπὸ ὀλιγοήμερη διαμονή, ἐξεδηλώθη εἰς αὐτὸν δαιμονικὴ ἐνέργεια καὶ ἄρχισε νὰ κάνει ἀταξίες, νὰ ψάλλει, νὰ τραγουδᾶ διάφορα. Τοὺς πλησιάζοντας καὶ συμβουλεύοντας αὐτὸν ἀδελφούς, πρὸς ἡσυχίαν καὶ εἰρήνευση, τοὺς ἔλεγχε καὶ τοὺς δημοσίευε τὰ ἁμαρτήματά τους. Κάποιος ἀδελφός, πρὶν τὸν πλησιάσει, γιὰ νὰ μὴν τὸν ντροπιάσει ὁ δαίμονας δημοσιεύοντας τὰ ἁμαρτήματά του, πῆγε στὸν Πνευματικὸ καὶ ἐξομολογήθηκε καὶ ἔπειτα τὸν πλησίασε, λέγοντας ἀπὸ μέσα του τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας. Τότε, ὁ δαίμονας ἐξαγριώθηκε καὶ τοῦ εἶπε: «Φύγε ἀπὸ κοντά μου, καλόγερα, γιατὶ αὐτὰ ποὺ λὲς μὲ καῖνε. Ἄ! Τί νὰ σοῦ κάνω; Πῆγες καὶ τὰ εἶπες στὸν Πνευματικό!» Καὶ ἀφοῦ ἔκλεισε τὸ στόμα του, σιώπησε.
Στὴν ἀγρυπνία τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων, τόσο τὸν τάραξε ὁ δαίμονας, μέσα στὴν τραπεζαρία τοῦ ἀρχονταρικίου, ὥστε τὸν σήκωνε σὲ ἀρκετὸ ὕψος μετέωρο, καὶ τὸν στριφογύριζε στὸν ἀέρα· αὐτὸ ἔγινε στὴν θ΄ ᾠδή, ὅταν ψάλλεται τό: «Τὴν τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ». Ὅταν ἐψάλλοντο οἱ Αἶνοι, στέναξε ἀπὸ μέσα του, καὶ ξεφεύγοντας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν φύλαγαν, κατέβηκε ἀπὸ τὴν σκάλα τοῦ ἀρχονταρικίου καὶ ἔτρεχε δρομαῖος πρὸς τὴν σκάλα τοῦ νοσοκομείου γιὰ νὰ πέσει κάτω στὴν θάλασσα, ὅπως εἶπε. Ὅταν ὅμως ἔφθασε ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἁγιογραφημένοι οἱ Ἅγιοι Ἀρχάγγελοι, ὅπως ἔλεγε μετά, εἶδε ἕνα μεγάλο χέρι, τὸ ὁποῖο τὸν ἐμπόδιζε καὶ στάθηκε ἀκίνητος, ὁπότε καὶ τὸν συνέλαβαν αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀδελφοί. Ἀφοῦ τὸν περιόρισαν, διέταξε ὁ Ἡγούμενος τοὺς ἱερεῖς νὰ πηγαίνουν νὰ τοῦ διαβάζουν εὐχὲς καὶ ἐξορκισμούς. Κατόπιν τούτων εἰρήνευσε καὶ ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν ἀνεχώρησε. Πρὶν νὰ φθάσουν οἱ ἱερεῖς σὲ αὐτόν, τὸ δαιμόνιο προέλεγε: «Ἔρχεται ἕνας τραγογένης νὰ διαβάσει, μὰ θὰ τοῦ δείξω ἐγὼ ποιός εἶμαι». Καὶ ὅταν τοῦ διάβαζαν τὶς εὐχὲς καὶ τοὺς ἐξορκισμοὺς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, φώναζε ὁ δαίμονας σὰν νὰ μαστιζόταν καὶ νὰ καιγόταν.
***


Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Θεραπεία τοῦ μοναχοῦ Ἀνθίμου Διονυσιάτου, ἀπὸ τὴν Παναγία.

Θεραπεία τοῦ μοναχοῦ Ἀνθίμου Διονυσιάτου, ἀπὸ τὴν Παναγία.
Ὁ μοναχὸς Ἄνθιμος, ἕλκων τὴν καταγωγή του ἀπὸ τὴν Πάτρα, μαραγκὸς τὸ ἐπάγγελμα, ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία 72 ἐτῶν, τὸ 1917. Διηγοῦταν ὁ ἴδιος:
«Ὅταν ἤμουν 25 ἐτῶν καὶ νεόκουρος, μὲ βρῆκε μία μεγάλη ἀσθέναι, ὥστε ἔγινα πτῶμα γιὰ πολὺ διάστημα. Τόσο ἀδυνάτισαν τὰ μέλη του σώματός μου, ὥστε, σὲ λίγο καιρό, παρέλυσα ὅλος. Τὰ πόδια μου τόσο ἀδυνάτισαν, ὥστε βάδιζα μὲ δεκανίκια, καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφθανε αὐτό, ἕνα σύννεφο ἔπεσε στὰ μάτια μου καὶ μόλις ποὺ διέκρινα κάτι. Φρόντισε τὸ Μοναστήρι καὶ ἦλθαν δύο γιατροί, ἀλλὰ δὲν εἶδα δυστυχῶς καμμία ὠφέλεια. Μάλιστα, ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, χειροτέρευα. Ἔτσι, κατέφυγα, στὴν Παναγία. Ὅταν ἦλθε ἡ ἑορτή της, τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἀπὸ τὴν παραμονὴ κλείσθηκα καὶ ἀγρύπνησα μέσα στὴν ἐκκλησία. Πλησίον τῆς εἰκόνος, δὲν ἔπαυα νὰ βάζω μετάνοιες, ὅσες μποροῦσα καὶ ἀπὸ τὸν πολύ μου κόπο ἀπόκαμα καὶ μὲ πῆρε ὁ ὕπνος μπροστὰ στὴν εἰκόνα. Τότε, βλέπω τὴν Παναγία στὰ ὁλόχρυσα ντυμένη καὶ μέσα σ’ ἕνα λαμπρότατο φῶς, ἐξαστράπτουσα ἀπὸ λάμψη καὶ δόξα, ἕως δύο πήχεις ψηλὰ ἀπὸ τὴν γῆν καὶ ἱλαρῶς ἔβλεπε πρὸς ἐμένα καὶ μοῦ εἶπε:
-Γιατί κλαῖς, παιδί μου Ἄνθιμε;
-Πῶς νὰ μὴν κλαίω, Παναγία μου; Δὲν βλέπεις τὰ χάλια μου, πῶς ἔγινα;
-Ὄχι, μὴν κλαῖς. Ἔγινε καλά καὶ νὰ φροντίζεις γιὰ τὴν σωτηρία σου.
Μὲ εὐλόγησε καὶ ἀνελήφθη. Εγὼ τότε ξύπνησα, νομίζοντας ὅτι ἦταν ὄνειρο. Τρίβω τὰ μάτια μου, ἔβλεπα τὶς κανδήλες ποὺ ἔκαιγα. Σηκώνομαι ὄρθιος. Βλέπω καὶ περπατῶ μὲ εὐκολία.»
***

Περὶ εὐωδίας τῆς ἁγίας Δεξιᾶς τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Περὶ εὐωδίας τῆς ἁγίας Δεξιᾶς τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Διηγεῖται Διονυσιάτης μοναχός:
«Κατὰ τὸ ἔτος 1927, ὁπότε ἤμουν μάγειρας, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Γενεθλίων τοῦ Προδρόμου, μαγείρεψα ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα, μαζὶ μὲ τὸν βοηθό μου, τρεῖς μεγάλους νταβάδες μπακαλιάρο, περίπου 400 μερίδες. Συνέχεια κατέβαινε ὁ ἕνας νταβᾶς καὶ ἀμέσως ἀνέβαινε ὁ ἄλλος στὴν φωτιά. Μέχρι τὶς 4 ἡ ὥρα, εἶχα τελειώσει τὸ βράσιμο καὶ τὸ κένωμα στὰ πιάτα. Κατακαήκαμε πάνω στὴν μασίνα, ποὺ ἦταν κατακόκκινη ἀπὸ τὴν πολλὴ φωτιὰ καὶ ἀφοῦ τελειώσαμε, ἐγὼ δὲν πῆγα νὰ ξεκουρασθῶ, καὶ πῆγα στὴν ἐκκλησία, στεκόμενος σὲ ἕνα στασίδι τῆς Λιτῆς. Εἰς τοὺς Αἴνους, ὅταν γίνεται ὁ ἀσπασμὸς τῆς Ἁγίας Δεξιᾶς καὶ χριόμεθα ὑπὸ τοῦ ἱερέως, τότε στὴν σειρά μου πῆγα καὶ ἐγὼ μετὰ πολλῆς εὐλαβείας καὶ ἀγάπης καὶ πόθου, ἔβαλα τὶς γονυκλιτὲς μετάνοιες καὶ φίλησα τὴν πάντιμη Δεξιά, καὶ ὢ τοῦ θαύματος, τότε, αἰσθάνθηκα μία πολυποίκιλη καὶ θαυμαστὴ εὐωδία, ποὺ μὲ εὐωδίασε καὶ μὲ καταγλύκανε ἕως τὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς μου! Ἐκπληττόμενος μεγάλως, εὐχαριστοῦσα τὸν Τίμιον Πρόδρομον.
***

Θεραπεία ἑνὸς δαιμονισθέντου παιδιοῦ ἀπὸ τὸν Τίμιο Πρόδρομο.

Θεραπεία ἑνὸς δαιμονισθέντου παιδιοῦ ἀπὸ τὸν Τίμιο Πρόδρομο.
Κατὰ τὸν Μάρτιο τοῦ 1919, διατελοῦντος οἰκονόμου τοῦ μετοχίου Βόζινα τοῦ γέροντος Νήφωνος μετὰ τῶν βοηθῶν του, μοναχῶν Λεοντίου ὡς παραοικονόμου καὶ Λαζάρου ὡς κελλάρη, ἕνα πρωΐ ἀκούσθησαν γοερὲς φωνὲς στὴν αὐλὴ τοῦ μετοχίου. Σκύψαντες ἀπὸ τὸν ἐξώστη οἱ δύο νεώτεροι μοναχοί, βλέπουν τὸν κεχαγιᾶ Δημήτριο Μπομπότα νὰ σέρνει ἀναγκαστικῶς, σβαρνώντας, ἕνα παιδί του ἀρσενικό, ὀνόματι Ἰωάννην, ἡλικίας περίπου 10-12 ἐτῶν. αὐτό, ξαφνικά, ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλὴ ἄρχιζε νὰ τρέμει, νὰ ἀφρίζει καὶ νὰ κραυγάζει μὲ ἄγριες φωνὲς καὶ ἄλλα παρόμοια κινήματα, ὅσα πάσχουν οἱ προσβαλλόμενοι ἀπὸ δαιμονικῆ ἐπήρεια. Καθόσον τὸ παιδὶ προχωροῦσε καὶ πλησίαζε στὴν ἐκκλησία, ἔστρεφε πρὸς τὰ πίσω καὶ μάλιστα γιὰ στιγμὴ διέφυγε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πατέρα του καὶ ἔτρεχε πρὸς τὰ ἔξω. Τότε ἔτρεξε ὁ κεχαγιὰς καὶ τὸ πρόλαβε καὶ τὸ ἔφερε πίσω. Οἱ δύο νεώτεροι μοναχοί, κατέβηκαν καὶ βοήθησαν τὸν πατέρα καὶ πῆγαν ὅλοι μαζὶ στὴν ἐκκλησία καὶ ἀπέθεσαν τὸ παιδὶ πρὸ τῆς ἁγίας εἰκόνος. Μὴ ὑπάρχοντος ἱερέως νὰ διαβάσει τοὺς ἐξορκισμοὺς καὶ τετραευαγγέλιο, οἱ δύο μοναχοὶ ἔψαλλαν τὴν παράκληση τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς παράκλησης, τὸ παιδάκι ἀγωνιοῦσε καὶ στριφογύριζε κάτω στὶς πλάκες τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν ἄρχισε ἡ ζ΄ ᾠδὴ τοῦ κανόνος, τὸ παιδὶ ἡσύχασε καὶ εἰρήνευσε. Ὅταν τελείωσε ἡ θ΄ ᾠδή, σηκώθηκε καὶ στάθηκε ὄρθιο, πρὸ τῆς ἁγίας εἰκόνος, μετὰ πολλῆς σεμνότητος. Ὅταν τελείωσε ἡ παράκληση, τὸ παιδὶ ἦταν τελείως καλά, καὶ οἱ γονεῖς του εὐχαρίστησαν τὸν Τίμιο Πρόδρομο.
***

Τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων ὑπὸ τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων ὑπὸ τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Διηγεῖται ὁ γερο-Χρύσανθος ὁ Διονυσιάτης:
«Τὸ 1939, ἤμουν γιὰ ἕνα διάστημα τραπεζάρης. Πλησίαζε ἡ ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Δεξιᾶς τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τὴν Δ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, κατὰ τὴν ὁποία, συνήθως, πανηγυρίζουμε. Ἐγώ, ἀπὸ τὴν προπαραμονὴ μέτρησα τὸ ψωμί, καὶ ἦταν ὅλο 250 πίττες. Μὲ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάνω 4 τράπεζες. Ἕνεκα δὲ τῆς ἑορτῆς, ἔπρεπε νὰ δώσω στοὺς ξένους προσκυνητὲς καὶ εὐλογία ψωμία, μία ἢ δύο πίττες στὸν καθένα. Λογαριάζω καλὰ τὸ ψωμὶ καὶ βλέπω ὅτι δὲν θὰ φτάσει νὰ περάσω. Πηγαίνω στὸν Ἡγούμενο, τοῦ τὸ λέω καὶ πὼς πρέπει, αὔριο, παραμονὴ τῆς ἑορτῆς, νὰ ζυμώσουμε. Ὁ Ἡγούμενος μοῦ εἶπε: «Ὄχι, δὲν θὰ ζυμώσουμε». «Μά, Γέροντα, δὲν θὰ μᾶς φθάσει τὸ ψωμί, θὰ ντροπιασθοῦμε στοὺς ξένους, νὰ μὴν ἔχουμε ψωμὶ στὴν ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου;». «Ὄχι, θὰ περάσουμε». Τί νὰ κάνω λοιπόν; Γιὰ νὰ μὴν φιλονικῶ, ἔφυγα λυπημένος καὶ στεναχωρημένος. Πῆγα στὴν τράπεζα, μοίρασα τὸ ψωμὶ μέσα σὲ δύο κοφίνια. Ἔβαλα στὸ ἕνα 150 πίττες καὶ στὸ ἄλλο 100. Αὐτὰ ἔγιναν τὴν Παρασκευὴ τὸ πρωΐ. Σκέφθηκα ἐν τῷ μεταξὺ διὰ τὴν τράπεζα τοῦ Σαββάτου ἑσπέρας νὰ μουσκέψω παξιμάδι καὶ νὰ τραπεζώσω γιὰ νὰ ἐξοικονομήσω τὴν ἀνάγκη. Τὴν Παρασκευὴ λοιπὸν τὸ ἑσπέρας, καὶ τὸ Σάββατο τὸ πρωΐ, γιὰ δύο τράπεζες ποὺ ἔγιναν ἐξοδεύθησαν οἱ 150 πίττες ποὺ ὑπῆρχαν στὸ ἕνα κοφίνι. Ἀφοῦ τελείωσε ἡ τράπεζα τὸ πρωΐ τοῦ Σαββάτου, τὸ ἀδειανὸ κοφίνι τὸ πῆγα μέσα εἰς τὸ παρακελλαρίκι ποὺ ἔχουμε τὸ παξιμάδι καὶ τὴν ῥακή. Μοῦ ἔμειναν μόνο 150 πίττες καὶ τὶς φύλαγα γιὰ νὰ τὶς τραπεζώσω αὔριο στὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου. Τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου πῆγα στὸ παρακελλαρίκι νὰ πάρω παξιμάδι καὶ τὸ μπραγκάτσι γιὰ νὰ μουσκέψω τὸ παξιμάδι, καὶ ὢ τοῦ θαύματος, βλέπω τὸ ἀδειανὸ κοφίνι ποὺ εἶχα βάλει ἐκεῖ τὸ πρωΐ, νὰ εἶναι γεμάτο φρέσκο ψωμί. Τρίβω τὰ μάτια μου. Μήπως εἶναι πλάνη τοῦ πονηροῦ; Μήπως δὲν βλέπω καλά; Τρέχω στὸν Ἡγουμένο ποὺ πιστοποιεῖ καὶ ὁ ἴδιος τὸ θαῦμα. Τὴν ἄλλη μέρα, παρακαλοῦσα τοὺς ἀσκητὲς καὶ ξένους προσκυνητὲς νὰ πάρουν ὄχι ἀπὸ μία, ἀλλὰ ἀπὸ 5 καὶ 6 πίτες ὁ καθένας, κηρύττοντας συνάμα πρὸς ὅλους τὸ γενόμενο θαῦμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου».
***

Ἡ κατασκευὴ τοῦ προσκυνηταριοῦ τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Ἡ κατασκευὴ τοῦ προσκυνηταριοῦ τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Διηγεῖται ὁ μοναχὸς Χρύσανθος ὁ Διονυσιάτης:
«Κατὰ τὸν Μάρτιο τοῦ 1934, στεκόμουν στὸ παράθυρο τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ καὶ ἔβλεπα πρὸς τὰ ἔξω, κατ’ εὐθεῖαν σχεδὸν πρὸς τὸ μέρος τῆς εἰκόνος. Αἴφνης, ἀκούω μία φωνή: «Τὸ σκαμνί, πότε θὰ τὸ φέρεις;». Ἀπόρησα, ἀπὸ ποῦ ἦλθε αὐτὴ ἡ φωνὴ καὶ ποῖος φώναξε. Πλήν, ἐσιώπησα καὶ δὲν ὁμολόγησα σὲ κανέναν τίποτα. Ἀφοῦ πέρασαν περίπου 10 μέρες, διερχόμενον ἔμπροσθεν τοῦ γνωστοῦ χώρου ποὺ εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ πηγαίνοντας γιὰ τὸ ἀρχονταρίκι, ἀκούω πάλι τὴν ἴδια φωνή: «Τὸ σκαμνί, πότε θὰ τὸ φέρεις;». Τότε, ὑπέθεσα ὅτι κάποιος μοναχός, κρυμμένος εἰς τὸ προσφοριό, φωνάζει ἔτσι γιὰ ἀστεῖο καὶ ἀμέσως γύρισα πίσω νὰ δῶ ποῖος εἶναι ποὺ μὲ περιέπαιζε. Γύρισα μέχρι τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας, παρατηρῶντας ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ὅμως, δὲν τὸ ὡμολόγησα σὲ κανένα, ἀλλὰ ὁ λογισμός μου στριφογύριζε: «Βρέ, τί φωνὲς εἶναι αὐτές; Πῶς νὰ ἀκούονται;». Μετὰ παρέλευση ἑνὸς καὶ πλέον μηνός, ἐνῶ εἶχε σημάνει ὁ ἑσπερινὸς καὶ διάβαζαν στὴν ἐκκλησία, εὑρισκόμενος ἐγὼ ἔξω εἰς τὸ θυρωρεῖο, ξεκίνησα γιὰ τὴν ἐκκλησία καὶ πέρασα ἀπὸ τὸ βόρειο μέρο, δηλαδὴ μπροστὰ ἀπὸ τὸ προσκυνητάρι, καί, ὢ τοῦ θαύματος! Πάλι ἄκουσα τὴν ἴδια φωνή, ἀλλὰ καὶ πάλι ὑπέθεσα ὅτι κάποιος μοναχὸς θὰ εἶναι κρυμμένος καὶ μὲ περιεπαίζει. Τὴν ἄλλη μέρα, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὄρθρου, στὴν διακοπή, κοιμήθηκα λίγο καὶ ἀκούω στὸν ὕπνο μου μέσα στὸ κελλί μου, τὴν ἴδια φωνή: «Τὸ σκαμνί, ποὺ σοῦ εἶπα, πότε θὰ μοῦ τὸ φέρεις;». Ἀμέσως ξύπνησα καὶ διελογιζόμουν μόνος μου: «Τέτοια ὥρα, ποιός νὰ ἦρθε στὴν κάμαρά μου; Ἄ, πρέπει νὰ εἶναι κάτι ἄλλο. Πρέπει νὰ τὸ πῶ στὸν πνευματικό μου». Πῆγα στὸν Πνευματικό, καὶ ἀφοῦ τοῦ τὸ εἶπα, μοῦ εἶπε: «Μήπως ἔταξες καμμία φορὰ στὸν Τίμιο Πρόδρομο νὰ φτιάξεις κάτι; Γιὰ σκέψου καλά, ἴσως θυμηθῆς». Ἀφοῦ σκέφθηκα πολλὴ ὥρα, θυμήθηκα, ὅτι πρὸ δεκαετίας καὶ πλέον, περνώντας κάποτε, προσκύνησα τὴν εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ μὲ ἁπλότητα σχεδὸν καὶ μὲ ἀπερισκεψία εἶπα: «Ἔ, Τίμιε Πρόδρομε, ἂν θέλεις, ἀξίωσέ με νὰ σοῦ φτιάξω ἕνα προσκυνητάρι ξύλινο γιὰ τὴν εἰκόνα σου». Ἔτσι, ἔφτιαξα τὸ προσκυνητάρι, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Γέροντός μου Δοσιθέου, καὶ μάλιστα, τὸ ὅτι ταίριαξε ἀκριβῶς εἶναι θαῦμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
***


Διήγηση τοῦ ἀδελφοῦ Χρυσάνθου Διονυσιάτου, περὶ πειρασμοῦ του.

Διήγηση τοῦ ἀδελφοῦ Χρυσάνθου Διονυσιάτου, περὶ πειρασμοῦ του.
«Ἐγώ, πεθυμοῦσα νὰ γίνω Προϊστάμενος. Ἀφοῦ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη προσπαθοῦσα παρακαλῶντας τὸν ἕναν καὶ τὸν ἄλλο καὶ ἔβλεπα νὰ γίνονται νεώτεροι καὶ ὄχι ἐγώ, ἀπελπίσθηκα καὶ τόσο σκοτίστηκε ὁ νοῦς μου, ὥστε ἀποφάσισα νὰ αὐτοκτονήσω. Ἀλλά, χάριτι Θεοῦ, ἀποφάσισα, προτοῦ τὸ κάνω, νὰ κλεισθῶ ἐπὶ τρεῖς μέρες στὸ κελλί του, χωρὶς νερὸ καὶ τροφή, καὶ χωρὶς νὰ κοιμηθῶ, προσευχόμενος συνεχῶς. Τὴν τρίτη μέρα, κατὰ τὴν 3η μὲ 4η ὥρα τῆς νύχτας, ξαφνικὰ γίνεται μία λάμψη καὶ ἔφεξε ὅλο τὸ κελλί μου· συνάμα, ἀκούω μία ἠχηρὴ φωνὴ νὰ μοῦ λέει: «Γιατί δὲν ἡσυχάζεις; Γιατί εἶσαι ταραγμένος καὶ σκέπτεσαι νὰ κατέβεις στὴν θάλασσα νὰ πνιγῆς;». Ἐγώ, ὅταν εἶδα τὴν λάμψη καὶ ἄκουσα τὴν φωνή, μοῦ ἔφυγε ὅλη ἐκείνη ἡ στενοχώρια καὶ ἡ λύπη καὶ ἄρχισα νὰ κλαίω συνεχῶς καὶ νὰ ζητῶ συγχώρηση, ὁμολογῶντας ὅτι ἔσφαλα. Ἡ φωνὴ ἐπανέλαβε: «Γιατί παράτησες τὴν ψαλτική, τί ἔχεις τώρα μία ἑβδομάδα νὰ μὴν πλησιάσεις στὸν χορό, ἀλλὰ νὰ γυρίζεις ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ νὰ ζητᾶς νὰ γίνεις προϊστάμενος; Δὲν γνωρίζω ἐγὼ ποιός εἶναι γιὰ προϊστάμενος; Καὶ ὅταν ἐγὼ δὲν θέλω, πῶς μπορεῖς ἐσὺ νὰ γίνεις προϊστάμενος; Δὲν γνωρίζω ἐγὼ ποιός εἶναι γιὰ προϊστάμενος;» Ἐγὼ συνεχῶς ἔκλαιγα πεσμένος στὸ πάτωμα καὶ τὸν παρακαλοῦσα νὰ μὲ συγχωρέσει καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἡσυχάσω. Ἀφοῦ εἶπα αὐτά, χάθηκε ἡ λάμψη, ἔπαψε ὁ κατ’ ἐμοῦ ἔλεγχος, εἰρήνευσα ἀμέσως καὶ ὅταν σήμανε ἡ ἀκολουθία, ἦλθα στὴν ἐκκλησία καὶ ἄκουσα τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς Λειτουργίας στὸ παρεκκλήσι».
***

Περὶ θαυμαστῆς διασώσεως τοῦ μοναχοῦ Λαζάρου ἐξ ἠθικοῦ κινδύνου.

Περὶ θαυμαστῆς διασώσεως τοῦ μοναχοῦ Λαζάρου ἐξ ἠθικοῦ κινδύνου.
Κατὰ μῆνα Ἰούνιο τοῦ 1919, ὁπότε γίνεται ὁ θερισμὸς σπορίων, ὅπως ἦταν συνήθεια, τοὺς θεριστὲς τοὺς ἀκολουθοῦσαν οἱ λεγόμενες σταχυολογήτριες, οἱ ὁποῖες συνέλεγαν τὰ διαφεύγοντα καὶ ἐγκαταλειπόμενα ἐκ τῶν δραγμάτων στὸ χωράφι, στάχυα. Ἐκείνη τὴν χρονιά, μία ἐξ αὐτῶν ἦταν πολὺ νέα, εὐειδὴς καὶ προκλητική. Ὁ κελλάρης ἦταν νέος καὶ εἶχε γίνει μοναχὸς μόλις πρὶν ἀπὸ τρία χρόνια. Ὅσο περνοῦσαν οἱ μέρες, ἀφ’ ἑνὸς τὸ εὐειδές, τὸ προκλητικὸ καὶ τὸ ἐλευθεριάζον τῆς κόρης, ἀφ’ ἐτέρου τὰ ἐκτοξευόμενα βέλη τοῦ ἐχθροῦ, τὸν ἔβαλαν σὲ μεγάλο φόβο καὶ στενοχώρια, μήπως καταπέσει στὰ βάραθρα τῆς ἁμαρτίας. Καταφεύγει τότε στὴν εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος!, δὲν πέρασαν δύο μέρες καὶ ἡ πρώην σφριγῶσα καὶ σκιρτῶσα κόρη ἀσθένησε καὶ ἀτόνησε ξαφνικὰ ἀπὸ ἄγνωστη αἰτία καὶ εἰδοποιήθηκαν οἱ οἰκεῖοί της νὰ τὴν παραλάβουν. Καὶ ἀπηλλάγη ὁ ἀδελφὸς ἐκ τοῦ πειρασμοῦ.
***

Θαυμαστὴ διάσωση μοναχοῦ ἀπὸ τὸν Τίμιο Πρόδρομο.

Θαυμαστὴ διάσωση μοναχοῦ ἀπὸ τὸν Τίμιο Πρόδρομο.
Κάποιος ἀδελφός, ἀπὸ τοὺς Προϊσταμένους τῆς Μονῆς, διηγήθηκε ἔνδακρυς:
«Ἐγώ, κατὰ τὸ πρῶτο δεκαήμερο τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1955, ἐστάλη ἀπὸ τὴν Μονὴ στὴν Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ ἀγοράσω μερικὰ ἀναγκαῖα εἶδη διατροφῆς καὶ ἄλλα χρήσιμα πράγματα. Φθάνοντας στὴν Θεσσαλονίκη, κατέλυσα στὸ συνηθισμένο ξενοδοχεῖο. Ὅταν νύχτωσε καὶ ἤμουν μόνος στὸ δωμάτιό μου, μία εὐειδὴς νέα ἀπὸ τὰ χωριὰ τῆς Χαλκιδικῆς, τὴν ὁποία τὴν γνώριζα ἀπὸ μικρή, ἔτυχε νὰ διαμένει καὶ αὐτὴ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της στὸ ἴδιο ξενοδοχεῖο. Στὸ μεταξύ, ὁ ἀδελφός της, ἐκείνη τὴν νύχτα ἔτυχε νὰ ἀπουσιάζει. Αὐτὴ ἦλθε στὸ δωμάτιό μου καὶ μοῦ πρότεινε νὰ πᾶμε στὸ δωμάτιό της νὰ μὲ φιλεύσει φαγητὸ καὶ φροῦτα. Ἐγὼ ἀντέλεγα καὶ ἐναντιούμην, ἀλλὰ ἐκείνη ἐπέμενε. Διὰ νὰ μὴν τὰ πολυλογῶ, πῆγαμε στὸ δωμάτιό της, καὶ ὅταν μπήκαμε μέσα, ἀμέσως σφάλισε τὴν πόρτα καλὰ καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ μὲ φιλεύσει. Ἐνῶ πλέον νόμιζα ὡς τετελεσμένο γεγονὸς τὴν συντριβὴ καὶ τὴν κατάπτωσή μου, ἀμέσως ἔγινε μία φωταυγέστατη ἀστραπὴ ποὺ ἔλαμψε σὲ ὅλο τὸ δωμάτιο, σὰν νὰ φωτιζόταν ἀπὸ πολλὰ ἡλεκτρικὰ φῶτα. Καὶ μέσα στὸ ἀστραφτερὸ τοῦτο φῶς, παρουσιάζεται ὁ μέγας Πρόδρομος Ἰωάννης, μὲ ἁρπάζει ἀπὸ τὸ στῆθος καὶ ἀμέσως, χωρὶς να ἀντιληφθῶ τὸ παραμικρό, βρέθηκα στὸ δωμάτιό μου, στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ πατώματος.  Ὅλη τὴν νυχτὰ τὸν εὐχαριστοῦσα μὲ δάκρυα χαρᾶς, εὐγνωμοσύνης καὶ εὐλαβείας».
***

Οἱ κλέπτες μοναστηριακῶν χτημάτων, βασανίζονται στὸν Ἅδη.

Οἱ κλέπτες μοναστηριακῶν χτημάτων, βασανίζονται στὸν Ἅδη.
Πρὶν ἀπὸ τὸ 1900, στὸ μετόχι τῆς Θάσου, μία μέρα, παρουσιάσθηκε ἕνας χωρικὸς ὀνόματι Ἰωάννης, μὲ ἕνα ζῶο φορτωμένο μὲ δύο τουλούμια λάδι, περίπου 80 ὀκάδες καὶ τὸ ἀφιέρωσε στὸ μετόχι. Ὁ οἰκονόμος, κατάπληκτος, ῥώτησε νὰ μάθει πῶς τοῦτο καὶ γιὰ ποῖον λόγο. Τότε, ὁ Ἰωάννης, τοῦ διηγήθηκε τὸ ἀκόλουθο:
«Ὁ πατέρας μου, πάτερ, πέθανε πρὶν ἀπὸ ἕνα μῆνα καὶ πλέον. Εἶναι δὲ τώρα τρεῖς φορές, ὅπου, ὅταν βραδυάζει καὶ ἑτοιμάζομαι νὰ κοιμηθῶ, ἔρχεται ἡ ψυχή του σὰν μία σκιὰ στὴν γωνιὰ τῆς ὀροφῆς τοῦ δωματίου καὶ μὲ φωνάζει: «Παιδί μου, Γιάννη, νὰ γεμίσεις δύο τουλούμια λάδι καὶ νὰ τὰ δώσεις στὸν Διονυσιάτη οἰκονόμο. Ἐπίσης, νὰ τοῦ δώσεις καὶ ἐκεῖνο τὸ μεγάλο ἐλαιόδενδρο ποὺ εἶναι στὸ σύνορό μας, γιατὶ ἐγῶ βρῆκα εὐκαιρία καὶ τὸ πῆρα καὶ τὸ ἔχουμε δικό μας, ἐνῶ αὐτὸ ἀνήκει στὸ μετόχι. Αὐτὰ νὰ κάνεις παιδί μου, ὅπως σοῦ λέω, γιὰ νὰ βρῆ ἄνεση ἡ ψυχή μου, διότι πολὺ βασανίζομαι γιὰ αὐτὴ τὴν κλοπή».
***

Ὅρασις ἑνὸς Διονυσιάτου ἀδελφοῦ.

Ὅρασις ἑνὸς Διονυσιάτου ἀδελφοῦ.
«Κάποτε, μὲ ἔπιασε ζῆλος ἀσκητικῆς ζωῆς καὶ μελετοῦσα νὰ πάω πάνω στὸν Ἅγιο Ἰάκωβο γιὰ μερικὲς μέρες. Ὅλος ὁ νοῦς μου στρεφόταν σὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἀλλά, ὅπως φαίνεται, δὲν ἦταν ἀρεστὸ στὸν Τίμιο Πρόδρομο καὶ μία νύχτα στὸν ὕπνο μου, βρέθηκε σὲ ἕνα ἀνώγειο μεγάλο· μοῦ φαινόταν ὅτι μακριὰ ἀπὸ μένα καθόταν μερικοὶ ἄνθρωποι. Ἕνας ἐξ αὐτῶν, σηκώθηκε, μὲ πλησίασε καὶ μοῦ εἶπε:
-Ὄχι στὸν Ἅγιο Ἰάκωβο, ὄχι, καλὰ εἶσαι στὸ διακόνημα ποὺ ἔχεις.
-Τί νὰ κάνω σ’ αὐτὸ τὸ διακόνημα, ἀφοῦ δὲν γνωρίζω τίποτα.
-Θὰ εἰδικευθῆς.
Τὸ πρωΐ, στὴν Λειτουργία, στεκόμενος στὸ παρεκκλήσι τῆς Παναγίας, ἀτένιζα πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Προδρόμου καὶ βεβαιώθηκα ὅτι αὐτὸς ποὺ μοῦ μίλησε ἦταν ὁ εἰκονιζόμενος.

***

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Ὁ μοναχὸς Ἰγνάτιος ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ μοναχὸς Ἰγνάτιος ὁ Διονυσιάτης.
Ὁ γερο-Ἰγνάτιος, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ὀχθονιὰ τῆς Χαλκίδος. Κοιμήθηκε στὶς 7 Ιουνίου 1953, σὲ ἡλικία 64 ἐτῶν.
Ἀσθενήσας ἐκ κεφαλαλγίας κατὰ τὴν 20ην Μαΐου, τῇ συστάσει ἐπιστήμονος ἰατροῦ ἐστάλη στὴν Θεσσαλονίκη, συνοδευθεὶς ὑπὸ τοῦ Γέροντος Θεοδώρου ἱερομονάχου. Κατόπιν ἐπισταμένης ἰατρικῆς ἐξετάσεως, διεγνώσθη ὅτι πάσχει ἐκ φυματιώδους μηνιγγίτιδος καὶ ἐστάλη εἰς τὸ Λοιμωδῶν Θεραπευτήριο, στὸ ὁποῖο, μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα ἐκοιμήθη καὶ ἐτάφη εἰς τὸ ἐκεῖ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Φωτεινής, ἀξιωθεὶς καὶ τῆς τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων Ἁγίας Μεταλήψεως.
Μετὰ παρέλευση τριῶν ἐτῶν, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1956, ὁ Ἡγούμενος τῆς Διονυσίου Γαβριήλ, εὑρισκόμενος στὴν Θεσσαλονίκη γιὰ μοναστηριακὲς ὑποθέσεις, πῆγε στὸ προειρημένο παρεκκλήσι καὶ ἔκανε, μαζὶ μὲ τὸν νεωκόρο, τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ὀστῶν. Ὅταν ὁ νεωκόρος, σκάβοντας, ἔφθασε πρὶν ἀπὸ τὸ λείψανο, βλέποντας τὰ ῥοῦχα ἐντελῶς ἀναλλοίωτα, ὅπως ἦταν καὶ ὅταν τὸν ἐνταφίασαν, ὑπέθεσε ὅτι καὶ οἱ σάρκες δὲν θὰ ἔλιωσαν καὶ εἶπε στὸν Ἡγούμενο: «Ἄχ, Γέροντα, βιασθήκαμε, ἔπρεπε νὰ παραμείνει ἀκόμα». Ἀλλά, ὁποία ἔκπληξη. Τὰ μὲν ῥοῦχα ἦταν ἀκέραια καὶ ἀναλλοίωτα, τὰ ὁστὰ ὅμως γυμνὰ καὶ κίτρινα ὡς τὸ φλουρὶ καὶ ἔχοντα κροκοειδῆ χρωματισμὸ καὶ ἀποπνέοντα εὐωδία, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἔκανε κατάπληξη στὸν νεωκόρο. Τότε, θυμήθηκε καὶ εἶπε στὸν Ἡγούμενο ὅτι, κατὰ τὸν χρόνο τῆς κηδείας τοῦ ἐνταφιασμοῦ του, τὸ πρόσωπο τοῦ νεκροῦ δὲν ἦταν ὅπως τὰ συνηθισμένα τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ ἔλαμπε σὰν νὰ ἦταν ζωντανός. Αὐτὸ μᾶς πληροφόρησε καὶ ὁ ἐπισκεφθεὶς τὸν νεκρὸ καὶ παρακολουθήσας τὴν κηδεία κύριος Σωτήρης Τσαγανός, γαμπρὸς ἐπ’ ἀνεψιᾷ τοῦ Ἡγούμενου.
Τὰ ὀστά, συναχθέντα σὲ κιβώτιο, ἐτάφησαν πίσω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Βῆμα τῆς ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ κάρα ἐκομίσθη στὴν Μονή, κατὰ τὴν 11ην Αὐγούστου, μνήμη τοῦ Ἁγίου Νήφωνος. Εἰς τὸν ἑσπερινόν, ἀντὶ θεοτοκαρίου, ἐψάλη στὴν Λιτὴ μνημόσυνο μὲ κηροδοσία, μὲ τὴν κάρα τοποθετημένη στὴν μέση τοῦ ναοῦ, ἐντὸς κιβωτίου καὶ πάνω σὲ μικρὸ τραπέζι. Ὅταν τελείωσε τὸ μνημόσυνο, ἐψάλησαν τὰ νεκρώσιμα, ἤτοι τό: «Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν...» καὶ ἐγένετο καὶ προσκύνηση τῆς εἰκόνος καὶ ἀσπασμὸς τῆς κάρας. Ἡ κάρα, ἀνέπεμπε εὐωδία ξένη καὶ ἀσυνήθιστη, τὴν ὁποία αἰσθάνθησαν οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἀδελφῶν.
Μερικοὶ δέ, ἐκτὸς τῆς ῥηθείσης εὐωδίας, ἠσθάνθησαν κατὰ τὸν ἀσπασμόν, θερμότητα ἐκ τοῦ φιλήματος τῆς κάρας. Ἀλλά, ποῖος ἦτο ὁ ἀδελφὸς αὐτός;
Ὡς ἡγουμενιάρης, δοχειάρης, τραπεζάρης καὶ ἀρχοντάρης ποὺ ἔκανε ἐπὶ ὁλόκληρη εἰκοσαετία, μόλις τοῦ δινόταν καιρός, μὲ ἕνα ζωστικὸ κοντὸ ἕως τὸ γόνατο, μὲ τὸ τσεκουράκι στὸ ζωνάρι καὶ ἄλλα ἐργαλεῖα στὸν ντορβᾶ, ἔτρεχε μὲ ζῆλο καὶ προθυμία νὰ ἐκχερσώσει τὰ ῥουμάνια στὸ βουνό. Καὶ πράγματι, τὸ ἔκανε σωστὸ περιβόλι. Ξημέρωσε τὰ ὑπάρχοντα ἄγρια ἐλαιόδενδρα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν καρποφόρα, ἔχτισε πεζούλια καὶ πότιζε δένδρα καὶ λαχανικὰ ἀπὸ τὴν ἐκεῖσε ὑπάρχουσα πηγή.
Κάποτε, εἶδε τὸν γερο-Λάζαρο νὰ διαβάζει ἐφημερίδα. Μόλις τὸν εἶδε, μὲ τὴν συνηθισμένη του ἁπλοϊκὴ ὁμιλία, ὑπομειδιῶντας καὶ κουνῶντας τὸ κεφάλι του τοῦ εἶπε: «Καὶ σύ, πάτερ Λάζαρε; Ὅπως φαίνεται δὲν κατάλαβες πόσο βλάπτεται ὁ καλόγερος ἀπὸ τὸ διάβασμα τῶν ἐφημερίδων, ποὺ γεμίζει ὁ νοῦς του καὶ μολύνεται μὲ τὰ βλαβερὰ καὶ ἄχρηστα ἀναγνώσματα, ἀλλὰ πόσο κερδισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ γίνονται μὲ τὴν εὐχή! ὁποία γλύκα, εὐχαριστία καὶ ἀπόλαυση αἰσθάνονται!»
Πολλὲς φορὲς συμβούλευε: «Πρόσεχε ἀδελφέ μου, νὰ μὴν ἀμελῆς τὸν κανόνα σου, γιατὶ ὁ κανόνας εἶναι στὸν καλόγερο μία μεγάλη σκέπη καὶ βοήθεια καὶ τὸν προφυλάγει ἀπὸ πολλοὺς πειρασμούς. Ἀκόμα καὶ ὅταν εἶσαι κουρασμένος, καὶ δὲν μπορῆς νὰ τὸν κάνεις ὅλο, κάνε τὸν μισό, κάνε τὸ ἕνα τρίτο, ὄχι ὅμως νὰ τὸ παρατήσεις τελείως. Ὅλη τὴν μέρα δουλεύεις στὶς κοινὲς ἐργασίες πρὸς ὠφέλεια τῆς Μονῆς καὶ μία ὥρα γιὰ τὴν ψυχή σου δὲν μπορεῖς;»
Ὁ δὲ μοναχὸς Σεραπίων, ἀπὸ τὴν Γουρνοσκήτη, διηγήθηκε:
«Εἰς τὸν ἀδελφὸ Ἰγνάτιο εἶχα πολλὲς ὑποχρεώσεις. Μὲ ἐξοικονομοῦσε σὲ ὅλες τὶς ἀνάγκες μου, σὲ εἴδη διατροφῆς καὶ ἄλλα διάφορα, ὡς καὶ ῥουχισμοῦ. Ἦταν ὁ μακάριος πολὺ ἐλεήμων καὶ σπλαγχνικός. Ὅταν πληροφορήθηκα ὅτι κοιμήθηκε, προσευχόμουν μὲ τὸ κομβοσχοίνι μου, παρακαλῶντας τὸν Πανάγαθον Θεὸν νὰ τὸν συγχωρήσει, ἐὰν κάτι ὡς ἄνθρωπος ἀμάρτησε καὶ νὰ τὸν βάλει στὸν Παράδεισο μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς σεσωσμένους. Ἐνῶ προσευχόμουν, κατὰ τὴν 15ην μέρα, βλέπω καὶ γίνεται στὸ κελλί μου μία μεγάλη λάμψη ἀπὸ φῶς καὶ συγχρόνως βλέπω καὶ τὸν ἀδελφὸ Ἰγνάτιο ζῶντα, χαροποιό, φωτεινό, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ὑποκλίθηκε μπροστά μου, μὲ ἀγάπη καὶ σεβασμὸ μοῦ εἶπε: «Σὲ εὐχαριστῶ, πατέρα Σεραπίωνα, σὲ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἀγάπη. Σὲ παρακαλῶ ὅμως, νὰ μὴν κοπιάζεις πλέον γιὰ ἐμένα, γιατὶ ὁ πανάγαθος Κύριος μὲ ἔσωσε καὶ εἶμαι πολὺ καλά, εὐτυχὴς καὶ μακάριος μετὰ τὼν σεσωσμένων Ἁγίων». Αὐτὰ μοῦ εἶπε καὶ ἔγινε ἄφαντος».
***

Ὁ γερο-Ἰάκωβος ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ γερο-Ἰάκωβος ὁ Διονυσιάτης.
Ὁ γερο-Ἰάκωβος ἐκοιμήθη τῇ 23ῃ Ἰανουαρίου τοῦ 1939 σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν. Καταγόταν ἀπὸ τὸ Κόρθι τῆς Ἄνδρου. Ὑπῆρχε μέλος τῆς Συνάξεως ἀπὸ νεαρᾶς του ἡλικίας. Χρημάτισε οἰκονόμος σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ μετόχια, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐν Καρυαῖς καὶ πρωτοεπιστάτης ἐπὶ τρεῖς περιόδους. Ὅταν προσηύχετο στὸ κελλί του, ἀκουγόταν ἔξω σὲ ἀρκετὴ ἀπόσταση, ὅταν ἀπὸ κατωδύνου καρδιὰς καὶ ἐρωτικῆς ἄγάπης ἔλεγε τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με...». Ὅλη τὴν μέρα διάβαζε τὸν Εὐεργετινό, ἐνῶ ὁ πόθος του ἦταν πότε νὰ ἔλθει ἡ εὐλογημένη ὥρα νὰ πάει πρὸς τὸν Κύριον. Ὁ γερο-Λάζαρος, συχνὰ τὸν εὕρισκε νὰ ἀντιγράφει τὰς ἐρωταποκρίσεις τοῦ Ἀββᾶ Βαρσανουφίου, καὶ μία φορὰ τὸν ῥώτησε:
-Γιατί, γέροντα, κοπιάζεις καὶ ἀντιγράφεις αὐτά, ὅπου εἶναι ἐκδεδομένα ἔντυπα;
-Δὲν ξέρεις πόσο εὐφραίνεται καὶ γλυκαίνεται ἡ ψυχή μου ὅταν τὰ διαβάζω. Γι’ αὐτὸ τὰ ἀντιγράφω, ἀπὸ τὴν πολλή μου ἀγάπη καὶ ἀναπαύομαι πλέον εὐφραινόμενος καὶ εὐχαριστούμενος.
Ἔλεγε: «Τὸ Κοινόβιο, κρατεῖ τὴν βασιλικὴ ὁδό, τὴν μεσαίαν. Δὲν σὲ ἀφήνει οὔτε πολὺ ψηλὰ νὰ πετάξεις ὅπου ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πέσεις, οὔτε πάλι νὰ πέσεις εἰς τὰ βάραθρα τῆς ἀπωλείας καὶ να χαθῆς. Μακάριος εἶναι ὅποιος φυλάξει τὴν ὑπακοὴ μέχρι θανάτου· μὲ τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες θὰ ταχθῆ στὴν αἰώνιο ζωή».
***


Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Ὁ μοναχὸς Βησσαρίων ὁ Διονυσιάτης καὶ διηγήσεις αὐτοῦ περὶ θαυμάτων.

Ὁ μοναχὸς Βησσαρίων ὁ Διονυσιάτης καὶ διηγήσεις αὐτοῦ περὶ θαυμάτων.
Αὐτός, καταγόταν ἀπὸ τὴν Χαλκίδα τῆς Εὐβοίας. Κοιμήθηκε στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ 1952, σὲ ἡλικία 76 ἐτῶν.
Πρὸ τῆς κοιμήσεώς του, ἦταν διορισμένος ἀπὸ τὴν Μονή, ὡς οἰκονόμος στὸ μετόχι της, στὴν Συκιᾶ Χαλκιδικῆς, τὸ λεγόμενο Καλαμίτσι. Προαισθάνθηκε τὸν θάνατό του καὶ ἀποχαιρέτισε τοὺς γνωστοὺς καὶ φίλους, λέγοντάς τους ὅτι πηγαίνει στὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ πεθάνει. Ἀποβιβασθεὶς στὴν ἀποβάθρα τῆς Μονῆς καὶ κλίνας γόνυ ψυχῆς καὶ καρδίας, ἐσταυροκοπεῖτο καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν Τίμιο Πρόδρομο ποὺ τὸν ἀξίωσε νὰ ἔλθει στὴν Μονή, γιὰ νὰ ἀποδώσει τὸ κοινὸ χρέος. Ἀφοῦ ἀπεχαιρέτησε ὅλους τοὺς ἀδελφούς, μετὰ ἀπὸ 2 ἡμέρες ἐκοιμήθη.
Λαϊκὸς ἀκόμη ὑπάρχων, εἶδε σὲ ὅραμα τὴν Ἁγία Παρασκευή, ἡ ὁποία τὸν παρηγοροῦσε γιὰ κάποιο λυπηρὸ γεγονὸς τῆς οἰκογενείας του καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴν λυπᾶται, διότι σὲ λίγο καιρό, αὐτὸς θὰ γινόταν μοναχός, καὶ ἄλλα πολλά.
Γιὰ ἕνα διάστημα, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἦταν μάγειρας στὸ μετόχι τῆς Μονῆς στὴν Κασσάνδρα. Κάποτε, διανυχτέρευσε στὸ μετόχι τουρκικὸ ἀπόσπασμα, καὶ ἐδείπνησαν, φιλευθέντες ὑπὸ τοῦ Βησσαρίωνος. Μεταξὺ τῶν δειπνούντων στρατιωτῶν, ἕνας Τουρκαλβανός, δὲν εὐχαριστήθηκε ἀπὸ τὰ φαγητά, καὶ ἤθελε ὡς συμπλήρωμα νὰ τοὺς κάνει ὁ γερο-Βησσαρίων, αὐγὰ σφουγγᾶτο. Ὁ γερο-Βησσαρίων, δὲν τοῦ ἔδωσε σημασία καὶ τοῦ ἀρνήθηκε, λέγοντάς του ὅτι δὲν ἔχει αὐγά. Ἀπὸ λόγο σὲ λόγο θύμωσε ὁ στρατιώτης καὶ ἔβγαλε τὸ πιστόλι του γιὰ νὰ τὸν σκοτώσει, ἀλλὰ ὁ γερο-Βησσαρίων, γενναιόψυχος, ὡς ἀτρόμητος λέων, ἀνοίγει τὰ ῥοῦχά του στὸ στῆθος καὶ τοῦ λέει: «Χτῦπα, ἐδῶ εἶμαι, δὲν σὲ φοβᾶμαι! Θὰ μὲ σκοτώσεις; Σκότωσέ με, θὰ μὲ κάνεις ἅγιο χωρὶς νὰ τὸ θέλεις». Βλέποντες οἱ ὑπόλοιποι στρατιῶτες τὴν σκηνή, ἔπεσαν πάνω στὸν στρατιώτη καὶ τὸν ἐμπόδισαν, λέγοντές του: «Ἀμὰν βρέ, βακοὺφ εἶναι ἐδῶ».
Διηγεἶτο ὁ Γέρων Βησσαρίων, γιὰ τὴν εὕρεση τῆς ἐκκλησίας, εἰς τὸ Μετόχι τῆς Μονῆς στὰ Μαριανὰ Χαλκιδικῆς:
«Ἤμουν, οἰκονόμος στὰ 1916, καὶ ὅσο μποροῦσα φρόντιζα γιὰ τὶς δουλειὲς τοῦ μετοχίου. Εἶχα ὅμως μεγάλη λύπη στὴν ψυχή μου, ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ πάω τὶς καλὲς ἡμέρες, ἐννοῶ τὶς μεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτὲς στὸν Πολύγυρο, νὰ ἀκούσω τὴν Θεία Λειτουργία. Φοβόμουν νὰ φύγω τέτοιες μέρες, γιατὶ τότε γίνονται οἱ κλοπές.
Ἀφοῦ πέρασαν τὰ Θεοφάνεια καὶ μπῆκε ὁ Φεβρουάριος, μία βραδυά, καθὼς ἄλεθα στὸν μύλο τὰ Πολυγυρινὰ ἀλέσματα, κατὰ τὴν μία τῆς νύχτας, ἀνέβηκα πάνω στὸ κελλαρίκι. Πηγαίνω στὸ μαγειρεῖο, ὅπου τὰ ξύλα ἦταν ντούνα στὴν γωνιά. Ξαφνικά, βλέπω ἕναν ἀσπρομάλλη γέροντα. Ἀπόρησα μόλις τὸν εἶδα καὶ ἔλεγα μὲ τὸν νοῦ μου: «Μά, πότε ἦλθε αὐτὸς ὁ γέροντας καὶ πῶς δὲν τὸν εἶδα ἐγώ;» Ὅμως, τὸν χαιρέτησα μὲ καλὴ καρδιά.
-Καλῶς τὸ γεροντάκι! Ἀπὸ ποῦ εἶσαι τοῦ λόγου σου;
-Ἀπὸ ἐδῶ κοντά, εἶμαι καὶ ἐγώ.
-Δὲν βρῆκες κανέναν καλόγερο ἐδῶ;
-Ὄχι, καλόγερο ἐδῶ ἄλλον δὲν βρῆκα.
-Πῶς περνᾶς, γερο-Βησσαρίων, πῶς πᾶνε οἱ δουλειές σου;
-Δόξα τῷ Θεῷ, καλὰ πᾶνε. Μόνο ἕνα πρᾶγμα μὲ λυπεῖ, διότι δὲν ἔχω ἐκκλησία καὶ ἀναγκάζομαι νὰ πηγαίνω ἀραιὰ στὸν Πολύγυρο γιὰ νὰ ἀκούω τὴν Θεία Λειτουργία.
-Ἔχει ἐδῶ ἐκκλησία, Βησσαρίων, μὴν λὲς ὅτι δὲν ὑπάρχει.
-Μά, τί λὲς γεροντάκι μου, δὲν ξέρω ἐγώ, ξέρεις ἐσὺ καλλίτερα; Γέροντα, ἐγὼ ἔχω ἕναν χρόνο ἐδῶ καὶ δὲν ξέρω νὰ ἔχει ἐκκλησία καὶ σὺ μοῦ λὲς ὅτι ἔχει;
-Ἄκουσε, Βησσαρίων. Δύο βήματα ἀπὸ τὸν φοῦρνο ἐμπρός, ἀρχίζει ἡ ἐκκλησία καὶ σκάψε νὰ τὴν βρῆς. Ἐσύ, Βησσαρίων, δὲν πιστεύεις αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω, ἐγὼ εἶμαι μέσα στὴν ἰδέα σου. Ἀλλὰ νὰ πιστέψεις διότι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ ξεσκεπασθῆ ἡ ἐκκλησία καὶ νὰ τὴν κτίσεις πάλι ἐκ νέου. Μὴν ἀπίστεις καθόλου σὲ ὅ,τι σοῦ λέω. Γιὰ νὰ μὲ πιστέψεις ἀκόμη περισσότερο, ἄκουσε: ὅταν βρῆς τὴν κολώνα τῆς Ἁγίας Τραπέζης, νὰ σταματήσεις τὸ σκάψιμο, νὰ κάνεις τρεῖς φορὲς τὸν σταυρό σου μὲ μετάνοιες καὶ θὰ δῆς τὸ χῶμα ποὺ σκεπάζει τὴν πλάκα τῆς Ἁγίας Τραπέζης, μόνο του νὰ φεύγει χωρὶς ἐσὺ νὰ τὸ ἀγγίξεις καθόλου.
-Ἀπόψε ἐδῶ νὰ μείνεις, νὰ κοιμηθῆς, ἐδῶ νὰ σὲ φιλέψω.
-Τέτοια ὥρα, ποῦ νὰ πάω, ἐδῶ θὰ μείνω.
Ὅταν λέγαμε αὐτά, ἄκουσα τὶς πέτρες τοῦ μύλου ποὺ χτυποῦσαν καὶ κατέβηκα νὰ διορθώσω τὸν μύλο καὶ εἶπα στὸν γέροντα νὰ μὲ περιμένει, ἕως νὰ γυρίσω νὰ φιλευθοῦμε. Ἀφοῦ διόρθωσα τὸν μύλο, γυρίζω πάνω στὸ κελλαρίκι νὰ συνεχίσω τὴν ὁμιλία. Μὰ ποῦ νὰ τὸν βρῶ. Ἄφαντος ὁ γέροντας. Φωνάζω ἐδῶ-ἐκεῖ, ῥωτῶ τὸν ἐργάτη τὸν Δημοσθένη, τοὺς Πολυγυρινούς, μήπως τὸν εἶδαν, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὸν εἶδε. Τέλος, πέρασε ἐκείνη ἡ νύχτα. Τὴν ἄλλη μέρα, τὰ εἶπα ὅλα αὐτὰ στὸν Δημοσθένη, μὰ οὔτε καὶ αὐτὸς τὰ πίστευε. Ἐγὼ ἤμουν σὲ λογισμούς. Νὰ κάνω ἀρχὴ ἢ νὰ μὴν κάνω;
Ἀφοῦ πέρασε μία ἑβδομάδα, μία νύχτα καθὼς κοιμώμουν, ἦλθε ἕνα βάρος καὶ κάθισε πάνω στὸ στῆθος, μὰ ἕως 500 ὀκάδες. Εἶχα τότε μία στενοχώρια καὶ ἕναν φόβο, μὰ τί νὰ σοῦ εἰπῶ, πολὺ μεγάλο. Καθὼς λοιπὸν στενοχωριόμουν καὶ κάτι σὰν νὰ ἔλεγα, ἄκουσα μία φωνή: «Γιατί δὲν ἔκανε ὅ,τι σοῦ εἶπε ὁ γέροντας;» Ἐγώ, σὰν ἄκουσα, γιὰ νὰ γλιτώσω ἀπὸ τὴν στενοχώρια, εἶπα: «Αὔριο, θὰ τὸ κάνω ὁπωσδήποτε». Ἔπειτα, πάλι ἄκουσα τὴν φωνὴ νὰ λέει: «Ἦλθε ὁ διορισμένος καιρός, καὶ μὴ τὸ ἀναβάλλεις». Καὶ ἔτσι ἐλευθερώθηκα ἀπὸ τὸ βάρος.
Τὸ πρωΐ, προτοῦ νὰ φέξει καλά, παίρνω τὸν κασμᾶ καὶ ἄρχισα νὰ σκάβω μπροστὰ ἀπὸ τὸν φοῦρνο, μισοφοβισμένος καὶ τρομαγμένος, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ βάρος ποὺ δοκίμασα. Μὲ ἀκούει ἡ γυναῖκα τοῦ ἐργάτου καὶ μὲ ῥώτησε τί κάνω. Ἐγὼ δὲν τῆς μίλησα καθόλου, μόνο τῆς ἔκανα νεῦμα μὲ τὸ χέρι νὰ φύγει. Ἀφοῦ ἔσκαψα ἕως ἕνα μέτρο βάθος, βρῆκα τοῦβλα καὶ προχωρώντας πρὸς τὰ κάτω βρῆκα τὰ ντουβάρια τῆς ἐκκλησίας. Ἦλθε καὶ ὁ Δημοσθένης καὶ σιγὰ-σιγὰ σκάπτοντας προχωρούσαμε. Ὅταν βρήκαμε τὴν κολώνα, λέω εἰς τὸν Δημοσθένη: «Τώρα, θὰ δῆς ἕνα θαῦμα. Τώρα θὰ κάνω τρεῖς μετάνοιες μὲ σταυροὺς καὶ θὰ δῆς τριγύρω στὴν κολώνα τὸ χῶμα ὅλο νὰ φεύγει μόνο του». Αὐτὸς δὲν πίστευε. Βάζω, λοιπόν, τρεῖς μετάνοιες μὲ σταυρούς, καὶ ὢ τοῦ θαύματος, ὅλο τὸ χῶμα ἀνασκάφθηκε καὶ ἔφυγε. Ὕστερα, καὶ ὁ Δημοσθένης ἔσκαβε μὲ θεῖο ζῆλο καὶ πίστη».
Διηγήθηκε, ἐπίσης ὁ γερο-Βησσαρίων, γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Τιμίου Προδρόμου, εἰς τὸ ἴδιο μετόχι, μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια:
«Μία μέρα, δύο χωριάτες ἦλθαν στὰ παζάρια καὶ ὁ ἕνας ἀγόρασε τὴν φοράδα τοῦ ἄλλου. Ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἀγόρασε, πῆγε στὴν ἐκκλησία καὶ προσκύνησε. Ἄφησε δὲ μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ μερικὰ χρήματα καὶ μοῦ εἶπε νὰ ἀνάψω ἕνα κερί. Ἐγὼ ἄναψα τὸ κερί, εἶδα τὰ χρήματα, ἦσαν ἀρκετά, δὲν τὰ πῆρα τὰ χρήματα, τὰ ἄφησα μπροστὰ στὴν εἰκόνα. Κατὰ τὸ βράδυ πῆγα νὰ ἀνάψω τὰ καντήλια καὶ βλέπω νὰ λείπουν τὰ χρήματα. Μὰ δὲν ξέρεις πόση στενοχώρια μοῦ ἦλθε. Πῆγα μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ λέω: «Ἅγιε Πρόδρομε, δὲν εἶσαι ἐδῶ; γιατί ἀφήνεις καὶ σοῦ παίρνουν τὰ χρήματα μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα σου; Δὲν σοῦ ἀνάβω τὸ καντήλι». Ἔτσι, ἄναψα μόνο τὸ καντήλι τῆς Παναγίας καὶ ἔφυγα. Μέσα μου, ὅμως, ἡ καρδιά μου χτυποῦσε λιγάκι. Πῆγα στὸν μύλο, ἀνέβηκα πάνω στὸ σπίτι, ἔφαγα λίγο ψωμί, ἀλλὰ συγχυσμένος. Κοιμήθηκα μὲ τὴν σύγχυση ποὺ εἶχα, ὅμως ἐπέμενα στὴν γνώμη μου. Ἔτυχε νὰ εἶναι πανσέληνος καὶ ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ κελλιοῦ μου ἔμπαινε μέσα τὸ φῶς. Καθὼς λοιπὸν κοιμώμουν μόνους μου, κατὰ τὰ μεσάνυχτα αἰσθάνομαι μία σκουντιά. Ξυπνῶ καὶ βλέπω ἕναν γίγαντα μπροστά μου, μὲ τὰ μαλλιὰ ξέπλεκα. Ἀπὸ τὸν φόβο μου ἄρχισα νὰ τρέμω καὶ μόλις μπόρεσα νὰ τοῦ πὦ:
-Πῶς ἦλθες ἐδῶ;
-Τὸ πῶς ἦλθα μὴν ῥωτᾶς, ἀλλὰ πές μου, γιατί δὲν ἀνάβεις τὸ καντήλι;, μοῦ εἶπε σοβαρά.
-Νὰ μὲ συγχωρέσεις Ἅγιε, ἔσφαλλα, τοῦ ἀπήντησα μὲ πολὺ φόβο, μὲ τρέμουσα φωνή, μὲ δάκρυα στοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τοῦ ἔβαλα τρεῖς μετάνοιες κλαίοντας στὰ πόδια του.
-Παιδί μου, Βησσαρίων, λὲς ὅτι δὲν εἶμαι ἐδῶ; Καὶ ἂν ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐδώ, τότε, ποιός σὲ φυλάει ἐδῶ τόσα χρόνια, σ’ αὐτὴ τὴν ἐρημιά, ἀπὸ τοὺς ληστὲς καὶ τὰ ἄλλα κακοποιὰ στοιχεῖα;, μοῦ λέει μὲ γλυκειᾶ καὶ ἥμερη φωνή.
-Ἅγιέ μου, σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρέσεις, δὲν τὸ ξανακάνω.
-Πήγαινε νὰ ἀνάψεις τὸ καντήλι στὴν εἰκόνα μου, καὶ νὰ τὸ κηρύττεις καὶ εἰς τπὺς ἄλλους ὅτι κάνουν θαύματα οἱ εἰκόνες, διότιι πολλοὶ ἐδῶ ἄρχισαν νὰ λένε ὅτι δὲν θαυματουργοῦν οἱ εἰκόνες.
Αὐτὰ μοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ ἔγινε ἄφαντος. Ἐγώ, ἐκείνη τὴν ὥρα πῆγα στὴν ἐκκλησία, καὶ βλέπω ὅλα τὰ χρήματα στὸν ἴδιο τόπο, ὅπως ἦταν, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου.
Ὁ Ἅγιος ἐμφανίσθηκε ὅπως τὸν βλέπουμε στὴν εἰκόνα μὲ τὴν προβειά. Ἀλλὰ τέτοιον ψηλὸ ἄνθρωπο δὲν εἶδα ἄλλον στὴν ζωή μου. Μὰ τί νὰ σοῦ εἰπῶ! Ἄνδρας πελώριος, γίγαντας».
Διηγήθηκε, ἐπίσης ὁ γερο-Βησσαρίων:
«Προτοῦ νὰ χτίσω τὴν ἐκκλησία στὸ μετόχι, κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, τὴν νύχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου πρὸς τὴν Κυριακή, ἤμουν στὸ μετόχι καὶ μὲ πολλήμου λύπη ἔπεσα νὰ κοιμηθῶ μέσα στὴν ἐρημιά. Μακρὰν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ τοῦ πανηγυρισμοῦ τοιαύτης ἡμέρας. Τὴν νύχτα, ἀκούω μία καμπάνα καὶ χτυποῦσε, μὰ πῶς νὰ τὴν παραστήσω; Μὰ τί γλυκειὰ φωνὴ ποὺ εἶχε! Μὰ τί μελωδία ποὺ ἔκανε! Μὰ τί εὐωδία ἐχύνετο! Ξυπνῶ πάνω ὄρθιος, τρίβω τὰ μάτια μου, ἀπορῶ: «μὰ ὄνειρον εἶναι ἢ ἀλήθεια;» Ἢ καμπάνα τὴν δουλειά της! Γέμισε ἡ καρδιά μου εὐωδία. Ἂς αἰσθανθῶ ἀκόμη μία φορὰ τέτοια εὐωδία καὶ ἂς πεθάνω. Δὲν ἤθελες οὔτε νὰ φᾶς, οὔτε νὰ πιῆς, ἀλλὰ μόνο νὰ κοῦς τὴν μελωδία τῆς καμπάνας καὶ νὰ χορταίνεις ἀπὸ ἐκείνη τὴν εὐωδία ὅπου ἀνεδίδετο. Σκέπτομαι καλά, πῶς ἐδῶ στὴν ἐρημιά, καμπάνα δὲν ὑπάρχει. Ἀποφασίζω νὰ βγῶ ἔξω. Ἀνοίγω τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ μου, προχωρῶ. Ἀλλά, ὅσο ἔβγαινα πρὸς τὰ ἔξω, ἡ φωνὴ τῆς καμπάνας λιγόστευε. Ἀνοίγω τὴν ἔξω θύρα, βγαίνω στὴν αὐλή, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἄκουσα πλέον. Γύρισα στὸ κελλί μου καὶ δὲν τὸ φανέρωσα σὲ ἄλλον. Τὴν ἄλλη μέρα, μοῦ λέει ὁ Δημοσθένης: «Γερο-Βησσαρίων, ἄκουσες ἀπόψε μιὰ καμπάνα ποὺ χτυποῦσε;» Ἐγὼ ἔκανα τὸν ἀδιάφορο.
Διηγήθηκε, ἐπίσης ὁ γερο-Βησσαρίων, ἕνα θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νήφωνος:
«Κατὰ τὸ ἔτος 1916, ὅταν διορίσθηκα οἰκονόμος στὸν μετόχι τῆς Μονῆς μας, στὸ μύλο τῶν Μαριανῶν Χαλκιδικῆς, ἔφθασα στὴν Δάφνη μὲ ἕνα βαποράκι τῆς συγκοινωνίας, νομίζω πὼς τὸ ἔλεγαν «Ἑλένη». Μετὰ ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ ἄλλο πλοιάριο, ἀφοῦ φθάσαμε στὸ ἀκρωτήριο τῆς Συκιᾶς, στὰ Καρτάλια, ὅπου σταυρώνονται ὅλοι οἱ ἀέρηδες, κινδυνεύσαμε νὰ πνιγοῦμε ἀπὸ τὴν μεγάλη φουρτούνα. Ἔβλεπες τὸ καημένο τὸ βαποράκι καὶ τὸ χόρευε ἡ θάλασσα, σὰν ἕνα καρυδόφλουδο. Ἔβλεπες τὴν πλώρη του μία στὸ βάθος καὶ μία στὸ ὕψος, στὸν ἀέρα, ἔτριζε ὁλόκληρο καὶ ἔλεγες ὅτι τώρα θὰ σπάσει καὶ θὰ κομματιασθῆ. Ὅλοι οἱ ἐπιβάτες τὰ χρειάσθηκαν, ὅλοι ἔβλεπαν τὸν κίνδυνο, τὸν θάνατο ποὺ μᾶς κύκλωνε. Ἄκουγες φωνές, παρακάλια στὴν Παναγία, ὡς καὶ αὐτοὶ οἱ καπεταναίοι φοβηθήκαν. Τότε, καὶ ἐγὼ φοβήθηκα καὶ προσευχόμουν ὄρθιος, μὲ τὰ χέρια σηκωμένα πρὸς τὸν οὐρανό, καὶ φωνάζω μὲ πολλὴ πίστη, μεγαλοφώνως: «Ἅγιε Νήφων, πρόφθασε καὶ σῶσέ μας. Ἅγιε Πατὴρ ἡμῶν Νήφων, πρόφθασε καὶ σῶσέ μας. Ἅγιε Νήφων, γλίτωσέ μας. ἅγιε Νήφων, πνιγόμαστε, σῶσέ μας!». Δὲν πέρασαν 10 λεπτὰ καὶ ἀμέσως ἔσπασε ἐκεῖνο τὸ κακό, ἡ τρικυμία καὶ ἡ ταραχὴ ἀπὸ τοὺς ἀέρηδες καὶ ἔγινε γαλήνη τελεία καὶ ὅλοι ἐξεπλάγησαν. Μὲ ἐρωτοῦσαν οἱ καπεταναῖοι: «Ἔ, καλόγερε, ποῖος Ἅγιος εἶναι αὐτὸς ποὺ μᾶς γλύτωσε;» Καὶ ἐγώ, μετὰ πολλῆς χαρᾶς τοὺς ἔλεγα ὅτι αὐτὸς εἶναι Ἅγιος δικός μας, τοῦ Μοναστηριοῦ μας»
Διηγήθηκε, ἐπίσης ὁ γερο-Βησσαρίων, κάποιες τιμωρίες βοσκῶν ἀπὸ τὸν Τίμιο Πρόδρομο:
«Κάποτε, βρῆκα τὸν μπελά μου μὲ ἕνα γιδοβοσκὸ ἀπὸ τὸν Πολύγυρο, τὸν Θεοδόσιο Ζαργάνη. Αὐτὸς ὁ κύριος, δὲν μὲ λογάριαζε καθόλου, ἂν ἤμουν οἰκονόμος τοῦ μετοχίου ἢ ὄχι. Κάθε λίγο, τὰ φίδια του ἦταν μέσα στὸ μετόχι. Ζημιὲς στὰ γεννήματα, στὰ ἐλαιόδενδρα. Τοῦ ἔλεγα: «Βρὲ Θεοδόση, ἔλα στὰ μυαλά σου! Πολλὲς ζημιὲς μοῦ κάνεις». Αὐτὸς τίποτε, ἔκανε τὸν κωφὸ καὶ ἄλλοτε γελοῦσε ἢ μὲ ἀπειλοῦσε. Τί νὰ κάνω; Ἔφθασα σχεδὸν μέχρις ἀπελπισίας καὶ τοῦ λέω μία μέρα: «Ἀφοῦ δὲν μὲ λογαριάζεις, νὰ τὸ βρῆς ἀπὸ τὸν Ἅγιο». Δὲν πέρασε πολὺς καιρός, καὶ πέφτει μία ἀσθένεια, μία ψώρα στὰ γίδια του καὶ ἄρχισαν νὰ ψοφοῦν κάθε μέρα ἀπὸ ἕνα ἢ δύο. Αὐτὸς ἀκόμη δὲν αἰσθανόταν τίποτα. Εἶχε σὲ ἕνα σεντοῦκι τρία χάρτινα χιλιάρικα καὶ πῶς κατάφεραν οἱ ποντικοί, καὶ τοῦ τρυποῦν τὸ σεντοῦκι, τοῦ πῆραν τὰ τρία χιλιάρικα καὶ τὰ πῆγαν στὴν φωλιά τους. Τὰ δύο ἀπὸ αὐτὰ τὰ κατέκοψαν σὲ μικρὰ κομματάκια καὶ ἔγιναν ἄχρηστα, τὸ ἄλλο τὸ ἔκοψαν σὲ τρία κομμάτια, ἀλλὰ πρόλαβε, τὸ ψευτομπάλωσε καὶ δὲν τὸ ἔχασε τελείως. Ὕστερα ἀπὸ αὐτά, τὸν ἀκολούθησε ἀσθένεια στὴν γυναῖκα καὶ στὰ παιδιά του, ἐνῶ ἀπὸ τὰ χωράφια του καμία σοδειὰ δὲν μάζευε. Ἦλθε ὁ ἄνθρωπος νὰ χάσει τὰ μυαλά του ἀπὸ τὶς πολλὲς δυστυχίες ποὺ τὸν βρῆκαν. Μια μέρα, ἔρχεται στὸν μύλο καταλυμένος καὶ ταπεινωμένος, μόνον ποὺ δὲν ἔκλαιε καὶ μοῦ λέει: «Ἀμὰν καλόγερε, τί Ἅγιος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχεις ἐδῶ;». «Ἔ, θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ἔλεγα νὰ μὴν κάνεις ζημιὲς καὶ ἐσὺ μὲ περιέπαιζες; Νομίζεις πῶς εἶναι δικό μου τὸ κτῆμα. Τοῦ Ἁγίου εἶναι». «Βρέ, ἀδελφέ μου, νὰ μὲ συγχωρέσεις. Ἄλλη φορά, σοῦ ὑπόσχομαι, δὲν θὰ σὲ ἐνοχλήσω». «Ὁ Θεὸς νὰ συγχωρέσει. Πήγαινε στὴν ἐκκλησία νὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν Ἅγιο συγχώρεση, νὰ βάλεις τρεῖς μετάνοιες καὶ ἕλα ἐδῶ νὰ σὲ κεράσω ἕνα καφεδάκι». Καὶ ἔτσι ἔγινε. Ἔπειτα, γίναμε φίλοι καὶ ἐρχόταν καὶ ἄλεθε στὸν μύλο μας μὲ ὅλο τὸ συγγενολόϊ καὶ οὔτε τόλμησε νὰ μὲ ξαναπειράξει.
Ὅπως μὲ τὸν γιδιάρη, τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ ἕνα γείτονα μυλωνᾶ, ὁ ὁποῖος ἄφηνε τὰ γελάδια του καὶ ἔβοσκαν μέσα στὰ χωράφια τοῦ μετοχίου μας. Ἕνας ἄγριος ἄνθρωπος, πώ, πώ, Παναγία μου! ὅταν τοῦ ἔλεγα τίποτε, ἔλεγε ὅτι θὰ ἔλθει καμία νύχτα νὰ μὲ ξεμπερδέψει. Τοῦ λέω καὶ ἐγώ: «Καλά, ἐσὺ ἀπὸ τὸν Ἅγιο θὰ τὸ βρῆς, διότι μὲ ἀγανάκτησες». Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἐκεῖ ὅπου ἔπαιζε τὸ παιδί του μὲ ἄλλα, μέσα στὸν λάκκο, τὸ ἔσπρωξαν ἐκεῖνα καὶ ἔπεσε μέσα στὸ νερὸ καὶ πνίγηκε. Τότε, ἤλθε σὰν βρεγμένος γάτος, κατασυντετριμμένος καὶ μοῦ ζήτησε συγχώρεση. Τοῦ λέω: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ συγχωρέσει, μὰ πήγαινε καὶ στὸν Ἅγιο νὰ σὲ συγχωρέσει καὶ αὐτός, γιατὶ μᾶς ἀγανάκτησες». Αὐτὸ συνέβη τὸ 1919.
Ὅταν δὲ ἤμουν μυλωνᾶς στὸ μετόχι τοῦ Μεταγγίτση, εἴχαμε καὶ ἐκεῖ κεχαγιᾶ. Καὶ αὐτὸς ὁ κύριος, ἄφηνε καὶ ἔβοσκαν τὰ ἀρνιά του μέσα στὰ γεννήματά μας  Μάρτη μῆνα. Μία, δύο φορές, τίποτε αὐτός. Μία μέρα βγῆκα ἀπὸ τὸν μύλο καὶ τοῦ λέω:
-Βρέ, δὲν φοβᾶσαι τὸν Θεὸ καὶ τὸν Ἅγιο ποὺ καταστρέφει τὸ σιτάρι τουα
-Ἔ, καλόγερε, τρώει σιτάρι ὁ Ἅγιος Πρόδρομος;
-Δὲν τρώει, ἔ; Καλά-καλά.
Πέρασαν κάμποσες μέρες και μία μέρα, καθὼς ἔβοσκε τὰ πρόβατα στὶς συκαμινιές, τὰ ἀρνιά του πηδοῦσαν τὸ αὐλάκι καὶ πήγαιναν στὸ γέννημα. Ὁ βλάχος, τὰ ἔβλεπε καὶ πῆγε πέρα στὴν ῥεματιὰ γιὰ νὰ μὴν τὰ βλέπει καὶ κατηγορεῖται. Ὅμως, μαζὶ μὲ τὰ ἀρνιὰ, πήδησε καὶ μία προβατίνα, ζήλεψαν αὐτά καὶ ἄρχισαν νὰ πηδοῦν τὸ αὐλάκι, ἀλλὰ τὰ περισσότερα ἔπεφταν μέσα καὶ τὸ νερὸ τὰ κατέβαζε στὴν μεγάλη στέρνα τοῦ μύλου. Κάποτε, βγαίνει ὁ οἰκονόμος ὁ γερο-Ἠλίας καὶ βλέπει τὴν στέρνα γεμάτη ἀπὸ τὰ πρόβατα. Φωνάζει τὸν βλάχο, ἔρχεταὶ λυπημένος καὶ τί νὰ δῆ! Εἴκοσι καὶ περισσότερα πρόβατα ἦταν πνιγμένα. Ἄρχισε νὰ μοιρολογάει καὶ νὰ τραβᾶ τὰ μαλλιά του. Τοῦ λέω ἐγώ:
-Ἔ, κεχαγιᾶ, τρώει ὁ Τίμιος Πρόδρομος σιτάρι;
-Ἄσε μας, μωρὲ καλόγερε, μὴν μὲ πειράζεις, θὰ σκάσω ἀπὸ τὸ κακό μου.
Καὶ ἀπό τότε, ποῦ νὰ ξαναπλησιάσει ὁ βλάχος στὰ γεννήματα».
Διηγήθηκε, ἐπίσης ὁ γερο-Βησσαρίων, ὅταν πῆγαν νὰ φέρουν μία θαυματουργὸ εἰκονα, ἑνὸς παλαιοῦ μετοχίου, ποὺ τὴν φύλαγε μία λαϊκὴ οἰκογένεια:
«Ὄταν φύγαμε ἀπὸ τὴν Μονή, ἦταν Παρασκευή, ἀπόγευμα, 10 Φεβρουαρίου 1940, μὲ τὸ πλοῖο. Ὅλη τὴν μέρα λιανόβρεχε καὶ ἔκανε πολὺ κρύο. Φθάσαμε στὴν Νικήτη, στὴν μία τὴν νύχτα. Τὸ κρύο μὲ διεπέρασε ἕως τὴν καρδιά. Μὲ πιάνει ἕνα ῥίγος καὶ ἀρχίζω νὰ χτυπῶ τὰ δόντια. Μαζί μὲ αὐτό, ἀρχίζει καὶ μία διάῤῥοια. Ζήτησα τὴν εἰκόνα, τὴν προσκύνησα καὶ παρακάλεσα τὸν Ἅγιο νὰ μὲ κάνει καλά. Ἀμέσως ἔπαψε ὁ πόνος καὶ ἡ κίνηση. Ἔγινα ἐντελῶς καλά. Ὅλοι ἀπόρησαν»
***


Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Ὁ προηγούμενος Μᾶρκος ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ προηγούμενος Μᾶρκος ὁ Διονυσιάτης.
Ἐκοιμήθη τὴν 14ην Ἰανουαρίου τοῦ 1938, εἰς ἡλικία 92 ἐτῶν, ἐκ Κρήτης καταγόμενο.
Καθ’ ὅλη του τὴν ζωή, ἡ διατροφή του ἦταν μονοφαγία. Ὅ,τι εἶχε ἡ κοινὴ τράπεζα, μία φορὰ τὴν ἡμέρα, μόνο τὸ γεῦμα· τὸ βράδυ δὲν πήγαινε στὴν τράπεζα, διότι νήστευε. Μόνο ἂν ἦταν ἀγρυοπνία, ἔπινε ἕνα τσάϊ μὲ τεμάχιο ξηροῦ ἄρτου.
Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1937, λόγῳ ἀτονείας καὶ ἀδράνειας τῶν οὐρητικῶν του ὀργάνων, δὲν μποροῦσε φυσιολογικῶς νὰ οὐρήσει. Γι’ αὐτό, κατ’ ἀνάγκη, μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ ἰατροῦ μοναχοῦ Νικολάου Γρηγοριάτου, τοῦ ἔβαζε ὁ γερο-Λάζαρος τὸν καθηετῆρα καὶ ἕτσι εὐκολυνόταν καὶ ἔβγαζε τὸ νερό του. Αὐτό, γινόταν ἐπὶ ἕναν μῆνα. Κατὰ τὸν Ἰανουάριο, σταμάτησε τελείως νὰ λαμβάνει τροφή. Ἀδράνησαν ὅλα τὰ πεπτικά του ὄργανα καὶ φανερὰ πλησίαζε στὸν θάνατο. Ἡ ὁμιλία του διατηροῦταν ἀκόμη.
Μία νύχτα, μία ἑβδομάδα πρὶν κοιμηθῆ, τοῦ φάνηκε ὅτι μαζεύθηκαν ὅλες οἱ γάτες τοῦ Μοναστηριοῦ δίπλα του, στὸ κρεββάτι του καὶ φώναζαν καὶ οὔρλιαζαν. Τὸ πρωΐ, ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ γερο-Λάζαρος, τοῦ ἔκανε παράπονα:
-Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πάτερ Λάζαρε, τί ἦταν αὐτὸ ἀπόψε;
-Τί ἔπαθες, Γέροντα;
-Μά, παιδί μου, ὅλες οἱ γάτες πῶς μαζεύθηκαν ἀπόψε ἐδῶ; Μὲ τὶς φωνές του δὲν μὲ ἄφησαν νὰ κοιμηθῶ.
-Δὲν θὰ ἦταν γατιά, Γέροντα, κάτι ἄλλο θὰ ἦταν.
-Μὰ τί ἄλλο νὰ ἦταν, παιδί μου.
-Λίγη ὑπομονὴ ἀκόμη νὰ κάνεις καὶ θὰ σκάσουν οἱ τρισκατάρατοι.
Ἀντιληφθεὶς τὸ νόημα, σιώπησε καὶ δόθηκε ὅλος εἰς τὴν νοερὰ εὐχή. Ἀπὸ τότε πλέον ἔπαυσε νὰ ὁμιλῆ.
Το πρωΐ τῆς 14ης Ἰανουαρίου, τὸν πλησίασε ὁ γερο-Λάζαρος, καὶ πειθόμενος ὅτι θὰ ἦταν ἡ τελευταία του μέρα, τοῦ φώναξε δυνατὰ στὸ αὐτί, ἂν ἤθελε νὰ μεταλάβει καὶ διὰ νεύματος ἔδωσε τὴν συγκατάθεσή του. Εἰδοποιήθηκε ὁ Ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος λειτοῦργησε στὸ παρακείμενο παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, καὶ μετέλαβε τὸν ἀσθενῆ.
Κατὰ τὴν 11ην βραδινὴ ὥρα, ἐκοιμήθη. Ἐκείνη λοιπὸν τὴνστιγμή, γέμισε ολο τὸ δωμάτιο τοῦ νοσοκομείου ἀπὸ μία θαυμασιώτατη εὐωδία. Ὁ ἡγούμενος ῥώτησε: «Τί συμβαίνει, αἰσθάνομαι ἐξαιρετικὴ εὐωδία». «Ναί, Γέροντα, καὶ ἐμεῖς τὴν αἰσθανόμαστε», ἀπήντησε ὁ γερο-Λάζαρος. Ἡ ἐν λόγῳ θαυμάσια εὐωδία διήρκεσε περίπου πλέον τῶν 20 λεπτῶν ἢ καὶ ἡμισείας ὥρας.
***

Ὁ γερο-Γεννάδιος, ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ γερο-Γεννάδιος, ὁ Διονυσιάτης.
Αὐτός, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀκούμια Ῥεθύμνης Κρήτης. Ἐκοιμήθη, τὴν 17ην Ἰουνίου τοῦ 1933, εἰς ἡλικίαν 52 ἐτῶν.
Τίς νὰ θυμηθῆ καὶ νὰ μὴν θαυμάσει τὴν ἐπὶ ὁλόκληρη δωδεκαετία διαβίωσή του εἰς τὸ ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ ὁλοσκότεινο κελλί του; Μήπως δὲν εἶχε ἄλλο κελλὶ εὐήλιο, φωτεινό, καθαρά. Προτιμοῦσε ὅμως νὰ μένει εἰς τὸ σκοτεινό, δὰ νὰ εἶναι πλησίον τοῦ Γέροντος Καθηγουμένου καὶ νὰ τὸν ἐξυπηρετῆ εἰς τὰς ἀναγκαίας του χρείας, ὑπάρχων πανέτοιμος καὶ πάντοτε παρών, ὡς ἡγουμενιάρης ποὺ ἦταν.
***

Ὁ γερο-Ἱλαρίων ὁ πλοίαρχος, ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ γερο-Ἱλαρίων ὁ πλοίαρχος, ὁ Διονυσιάτης.
Αὐτός, καταγόταν ἀπὸ τὴν Σκιάθο. Ἦλθε μεσήλικας στὴν Μονή, ἔχοντας περάσει τὸ 50ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, τὸ 1916. Ἔζησε ἕως τὴν 31η Μαρτίου 1933, ἐτῶν 72. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν ναυτικός, καὶ πλοίαρχος ἀνεγνωρισμένος. Εἶχε δικό του ἱστιοφόρο καὶ ὅταν κοινοβίασε, κατέθεσε καὶ 120 λίρες μετρητά.
Διακρινόταν γιὰ τὴν αὐστηρότητα τῶν ἠθῶν του καὶ τὴν ἀκρίβεια τοῦ μοναχικοῦ κανόνος. Ὅλα τὰ χρόνια, ἔμενε στὸν Ἀρσανᾶ τῆς Μονῆς. Στὴν ἀρχή, γιὰ μερικὰ ἔτη ταξίδευε μὲ τὶς λέμβους τῆς Μονῆς, ἀργότερα παρέμεινε μόνιμος ἀρσανάρης μέχρι ποὺ ἐκοιμήθη. Καθ’ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα, δὲν ἠθέλησε ποτὲ οὔτε νὰ βράσε ἕνα ψάρι ἢ νὰ τηγανίσει, ἂν καὶ εὕρισκε ψάρια εὔκολα. Ἀρκεῖτ καὶ ἀνεπαύετο σὲ ὅ,τι ἔδινε τὸ κοινὸ μαγειρεῖο.
Δὲν τὸν εἶδε ποτὲ κανένας νὰ θυμώσει ἢ νὰ χασκογελᾶ, ἀλλὰ ἦταν πάντοτε σύννους, προσεκτικός, νηφάλιος, ἀληθὴς καὶ πιστός. Φύλαξε ὑπακοὴ χωρὶς ἀντιλογία, μέχρι θανάτου.
Ἐκοιμήθη τὴν Μεγάλη Πέμπτη. Χρίσθηκε ἀπὸ τὸ χρίσμα τοῦ εὐχελαίου, κατόπιν μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐξαντλημένος ὑπάρχων ἐκ προηγηθείσης διάῤῥοιας, ἀλλὰ ἔχων σώας τὰς φρένας καὶ ὁμιλῶν μετὰ τῶν ἀδελφῶν καὶ τοῦ νοσοκόμου, ὡς νὰ ἦταν ὑγιής. Μετὰ τὴν Ἁγία Μετάληψη, ὁ νοσοκόμος, τοῦ ἑτοίμασε ἕνα τσάϊ ζεστὸ νὰ πιῆ, ἀλλὰ ὁ ἀσθενὴς τοῦ εἶπε νὰ τὸ ἀφήσει λίγο νὰ κρυώσει. Πλάγιασε καὶ χωρὶς νὰ τὸν ἀντιληφθῆ κανείς, ἐκοιμήθη. Ἡ κηδεία του ἔγινε τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, Μεγάλη Παρασκευή.
***


Ὁ γερο-Ἰσαὰκ ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ γερο-Ἰσαὰκ ὁ Διονυσιάτης.
Ὁ γερο-Ἰσαάκ, καταγόμενος ἐκ Καβουκλῆ τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν Θράκης, ἦταν τύπος καὶ ὑπογραμμὸς καὶ ζῶσα εἰκόνα ἐναρέτου πολιτείας.
Κατὰ τὴν νεαρή του ἡλικία, δεκαενναετὴς ὑπάρχων, ὑπηρετοῦσε ὡς μάγειρας εἰς τὸ Κονάκι τῆς Μονῆς στὶς Καρυές, μὲ ἀντιπρόσωπο τὸν ἐκ Λακωνίας καταγόμενο Γέροντα Γελάσιο. Κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριο, ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ ἐπικοινώνησει ἐπειγόντως μὲ τὴν Μονὴ ὁ Γελάσιος, καὶ μὴ ὑπάρχοντος τότε τηλεφώνων, οὔτε θαλάσσια συγκοινωνία, ἔστειλε τὸν Ἰσαὰκ μὲ γράμματα στὴν Μονή, πεζοποροῦντα ἀπὸ τὸ βουνό, καὶ μάλιστα, ὁ καιρὸς ἦταν νεφελώδης καὶ σκοτεινός, προμηνύων κακοκαιρία καὶ χιονοθύελλα. Τὸν ὑπάκουσε ὁ Ἰσαὰκ ἄνευ ἀντιλογίας, ἄνευ γογγυσμοῦ, καὶ ἂς ἔβλεπε κα τὴν προμηνυομένη θεομηνία. Ἀφοῦ ἔβαλε μετάνοια καί: «νἆναι εὐλογημένο» εἰπών, ἔλαβε τὴν γραμματοθήκη καὶ ἀστραπιαίως, ὡς ζαρκαδάκι, συνηθισμένος ὑπάρχων εἰς τὴν πεζοπορίαν, ἐντὸς ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας ἔφθασε στὴν θέση Σταυρός, στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ, καὶ τρέχοντας πῆρε τὸν διὰ τὴς ὀροσειρᾶς δρόμο. Ἀπὸ τὸ Κονάκι ἀνεχώρησε στὶς 7 τὸ ἀπόγευμα καὶ περὶ στὶς 9, ἔφθασε στὰ ὅρια τῆς Σίμωνος Πέτρας, στὴν θέση Μπουσδοῦμι. Μέχρι ἐκεῖ ἔβλεπε καὶ διέκρινε τὸν δρόμο. Ἐν τῷ μεταξύ, πρὶν ἀπὸ μισὴ ὥρα, εἶχε ἀρχίσει νὰ χιονίζει πυκνὰ-πυκνά, καὶ τὸ χιόνι σκέπασε ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ δρόμου καὶ ὁ καιρὸς ὅλο καὶ χειροτέρευε. Ὁ Ἰσαάκ, προχώρησε γιὰ ἀρκετὸ διάστημα ἀκόμη, λέγοντας τὴν εὐχή ἀλλὰ ὕστερα, ἀναγκάσθηκε νὰ σταματήσει, παραδερνόμενος ἀπὸ τὴν χιονοθύελλα, ἀφοῦ δὲν ἔβλεπε τίποτα. Ἀπεγνωσμένος, ὕψωσε τὰ χέρα καὶ τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ φώναξε μὲ ὅλη του τὴν καρδιά: «Ἅγιε Πρόδρομε, βοήθησέ με νὰ φθάσω στὸ Μοναστήρι». Καὶ ὢ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως, ἀόρατη δύναμη τὸν ἅρπαξε καὶ αὐτοστιγμεὶ βρέθηκε στὸ Προσκυνητάρι ἔξω ἀπὸ τὴν Μονή καὶ ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ οἱ πατέρες εἶχαν σηκωθεῖ ἀπὸ τὴν τράπεζα, περίπου στὶς 10:30. Ὁ Ἰσαὰκ τότε, μπῆκε στὴν Μονή, πάντων ἐξεστηκότων καὶ θαυμαζόντων, καὶ τὸν ῥωτοῦσανπῶς ἦλθε εἰς τὴν Μονὴ μὲ τέτοια χιονοθύελλα.
Σὲ ὅ,τι διακόνημα ὑπηρετοῦσε ὁ πατὴρ Ἰσαάκ, ἀκολουθοῦσε ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου. Εἰς τὰς Καρυές, ὅταν ἦταν κονακτσῆς, τὰ πλεονάζοντα κηπουρικὰ τὰ ἄφηνε στὴν ῥίζα τῆς κερασιᾶς ποὺ ἦταν στὸν δρόμο, καὶ ἔπαιρναν ὅσοι ἤθελαν κατὰ βούληση· καὶ ὅσο αὐτὸς ἔδινε, τόσο αὐτὰ ἐπληθύνοντο.
Στὸ μετόχι τῆς Μονῆς στὴν Καλαμαριά, κατὰ τὸ ἔτος 1893-94, ἦλθε ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ ἦταν τόση ἡ ἀνομβρία, ὥστε κινδύνευαν τὰ σιτάρια νὰ ξεραθοῦν. Τότε, ὁ οἰκονόμος Γερβάσιος, ὁ ἐξ Ἰθάκης, παρακάλεσε τὸν γερο-Ἰσαὰκ νὰ κάνει προσευχὴ στὸν Θεὸ νὰ τοὺς σπλαγχνισθῆ καὶ νὰ βρέξει. Ὁ γερο-Ἰσαάκ, ἀμέως, ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα, ἔκανε ὁλονύχτια ἀγρυπνία, παρακαλῶντας μετὰ δακρύων τὸν Θεὸν νὰ συγκεράσει τὴν δικαία του ὀργὴ καὶ νὰ βρέξει εἰς τὴν γῆ. Τὴν ἄλλην ἡμέρα, φάνηκαν μερικὰ σύννεφα, μακριὰ εἰς τὸν ὁρίζοντα τοῦ Πολυγύρου καί, ὢ τοῦ θαύματος!, χωρίζεται ἕνα σύννεφο καὶ ἔρχεται πάνω ἀπὸ τὸ μετόχι καὶ ἔβρεξε ἕως ὅτου μέθυσε τὴν γῆν. Ἡ βροχή, ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὸ ὁριακῶς συνορευομένο χωριὸ τῆς Πορταριᾶς.
Ὁ γερο-Ἰσαάκ, ἐπὶ 60 καὶ πλέον ἔτη ὅπου ἔζησε εἰς τὴν Μονή, τὸν κανόνα τῆς ἀσκήσεώς του δὲν τὸν ἄλλαξε, τόσο εἰς τὴν δίαιτα, ὅσο καὶ εἰς τὶς ἀκολουθίες, ὁπουδήτε καὶ ἂν βρισκόταν, διότι, ἔζησε πολλὰ χρόνια μακριὰ ἀπὸ τὴν Μονή, ἄλλοτε μὲν ὡς τσέλιγκας, ἄλλοτε ὡς κηπουρὸς καὶ ἄλλοτε ὡς μυλωνᾶς εἰ τὰ μετόχια. Ὅσας ἀγρυπνίας τελεῖ ἡ Μονὴ καὶ ὅσες μέρες κάνει νηστεία καὶ μονοφαγία, ἀπαρεγκλίτως καὶ μετὰ θερμῆς πίστεως καὶ ζήλου ἱεροῦ τὰς τελοῦσε καὶ αὐτὸς ὅπου καὶ ἂν βρισκόταν. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔκανε μετοχιάρης εἰς τὴν Καλαμαριά, ὅπου ἦσαν τὰ πρόβατα καὶ ὅπως ὑπῆρχε συνήθεια, ὁ οἰκονόμος, μετὰ τῆς ὑπολοίπου συνοδείας, συχνὰ-πυκνά, ἔτρωγαν κρέας. Ὁ γερο-Ἰσαὰκ ὅμως, ἀπεῖχε αὐτῆς τῆς κρεοφαγίας.
Κατὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἔκανε 3.000 μετάνοιες γονυκλινῶς τὸ εἰκοσιτετράωρο καὶ τρία τριήμερα· ἕνα τὴν πρώτη ἑβδομάδα, δεύτερο τὴν Τρίτη ἑβδομάδα καὶ τὸ τρίτο τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα.
Γυναῖκες στεῖρες τὸν παρακαλοῦσαν νὰ προσεύχεται διὰ νὰ τεκνοποιήσουν· καὶ ἄλλοι κοσμικοί, διὰ νὰ εὐοδωθοῦν αἱ ἐργασίαι των.
Ὅταν ὁ γερο-Ἰσαὰκ ἦταν στὸ Ἀρτοποιεῖο, ἐπὶ δύο ἔτη, εἶχε μέσα στὸ ἀρτοποιεῖο, ἕνα φίδι, ὀνόματι ἀστρίτης ἢ ἀλαφιάτης, μεγέθους 1,5 μέτρου περίπου· καὶ τόσο εἶχε ἐξοικειωθῆ μὲ τὸν Γέροντα, ὥστε ἀνέβαινε καὶ κοιμόταν στὴν πρόχειρη στρώμνη τοῦ διακονήματος, καὶ τοῦ ἔφτιαχνε σὲ ἕνα πιάτο ὁ γερο-Ἰσαάκ, χυλὸ μὲ ἀλεύρι καὶ ἔτρωγε, καὶ κατόπιν πήγαινε στὴν φωλιά του. Προσέφερε δὲ καὶ ὑπηρεσία τὸ φίδι, διότι κυνηγοῦσε ἀγρίως τὰ ποντίκια. Καὶ ὅσο χρόνο παρέμεινε στὸ Ἀρτοποιεῖο ὁ γερο-Ἰσαάκ, ἔμενε καὶ τὸ φίδι, ὅταν ἔφυγε, ἔφυγε καὶ αὐτό.
Ἐπὶ ἓν ἑξάμηνο, ὁ γερο-Λάζαρος, διέμενε μὲ τὸν γερο-Ἰσαάκ, εἰς τὸ Κάθισμα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ποὺ βρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Μονή. Ὅταν τελοῦσαν τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου, ἐπὶ δυόμιση ὥρες μὲ κομβοσχοίνι, στὸ τρίτο κομβοσχοίνι, θερμαινόταν ἡ καρδιά του ἀπὸ θεῖο ἔρωτα καὶ ζῆλο καὶ φώναζε τὴν κάθε λέξη τῆς εὐχῆς μὲ διάπυρο ζῆλο καὶ ἀγάπη. Μετὰ δὲ τὸ Ἀπόδειπνο, δὲν περνοῦσε μισὴ ὥρα καί, στὸ γειτονικό τῆς ἐκκλησίας κελλί καθήμενος, ἄρχιζε τὸ κλάμα. Ἔκλαιγε μὲ δάκρυα θρηνητικά, δάκρυα παρακλητικά, δάκρυα κατανυχτικά. Ὁπότε, μία φορά, ὁ γερο-Λάζαρος, πῆγε νὰ τὸν ῥωτήσει τί ἔχει καὶ κλαίει κάθε βράδυ. Πλησιάζοντας, ὅμως, τὸν ἄκουσε νὰ λέει: «Ἐλέησον τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους, Κύριε, ἐλεήσον τοὺς δυστυχισμένους, ἐλέησον τοὺς πεινασμένους καὶ χάρισέ τους τὴν εὐλογίαν σου».
-Πάτερ-Ἰσαάκ, γιὰ ποιούς κλαις τόση ὥρα καὶ παρακαλεῖς, ποιοῖ εἶναι οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ καὶ δυστυχισμένοι;
-Δὲν θυμᾶσαι, παιδί μου, τοὺς ἐργάτες ποὺ εἴχαμε στὰ μετόχια; Ὅλη τὴν μέρα δούλευαν καὶ μόλις ψευτοζοῦσαν. Πῶς ἐξοικονομοῦσαν τὰ ἔξοδά τους καὶ μάλιστ αοἱ οἰκογενειάρχες; Πῶς νὰ παντρέψουν τὰ κορίτσια τους; Πῶς νὰ μάθουν γράμματα τὰ παιδιά τους; Πῶς νὰ τὰ ντύσουν; Πῶς νὰ μὴν τοὺς λυποῦμαι ὅταν τοὺς θυμᾶμαι, ποὺ τόσο μᾶς ἀγαποῦσα καὶ μὰς ἐσέβοντο καὶ μᾶς ἔκαναν ὑπακοή, σὰν νὰ τοὺς εἴχαμε δούλους;
Ἄλλη φορά, ὁ γερο-Λάζαρος, ῥώτησε τὸν γερο-Ἰσαάκ, πόσες ὧρες νὰ κοιμᾶται. Καὶ αὐτὸς τοῦ ἀπήντησε: «Ἐσύ, ὡς νεώτερος ποὺ εἶσαι, 5 ὧρες σοῦ φθάνουν νὰ κοιμᾶσαι, δηλαδή, τρεῖς τὴν νύχτα καὶ δύο τὴν ἡμέρα. Γιὰ τοὺς μεγάλους φθάνουν 3-4 ὧρες». Καὶ πράγματι, ὁ γερο-Ἰσαὰκ κοιμόνταν μόνο 2 ὧρες τὴν νύχτα καὶ 1 ἢ 2 τὴν ἡμέρα, κατὰ τὴν ἐποχή.  
Ὁ γερο-Ἰσαάκ, ἦταν νεκρὸς κατὰ τὴν σάρκα, εἶχε φθάσει εἰς τὴν τελείαν ἀπάθειαν.
Διηγήθηκε ὁ ἴδιος, εἰς τὸν παπα-Λαζάρο:
«Πρὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον, ἤμην προσφοράρης. Ὡς ἦτο συνήθεια, εἰς κάθε ζύμη τῆς ἑβδομάδος, κάναμε 40-50 ζευγάρια πρόσφορα καὶ τὰ δίναμε εὐλογία εἰς τοὺς ἀσκητάς. Ἐκεῖνο τὸν χρόνο, τὸ σιτάρι ἦταν λιγώτερο. Κατὰ τὸν Φεβρουάριο, τὸ μέτρησαν οἱ ἐπίτροποι καὶ ὑπελόγιζαν νὰ μᾶς φθάσει μόλις μετὰ δυσκολίας, ἕως τὴν νέα συγκομιδή. Λοιπόν, μὲ φώναξαν εἰς τὸ Ἡγουμενεῖον, καὶ μοῦ εἶπαν καὶ οἱ τρεῖς (ἡγούμενος καὶ οἱ δύο ἐπίτροποι): «Γέρο-Ἰσαάκ, τὸ σιτάρι εἶναι λίγο, μόλις μὲ πολλὴ οἰκονομία νὰ μᾶς φθάσει. Γι’ αὐτὸ σὲ φωνάξαμε, νὰ κάνεις μικρότερες τὶς ζῦμες τοῦ προσφοριοῦ. Θὰ ζυμώνεις μόνο ὅσα πρόσφορα χρειάζεται τὸ μοναστήρι καὶ εἰς τοὺς ἀσκητὰς δὲν θὰ δίδεις πλέον».
Ἐγώ, ὡς τὰ ἄκουσα αὐτά, μοῦ φάνηκε βαρύ, ἀλλὰ δὲν τοὺς εἶπα κανέναν ἐνάντιον λόγον. Ἀλεύρι εἶχα λίγο μόνο στὸ ἕνα πιθάρι. Ὅταν ἦλθε ἡ μέρα νὰ ζυμώσω, σκεπτόμουν τί νὰ κάνω; Νὰ στερήσω τὴν εὐλογία τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὅπου γίνονται τόσες λειτουργίες; Δὲν μοῦ φαινόταν καθόλου καλά. Ἐπὶ τέλους ἀπεφάσισα καὶ εἶπα: «Τίμιε Πρόδρομε, ἐγὼ τὴν εὐλογία δὲν θὰ τὴν σταματήσω καὶ ἡ ἁγιωσύνη σου κάνε τὸ θαῦμά σου νὰ φθάσει τὸ ἀλεύρι, ἕως ὅτου ἔλθει τὸ νέο σιτάρι». Καὶ ὢ τοῦ θαύματος!, ἀδελφέ, τὸ ἀλεύρι ἀπὸ τὸ κιοῦπι δὲν σώθηκε μέχρι τὴν προπαραμονὴ τῆς πανηγύρεως, στὶς 22 Ἰουνίου, ὁπότε ἦλθε εἰς τὸν Ἀρσανᾶ, τὸ καΐκι ἀπὸ τὴν Καλαμαριά, φορτωμένο σιτάρι. Δὲν εἶναι αὐτὸ θαῦμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου;»
Κατὰ τὴν ἁγία καὶ ὁσιακή του κοίμηση, ἔλεγε εἰς τὸν ὑπηρετοῦντα αὐτὸν ἀδελφὸ νοσοκόμο Ἰγνάτιο, ἀποκρινόμενος στὴν ἐρώτησή του, ἂν βλέπει τίποτε: «Βλέπω ἕνα λιοντάρι ποὺ κάθεται στὸ κατώφλι τῆς θύρας καὶ χτυπᾶ τὴν οὐρά του, ἀλλὰ κοντά μου δὲν πλησιάζει».
Ἐκοιμήθη, τὴν 21ην Μαΐου τοῦ 1932, εἰς ἡλικία 82 ἐτῶν.

***

Ὁ γερο-Γερμανός, ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ γερο-Γερμανός, ὁ Διονυσιάτης.
Ὁ γερο-Γερμανός, ἦταν ἀπὸ τὴν Καρδίτσα. Ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία 84 ἐτῶν, στὶς 24 Μαρτίου τοῦ 1925.
Αὐτὸς ὁ μακάριος, εἶχε ἔμφυτη στὴν καρδιά του τὴν ἁγία ταπείνωση καὶ τὰ ἀπὸ αὐτὴ συνακόλουθα χαρίσματα καὶ ἀρετές: πραότητα, ἀκακία, σεμνότητα, καὶ τὸ παιδικὸ καὶ ἄπλαστο τοῦ χαρακτῆρά του. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἔπασχε ἀπὸ κήλη, ἡ ὁποία, εἶχε τόσο ἐξογκωθεῖ, ὥστε, ἔφτασε νὰ ζυγίζει δύο κιλά περίπου. Ὅμως, δὲν μεμψιμοιροῦσε, δὲν γόγγυζε, ἀλλὰ διαρκῶς δόξαζε τὸν Θεὸ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε, γιατὶ ἔλεγε, ὅτι δικαίως παιδευόταν γιὰ τὶς ἁμαρτίες του.
Νοσηλεύθηκε γιὰ μία ἑβδομάδα περίπου. Τὴν τελευταία ὥρα πρὶν κοιμηθή, ζήτησε τὸ συνηθισμένο κέρασμα: ῥακὴ καὶ καφέ, τὰ ὁποῖα, ὁ ἀδελφὸς νοσοκόμος, μὲ προθυμία τοῦ τὰ πρόσφερε καὶ παρέμεινε, συνομιλῶντας μαζί του γιὰ 10 λεπτά. Ὁ γερο-Γερμανός, δὲν ἔδειχνε κανένα σημεῖο στενοχώριας καὶ πονου, καὶ ὅταν τὸν ἀπεχαιρέτησε ὁ νοσοκόμος, τὸν εἶδε ποὺ σηκωσε τὰ μάτια του πρὸς τὴν ὀροφή, καὶ τὸν ἄκουσε νὰ ψιθυρίζει, γιατὶ εἶδε τὸν Ἄγγελο ποὺ ἦλθε, μὲ πολλὴ ἱλαρότητα: «Ἔλα, ἔλα, σὲ περιμένω». Μετὰ ἀπὸ 5 λεπτὰ τῆς ὥρας, ὁ γερο-Γερμανός, ἀνεχώρησε καὶ ταξίδεψε μὲ τὸν Ἄγγελό του στοὺς οὐρανούς.
***

Ὁ γερο-Χρυσόγονος, ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ γερο-Χρυσόγονος, ὁ Διονυσιάτης.
Ὁ γερο-Χρυσόγονος, ὅταν πλησίασε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του, ἔβλεπε πρὸς τὰ πάνω, κατὰ κάποιον τρόπο, τὸν Παράδεισο ὡραιότατο καὶ θαύμαζε. Ὕστερα, εἶδε καὶ τὸν Ἄγγελο ποὺ ἦλθε νὰ λάβει τὴν ψυχή του, καί, ὅταν τὸν εἴδε, χαρούμενος τοῦ εἶπε: «Ἔρχομαι, ἔρχομαι!» Καὶ ἀμέσως, ἐκοιμήθη.
***

Ὁ παπα-Ἰωάννης, ὁ Πνευματικός, ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ παπα-Ἰωάννης, ὁ Πνευματικός, ὁ Διονυσιάτης.
Αὐτὸς ὁ μακάριος, καταγόταν ἀπὸ τὴν Κάλυμνο καὶ ἦταν σφουγγαράς. Τὸ 1916, στάλθηκε στὸ Μετόχι τῆς Μονῆς στὸ Ὀρφάνι, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1920, εἰς ἡλικία 65 ἐτῶν.
Τὸ διακόνημά του, ὅταν ἦταν στὴν Μονή, ἦταν νὰ μπαλώνει τὰ ῥοῦχα τῶν ἀδελφῶν καὶ τὶς τρύπιες κάλτσες.
Ὅταν ἦταν νεώτερος, ἦταν ἡ σειρά του νὰ χειροτονηθεῖ, ἀλλά, ἐπειδὴ ἦταν ὀλιγογράμματος, προσπεράστηκε καὶ προτιμήθηκε κάποιος ἄλλος μοναχός, νεώτερός του. Αὐτὸ ὅμως, καθόλου δὲν τὸν στενοχώρησε, ἀλλὰ καὶ μυστικῶς εὐχαριστοῦσε τὸν Κύριο, γιατὶ ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τέτοια ὑψηλὰ καθήκοντα καὶ βαριὲς εὐθύνες.
Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, ἐνῶ ἦταν παραοικονόμος, στὸ μετόχι τοῦ Μονοξυλίτη, πῆρε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν οἰκονόμο, πῆρε τὰ μουλάρια καὶ πῆγε στὶς Καρυὲς γιὰ νὰ διορθώσει τὰ σαμάρια. Ἀφοῦ τὰ διόρθωσε, τοῦ εἶπε ὁ λογισμός του νὰ κατέβει στὴν Μονή, γιὰ νὰ πάρει κάποια ἀναγκαῖα εἴδη. Ὅταν πῆγε στὴν Μονὴ καὶ ἔλαβε ὅ,τι του χρειαζόνταν, ἐνῶ ἑτοιμαζόταν γιὰ νὰ ἀναχωρήσει, κλήθηκε, ὅλως ἀπροσδοκήτως, ἀπὸ τὸν Ἡγουμενό. Ἦταν προπαραμονὴ τῆς πανηγύρεως. Τοῦ ἀνεκοίνωσε ὁ Ἡγούμενος ὅτι τὰ μουλάρια θὰ τὰ στείλουν μὲ τὸν ἐργατή, ἐνῶ αὐτὸς νὰ παταμείνει στὴν Μονή, διότι, κατὰ ἀπόφαση τῆς Συνάξεως, θὰ τὸν χειροτονήσουν Διάκονο. Ὁ παπα-Ἰωάννης, ἀπήντησε στὸν Ἡγούμενο:
-Τί, λές, Γέροντά μου; Τώρα θὰ μὲ κάμεις Διᾶκο, στὰ σαράντα μου. Καὶ ἐπὶ τέλους, γιατί δὲν μὲ προειδοποίησες κάπως νὰ προσέχω, νὰ προετοιμάζομαι καὶ μοῦ τὸ λὲς τώρα ξαφνικά; Γίνεται αὐτό;
-Ναί, ναί, γερο-Ἰωάννη, νὰ ἔχεις τὴν εὐχὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, μὴν μᾶς φέρεις ἀντιῤῥήσεις. Τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ τὰ καταλάβουν. Κάνει ὑπακοὴ καὶ τώρα, ὅπως κάνεις πάντοτε, γιὰ νὰ εὐχαριστήσεις Θεὸ καὶ ἀνθρώπους.
Ἔκτοτε, ὁ παπα-Ἰωάννης προόδευσε καὶ ἔγινε τύπος καὶ ὑπογραμμὸς ἐναρέτου χαρακτῆρος καὶ ταπεινοφροσύνης καὶ ἀγάπης ὑπόδειγμα καὶ κοινοβιακῆς ζωῆς παράδειγμα καὶ ἔπαινος.
***


Ὁ γερο-Ἀγάπιος, ὁ μυλωνάς, ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ γερο-Ἀγάπιος, ὁ μυλωνάς, ὁ Διονυσιάτης.
Ὁ γερο-Ἀγάπιος καταγόταν ἀπὸ τὰ Βραστᾶ τῆς Χαλκιδικῆς. Κοιμήθηκε στὶς 19 Σεπτεμβρίου τοῦ 1919, 73 ἐτῶν. Ἦταν γεμάτος πραότητα, ἀγάπη, ταπεινοφροσύνη, ἦθος καὶ φρόνημα καὶ ὁμιλία κατεσταλμένα.
Χρημάτισε ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν μυλωνάς, εἰς τὸν ὑδρόμυλο τῆς Μονῆς, στὸν Μεταγγίτζη, ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Κάποιος χωρικὸς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόλαο, μοῦ διηγήθηκε τὸ ἑξῆς γιὰ τὸν Γέροντα Ἀγάπιο:
«Ἠ οἰκογένειά μας, ἀνέκαθεν ἐρχόμεθα καὶ ἀλέθαμε στὸν μύλο σας. Πρὶν ἀπὸ τὸ 1910, δὲν θυμᾶμαι μὲ ἀκρίβεια τὴ χρονονολογία, -ἐγὼ τότε ἤμουν μικρός- ὁ πατέρας μου, κάποτε, εἶπε στὴν μητέρα μου νὰ ἐτοιμάσει Ἕνα φορτίο σιτάρι γιὰ ἄλεσμα καὶ νὰ τὸ στείλει στὸν μύλο σας μὲ ἄλλον χωρικό, συγγενῆ μας, διότι αὐτὸς εἶχε δουλειὰ στὰ μελίσσια καὶ δὲν εὐκαιροῦσε νὰ τὸ φέρει ὁ ἴδιος. Ἡ μάννα μου, ἔκανε ὅπως τῆς εἶπε. Πῆγε στὸν σωρὸ ποὺ εἴχαμε τὸ σιτάρι, καὶ δὲν τὸ κοσκίνιζε, ὅπως συνηθιζόταν, ἀλλὰ γέμιζε φορτίο ἕως 80 ὀκάδες καὶ τὸ ἔστειλε στὸν μύλο. Ὁ πατέρας μου, ὅμως, μέσα στὸ σωρὸ μὲ τὸ σιτάρι, εἶχε κρυμμένο ἕνα κομπόδεμα 40 λίρες, ποὺ ἡ μάννα μου δὲν τὸ ἤξερε καὶ τὸ ἔβαλε μέσα στὸ ἄλεσμα. Ὁ συγγενής μας, πῆγε τὰ ἀλέσματα στὸν μύρο, ἀλλὰ ἐπειδὴ βρῆκε ποιλλὰ ἀλέσματα, γιὰ νὰ μὴν χασομερᾶ, τὰ ἄφησε καὶ ἔφυγε.
Ὁ γερο-Ἀγάπιος, ὅταν ἦλθε ἡ σειρά τους, ἄρχισε νὰ τὰ ἀλέθει· ὅταν λοιπὸν ἄδειασε τὰ τσουβάλια, βρῆκε τὸ κομπόδεμα καὶ τὸ φύλαξε. Ὁ πατέρας μου, μετὰ ἀπὸ δύο-τρεῖς μέρες ποὺ ἦλθε στὸ σπίτι, πηγαίνει στὸν σωρὸ τοῦ σιταριοῦ, γυρεύει τὸ κομπόδεμα, μὰ ποῦ νὰ τὸ βρῆ; Ῥωτᾶ τὴν μάννα μου, ἐκείνη οὔτε εἶχε εἴδηση. Ὁ καημένος, ἐκείνη τὴν ἴδια ὥρα, νύχτα, καβαλικεύει τὸ μουλάρι τρεχᾶτος, φθάνει στὸν μύλο καὶ μὲ ἀγωνία ῥωτᾶ τὸν πατέρα Ἀγάπιο: «Μήπως βρῆκες ἕνα κομπόδεμα μὲ χρήματα μέσα στὸ ἄλεσμα, Γέροντα; Ἄχ, ἐκείνη ἡ γυναῖκά μου, ἡ ζαλισμένη». Ὁ γερο-Ἀγάπιος σπλαγχνισθείς, τὸν καθησύχασε, λέγοντάς του: «Μὴν στενοχωρεῖσαι, γερο-Νικόλα, μὴν πικραίνεσαι καὶ συγχώρησε τὴν γυναῖκά σου, συμβαίνουν τὰ λάθη στοὺς ἀνθρώπους». Ἔπειτα, τοῦ δείχνει τὸ κομπόδεμα: «Αὐτὸ εἶναι ποῦ γυρεύεις; Ἄνοιξέ το, μέτρησε ταῖς λίρες, εἶναι σωσταῖς; Τόσες εἶχες;». Ὁ πατέρας μου, ὡς τὸ εἶδε, ἦλθε ἡ ψυχή του στὴν θέση του. Τὸ ἀνοίγει, ταῖς μετράει, ὅλες σωστές. Ἀπὸ τὴν χαρά του, ἔδωσε 5 λίρες ὡς φιλοδώρημα στὸν γερο-Ἀγάπιο, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν καταδέχθηκε νὰ πάρει οὔτε μία, λέγοντάς του: «Ὄχι, ἀδελφέ μου, ἐμένα χρήματα δὲν μοῦ χρειάζονται, τὸ Μοναστήρι μᾶς οἰκονομεῖ ἀπὸ ὅλα. Ἐσὺ εἶσαι πτωχὸς ἄνθρωπος, φαμελίτης, σοῦ χρειάζονται».
Δύο-τρία χρόνια πρὶν κοιμηθεῖ, τὸν προέτρεπαν μερικοὶ ἀδελφοὶ νὰ σταματήσει νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ ἔλθει στὸ Γηροκομεῖο, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν τοὺς ἄκουσε καὶ ἔλεγε: «Ὄχι, ὅσο μπορῶ, μέχρι νὰ πεθάνω, θὰ ἐργάζομαι στὸν μύλο». Καὶ ἔτσι ἔγινε. Τρεῖς ἡμέρες ἀῤῥώστησε, δὲν ἦλθε στὴν Μονὴ νὰ πάρει τὴν τροφή του, πῆγαν καὶ τὸν ἔφεραν μὲ τὸ κρεββάτι καὶ τὴν ἄλλη μέρα, τυχὼν τῆς μεταλήψεως τῶν θείων Μυστηρίων, παρέδωσε ἐν εἰρήνῃ τὸ πνεῦμά του.
***

Ὁ γερο-Κωνστάντιος ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ γερο-Κωνστάντιος ὁ Διονυσιάτης.
Στὸν γέροντα Κωνστάντιο ἔλαμπε ἡ μακαρία ἁπλότης καὶ ἡ ἁγία ταπείνωσις. Ὅταν σοῦ μιλοῦσε, τὸν ἄκουες καὶ ἔλεγε: «Ἀδελφούλη μου, ἀδελφούλη μου. Ἐγὼ εἶμαι ἀγράμματος· ἐγὼ δὲν ξέρω τίποτε».
Κατήγετο ἀπὸ τὸ Ἐλβασάν. Ἐκοιμήθη εἰς ἡλικίαν 90 ἐτῶν, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1915. Καθὼς ἔτρωγε τὸ μεσημέρι τὸ φαγητό του, κόμπιασε· ἀφοῦ ἔπιεν λίγο νερὸ καὶ δὲν πέρασε, ζήτησε νὰ ἔλθει ἡ Δεξιὰ τοῦ τιμίου Προδρόμου. Ἀφοῦ τὴν ἀσπάσθηκε μὲ πολλὴ εὐλάβεια, ἔλεγε πρὸς ἐπήκοον πάντων: «Πάρε με, Τίμιε Πρόδρομε, πάρε με, Ἅγιε Πρόδρομε». Καί, ὢ τοῦ θαύματος! Δὲν πέρασαν 10 λεπτὰ τῆς ὥρας καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Θεό.
***


Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Ὁ παπα-Λαυρέντιος ὁ Διονυσιάτης.

Ὁ παπα-Λαυρέντιος ὁ Διονυσιάτης.
Ὁ παπα-Λαυρέντιος, ἡμιπαράλυτος ὑπάρχων, ἐπεζήτει τὸν διὰ πυρὸς θάνατον,  ὅπως καὶ ὁ συνώνυμός του Ἅγιος καὶ Ἀρχιδιάκονος Λαυρέντιος. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ὁποῖο ζητοῦσε, τὸ ἀπόλαυσε, καθὼς στὶς 13 Μαρτίου τοῦ 1899, ἀπανθρακώθηκε στὸ κελλί του, ποὺ ἦταν παρὰ τὸ Κοιμητήριο, καὶ μόνο μερικὰ μέρη τοῦ λειψάνου του διεσώθηκαν.
***