Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Ἡ διάγνωση τῆς ἀσθένειας τοῦ Γέροντα, οἱ ἀκτινοθεραπεῖες καὶ ἡ ἐγχείρηση.

Ἡ διάγνωση τῆς ἀσθένειας τοῦ Γέροντα, οἱ ἀκτινοθεραπεῖες καὶ ἡ ἐγχείρηση.
Ἀπὸ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του χειροτέρεψε καί, φοβούμενος μήπως ἡ ἐπιδείνωση ἐπιβαρύνει τοὺς ἄλλους, δέχθηκε νὰ πάει στὸν γιατρό. Ἔτσι ἔκανε ὑπακοὴ καὶ στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ τοῦ εἶχε στείλει μήνυμα νὰ κάνει ἰατρικὲς ἐξετάσεις. Ἡ διάγνωση ἔγινε ἀμέσως· εἶχε ἕναν μεγάλο κακοήθη ὄγκο ποὺ ἔφραζε τὸ ἔντερο. Ὁ γιατρὸς δίσταζε νὰ τοῦ ἀνακοινώσει τὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ ὁ Γέροντας τὸν πρόλαβε λέγοντας: «Καρκίνος εἶναι, ἔ; Τώρα ἐσεῖς θὰ κάνετε τὴν δουλειά σας, καὶ ὅ,τι πῆ ὁ Θεός». «Ναί, Γέροντα, θὰ κάνουμε πρῶτα ἀκτινοβολίες, γιὰ νὰ συῤῥικνωθῆ ὁ ὄγκος, καὶ μετὰ θὰ γίνει ἡ ἐγχείρηση». «Κατάλαβα, πρῶτα θὰ βομβαρδίσει ἡ ἀεροπορία, καὶ μετὰ θὰ κάνει τὴν ἐπίθεση τὸ πεζικό».
Ἤξερε ὅτι εἶχε καρκίνο, ἀλλὰ χάρηκε ποὺ τὸ ἐπιβεβαίωσαν καὶ οἱ ἐξετάσεις. Ἐκεῖνο τὸ βράδυ εἶχε τὸν πιὸ γλυκὺ ὕπνο, ὅπως εἶπε τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωΐ. Χάρηκε καὶ μὲ τὸν λογισμὸ ὅτι ἴσως κάποιοι καρκινοπαθεῖς παρηγορηθοῦν μαθαίνοντας ὅτι περνοῦσε καὶ αὐτὸς τὴν ταλαιπωρία τῆς ἴδιας ἀῤῥώστιας.
Στὴν συνέχεια, πήγαινε κάθε μέρα στὸ Θεαγένειο Νοσοκομεῖο γιὰ τὴν ἀκτινοθεραπεία. Περίμενε ὅπως ὅλοι τὴν σειρά του, χωρὶς νὰ δέχεται νὰ προηγηθῆ. Καθὼς ἔβλεπε τοὺς ἄλλους καρκινοπαθεῖς νὰ βγαίνουν ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὸν θάλαμο τῆς ἀκτινοθεραπείας, ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά του ἦταν σ’ αὐτοὺς καὶ στὰ προβλήματά τους. Ἔλεγε: «Σκέψου νὰ μὴν μποροῦν νὰ δουλέψουν, νὰ ὑποφέρουν οἱ οἰκογένειές τους ἀπὸ τὴν φτώχεια, νὰ ἔχουν καὶ τὴν ἀγωνία ἂν θὰ ζήσουν ἢ ἂν θὰ πεθάνουν».
Παρὰ τὴν δυσκολία ποὺ εἶχε, κάθε μέρα ἔκανε Σύναξη στὶς ἀδελφές. Μία μερα ἡ Γερόντισσα τοῦ εἶπε: «Γέροντα, κάποτε μᾶς εἴχατε πεῖ ὅτι, ἂν ξεπερνούσαμε τὶς μικρότητες, θὰ μᾶς μιλούσατε γιὰ ἀνώτερα πνευματικὰ θέματα». «Τί ἀνώτερα πνευματικά; Αὐτὸ ποὺ βλέπω εἶναι ὅτι τὶς ἀδελφὲς τὶς κλέβει εὔκολα ὁ ἐγωϊσμός, ἡ ἀνθρωπαρέσκεια, ἡ ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτὸ καὶ βλέπω μιὰ καθυστέρηση σὲ ὅλα· καὶ στὰ διακονήματα καὶ στὰ πνευματικά. Διαφορετικά, μὲ τόση βοήθεια ποὺ ἔχουν, θὰ ἔπρεπε τώρα νὰ εἶναι ὅλες ξεφτέρια».
Ἀνήμερα τῶν Χριστουγέννων πονοῦσε πολύ, σὰν νὰ τὸν μαχαίρωναν, ἀλλὰ καὶ πάλι ἔκανε Σύναξη. Σχολίασε μόνο ὅτι ἔδινε ἐξετάσεις στὴν ὑπομονή, καὶ ὕστερα μαζὶ μὲ τὶς ἀδελφὲς ἔψαλε τό: «Μέγα καὶ παράδοξον θαῦμα τετέλεσται σήμερον». Κάποια στιγμή, διέκοψε καὶ εἶπε: «Ὁ νοῦς σας νὰ εἶναι ἐκεῖ, στὸ Παράδοξον θαῦμα. Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι στὰ θεῖα νοήματα, αὐτὸ εἶναι ποὺ θὰ δώσει τὸν τόνο τὸν καρδιακό· ἡ καρδιὰ θὰ σπαράξει! Ἂν μπῆτε στὸ βαθύτερο νόημα, ξέρετε πόσο γλυκὰ θὰ τονίζετε;». «Νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμά σας, Γέροντα», εἶπε ἡ Γερόντισσα. Ἀπάντησε: «Οἰνόπνευμα, οἰνόπνευμα! Βλέπεις, μερικοὶ ποὺ παίζουν ὄργανα, πίνουν καὶ λίγο, καὶ τραγουδοῦν μὲ μεράκι· ἔχουν δηλαδὴ κινητήριο δύναμη τὸ οἰνόπνευμα. Ἐσεῖς μὲ τὸ Πνεῦμα νὰ κινῆσθε. Μὲ τὸ θεῖον Πῦρ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα».
Ἡ ὄψη τοῦ Ὁσίου εἶχε ἀλλοιωθῆ ἀπὸ τὴν θεία ἀλλοίωση. Ὁ ἐξασθενημένος Γέροντας εἶχε γίνει δυνατός, καθὼς ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς ἔδινε δύναμη στὸ ἀδύναμο σῶμά του. Ἄρχισε καὶ πάλι νὰ ψάλλει, ἐνῶ ἐδονεῖτο ὁλόκληρος· ὁ θεῖος πόθος εἶχε νικήσει τοὺς σωματικοὺς πόνους. Οἱ ἀδελφὲς τὸν ῥώτησαν ἂν στὴν κατάσταση τοῦ θείου ἔρωτος αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος τὸν σωματικὸ πόνο. Ἀπάντησε: «Ὁ πόνος, ἂν εἶναι πάρα πολύς, γίνεται ὑποφερτός. Ἅμα εἶναι δυνατός, μετριάζεται, καὶ ἂν εἶναι λίγος, χάνεται». Καὶ ἀναστενάζοντας πρόσθεσε: «Ἄχ, αὐτὴ ἡ φλόγα δὲν μπῆκε ἀκόμη μέσα σας!»
Στὴν Ἀγρυπνία τῆς 1ης Ἰανουαρίου τοῦ 1994 στάθηκε ὄρθιος καὶ ἔπειτα πονοῦσε πολύ. Κάθε τόσο τὸν ταλαιπωροῦσε καὶ τὸ ἔντερο. Ἔλεγε: «Τώρα, γέροντάς μου εἶναι ὁ καρκίνος, αὐτὸς μὲ κάνει κουμάντο. Ἅμα ἔχεις μόνον τὸν πόνο, θυμᾶσαι τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες καὶ τὸν ξεχνᾶς. Ἀλλά, ἂν πρέπει κάθε 10 λεπτά, κάθε τέταρτο, νὰ βγαίνεις ἔξω καὶ νὰ διακόπτεις τὸ πρόγραμμά σου, αὐτὸ εἶναι μπελᾶς. Τίποτε ἄλλο δὲν θέλω, μόνο νὰ ἔχω τοὐλάχιστον 2 ὧρες χωρὶς διακοπή». Στενοχωριόταν ἐπίσης καὶ γιὰ τὴν ἐλάχιστη περιποίηση ποὺ εἶχε.
Ἀνήμερα τῆς Πρωτοχρονιάς, εἶπε: «Τὴν γλύκα τῆς σκληρότητος ἂν δὲν τὴν νιώσει ὁ μοναχός, δὲν κάνει τίποτε. Ἀπὸ τὴν περιποίηση τώρα, διπλὰ ἄῤῥωστος εἶμαι! Ἄχ, νὰ εἶχα λίγο κουράγιο! Δύο χρόνια θὰ ἤθελα νὰ ζήσω λίγο καλογερικά». Τὸν ῥώτησε μία ἀδελφή: «Γέροντα, τί περισσότερο θὰ κάνατε αὐτὰ τὰ δύο χρόνια;». «Στὴν Ἑλλάδα ἔχει συνέχεια λιακάδα, σπάνια νὰ δουλέψουν οἱ Ἕλληνες μὲ φῶτα τὴν ἡμέρα. Ἂν ἕνας Ἕλληνας πάει στὴν Ἀγγλία ποὺ ἔχει ὅλο συννεφιὰ καὶ δουλεύει τὴν ἡμέρα μὲ φῶτα, θὰ στενοχωριέται. Οἱ Ἄγγλοι ὅμως δὲν στενοχωριοῦνται καθόλου, γιατὶ δὲν τὸ καταλαβαίνουν, δὲν ξέρουν ἀπὸ λιακάδα. Κατάλαβες; Ὁράει;». Μία ἄλλη ἀδελφὴ τὸν ῥώτησε: «Ἡ ταπείνωση κάνει τὸν μοναχὸ νὰ ζῆ αὐστηρά; «Ἡ ἀγάπη εἶναι, ἡ ἀγάπη. Ἡ ταπείνωση χρειάζεται γιὰ νὰ διατηρῆ τὴν ἀγάπη».
Ὅταν ὁλοκληρώθηκαν οἱ ἀκτινοθεραπεῖες, σκεφτόταν νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν φωτίσει τί νὰ κάνει; Καί, ἐνῶ βρισκόταν σὲ κατάσταση ἀναμονῆς, φαινόταν νὰ ζῆ μία ἔνταση θείας ἀγάπης. Πολλὲς φορὲς ἀκουγόταν νὰ μιλάει δυνατὰ μὲ τὸν Χριστό, τὴν Παναγία, τοὺς Ἁγίους. Ἐπαναλάμβανε συχνὰ τό: «Μανούλα γλυκειά», γιὰ τὴν Παναγία. Ἔσφιγγε στὸ στῆθός του τὴν εἰκόνα Της, τὴν ἀσπαζόταν μὲ θερμὸ πόθο καὶ ἔλεγε: «Ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ ὡς ἔχει τις στοργήν, ἐπὶ τῷ Κυρίῳ θερμότερον φίλτρον χρεωστοῦμεν». Πολλὲς φορὲς βυθιζόταν «στὸ γλυκὸ βύθισμα τῆς εὐχῆς», καὶ ἦταν φανερὸ ὅτι μεταφερόταν στὰ οὐράνια. Συχνὰ ἐπαναλάμβανε καὶ τὴν φράση: «Καίγομαν, κύριε διοικητά, καίγομαν». Αὐτὸ τὸ εἶχε πεῖ ἕνας στρατιώτης ἀπολογούμενος στὸν διοικητή του, ἐπειδὴ εἶχε ἐγκαταλείψει τὴν σκοπιά, γιὰ νὰ πάει νὰ πάει νὰ προσευχηθῆ. Εἶπε μία μέρα στὴν Γερόντισσα: «Ἔγινα ἕνα κομμάτι ἀγάπης». «Τί κομμάτι, Γέροντα; Πηγὴ θείας ἀγάπης». «Κάτι σὰν βρύση εἶναι, ἀστείρευτη πηγὴ ἀγάπης· ἀναβλύζει ἀκατάπαυστα. Ἡ ἀγάπη ἡ ἀνθρώπινη εἶναι σὰν νὰ τρῶς ἕνα γλυκὸ καὶ τελειώνει· ἐνῶ ἡ πνευματικὴ ἐπικοινωνία, ἡ θεία, εἶναι πολὺ μεγάλο πράγμα... καὶ διαρκείας».
Ἡ ἐγχείρηση προγραμματίσθηκε νὰ γίνει στὶς 4 Φεβρουαρίου. Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ Γέροντας ὑποβλήθηκε σὲ προεγχειρητικὲς ἐξετάσεις. Μία ἀπὸ τὶς ἑπόμενες ἡμέρες ἔδειχνε πολὺ χαρούμενος. «Ὅλα δείχνουν ὅτι ἀποχωρίζομαι, ὅτι θὰ πεθάνω», ἔλεγε χαμογελαστός. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Μητροπολίτης Κασσανδρείας Συνέσιος καὶ τὸν εἶδε νὰ λάμπει μέσα σὲ μία στήλη ἀπὸ ὑπερφυσικὸ φῶς. Φεύγοντας εἶπε: «Ἡ ἁγιότης δὲν κρύβεται. Φεγγοβόλος!». Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἦρθε καὶ ὁ Ἀρσιεπίσκοπος Σιναίου Δαμιανός, καὶ τοῦ ἀνέφερε ὅτι ἦταν ἕτοιμο τὸ ἡσυχαστικό του καλυβάκι του στὴν Τάρφα. Ὁ Γέροντας ἀμέσως «ξεσηκώθηκε» καί, μόλις ἔφυγε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, εἶπε ὅλος χαρά: «Μοῦ ἄνοιξε δρόμος γιὰ τὸ Σινᾶ! Τί, θὰ καθήσω ἐδῶ νὰ πεθάνω σὰν τὸ σκυλὶ στ’ ἀμπέλι; Θὰ πάω ἐκεῖ νὰ ζήσω καλογερικά, νὰ πεθάνω παλληκαρίσια».
Τὶς ἑπόμενες ἡμέρες συνέχεια ῥωτοῦσε: «Κανένα νέο; Κανένα ἄλλο νέο;». Καὶ μόνος του ἀπαντοῦσε: «Δὲν μάθατε τίποτε. Αὐτὰ λοιπόν». Τελικά, τὴν 1η Φεβρουαρίου βγῆκαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων καὶ ἔδειξαν μετάσταση τοῦ καρκίνου στοὺς πνεύμονες καὶ στὸ συκώτι. Ὅταν ἡ Γερόντισσα τοῦ ἀνακοίνωσε τὰ ἀποτελέσματα, τῆς ἔδωσε τὸ μαντήλι του λέγοντας χαρούμενος: «Σήκω, Γερόντισσα, σήκω νὰ χορέψουμε!». Ἔλαμπε ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν πολλὴ χαρά! Ἐκείνη ἔκλαιγε, ἀλλὰ ὁ Πατὴρ Παΐσιος τῆς εἶπε: «Τί κλαῖς; 70 χρόνια δὲν εἶναι καλὰ νὰ ζήσεις;» Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα προτιμοῦσε νὰ μὴν γίνει ἡ ἐγχείρηση. Οἱ γιατροὶ ὅμως εἶπαν ὅτι παρὰ τὶς μεταστάσεις ἦταν ἀναγκαία ἡ χειρουργικὴ ἐπέμβαση, διότι διαφορετικὰ θὰ πάθαινε ἀποφρακτικὸ εἰλεό. Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ κάνει ὑπακοή.
Ἡ ἐπέμβαση ἔγινε στὶς 4 Φεβρουαρίου. Ἀφαιρέθηκε ὁ ὄγκος, δημιουργήθηκε παροδικὴ παρὰ φύσιν ἕδρα καὶ ἔγινε τοπικὴ χημειοθεραπεία στὸ συκώτι. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐγχείρηση, ὁ Γέροντας μεταφέρθηκε στὴν Ἐντατική. Ὅταν συνῆλθε ἀπὸ τὴν νάρκωση, ἦταν πολὺ ἤρεμος. Στὸν γιατρὸ ποὺ ἐπίμονα τὸν ῥωτοῦσε πόσο πονοῦσε, γιὰ νὰ καθορίσει τὴν δόση τῆς παυσίπονης ἀγωγῆς, ἀπαντοῦσε: «Δὲν πονάω καθόλου». Ὁ γιατρὸς ἀπόρησε, ἀλλὰ οἱ ἀδελφὲς τοῦ ἐξήγησαν ὅτι τὸ «καθόλου» τοῦ Γέροντα σήμαινε «ὄχι πολύ», καὶ ἂν τυχὸν ἔλεγε ὅτι πονοῦσε λίγο, αὐτὸ θὰ σήμαινε ὅτι πονοῦσε πολύ.
Ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὴν Ἐντατική, πολλοὶ ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ πηγαίνουν στὸ νοσοκομεῖο, γιὰ νὰ τὸν δοῦν καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του. Τὸ νοσοκομεῖο ἀναγκάσθηκε τότε νὰ πάρει μέτρα ἀσφαλείας, ὅμως ὁ κόσμος δὲν ἦταν εὔκολο νὰ συγκρατηθῆ. Πολλοὶ περίμεναν μὲ τὶς ὧρες, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ τοὺς δινόταν μία εὐκαιρία νὰ δοῦν, ἔστω καὶ ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας, τὴν μορφὴ τοῦ Πατρὸς Παϊσίου.
Κάποια γυναίκα μὲ τὸν σύζυγό της πῆγαν μία μέρα στὶς 4:30 τὸ πρωΐ, πιστεύοντας ὅτι δὲν θὰ εἶχε κόσμο. Βρῆκαν ὅμως στὴν αἴθουσα ἀναμονῆς 30 περίπου νέους. Ἡ γυναίκα πῆγε στὸ δωμάτιο τοῦ Πατρὸς Παϊσίου, ἔσπρωξε λίγο τὴν μισάνοιχτη πόρτα καὶ τὸν εἶδε ξαπλωμένο. Ὁ Γέροντας γύρισε καὶ τὴν κοίταξε, τὴν φώναξε κοντά καὶ τῆς ἔδωσε τὴν εὐχή του. Μόλις ἡ γυναίκα βγῆκε στὸν διάδρομο, τὰ παλληκάρια ποὺ περίμεναν ἔτρεξαν κοντά της, γιὰ νὰ πάρουν μέσῳ ἐκείνης τὴν εὐλογία τοῦ Πατρὸς Παϊσίου. Σχολίαζε ὁ ἀσθενὴς ποὺ νοσηλευόταν στὸ διπλανὸ κρεββάτι: «Ἦταν τόση ἡ χαρὰ ὅσων ἔμπαιναν στὸ δωμάτιο, σὰν νὰ κέρδιζαν ἕνα λαχεῖο, σὰν νὰ τοὺς ἔδιναν κάτι πολύτιμο».
Ἕνας νέος τὸν ῥώτησε: «Γέροντα, πονᾶς;». «Ἂν δὲν πονέσω, πῶς θὰ γίνω καλά;».
Ἕνας ἄλλος ἐπισκέπτης τὸν ῥώτησε ἂν φοβόταν τὸν θάνατο. Τοῦ ἀπάντησε: «Μιὰ ζωὴ ἀγωνίζομαι νὰ βρεθῶ κοντὰ στὸν Θεό, καὶ τώρα θὰ δειλιάσω; Ἂν μοῦ ποῦν ὅτι αὐτὴ τὴν στιγμὴ θὰ πεθάνω, θὰ χορέψω ἀπὸ χαρά, γιατὶ θὰ πάω κοντὰ στὸν Χριστό».
Κάποιες φορές, ὁ Ὅσιος μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ «γνώριζε» τοὺς ἀνθρώπους ποὺ περίμεναν ἔξω ἀπὸ τὸ δωμάτιο.
Ὑπῆρξαν καὶ περιπτώσεις ποὺ ὁ Ὅσιος κάλεσε στὸ δωμάτιο τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς ἐκεῖνοι νὰ ζητήσουν νὰ τὸν δοῦν.
Μία μέρα κάλεσε ἕναν ἀσθενῆ ἀπὸ ἄλλον ὄροφο. «Ποῦ μὲ ξέρει; Τί μὲ θέλει;», ῥώτησε ἐκεῖνος παραξενεμένος τὴν νοσοκόμα ποὺ τὸν εἰδοποίησε. Ὅταν ὅμως πῆγε, ἄκουσε ἔκπληκτος τὸν Πατέρα Παΐσιο νὰ τοῦ λέει ὅτι θὰ πραγματοποιηθῆ ἡ ἐπιθυμία του νὰ ἀποκτήσει ὁ γιός του παιδί, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν θὰ εἶναι τότε στὴν ζωή. Ὁ ἀσθενὴς ἐπέστρεψε στὸ δωμάτιό του συγκλονισμένος, διότι πολὺ καιρὸ παρακαλοῦσε τὸν Θεό: «Μόνο δῶσέ μου ἕνα ἐγγονάκι, καὶ ἂς μὴν προλάβω νὰ τὸ δῶ».
Ἄλλη πάλι φορά, ἐνῶ ὁ Ὅσιος εἶχε βγῆ στὸν διάδρομο, φώναξε κοντά του μία κοπέλα ποὺ εἶχε πάει στὸ νοσοκομεῖο γιὰ νὰ ἐπισκεφθῆ κάποια γνωστή της καρκινοπαθῆ: «Γιατί, παιδί μου, ἀσχολεῖσαι μὲ τὴν γιόγκα; Δὲν σοῦ φθάνει ἡ θρησκεία μας, ἡ Ὀρθοδοξία; Ἐμεῖς ἔχουμε τὴν ἀλήθεια, τὸν ζωντανὸ Θεό». Ἐκείνη ἀπόρησε ποὺ ὁ ἄγνωστός της καλόγερος τῆς μιλοῦσε σὰν νὰ τἢν ἤξερε. Πῆρε ἔπειτα τὴν γνωστή της νὰ τῆς δείξει τὸν καλόγερο. Ὁ Ὅσιος ἔδωσε καὶ σὲ ἐκείνη τὴν εὐχή του καὶ τῆς εἶπε ὅτι θὰ προσευχηθῆ γιὰ τὴν ὑγεία της. Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἡ γυναίκα ἔκανε ἐπαναληπτικὲς ἐξετάσεις, ποὺ ἔδειξαν ὅτι ὁ ὄγκος εἶχε ἐξαφανισθῆ.
Συχνὰ οἱ γιατροὶ τὸν ῥωτοῦσαν πῶς νὰ ἀντιμετωπίζουν τοὺς καρκινοπαθεῖς. τοὺς συμβούλευε: «Νὰ τοὺς ἐνημερώνετε γιὰ τὴν κατάστασή τους, καὶ νὰ τοὺς παρακινῆτε νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ νὰ κοινωνοῦν. Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι τὸ πιὸ ἰσχυρὸ φάρμακο».
Στὶς νοσοκόμες ἔδεινε καὶ πολλὰ σταυρουδάκια, γιὰ νὰ ἔχουν νὰ μοιράζουν στοὺς ἀῤῥώστους. Μία νοσοκόμα εἰρωνευόταν τὶς ἄλλες ποὺ πήγαιναν στὸν Γέροντα καὶ ἔπαιρνα σταυρουδάκια. Μία μέρα ποὺ πῆγε καὶ ἐκείνη ἀπὸ περιέργεια, ὁ Ὅσιος τῆς ἔδωσε μία σοκολάτα, ἀλλὰ ὄχι σταυρουδάκια. Αὐτὸ τὴν ἔκανε νὰ προβληματισθῆ.
Ἕνας νοσοκόμος, βλέποντας τόσους ἀνθρώπους νὰ περιμένουν πολλὲς ὧρες γιὰ νὰ δοῦν ἕναν καλόγερο, ἔλεγε: «Καὶ τί εἶναι αὐτὸς ὁ Παΐσιος καὶ πᾶνε καὶ τὸν προσκυνᾶνε;». Μία μέρα χτύπησε καὶ αὐτὸς τὴν πόρτα καὶ εἶπε στὴν μοναχὴ ποὺ ἦταν ἐκεῖ: «Ἦρθα νὰ βοηθήσω τὸν Γέροντα». Τότε, ὁ Ὅσιος φώναξε ἀπὸ τὸ κρεββάτι του: «Ἐσύ, νὰ πᾶς στὴν γυναίκα σου». Αὐτὸς κατάλαβε τί ἐννοοῦσε, διότι εἶχε ἀφήσει τὴν γυναίκα του καὶ ζοῦσε μὲ ἄλλη. Ἀπὸ αὐτὸ συγκλονίσθηκε καὶ ἔλεγε: «Δὲν ξέρω τί εἶναι αὐτὸς ὁ Παΐσιος, πάντως κάτι εἶναι».
Δύο μέρες πρὶν φύγει ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, ὁ Πατὴρ Παΐσιος φόρεσε τὸ ῥάσο του, πῆρε τὸν τουρβᾶ του καὶ πέρασε ἀπὸ τοὺς ἀῤῥώστους τοῦ ὀρόφου, γιὰ νὰ μοιράσει σταυρουδάκια. Σὲ ἕνα θάλαμο εἶπε: «Ὅλοι ἐσεῖς θὰ γίνετε καλά, ἐκτὸς ἀπὸ ἐμένα». Σὲ ἕναν ἄλλο θάλαμο, κάποιος τοῦ εἶπε: «Ἄχ, Παππούλη, θέλω νὰ γίνω καλὰ καὶ νὰ ζήσω». «Ἂν ἤξερα τὸ μυστικό, θὰ ἔκανα κάτι καὶ γιὰ μένα», τοῦ ἀπάντησε χαμογελαστός.
Ὁ Ὅσιος περίμενε ὅτι μὲ τὸ καρκίνο ποὺ εἶχε θὰ «χαλοῦσε» ὁ καλὸς λογισμὸς ποὺ εἶχαν γι’ αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὅτι θὰ ἔλεγαν: «Ἀφοῦ τὸν ἑαυτό του δὲν μπορεῖ νὰ κάνει καλά, τί καλὸ νὰ περιμένουμε ἀπὸ αὐτόν;». Ὅμως οἱ ἄνθρωποι, ὅλο καὶ περισσότερο ἔτρεχαν κοντά του. Ὅταν θὰ ἔφευγε ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, βγῆκε ἀπὸ τὸ δωμάτιο συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν γιατρό του. Ἀμέσως μαζεύτηκε γύρω του πολὺς κόσμος -ἀσθενεῖς, γιατροί, νοσοκόμες καὶ ἐπισκέπτες. Ἕνας ἄῤῥωστος, μὲ ὁροὺς στὶς φλέβες, πῆγε νὰ τοῦ φιλήσει τὸ χέρι, ἀλλὰ ὁ Γέροντας πρόλαβε, ἔσκυψε καὶ ἀσπάσθηκε πρῶτος τὸ δικό του. Πρὶν μπῆ στὸν ἀνελκυστήρα, σήκωσε ψηλὰ τὸ χέρι του καὶ τοὺς χαιρέτησε ὅλους. Πολλοὶ τότε ἔτρεξαν ἀπὸ τὶς σκάλες καὶ κατέβηκαν στὸ ἰσόγειο, γιὰ νὰ τὸν δοῦν γιὰ τελευταία φορά. Ἐκεῖνος προχωροῦσε βιαστικὰ μαζὶ μὲ τὸν γιατρό, χωρὶς νὰ μιλάει.
Ὅταν βγῆκαν στὸν δρόμο, χιόνιζε, ἀλλὰ ὁ κόσμος περιτριγύρισε καὶ τὸ αὐτοκίνητο ποὺ θὰ ἔπαιρνε τὸν Γέροντα. Μία νοσοκόμα φώναξε στὸ πλῆθος νὰ παραμερίσει, καὶ ἔτσι μπόρεσε ὁ Γέροντας νὰ μπῆ μέσα. Στὴν συνέχεια οἱ συγκεντρωμένοι ἄνθρωποι ἄγγιζαν τὰ τζάμια τοῦ αὐτοκινήτου, γιὰ νὰ τὸν ἀποχαιρετήσουν, μερικοὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἀλλὰ καὶ ὁ Γέροντας ἦταν συγκινημένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ κόσμου. Καθῶς ὁ γιατρὸς ἔκλεινε τὴν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου, γύρισε καὶ τοῦ εἶπε: «Θὰ ἤθελα νὰ ζήσω λίγο ἀκόμα...».
Στὶς 18 Φεβρουαρίου, τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὸ Ἡσυχαστήριο, ὁ Ὅσιος δέχθηκε στὸ κελλί του τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Εἶδε τὸν Ἅγιο ὁλοζώντανο μπροστά του, ὡς νεαρὸ γιατρὸ μὲ ἄσπρη ποδιά, ὅπως τοῦ εἶχε ἐμφανισθῆ καὶ πρὶν ἀπὸ 15 χρόνια. Καὶ ἐνῶ πονοῦσε πολύ, ἔνιωσε μεγάλη ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ χαρὰ ἀπὸ τὴν θεία ἐπίσκεψη.
Μόλις συνῆλθε λίγο ἀπὸ τὴν ἐγχείρηση, ὑποχωρώντας στὴν ἐπιμονὴ τῶν γιατρῶν, ἄρχισε νὰ κάνει τὴν πρώτη γενικὴ χημειοθεραπεία. Ταλαιπωρήθηκε πολύ, ἀλλὰ ἔκανε ὑπομονή, πιστεύοντας ὅτι ἡ ταλαιπωρία αὐτὴ ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὸ καλό του. Εἶπε: «Ὁ Θεὸς κάτι θέλει μὲ τὴν δοκιμασία αὐτή. Μοῦ κάνει μία πνευματικὴ ἐργασία ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ἄλλη ποὺ ἔχω κάνει μέχρι τώρα στὴν ζωή μου. Ἄκουγα χημειοθεραπείας καὶ νόμιζα ὅτι εἶναι χυμοθεραπείες, δηλαδὴ ὅτι κάνουν στοὺς καρκινοπαθεῖς θεραπεία μὲ χυμούς, μὲ φυσικὲς τροφές! Τώρα ὅμως κατάλαβα τί ταλαιπωρία εἶναι... Ἔλεγα στοὺς ἀῤῥώστους: Ὅ,τι γίνεται ἀνθρωπίνως, νὰ γίνει· καὶ ὅ,τι δὲν γίνεται ἀνθρωπίνως θὰ προσευχηθοῦμε νὰ βοηθήσει ὁ Θεός. Ἀλλὰ δὲν ἤξερα ὅτι χρειάζονται τόσες διαδικασίες, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως οἱ ἄνθρωποι... Ἔπρεπε νὰ περάσω αὐτὴ τὴν ταλαιπωρία, γιὰ νὰ καταλάβω· ἀπέκτησα μία πεῖρα μεγάλη. Εἶδα ὅτι αὐτὸ ποὺ γίνεται ἀνθρωπίνως δὲν εἶναι κάτι ἁπλό· περνάει βάσανα ὁ ἄνθρωπος, καὶ τελικὰ μπαλωμένος καταλήγει. Ἐνῶ, λίγο ἂν τὸν χαϊδέψει ὁ Χριστὸς στὸ χέρι, φεύγουν ὅλα καὶ γίνεται καλά! Οὔτε φάρμακα χρειάζονται μετά, οὔτε φαρμάκια! Καὶ ἂν τὸν χαϊδέψει στὸ πρόσωπο, ἀκόμη καλύτερα. Ἂν τὸν ἀγκαλιάσει κιόλας, θὰ μαλακώσει καὶ ἡ καρδιά του! Γι’ αὐτὸ νὰ κάνουμε προσευχὴ νὰ βοηθάει ὁ Χριστὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ μὴν ἐπαναπαυώμαστε ὅτι κάποιος ἔπεσε σὲ καλοὺς γιατρούς». Τελικὰ ὁ Γέροντας διέκοψε τὶς χημειοθεραπείες, διότι σύντομα οἱ γιατροὶ κατάλαβαν ὅτι ὁ ὀργανισμός του δὲν θὰ ἄντεχε.
Μόλις ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται καλύτερα, ἄρχισε καὶ πάλι νὰ δέχεται κόσμο.
Μία μέρα τοῦ ἔφεραν ἕνα βρέφος 3 μηνῶν ποὺ εἶχε πρόβλημα στὰ νεφρά. Ὁ Ὅσιος ῥώτησε τί ἔλεγαν οἱ γιατροὶ καὶ ἂν τὸ παιδὶ εἶχε κοινωνήσει. Ὅταν τοῦ ἀπάντησαν ὅτι θὰ τὸ βάπτιζαν σὲ μία ἑβδομάδα, τοὺς εἶπε: «Τί περιμένετε, γιὰ νὰ βαπτίσετε τὸ παιδί σας; Ἐμένα ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος 13 ἡμερῶν μὲ βάπτισε. Νὰ πᾶτε νὰ τὸ βαπτίσετε, νὰ κοινωνήσει, καὶ ὅλα θὰ πᾶνε καλά». Οἱ γονεῖς τὸ ἔβγαλαν ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, τὸ βάπτισαν, καὶ σὲ λίγες ἡμέρες οἱ γιατροὶ διαπίστωσαν ὅτι τὸ παιδὶ δὲν εἶχε κανένα πρόβλημα.
Μία ἄλλη μέρα, οἱ ἀδελφὲς ζήτησαν ἀπὸ τὸν Πατέρα Παΐσιο νὰ προσευχηθῆ γιὰ ἕναν νεαρὸ μηχανικὸ πού, ἐνῶ ἐργαζόταν, ἔπεσε ἀπὸ μεγάλο ὕψος καὶ βρισκόταν σὲ κρίσιμη κατάσταση. Ὁ Ὅσιος ζήτησε τρία μεγάλα κεριὰ καὶ εἶπε νὰ μὴν τὸν ἐνοχλήσει κανείς. Τὴν ἄλλη μέρα, ἐνῶ ὁ νεαρὸς βρισκόταν στὴν Ἐντατική, τοῦ εἶπαν ὅτι ὁ Πατὴρ Παΐσιος προσευχόταν γι’ αὐτόν, καὶ ὁ νεαρὸς ἀπάντησε: «Τὸ ξέρω, πρὶν ἀπὸ λίγο ἦταν ἐδῶ. Μὲ χάϊδεψε στὸν ὦμο, καὶ μοῦ εἶπε: Μὴν στενοχωριέσαι, ἔπαθες μεγάλη ζημιά, ἀλλὰ θὰ γίνεις καλά!» Ὁ νέος αὐτὸς δὲν ἔγινε τελείως καλά, ἀλλὰ συνέχισε νὰ ἐργάζεται κανονικά, δημιούργησε οἰκογένεια καὶ δοξάζει τὸν Θεό, διότι μέσα ἀπὸ τὴν δοκιμασία αὐτὴ κατάλαβε τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς.
***



Ὁ Γέροντας γιὰ τελευταία φορὰ παρευρίσκεται στὴν Ἀγρυπνία τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΗ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Στοὺς 8 μῆνες ποὺ ἀκολούθησαν, ὁ Πατὴρ Παΐσιος πέρασε μεγάλη ταλαιπωρία καὶ ὑπέεμεινε ἀφόρητους πόνους μὲ γενναιότατο φρόνημα. Μόλις ἔφθασε στὸ Ἡσυχαστήριο, μίλησε  γιὰ λίγη ὥρα στὶς ἀδελφὲς ἐπαναλαμβάνοντας ἀρκετὰ ἀπὸ ὅσα εἶχε πεῖ τὸ προηγούμενο βράδυ στοὺς Πατέρες. Καὶ στὸ τέλος εἶπε: «Σήμερα οἱ ἄνθρωποι εἶναι βασανισμένοι. Ἐπειδὴ δὲν ἔχουν ἰδανικά, δὲν ἔχουν τὴν λεβεντιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ δὲν γεύονται τὴν χαρὰ τῆς θυσίας. Ἂν οὔτε καὶ στὸν μοναχισμὸ δὲν ὑπάρχει λεβεντιά, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει τίποτε. Ἡ αὐταπάρνηση εἶναι ἡ κινητήρια δύναμη στὸν μοναχό· ἡ αὐταπάρνηση, μὲ τὴν χαρὰ ποὺ δίνει».
Μὲ τέλεια αὐταπάρνηση ἄρχισε ὁ Γέροντας ἀπὸ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸ πρόγραμμά του. Δεχόταν τοὺς πονεμένους ἀνθρώπους ποὺ τὸν ἐπισκέπτονταν, καὶ ἔπειτα δινόταν στὴν προσευχή.
***

Ὁ Γέροντας γιὰ τελευταία φορὰ παρευρίσκεται στὴν Ἀγρυπνία τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου.
Στὶς 9 Νοεμβρίου τοῦ 1993 χιλιάδες ἄνθρωποι ἦρθαν στὸ Ἡσυχαστήριο γιὰ τὴν Ἀγρυπνία τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐχὴ τοῦ Πατρὸς Παϊσίου. Ἀπὸ τὴν μία ἡ ὥρα τὸ μεσημέρι ἕως πολὺ ἀργὰ τὴν νύχτα στεκόταν ὄρθιος, τοὺς δεχόταν ἕναν-ἕναν καὶ μοίραζε σὲ ὅλους σταυρουδάκια. Ἦταν τόση ἡ κοσμοσυῤῥοή, ὥστε κάποιοι χρειάσθηκε νὰ περιμένουν ἕως καὶ 6 ὧρες στὴν σειρά, ὥσπου νὰ φθάσουν κοντά του. Κάποια στιγμὴ ἡ Γερόντισσα τὸν ῥώτησε: «Γέροντα, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θέλουν κάτι νὰ σᾶς ποῦν, κάτι νὰ ἀκούσουν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει χρόνος. Δὲν στενοχωριέστε;». Τῆς ἀπάντησε: «Ἐγὼ λέω στὸν Θεό: Θεέ μου, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε· βοήθησέ τους Ἐσύ».
Πολλοὶ ζητοῦσαν προσευχὴ γιὰ τὰ προβλήματά τους, καὶ ὁ Ὅσιος κουνοῦσε καταφατικὰ τὸ κεφάλι. Ἄλλοι ζητοῦσαν κάποιοι συμβουλή, καὶ τοὺς ψιθύριζε λίγα λόγια. Μερικοὶ ἔσκυβαν νὰ τοῦ βάλουν ἐδαφιαία μετάνοια, καὶ προσπαθοῦσε νὰ τοὺς συγκρατήσει. Ἔσταζε ὁ ἱδρώτας του ἀπὸ τὸν κόπο καὶ ἀπὸ τὸν πόνο, τὸν σωματικὸ καὶ τὸν ψυχικό. Εἶχε ὅμως ξεχάσει τὸν ἑαυτό του, γιατὶ ζοῦσε τὸν πόνο ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ποὺ περίμεναν. Ἂν καὶ οἱ περισσότεροι περνοῦσαν γρήγορα καὶ ἔπαιρναν μόνο τὴν εὐχή του, ὁ Ὅσιος ἔβλεπε τὸν καθένα μὲ ξεχωριστὴ προσοχή, σὰν νὰ ἦταν ὁ μόνος ἄνθρωπος ποὺ εἶχε νὰ συναντήσει. Κάποιους τοὺς ἔβλεπε καὶ μὲ διορατικὸ ὀφθαλμό, καὶ τοὺς ἔλεγε λίγα λόγια μὲ θεῖο φωτισμό.
Μία γυναίκα, τὴν ὥρα ποὺ ἀσπαζόταν τὸ χέρι του, τὸν ἄκουσε νὰ τῆς λέει: «Ἐσὺ καὶ ἐγὼ θὰ προσευχηθοῦμε ἀπόψε γιὰ τὸ παιδί σου ποὺ εἶναι μακριά». Ἡ γυναίκα παραξενεύθηκε· ἀργότερα ὅμως ἔμαθε ὅτι ὁ γιός της ποὺ ἔμενε στὴν Γερμανία εἶχε πάθει ἔφραγμα καὶ ὡς ἐκ θαύματος ξεπέρασε τὸν κίνδυνο. Μία ἄλλη γυναίκα τὴν ἀποκάλεσε μὲ τὸ ὄνομά της καὶ τῆς εἶπε: «Τί ἔπαθες, Οὐρανία; Θὰ κάνεις ἐγχείρηση; Ἐσὺ ἀπὸ τὸν φόβο σου θὰ πᾶς, δὲν ἔχεις τίποτε». Ἡ γυναίκα θὰ ἔκανε ἐγχείρηση ἐπειδὴ εἶχε πολύποδα στὸ στομάχι. Οἱ ἐξετάσεις ὅμως ποὺ ἔγιναν πρὶν ἀπὸ τὸ χειρουργεῖο ἔδειξαν ὅτι ὁ πολύποδας δὲν ὑπῆρχε.
Ἀνάμεσα στὸν κόσμο ἦταν καὶ μία κοπέλα πού, πρὶν ἀπὸ λίγους μῆνες, εἶχε σωθῆ μὲ θαυμαστὸ τρόπο, ὅταν σὲ ἕνα ἀτύχημα εἶχε πέσει μὲ τὸ αὐτοκίνητο στὸ γκρεμό. Μόλις ἔφθασε μπροστὰ στὸν Γέροντα, μὲ μεγάλη ἔκπληξη ἀναγνώρισε στὸ πρόσωπό του τὸν ἄγνωστο καλόγερο, ὁ ὁποῖος τῆς εἶχε ἐμφανισθῆ τὴν στιγμὴ ποὺ ἔπεφτε στὸν γκρεμό. Τοῦ εἶπε γιὰ τὸ πρόβλημα ποὺ δημιουργήθηκε στὸν αὐχένα της μετὰ τὸ ἀτύχημα, καὶ ὁ Ὅσιος μὲ μία ἁπαλὴ κίνηση τὴν σταύρωσε τρεῖς φορὲς καὶ τῆς εἶπε: «Μὴν στενοχωριέσαι, δὲν ἔχεις τίποτε». «Πάτερ, ἐσεῖς δὲν ἤσασταν;», τὸν ῥώτησε. Ἐκεῖνος ἔσκυψε τὸ κεφάλι καὶ δὲν ἀπάντησε. «Εἶδα τὴν μορφή σας, ὅταν ἔπεφτα. Ἐσεῖς δὲν ἤσασταν;», ἐπανέλαβε ἡ κοπέλα. Καὶ πάλι ὁ Ὅσιος δὲν ἀπάντησε ἀλλὰ τῆς εἶπε: «Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία μαζί σου». Μόλις ἡ κοπέλα ἀπομακρύνθηκε, ἔνιωσε ἕναν δυνατὸ πόνο στὸν αὐχένα, καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ δὲν ξαναπόνεσε.
Τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ Γέροντας σταμάτησε νὰ βλέπει κόσμο καὶ κατέβηκε στὸν ναό. Ὅταν μπῆκε μέσα, τὸ πρόσωπό του ἦταν πονεμένο, εἶχε ὅμως μία ἀσκητικὴ ζωντάνια. Στάθηκε ὄρθιος Ἕως τὸ τέλος καί, ὅταν τὰ ξημερώματα πῆγε στὸ κελλί του, δὲν ἔπεσε νὰ κοιμηθῆ· ζήτησε τὰ ὀνόματα καὶ τὶς ἐπιστολὲς ποὺ εἶχαν ἀφήσει οἱ προσκυνητὲς καὶ ἄρχισε τὴν προσευχή.
***


Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Ὁ Ὅσιος ἀῤῤωσταίνει ἀπὸ καρκίνο.

Ὁ Ὅσιος ἀῤῤωσταίνει ἀπὸ καρκίνο.
Ὁ Ὅσιος συνέχεια προσευχόταν γιὰ συγκεκριμένους ἀῤῥώστους ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀῤῥώστους γενικά, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἦταν μονίμως ἄῤῥωστος. Μετὰ τὴν ἐγχείρηση τῆς κήλης ἄρχισε νὰ ἔχει αἱμοῤῥαγίες ἀπὸ τὸ ἔντερο ἀλλὰ δὲν ἔλεγε τίποτε. Ὕστερα ἀπὸ 3 χρόνια, τὸ 1991, αὐτὲς οἱ αἱμοῤῥαγίες ἔγιναν πιὸ συχνές· ἐκεῖνος ὅμως συνέχιζε τὸ πρόγραμμά του κρύβοντας τοὺς πόνους καὶ τὴν ταλαιπωρία του.
Τὸ μόνο ποὺ φρόντισε νὰ κάνει ἦταν νὰ ἀνοίξει τὸν τάφο του, τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τοῦ 1991. Εἶπε: «Δύο φορὲς μέχρι τώρα ἔχω ἀνοίξει τὸν τάφο μου, μία στὸ Στόμιο καὶ μία στὸν Τίμιο Σταυρό, ἀλλὰ δὲν πέθανα. Τώρα λέω νὰ ἀνοίξω ἕναν ἀκόμη τάφο. Ὅταν κάποιος εἶναι μόνος του, πρέπει νὰ εἶναι ἀποφασισμένος νὰ πεθάνει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχει ἀνοίξει καὶ τὸν τάφο του. Ἀλλιῶς, ἂν δὲν εἶναι ἀποφασισμένος νὰ πεθάνει, μόλις λίγο ἀδιαθετήσει, θὰ πῆ: Μόνος σου εἶσαι, οἰκονόμησε λίγο τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνεις καὶ κανέναν ἄλλον. Ἐνῶ ὅταν εἶναι ἀποφασισμένος νὰ πεθάνει καὶ ἔχει ἀνοιγμένον καὶ τὸν τάφον, δὲν ἔχει συζήτηση· μπορεῖ νὰ προχωρήσει».
Τὴν ὥρα ποὺ ἄνοιγε τὸν τάφο, πῆγε ἕνας ἐπισκέπτης καὶ τὸν ῥώτησε: «Γέροντα, τί κάνεις ἐδῶ;». «Καταβολάδα θέλω νὰ βάλω. Φτιάχνω τὸ μόνιμο σπίτι μου· αὐτὸ ποὺ ἔχω τώρα εἶναι προσωρινό».
Ἐξανλημένος ἀπὸ τὶς αἱμοῤῥαγίες, ἀγωνιζόταν νὰ ἐφαρμόσει τὴν ἐντολὴ ποὺ εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεό: «Παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τὸν λαόν μου». Πολλὲς φορές, ἐνῶ δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ περπατήσει, ἔφθανε μὲ πολὺ κόπο ἕως τὸν φράχτη. Στεκόταν ἐκεῖ, σχεδὸν κρεμασμένος στὰ σύρματα, καὶ ἔλεγε λίγα λόγια σὲ ὅσους περίμεναν. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1991 εἶπε σὲ μία παρέα: «Παλληκάρια, θὰ σᾶς μιλήσω ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ τὸν φράχτη, ἐλᾶτε πιὸ κοντά. Νὰ σᾶς πῶ πῶς εἶναι ἡ κοινωνία σήμερα. Φαντασθῆτε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ περπατάει σὲ ἕνα παγωμένο δρόμο καὶ ξαφνικὰ πέφτει καὶ σπάει τὸ πόδι του. Φαντασθῆτε τί πόνους ἔχει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ μάλιστα ἂν δὲν πηγαίνει στὸν γιατρό. Ἂς ὑποθέσουμε ὅμως ὅτι σηκώνεται καὶ συνεχίζει τὸν δρόμο του. Ξαναπέφτει, σπάει τὸ χέρι του· ξανὰ τὰ ἴδια. Περπατάει, ξαναπέφτει, σπάει καὶ τὸ ἄλλο πόδι. Καὶ ὅπως καταλαβαίνετε, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θὰ παραμορφωθῆ ἐντελῶς· θὰ ἔχει στραβὰ πόδια, στραβὰ χέρια. Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ κοινωνία σήμερα. Οἱ περισσότεροι δὲν ξέρουν τί θὰ πῆ Ἐκκλησία, τί θὰ πῆ ἐξομολόγηση, τί θὰ πῆ Θεία Κοινωνία, γιὰ νὰ βροῦν θεραπεία ἀπὸ τὶς μεγάλες ἁμαρτίες στὶς ὁποῖες πέφτουν. Ἐσεῖς λοιπὸν νὰ ἔχετε τὸν Πνευματικό σας, νὰ ἐκκλησιάζεσθε, νὰ μὴν ξεχνᾶτε τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἔχετε τὴν πνευματική σας ὑγεία».
Μία ἄλλη μέρα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1991, ἐνῶ ὁ Ὅσιος ἄκουγε τὸ καμπανάκι καὶ τὸ ὑνὶ νὰ χτυποῦν συγχρόνως πολὺ ἐπίμονα, ἔνιωθε τόση ἐξάντληση, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῆ ἀπὸ τὸ κρεββάτι. Πῆρε τότε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, τὴν ἔβαλε πάνω στὸ στῆθός του καὶ εἶπε: «Ἅγιε Ἀρσένιε, τί θὰ γίνει;». Ἀμέσως αἰσθάνθηκε μία ἀγαλλίαση καὶ θεϊκὴ δύναμη. Ἡ αἱμοῤῥαγία δὲν σταμάτησε, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔνιωσε ὅτι δυνάμωσε, καὶ ἔτσι μπόρεσε νὰ δεχθῆ τοὺς ἐπισκέπτες.
Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, ἡ κατάστασή του χειροτέρευε. Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1993 τὸ πρόβλημα ποὺ εἶχε στὸ ἔντερο τὸν ἀνάγκαζε νὰ βγαίνει ἔξω ἕως καὶ 20 φορὲς σὲ μία νύχτα. Ἀπὸ τὸ πολὺ αἷμα ποὺ ἔχανε, τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦταν σὰν σφαγεῖο, ὅπως ἔλεγε. Καί, ἐπειδὴ ἦταν 20 μέτρα μακριὰ ἀπὸ τὸ Καλύβι, ταλαιπωρεῖτο νὰ πηγαινοέρχεται μέσα στὸ κρύο, μέσα στὰ χιόνια. Κάποιες φορὲς ἔπεσε λιπόθυμος στὸ χιόνι. Ἔλεγε: «Ἔπεσα ὡς ἀσκὸς ἐν πάχνῃ!». Ὅσοι ἤξεραν τὴν κατάστασή του, ἀνησυχοῦσαν μήπως πάθει τίποτε καὶ εἶναι μόνος· ἐκεῖνος ὅμως ἔλεγε: «Τόσοι Ἅγιοι, τόσοι Ἄγγελοι! Κάποιος θὰ συμπαρασταθῆ σὲ μία ἀνάγκη».
Τὴν Β΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τοῦ 1993, ἐνῶ ἐτελεῖτο Θεία Λειτουργία στὸ ἐκκλησάκι του, ὁ Γέροντας λιποθύμησε. Οἱ Πατέρες μόλις ποὺ πρόλαβαν καὶ τὸν ἔπιασαν, γιὰ νὰ μὴν πέσει ἀπὸ τὸ στασίδι. Τὸν συγκρατοῦσαν καὶ τοῦ ἔλεγαν νὰ καθήσει, ἐνῶ ἐκεῖνος εἶχε τὰ μάτια διάπλατα ἀνοιχτά, καὶ ἀνέπνεε βαριά· ἡ ἀναπνοή του ἀκουγόταν σὰν ἐπιθανάτιος ῥόγχος. Ὅταν συνῆλθε, δὲν ἤθελε νὰ πάει νὰ ξαπλώσει, οὔτε κἂν νὰ καθήσει, ἐπειδὴ ἐτελεῖτο ἡ Θεία Λειτουργία. Καί, μόλις ἡ Θεία Λειτουργία τελείωσε, ἤθελε νὰ περιποιηθῆ τοὺς Πατέρες. Αὐτὸ ἦταν τὸ τυπικό του· δὲν φρόντιζε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὅταν ἔσβηνε, μοναδική του μέριμνα ἦταν ἡ προσφορά του στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους.
Ἀπὸ τότε ἦταν σχεδὸν μόνιμη αὐτὴ ἡ κατάσταση· αἱμοῤῥαγίες, λιποθυμίες, πόνος ποὺ τὸν δυσκόλευε ἀκόμη καὶ νὰ καθήσει· ἔνιωθε σὰν νὰ τὸν τρυποῦσαν καρφιὰ καὶ βελόνες. Πολλὲς φορές, ἀπὸ τὴν ἀδυναμία του, δὲν μποροῦσε οὔτε ἔως τὸ ἐκκλησάκι νὰ πάει, γιὰ νὰ πάρει ἀντίδωρο. Συνέχιζε ὅμως νὰ δέχεται κόσμο.
Μία μέρα δέχθηκε κάποιους ἐπισκέπτες καὶ τοὺς κέρασε. Ἦταν γελαστὸς καὶ εὐδιάθετος· σὲ λίγο ὅμως τοὺς εἶπε: «Ἄντε, τώρα νὰ πηγαίνετε», καὶ μπῆκε ἀμέσως στὸ Καλύβι. Ἐκεῖνοι δὲν ἔφυγαν, περιμένοντας μήπως ἐπιστρέψει. Ἄρχισαν τότε νὰ ἄκουνε δυνατὰ βογγητά, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ πιστέψουν ὅτι ὁ Πατὴρ Παΐσιος πονοῦσε τόσο πολύ. Ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα τὰ βογγητὰ σταμάτησαν καὶ ὁ Γέροντας βγῆκε πάλι ἔξω. Τοὺς εἶπε: «Ἔ, παλληκάρια, ἀκόμη ἐδῶ εἶστε; Ἄντε, νὰ φύγετε». Προσπαθοῦσε νὰ μὴν δείξει πόσο ὑπέφερε.
Μία ἄλλη μέρα, δύο νεαροὶ γιατροί, βλέποντας τὴν κατάστασή του, προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν νὰ πάει μαζί τους στὴν Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ εἰσαχθῆ σὲ νοσοκομεῖο. Ἐπειδὴ δὲν τὰ κατάφεραν, εἶπαν σὲ κάποιον γνωστὸ ποὺ βρέθηκε ἐκεῖ νὰ τοῦ τὸ προτείνει καὶ αὐτός. Εἶπε ὁ Γέροντας: «Ἄσ’ τοὺς νὰ λένε. Θὰ πιῶ τώρα δύο ποτήρια νερό, καὶ θὰ γίνει αἷμα· μὴν ἀνησυχῆς καθόλου. Ἐγὼ κάθε μέρα, μέχρι νὰ φθάσει τὸ βράδυ, πεθαίνω· καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωΐ, πάλι ἀνασταίνομαι».
Ἕνας μοναχὸς τὸν ῥώτησε: «Γέροντα, γιατί δὲν πᾶτε στὸν γιατρό, νὰ δοῦμε τί ἔχετε;». «Βρὲ παιδάκι μου, ξέρω τί ἔχω. Καρκίνο ἔχω, ἀλλὰ τί νὰ κάνω; Ἅμα ἀρχίσω νὰ τρέχω στοὺς γιατρούς, θὰ χάσω τὰ μπαλώματα ποὺ κάνω ἐδῶ πέρα. Ἔρχεται κανένας ἄνθρωπος ποὺ ὑποφέρει, ποὺ ἔχει προβλήματα, κάνουμε καμία προσευχή, καὶ ὁ Θεὸς μπαλώνει καμία κατάσταση. Ἂν ἀρχίσω νὰ τρέχω γιὰ τὴν ὑγεία μου, θὰ χάσω αὐτὰ τὰ μπαλώματα. Ὁ Θεὸς ξέρει τί ἔχω. Ἂν εἶναι γιὰ τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μου, θὰ μὲ βοηθήσει».
Καὶ σὲ ἕναν ἄλλον ποὺ τὸν ῥώτησε γιατὶ δὲν πήγαινε στὸ γιατρό, ἀπάντησε: «Βρὲ εὐλογημένε, ἔρχονται ἐδῶ οἱ ἄνθρωποι πονεμένοι. Τί πονος, τί κόπος, τί ἔξοδα! Ἐγὼ νὰ πάω νὰ φροντίσω γιὰ τὴν ὑγεία μου, καὶ αὐτοὶ νὰ βροῦν τὴν πόρτα κλειστή; Καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, πῶς θὰ πάω ἐκεῖ ἐπάνω χωρὶς νὰ πονέσω, χωρὶς νὰ κακοπαθήσω; Ἐκεῖ δὲν εἶναι κανένας ποὺ νὰ μὴν κακοπάθησε· ἂν πάω ἔτσι, δὲν θὰ εἶμαι γνωστὸς σὲ κανέναν». Καὶ χτυπώντας τον στὴν πλάτη, συμπλήρωσε χαμογελαστός: «Ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε, πρέπει νὰ κακοπαθήσεις· γιατί, ἅμα καλοπερνᾶς, δὲν σοῦ κάνει καρδιὰ νὰ πεθάνεις».
Ὁ Ὅσιος Γέροντας ἤξερε ὅτι εἶχε καρκίνο καὶ ὅτι αὐτὸς θὰ τὸν ὁδηγοῦσε στὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴν αἰώνια. Ὁ ἴδιος τὸν εἶχε ζητήσει ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅπως δηλαδὴ καίγεται ἡ καρδιὰ μιᾶς μάνας ποὺ βλέπει τὸ παιδί της νὰ καίγεται ἀπὸ τὸν πυρετό, καὶ θὰ ἤθελε νὰ πάρει ἐκείνη τὸν πυρετό, γιὰ νὰ γίνει καλὰ τὸ παιδί της, ἔτσι, μὲ τέτοια ἀγάπη, ἀντιμετωπίζοντας ὁ Ὅσιος πολλοὺς καρκινοπαθεῖς, ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώσει τὸν καρκίνο τους, γιὰ νὰ ἐλαφρώσει αὐτοὺς καὶ τὶς οἰκογένειές τους. Καὶ ἐνῶ ἡ ἀσθένεια τὸν ταλαιπωροῦσε καὶ τὸν δυσκόλευε στὴν καθημερινή του διακονία, τὴν ὑπέμενε μὲ χαρά, διότι ἔνωθε ὅτι χάρη σ’ αὐτὴν μποροῦσε μὲ περισσότερη παῤῥησία νὰ ὑψώνει τὰ χέρια του καὶ νὰ παρακαλῆ τὸν Θεό. Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ὅταν κάποιος ζητάει μὲ τὴν καρδιά του νὰ πάρει ὁ Θεὸς τὴν ἀῤῥώστια ἀπὸ τὸν ἄλλον, τὸν ἀκούει ὁ Θεός. Ἂν ὅμως πάει καὶ πιὸ πέρα καὶ πῆ: Δῶσε τὴν ἀῤῥώστια σὲ μένα, τότε ὁ Θεὸς συγκινεῖται πολύ, καὶ τοῦ δίνει καὶ αὐτὸ ποὺ ζητάει, τοῦ δίνει καὶ μεγάλο μισθό, ἂν καὶ αὐτὸς δὲν τὸ κάνει γιὰ νὰ ἔχει μισθό».
Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1993, εἶχε διαδοθῆ ὅτι ὁ Πατὴρ Παΐσιος θὰ ἔφευγε ἀπὸ τὴν ζωή, καὶ γι’ αὐτὸν τὸν ἐπισκέπτονταν ἀκόμη περισσότεροι ἄνθρωποι. Ὅταν ἔμαθε τὶς διαδόσεις, γελοῦσε: «Οὔτε ἕνα ἀστεῖο δὲν μπορῶ νὰ πῶ». Τὸν προηγούμενο χειμώνα κάποιος τοῦ εἶχε πεῖ: «Ἔτσι, ποὺ πᾶς Γέροντα, θὰ πεθάνεις», καὶ ἐκεῖνος ἀστειευόμενος εἶχε ἀπαντήσει: «Ἐγὼ κρυώνω μέσα στὸ δωμάτιο, πῶς θὰ μπῶ στὸν τάφο μὲ αὐτὴ τὴν παγωνιά; Τὸ καλοκαίρι, τὸν Αὔγουστο θὰ πεθάνω· τότε ποὺ θὰ ἔχει ζέστη».
Τὸν Ἰούλιο, ἕνας ἐπισκέπτης τὸν ῥώτησε ἂν ἦταν ἀλήθεια ὅτι ἦταν ἄῤῥωστος. Ὁ Γέροντας χαμογέλασε, τὸν χάϊδεψε καὶ μὲ ἀδύναμη φωνὴ εἶπε: «Νικόλαε, ἴσα ποὺ κινοῦμαι». Μερικοὶ ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν τὸν Δεκαπενταύγουστο, αἰσθάνθηκαν νὰ εὐωδιάζει, καὶ ἄλλοι τὸν εἶδαν νὰ φεγγοβολάει, σὰν νὰ ἦταν πηγὴ φωτός. Ἐκεῖνο τὸ διάστημα μοίραζε καὶ ξύλινα εἰκονάκια ποὺ εἶχε φτιάξει, ἐνῶ ἑτοίμασε καὶ ἀρκετά, γιὰ νὰ μοιρασθοῦν ὡς εὐλογία μετὰ τὸν θάνατό του. Τὰ ἄφησε ὅλα τακτοποιημένα, ὄμορφα, μὲ ἕνα σημείωμα ποὺ ἔλεγε: «Εὐλογία, γιὰ νὰ μὲ συγχωρέσουν, ὅταν θὰ πεθάνω. Ἒὰν νομίζει κανεὶς ὅτι μὲ στενοχώρησε, τὸν συγχωρῶ, καὶ ζητῶ συγχώρεση ἀπὸ ὅλους ποὺ ἔβλαψα ἢ στενοχώρησα. Μοναχὸς Παΐσιος».
Στὶς 21 Ὀκτωβρίου τοῦ 1993 (π. ἡ.) ὁ Γέροντας παρευρέθηκε στὴν πανήγυρη τοῦ Κελλιοῦ τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου (σημ. διαχ.: τοῦ Γέροντος Γαβριήλ). Στὸ κέρασμα, μὲ κάποια ἀφορμὴ ποὺ δόθηκε, μίλησε γιὰ τελευταία φορὰ μὲ πολὺ πόνο ἀλλὰ καὶ μὲ ἱερὴ ἀγανάκτηση γιὰ τὸ κακὸ ποὺ θὰ ἔκαναν οἱ δρόμοι καὶ τὰ αὐτοκίνητα στὸν Ἄθωνα. Τόνισε στοὺς Πατέρες τὴν εὐθύνη ποὺ καὶ οἱ ἴδιοι εἶχαν ἀπέναντι στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ στοὺς Ἁγίους ποὺ τὸ Ἁγίασαν, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι στοὺς μεταγενέστερους. Διότι, ἂν δὲν προσέξουν, τοὺς εἶπε, θὰ ἀφήσουν στοὺς μεταγενεστέρους σκουριασμένες λαμαρίνες καὶ τὸν ἐκκοσμικευμένο τρόπο ζωῆς, ἐνῶ οἱ Ἀθωνίτες Ἅγιοι εἶχαν ἀφήσει τὰ λείψανά τους καὶ τὴν ἀσκητικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοση.
Στὴν συνέχεια, ἂν καὶ πονοῦσε πολύ, πῆγε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου γιὰ νὰ εὐχηθῆ στὸν Ἡγούμενο π. Χριστόδουλο. Ἐπειδὴ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα θὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ἐκεῖνο τὸ βράδυ δὲν ἔμεινε στὴν Παναγούδα, ἀλλὰ φιλοξενήθηκε σὲ ἕνα Κελλὶ πιὸ κοντὰ στὶς Καρυές. Ἐκεῖ πῆγαν νὰ τὸν δοῦν καὶ ἄλλοι γνωστοί του Πατέρες. Ὁ Ὅσιος ἦταν κουρασμένος, ἐξαντημένος, ἀλλὰ εἰρηνικὸς καὶ εὐδιάθετος. Τοὺς μίλησε γιὰ ἀρκετὴ ὥρα. Τοὺς εἶπε εἶπε ἐκτὸς τῶν ἄλλων: «Οἱ παλαιοί, ὅταν ἔρχονταν στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ μοναχοί, ἔβαζαν μπροστὰ τὸν θάνατο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ θάνατος τοὺς φοβόταν. Σήμερα, ἡ μύτη μας νὰ τρέξει λίγο αἷμα, τρέχουμε στοὺς γιατρούς. Δυστυχῶς σήμερα οἱ νέοι εἶναι καινούργιες μηχανὲς μὲ παγωμένα λάδια· θέλουν Χάρη χωρὶς κόπο».
Τὴν ἄλλη μέρα, 22 Ὀκτωβρίου τοῦ 1993 (π. ἡ.). ὁ Ὅσιος βγῆκε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ τὸ Ἡσυχαστήριο. Στὴν Παναγούδα εἶχε ἀφήσει γραμμένη τὴν πνευματική του διαθήκη: «Τοῦ λόγου μου ὁ Μοναχὸς Παΐσιος, ὅπως ἐξέτασα τὸν ἑαυτόν μου, εἶδα ὅτι ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου τὶς παρέβην, ὅλες τὶς ἁμαρτίες τὶς ἔχω κάνει. Δὲν ἔχει σημασία ἐὰν ὁρισμένες ἔχουν γίνει σὲ μικρότερο βαθμό, διότι δὲν ἔχω καθόλου ἐλαφρυντικά, ἐπειδὴ μὲ ἔχει εὐεργετήσει πολὺ ὁ Κύριος. Εὔχεσθε νὰ μὲ ἐλεήσει ὁ Χριστός. Συγχωρέστε με, καὶ συγχωρημένοι νὰ εἶναι ὅσοι νομίζουν ὅτι μὲ λύπησαν. Εὐχαριστῶ πολύ, καὶ πάλιν εὔχεσθε. Μοναχὸς Παΐσιος».
***





Ὁ Γέροντας θεραπεύει τὶς ψυχικὲς καὶ σωματικὲς ἀσθένειες.

Ὁ Γέροντας θεραπεύει τὶς ψυχικὲς καὶ σωματικὲς ἀσθένειες.
Μία φορά, ἕνας πατέρας τὸν παρακάλεσε νὰ προσευχηθῆ γιὰ τὸ ἄῤῥωστο παιδί του. Τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας: «Ἐγὼ νὰ προσευχηθῶ, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἐσὺ νὰ κάνεις κάτι». «Τί νὰ κάνω;» «Σκέψου τί ἐλαττώματα ἔχεις καὶ κόψε κάνενα». «Καπνίζω. Ἂν κόψω τὸ κάπνισμα, φθάνει;». «Φθάνει». Ὁ ἄνθρωπος ἔκοψε τὸ κάπνισμα καὶ τὸ παιδί του ἔγινε καλά. Ὕστερα ὅμως ἀπὸ λίγο καιρό, ἄρχισε πάλι νὰ καπνίζει, καὶ τὸ παιδὶ ἀῤῥώστησε πάλι. Ξαναπῆγε λοιπὸν στὴν Παναγούδα γιὰ νὰ ζητήσει βοήθεια· ἀλλὰ μόλις ὁ Ὅσιος τὸν εἶδε, τοῦ φώναξε ἀπὸ μακριά: «Ἐσὺ τί ἦρθες; Τὴν συνταγὴ τὴν ξέρεις».
Κάποτε, ἕνας πατέρας τὸν παρακάλεσε νὰ προσευχηθῆ γιὰ τὸ παιδάκι του πού, ἐνῶ ἦταν 6 ἐτῶν, δὲν μιλοῦσε ἀλλὰ μόνον ἔβγαζε ἄναθρες κραυγές. Ὁ Ὅσιος τοῦ εἶπε: «Θὰ κάνω προσευχή, ἀλλὰ νὰ προσευχηθῆτε καὶ ἐσεῖς, καὶ θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Θεός». Ὅσες ἡμέρες ὁ πατέρας ἦταν στὸ Ἅγιον Ὄρος, προσευχόταν πολύ. Ἀλλὰ καὶ ἡ σύχυγός του ἔπαιρνε τὰ τέσσερα παιδιά τους καὶ τὰ ἔβαζε νὰ προσευχηθοῦν: «Γονατίστε, νὰ κάνουμε προσευχή, νὰ μᾶς ἀκούσει ἡ Παναγία. Ὁ πατέρας σας πῆγε στὸν Γέροντα Παΐσιο, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ μιλήσει ὁ Ἀνδρέας». Ὅταν ὁ πατέρας ἐπέστρεψε στὸ σπίτι, ὁ πατέρας ἔτρεξε πρῶτος νὰ τὸν ὑποδεχθῆ καὶ τὸν ῥώτησε: «Μπαμπά, τί ἔκανε ἡ Παναγίτσα γιὰ μένα;» Αὐτὲς ἦταν οἱ πρῶτες λέξεις ποὺ εἶπε τὸ παιδί, καὶ ἀπὸ τότε ἄρχισε νὰ μιλάει κανονικά.
Ἕνας ἄλλος πατέρας πῆγε στὴν Παναγούδα μὲ τὸ 10χρονο παιδάκι του, τὸ ὁποῖο ἀπὸ 8 μηνῶν ἔπασχε ἀπὸ βρογχιεκτασίες. Βρῆκαν πολλοὺς νὰ περιμένουν ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη. Καί, μόλις ὁ Ὅσιος ἄνοιξε τὴν πόρτα, ὁ πονεμένος πατέρας ἄφησε τὸ παιδὶ καὶ ἔτρεξε ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ τοῦ μιλήσει πρῶτος. Ἤθελε 4-5 βήματα νὰ φθάσει κοντά του, ὅταν τὸν ἄκουσε νὰ λέει: «Τί ἔχει τὸ παιδί;» Ὁ πατέρας τοῦ ἐξήγησε τὴν δύσκολη κατάσταση καὶ ὁ Γέροντας ῥώτησε: «Τί εἶπαν οἱ γιατροί;. «Οἱ γιατροὶ λένε: Θὰ κάνουμε αὐτὴ τὴν θεραπεία, θὰ κάνουμε τὴν ἄλλη θεραπεία. Ἐγὼ ὅμως λέω: Ὅτι πῆ ὁ Θεός». Γυρίζει τότε ὁ Ὅσιος πρὸς τὸν κόσμο καὶ καλεῖ τὸ παιδὶ μὲ τὸ ὄνομά του: «Ἀλέξανδρε, ἔλα ἐδῶ!»  Καὶ στὸν πατέρα εἶπε: «Περίμενε». Πῆρε τὸν Ἀλέξανδρο στὸ ἐκκλησάκι καὶ ὕστερα ἀπὸ ἕνα τέταρτο βγῆκαν μαζὶ ἔξω καὶ τὸν παρέδωσε στὸν πατέρα του λέγοντας: «Νὰ πᾶτε στὸ καλό, ἐγὼ θὰ προσεύχομαι ἀπὸ ἐδῶ, καὶ ἐσεῖς μὴν στενοχωριέστε. Τὸ παιδὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη· θὰ γίνει παλληκάρι, θὰ κάνει οἰκογένεια, θὰ τὸ καμαρώνετε. Μόνον ἕνα πράγμα χρειάζεται  νὰ κάνετε ἐσεῖς. Νὰ τὸ κοινωνᾶτε τακτικά· ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι τὸ καλύτερο φάρμακο». Ὁ πατέρας ἔδωσε τὸν λόγο του καὶ ἔφυγε χαρούμενος. Ὕστερα ἀπὸ 2 ἡμέρες πῆγαν πάλι στὸ νοσοκομεῖο, γιὰ νὰ βρογχοσκόπηση. Καὶ ἐνῶ τὶς προηγούμενες φορές, οἱ γιατροὶ δυσκολεύονταν νὰ κάνουν αὐτὴν τὴν ἐξέταση, καὶ μάλιστα τὴν τελευταία φορὰ τὸ παιδὶ κινδύνεψε νὰ πάθει ἀνακοπή, αὐτὴ ἡ φορὰ ἡ ἐξέταση ἔγινε εὔκολα καὶ ἔδειξε ὅτι οἱ πνεύμονες τοῦ παιδιοῦ ἦταν ὁλοκάθαροι, σὰν νὰ μὴν εἶχαν ποτὲ πρόβλημα.
Κάποτε πῆγε στὴν Παναγούδα μία παρέα ποὺ εἶχε μαζί της καὶ ἕνα παιδὶ 14 ἐτῶν. «Ἔχουμε καὶ τὸν Χρῆστο μαζί μας», εἶπαν στὸν Γέροντα Παΐσιο. Ἐκεῖνος τὸν ἀγκάλισε στοργικὰ καί, ἀπευθυνόμενος πρὸς ὅλους, εἶπε: «Νὰ ξέρετε ὅτι τὰ ὀρφανὰ παιδιὰ δέχονται διπλὴ βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεό», ἐνῶ κανεὶς δὲν εἶχε ἀναφέρει αὐτὸ στὸν Γέροντα. Ὅση ὥρα κάθησαν ἐκεῖ, ὁ Ὅσιος ἀσχολιόταν μόνο μὲ τὸν Χρῆστο, ὁ ὁποῖος τοῦ ζήτησε νὰ προσευχηθῆ, ἐπειδὴ εἶχε ἱγμορίτιδα καὶ σὲ 10 μέρες θὰ τοῦ ἔκαναν παρακέντηση. Ὁ Ὅσιος δὲν εἶπε τίποτε, ἀλλὰ συνέχεια τοῦ χάϊδευε τὸ κεφάλι καὶ τὸν σταύρωνε. Φεύγοντας ὁ Χρῆστος ἔνιωσε καλύτερα, καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ἦταν ἐντελῶς καλά. Πῆγε γιὰ τὴν προγραμματισμένη παρακέντηση, καὶ τότε οἱ γιατροί, κάνοντας νέα ἀκτινογραφία, διαπίστωσαν ὅτι ἡ φλεγμονὴ εἶχε ἐξαφανισθῆ.
Δύο φίλοι εἶχαν προγραμματίσει νὰ πᾶνε στὸν Γέροντα Παΐσιο, ἀλλὰ ὁ ἕνας παρουσίασε ξαφνικὰ πρόβλημα μὲ δυνατὸ πόνο στὸν αὐχένα. Οἱ ἐξετάσεις ἔδειξαν ὅτι εἶχε κάκωση σὲ ἕναν σπόνδυλο, καὶ ὁ γιατρὸς συνέστησε ἐγχείρηση. Ἡ σύζυγός του ὅμως τὸν προέτρεπε νὰ πάει στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τοῦ ἔλεγε: «Πήγαινε. Μόνον ποὺ θὰ σὲ σταυρώσει ὁ Πατὴρ Παΐσιος, μπορεῖς νὰ γίνεις καλά!» Μὲ πολὺ κόπο ἔφθασαν στὴν Παναγούδα καί, μόλις κάθησαν στὰ κούτσουρα, ὁ Γέροντας πῆγε καὶ ἔκατσε δίπλα του. Τοῦ εἶπε ὁ ἄῤῥωστος: «Εἶμαι ὁ ἄνδρας τῆς Χαρίκλειας ποὺ σᾶς γράφει γράμματα. Ἡ γυναίκα μου ἐπέμενε νὰ ἔρθω». «Τὴν ξέρω τὴν γυναίκα σου. Καὶ ἐσὺ τί ἔχεις, δὲν εἶσαι καλά;». «Ὄχι, Γέροντα. Πονάω πολὺ στὸν αὐχένα, δὲν ἀντέχω, ὑποφέρω!». Τότε ὁ Ὅσιος τὸν χάϊδεψε στὸν αὐχένα, κάνοντας συγχρόνως καὶ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ τοῦ εἶπε: «Κάνε ὑπομονή· δὲν θὰ σοῦ περάσει τώρα ἀμέσως, ἀλλὰ θὰ σοῦ περάσει». Ἐκεῖνο τὸ βράδυ ὁ ἄνθρωπος πονοῦσε ἀκόμη. Τὸ πρωΐ ὅμως ποὺ ξύπνησε εἶπε στὸν φίλο σου: «Δὲν πονάω καθόλου. Μήπως εἶναι ἡ ἰδέα μου;». Καὶ ἀπὸ τότε δὲν ξαναπόνεσε στὸν αὐχένα.
Μία Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἕνας φοιτητὴς ποὺ πήγαινε συχνὰ στὸν Γέροντα Παΐσιο, περίμενε στὴν πόρτα τοῦ φράχτη χωρὶς νὰ χτυπάει. Κάποια στιγμή, βγῆκε ὁ Γέροντας βιαστικὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Παναγιώτη, πές μου τί θέλεις». «Γέροντα, ξέρετε τί θέλω». Εἶχε ἕνα ἔκζεμα ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσε 3 ὁλόκληρα χρόνια, ἀλλὰ ντρεπόταν νὰ τὸ δείξει σὲ δερματολόγο καὶ δὲν τὸ εἶχε πεῖ σὲ κανέναν –οὔτε βέβαια καὶ στὸν Γέροντα. Τότε, ὁ Ὅσιος, ἔκοψε ἕνα κλωνάρι ἀπὸ μία δάφνη ποὺ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη καὶ τὸν χτύπησε μὲ αὐτὸ στὸ κεφάλι. Ἦταν μάλιστα βρεγμένη ἡ δάφνη, ἐπειδὴ ψιχάλιζε, καὶ οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς ἔπεσαν στὸ πρόσωπο τοῦ νέου. «Πήγαινε τώρα, γιατὶ σὲ λίγο θὰ πιάσει μπόρα», τοῦ εἶπε ὁ Ὅσιος. Καὶ ἔβγαλε τὸ ἐπανωφόρι του καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε. Ὅταν ὁ φοιτητὴς ἐπέστρεψε στὴν Θεσσαλονίκη, τὸ ἔκζεμα εἶχε ἐξαφανισθῆ.
Τὸ 1985 ἐπισκέφθηκε τὸν Πατέρα Παΐσιο στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου μία καρκινοπαθὴς γυναίκα 36 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Θάσο. Ἦταν σὲ κακὴ κατάσταση, καὶ οἱ γιατροὶ τῆς εἶχαν δώσει ἐλάχιστο χρόνο ζωῆς. Ὁ Γέροντας τὴν σταύρωσε μὲ τὸν Σταυρό του, προσευχήθηκε γιὰ λίγη ὥρα καὶ ἀμέσως τῆς εἶπε: «Μὴν φοβᾶσαι, ἔχεις νὰ κάνεις πολλὴ δουλειὰ ἀκόμη. Εἶναι καὶ ὁ Ἅγιος Παντελεήμων». Μαζί μὲ τὴν εὐχή του τῆς ἔδωσε καὶ ἕναν ξύλινο Σταυρὸ λέγοντας: «Αὐτὸν θὰ τὸν ἔχεις πάντοτε μαζί σου καὶ μὴν φοβᾶσαι». Ὅταν ἡ γυναίκα γύρισε στὴν Θάσο, ἀνέβηκε στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τὸν ὁποῖο εὐλαβεῖτο ἀπὸ μικρή, καὶ τὸν παρακάλεσε θερμά. Μέσα σὲ ἕναν μήνα ἄρχισε νὰ ἀνακτᾶ τὶς δυνάμεις της καὶ ἔνιωθε πολὺ καλύτερα. Οἱ δικοί της ἐπέμεναν νὰ πάει στὴν Ἀγγλία, ὅπου εἶχε χειρουργηθῆ, γιὰ νὰ γίνουν ἐξετάσεις. Ἐκείνη ὅμως ῥώτησε τὸν Γέροντα Παΐσιο, ὁ ὁποῖος τῆς εἶπε: «Ξέρω, οἱ δικοί σου ἀνησυχοῦν· ἂν θέλεις, πήγαινε, ἀλλὰ μὴν φοβᾶσαι τίποτε. Μὴν φοβᾶσαι, δὲν θὰ πεθάνεις, θὰ νικήσεις τὸν θάνατο». Ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν στιγμή, ἡ γυναίκα εἶδε τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου νὰ λάμπει, σὰν νὰ εἶχε φέξει πάνω του ἕνας δυνατὸς προβολέας. Ὰπὸ τότε οὔτε ποὺ ξανασκέφθηκε νὰ πάει στὴν Ἀγγλία, οὔτε ἐξετάσεις ἔκανε. Μόνον, ὅταν ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἔβγαινε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸν ἐπισκεπτόταν, γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐχή του. Ἔνιωθε ὅτι ἐπισκέπτεται τὸν καλύτερο γιατρό, καὶ τὸν ῥωτοῦσε μὲ τρόπο γιὰ τὴν ὑγεία της: «Γέροντα, πῶς μὲ βλέπετε;». «Μὴν φοβᾶσαι, εἶσαι καλά. Μὴν φοβᾶσαι, δὲν ὑπάρχει τίποτε», τῆς ἔλεγε πάντα ἐκεῖνος. Αὐτὸ τὸ ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ γιατρὸς ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, ποὺ ἦταν Ἕλληνας καί, ὅταν βρέθηκε στὴν Θάσο καὶ τὴν συνάντησε, τὴν ῥώτησε ἔκπληκτος: «Τί ἔκανες καὶ ἔγινες καλά;». Τοῦ ἀπάντησε: «Πῆγα στὸν Πατέρα Παΐσιο, μὲ βοήθησε καὶ ὁ Ἅγιος Παντελεήμων».
***

Ὁ Γέροντας παρηγορεῖ τοὺς πονεμένους.

Ὁ Γέροντας παρηγορεῖ τοὺς πονεμένους.
Κάποτε, ξεχώρισε ἀπὸ μία παρέα Κρητικῶν, ἕναν ποὺ φοροῦσε μαύρη μπλούζα καὶ τὸν ῥωτησε: «Ἐσύ, Σφακιανὸς εἶσαι;». «Ὄχι, ἄγιε Πατέρα, ἔχασα τὸν γιό μου σὲ τροχαῖο». «Καὶ ποιός σοῦ εἶπε ὅτι τὸν ἔχασες τὸν Γιάννη; Ὁ Γιάννης εἶναι πολὺ καλά. Εἶσαι νέος, ἔχεις οἰκογένεια, ἔχεις ὑποχρεώση νὰ τὴν φροντίζεις. Γιὰ τὸν γιάννη νὰ μὴν στενοχωριέσαι καθόλου». Τὰ λόγια αὐτὰ ἔδωσαν δύναμη στὸν πονεμένο πατέρα, τοῦ ἄλλαξαν τὴν ζωή.
Στοὺς πονεμένους ἀνθρώπους συνήθιζε νὰ λέει: «Ἔ, τί στενοχωριέστε; Γιὰ ἐδῶ εἴμαστε; Τὸ θέμα δὲν εἶναι νὰ εἴμαστε καλὰ ἐδῶ, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ πᾶμε κοντὰ στὸν Θεό. Ἂν δὲν τὸ καταλάβει κανεὶς αὐτό, ἢ θὰ χαίρεται κοσμικὰ ἢ θἂ λυπᾶται πάλι κοσμικά, καὶ σ’ ὅλη του τὴν ζωὴ θὰ ταλαιπωρῆται ἄδικα».
Σὲ ἕναν ἄῤῥωστο εἶπε: «Βὲ παιδί μου, μ’ αὐτὸ θὰ μπῆς στὸν Παράδεισο. Ἔχεις κάνει καλὰ ἔργα στὴν ζωή σου;». Αὐτὸς σκέφτηκε γιὰ λίγο καὶ ἀπάντησε: «Δὲν νομίζω». «Ἔ, νά, αὐτὸ εἶναι. Ἐπειδὴ εἶσαι τεμπέλης, ὁ Θεὸς σοῦ ἔδωσε τὴν ἀῤῥώστια, γιὰ νὰ μπῆς στὸν Παράδεισο. Πῶς ἀλλιῶς θὰ μπῆς; Δὲν βλέπεις ὅτι ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔχουν κάτι; Ἄλλος ἔχει κομμένο κεφάλι, ἄλλος κομμένα αὐτιά, ἄλλος βγαλμένα μάτια... Ἐσὺ τί θὰ πάρεις ἐκεῖ πάνω; Δὲν θέλεις νὰ μπῆς στὸν Παράδεισο;». «Θέλω, Γέροντα», ἀπάντησε μὲ λαχτάρα ὁ ἄῤῥωστος καὶ ἔφυγε χαρούμενος.
***


Ὁ Γέροντας βλέπει μὲ διορατικὸ ὀφθαλμό.

Ὁ Γέροντας βλέπει μὲ διορατικὸ ὀφθαλμό.
Μία μέρα μὲ πολλὰ χιόνια, πῆγε στὴν Παναγούδα ἕνας ἄντρας 40 ἐτῶν ποὺ κρατοῦσε ἕνα δίκαννο καὶ ῥώτησε τὸν Γέροντα: «Ἐσὺ εἶσαι ὁ Παΐσιος». «Ἐγὼ εἶμαι». «Τί θὰ γίνει; Πηγαίνω σὲ ὅλα τὰ Μοναστήρια νὰ πουλήσω λίγες ἴσκες ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἀγοράζει. Ἐσὺ τοὐλάχιστον νὰ πάρεις». Ὁ Γέροντας ἔφερε ἕνα 500σαρικο καὶ τοῦ εἶπε: «Δῶσέ μου ἴσκιες γιὰ 500 δραχμές». «Τί θὰ μᾶς κεράσεις;». «Ἔ, θὰ σὲ κεράσω λουκουμάκι μὲ νερό». «Κονιὰκ δὲν ἔχεις;». «Γιὰ νὰ δῶ, μήπως σὲ αὐτὰ ποὺ μοῦ φέρνουν ἔχει κανένα». Καὶ τοῦ ἔφερε ἕνα μπουκαλάκι. Ἀφοῦ τὸ ἤπιε, εἶπε στὸν Γέροντα: «Τώρα, ἐσύ, μοναχὸς εἶσαι; Ἂν ἤσουν μοναχὸς θὰ ἤσουν στὰ Κατουνάκια καὶ στὰ Καρούλια. Ἐκεῖ πηγαίνουν οἱ γνήσιοι μοναχοί». «Πέρασα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, παλληκάρι». «Ἔ, τότε, γιατί ἦρθες ἐδῶ; Γιὰ εὐκολία ἦρθες». «Πρὶν σοῦ πῶ ἐγὼ γιατὶ ἦρθα ἐδώ, νὰ μοῦ πῆς ἐσὺ γιατί πῆγες καὶ ἐργάσθηκες στὴν Γερμανία». Μόλις ὁ ἄνθρωπος τὸ ἄκουσε αὐτό, ἄλλαξε ἀμέσως· ἔχασε τὸν ἀέρα ποὺ εἶχε καὶ ἀπάντησε μὲ σεβασμό: «Πῆγα, Γέροντα, στὴν Γερμανία, γιατὶ ἐκεῖ πλήρωναν καλύτερα, ἔδιναν περισσότερο μισθό». «Καὶ ἐγώ, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἦρθα ἐδῶ. Τὸ Ἀφεντικὸ μὲ πληρώνει καλύτερα δίπλα στὶς Καρυές, ἔχω περισσότερο μισθό». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔφυγε ἀπὸ τὴν Παναγούδα, ἦταν ἀλλαγμένος, σὰν νὰ εἶχε μεταμορφωθῆ.
Κάποτε, πῆγαν στὴν Παναγούδα δύο νέοι, οἱ ὁποῖοι μόλις εἶχαν βγῆ ἀπὸ τὴν φυλακή· ἐκεῖ εἶχαν γνωρίσει τὸν Χριστό, καὶ εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὸν Πατέρα Παΐσιο. Ὁ Ὅσιος τοὺς ῥώτησε ἂν ἔχουν διαβάσει τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τοὺς ἔφερε ἀπὸ μία. Ἐνῶ δὲν τοὺς ἤξερε, ἔγραψε στὴν πρώτη σελίδα τὰ ὀνόματά τους: «Ἰωάννης;» ῥώτησε. «Καὶ Γρηγόρης;». Καὶ ἀπὸ κάτω πρόσθεσε: «Μὲ ἀγάπη Χριστοῦ, Μοναχὸς Παΐσιος».
Ἄλλη φορά, ἐνῶ μιλοῦσε μὲ ἐπισκέπτες, διέκοψε ξαφνικὰ τὴν συζήτηση καὶ πῆγε κοντὰ σὲ ἕνα παλληκάρι ποὺ στεκόταν λίγο πιὸ πέρα. Μίλησε γιὰ λίγα λεπτὰ μαζί του καὶ τὸ παλληκάρι ἔφυγε. Ἐπιστρέφοντας ὁ Ὅσιος, εἶπε στοὺς ἄλλους ἐπισκέπτες ὅτι ὁ νέος αὐτὸς εἶχε προσχωρήσει σὲ μία αἵρεση. Οἱ ἐπίσκεπτες τὸν ῥώτησαν πῶς τὸ κατάλαβε καὶ ὁ Ὅσιος εἶπε: «Εἶδα ὅτι τοῦ ἔλειπε ἡ σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὴν σφραγίδα αὐτὴ τὴν παίρνει ὁ ἄνθρωπος ὅταν βαπτίζεται καὶ χρίεται μὲ τὸ Ἅγιο Μύρο. Ἐὰν ὅμως ἀρνηθῆ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, τὴν χάνει. Τοῦ εἶπα ὅτι δὲν γίνετια νὰ ξαναβαπτισθῆ, ἀλλὰ στὸ πρῶτο Μοναστήρι ποὺ θὰ πάει, νὰ ζητήσει νὰ ἐξομολογηθῆ, καὶ νὰ τὸν χρίσουν πάλι μὲ τὸ Ἅγιο Μύρο».
Ἄλλοτε ἐπισκέφθηκε τὸν Γέροντα ἕνας μεσήλικας μὲ ἀγέρωχο ὕφος, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Προσευχήσου γιὰ μένα, γιατὶ ἐδῶ καὶ ἕναν χρόνο ἔχω φοβεροὺς πονοκεφάλους, ἀλλὰ οἱ γιατροὶ δὲν βρίσκουν τί ἔχω». Ὁ Ὅσιος, βλέποντάς τον ἀπὸ μακριά, εἶχε καταλάβει ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶχε δαιμονισθῆ: «Ἔχεις δαιμόνιο γιατὶ ἔδωσες δικαιώματα στὸν διάβολο». «Δὲν ἔκανα τίποτε». Τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας αὐστηρά: «Δὲν ἔκανες τίποτε; Δὲν ξεγέλασες μία κοπέλα; Αὐτὴ σοῦ ἔκανε μάγια. Τώρα πρέπει νὰ τῆς ζητήσεις συγγνώμη καὶ μετὰ νὰ ἐξομολογηθῆς, νὰ σοῦ διαβάσουν καὶ ἐξορκισμούς, γιὰ νὰ βρῆς τὴν ὑγεία σου. Ἂν δὲν μετανοήσεις, ὅλοι οἱ Πνευματικοὶ τοῦ κόσμου νὰ μαζευθοῦν καὶ νὰ προσευχηθοῦν γιὰ σένα, δὲν θὰ φύγει τὸ δαιμόνιο».
Ἕνας πολύτεκνος οἰκογενειάρχης, πῆγε νὰ συμβουλευθῆ τὸν Πατέρα Παίσιο ἂν ἔπρεπε νὰ διαθέσει τὰ χρήματά του γιὰ νὰ ἀγοράσει σπίτι ἢ νὰ βοηθήσει ἕνα φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα. Ὁ Ὅσιος, μόλις τὸν εἶδε, τὸν κάλεσε κοντά του, τοῦ χάϊδεψε τὸ κεφάλι καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲν μοῦ λές, Κωνσταντῖνε, τὰ πουλιὰ ἔχουν φωλιά;». «Ναί, Γέροντα». «Συνεννοηθήκαμε;». «Ἀπολύτως, Γέροντα», εἶπε ὁ ἄνθρωπος καὶ ἔφυγε ἀναπαυμένος ἀλλὰ καὶ συγκλονισμένος.
Ἄλλοτε ὁ Ὅσιος φώναξε κάποιον: «Ἔλα, Λαμπάκη!». Ὁ ἄνθρωπος ξαφνιάσθηκε γιατὶ τὸν φώναζε ἔτσι μόνο ἡ μητέρα του. Ἔπειτα ὁ Ὅσιος τὸν κέρασε, κάθησε δίπλα του καὶ τὸν χάϊδεψε στὸ κεφάλι. Ἐκεῖνος ἀπὸ εὐαισθησία ἔνιωσε ἄσχημα καὶ συντετριμμένος εἶπε: «Γέροντα, μὴν μὲ ἀκουμπᾶς, εἶμαι λερωμένος, εἶμαι παλιάνθρωπος». «Ναί, ἀλλὰ θυμᾶσαι, Λαμπάκη μου, τότε ποὺ σκοτώθηκε ὁ τάδε σὲ τροχαῖο, καὶ ἐσὺ ἀνέλαβες νὰ βοηθήσεις τὴν οἰκογένειά του καὶ νὰ μορφώσεις τὰ παιδιά του; Θυμᾶσαι τότε ποὺ ὁ τάδε ἔπαθε καρδιακὴ προσβολή, καὶ ἐσὺ πῆρες εἰδικὸ ἀεροπλάνο καὶ τὸν μετέφερες σὲ νοσοκομεῖο στὸ ἐξωτερικό; Θυμᾶσαι τότε ποὺ πῆγες ἐπάνω σ’ ἐκεῖνο τὸ βουνὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ εἶδες μέσα στὸ ἐκκλησάκι πρόβατα καὶ ἔδιωξες τοὺς βοσκούς, καὶ τοὺς ἔδωσες χρήματα νὰ πᾶνε ἀλλοῦ τὰ κοπάδια τους; Θυμᾶσαι ποὺ ἀνακαίνισες αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι; Θυμᾶσαι...; Αὐτὰ τὰ θεωρεῖς λίγα;». «Αὐτὰ δὲν εἶναι τίποτα». «Ἐμεῖς ἔχουμε ἄλλα κριτήρια καὶ ὁ Θεὸς ἔχει ἄλλα». «Ἔχω πολλὲς ἁμαρτίες, Γέροντα». «Ναί, ἀλλὰ αὐτά, ἂν τὰ ζυγίσεις, ἀξίζουν πιὸ πολύ, γιατὶ ἡ προαίρεση μετράει». Τοῦ ἔφτιαξε τοῦ ἀνθρώπου καφέ, βγῆκε μαζί του καὶ φωτογραφία καὶ τὸν ξεπροβόδισε μὲ πολλὴ ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος ἔφυγε μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ διορθώσει ὅσα βάραιναν τὴν συνείδησή του.
Ἕνας μοναχός, προσπαθοῦσε νὰ πείσει ἕναν νέο νὰ ἐξομολογηθῆ καί, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἔπειθε, τοῦ εἶπε: «Ἐδῶ κοντὰ εἶναι ὁ γερο-Παΐσιος. Θέλεις νὰ πᾶμε νὰ δοῦμε τί θὰ μᾶς πη;». Ἦταν καλοκαίρι καὶ τὸν βρῆκαν νὰ σκάβει τὸν κῆπο. Τὸν ῥώτησαν: «Τί κάνετε, Γέροντα;». «Τί νὰ κάνω, ἐξομολογῶ τὸν κῆπό μου». Ῥώτησε ὁ νέος: «Καλά, Γέροντα, χρειάζεται καὶ ὁ κῆπος ἐξομολόγηση;». «Ἀσφαλῶς καὶ χρειάζεται. Ἔχω διαπιστώσει πώς, ὅταν τὸν ἐξομολογῶ, καὶ πετάω ἔξω πέτρες, ἀγριάδες, ἀγκάθια κ.λ.π., τότε βγάζει ἐπίσημα κηπευτικά· ἀλλιῶς οἱ ντομάτες γίνονται κιτρινιάρικες, καχεκτικές!».
Κάποτε, ἐνῶ συζητοῦσε μὲ μία παρέα Κρητικῶν, ἔπιασε τὸ μπαστούνι του καί, κάνοντας χαρακιὲς στὸ χῶμα, εἶπε: «Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἔχεις ἐδῶ ἕνα χωράφι, καὶ ὁ γείτονας σοῦ παίρνει κάθε τόσο καὶ ἀπὸ λίγο. Ἄσ’ τον, μὴν τὸν πᾶς στὰ δικαστήρια, θὰ τὸ μετανιώσει». Ἕνας παρέας ἀντιμετώπιζε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ πρόβλημα. Καὶ ὅταν γύρισε στὴν Κρήτη, τὸν φώναξε ὁ γείτονάς του καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔλα νὰ φτιάξουμε τὰ σύνορα». Καὶ τοῦ ἐπέστρεψε τὸ κομμάτι ποὺ τοῦ εἶχε πάρει.
Ἄλλη πάλι φορά, ἀνάμεσα στοὺς ἐπισκέπτες ἦταν καὶ ἕνας καθηγητὴς τῆς Φυσικῆς ποὺ στὶς προαγωγικὲς ἐξετάσεις τῆς Β΄ Λυκείου εἶχε βάλει δύσκολα θε΄ματα, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ περισσότεροι μαθητὲς νὰ γράψουν 8 καὶ 9, μὲ βάση τὸ 10. Ὁ καθηγητὴς βρέθηκε σὲ δύσκολη θέση καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔγραψαν 9 ἔβαλε 10, ἐνῶ ὅσους ἔγραψαν 8 τοὺς ἄφησε ἀνεξεταστέους, νὰ δώσουν τὸ μάθημα τὸν Σεπτέμβριο. Τὸν πείραζε ὅμως ἡ συνείδησή του καὶ ἤθελε νὰ ῥωτήσει τὸν Πατέρα Παΐσιο. Ἐνῶ λοιπὸν καθόταν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀκούει κάποια στιγμὴ τὸν Γέροντα νὰ λέει: «Θὰ σᾶς πῶ τώρα καὶ κάτι γιὰ τὴν διάκριση. Ἂς φέρουμε ἕνα παράδειγμα. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι ἕνας καθηγητής, καὶ στὶς ἐξετάσεις οἱ μαθητὲς γράφουν 8 καὶ 9. Σᾶς ἐρωτῶ· τί πρέπει νὰ κάνει; Νὰ σᾶς πῶ ποῦ εἶναι ἡ διάκριση. Ἂν τοὺς περάσει ὅλους, φαίνεται μὲν ὅτι δείχνει ἀγάπη, ἀλλὰ θὰ κάνει τεμπέληδες ἐκείνους ποὺ προσπάθησνα λιγώτερο· δὲν θὰ τοὺς ὠφελήσει. Ἡ διάκριση λέει: Αὐτοὺς ποὺ ἔφθασαν στὸ 9 καὶ πλησίασαν τὴν βάση, νὰ τοὺς περάσει. Τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ διαβάσουν καὶ τὸ καλοκαίρι. Ἡ διάκριση εἶναι δύσκολο πράγμα καὶ χρειάζεται τὸν θεῖο φωτισμό. Γι’ αὐτὸ νὰ ζητᾶτε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σᾶς τὴν δίνει».
Μία μέρα, ποὺ κάποια παρέα καθόταν στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι, ὁ Πατὴρ Παΐσιος εἶπε: «Ὁ κόσμος δὲν πάει καλά. Λίγες ῥίζες ντομάτα ἔχω, θὰ τὶς βγάλω καὶ αὐτές, γιατὶ μοῦ τρῶνε χρόνο ἀπὸ τὴν προσευχή. Καλά, γι’ αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν, δὲν γίνεται λόγος· ἀλλὰ χάλασαν καὶ οἱ Χριστιανοί. Ἀλλάζει ὁ ἄλλος τὰ ὀνόματα τῶν ὑφασμάτων, γιὰ νὰ τὰ πουλήσει ἀκριβότερα. Ἡ τοῦ ζητάει ὁ ὑπάλληλος ἄδεια ἐπειδὴ γέννησε ἡ γυναίκα του, καὶ τοῦ δίνει· οὔτε μία αὔξηση τοῦ δίνει». Ἕνας ἀπὸ τὴν παρέα, ἀκούγοντας αὐτά, εἶχε γίνει κατακόκκινος. Ὅταν σὲ λίγο ὁ Πατὴρ Παΐσιος σηκώθηκε νὰ φέρει τὸ κέρασμα, αὐτὸς πετάχθηκε αὐτὸς καὶ φώναξε: «Εἶναι ἅγιος! Ἐγὼ εἶμαι αὐτός! Ἐγὼ τὰ κάνω αὐτά!»
Μία μέρα ποὺ γινόταν συζήτηση γιὰ τὸν Μουσουλμανισμό, ἕνας νέος εἶπε: «Μὰ τί λέτε, Πάτερ; Ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ τῶν Χριστιανῶν καὶ τῶν Μουσουλμάνων». Ὁ Ὅσιος σηκώθηκε ἀμέσως, τὸν πλησίασε, τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸν γιακᾶ καὶ τοῦ εἶπε: «Σοῦ ἀρέσει, παλληκάρι μου, ὁ Μωχαμέτης, γιατὶ σὲ βολεύει, μιᾶς καὶ ἐπιτρέπει νὰ πάρεις ὅσες γυναῖκες θέλεις!» Ὁ νέος κατέβασε τὰ μάτια καὶ σιώπησε.
Κάποτε, ἕνας μάγος, πῆρε μία ὁμάδα ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους παραπλανοῦσε, καὶ τοὺς πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τοὺς ἄφησε στὸ γεφυράκι πρὶν τὴν Παναγούδα καὶ ἐκεῖνος πῆγε νὰ μιλήσει μὲ τὸν Πατέρα Παΐσιο, μὲ τὸν ὁποῖο ἔλεγε ὅτι εἶχε «πνευματικὴ ἐπικοινωνία». Μόλις ὁ Ὅσιος τὸν εἶδε, ὄχι μόνο τὸν ἔδιωξε, ἀλλὰ τὸν πῆγε καὶ μέχρι τὸ γεφυράκι καὶ ἐκεῖ τοῦ ἔδωσε ἕνα «γερὸ ξεσκόνισμα» μπορστὰ στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ καταλάβουν καὶ αὐτοὶ ὅτι εἶχαν πλανηθῆ. Στὴν συνέχεια μάλιστα φρόντισε νὰ στείλει ἕναν γνωστό του ἱερομόναχο στὴν πόλη ποὺ ζοῦσε ὁ μάγος αὐτός, γιὰ νὰ ἐνημερώσει τοὺς ἀνθρωπους γιὰ τὴν δαιμονική του πλάνη.
Ἄλλη φορά, ἐνῶ ὁ Γέροντας μιλοῦσε μὲ κόσμο, τὸν πλησίασε ἕνας δάσκαλος τῆς γιόγκα, γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐχή του. Ξαφνικὰ ὁ Ὅσιος ἄλλαξε· ἔγινε πολὺ αὐστηρὸς καὶ ἔῤῥιξε στὸν ἄνθρωπο αὐτὸν ἕνα ἐπιτιμητικὸ βλέμμα. Ἐκεῖνος αὐτομάτως, σὰν νὰ τὸν χτύπησε ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα, τινάχθηκε λίγα μέτρα πιὸ πίσω. Κάθησε σὲ μία ἄκρη κατακόκκινος καὶ ἄκουγε τὸν Γέροντα, ὁ ὁποῖος ἄλλαξε κουβέντα καὶ ἄρχισε νὰ μιλάει γιὰ τὸν ἰνδουϊσμὸ καὶ τὴν γιόγκα. Ἔλεγε ὅτι ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ αὐτά, δίνουν δικαιώματα στὸν διάβολο, δέχονται δαιμονικὲς ἐπιδράσεις καὶ καταστρέφονται. Εἶπε μάλιστα χαρακτηριστικά: «Μὲ τὴν γιόγκα δὲν μετεωρίζεται μὲν ὁ νοῦς, ἀλλὰ εἶναι σὰν νὰ τὸν ἔχει βάλει ὁ διάβολος στὸ τραμπολίνο, καὶ μετὰ τὸν ἐκσφενδονίζει». Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔφυγε, χωρὶς νὰ τολμήσει νὰ ξαναπλησιάσει τὸν Ὅσιο.
Ἔνας νεαρός, ὁ ὁποῖος εἶχε σπουδάσει ἠλεκτρονικός, ἀκούγοντας γιὰ τὸν Πατέρα Παΐσιο, ὑποτευόταν ὅτι ὁ Ὅσιος εἶχε τοποθετήσει κεραῖες, μικρόφωνα καὶ πομπούς, γιὰ νὰ καταγράφει τὶς συνομιλίες τῶν ἐπισκεπτῶν καὶ νὰ παρουσιάζεται ὕστερα ὡς διορατικός. Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ γιὰ νὰ ἐρευνήσει, ἂν θὰ μποροῦσε, τὸν χῶρο. Ἐνῶ περίμενε ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη μαζὶ μὲ ἄλλους 20 περίπου ἀνθρώπους, βγῆκε ὁ Ὅσιος, φώναξε μόνο αὐτό, τὸν πῆρε καὶ πῆγαν πίσω ἀπὸ τὸ Καλύβι. Τοῦ εἶπε: «Κάθησε, Στυλιανέ. Βλέπεις τίποτε περίεργο στὴν σκεπή μου;». «Ὄχι». «Ἔχω μία κεραία κρυμμένη ἐκεῖ ἐπάνω. Βλέπεις τίποτε τὸ περίεργο μέσα στοὺς θάμνους;». «Ὄχι». «Ἔχω κρυμμένο ἕνα μηχάνημα ποὺ γράφει αὐτὰ ποὺ λένε οἱ ἄνθρωποι καὶ μετὰ κοροϊδεύω τὸν κόσμο ὅτι κάνω θαύματα! Ἐσὺ γιατί ἦρθες; Ἐμένα τί μὲ θέλεις τώρα;». Ὁ νέος ἄρχισε νὰ κλαίει. Τοῦ εἶπε ὁ Ὅσιος: «Μὴν στενοχωριέσαι, Στυλιανέ. Οἱ καιροὶ εἶναι πονηροί, καὶ καλὰ κάνεις ποὺ ἀμφισβητεῖς. Ἐσένα ἡ ἀμφισβήτηση θὰ σὲ ὁδηγήσει στὴν πίστη· αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος σου. Γιὰ κανόνα τώρα, πήγαινε καὶ μοίρασε λουκούμι καὶ νερὸ στοὺς ἄλλους καὶ ἔλα κάποια ἄλλη φορὰ νὰ τὰ ποῦμε».
Κάποτε ἕνας δικηγόρος συνάντησε στὸ μονοπάτι πρὸς τὴν Παναγούδα δύο προσκυνητές, καὶ τοὺς εἶπε: «Γι’ αὐτὸν τὸν Παΐσιο πολλὰ λένε. Ἐγὼ τώρα θὰ πάω νὰ τοῦ πῶ ὅτι εἶμαι γιατρός, ἐνῶ εἶμαι δικηγόρος· θὰ τὸν μπερδέψω, γιὰ νὰ δῶ τί θὰ κάνει». Μόλις ὁ Ὅσιος ἄνοιξε τὴν πόρτα, στράφηκε ἀμέσως πρὸς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε αὐστηρά: «Δικηγόρε, τὰ ψέματά σου, στὰ δικαστήρια!».
Μόλις ὁ Ὅσιος εἶδε κάποιον, ποὺ μέχρι νὰ φθάσει στὴν Παναγούδα κατηγοροῦσε συνέχεια τοὺς μοναχοὺς καὶ τὴν μοναχικὴ ζωή, τὸν ἔδιωξε κουνώντας τὸ χέρι του καὶ λέγοντας: «Φύγε, φύγε ἀπὸ ἐδῶ», ἐνῶ στὸν φίλο του ἔδωσε τὴν εὐχή του. Εἶπε σὲ κάποιους μοναχοὺς ποὺ τὸν ῥώτησαν σχετικά: «Τί εὐλογία νὰ τοῦ δώσω; Ἕναν καλὸ λογισμὸ δὲν εἶχε. Τὰ ἴδια θὰ ἔλεγε καὶ ἂν τοῦ ἔδινα εὐλογία. Τὸν ἔδιωξα, μήπως ταρακουνισθῆ καὶ συνετισθῆ».
Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ἄλλοι μὲ λένε ἅγιο καὶ ἄλλοι μὲ λένε μάγο. Οὔτε ἅγιος εἶμαι οὔτε μάγος παρὰ μόνον ἕνας ἁμαρτωλός. Ἀηδιάζω μὲ τοὺς ἐπαίνους. Μοῦ προκαλοῦν πνευματικὴ ἀναγούλα. Ἀλλιῶς τὰ λέω καὶ ἀλλιῶς τὰ μεταφέρουν. Ἦρθε κάποιος ἐδῶ πέρα, ἐγὼ τοῦ ἔδωσα μόνον ἕνα ποτήρι νερό, καὶ αὐτὸς πῆγε στὶς Καρυὲς καὶ εἶπε: Ὁ Γέροντας Παΐσιος μοῦ εἶπε ὅτι θὰ γίνει πόλεμος. Εἶναι νὰ πῆς τίποτε μετά;».
Μία φορά, καθόταν μία μεγάλη παρέα στὴν αὐλὴ καὶ δὲν μιλοῦσε κανείς. Ὁ Ὅσιος ἦταν σκυμμένος καὶ ἀνακάτευε τὰ δένδρα τῶν φύλλων ποὺ ἦταν πεσμένα κάτω. Κάποια στιγμή, πῆρε τὸν λόγο ἕνας καὶ εἶπε; «Γέροντα, μὲ τὸ ἔργο καὶ τὴν δράση σας ἔχετε γίνει πασίγνωστος, ὄχι μόνο στὸ ἐσωτερικό, ἀλλὰ καὶ στὸ ἐξωτερικό, σὲ ὅλον τὸν κόσμο». Ὁ Ὅσιος σήκωσε τὸ κεφάλι καὶ τοῦ εἶπε: «Ἄσε τώρα τὴν δράση καὶ τὴν βράση. Καὶ πολὺ περισσότερο ἄφησε αὐτὸ ποὺ ἄνοιξες γιὰ νὰ γράφει. Δὲν θὰ γράψει». Αὐτὸς ἔκλεισε τὸ μαγνητόφωνο ποὺ εἶχε στὴν τσέπη του.


Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Ὁ Γέροντας βοηθάει τὶς μητέρες.


Ὁ Γέροντας βοηθάει τὶς μητέρες.
Ὅταν ὁ Γέροντας ἔβγαινε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν συναντήσουν καὶ γυναῖκες εἶτε στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου εἶτε στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὴν Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς, ποὺ καὶ αὐτὸ συνήθιζε νὰ τὸ ἐπισκέπτεται.
Κάποτε μίλησε σὲ ὅλες μαζὶ τὶς γυναῖκες ποὺ εἶχαν συγκεντρωθῆ στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Τὸν ῥώτησαν γιὰ τὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν, καὶ εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Βλέπω τὰ παιδιὰ καὶ καταλαβαίνω σὲ τί κατάσταση βρίσκονται οἱ μητέρες τους. Παλιά, τὸ παιδάκι ἁγιαζόταν μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μὲ τὴν προσευχὴ τῆς καλῆς μάνας. Σήμερα οἱ περισσότερες μητέρες δὲν προσεύχονται καθόλου· μὲ χαζὰ ἀσχολοῦνται. Δὲν προλαβαίνω, λένε μετά, εἶμαι κουρασμένη. Ἂν δὲν λένε οὔτε ἕνα Τρισάγιο, πῶς θὰ ἁγιασθοῦν καὶ τὰ παιδιά τους; Μὴν νομίζετε ὅτι μὲ τὸ ζόρι θὰ κάνετε καλὰ παιδιά. Ὄχι νὰ πηγαίνουν μὲ τὸ ζορὶ τὰ παιδιὰ στὴν Ἐκκλησία· ἀλλὰ νὰ τὴν ἀγαπήσουν τὴν Ἐκκλησία, νὰ τὴν αἰσθανθοῦν ὡς ἀνάγκη. Ὄχι νὰ εἶναι φρόνιμα μὲ τὸ ζόρι καὶ νὰ μὴν κάνουν ἀταξίες· ἀλλὰ νὰ αἰσθανθοῦν ὡς ἀνάγκη τὸ νὰ μὴν κάνουν ἀταξίες».
Ὁ Ὅσιος συμβούλευε τὶς μητέρες νὰ μὴν κάνουν πολλὲς παρατηρήσεις, ἰδίως στὰ μεγαλύτερα παιδιά. Ἔλεγε: «Νὰ μὴν λέτε πολλὰ μὴ στὰ παιδιά, γιατὶ συνηθίζουν στὰ μὴ καὶ δὲν δίνουν σημασία. Ὅ,τι παράπονο ἔχετε, νὰ τὸ λέτε στὴν Παναγία· στὰ παιδιὰ δὲν ἔχει εὐλογία νὰ ἐπαναλαμβάνετε τὰ ἴδια. Ἡ ἀνησυχία γιὰ τὰ παιδιά, γίνεται σὰν μία ὀμπρέλα, ποὺ ἐμποδίζει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἔρθει ἐπάνω τους».
Στὴν μητέρα ἑνὸς παιδιοῦ μὲ σύνδρομο Ντάουν, εἶπε: «Ὅταν ὁ Γιωργάκης θὰ ἀνέβει ἐπάνω, θὰ τοῦ πῆ ὁ Χριστός: Διάλεξε σὲ ποιό κελλάκι θέλεις νὰ μείνεις! Καὶ ἐκεῖνος θὰ τοῦ πῆ: Χριστούλη μου, θέλω καὶ τὴν μανούλα μου μαζί! Καὶ ἔτσι ὁ Χριστὸς θὰ σᾶς βάλει ὅλους μαζὶ στὸν Παράδεισο».
Κάποια μητέρα, ποὺ τὸ παιδί της εἶχε κοιμηθῆ, τὸν ῥώτησε: «Γιατί, Πάτερ, ὁ Θεὸς μοῦ πῆρε τὸ παιδί μου; Γιατί;». Τῆς εἶπε ὁ Γέροντας: «Ἐσεῖς ἔχετε κῆπο στὸ σπίτι σας, ἔτσι δὲν εἶναι; Ὅταν κόβετε τριαντάφυλλα γιὰ τὸ ἀνθοδοχεῖο, κόβετε μόνο μεγάλα ἀνοιχτὰ τριαντάφυλλα; Δὲν κόβετε καὶ μπουμπούκια; Ἂν λοιπὸν ἐσεῖς γιὰ τὸ ἀνθοδοχεῖό σας διαλέγετε ὅ,τι σᾶς ἀρέσει, ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ διαλέξει αὐτὰ ποὺ θέλει γιὰ τὸ δικό Του».
Ὁ Ὅσιος βοήθησε καὶ ἀρκετὲς ἄτεκνες γυναῖκες νὰ ἀποκτήσουν παιδιά, ζητώντας καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος στὰ Φάρασα συνήθιζε νὰ σταυρώνει ἕνα σχοινάκι, τὸ ὁποῖο φοροῦσαν οἱ ἄτεκνες μητέρες καὶ γίνονταν μητέρες, ὁ Ὅσιος σταύρωνε κορδονάκια ἐπάνω στὴν Κάρα τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου καὶ τὰ ἔδινε εὐλογία σὲ ἄτεκνες, οἱ ὁποῖες μὲ τὴν προσευχή του ἀποκτοῦσαν παιδιά.
***


Ὁ Γέροντας βοηθάει τοὺς νέους.

Ὁ Γέροντας βοηθάει τοὺς νέους.
Τὸν Πατέρα Παΐσιο τὸν ἐπισκέπτονταν καὶ πολλοὶ νέοι· ἀνάμεσά τους ἦταν καὶ νέοι μὲ ψυχολογικὰ προβλήματα, ἐξαρτημένοι ἀπὸ τοξικὲς οὐσίες καὶ ἀλκοόλ, φοιτητὲς ποὺ χρωστοῦσαν πολλὰ μαθήματα, ἄλλοι ποὺ ἔλεγαν ὅτι εἶναι ἀναρχικοί, ἄλλοι μὲ μακριὰ μαλλιὰ καὶ σκουλαρίκια. Ὁ Γέροντας, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Φυτόχωμα νὰ γίνω, γιὰ νὰ καλλιεργηθῆ καὶ νὰ καρποφορήσει ἕνας νέος ἄνθρωπος», πολὺ περισσότερο θὰ γινόταν θυσία γι’ αὐτὰ τὰ παιδιά. Μία φορά, τὸν βγῆκε κάποιος νὰ κουβεντιάζει μὲ μία παρέα νεαρῶν ποὺ μιλοῦσαν μὲ ἀναίδεια. Πλησίασε καὶ εἶπε ἐνοχλημένος: «Γέροντα, πῶς τοὺς ἀνέχεσθε; Διῶξτέ τους, τέλος πάντων!» Ὁ Γέροντας δὲν τοῦ ἔδωσε σημασία. Ὕστερα ὅμως ἀπὸ λίγο, αὐτὸς ξαναπῆγε καὶ τὸ ἐπανέλαβε. Τὸν κοίταξε τότε μὲ βλέμμα πονεμένο καὶ τὸν ῥώτησε: «Ἐσένα, πῶς σὲ ἀνέχεται ὁ Θεός; Τὸ σκέφθηκες καμμία φορά;»
Ὁ Ὅσιος θεωροῦσε αὐτὰ τὰ παιδιὰ ἀδικημένα εἴτε ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους εἴτε ἀπὸ τὸ κοσμικὸ πνεῦμα τῆς σύγχρονης ἐποχῆς· γι’ αὐτὸ καὶ πίστευε ὅτι δικαιοῦντο τὴν θεία βοήθεια. Ἕνας νέος πού, ἀφοῦ πῆρε τὴν καλὴ στροφὴ καὶ μπῆκε στὴν Ἐκκλησία, ἔζησε ὁλοζώντανα θαύματα, τὸν ῥώτησε μία φορά: «Γέροντα, γιατί συνέβησαν ὅλα αὐτὰ τὰ θαύματα σὲ μένα;». «Ἐπειδὴ ἐσὺ ἀπὸ μικρός, ὄχι μόνο δὲν βοηθήθηκες, ἀλλὰ σπρώχτηκες κιόλας πρὸς τὸ κακό. Γι’ αὐτὸ δικαιούσουν  τὴν θεία βοήθεια, καὶ ὁ καλὸς Θεὸς σοῦ τὴν ἔδωσε ὅλη μαζί». Καὶ ἀκόμη ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ἀρκεῖ οἱ νέοι νὰ γευθοῦν μία φορὰ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μετά, καὶ μὲ τὸν γερανὸ νὰ τοὺς τραβᾶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, δὲν θὰ φύγουν».
Ὁ Ὅσιος ἔβλεπε κατ’ εὐθεῖαν μέσα στὶς καρδιὲς τῶν νέων καὶ φερόταν στὸν καθένα ἀνάλογα. Ἄλλους τοὺς ἔπαιρνε μὲ τὸ καλὸ καὶ τοὺς μιλοῦσε ὅπως μιλάει κανεὶς σὲ ἕνα μικρὸ παιδί. Σὲ ἄλλους ἔλεγε ἀστεῖα καὶ τοὺς ἔκανε «ψυχαγωγία». Κάποιους τοὺς κούρευε, λέγοντάς τους: «Ἔλα, βρὲ παιδί, νὰ σὲ κουρέψω, γιατὶ μοιάζεις μὲ τσολιὰ στὸ Σύνταγμα ποὺ φοράει κόκκινα γοβάκια! Κουρεύω πολὺ ὡραῖα, μὴν ἀνησυχῆς». Τοὺς ἔπαιρνε πίσω ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι καὶ τοὺς ἔκοβε τὰ μαλλιὰ πολὺ προσεχτικά.
Μία φορά, εἶχε πάει στὴν Παναγούδα ἔνα παιδὶ ποὺ εἶχε πολὺ ἐγωϊσμό, καὶ δὲν παραδεχόταν κανέναν. «Τί κάνεις, βρὲ παλληκάρι;», τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα χαστουκάκι. «Τί γίνεται, βρὲ παιδί;», τοῦ ἐπανέλαβε καὶ τοῦ ἔδωσε καὶ δεύτερο. «Ἄντε, βρὲ παιδάκι μου, μπράβο-μπράβο», τοῦ εἶπε καὶ τοῦ ἔδωσε καὶ ἄλλα τρία. «Ἔ, γέροντα, σιγά!», εἶπε τὸ παιδί. «Ἄσε νὰ κουδουνίσει λίγο τὸ κεφάλι σου, μήπως καὶ ξυπνήσει!», εἶπε ὁ Γέροντας καὶ στὴν συνέχεια τοῦ φέρθηκε μὲ πολλὴ στοργή.
Ἕνας νέος ποὺ εἶχε ἀφήσει τὶς σπουδές του καὶ ἀσχολεῖτο μὲ τὶς ἠλεκτρολογικὲς ἐργασίες τοῦ πατέρα του, ἀποφάσισε μὲ τὴν παρέα του νὰ ἐπισκεφθῆ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Πρὶν φύγει, πῆγε νὰ ἀποχαιρετήσει τὴν ἄῤῥωστη γιαγιά του, ἡ ὁποία, βλέποντάς τον μὲ τὰ μακριὰ μαλλιά, τὸν ῥώτησε: «Σὰν ἀποθάνω, θὰ κουρευτῆς;». Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες βρέθηκε μὲ τὴν παρέα του ἔξω ἀπὸ τὴν Παναγούδα. Βγῆκε ὁ Πατὴρ Παΐσιος καί, ἀκουμπώντας τὰ χέρια του στὴν συρμάτινη πόρτα, χωρὶς νὰ ἀνοίξει, ἄρχισε νὰ τοὺς ῥωτᾶ τὰ ὀνόματά τους καὶ τί δουλειὰ κάνουν. Ὁ νέος δὲν εἶπε ὅτι εἶναι ἠλεκτρολόγος ἀλλὰ ὅτι εἶναι φοιτητὴς στὸ Φυσικὸ Ἀθηνῶν. Τὸν ῥώτησε ὁ Γέροντας: «Χρωστᾶς πολλὰ μαθήματα;». «Πάρα πολλά». «Θέλεις νὰ τὰ περάσεις;». «Θέλω». «Ἔλα τότε νὰ κόψουμε τὰ μαλλιά», καὶ συγχρόνως ἔβγαλε ἔνα ψαλιδάκι ἀπὸ τὴν τσέπη του. Ὁ νέος γέλασε καὶ κατέβασε τὸ κεφάλι. Ὁ Γέροντας τὸν κοίταζε χαμογελαστὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔλα, θὰ σοῦ δώσω καὶ ἕνα κομποσχοινάκι γιὰ δῶρο», καὶ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ἄλλη τσέπη του ἕνα κομποσχοίνι. Ὁ νέος κούνησε τὸ κεφάλι του καταφατικά, καὶ τότε ὁ Ὅσιος ξεκλείδωσε τὴν πόρτα καὶ τοὺς ἔβαλε μέσα. Τὸν πῆρε πίσω ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι, καὶ καθὼς τὸν κούρευε, τοῦ εἶπε: «Νὰ ἀγαπᾶς τὴν δουλειά σου. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν δουλειά, δὲν θὰ κουράζεσαι ψυχικά, ἀλλὰ μόνο σωματικά». Καὶ πολλὲς φορὲς τοῦ ἐπανέλαβε ὅτι ὅλα θὰ πήγαιναν καλά. Μόλις οἱ φίλοι του τὸν εἶδαν κουρεμένο, γέλασαν καὶ ἕνας τοῦ ἔδωσε μία καρπαζιὰ στὸν σβέρκο. Τότε ὁ Ὅσιος εἶπε χαμογελώντας: «Νὰ τοῦ δώσω καὶ ἐγὼ μία». Καί, ὅπως ὁ νέος ἔσκυψε τὸ κεφάλι, τοῦ τὸ ἔπιασε μὲ τὰ ἁγιασμένα του χέρια καὶ τὸν ἀσπάσθηκε τρεῖς φορὲς στὸ μέτωπο. Ὅταν ὁ νέος ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του, ὅλοι χάρηκαν γιατὶ τὸν εἶδαν ἀλλαγμένο. Ἄρχισε νὰ πηγαίνει στὴν Σχολή, καὶ μὲ εὐκολία πῆρε τὸ πτυχίο του.
Συχνὰ ὁ Γέροντας κοίταζε τὰ αὐτιὰ τῶν νέων νὰ δῆ ἂν εἶχαν τρύπες γιὰ σκουλαρίκια. Ῥωτοῦσε: «Δὲν πονᾶτε, ὅταν κάνετε αὐτὲς τὶς τρύπες;». «Ὄχι». Ἔπαιρνε τότε ἕνα χοντρὸ σουβλί, μὲ τὸ ὁποῖο ἔπλεκε κομποσχοίνια, ἔπιανε τὸ αὐτί τους καὶ ἔλεγε: «Θὰ σᾶς κάνω καὶ ἐγὼ μία τρύπα». Αὐτοὶ τραβιόνταν πίσω, ὁπότε ὁ Ὅσιος σχολιάζε: «Ἂν τὸ Εὐαγγέλιο ἔλεγε νὰ μᾶς ἀνοίξουν ἀπὸ μία τρύπα στὸ αὐτί, χίλιους φόβους καὶ ἀντιδράσεις θὰ εἴχατε. Τώρα ποὺ τὸ λέει ἡ μόδα, καὶ δέκα τρύπες κάνετε». Ἀπὸ πολλὰ παιδιὰ ἔβγαλε τὰ σκουλαρίκια ποὺ εἶχαν στὰ αὐτιά τους ἢ στὴν μύτ. Ἔλεγε: «Ἄντε βρὲ παλληκάρι, νὰ τὰ βγάλουμε, γιὰ νὰ μὴν σὲ τραβάει μ’ αὐτὰ ὁ διάβολος ἀπὸ τὴν μύτη». Κάποτε ἔβγαλε ἀπὸ τὸν λαιμὸ ἑνὸς νέου τὶς χρυσὲς ἁλυσίδες ποὺ φοροῦσε. Τοῦ εἶπε μὲ καλωσύνη: «Παιδί μου, δὲν χρειάζονται αὐτὰ σ’ ἐσένα. Νὰ τὰ πουλήσεις, νὰ χορτάσεις κανέναν φτωχό. Σ’ ἐσένα ζημιὰ θὰ κάνουν!»
Καὶ ὅταν ἔβλεπε νέους νὰ κρατοῦν ἀναπτῆρες καὶ πακέτα μὲ τσιγάρα, τοὺς τὰ ἔπαιρνε καὶ τὰ πετοῦσε μακριά. Ἕνα παιδὶ τοῦ εἶπε: «Γέροντα, μολύνετε τὸ δάσος μὲ αὐτὰ ποὺ πετᾶτε». «Ἐσὺ τὸ ἄψυχο δάσος σκέφτεσαι περισσότερο ἢ τὴν ψυχή σου τὴν ἀθάνατη καὶ τὸ σῶμά σου ποὺ εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ φθείρεις μὲ τὸ κάπνισμα». Ὁ Γέροντας βέβαια, καθάριζε τὴν περιοχή του ἀπὸ τὰ σκουπίδια.
Ἐπίσης, ὁ Ὅσιος συμβούλευε τοὺς νέους νὰ ἐργάζονται ὅσο περισσότερο μποροῦν, ὥστε μὲ τὴν ἐργασία νὰ ξεκόβουν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ «νὰ παίρνει μπρὸς ἡ σκουριασμένη τους μηχανή». Μερικὲς φορές, φρόντιζε ἀκόμη καὶ νὰ βρῆ δουλειὰ σὲ ἄνεργους νέους. Γενικά,  προσπαθοῦσε νὰ τοὺς καλλιεργήσει τὸ φιλότιμο, τὴν λεβεντιά, τὸν φόβο Θεοῦ. Ἔλεγε: «Οἱ Ἕλληνες, ἔχουμε τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ οἱ Εὐρωπαῖοι ἔχουν μία εὐγένεια ἐξωτερική, γεμάτη ἐγωϊσμό. Ἂν ἐμεῖς χάσουμε τὸν φόβο Θεοῦ, δὲν ἔχουμε καὶ εὐγένεια ἐξωτερική, δὲν θὰ ἔχουμε τίποτα μετά». «Νὰ εἶστε λεβέντες. Νὰ ἀγωνίζεστε καὶ νὰ μὴν φοβᾶστε τίποτε. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει φόβο Θεοῦ δικαιοῦται τὴν θεία βοήθεια». Τόνιζε μὲ δύναμη τὴν λέξη «δικαιοῦται» διότι μιλοῦσε ἐκ πείρας. Σχολίαζε: «Οἱ σημερινοὶ νέοι δὲν ξέρουν τί θέλουν. Θέλουν νὰ τὰ ἔχουν ὅλα, ἀλλὰ νὰ τοὺς τὰ φτιάχνουν οἱ ἄλλοι. Νερόβραστοι τελείως. Ἐνῶ βαριοῦνται νὰ πᾶνε στὸν στὸν στρατό, θέλουν νὰ γίνον μοναχοί, Λοκατζήδες τῆς Ἐκκλησίας! Στρίμωγμα ἐν τῷ μεταξύ, δὲν σηκώνουν καθόλου. Λίγο στρίγμωμα νὰ βροῦν στὸ διακόνημα, παρατᾶνε τὰ ὅπλα. Σὰν τὰ μικρὰ παιδιά, λένε ὅλο δὲν μπορῶ καὶ μὲ τὸ παραμικρὸ ζητοῦν ἀλλαγή. Ἀπογοητεύονται μετά, δύσκολη, λένε, ἡ καλογερική! Θέλουν νὰ νιώσουν τὴν χαρά. Ἀλλά, γιὰ νὰ ἔρθει ἡ χαρά, πρέπει νὰ θυσιασθῆ ὁ ἄνθρωπος. Ἡ πραγματικὴ χαρὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ φιλότιμο. Γι’ αὐτό, ἕνας φιλότιμος ἄνθρωπος, ὅποια ζωὴ καὶ νὰ διαλέξει, παντοῦ θὰ κάνει προκοπή».
***


Ὁ Γέροντας Παΐσιος μὲ τοὺς μαθητὲς τῆς Ἀθωνιάδος Ἀκαδημίας.

Ὁ Γέροντας Παΐσιος μὲ τοὺς μαθητὲς τῆς Ἀθωνιάδος Ἀκαδημίας.
Ἀπὸ τοὺς πιὸ συχνοὺς ἐπισκέπτες τοῦ Πατρὸς Παϊσίου, ἦταν οἱ μαθητὲς τῆς Ἀθωνιάδος Ἀκαδημίας. Τὰ Σαββατοκύριακα ποὺ δὲν εἶχαν μάθημα, κατηφόριζαν παρέες-παρέες πρὸς τὴν Παναγούδα. «Καλῶς τὰ πριγκηπόπουλα τῆς Παναγίας!» ἔλεγε ὁ Γέροντας. Γνώριζε ὅλους τοὺς μαθητὲς μὲ τὰ ὀνόματά τους. Τοὺς ἔδινε εὐλογίες «ἐπίσημες»· ὅ,τι πιὸ καλὸ τοῦ πήγαιναν τὸ κρατοῦσε γι’ αὐτὰ τὰ παιδιά. Τους συμπαραστεκόταν σὲ ὅ,τι εἶχαν ἀνάγκη, τοὺς ἔδινε συμβουλὲς μὲ ἁπλὸ τρόπο. Συχνὰ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, ὁ ὁποῖος εἶχε μαθητεύσει στὴν Ἀθωνιάδα. Τοὺς ἔλεγε: «Ἔχετε ἕναν Ἅγιο συμμαθητή. Νὰ διαβάζετε τὶς διδαχές του καὶ νὰ τὸν ἔχετε γιὰ παραδείγμα». Τοὺς διηγεῖτο ἱστορίες γιὰ παλαιοὺς Ἁγιορεῖτες Πατέρες καὶ τοὺς τόνιζε τὴν μεγάλη εὐλογία ποὺ εἶχαν νὰ βρίσκονται στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Τοὺς συνιστοῦσε νὰ ἔχουν σεβασμὸ στοὺς καθηγητές, καὶ νὰ φέρονται μὲ εὐλάβεια καὶ ἱεροπρέπεια. Τοὺς συμβούλευε: «Χωρὶς εὐλογία δὲν θὰ κάνετε τίποτε». Καὶ ἀστειευόμενος ἔλεγε: «Νὰ προσέχετε. Ἂν τυχὸν κάνετε ἀταξίες, ἐγὼ θὰ σᾶς πετροβολῶ ἀπὸ ἐδῶ».
Ἕνα μεσημέρι, κάποιοι μαθητὲς πήγαιναν πρὸς τὴν Παναγούδα, καὶ στὸν δρόμο ἕνα παιδὶ ῥώτησε: «Ἂν ζητήσω ἀπὸ τὸν Πατέρα Παΐσιο μαλλὶ γιὰ κομποσχοίνι, θὰ μοῦ δώσει;». «Ἐὰν ἔχει, θὰ σοῦ δώσει», τοῦ εἶπαν. Ἔφθασαν στὸ Κελλί, συζήτησαν μὲ τὸν Γέροντα, ἀλλὰ ὁ μαθητὴς δὲν ζήτησε μαλλί. Ὅταν ὅμως σηκώθηκαν νὰ φύγουν καὶ ὁ μαθητὴς αὐτὸς πῆγε νὰ πάρει τὴν εὐχή του, ὁ Ὅσιος κοντοστάθηκε καὶ εἶπε: «Περίμενε, νὰ σοῦ φέρω τὸ μαλλὶ ποὺ ἤθελες».
Μία ἄλλη φορά, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Γέροντας πῆγε νὰ φέρει κεράσματα, ἕνα παιδὶ εἶπε στοὺς συμμαθητές του: «Ἂν ζητήσω ἀπὸ τὸν Πατέρα Παΐσιο νὰ μὲ κρατήσει  γιὰ καλόγερο στὸ Κελλί του, θὰ δεχθῆ;». Ὅταν τὰ παιδιὰ σηκώθηκαν νὰ φύγουν, ὁ Γέροντας σταμάτησε τὸν μαθητὴ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Ποῦ πᾶς ἐσύ; Δὲν θὰ μείνεις μαζί μου;».
Σὲ κάποια παιδιὰ ποὺ ζητοῦσαν νὰ γίνουν ὑποτακτικοί του, ὁ Γέροντας, φρενάροντας μὲ ἀγάπη τὸν παιδικό τους ἐνθουσιασμό, ἔθετε τοὺς ἑξῆς ὅρους: «Γιὰ νᾶς σᾶς κρατήσω ὑποτακτικούς, πρέπει νὰ τελειώσετε τὴν Ἀθωνιάδα, νὰ πᾶτε στὸ Πανεπιστήμιο, νὰ μάθετε καὶ δύο ξένες γλῶσσες, ἀλλὰ γλῶσσα νὰ μὴν ἔχετε».
Ἕνας μαθητὴς ἀπὸ τὴν Κρήτη, μόλις τελειώσε τὴν Δευτέρα Λυκείου ἤθελε νὰ γίνει μοναχός. Οἱ γονεῖς του ἦταν στενοχωρημένοι. Πῆγε στὸν Γέροντας Παΐσιο καὶ τοῦ εἶπε: «Οἱ γονεῖς μου μὲ ἀφήνουν νὰ γίνω μοναχός. Ἂν μοῦ δώσετε καὶ ἐσεῖς τὴν εὐλογίας σας, θὰ πάω σὲ ἕνα Μοναστήρι νὰ βάλω μετάνοια». Ὁ Γέροντας εἶπε: «Νὰ πᾶς πάλι στὴν Κρήτη, νὰ μείνεις ἐκεῖ ἕνα βράδυ· καὶ ἅμα γυρίσεις πίσω, νὰ γίνεις μοναχός». Πράγματι, τὸ παιδὶ γύρισε στὴν Κρήτη. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα τοῦ προξένεψαν μία κοπέλα καὶ ἔγινε καὶ ὁ ἀῤῥαβώνας. Τὸν Σεπτέμβριο ποὺ ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ σχολεῖο στὴν Ἀθωνιάδα, πῆγε στὸν Πατέρα Παΐσιο, ὁ ὁποῖος τὸν ὑποδέχθηκε γελώντας καὶ τοῦ εἶπε: «Μᾶλλον ἄργησες λίγο νὰ γυρίσεις». Στὴν συνέχεια τοῦ μίλησε πρῶτος γιὰ τὸν ἀῤῥαβώνα, γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν γνώριζε κανείς. Τοῦ εἶπε μάλιστα καὶ τὸ ὄνομα τῆς κοπέλας καὶ κάποια πράγματα ἀπὸ τὴν ζωή της καὶ τὸν συμβούλεψε: «Ἡ κοπέλα εἶναι εὐαίσθητη γιατὶ εἶναι ὀρφανή· πρέπει νὰ τὴν προσέχεις, νὰ μὴν τὴν στενοχωρῆς».
***


Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὰ παιδιά.

Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὰ παιδιά.
Τὰ μικρὰ παιδιὰ μιλοῦσαν μαζί του μὲ πολλὴ φυσικότητα· δὲν αἰσθανόνταν ὅτι μιλοῦσαν μὲ μεγάλο ἄνθρωπο. Ἀλλὰ καὶ ὁ Γέροντας ἔνιωθε μικρὸς μπροστά τους, διότι τὰ ἔβλεπε σὰν ἀγγελούδια. Ἕνα πρωΐ, ἐνῶ συζητοῦσε μὲ κάποιον στὴν αὐλή, ξαφνικὰ τὸ πρόσωπό του φωτίσθηκε καὶ εἶπε: «Ἔρχεται ἕνα ἀγγελάκι». Σὲ λίγο ἀκούσθηκαν φωνὲς μικροῦ παιδιοῦ καὶ ὁ Γέροντας εἶπε πάλι: «Ἀκούς; Ἔρχεται ὁ ἄγγελος». Καὶ ἦρθε μία παρέα ποὺ εἶχε καὶ ἕνα παιδάκι.
Ἄλλη φορά, πῆγε στὴν Παναγούδα ἕνας Ἕλληνας μετανάστης ἀπὸ τὴν Γερμανία, μαζὶ μὲ τὸ 10χρονο παιδάκι του. Τὸ παιδί, μόλις εἶδε τὸν Γέροντα, εἶπε: «Θέλω νὰ γίνω μοναχός». Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ ἀπάντησε: «Καὶ ἐγὼ θὰ ἤθελα ἕναν μοναχὸ ποὺ νὰ τὸν λένε τάδε», καὶ τοῦ εἶπε τοῦ παιδιοῦ τὸ ὄνομά του. Τότε φώναξε μὲ χαρὰ τὸ παιδί: «Ἐγὼ εἶμαι». «Ναί, ἀλλὰ ἔχω ἀπαιτήσεις. Πρέπει νὰ ἔχει τελειώσει τὸ Πανεπιστήμιο καὶ νὰ ξέρει νὰ μιλάει δύο ξένες γλῶσσες». «Πανεπιστήμιο δὲν ἔχω τελειώσει, ἀλλὰ δύο γλῶσσες ξέρω, ἑλληνικὰ καὶ γερμανικά». «Τὰ ἑλληνικὰ δὲν πιάνονται!», «Ἐσὺ ξέρεις καμμία ξένη γλῶσσα;». «Ἐμένα μία γλῶσσα μὲ ἐνδιαφέρει· ἡ πύρινη γλῶσσα». «Ποιά γλῶσσα εἶναι αὐτή;» «Ἡ γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς».
Ἕνας γονιὸς ῥώτησε τὸν Ὅσιο: «Πῶς νὰ γίνει, Γέροντα, τὰ μικρὰ παιδιὰ νὰ καταλάβουν ἐμᾶς τοὺς γονεῖς;» Ἐκεῖνος τὸν κοίταξε καλὰ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐσὺ ἔχεις μπῆ ποτὲ στὸν νοῦ τοῦ παιδιοῦ σου, νὰ γίνεις παιδί; Πῶς λοιπὸν θέλεις νὰ σὲ καταλάβουν τὰ παιδιά σου;»
Κάποτε, πῆγε στὴν Παναγούδα ἕνας ἱερέας μὲ τὸν ἀνηψιό του, ὁ ὁποῖος εἶχε κρεμασμένο στὸν λαιμό του ἕνα ἐλεφαντόδοντο. Ὁ ἱερέας πολλὲς φορὲς εἶχε συμβουλέψει τὸ παιδὶ νὰ βγάλει τὸ ἐλεφαντόδοντο, καὶ νὰ ξαναβάλει τὸν Σταυρό, ἀλλὰ τὸ παιδὶ δὲν ἤθελε. Ἐνῶ λοιπόν, ὅλοι ἦταν καθισμένοι στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι, ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἄρχισε νὰ στριφογυρίζει στὸ κάθισμά του, σὰν νὰ ἤθελε κάτι. Τὸν ῥώτησαν: «Τί θέλετε, Γέροντα;». «Τόσο καιρὸ ψάχνω νὰ βρῶ κάτι, καὶ τώρα ποὺ τὸ βρῆκα...». «Τί εἶναι, Γέροντα, τί θέλετε;». «Νά, αὐτὸ τὸ δόντι». «Νὰ σᾶς τὸ δώσω εἶπε τὸ παιδί». «Ὄχι, πῶς νὰ τὸ πάρω, ἀφοῦ εἶναι δικό σου». «Νὰ σᾶς τὸ δώσω», ἐπέμενε τὸ παιδὶ καὶ ἀμέσως τὸ ἔβγαλε καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε. Τοῦ εἶπε τότε χαμογελαστὸς ὁ Γέροντας: «Ξέρεις τί τὸ θέλω;  Περνοῦν ἀπὸ ἐδῶ ἀγριογούρουνα καὶ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι φαφούτικο· γι’ αὐτὸ τὸ θέλω». Τὸ παιδὶ γέλασε, καὶ ὅταν ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του, φόρεσε πάλι τὸν Σταυρό του.
Ἄλλοτε, δύο παιδιὰ ποὺ ἔβλεπαν πολλὲς ὧρες τηλεόραση, πῆγαν μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τους στὴν Παναγούδα. Ἡ μητέρα τους τὰ μάλωνε συχνά, καὶ κάποια στιγμὴ τὴν εἶχαν ἀκούσει νὰ λέει: «Ἄχ, Πάτερ Παΐσιε, τώρα ποὺ θὰ ἔρθουν στὸ Ἅγιον Ὄρος, πές τους κάτι γι’ αὐτὴν τὴν τηλεόραση, τί κακὸ κάνει!» Τὰ παιδιὰ τότε εἶχαν γελάσει καὶ τῆς εἶπαν: «Σιγὰ μὴ σὲ ἄκουσε ὁ Πατὴρ Παΐσιος στὸ Ἅγιον Ὄρος!». Ὅταν ὅμως κάθησαν μαζὶ μὲ ἄλλους ἐπισκέπτες στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι,, ὁ Γέροντας τοὺς κοίταξε ὅλους καὶ ἄρχισε νὰ λέει: «Λοιπόν, βρὲ παιδιά, αὐτὴ ἡ τηλεόραση δὲν ξέρετε πόσο κακὸ κάνει!». Τοὺς μίλησε γιὰ τὴν ἀκτινοβολία ποὺ ἐκπέμπει, καθὼς καὶ γιὰ τὰ βλαβερὰ θεάματα ποὺ μολύνουν τὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων. Καὶ σὲ λίγο πρόσθεσε: «Νὰ σᾶς πῶ καὶ γιὰ τοὺς ἠλεκτρονικοὺς ὑπολογιστές... Ἕνας γνωστός μου καθηγητὴς μοῦ εἶπε ὅτι οἱ ὑπολιγιστὲς ἐκπέμπουν ἀκτινοβολία ποὺ βλάπτει τὰ μάτια καὶ τὸ μυαλὸ τῶν παιδιῶν». Τὰ δύο παιδιά, ποὺ μόλις εἶχαν ἀποκτήσει καὶ ὑπολογιστές, καὶ κάθονταν πολλὲς ὧρες μπροστά τους, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Παναγούδα πολὺ ὠφελημένα, πιστεύοντας ὅτι ὁ Γέροντας Παΐσιος εἶχε μιλήσει ἀποκλειστικὰ γι’ αὐτά.
Τὴν Διακαινήσιμο Ἑβδομάδα τοῦ 1988, 40 μαθητὲς Γυμνασίου πῆγαν μὲ ἕναν καθηγητή τους στὴν Παναγούδα. Βρῆκαν ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη 50 περίπου ἀνθρώπους ποὺ περίμεναν ἐκεῖ ἀπὸ νωρὶς τὸ πρωΐ. Μόλις ἔφθασαν ὅλα τὰ παιδιὰ κοντὰ στὴν πόρτα, ἄνοιξε ὁ Γέροντας καὶ εἶπε: «Τὰ παιδιὰ νὰ ἔρθουν μέσα». Τὰ ὑποδέχθηκε ὅλος μὲ χαρὰ καὶ τοὺς εἶπε: «Πᾶρτε ἀπὸ ἕνα κούτσουρο, κάντε κύκλο καὶ καθῆστε». Καὶ στὸν καθηγητὴ εἶπε: «Ἔλα νὰ φέρουμε κεράσματα, νὰ κεράσουμε τὴν νεολαία». Ἔφεραν ἕνα μεγάλο κουτὶ μὲ λουκούμια καὶ ἕνα πανεράκι μὲ κόκκινα αὐγά. Εἶπε ὁ Γέροντας: «Αὐτὰ θὰ φαγωθοῦν ὅλα, δὲν θὰ πάρουμε τίποτε πίσω». Ἔπειτα πῆγε νὰ φέρει νερό, καὶ τὰ παιδιὰ ἔτρεξαν κοντά του. Κάποια παιδιὰ ἔβγαλαν φωτογραφίες, ἀλλὰ δὲν ἀντέδρασε καθόλου –πράγμα ἀσυνήθιστο. Τὰ πείραε, ἔπαιζε μαζί τους, τοὺς ἔῤῥιξε καὶ λίγο νερὸ μὲ τὸ λάστιχο καὶ ἐκεῖνα γελοῦσαν, ἀλλὰ καὶ τὸν κοίταζαν ἐντυπωσιασμένα ἀπὸ τὴν μορφή του. Ἔπειτα, γιὰ δύο περίπου ὧρες κάθησε μαζί τους καὶ μίλησε γιὰ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς δασκάλους. Τὰ παιδιὰ εἶπαν ὅτι πολλὲς φορὲς ἔνιωθαν καταπίεση. Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς ἐξήγησε ὅτι οἱ γονεῖς περιορίζουν τὰ παιδιά, ὄχι χωρὶς λόγο, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀναπτυχθοῦν κανονικά, σὰν τὰ δενδράκια ποὺ τὰ ὑποστυλώνουμε, γιὰ νὰ ψηλώσουν καὶ νὰ δώσουν καρπούς. Ἔγινε συζήτηση καὶ μίλησαν ὅλα σχεδὸν τὰ παιδιά, διότι αἰσθάνθηκαν ἄνετα, καθὼς τοὺς μιλοῦσε μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ ἁπλότητα. Στὸ τέλος τοὺς εἶπε: «Θὰ ἔρθω μαζί σας στὶς Καρυές». Καὶ προχωρώντας μπροστά, εἶπε στὸν κόσμο ποὺ περίμενε: «Σήμερα ἡ Παναγία μοῦ ἔστειλε νεολαία. Δὲν μπορῶ νὰ δῶ κανέναν ἄλλον. Νὰ μὲ συγχωρέσετε, θὰ πάω μὲ τὰ παιδιά». Πῆγε μαζί τους μέχρι τὶς Καρυές, τὰ χαιρέτησε ἕνα-ἕνα, τὰ ἔβαλε στὸ λεωφορεῖο, καὶ ἐπέστρεψε στὸ Κελλί του, γιὰ νὰ ἀναπαύσει ὅσους τοὺς περίμεναν ἀκόμη.
***


Διδαχὲς τοῦ Γέροντος Παϊσίου στὴν αὐλὴ τῆς Παναγούδας.

Διδαχὲς τοῦ Γέροντος Παϊσίου στὴν αὐλὴ τῆς Παναγούδας.
Ἂν καὶ ὁ Ὅσιος φλεγόταν ἀπὸ τὸν πόθο νὰ φύγει μακριά, σὲ ἄγνωστο τόπο, καὶ νὰ ζήσει ξανά «ἔστω καὶ μία Σιναΐτικη ἡμέρα», ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, καταλάβαινε ὅτι αὐτὸ ἦταν πλέον ἀδύνατον. Τὸ 1988 εἶπε: «Τώρα ποὺ τὸ πρόγραμμά μου τὸ ὁρίζει ὁ κόσμος, εἶναι δύσκολο νὰ κρυφτῶ καὶ αἰσθάνομαι τὰ χέρια μου δεμένα. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπιχειρήσω πιὸ μπροστά. Νὰ πήγαινα στοὺς Ἁγίους Τόπους χωρὶς ῥάσα, μὲ ἕνα τσουβάλι γιὰ ζωστικὸ καὶ ἕνα σκουφί. Θὰ ἤμουν γραμμένος στὸ Μοναχολόγιο τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ γλεντοῦσα τὴν καλογερική. Ἄγνωστος μεταξὺ ἀγνώστων θὰ ζοῦσα μόνο μὲ τὸν Θεό, χωρὶς νὰ μὲ γνωρίζει κανείς». Διάφοροι γνωστοί του, ἀπὸ τὴν Αὐστραλία καὶ τὴν Ἀμερική, τοῦ πρότειναν κατὰ καιροὺς νὰ τοῦ ἑτοιμάσουν ἕνα Ἡσυχαστήριο καὶ νὰ πάει νὰ μείνει ἐκεῖ, γιὰ νὰ ἔχει περισσότερη ἡσυχία. Ὅσους Πατέρες ὅμως ῥώτησε, ὅλοι τὸν ἀπέτρεψαν. Ἕνας μάλιστα τοῦ εἶπε: «Ἐσύ, γερο-Παΐσιε, ἔχεις κανόνα νὰ δέχεσαι τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν ἀναπαύεις».
Λίγο πρὶν τὸ 1990, ὁ Ὅσιος ἔλαβε καὶ θεία πληροφορία νὰ παραμείνει στὴν Παναγούδα καὶ νὰ ἀναπαύει τὸν κόσμο. Ὑπακούοντας λοιπὸν στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, σταμάτησε τὶς ἐξόδους στὸ δάσος καὶ περιόρισε τὶς ὧρες ποὺ ἔμενε κλεισμένος στὸ Κελλί του. Ἂν δὲν προλάβαινε νὰ διαβάσει τὸ Ψαλτήρι, ἔκανε μόνο κομποσχοίνι γιὰ τὶς εἰδικὲς περιστάσεις τῶν Ψαλμῶν. Ὅταν κάποιοι μοναχοὶ τὸν ῥώτησαν γιὰ τὴν ἀλλαγὴ ποὺ παρατήρησαν στὸ πρόγραμμά του, ἀπάντησε μὲ τὴν φράση τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα: «Παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τὸν λαόν μου, λέγει ὁ Θεός», ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθῆ ὅτι αὐτὴ τὴν ἐντολὴ εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεό.
Τὸν Μάϊο τοῦ 1989 εἶπε: «Ὅταν τελειώνει ὁ πόλεμος, τότε ἀπολύεται κανείς. Τώρα ἔχουμε πόλεμο, πνευματικὸ πόλεμο. Νὰ ξέρετε πόσο στριμώχνομαι καὶ ἀπὸ πόσες μεριές! Μέσα μου ὅμως νιώθω παρηγοριά. Ἂν φύγω, τὸ θεωρῶ σὰν νὰ παρατάω τὰ ὅπλα ἐν καιρῷ πολέμου, σὰν νὰ ἐγκαταλείπω τὴν πρώτη γραμμή, σὰν νὰ ὀπισθοχωρῶ. Τὸ θεωρῶ προδοσία».
Ποιός ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ περιγράψει αὐτὸ ποὺ ἔζησε ὁ καθένας κοντὰ στὸν Ὅσιο; Κάποιος εἶπε: «Ἂν καὶ εἶμαι 55 ἐτῶν, αἰσθάνομαι ὅτι ἔζησα μόνο μισὴ ὥρα. Τόση ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἤμουν δίπλα, ἔβλεπα καὶ μὲ ἔβλεπε ἕνας ἅγιος ἐν ζωῇ, ὁ Πατὴρ Παΐσιος». Ἄλλος εἶπε ὅτι ἐκείνη ἡ ἡμέρα ἦταν ἡ πιὸ ἡλιόλουστη πνευματικὴ μέρα τῆς ζωῆς του. Ἄλλος μίλησε γιὰ τὴν ἀγάπη του, ποὺ δὲν ἔκανε ἐξαιρέσεις. Καὶ ἄλλος μίλησε γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἔσκυψε στὸ πρόβλημά του, σὰν νὰ τὸ ζοῦσε ὅ ἴδιος, συμπάσχοντας καὶ κλαίγοντας μαζί του καὶ προσπαθώντας νὰ τὸν βοηθήσει νὰ βρῆ μία λύση.
Μία φορά, κάποιος ζήτησε τὴν συμβουλή του γιὰ ἕνα πρόβλημα καὶ ὁ Ὅσιος ἀπάντησε: «Ὑπομονὴ καὶ προσευχή». «Τίποτε ἄλλο, Γέροντα;». «Τί ἄλλο νὰ σοῦ πῶ; Ὑπομονὴ καὶ προσευχή· λίγο εἶναι;». «Μὰ ἐμεῖς ἤρθαμε ἐδῶ νὰ μᾶς μιλήσεις, νὰ μᾶς κάνεις κανένα κήρυγμα». «Τώρα γέρασα. Ἂν ἤμουν νέος, θὰ ἀνέβαινα ἐπάνω στὰ κεραμίδια, νὰ σοῦ κάνω κήρυγμα».
Ἂν μία ἐρώτηση ὅμως, γινόταν μὲ ψεύτικο ἐνδιαφέρον, τότε ὁ Ὅσιος δὲν ἀπαντοῦσε ἢ ἄρχιζε νὰ μιλάει γιὰ ἄσχετα –φαινομενικὰ- πράγματα. Μὲ τὸν τρόπο ὅμως αὐτὸ ἀποκάλυπτε τὰ πραγματικά τους ἐνδιαφέροντα. Ἔτσι, ἐνῶ μπορεῖ νὰ τὸν ῥωτοῦσαν: «Γέροντα, πῶς θὰ προοδεύσουμε πνευματικά;», ἐκεῖνος τοὺς ῥωτοῦσε: «Πόσο πάει τώρα ἡ λίρα τῆς Ἀγγλίας;»«Πόσο στοιχίζει ἕνα αὐτοκίνητο Μερσεντές;»
Στενοχωριόταν ὅταν τοῦ ἔλεγαν: «Πές μας πνευματικά», διότι πίσω ἀπὸ αὐτὸ ἔβλεπε ὅτι δὲν ὑπῆρχε «καλὴ ἀνησυχία», βαθύτερη πνευματικὴ ἀναζήτηση. Ἔλεγε: «Ὅταν πᾶτε στὸν μπακάλη, τοῦ λέτε: Δῶσέ μας ψώνια; Ἢ στὸν φαρμακοποιὸ λέτε: Θέλουμε νὰ μᾶς δώσεις φάρμακα; Τί ψώνια ἢ τί φάρμακα νὰ σᾶς δώσει; Γιὰ νὰ βοηθηθῆ κάποιος, πρέπει νὰ ἔχει πραγματικὸ ἐνδιαφέρον. Νὰ πῆ: Μοῦ λείπει ἐκεῖνο, μοῦ λείπει τὸ ἄλλο, χρειάζεται νὰ μάθω αὐτό, γιὰ νὰ βοηθηθῶ στὸν ἀγώνα μου».
Κάποτε, πῆρε ἀφορμὴ ἀπὸ μία πίννα ποὺ τοῦ χάρισε ἕνας νέος. Ὁ Πατὴρ Παΐσιος πῆρε τὸ κοχύλι αὐτό, τὸ περιεργάσθηκε καί, ἀπευθυνόμενος πρὸς ὅλους, εἶπε: «Νά, σὰν αὐτὸ τὸ κοχύλι ἦταν καὶ οἱ Ἅγιοι· ἀπὸ ἔξω τραχεῖς, ἄγριοι, γιατὶ δὲν πρόσεχαν τὰ ἐξωτερικά. Ἀλλὰ ἀπὸ μέσα ἦταν λεῖοι, μὲ ὡραῖα χρώματα, γιατὶ ἔκαναν λεπτὴ ἐσωτερικὴ ἐργασία. Ἐμεῖς σήμερα εἴμαστε τὸ ἀντίθετο· ἀπὸ ἔξω εἴμαστε ὡραῖοι, καὶ ἀπὸ μέσα εἴμαστε ἄγριοι, ὅπως τὸ ἐξωτερικὸ περίβλημα τῆς πίννας».
Ἄλλη φορά, κάποιος ἔβγαλε ἕνα μικρὸ μαγνητοφωνάκι, ζητώντας νὰ τοῦ δώσει ὁ Ὅσιος εὐλογία νὰ μαγνητοφωνήσει τὴν συνομιλία. Ὁ γερο-Παΐσιος δὲν ἔδωσε εὐλογία καὶ ὕστερα εἶπε: «Κοιτάξτε, παιδιά, νὰ ἁπλοποιήσετε τὴν ζωή σας. Μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο θὰ βγάλουν ἕνα καινούριο μαγνητόφωνο, ποὺ ἡ κασέτα θὰ βγαίνει συρταρωτά. Καὶ ἀργότερα θὰ βγάλουν ἄλλο, μὲ κάποιο ἄλλο κουμπί, γιὰ νὰ βγαίνουν εὐκολώτερα οἱ μπαταρίες. Ἀνάμεσα στὰ τρία μαγνητόφωνα δὲν θὰ ὑπάρχει διαφορά, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι θὰ θέλουν νὰ ἀγοράσουν τὸ πιὸ ἐξελιγμένο μαγνητόφωνο. Γι’ αὐτὸ νὰ ζῆτε ἁπλά, νὰ μὴν μπλέκεσθε στὰ δίχτυα τῆς ἀτέλειωτης κοσμικῆς ἐξελίξεως».
Κάποτε, ῥώτησε κάποιους: «Ἀπὸ ποῦ εἴσαστε;». «Ἀπὸ τὴν Κρήτη». «Ἄ, ἐσεῖς ἐκεῖ ἔχετε τὴν τσικουδιά. Ἂν βάλουμε τὴν τσικουδιὰ σὲ ἕνα ποτήρι καὶ τὴν ἀφήσουμε γιὰ κάμποσες μέρες, ξεθυμαίνει· ἔτσι δὲν εἶναι; Φεύγει τὸ οἰνόπνευμα, καὶ αὐτὸ ποὺ μένει οὔτε μικρόβια μπορεῖ νὰ σκοτώσει οὔτε φλόγα νὰ ἀνάψει, οὔτε καὶ γιὰ νερὸ εἶναι καλό, καὶ τὸ πετᾶμε. Ἔτσι καὶ ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὅταν δὲν προσέχει φεύγει ἡ σπιρτάδα του, τὸ πνεῦμά του καὶ ἀχρηστεύεται». Ἔπειτα, ὁ Γέροντας τοὺς ξαναρώτησε: «Καὶ ποῦ ἐργάζεσθε;». «Στὸν Ο.Τ.Ε.». «Ἂν τὰ καλώδια σκουριάσουν, δὲν κάνουν καλὴ ἐπαφή, ἔτσι δὲν εἶναι; Πρέπει νὰ τὰ ξεσκουριάσουμε, νὰ τὰ καθαρίσουμε. Ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος· ἂν εἶναι σκουριασμένος ἀπὸ ἁμαρτίες, πρέπει νὰ καθαρισθῆ, νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἐξομολογηθῆ, γιὰ νὰ ἔχει ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό».
Ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε μία ὁμάδα ἀπὸ Ἀμερικανοὺς ἐπιχειρηματίες, τοὺς ῥώτησε: «Ἐσᾶς, στὴν Ἀμερική, τί σᾶς κάνει νὰ χαίρεσθε;». «Τὸ νὰ αὐξάνουν τὰ κέρδη μας». «Ἐγώ, χαίρομαι, ἅμα βοηθήσω μία ψυχή· τότε αὐξάνουν τὰ κέρδη μου».
Μία φορά, μόλις οἱ ἐπισκέπτες κάθησαν στὰ κούτσουρα, ἐμφανίσθηκαν πολλὲς μεγάλες ἀλογόμυγες ποὺ γύριζαν γύρω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους. Εἶπε ὁ Γέροντας: «Καταλαβαίνετε τώρα τί εἶναι αὐτό; Εἶναι ἐπίθεση τοῦ ἐχθροῦ ποὺ δὲν θὰ ποῦμε τὸ ὄνομά του. Τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὴν μιλήσουμε, γιὰ νὰ μὴν ὠφεληθοῦμε. Δὲν θὰ τοῦ κάνουμε ὅμως τὴν χάρη. Περιμένετε». Πῆγε καὶ ἔκοψε ἀπὸ μία κουμαριὰ μερικὰ κλαράκια καὶ τὰ μάδησε ἀφήνοντας μόνο τρία φυλλαράκια στὴν κορυφή. Τὰ ἔδωσε στοὺς ἐπισκέπτες λέγοντας: «Πάρτε ἀπὸ ἕνα κλαράκι ὁ καθένας καὶ χτυπῆστε μιὰ στὸ κεφάλι σας, μία τὸν δεξιό σας ὦμο καὶ μία τὸν ἀριστερό, κάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ». Μόλις οἱ ἄνθρωποι ἔκαναν αὐτὲς τὶς κινήσεις, οἱ ἀλογόμυγες ἐξαφανίσθηκαν.
Μία μέρα, ἐνῶ ὁ Γέροντας μιλοῦσε κάτω ἀπὸ μία ἐλιὰ μὲ κόσμο, ἄρχισε νὰ ἀκούγεται ἀπὸ τὰ φυλλώματα ἕνας θόρυβος, τὸν ὀποῖο προκαλοῦσε ἕνα κοτσύφι. Ὁ θόρυβος ἦταν τός ἐνοχλητικός, ποὺ οἱ ἐπισκέπτες ἀπόρησαν: «Εἶναι δυνατὸν νὰ κάνει τόσο θόρυβο ἕνα πουλί;» Κάποια στιγμή, ὁ Γέροντας σήκωσε τὰ μάτια του πρὸς τὰ πάνω καὶ εἶπε: «Δὲν σοῦ ἔχω πεῖ, ὅταν μιλᾶμε, νὰ μὴν μᾶς ἐνοχλῆς;» Ὁ θόρυβος, πρὸς στιγμήν, σταμάτησε, ἀλλά, μόλις ὁ Γέροντας ἄρχισε νὰ μιλάει, ξανάρχισε. «Τί σοῦ εἶπα; Σὲ παρακαλῶ, φύγε ἀπὸ ἐδῶ», ξαναεῖπε ὁ Γέροντας. Ὁ θόρυβος σταμάτησε γιὰ λίγο, ἀλλὰ καὶ πάλι ἄρχισε. Εἶπε ὁ Ὅσιος: «Τελικά, ἐσὺ δὲν συμβιβάζεσαι, πρέπει νὰ σὲ γλυκαίνω». Ἔστειλε κάποιον νὰ φέρει τὰ λουκούμια, ἔβαλε ἕνα λουκούμι στὴν παλάμη του, σήκωσέ τα μάτια του ψηλὰ καὶ εἶπε: «Ἔλα, πᾶρε τὸ λουκούμι καὶ φῦγε!»  Ἀμέσως, μέσα ἀπὸ τὰ φύλλα τῆς ἐλιᾶς βγῆκε τὸ κοτσύφι καὶ κάθησε στὸν ὦμο τοῦ Ὁσίου. Τοῦ εἶπε: «Ἔλα, πάρε τὸ λουκούμι, τὸ χέρι μου δὲν τὸ λυγίζω». Τὸ πουλάκι περπάτησε κατὰ μῆκος τοῦ χεριοῦ του, σταμάτησε στὴν ἄκρη τῆς παλάμης του καὶ ἄρχισε νὰ τσιμπολογῆ. Τοῦ εἶπε ὁ Ὅσιος: «Ὄχι, δὲν θὰ κάτσεις ἐδῶ, θὰ τὸ πάρεις καὶ θὰ φύγεις». Τὸ πουλάκι κάρφωσε μὲ τὸ ῥάμφος του τὸ λουκούμι καὶ πέταξε μακριά!
Μία φορά, τὸν ἐπισκέφθηκε κάποιος ποὺ εἶχε μαζί του καὶ δύο παιδιά. Μόλις μπῆκε στὴν αὐλή, τοῦ εἶπε: «Ἔχω ἀκούσει γιὰ κάτι σαῦρες καὶ κάτι φίδια ποὺ ἔχετε, καὶ ἔφερα μαζί μου καὶ τὰ παιδιά. Μήπως μποροῦμε νὰ τὰ δοῦμε;» Ὁ Γέροντας χαμογελώντας ἀπάντησε: «Τὸ τσίρκο ἔκλεισε!»
Ἄλλη φορά, κάποιοι τοῦ εἶπαν: «Ἀκούσαμε πολλὰ γιὰ σᾶς· θὰ μποροῦσατε νὰ μᾶς κάνετε ἕνα θαῦμα;» Τότε ὁ Γέροντας ἔφερε ἀμέσως ἕνα τσεκούρι καὶ εἶπε: «Ἀραιῶστε, ἀραιῶστε!». «Γιατί, Γέροντα;» «Θὰ σᾶς κόψω τὰ κεφάλια, καὶ μετὰ θὰ σᾶς τὰ ξανακολλήσω· ἀραιῶστε, μὴν μπερδευτοῦν, καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὰ βάλω στὴν σωστὴ θέση!» Οἱ ἄνθρωποι φοβήθηκαν καὶ ἀμέσως ἔφυγαν.
Ὁ Ὅσιος ἔλεγε μὲ λύπη: «Ἡ ἀφιλότιμη πίστη ζητάει θαύματα. Πρέπει νὰ πιστέψει κανεὶς στὸν Θεὸ φιλότιμα· ὄχι νὰ θέλει θαῦμα, γιὰ νὰ πιστέψει. Ὅταν βλέπω μεγάλους νὰ μοῦ ζητοῦν νὰ δοῦν κανένα θαῦμα γιὰ νὰ πιστέψουν, ξέρεις πῶς γίνομαι; Νὰ ἦταν μικροί, θὰ εἶχαν κάποια δικαιολογία λόγῳ τῆς ἡλικίας· ἀλλὰ αὐτοὶ νὰ μὴν ἔχουν κάνει τίποτε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ λένε: «Νὰ δοῦμε κάτι, γιὰ νὰ πιστέψουμε», αὐτὸ εἶναι πολὺ φθηνὸ πράγμα. Μήπως καὶ θαῦμα νὰ δοῦν, θὰ βοηθηθοῦν; Θὰ ποῦν ὅτι εἶναι μαγεία κ.λ.π.»
Μία φορὰ ὅμως συνέβη τὸ ἑξῆς θαυμαστό. Ἕνας καθηγητὴς Πανεπιστημίου ἐπέμενε: «Γέροντα, ἐγὼ εἶμαι μορφωμένος ἄνθρωπος· δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω ὅτι ὑπάρχει Θεός». «Βρὲ εὐλογημένε, καὶ μία σαύρα νὰ ῥωτήσουμε, θὰ μᾶς πῆ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἐσὺ εἶσαι πιὸ ἀνόητος ἀπὸ μία σαύα. Θέλεις νὰ σοῦ τὸ ἀποδείξω;» Καὶ κοιτάζοντας δεξιὰ καὶ ἀριστερά, εἶδε μία σαύρα καὶ τὴν φώναξε: «Ἔλα ἐδώ!» Ἡ σαύρα πῆγε κοντά του, καὶ τὴν ῥώτησε ὁ Ὅσιος: «Πές μας, ὑπάρχει Θεός;» Καὶ τότε ἡ σαύρα ἀνασκηκώθηκε καὶ ἀνεβοκατέβαζε τὸ κεφάλι της. Ὁ καθηγητὴς τὰ ἔχασε καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει. Τοῦ λέει ὁ Γέροντας: «Εἶδε ὅτι εἶσαι πιὸ ἀνόητος ἀπὸ μία σαύρα; Ἡ σαύρα γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει Θεός, καὶ ἐσύ, μὲ τὸ μυαλό σου τὸ σπουδαῖο, δὲν τὸ κατάλαβες;»
Μία ἄλλη μέρα, στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι γινόταν συζήτηση γιὰ τὴν πίστη, καὶ κάποιος ἔλεγε: «Ἐγώ, Πάτερ Παΐσιε, δὲν πιστεύω στὸν Θεὸ καὶ τὰ θαύματα· τί εἶναι αὐτά». «Στάσου. Βάλε τὸ κεφάλι σου ἐδῶ στὸ κούτσουρο νὰ σοῦ τὸ κόψω καὶ ὕστερα θὰ σοῦ τὸ κολλήσω πάλι». Ἐκεῖνος ἔσκυψε καὶ ἔβαλε τὸ κεφάλι του στὸ κούτσουρο. Ὁ Γέροντας πῆγε, ἔφερε τὸ τσεκούρι καὶ τὸ σήκωσε, ἕτοιμος δῆθεν γιὰ νὰ τὸν χτυπήσει. Ὅλοι ὅσοι ἦταν ἐκεῖ γελοῦσαν. Τοῦ εἶπε τότε ὁ Γέροντας: «Βρὲ εὐλογημένε, ἐσὺ εἶσαι πιὸ πιστὸς ἀπὸ ἐμένα. Πιστεύεις ὅτι θὰ κάνω τὸ θαῦμα, καὶ γι’ αὐτὸ στέκεσαι ἐδῶ. Σήκω ἐπάνω. Ἂν ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ ἀναγκάσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ πιστέψουν, δὲν θὰ Τοῦ ἦταν δύσκολο νὰ τὸ κάνει. Ἀλλὰ ἔτσι θὰ δέσμευε τὸ αὐτεξούσιο τῶν ἀνθρώπων, γιατὶ θὰ τοὺς ἔκανε ὅλους νὰ Τὸν πιστέψουν ἀναγκαστικά, λόγῳ τῆς ὑπερβολικὴς δυνάμεως ποὺ ἔχει».
Ἐπειδὴ μερικοὶ τὸν ῥωτοῦσαν γιὰ τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἤθελε νὰ βρῆ καὶ νὰ φυτέψει ἕνα κυπαρίσσι μὲ τρεῖς κορυφές. Ἔψαξε πολὺ μέσα στὸ δάσος, ἀλλὰ δὲν βρῆκε. Μία μέρα ὅμως, μὲ χαρὰ εἶδε ὅτι κοντὰ στὸν φράχτη εἶχε φυτρώσει ἕνα κυπαρισσάκι, ποὺ ὁ κορμός του διακλαδιζόταν σὲ τρεῖς κορυφοῦλες. Τὸ περιέβαλε μὲ πέτρες καὶ τὸ φρόντιζε μέχρι νὰ μεγαλώσει. Καὶ ὅταν κάποιος τὸν ῥωτοῦσε: «Πῶς γίνεται νὰ εἶναι ἕνας Θεὸς μὲ τρία πρόσωπα;», τὸν ἔστελνε νὰ δῆ τὸ κυπαρισσάκι. Ἔλεγε: «Γιὰ πήγαινε ἐκεῖ κάτω καὶ δές, πόσα κυπαρίσσια εἶναι αὐτὲς οἱ κορυφές;». «Ἕνα εἶναι». «Τώρα συνεννοηθήκαμε;»
Μία φορά, κάποιος τὸν ῥώτησε: «Γέροντα, τί γίνεται μὲ ὅσους δὲν γνώρισαν τὴν Ὀρθοδοξία, ἐνῶ μπορεῖ νὰ εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι;». «Στὸ Μοναστήρι τοῦ Σινᾶ, εἶναι οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς, εἶναι καὶ οἱ Βεδουΐνοι. Ὁ Ἡγούμενος συνεργάζεται καὶ μὲ τοὺς μὲν καὶ μὲ τοὺς δέ. Ἂν ὅμως χρειασθῆ νὰ λείψει ἀπὸ τὴν Μονή, σὲ ποιούς θὰ ἀφήσει τὰ κλειδιὰ τοῦ Μοναστηριοῦ;». «Στοὺς Πατέρες». «Ἔτσι καὶ ὁ Θεός, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἔχει παιδιά Του, τὴν Χάρη Του ὅμως τὴν δίνει μόνο στοὺς Ὀρθοδόξους».
Μία ἄλλη φορά, ποὺ γινόταν συζήτηση γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ὁ Γέροντας εἶπε: «Νὰ σᾶς ῥωτήσω κάτι καὶ ἐγώ. Ποιός νομίζετε ὅτι εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας;» Ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι εἶναι ὁ πάπας, ἄλλος ἔλεγε οἱ μασόνοι, ἄλλος οἱ ἰεχωβάδες. Στὸ τέλος ὁ Ὅσιος εἶπε: «Σκεφθήκατε ποτὲ μήπως εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι; Γιατί, ἂν ἐμεῖς ἤμασταν σωστοὶ καὶ τέλειοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, σήμερα δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν ἦταν Ὀρθόδοξος».
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος, ποὺ σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ ἐργαζόταν τὴν μετάνοια, ἔργο του τώρα εἶχε νὰ ὁδηγῆ τοὺς ἀνθρώπους στὴν μετάνοια καὶ στὴν ἐξομολόγηση. Πολλὲς φορές, μόλις μία παρέα καθόταν στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι, τοὺς ῥωτοῦσε ἕναν-ἕναν ἂν εἶχαν Πνευματικό. Μία φορὰ ὅλοι ἀπάντησαν «ναί», ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν ποὺ ἀπάντησε «ὄχι». Τὸν ῥώτησε ὁ Γέροντας: «Ἀπὸ τὰ Πατήσια». «Νὰ βρῆς ἕναν Πνευματικὸ γιὰ νὰ πατᾶς ἴσια».
Κάποιους τοὺς ἔστελνε πρῶτα νὰ ἐξομολογηθοῦν, «γιὰ νὰ φύγει ἡ ὁμίχλη καὶ νὰ καθαρίσει ὁ ὁρίζοντας», καὶ ὕστερα νὰ συζητήσουν μαζί του, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ συνεννοηθοῦν.
Μία φορά, ποὺ ἕνας νέος ἔφευγε ἀπὸ τὴν Παναγούδα, ὁ Γέροντας, κάνοντας τὶς παλάμες του χωνί, τοῦ φώναξε ἀπὸ μακριά: «Θωμᾶ, ἔ, Θωμᾶ! Μὲ τὴν ἐξομολόγηση, ὄχι μόνο σώζεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἁγιάζει κιόλας».
Μὲ «θυμὸν δικαιότατον» μιλοῦσε γιὰ τοὺς ἄρχοντες τῆς χώρας ποὺ ψήφιζαν νόμους ἀντίθετους μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔσπρωχναν τὴν νεολαία στὴν ἀνηθικότητα. Μὲ ἱερὴ ἀγανάκτηση διάβαζε γι’ αὐτοὺς τὸν 93ο Ψαλμὸ ποὺ λέει: «Θεὸς ἐκδικήσεων Κύριος, Θεὸς ἐκδικήσεων ἐπαῤῥησιάσατο...Ἕως πότε ἁμαρτωλοί, Κύριε, ἕως πότε ἁμαρτωλοὶ καυχήσονται;». Καὶ τὸν 82ο Ψαλμὸ ποὺ λέει: «Ὁ Θεός, τίς ὁμοιωθήσεταί Σοι; Μὴ σιγήσης μηδὲ καταπραΰνης, ὁ Θεός...»
Ἔλεγε: «Μὴν στενοχωριέστε, ἡ Ἑλλάδα δὲν πρόκειται νὰ χαθῆ, διότι εἶναι τὸ προπύργιο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἂν ἦταν στὰ χέρια τῶν πολιτικῶν, θὰ εἶχε σβήσει. Εὐτυχῶς ποὺ εἶναι στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τὴν προστατεύει σκανδαλωδῶς. Κάθε φορὰ ποὺ κινδυνεύει νὰ χαθῆ, κάτι κάνει τὴν τελευταία στιγμὴ καὶ τὴν σώζει. Καὶ τώρα θὰ ὑπάρχει ἀναμπουμπούλα, γιατὶ ὁ διάβολος ὀργώνει. Ἀλλὰ μὴν ἀνησυχῆτε· τελικὰ θὰ σπείρει καὶ θὰ θερίσει ὁ Χριστός. Ὁ καλὸς Θεὸς δὲν ἐπιτρέπει νὰ γίνει κάτι, ἂν μετὰ ἀπὸ αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ βγῆ κάτι καλύτερο. Θὰ περάσουμε γερὸ τράνταγμα, ἀλλὰ θὰ ἐπακολουθήσει ἡ δόξα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ λάμψη τῆς Ὀρθοδοξίας».
Γιὰ τὸ θέμα τῆς Κύπρου ἔλεγε: «Ἡ Κύπρος χρειάζεται πνευματικὲς βάσεις, ὄχι τὶς στρατιωτικὲς ποὺ θέλουν νὰ κάνουν οἱ μεγάλοι. Οἱ πνευματικὲς βάσεις, ἡ πίστὴ καὶ ἡ μετάνοια θὰ σώσουν τὴν Κύπρο».
Καὶ σὲ ἕναν νέο, ποὺ θὰ στενοχωριόταν ἐπειδὴ θὰ ὑπηρετοῦσε τὴν στρατιωτική του θητεία, τοῦ εἶπε: «Ἂν ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴχαμε πίστη καὶ γονατίζαμε καὶ παρακαλούσαμε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία νὰ μᾶς προστατέψουν, τότε θὰ βλέπαμε θαύματα καὶ τότε πραγματικὰ δὲν θὰ εἴχαμε ἀνάγκη τὸν στρατό. Τώρα ὅμως τὸν ἔχουμε ἀνάγκη, παιδί μου».
 Ἔλεγε: «Οἱ ἐχθροί μας θέλουν νὰ μᾶς ξεσχίσουν ἀλλὰ καὶ οἱ φίλοι μας νὰ μᾶς τσαλακώσουν. Δὲν πειράζει ὅμως· ἔχουν οἱ ἄνθρωποι τὰ σχέδια τους, ἔχει καὶ ὁ Θεὸς τὰ δικά Του».
Σχετικὰ μὲ τὴν τότε Ε.Ο.Κ. εἶπε σὲ κάποιους καθηγητές, τὸ 1992: «Δώδεκα διαφορετικὰ χαλιά, ἀκόμα καὶ ἂν τὰ ῥάψεις, δὲν μποροῦν νὰ γίνουν ἕνα. Μέσα σὲ ἕναν αἰῶνα οἱ μεγάλοι τῆς Εὐρώπης αἱματοκύλισαν τὸν κόσμο μὲ δύο παγκοσμίους πολέμους καὶ ἔχουν τόσο ἐγωϊσμό, ποὺ δὲν ζήτησαν συγγνώμη. Εἶναι τώρα δυνατὸν νὰ κάνουν κοινὸ κράτος μὲ κοινὰ συμφέροντα; Ἡ Ε.Ο.Κ. θὰ διαλυθῆ ἐξαιτίας τοῦ ἐγωϊσμοῦ τῶν μεγάλων». Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη ἑνὸς εὐρωβουλευτὴ στὸ Κελλί του, ἦρθε ἕνας γνωστός του ἱερομόναχος. Ἄνοιξε γιὰ νὰ τὸν κεράσει ἕνα κουτὶ μὲ πολύχρωμα σοκολατάκια ὁ Γέροντας καὶ εἶπε: «Νὰ ποιά εἶναι ἡ Ε.Ο.Κ.: Σοκολατάκια ἀπὸ ὅλα τὰ χρώματα, ἀλλὰ εἶναι κάτι σὰν τὴν σοκολάτα, ποὺ μὲ λίγη ζέστη θὰ λιώσει».
Μία μέρα, ποὺ ἀρκετὸς κόσμος ἦταν καθισμένος στὰ κούτσουρα, ἦρθε ἕνας σωματώδης ἄνδρας καὶ κάθησε καὶ αὐτὸς σὲ μία ἄκρη. Ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἔλεγε: «Βρέ, μόνο γιὰ παρελάσεις εἴστε, ὄχι γιὰ μάχες. Θυσιάσθηκε ὁ Χριστός. Ἔχουμε Ὀρθοδοξία. Μαρτύρησαν Ἅγιοι ποὺ μᾶς βοηθοῦν ἀκόμη. Ἂν δὲν εἶχαν πέσει αὐτοί, ποιός ξέρει τί θὰ ἤμασταν. Καὶ τώρα, θέλει παλληκαριά· ἂν δὲν πέσουν μερικοί, δὲν γίνεται τίποτε!». Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, δὲν μιλοῦσε, μόνο παρακολουθοῦσε. Ὁ Γέροντας τὸν ἔνιωθε «σὰν ἕνα κρύο πράγμα». Ὅταν ἔφυγαν ὅλοι καὶ ἔμειναν οἱ δυό τους, αὐτὸς ὅρμησε ἐπάνω του, τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τοῦ εἶπε μὲ θυμό: «Ἔ, βρὲ σύ, μὲ τοὺς θεούς σου». Ὁ Γέροντας ἔνιωσε τότε αὐτὸς ἔβριζε τὸν Θεὸ καὶ τοῦ φώναξε ἀγανακτισμένος: «Ποιούς θεούς, βρὲ ἀθεόφοβε; Ἐγὼ ἕναν Τριαδικὸ Θεὸ λατρεύω. Ἄντε, φύγε ἀπὸ ἀπὸ ἐδῶ!» Καὶ τοῦ ἔδωσε μία σπρωξιά. Ὁ σωματώδης ἄνδρας σωριάσθηκε κάτω καὶ μαζεύτηκε σὰν κουβάρι. Σηκώθηκε μετὰ καὶ ἔφυγε φοβισμένος.
Ἄλλη φορά, τὸν ἐπισκέφθηκε ἕνας γεροδεμένος νέος καὶ τοῦ εἶπε ἀπειλητικά: «Γέρο, δὲν θέλω νὰ σὲ ξαναδῶ στὴν Θράκη, καὶ νὰ μὴν ἀνακατευθῆς ξανὰ ἐκεῖ, γιατί...» «Τί λὲς βρὲ παλιάνθρωπε. Ἐσὺ ποὺ ἤσουν Γερμανός, κοτζὰμ παλληκάρι, μὲ σπουδὲς καὶ μόρφωση, πῆγες στὴν Μέκκα, σὲ ἔκαναν Μουσουλμάνο, καὶ τώρα δουλεύεις γιὰ τοὺς Τούρκους στὴν Κρήτη κάνοντας τὸν βοσκὸ καὶ κατασκοπεύεις τὶς στρατιωτικὲς βάσεις. Φύγε ἀπὸ ἐδῶ». Δὲν πρόλαβε νὰ ἀποτελειώσει ὁ Ὅσιος τὴν φράση του καὶ ὁ νέος εἶχε ἤδη φύγει.
Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Χαίρομαι ποὺ πολλοὶ ἀπειλοῦν νὰ μὲ ξεκάνουν, ἐπειδὴ μιλῶ καὶ τοὺς χαλῶ τὰ σχέδια. Τί μαρξιστές, τί σιωνιστές, τί μασόνοι, τί σατανιστές! Μιὰ ποὺ δὲν κάνουμε γιὰ τίποτε ἄλλο, ἂν μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς γιὰ ἕνα μαρτύριο, καλὰ δὲν εἶναι;». Καὶ ὅταν ἀργὰ τὸ βράδυ τύχαινε νὰ πηδήξει κάποιος τὰ σύρματα, ἡ καρδιά του χτυποῦσε γλυκὰ ἀπὸ τὴν λαχτάρα γιὰ τὸ γλυκὸ μαρτύριο.
Κάποτε, τὸν ἐπισκέφθηκαν δύο Καθολικοί, ὁ ἕνας δημοσιογράφος καὶ ὁ ἄλλος γραμματέας στὸ Βατικανό, καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ ποῦν μαζὶ τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ἀπάντησε ὁ Ὅσιος: «Γιὰ νὰ ποῦμε μαζὶ τὸ Πάτερ ἡμῶν, πρέπει νὰ συμφωνούμε καὶ στὸ δόγμα, ἀλλὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, χάσμα μέγα ἐστί».
Ἕνα βράδυ, φιλοξένησε στὸ Καλύβι του ἕναν Γάλλο καθηγητή, ὁ ὁποῖος, τὴν ἄλλη μέρα, ἐπιστρέφοντας στὴν Κουτλουμουσίου, εἶπε στοὺς Πατέρες ὅτι συζήτησε μὲ τὸν Γέροντα καὶ τοῦ ἔλυσε τὶς ἀπορίες του. Οἱ Πατέρες παραξενεύτηκαν, ἀλλὰ ὁ Γάλλος ἐπέμενε ὅτι ὁ Πατὴρ Παΐσιος μιλοῦσε γαλλικά.
***