Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Ὁ π. Δημήτριος Παπαντώνης



Ὁ π. Δημήτριος Παπαντώνης γεννήθηκε τό 1912 στό χωριό Ἅγιος Δημήτριος Nαυπακτίας. Ἦταν γιός τοῦ Ἀθανασίου καί τῆς Eὐαγγελίας. Tίς γυμνασιακές του σπουδές συνέχισε στήν Ἀθήνα μετά τόν πόλεμο, στόν ὁποῖο ὑπηρέτησε ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικός στό Ἀλβανικό ἔπος. Mάλιστα, ὅπως θά περιγράψουμε πιό κάτω, μέ θαυμαστή ἐπέμβαση τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας, γιατρεύτηκε ἀπό τήν παραλυσία στήν ὁποία τόν καταδίκασε ἕνας βαρύς τραυματισμός του στόν πόλεμο. Στίς 15 Ἀπριλίου τοῦ 1944 χειροτονήθηκε διάκονος στόν Ἱερό Nαό Ἁγίου Δημητρίου
Nαυπάκτου καί δύο μέρες μετά, ἱερέας στόν ἱερό Nαό Ἁγίας Παρασκευῆς. Kατόπιν
βρέθηκε στήν Ἀθήνα ὅπου ὑπηρέτησε σάν στρατιωτικός ἐφημέριος στό Γουδί καί κατέληξε στήν Ἁγία Mαρίνα Ἡλιουπόλεως, ὅπου θά συνδέσει τό ὄνομά του ἄῤῥηκτα μέ τήν περιοχή καί θά συντελέσει βαθειά καί ριζικά στήν πνευματική καλλιέργεια τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς. Tό 1951 τοῦ ἀνατέθηκε τό λειτούργημα τῆς πνευματικῆς πατρότητος καί πραγματικά ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα ἔγινε ὁ πνευματικός χιλιάδων ψυχῶν. Eἶναι χιλιάδες τά πνευματικά του παιδιά, πού γαλούχησε στό δρόμο τοῦ Θεοῦ, δίδαξε τό θεῖο θέλημα καί ἀνέπνευσε τόν θεῖο ἔρωτα. Προσευχήθηκε καί ἔκλαψε γιά ὅλους. Kι ἐμεῖς εἴχαμε συνηθίσει σὲ ἐκεῖνον νά προστρέχουμε γιά κάθε ἐρώτηση, γιά κάθε δυσκολία. Ὅταν ἐκεῖνος ἔφυγε ἀπό αὐτή τή ζωή, νομίσαμε ὅτι ἡ ἀπουσία του θά μᾶς κάνει νά νοιώθουμε ἐγκαταλελειμένοι. Kι ὅμως, ὦ τοῦ θαύματος! Ἀπό τήν ἡμέρα πού κοιμήθηκε, τόν νοιώθουμε συνέχεια κοντά μας. Mιά παρουσία συνεχής καί ἀκούραστη, πού μᾶς γεμίζει ἐλπίδα ὅτι μέ τήν προσευχή του κοντά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ πιά, μᾶς βγάζει ἀπό τόσα ἀδιέξοδα καί μᾶς λύνει ὅλες τίς ἀπορίες. Κατευθύνει ἀπό ἐκεῖ ψηλά τά βήματά μας καί μεῖς θαυμαστῶς νοιώθουμε τήν σιγουριά πού μᾶς ἔδιδε καί ἡ παρουσία του στόν κόσμο πρίν κοιμηθεῖ. Ἦταν ἁγία ψυχή. Tό ὅτι ἦταν ἱερέας, τό ὀφείλει στήν Παναγία τήν Προυσιώτισσα, διότι, καθώς γύρισε παράλυτος ἀπό τόν πόλεμο τοῦ ‘40, πῆγε στή χάρη της “φορτωμένος” σάν σακκί πάνω σὲ ἕνα γαϊδουράκι κι ἀφοῦ τόν κατέβασαν, σάν τόν παραλυτικό, κάποιοι προσκυνητές τῆς Παναγίας μπροστά στήν θαυματουργική εἰκόνα της, ἐκεῖνος μέ δάκρυα καί θέρμη ψυχῆς τήν παρακαλοῦσε νά τόν θεραπεύσει. Kαί ὦ τοῦ θαύματος, ὅταν τελείωσε ἡ παράκλησή του, εἶχε γίνει καλά καί γύρισε μέ τά πόδια στό χωριό του, ἀπό τήν Προυσιώτισσα στόν Ἅγιο Δημήτριο Nαυπακτίας. Aὐτό τό θαῦμα ἦτανἡ ἀπαρχή τῆς ἁγίας ζωῆς του, πού τράβηξε τόσο κόσμο κοντά του καί ἦτο γνωστός μέ τήν ἐπωνυμία “ὁ πνευματικός χιλιάδων ψυχῶν”. Ἐξομολογοῦσε μέχρι 18 ὧρες τήν ἡμέρα, ὁσότου ἔπεφτε λιπόθυμος ἀπό τήν κούραση. Ὁ ἀείμνηστος Δημήτριος Παναγόπουλος, ἀναφέρουμε χαρακτηριστικά, ὅταν μετεστράφη καί ἔγινε ὁ λαμπρός ἱεροκήρυκας πού ὅλοι γνωρίζουμε, προβληματίστηκε γιά τό ποιόν νά διαλέξει
γιά πνευματικό καί ἔκανε θερμή προσευχή. Ἕνα βράδυ λοιπόν, βλέπει στόν ὕπνο του ἕναν λαμπρό ἱερέα νά τόν ἀκολουθεῖ καί ἀκούει μία φωνή νά λέει: “Ὁ π. Δημήτριος... Ὁ π. Δημήτριος”. Mιά ἡμέρα λοιπόν βρέθηκε σὲ ἕναν κύκλο Ἁγίας Γραφῆς καί κάποιος τοῦ σύστησε ἕναν iερέα. Kοιτᾶ ἔκπληκτος καί ἀναγνώρισε τόν ἱερέα πού εἶχε δεῖ στόν ὕπνο του. Ἦταν i π. Δημήτριος. Ἀπό τότε τόν ἔκανε πνευματικό του καί μαζί ὄργωσαν τήν Ἑλλάδα, ὁ π. Δημήτριος ἐξομολογοῦσε καί ὁ Παναγόπουλος κήρυττε. Aὐτά εἶναι δύο χαρακτηριστικά τῆς ἁγίας ζωῆς του. Tήν Ἄνοιξη τοῦ 1935 ἀρχί-
ζει ἡ ἱστορία τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Mαρίνας, ὅταν ἕνα βράδυ τοῦ Mαρτίου γίνεται τό
θαῦμα. Oἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἀπό καιρό ἐπιζητοῦν μία ἐκκλησία. Θέλουν νά βλέπουν ἕναν προστάτη κι ἔτσι πῆραν τήν ἀπόφαση μέσα σέ μία νύχτα νά φτιάξουν μία μικρή παράγκα μέ σανιδένιους τοίχους πού θά γίνει οἶκος Kυρίου. Πρός τά ξημερώματα, ὅταν ὅλα ἦταν ἕτοιμα καί χωρίς κἂν νά ἔχουν συζητήσει πῶς θά ὀνομαστεῖ τό μικρό φτωχό ἐκκλησάκι, κάποιος ἔστησε στή μέση τοῦ ναοῦ ἕνα προσκυνητάρι μέ τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Mαρίνας. Kαί κάποιος ἄναψε τήν ἀκοίμητη
κανδήλα της. Mέχρι τό 1939 πού ἔγινε ἐπίσημα ἐνορία, τόν παπᾶ καί τόν ψάλτη τόν πλήρωναν οi φτωχοί ἄνθρωποι της μικρῆς αὐτῆς ἐνορίας πού ὅποιος τήν βλέπει σήμερα, τόσο μεγαλοπρεπή καί ἐπιβλητική νά δεσπόζει στήν περιοχή, δέν φαντάζεται κἂν τήν πρώτη μορφή καί τό πῶς ξεκίνησε αὐτός ὁ μεγαλοπρεπής ναός πρίν ἀπό τόσα χρόνια. Tόν Ἀπρίλιο τοῦ 1951 διορίστηκε στήν Ἁγία Mαρίνα Ἡλιουπόλεως ὁ π. Δημήτριος κι ἀπό ἐκεῖ ἄρχισε νέους ἀγῶνες. Παρέλαβε ἕνα ναό πού ἦταν μιά παράγκα ἀπό λαμαρίνες καί ἕνα ταμεῖο χρεωμένο ἤδη ἀπό κάποιες ἐργασίες πού ἔπρεπε νά γίνουν. Ὁ παπα-Δημήτρης μέ τόν διορισμό του ἄλλαξε τά πάντα. Ἔδωσε κατ’ ἀρχάς στό σπίτι κάθε ἐνορίτη του ἕναν κουμπαρά, στόν ὁποῖο συγκέντρωνε ὁ καθένας τόν ὄβολό του γιά τήν ἐκκλησία κι ἔτσι ἔδεσε κατ’ ἀρχάς τούς πιστούς μέ τό ναό τους. Tόσο γιά τόν π. Δημήτριο, ὅσο καί γιά κάθε ἐνορίτη, ὁ ναός τῆς Ἁγίας Mαρίνας εἶναι ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς του. Ὅλοι μαζί ἔχυσαν τό αἷμά τους γιά νά χτιστεῖ ὁ μεγαλοπρεπής ναός πού σήμερα ὅλοι θαυμάζουμε. Ἦδη aπό τά χαρτιά τοῦ οἰκοπέδου μέχρι τά ἐγκαίνια καί τά θυρανοίξια τοῦ ναοῦ, στό ἔργο πρωτοστατοῦσε καί ἀκούραστα ἔτρεχε ὁ π. Δημήτριος. Mέχρι τά δικαστήρια σύρθηκε, ἀλλά πανηγυρικά ἀθωώθηκε, διότι κωλυσιεργοῦσε ἡ ἔκδοση τῆς ἀδείας κι ἐκεῖνος μέ δική του πρωτοβουλία γκρέμισε τό παλιό ἐκκλησάκι, ἔβαλε θεμέλιο λίθο καί μέσα σέ μία μέρα εἶχε ἤδη σηκώσει τό ὑπόγειο τοῦ ναοῦ, στό ὁποῖο βρίσκεται τό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Nεκταρίου. Στίς 7 Ἰανουαρίου τοῦ 1962 γίνεται ἡ θεμελίωση τοῦ ναοῦ καί ἀπό τότε ξεκίνησε νά γίνεται ἐκεῖ ἡ Θεία Λειτουργία. Σέ ὅλη του τή ζωή ἀφιερώθηκε στή διακονία αὐτοῦ τοῦ ναοῦ. Ἦταν κατανυκτικός καί εὐσυνείδητος λειτουργός, ἀλλά καί μεγάλος ἱεραπόστολος, πού μιλοῦσε πάντοτε μέ φλόγα καί ζέση γιά τόν Θεό καί ξεσήκωνε θύελλα μετανοίας καί ἀγάπης πρός τόν Σωτῆρα Xριστό. Πολλοί αἱρετικοί βαπτίστηκαν ὀρθόδοξοι χάρις σέ αὐτόν. Ὅλοι τόν ἀγαποῦσαν, ὅλους τούς ἀγαποῦσε καί ἡ ζωή του ἦταν ἔργο προσφορᾶς πρός τόν φτωχό, τόν ἀσθενή, τίς χῆρες καί τά ὀρφανά. Ἀκόμα καί τό “σπίτι τῆς γαλήνης”, πού δημιουργήθηκε στήν Ἀγία Mαρίνα, εἶχε σάν ἐμπνευστή καί ὑποστηρικτή του τόν μακαριστό παπα-Δημήτρη πού πρωτοστατοῦσε σέ κάθε φιλανθρωπικό ἔργο, πρόσφερε ζεστασιά καί ἀγάπη πρός τόν
πάσχοντα συνάνθρωπό του, ἀλλά καί δίδασκε ἐμπράκτως καί μέ τά πύρινα κηρύγματά του τούς ἐνορίτες του νά εἶναι εὐσπλαχνικοί κι ἐλεήμονες. Ἐκτός ὅμως ἀπό τήν ἐνορία τῆς Ἁγίας Mαρίνας, ἦταν βοηθός τοῦ ἐφημερίου στό νοσοκομεῖο Σωτηρία. Tότε μάλιστα ἀπεκαλύφθη καί τό ἑξῆς περιστατικό: στό νοσοκομεῖο νοσηλεύονταν φυματικοί καί μέ τόν φόβο τοῦ μικροβίου πού ἦταν κολλητικό, κανείς δέν πλησίαζε στό νοσοκομεῖο. Oἱ ἀσθενεῖς γιά πολλά χρόνια ἦταν ἀκοινώνητοι, ἀφοῦ ἀπαγορευόταν νά βγοῦν ἔξω. Ὅταν πῆγε ὁ π. Δημήτριος, ἔτρεξαν ὅλοι κοντά του γιά νά λουστοῦν μέ τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἡ πρώτη Θεία Λειτουργία πού τούς ἔκανε ἦταν πραγματικό πανηγύρι. Ἕνας γιατρός πλησίασε τόν μακαριστό Δ. Παναγόπουλο καί τοῦ εἶπε: “κύριε Παναγόπουλε, ὁ ἱερεύς εἶναι ἀδύνατο νά καταλύει τό Ἅγιο Ποτήριο, γιατί τόσοι καί τόσοι ἀσθενεῖς κοινωνοῦν ἀπό αὐτό καί τό μικρόβιο τῆς φυματίωσης μεταδίδεται μέ τό σάλιο. Tί γίνεται λοιπόν, ὁ ἱερεύς χύνει στό χωνευτήριο τό Σῶμα καί τό Aἷμα τοῦ Kυρίου;”. Ὁ Παναγόπουλος τόν διαβεβαίω-
σε ὅτι ὁ Xριστός πού βρίσκεται μέσα στό Ἅγιο Δισκοπότηρο δέν μολύνεται ἀπό μικρόβια κι οὔτε φυσικά γίνεται μέσον γιά νά μολυνθοῦν ἄλλοι. Ὁ γιατρός ὅμως δέν τόν πίστεψε καί τήν Kυριακή στόν ἐκκλησιασμό, παρακολουθοῦσε ἄναυδος στό ἱερό, τόν π. Δημήτριο νά καταλύει ἀπό τό Ἅγιο Δισκοπότηρο πού εἶχαν κοινωνήσει οἱ ἀσθενεῖς κι ἔκτοτε ἐκκλησιαζόταν καί κοινωνοῦσε καί ὁ ἴδιος. Στίς 25 Ἀπριλίου τοῦ 1993, Kυριακή τοῦ Θωμᾶ τότε, κοιμήθηκε ἐν Kυρίῳ ὁ π. Δημήτριος.


ΜΟΝΑΧΗ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ, ΑΝΙΨΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟ-ΑΒΕΡΚΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΗ



Ἡ μοναχὴ Ὀλυμπιάδα, κατὰ κόσμον Κανέλλα Φρέντζου, γεννήθηκε στὴν Τρίπολη τὸ 1917 καὶ κοιμήθηκε στὶς 21 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 2001, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νεκταρίου Δωρίδος, ὅπου καὶ διετέλεσε ἡ πρώτη Ἡγουμένη τῆς Μονῆς, ὅταν τὸ 1991 πρωτοξεκίνησε τὴν ἀνέγερσή της ἐκ τοῦ μηδενός.
Σὲ ὅλη της τὴν ζωή, ἀπὸ παιδὶ ἀκόμα, ἦταν προικισμένη μὲ πολλὰ καὶ σπάνια χαρίσματα καὶ κυρίως μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλεημοσύνη. Στὴν Τρίπολη ὅπου ζοῦσε, ἦταν παράδειγμα σωφροσύνης καὶ ἀπὸ πολὺ μικρὴ δὲν ἔλειψε ποτὲ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, ἐνῶ ὅλοι οἱ φτωχοί, οἱ ἀνήμποροι καὶ οἱ κατατρεγμένοι, οἱ χῆρες, τὰ ὀρφανά, τὴν εἶχαν πνευματικὴ παρηγοριά, ἀλλὰ καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ οὐσιαστικὰ τοὺς συντηροῦσε καὶ τοὺς βοηθοῦσε σὲ ὅ,τι εἶχαν ἀνάγκη. Ἂν καὶ δὲν ἦταν ἀκόμη μοναχή, ὡστόσο τελοῦσε τὰ πνευματικά της καθήκοντα μὲ πόθο καὶ ζῆλο γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀκρίβεια ποὺ τῆς εἶχε ὑποδείξει ὁ θεῖός της, ἀδελφὸς τοῦ πατέρας της, Ἁγιορείτης μοναχὸς Ἀβέρκιος, ὁ κομπολογᾶς, ὁ Καρυώτης. Μελετοῦσε ὧρες πολλὲς ὅταν δὲν διακονοῦσε τοὺς ἀγαπημένους της φτωχοὺς καὶ ἀνήμπορους καὶ κρατοῦσε πολύτιμες γι’ αὐτὴν σημειώσεις ἀπὸ πνευματικὲς νουθεσίες, τὶς ὁποῖες ὅλο γύριζε πίσω γιὰ νὰ διαβάσει ξανὰ καὶ ξανά, μὴν χορταίνοντας μέχρι τὰ βαθειά της γεράματα τὰ θεῖα λόγια. Γιὰ πνευματικό της πατέρα εἶχε τὸν π. Δημήτριο Παπαντώνη, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε παντοῦ σὰν πιστὴ διακόνισσα καὶ τοῦ ἔκανε τελεία ὑπακοή. Καὶ ὅπως χρόνια ὀνειρευόταν, τὸ 1992 ἀξιώθηκε νὰ λάβει τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸ Σχῆμα καὶ νὰ πάρει τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Ὀλυμπιάδος, τὴν ὁποία τόσο πολὺ ἀγαποῦσε καὶ εὐλαβεῖτο. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ ἔγινε μοναχή, μέχρι τὴν κοίμησή της, ἔζησε μέσα στὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, τὴν ὁποία ἀκούγαμε νὰ ψιθυρίζει ἀκόμα καὶ στὸν ὕπνο της. Ὅταν μετὰ τῆς τὸ λέγαμε, ἐκείνη μὲ τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ταπεινότητά της, τὸ θεωροῦσε κάτι αὐτοκίνητο καὶ μᾶς ἀπαντοῦσε ὅτι: «Ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα ποὺ σᾶς μιλῶ, νιώθω τὴν εὐχὴ νὰ χτυπᾶ μαζὶ μὲ τὴν καρδιά μου».
Παρὰ τὰ γεράματά της, ἀφοῦ ἦταν πλέον 84 ἐτῶν, στεκόταν ἀκούραστη ὄρθια στὴν ἐκκλησία ποὺ πρώτη πήγαινε γιὰ τὴν Ἀκολουθία καὶ τελευταία ἔμενε, προσπαθώντας νὰ κάνει ὅσες μετάνοιες μποροῦσε περισσότερες, κρυφὰ ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ τὴν προστατεύαμε καὶ τῆς λέγαμε συνεχῶς νὰ ξεκουράζεται.
Εἶχε βέβαια διατηρήσει τὴν ὄμορφη συνήθειά της νὰ διαβάζει ὧρες ἀτελειώτες, εἰδικὰ τὴν Ἁγία Γραφή, τὴν ὁποία εἶχε μουσκέψει μὲ τὰ δάκρυά της. Καὶ ἐπειδὴ ἔνιωθε ὅτι ἦταν ἡ μόνη ποὺ δὲν κάνει κάποια ἐργασία, ἔτρεχε ὅλες μας νὰ μᾶς βοηθήσει καὶ νὰ μᾶς πάρει τὴν δουλειὰ ἀπὸ τὰ χέρια, γιατὶ ἦταν πολὺ δημιουργικὴ καὶ δραστήρια. Συχνὰ δάκρυζε καὶ μᾶς ἔλεγε ὅτι ἐκείνη ξεκουράζεται, ἐνῶ ἐμεῖς κάνουμε τόσες δουλειές. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ξέροντας τὴν παῤῥησία της στὸν Θεό, τὴν ἁγνὴ καρδιά της, τοὺς πνευματικούς της κόπους, τὴν προτρέπαμε νὰ προσεύχεται γιὰ ἐμᾶς καὶ αὐτὸ βέβαια ἦταν ἡ πιὸ πολύτιμη «ἐργασία» ποὺ πρόσεφερε στὸ Μοναστήρι μας.
Μὲ τὴν ἀγάπης της σκέπαζε ὅλη τὴν ἀδελφότητα, ἀκόμα καὶ ὅταν γιὰ λόγους ὑγείας παραιτήθηκε τῆς θέσεως τῆς Ἡγουμένης καὶ ὡς ἁπλὴ μοναχὴ πλέον συνέχισε τὸ πνευματικό της ἔργο. Ὅπως οἱ ἀδελφὲς ἀπαρηγόρητες πλέον μαρτυροῦν γιὰ τὴν γεροντισσούλα τους, ὅπως πάντοτε τὴν ἀποκαλοῦσαν, εἶχε γιὰ ὅλους νὰ πεῖ ἕνα καλὸ λόγο, κάθε λαϊκὸ καὶ κάθε μοναχὴ ποὺ τὴν πλησίαζε, τοὺς στήριζε καὶ τοὺς παρηγοροῦσε μὲ τὰ πνευματικά της λόγια. Μὲ τὰ παιδιὰ γινόταν καὶ ἐκείνη παιδί, μὲ αὐτὸν ποὺ ἔκλαιγε, ἔκλαιγε καὶ ἐκείνη μαζί του, γι’ αὐτὸν ποὺ δοκιμαζόταν προσευχόταν μέχρι νὰ φύγει ὁ πειρασμός, μὲ αὐτὸ ποὺ χαιρόταν, χαιρόταν καὶ ἐκείνη μαζί του.
Μία τέτοια λοιπὸν ψυχή, ποὺ εἶχε στὸ στόμα της καὶ τὴν καρδιά της μόνο τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὴν ἀγάπη, ποὺ ἄνοιγε τὸ στόμα της μόνο γιὰ νὰ μιλήσει γιὰ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦταν πάντοτε ἐγκρατὴς καὶ συντηρητικὴ γιὰ τὸν ἑαυτό της, ἐπιεικὴς καὶ καλοκάγαθη γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀδελφότητά της ἦταν πρότυπο ἀγάπης καὶ ἀρετῆς, ὁ Θεὸς τὴν χαρίτωσε στὴν ζωή, ἀλλὰ ἔδειξε καὶ τὴν εὐαρέσκειά Του στὴν κοίμησή της, ἀφοῦ τὸ σῶμά της παρέμενε εὐλύγιστο, τὸ πρόσωπό της ἔλαμπε σὰν κρίνο καὶ ἡ ὄψη της ἦταν γαλήνια λὲς καὶ εἶχε μόνο ἀποκοιμηθεῖ.


Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Ἡ κοίμησις τοῦ Γέροντος Παϊσίου.

Ἡ κοίμησις τοῦ Γέροντος Παϊσίου.
Στὶς 11 Ἰουλίου, μνήμη τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ὁ Ὅσιος κοινώνησε γιὰ τελευταία φορά. Μὲ πολὺ κόπο γονάτισε ἐπάνω στὸ κρεββάτι, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ μὲ τρεμάμενα χείλη εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου». Ἔπειτα οἱ ἀδελφὲς τοῦ ἔφεραν τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Εὐφημίας καὶ τὸν δίσκο μὲ τὸ κόλλυβό της. Ἄκροις δαχτύλοις πῆρε δύο κόκκους ὡς εὐλογία καὶ ἀσπάσθηκε τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας. Βλέποντας ὅτι δὲν ἦταν στολισμένη, παρατήρησε: «Οὔτε ἕνα λουλούδι δὲν τῆς βάλατε;» Κατὰ τὸ μεσημέρι ἦρθε στὸ Ἡσυχαστήριο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σιναίου Δαμιανός, καὶ ὁ Γέροντας ζήτησε νὰ τοῦ διαβάσει τὴν εὐχὴ εἰς ψυχοῤῥαγοῦντα. Ἀκόμη τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν μνημονεύει. Τοῦ εἶπε: «Νὰ μὲ μνημονεύεις, γιατὶ πολλοὶ ἄλλοι θὰ μὲ ἐγκαταλείψουν· θὰ νομίζουν ὅτι δῆθεν δὲν ἔχω ἀνάγκη».
Ἡ τελευταία ἐκείνη νύκτα ἦταν μαρτυρική. Ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ἰσχυρὰ παυσίπονα δὲν τὸν ἔπιαναν. «Πονάω, πονάω πολύ», ἔλεγε σιγανὰ καὶ κοίταζε συνέχεια τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Τὸ δεξί του χέρι σχημάτιζε κάπου-κάπου τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἐνῶ τὸ ἀριστερὸ ἐκινεῖτο σὰν νὰ τραβοῦσε κομποσχοίνι. Πότε-πότε ἄνοιγε τὰ χέρια του σὲ προσευχή. Κάποια στιγμὴ εἶπε: «Μαρτύριο». Ἡ Γερόντισσα ποὺ βρισκόταν δίπλα του, δὲν ἄκουσε καὶ τὸν ῥώτησε τί εἶπε. Τὸ ἐπανέλαβε τρεῖς φορές: «Μαρτύριο, μαρτύριο, μαρτύριο». Κάθιδρος, ἀσθμαίνων καὶ δακρυῤῥοῶν ἔτρεχε τὸ τελευταῖο στάδιο.
Στὶς 9:30 ἡ ὥρα τὸ πρωΐ, ὅλες οἱ ἀδελφὲς πέρασαν γιὰ νὰ πάρουν γιὰ τελευταία φορὰ τὴν εὐχή του. Ἦταν προσηλωμένος στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ δὲν μιλοῦσε. Ὁ πόνος ἦταν ζωγραφισμένος στὸ πρόσωπό του, ἀνέπνεε μὲ πολλὴ δυσκολία, ἐνῶ ἡ πίεσή του σιγὰ-σιγὰ ἔπεφτε. Ὅλα ἔδειχναν ὅτι ἔφτανε τὸ τέλος. Σὲ μία στιγμή, ὁ Ὅσιος πῆρε τρεῖς σύντομες εἰσπνοὲς καὶ ἔσβησε, ὅπως σβήνει τὸ καντηλάκι, ὅταν τελειώνει τὸ λάδι του. Ἔγειρε ἥσυχα τὸ κεφάλι του στὸ πλάϊ, ἐνῶ ἡ ἁγιασμένη του ψυχὴ εἶχε πετάξει στὸν Οὐρανό. Ἦταν 11:00 ἡ ὥρα τὸ πρωΐ τῆς 12ης Ἰουλίου τοῦ 1994.
Οἱ ἀδελφὲς τοῦ φόρεσαν τὸ Σχῆμα, τὸ ῥάσο καὶ τὸ κουκούλι· κατὰ τὰ ἄλλα ἦταν τακτοποιημένος ἀπὸ μόνος του. Τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα ἁπλὸ νεκροκρέββατο καὶ τὸν μετέφερα στὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Γύρω του ἐναπέθεσαν λίγα μόνο λουλούδια· βασιλικοὺς καὶ τριαντάφυλλα. Τὰ χέρια του, σὰν νὰ ἦταν ζωντανά, κρατοῦσαν μὲ εὐλάβεια τὸν Σταυρό. Ἡ μορφή του ἦταν εἰρηνική, φωτεινή, ὁσιακή· εἶχε ἱλαρότητα, σκορποῦσε Χάρη.
Τὸ ἀπόγευμα τὸ Ἡσυχαστήριο ἄνοιξε γιὰ τοὺς προσκυνητές, ἀλλὰ οἱ ἀδελφὲς δὲν ἀνακοίνωσαν τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντα σὲ κανέναν· αὐτὴν τὴν ἐντολὴ εἶχε δώσει ὁ ἴδιος. Ἡ Γερόντισσα κάλεσε τὸν ἐφημέριο τοῦ Ἡσυχαστηρίου, τὸν π. Νικόλαο, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἐπιθυμία τοῦ Πατρὸς Παϊσίου ἦταν νὰ τελέσει μόνον ἐκεῖνος τὴν Ἐξόδιο Ἀκολουθία. Τὸ δέχθηκε μὲ φόβο καὶ χαρά.
Στὶς 11:00 ἡ ὥρα τὸ βράδυ, ἄρχισε ἡ Ἀγρυπνία στὸ Παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἐψάλει ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία. Οἱ ἀδελφὲς ἔψαλλαν τὰ νεκρώσιμα τροπάρια νιώθοντας τὸν Γέροντα νὰ εἶναι ἀκόμη ζωντανὸς δίπλα τους. Πρὶν ἀπὸ ἕναν μήνα εἶχε πεῖ ἀστειευόμενος: «Ἐγὼ θὰ ψάλλω τὴν Νεκρώσιμη Ἀκολουθία!»
Ἡ ἐκφορὰ τοῦ σκηνώματος ἔγινε μέσα σὲ ἀπόλυτο σκοτάδι. Τὸ μόνο φῶς ἐρχόταν ἀπὸ ἕναν φανὸ ποὺ προπορευόταν τῆς νεκρικῆς πομπῆς καὶ ἀπὸ δύο ταπεινὰ φαναράκια ποὺ συνόδευαν τὸν Γέροντα.
Ἡ πομπὴ ὁδηγήθηκε στὸν τόπο ὅπου εἶχε ἑτοιμασθῆ ὁ τάφος του, πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Μὲ ἕνα κεράκι διαβάσθηκαν ὅσα προβλέπονται κατὰ τὸν ἐνταφιασμό, ἔγινε τὸ καθορισμένο κομποσχοίνι καὶ ὁ ἱερέας εἶπε: «Χριστὸς Ἀνέστη!».
***


Ὁ Γέροντας ἑτοιμάζεται γιὰ τὴν ποθητὴ ἀναχώρηση.

Ὁ Γέροντας ἑτοιμάζεται γιὰ τὴν ποθητὴ ἀναχώρηση.
Στὶς 13 Μαΐου, μνήμη τῆς Ἁγίας Γλυκερίας, ἐνῶ ὁ Ὅσιος ἔκανε Σύναξη μὲ τὶς ἀδελφές, κάποια στιγμὴ φάνηκε νὰ «χάνεται», σὰν νὰ ἀποῤῥοφήθηκε ἀπὸ κάτι. Τὸ πρόσωπό του ἦταν φωτισμένο ἀπὸ θεία Χάρη, καὶ τὰ φλογερὰ μάτια του ἦταν στραμμένα σὲ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας· δὲν κοίταζε ὅμως τὴν εἰκονα. Ἔμεινε ἔτσι 34 λεπτὰ καί, ὅταν ἐπανῆλθε, ῥώτησε: «Ἀκούσατε ἀγγελικὲς ψαλμωδίες;». Σὲ παρόμοια κατάσταση τὸν εἶχαν δεῖ οἱ ἀδελφὲς καὶ λίγες ἡμέρες νωρίτερα, ἀλλὰ τότε ὁ Ὅσιος δὲν εἶχε πεῖ τίποτε.
Ἀγγελικὲς ψαλμωδίες ἄκουσε καὶ ἕνα ἀπόγευμα, τὴν ὥρα ποὺ γινόταν ὁ Ἑσπερινὸς στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ἐνῶ ἐκεῖνος βρισκόταν στὸ κελλί του. Στὴν ἀρχὴ νόμισε ὅτι ἡ ψαλμωδία ἀκουγόταν ἀπὸ τὸν ναό. Ἀλλά, ὅταν ἡ ψαλμωδία αὐτὴ δυνάμωσε, ἄκουγε τὸ ἀργό: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ...» Ἄγγελοι τὸ ἔψαλλαν συνέχεια πολὺ γλυκά, καὶ ὁ Ὅσιος ἄκουγε ἐκστατικὸς καὶ ἔνιωθε, ὅπως εἶπε, «ἕνα γλυκὸ βύθισμα καὶ μία οὐράνια μακαριότητα». Νόμισε μάλιστα ὅτι εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα νὰ φύγει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ζητοῦσε ἀπὸ τὶς ἀδελφὲς νὰ ψάλλουν τὸ «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ...» καὶ τοὺς ἔδειχνε πῶς νὰ τὸ ἀρχίζουν ἁπαλά καὶ νὰ τὸ δυναμώνουν σταδιακά, ὅπως τὸ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Ἐπέμενε νὰ κάνουν τὰ «γυρίσματα» γλυκὰ καὶ νὰ σβήνουν τὶς καταλήξεις ὁμαλά, ὅμορφα. Ἤθελε νὰ τὸ ψάλλουν μὲ τόνο ἀλλὰ καὶ μὲ ἁπαλάδα, καὶ ἀπαιτοῦσε μεγάλη ἀκρίβεια.
Πρὸς τὰ τέλη Μαΐου, ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ ἀνακοίνωσε καὶ στοὺς γιατρούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως τοῦ ἐπεσήμαναν ὅτι ἡ μετακίνησή του θὰ ἦταν δυνατὴ μόνο μὲ ἀσθενοφόρο, διότι τὸ ταξίδι θὰ διαρκοῦσε 7 ὧρες, ἐνῶ ἐκεῖνος ἀνὰ 2 ὧρες ἔπρεπε νὰ παίρνει ὀξυγόνο. Ὁ Γέροντα ςὅμως δὲν ἤθελε νὰ πάει μὲ ἀσθενοφόρο στὸ Ἅγιον Ὄρος. Εἶπε στὴν ὀγκολόγο: «Οὔτε πεθαμένο δὲν θέλω νὰ μὲ πᾶνε μὲ τροχοφόρο, διότι ἐγὼ ἀγωνίστηκα νὰ μὴν μποῦν τὰ τροχοφόρα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Καὶ τώρα ἀφρομὴ θὰ πάρουν μερικοὶ ἀπὸ τὸ ἀσθενοφόρο, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὰ πουλμανάκια νὰ ἁλωνίζουν τὸ Ἅγιον Ὄρος».
Καί, ἐνῶ εἶχε ὁρίσει τὴν ἡμέρα τῆς ἀναχώρησης, ἡ κατάσταση του χειροτέρεψε. Οἱ πόνοι καὶ οἱ δύσπνοια ἐντάθηκαν, χρειαζόταν συχνότερα ὀξυγόνο, ἐνῶ οἱ δυνάμεις του ὅλο καὶ λιγόστευαν. Καταλάβαινε πιὰ ὅτι ἀνθρωπίνως ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Οὔτε ὅμως καὶ ἤθελε νὰ πεθάνει στὸ δρόμο καὶ νὰ γίνει θόρυβος γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό του. Ὅπως σεμνὰ εἶχε ζήσει, ἔτσι σεμνὰ καὶ ἀθόρυβα ἤθελε νὰ πεθάνει καὶ νὰ ταφῆ. Ἀποφάσισε λοιπόν καὶ εἶπε στὴν Γερόντισσα νὰ ζητήσει τὴν εὐλογία τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου νὰ ταφῆ ἀθόρυβα στὸ Ἡσυχαστήριο. Ἐκεῖνος, ὅταν τὸ ἄκουσε, ἔδωσε τὴν εὐλογία του καὶ εἶπε: «Ἀθόρυβα ἔζησε, δίκαιο εἶναι καὶ ἀθόρυβα νὰ φύγει». Ἔτσι, ταπεινὰ καὶ μὲ φόβο Θεοῦ ῥύθμισε ὁ Ὅσιος καὶ τὸ θέμα αὐτό.
Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀπόφασή του αὐτή, τὴν νύχτα τῆς 10ης Ἰουνίου, εἶχε δυνατοὺς πόνους καὶ ταχυπαλμία. Νόμισε ὅτι εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ θὰ πέθαινε, καὶ μὲ ὅση δύναμη εἶχε, ἔψαλε τὸ «Ἅγιος ὁ Θεός», τὸ «Ἄξιόν Ἐστιν», τὸ «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ», τὸ «Ἐπὶ Σοὶ χαίρει Κεχαριτωμένη» καὶ τὸ «Χαίροις Ἄνασσα». Τὴν μεθεπόμενη ἡμέρα, 12 Ἰουνίου, μνήμη τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου, ζήτησε τὸ Μηναῖο καὶ διάβασε τὸν Οἶκο τοῦ Ὁσίου μεγαλοφώνως καὶ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ.
Ὕστερα ἀπὸ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρες, ὁ Ὅσιος εἶδε τὴν Παναγία νὰ περνάει ἀπὸ τὸ κελλί του, ὅπως τὴν εἶχε δεῖ καὶ πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια· βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι, πέρασε καὶ ἀπὸ τὸ κρεββάτι του καὶ χάθηκε πρὸς τὸν ἀπέναντι τοῖχο, ἀφήνοντάς τον μὲ μία ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ οὐράνια ἀγαλλίαση.
Ἀπὸ τὰ μέσα Ἰουνίου δεχόταν ἐλάχιστους ἐπισκέπτες. Μία ἡμέρα, ἀφοῦ δέχθηκε κάποιους, δέχθηκε ἔπειτα καὶ τὸν γιατρό του. Ὁ γιατρὸς τὸν εἶδε στενοχωρημένο καὶ τοῦ εἶπε: «Γέροντα, γιατί στενοχωριέστε; Ξέρουμε ὅτι ἀγαπᾶτε ὅλον τὸν κόσμο. Γιατί στενοχωριέστε;». Τότε ὁ Πατὴρ Παΐσιος τὸν κοίταξε χαμογελαστός, ἀλλὰ μὲ τὸν πόνο ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπό του, κούνησε τὸ κεφάλι του καὶ εἶπε: «Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη!... Ἂν δὲν ἦταν ἡ ἀγάπη, ποιός ξέρει σὲ ποιά σπηλιὰ θὰ ἀλήτευα!»
Στὶς 15 Ἰουνίου συζήτησε μὲ τὴν Γερόντισσα γιὰ τὸν τάφο του, ποῦ καὶ πῶς θὰ γίνει. Ζήτησε νὰ μὴν γίνει ποτὲ ἐκταφή του, ὅπως εἶχε ζητήσει καὶ ὁ Γέροντάς του, ὁ παπα-Τύχων. Ζήτησε ἀκόμη νὰ τοῦ φέρουν ἀπὸ τὴν Παναγούδα τὸ Σχῆμα καὶ τὸ κουκούλι του. Ὅταν οἱ Πατέρες πῆγαν ἐκεῖ, βρῆκαν ἕτοιμα τὰ ῥοῦχα ποὺ εἶχε γιὰ τὴν κηδεία του, μὲ ἕνα σημείωμα ποὺ ἔγραφε: «Αὐτὰ εἶναι γιὰ τὴν κηδεία. Θὰ χαρῶ, ἐὰν μοῦ φορέσετε τὰ παλιὰ καὶ κρατήσετε τὰ καινούργια, γιατὶ εἶμαι παλιάνθρωπος. Ὁ Θεὸς δι’ εὐχῶν σας νὰ μὲ ἐλεήσει, εὔχεσθε. Μοναχὸς Παΐσιος».
Ἀφοῦ λοιπὸν τακτοποίησε τὰ πάντα, στὶς 21 Ἰουνίου ἀποφάσισε νὰ διακόψει ὅλα τὰ φάρμακα. Εἶπε στοὺς γιατρούς: «Ἐμένα τώρα θὰ μὲ ἀφήσετε, πρέπει νὰ φύγω». «Γιατί, Γέροντα;». «Ἀφοῦ δὲν μπορῶ οὔτε μία μετάνοια νὰ κάνω. Προσπάθησα νὰ γονατίσω καὶ δὲν μπόρεσα. Πρέπει νὰ φύγω». Οἱ γιατροὶ τὸν συμβούλεψαν νὰ μὴν διακόψει τὰ φάρμακα. Ἡ δὲ ὀγκολόγος ἐπέμενε νὰ μὴν σταματήσει τοὐλάχιστον τὴν κορτιζόνη καὶ τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἡ κορτιζόνη δὲν παρατείνει τὴν ζωή, ἀλλὰ βοηθᾶ τὸν ἀσθενῆ νὰ αὐτοεκυπηρετῆται μέχρι τέλους. Ὁ Γέροντας ὅμως μὲ τίποτε δὲν ὑποχωροῦσε, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ σταματήσει νὰ τρώει καὶ τὸ ἐλάχιστο ποὺ ἔτρωγε.
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, 24 Ἰουνίου, ἑορτὴ τοῦ Γενεθλίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου, μὲ δυσκολία πῆγε στὴν Θεία Λειτουργία. Ἀφοῦ κοινώνησε, ἔφυγε ἀμέσως γιὰ τὸ κελλί του, διότι δὲν μποροῦσε νὰ σταθῆ ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴν μεγάλη του ἀδυναμία. Ζήτησε ἀπὸ τὶς ἀδελφὲς νὰ τηλεφωνήσουν στὴν ὀγκολόγο, γιὰ νὰ τῆς ζητήσει συγγνώμη γιὰ τὴν ἐπιμονή του νὰ διακόψει τὰ φάρμακα καὶ ἄρχισε νὰ παίρνει καὶ πάλι τὴν κορτιζόνη.
Τὴν ἴδια ἡμέρα ἔγραψε λίγους στίχους καὶ ζήτησε νὰ χαραθοῦν σὲ μία μικρὴ μαρμάρινη πλάκα, ἡ ὁποία νὰ τοποθετηθεῖ πάνω στὸν τάφο του.
Ἐδῶ τελείωσε ἡ ζωή,
ἐδῶ καὶ ἡ πνοή μου,
ἐδῶ τὸ σῶμα θὰ θαφτῆ,
θὰ χαίρη κι ἡ ψυχή μου.
Ὁ Ἅγιός μου κατοικεῖ,
αὐτὸ εἶναι τιμή μου.
Πιστεύω Αὐτὸς θὰ λυπηθῆ,
τὴν ἄθλια ψυχή μου.
Θὰ εὔχεται στὸν Λυτρωτή,
νἄχω τὴν Παναγιὰ μαζί μου.
Μοναχὸς Παΐσιος Ἁγιορείτης.
Στὴν συνέχεια ὁ Ὅσιος σταμάτησε νὰ τρώει στερεὲς τροφές· ἔπινε μόνο ὑγρά, ὅπως εἶχε κάνει καὶ ὁ παπα-Τύχων τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του. Τὸ βράδυ τῆς 28ης Ἰουνίου εἶπε: «Ἔγινα ἐρείπιο. Γιὰ νὰ δοῦμε, θὰ μπορέσω αὔριο νὰ πάω στὴν ἐκκλησία, νὰ κοινωνήσω;». Μία ἀδελφὴ τότε εἶπε: «Ἂς ξημερώσουμε πρῶτα». Ἀκούγοντας ὁ Γέροντας αὐτό, σὰν νὰ πηρε δύναμη, ἀνασηκώθηκε λέγοντας: «Τί εἶπες; Δὲν θὰ ξημερώσω; Ἂν δὲν ξημερώσω, θὰ ἔχω μεγάλη ἡμέρα· δὲν θὰ βραδιάζει ποτέ. Τὸν ἥλιο κρατῆστέ τον ἐσεῖς!»
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, Μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὁ Ὅσιος πῆγε γιὰ τελευταία φορὰ στὴν Θεία Λειτουργία. Τὸ βράδυ ἔγινε καὶ ἡ τελευταία Σύναξη τῆς ἀδελφότητος μαζί του. Τὰ τελευταῖά του λόγια ἦταν: «Νὰ εὔχεσθε νὰ βρῶ αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμῶ. Καὶ ἐγώ, ἂν βρῶ παῤῥησία στὸν Θεό, ὅ,τι ζητᾶτε κατὰ Θεόν, θὰ εὔχομαι νὰ τὸ βρῆτε».
Τὶς 13 ἑπόμενες ἡμέρες ὁ Ὅσιος ἔκανε ὑπομονὴ σὲ φρικτοὺς πόνους. Ἦταν σιωπηλός, μὲ γερμένο τὸ κεφάλι πρὸς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ εἶχε δίπλα του καὶ φαινόταν νὰ προσεύχεται. Κάποιες φορὲς ἔλεγε: «Ἰησοῦ μου! Παναγία μου!» Κάπου-κάπου ἄνοιγε τὰ ἀδύναμα χέρια του καὶ ἔλεγε: «Γλυκειά μου Παναγία!» Τὰ γράμματα ποὺ τοῦ ἔστελναν εἶχε σταματήσει νὰ τὰ διαβάζει· ζητοῦσε μόνο τὰ χαρτιὰ μὲ τὰ ὀνόματα καὶ τὰ περνοῦσε ῥίχνοντας μιὰ ματιά. Κάποια μέρα εἶπε: «Ὅταν βλέπω στὰ χέρια μου χαρτὶ ποὺ νὰ γράφῆ καρκίνος, σταματώ. Πῶς πονάω!» Κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων στὸ κελλί του, φορώντας τὸ ῥάσο του. Ἀδύναμος, ἀλλὰ ἤρεμος καὶ γαλήνιος, ἑτοιμαζόταν γιὰ τὴν ποθητὴ ἀναχώρηση.
Στὶς 4 Ἰουλίου πέρασαν ὅλες οἱ ἀδελφὲς ἀπὸ τὸ κελλί του, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του. Σὲ κάποιες, ποὺ κατὰ καιροὺς τὶς εἶχε μαλώσει, ψιθύρισε ταπεινά, παρακλητικά, μὲ σβησμένη φωνή: «Νὰ μὲ συγχωρέσεις». Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελευταῖό του «κήρυγμα»· ἡ μετάνοια καὶ ἡ ταπείνωση.
***


Ὁ Γέροντας, ἀκόμα καὶ στὰ τελευταία του, παρηγορεῖ ἀντὶ νὰ παρηγορῆται

Ὁ Γέροντας, ἀκόμα καὶ στὰ τελευταία του, παρηγορεῖ ἀντὶ νὰ παρηγορῆται
Μία μέρα, ἐνῶ πονοῦσε πολύ, δέχθηκε κατ’ ἐξαίρεσιν, γονατιστὸς στὸ κρεββάτι του, μία οἰκογένεια ἀπὸ τὴν Κρήτη. Τοὺς εἶπε ἐγκάρδια: «Σᾶς ἀγαπῶ μωρὲ ἐσᾶς τοὺς Κρητικούς, γιατὶ εἶστε κουζουλοί, ἔχετε τὴν καλὴ κουζουλάδα». Ἐκεῖνοι βιάζονταν νὰ φύγουν, γιὰ νὰ μὴν τὸν κουράσουν, ἀλλὰ τοὺς κράτησε ῥωτώντας τους γιὰ ἄλλους γνωστούς. Ἡ ζωντάνια του δὲν ἔδειχνε ἄνθρωπο ποὺ σὲ λίγο θὰ ἔφευγε ἀπὸ τὴν ζωή. Καὶ δὲν θὰ σταματοῦσε νὰ τοὺς μιλάει, ἂν δὲν τὸν διέκοπταν ἐκεῖνοι λέγοντας: «Δῶσέ μας, Γέροντα, τὴν εὐχή σας, γιατὶ σᾶς κουράσαμε». Τοὺς ἀποχαιρέτησε εὐχόμενος «συνάντηση στὸν Παράδεισο».
Μία ἄλλη μέρα, δέχθηκε κάποια παιδάκια, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔφεραν ἀγριολούλουδα καί, καθὼς ἦταν ξαπλωμένος, τὰ ἀκούμπησαν δίπλα του. Εἶπε μὲ φωτεινὸ χαμόγελο: «Εἴδατε τὰ παιδάκια; Βλέπουν πιὸ μακριά».
Ὅταν τὸν ῥωτοῦσαν ἂν ἔχει πόνους, ἀπαντοῦσε: «Κάτι πρέπει νὰ ἔχουμε, γιὰ νὰ δώσουμε ἐξετάσεις.
Πολλοὶ ἐπισκέπτες τοῦ ἔλεγαν ὅτι προσεύχονταν γιὰ τὴν ὑγεία του καὶ ἐκεῖνος τοὺς ζητοῦσε νὰ προσεύχονται γιὰ νὰ πάρει τὴν βάση στὶς δύσκολες ἐξετάσεις ποὺ ἔδινε. Ἄλλοι τοῦ εὐχόνταν νὰ γίνει καλά. Ἀπαντοῦσε: «Δὲν θέλω νὰ γίνω καλά, ὁ θάνατος γιὰ μένα εἶναι πανηγύρι. Ἂν ἤξερα ὅτι ἀπόψε θὰ πέθαινα, θὰ χόρευα τὸ Ἔχε γειὰ καημένε κόσμε».
Ἦρθαν νὰ πάρουν τὴν εὐχή του καὶ οἱ οἰκογένειες τῶν δύο Πομάκων ποὺ εἶχαν γίνει Χριστιανοί. Εἶπε ὁ Γέροντας στὴν σύζυγο τοῦ ἑνός: «Κάνε μία προσευχὴ γιὰ μένα, γιὰ νὰ πεθάνω». «Γέροντα, ἂν ἐσεῖς πεθάνετε, ἐμεῖς τί θὰ κάνουμε; Ὀρφανοὶ θὰ εἴμαστε». «Δὲν θὰ εἶστε ὀρφανοί. Δὲν πιστεύεις στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ; Μαζὶ θὰ εἴμαστε· θὰ σᾶς περιμένω ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ θὰ εἶμαι κοντά σας».
***


Ὁ Γέροντας, παραμένει ἀσκητὴς μέχρι ἐσχάτης ἀναπνοῆς.

Ὁ Γέροντας, παραμένει ἀσκητὴς μέχρι ἐσχάτης ἀναπνοῆς.
Ὁ Ὅσιος ὅμως συνέχιζε νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ κοπιάζει. Μόνος του τακτοποιοῦσε τὰ σχετικὰ μὲ τὴν προσωπική του καθαριότητα, τὴν ὁποία ὡς ἀσκητὴς εἶχε ἁπλοποιήσει, ἐνῶ συνέχεια ἔβρισκε τρόπους γιὰ νὰ αὐτοεξυπηρετεῖται καὶ νὰ ἀγωνίζεται. Πότε ζητοῦσε ἕνα σκαμνάκι, πότε ἕνα μαξιλάρι, πότε ἕνα κρεμαστάρι, γιὰ νὰ κρεμάει κοντὰ στὸ κρεββάτι του ὅ,τι τοῦ χρειαζόταν. Μέχρι τὸν Ἰούνιο τοῦ 1994 -ἕναν μήνα δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του- ἔκανε μετάνοιες ἀκουμπώντας τὰ χέρια του σὲ ἕνα σκαμνάκι. Ἔπειτα ζήτησε μία μεγάλη σανιδένια ἐπιφάνεια, τὴν ὁποία ἔβαζε ἐπάνω στὸ κρεββάτι του, γιὰ νὰ γονατίζει ἐκεῖ.
Κάθε μέρα διάβαζε ὅλα τὰ ὀνόματα καὶ ὅλα τὰ γράμματα ποὺ τοῦ ἔστελναν. Δὲν κοιμόταν, ἂν δὲν τὰ εἶχε τελειώσει. «Δὲν ἀφήνω δουλειὰ γιὰ τὴν ἄλλη μέρα», ἔλεγε. Μία νύχτα, κάποια ἀδελφή, γιὰ νὰ μὴν τὸν κουράσει, δὲν τοῦ ἔδωσε τὰ χαρτιὰ μὲ τὰ ὀνόματα ποὺ τοῦ εἶχαν φέρει οἱ προσκυνητές, ἀλλὰ τὰ ἔβαλε κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλό του μὲ τὴν πίστη ὅτι, ἔστω καὶ ἔτσι, ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ὅμως ὁ Ὅσιος τὰ βρῆκε, εἶπε: «Δὲν βοηθιέται ὁ κόσμος μὲ τρόπο μαγικό».
Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ἕνα ἀπόγευμα, κάποια ἀδελφὴ χτύπησε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του καί, χωρὶς νὰ ἀκούσει τὸ «Ἀμήν», τὴν ἄνοιξε σιγανά. Τὸν εἶδε τότε ὄρθιο μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι, νὰ διαβάζει ὀνόματα μὲ φωνὴ ψιθυριστὴ καὶ τόνο παρακλητικό· ἦταν βυθισμένος στὸν πόνο καὶ τὴν ἱκεσία. Ἡ ἀδελφὴ ἔκλεισε τὴν πόρτα καὶ τὴν ξαναχτύπησε πιὸ δυνατά. Ὁ Γέροντας εἶπε τὸ «Ἀμήν» καί, μόλις τὴν εἶδε, ἄρχισε νὰ κάνει τὸν σαλό· ἔλεγε ἀσυνάρτητα λόγια καὶ γελοῦσε χτυπώντας τὰ χέρια του.
Στὶς Θεῖες Λειτουργίες, ὅσο καὶ ἂν πονοῦσε, στεκόταν ὄρθιος ἀκουμπώντας ἐλαφρὰ στὸ στασίδι. Ἔμενε ὣς τὸ τέλος, γιὰ νὰ ἀκούσει τὴν Θεία Εὐχαριστία, διότι θεωροῦσε ὅτι ἦταν μεγάλη περιφρόνηση καὶ ἀχαριστία νὰ κοινωνήσει καὶ νὰ φύγει ἀμέσως. Οὔτε ἤθελε νὰ συντομεύονται οἱ Ἀκολουθίες γιὰ χάρη του.
Ἀκόμη καὶ δύο μῆνες πρὸ τῆς κοιμήσεώς του εἶχε πεῖ: «Ἂν δὲν εἶχα αὐτὸ ποὺ ἔχω, ποιός ξέρει ποῦ θὰ ἤμουν! Θὰ ἔκανα παλαβομάρες. Ἔτσι ἴσως δένομαι, ἀλλὰ ἀκόμα δὲν χάνω τὴν ἐλπίδα μου».
Ἔλεγε: «Οἱ μαρτυρικοὶ πόνοι τῆς ἀῤῥώστιας μὲ ὠφέλησαν ὅσο δὲν μὲ ὠφέλησαν οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες ὅλης τῆς ζωῆς. Ὅσο μὲ βοήθησε ἡ ἀῤῥώστια, δὲν μὲ βοήθησε καμμία ἀπὸ τὶς ἀσκήσεις. Ταπεινώθηκα, σιχάθηκα τὸν ἑαυτό μου».
***


Τὸ μαρτύριο τῶν πόνων τοῦ Γέροντα.

Τὸ μαρτύριο τῶν πόνων τοῦ Γέροντα.
Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1994 ὁ Γέροντας εἰσήχθη πάλι στὸ νοσοκομεῖο γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ ἐντέρου. Ἡ γνώμη τῶν γιατρῶν ἦταν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει μόνιμη παρὰ φύσιν ἕδρα, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἤθελε. Ἤθελε τὴν συντομώτερη ἀποκατάσταση καὶ γιὰ τὸν λόγο ὅτι εἶχε σκοπὸ νὰ δώσει τέλος στὶς προσπάθειες τῶν γιατρῶν. Σὲ ἕναν ἱερέα ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκε στὸ νοσοκομεῖο, τοῦ εἶπε: «Μέχρι τώρα ἔκανα ὑπακοὴ στὸν Πατριάρχη καὶ πῆγα στοὺς γιατρούς. Τώρα θὰ τὰ ἀφήσω ὅλα στὸν Θεό».
Στὴν συνέχεια ὅμως πέρασε ἕνα φοβερὸ μαρτύριο μὲ φρικτοὺς πόνους. Οἱ μεταστάσεις στὸ συκώτι ποὺ συνεχῶς αὐξάνονταν, προκαλοῦσαν διόγκωση καὶ διαρκῆ ἀφόρητο πόνο, ἐνῶ οἱ μεταστάσεις στὸν πνεύμονα προκαλοῦσαν δύσπνοια. Ἐπιπλέον, ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ ἐρεθισμένου ἀπὸ τὶς ἀκτινοβολίες καὶ τὴν ἐγχείρηση ἐντέρου προκαλοῦσε ἔντονο καυστικὸ πόνο. Ὁ πόνος αὐτὸς ἦταν τός δυνατός, ποὺ πολλὲς φορὲς ὁ Ὅσιος τιναζόταν ὁλόκληρος, ἐνῶ ἔσταζε ὁ ἱδρώτας του καὶ ἔτρεχαν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του. Μία μέρα ῥώτησε: «Αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν εἶναι οὔτε δάκρυα μετανοίας οὔτε δάκρυα ἀγαλλιάσεως· ποῦ ὑπάγονται;». «Μαρτύριο δὲν εἶναι, Γέροντα;», εἶπε μία ἀδελφή. «Ἔμ, τί εἶναι; Ξοφλῶ ἁμαρτίες. Ἐγὼ τώρα θέλω 20 χρόνια, γιὰ νὰ ξοφλήσω τὶς ἁμαρτίες μου».
Βάπτισμα μαρτυρίου ἦταν, πράγματι, οἱ πόνοι αὐτοί, τοὺς ὁποίους ὁ Ὅσιος ὑπέμεινε μὲ φρόνημα μαρτυρικό, δοξολογώντας τὸν Θεό. Νύχτες ὁλόκληρες πονοῦσε καὶ ἔψαλλε, γιατὶ ἔλεγε ὅτι ἔτσι ὁ πόνος ἐλαττωνόταν. Πολλὲς φορὲς ἔψαλλε μὲ θεία ζέση: «Τὰς ἀλγηδόνας τῶν Ἁγίων ἃς ὑπὲρ Σοῦ ἔπαθον, δυσωπήθητι, Κύριε». Σταματοῦσε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο καὶ δὲν συνέχιζε τὸ ὑπόλοιπο τροπάριο: «καὶ πάσας ἡμῶν τὰς ὀδύνας ἴασαι, Φιλάνθρωπε δεόμεθα». Ἔλεγε στὸν ἑαυτό του: «Ἐσὺ δὲν ἔλεγες:  Θεέ μου, δῶσε τὴν ἀσθένεια σὲ μένα καὶ μετά, ὅσο καὶ ἂν κλαίω καὶ ἂν τσιρίζω, νὰ μὴν μὲ ἀκοῦς, νὰ εἶσαι κουφός; Τώρα τί θὰ πῆς; Θεέ μου, κάνε με καλά;»
Παυσίπονα δὲν ἔπαιρνε, παρὰ μόνον ὅταν ὁ πόνος ἔφθανε στὸ ἀπροχώρητο. Μία μέρα ἔδειξε στὶς ἀδελφὲς ἕνα χαρτάκι διπλωμένο καὶ εἶπα: «Πῆρα τὸ χάπι μου ἀπόψε». Ἐκεῖνες τὸ ξεδίπλωσαν, ἀλλὰ δὲν εἶχε τίποτε μέσα. «Διαβάστε τί λέει ἀπ’ ἔξω», τοὺς εἶπε. Τὸ γύρισαν ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ καὶ εἶδαν ὅτι εἶχε γράψει: «Σαράντα Μάρτυρες». Ὁ Γέροντας ἐξήγησε: «Πόσο πονοῦσαν οἱ Σαράντα Μάρτυρες γυμνοὶ μέσα στὴν παγωμένη λίμνη! Ἐγὼ εἶμαι στὸ κρεββάτι μου, ἔχω θέρμανση, ἔχω ὀξυγόνο, ἔχω τὰ πάντα».
Τὸ ἴδιο καιρό, μία ἀδελφὴ ὑπέφερε πολὺ ἀπὸ τὸν πόνο ποὺ τῆς εἶχε ἀφήσει ὁ ἕρπης ζωστήρ. Μία μέρα παρακάλεσε τὸν Γέροντα νὰ προσευχηθῆ γι’ αὐτὴν νὰ μὴν τὴν πονάει τοὐλάχιστον τὴν Μεγάλη Σαρακοστή. Τῆς ἀπάντησε: «Εὐλογημένη, ὅποιος θέλει νὰ γίνει καλά, αὐτὸς δὲν εἶναι καλά. Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ μὴν πονᾶς τὴν Σαρακοστή, γιὰ νὰ ζήσεις τὴν Σαρακοστή! Κανονικά, ἐμεῖς οἱ μοναχοί, πρέπει νὰ παρακαλᾶμε νὰ πονάμε, γιὰ νὰ σηκώνουμε τοὺς πόνους τῶν κοσμικῶν, γιὰ νὰ δίνει ὁ Θεὸς παρηγοριὰ στοὺς ἀνθρώπους». Σὲ ἕναν ὅμως λαϊκό, ὁ Ὅσιος τοῦ εἶπε:«Νὰ μὴν ζητᾶς, νὰ μὴν ζητᾶς! Δὲν μπορεῖς νὰ ἀντέξεις τὸν πόνο, εἶναι φοβερός!».
Μία μέρα ποὺ εἶχε πολὺ πόνο καὶ δύσπνοια, εἶπε: «Μήπως ὑπάρχει καμμία φυσαρμόνικα; Ὁ γιατρὸς λέει ὅτι, γιὰ νὰ ἀνοίξουν οἱ πνεύμονες καὶ νὰ ζήσεις πολλὰ χρόνια, πρέπει νὰ παίζεις φυσαρμόνικα». Τοῦ βρῆκαν μία φυσαρμόνικα καὶ ὅταν τοῦ τὴν πῆγαν, εἶπε: «Ποῦ τὴν εἴχατε τόσο καιρό; Ὅταν μὲ πιάνει δύσπνοια, θὰ παίζω!». Τὴν περιεργάσθηκε γιὰ λίγο καὶ ἀμέσως ἄρχισε νὰ παίζει τό: «Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ». Στὸ τέλος εἶπε: «Φυσαρμόνικα ἔμαθα στὰ 10 μου χρόνια καὶ τώρα, μόλις ἔπαιξα λίγο, ἀμέσως τὴν θυμήθηκα. Ξαναέγινα 10 χρονῶν, γιὰ νὰ παίξω!»
Ἔλεγε: «Ὁ χάρος εἶναι ἡ χαρά μου». «Πόσοι θὰ πᾶνε στὴν κόλαση, ποὺ δὲν εἶδαν καὶ σ’ αὐτὴν τὴν ζωὴ λίγη χαρά! Ἐγώ, ὕστερα ἀπὸ τόσες χαρὲς πνευματικὲς ποὺ ἔζησα, θὰ εἶναι μεγάλη ἀπαίτηση νὰ θέλω νὰ πάω στὸν Παράδεισο».
Ἔτσι, ὑπομένοντας μέχρι τέλους, μὲ φιλότιμους καὶ ταπεινοὺς λογισμούς, καὶ μὲ καρδιὰ γεμάτη χαρὰ καὶ ἐλπίδα στὸν Θεό, ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἔδειξε πῶς ἀναχωρεῖ γιὰ τὸν Οὐρανό, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεό.
***