Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Ὁ Ῥῶσσος Πατὴρ Λεόντιος ὁ Σεραγίτης.

Ὁ Ῥῶσσος Πατὴρ Λεόντιος ὁ Σεραγίτης.
Κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Γεροντίας τοῦ Σεραγιοῦ, ποὺ ἀντιμετώπιζε τὸ πρόβλημα τῆς ἐπιβιώσεως τῆς ἀδελφότητος, ζήτησαν ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἰβήρων τὴν ἀνάθεση τῆς συγκομιδῆς τῶν φουντουκιῶν σὲ αὐτήν, δίνοντας στὴν Μονὴ τὸ ἥμιση τῆς ποσότητος καὶ ἔστειλε στὸ στοιχειωμένο ὡς ἐπιστάτη τὸν πατέρα Λεόντιο.
Οἱ γείτονες τοῦ στοιχειωμένοι, προσωνόμαζαν τὸν Λεόντιο, κυρίως Τάρταρο, ἢ γιὰ τὸν ἐντυπωσιακὸ τῆς ἐμφανίσεώς του ἢ γιατὶ θὰ εἶχαν πληροφορηθῆ τὴν ἰδιαίτερη καταγωγή του.
Ἀπὸ τὶς πρῶτες ὅμως στιγμὲς τῆς εἰσόδου καὶ ἐγκαταστάσεώς του, ὁ Πατὴρ Λεόντιος διεπίστωσε ὅτι τὸ στοιχειωμένο, σὺν τοῖς ἄλλοις ἦταν κατοικητήριο καὶ ἀμέτρητων ποντικιῶν, ποὺ ἄφοβα καὶ ἀδιάντροπα, μέρα μεσημέρι καὶ ἀπὸ ἔμπροσθέν του, πηγαινοέρχονταν καὶ μαργάριζαν τὰ πάντα. Γρήγορα μετέφερε ἀπὸ τὸ Σεράϊ ἕναν καλοθρεμμένο γάτο.
Μία νύχτα, θόρυβοι καὶ μικροχτυπήματα τοῦ χάλασαν τὸν ὕπνο. Σκέφτηκε: «Σίγουρα ἔκλεισα τὸν γάτο, ἂς πάω νὰ τοῦ ἀνοίξω τὴν πόρτα». Ἀλλά, μόλις ὁ Τάρταρος κατέβασε ἀπὸ τὸ κρεβάτι τὶς ποδαροῦκλές του καὶ ἔκανε νὰ ἀνορθωθῆ, παρ’ ὀλίγον νὰ συνθλίψει τὰ ἐντόσθια τοῦ γάτου ποὺ κοιμόταν καὶ αὐτὸς κουλουριασμένος στὸ κουρελοπατίκι. Πρόλαβε καὶ συγκρατήθηκε καὶ δὲν καλοπάτησε ὁ Τάρταρος καὶ ἔτσι γλίτωσε ὁ γάτος τὸν ξεκοιλιασμό. Τὸν ἔζωσαν ὅμως οἱ τύψεις, γιατὶ ἡ στριγκλιὰ τοῦ γάτου ἦταν ἀρκούντως διαπεραστική, καὶ γιατὶ τώρα τὸν ἔνιωθε ἀλλόφρονα καὶ ἀλγοῦντα στὴν γωνία.
Ξανάκουσε σὲ λίγο τοὺς θορύβους καὶ πῆγε νὰ ἐξακριβώσει τὴν αἰτία. Μὲ τὸ πιάσιμο τῆς χειρολαβῆς, ὀχλοβοὴ τοῦ κούφανε τὰ ἀφτιά, ἐνῶ ταυτοχρόνως ἔπεσε πάνω καὶ τὸν κατακάλυψε ὅλη ἡ ντάνα τῶν καυσόξυλων ποὺ ἦταν στοιβαγμένα παράλληλα μὲ τὸν τοῖχο τοῦ διαδρόμου.
«Σκουσένια» (πειρασμέ), ἀναφώνησε μὲ φόβο καὶ ὀργή, καὶ βάλθηκε νὰ ἀπελευθερωθῆ, πρᾶγμα ποὺ τὸ κατόρθωσε, ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς νύχτας τὸ ἔβγαλε μέσα στὸ ἐκκλησάκι.
Μὲ τὴν χαραυγὴ ξεκίνησε καὶ μὲ τὴν ἀνατολὴ βρέθηκε στὸ Σεράϊ, διηγούμενος στὸν Δικαῖο τὸ πάθημά του καὶ καταθέτων τὴν ἐντοολή. Ἂς ἀναλάμβανε ἄλλος.
Μὲ τὴν παράθεση τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι, ἂν ἀποφάσιζαν οἱ δαίμονες νὰ παρουσιάζονται ὅπου ἐμεῖς μετακινούμεθα καὶ ἐγκαθιστάμεθα, καὶ μᾶς πείραζαν περισσότερο τοῦ συνήθους, τότε δὲν θὰ μᾶς ἐναπέμενε τίποτε ἄλλο νὰ κάνουμε, εἴμη νὰ μετακινούμαστε συνεχῶς στὸ Ὄρος μέχρι νὰ τὸ ἐγκαταλείψουμε καὶ νὰ καταλήξουμε στὸν κόσμο, γιατὶ μόνο ἐκεῖ θὰ μᾶς ἄφηνε ἥσυχους, πείστηκε ὁ Λεόντιος. Καὶ μὲ τὰ καίρια χτυπήματα: «Ποῦ εἶναι ἡ πίστις στου στὸν Χριστό, στὴν Παναγία, καὶ ἡ ἀφιερωματικὴ εὐλάβειά σου στὸν Τόπο;», ὁ Δικαῖος τὸν ἔκανε νὰ περιέλθει σὲ κατάσταση μετανοίας γιὰ τὴν φοβία καὶ τὴν ἀπόδραση ἐκεῖθεν. Ἀναθάῤῥησε δὲ τελείως καὶ αἰσθάνθηκε ἀνανεούμενη τὴν γενναιότητά του, ὅταν ὁ Γέροντας τοῦ ἔταξε μόνιμη συνοδεία δύο ἀδελφῶν καὶ ἀπεφάσισε αὐθημερὸν ἐπιτόπιο λιτάνευση ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ ἀπὸ ἄλλους ἱερεῖς τοῦ Τιμίου Ξύλου καὶ ἱερῶν Λειψάνων.
Πράγματι, πῆγαν ἐκεῖ, ἔκαναν ἁγιασμό, διάβασαν τοὺς ἐξορκισμοὺς καὶ στὸ ἑξπης, ἀραιὰ καὶ ποῦ, ὡς ἀπὸ πολὺ μακρυὰ ἐρχόμενες, ἄκουγαν κάποιες φωνὲς καὶ θορύβους ὁ Πατὴρ Λεόντιος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Πατέρες.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)

Νώντας ὁ λειψός.

Νώντας ὁ λειψός.
Κατὰ τὴν Κατοχή, κάποιος λαϊκὸς Νώντας, ἀγνώστων λοιπῶν στοιχείων, ποὺ ἀπὸ τὸ λέγειν του ἔδειχνε ἀρκετὰ σπουδασμένος, ἀπὸ τὰ λεγόμενά του ὅμως μᾶλλον λειψός, πῆγε στὴν Ἰβήρων, φιλοξενήθηκε ἐπ’ ἀρκετό, κούρασε τοὺς πατέρες μὲ τὶς ἀερολογίες τους, καὶ ἡ Σύναξις ἀποφάσισε τὴν μὲ εὔσχημο τρόπο ἀπομάκρυνσή του. Τότε, ἐκεῖνος, ζήτησε νὰ ἐγκατασταθεῖ στὸ στοιχειωμένο, ἄνευ ὑποχρεώσεως μοναχικῆς δοκιμῆς ἢ ἄλλων δεσμεύσεων. Ἔκοβε ὡς φαίνεται τὸ νιονιό του γιὰ τὸ δύσκολο τῆς καλογερικῆς.
Φοβούμενοι ὅμως οἱ Ἐπίτροποι, μήπως ἐκεῖ ἀποτρελλαθῆ ὅλως δι’ ὅλου καὶ τὸ ἔχουν κρῖμα στὴν ψυχή τους, τὸν προειδοποίησαν.
-Ἐμεῖς, σοῦ ἐπιτρέπουμε, ἀλλὰ ἔχουμε χρέος νὰ σὲ πληροφορήσουμε, ὅτι θὰ δυσκολευτῆς πολύ, γιατὶ ἐκεῖ συμβαίνουν, ἐξ ἐπηρείας τῶν δαιμόνων πολλὰ παράξενα πράγματα.
-Ἤδη τυγχάνω γνώστης τῶν φημολογουμένων· πλὴν δυοῖν θάτερον πρέπει νὰ συμβαίνει· ἢ πρόκειται περὶ ψευδολογημάτων τῶν ἀρεσκομένων εἰς τοιαῦτα ἢ περὶ ὀφθαλμαπάτης.
Ἔνευσαν μὲ σημασία οἱ Ἐπίτροποι καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι εἶχε τὸ ἐλεύθερο νὰ πάει. Καὶ οὔτε ἄργησε πολὺ νὰ μαθευτῆ ὅτι ἕνας λειψὸς μένει στὸ στοιχειωμένο.
Τοῦ ἔδινε ὁ Δοχειάρης τῶν Ἰβήρων κατὰ διαστήματα κουμπάνιες, ἔπαιρνε καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα κοντινὰ Μοναστήρια, καὶ ὁ καιρός του μᾶλλον καλὰ περνοῦσε. Ἔμαθε πολὺ σύντομα ὅτι καὶ οἱ κελλιῶτες εἶναι φιλάνθρωποι καὶ φιλόξενοι κατὰ δύναμιν καὶ ἄρχισε νὰ ἐπισκέπτεται τὰ γειτονικὰ Κελλιά. Ἀπολάμβαναν οἱ πατέρες κατὰ τὶς γιορτὲς καὶ ἀργίες των τὶς ἑλληνικοῦρες καὶ τὶς περὶ παντὸς ἐπιστητοῦ θεωρίες του, τὸν φίλευαν συμπαθέστατα ὅ,τι εἶχαν καὶ ὅταν τοὺς χαιρετοῦσε γιὰ νὰ φύγει, τοῦ ἔδιδαν κηπουρικά, ψωμὶ καὶ μαγειρεμένο φαγητὸ γιὰ τὸ βράδυ.
Ἕνα πρωϊνὸ Κυριακῆς, μόλις εἶχε τελειώσει ἡ θεία Λειτουργία στὸ Κελλὶ τῆς Ἁγίας Ἄννης, καὶ οἱ Πατέρες συγκεντρωμένοι, κατὰ τὴν συνήθεια, στὸ ἀρχονταρίκι γιὰ τὸ καθιερωμένο κέρασμα, συζητοῦσαν γιὰ τὰ προβλήματα καὶ τὰ ἐνδιαφέροντά τους, προεξάρχοντος τοῦ Γέροντος Θεοδοσίου, ὅταν ἕνας των, βλέποντας ἀπὸ τὸ παράθυρο πρὸς τὰ ἔξω, ἔβγαλε ἐπιφώνημα ποὺ ἔκαμε ὅλους νὰ ἀπορήσουν. Τοὺς κάλεσε εὐθὺς νὰ δοῦνε καὶ αὐτοί, ὁπότε ὅλοι βγῆκαν καὶ ἔτρεξαν στὴν αὐλή. Πυκνοὶ καπνοὶ ἀνέβαιναν ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὸ στοιχειωμένο καὶ φλόγες τεράστιες ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν πόρτα καὶ τὰ παράθυρά του.
-Πάει, τὸ ἔκαψε τὸ Κελλὶ ὁ παλαβός· δὲν προλαβαίνουμε νὰ κάνουμε τίποτα, εἶπε ὁ παπάς. Χτυπῆστε παρατεταμένα καὶ δυνατὰ τὴν καμπάνα νὰ πάρουν εἴδηση καὶ ἄλλοι, καὶ ἑτοιμασθῆτε νὰ πᾶμε ἐκεῖ τὸ συντομώτερο.
Ἡ σκέψις μήπως δὲν πρόλαβε νὰ βγῆ ὁ λειψός, καὶ εἶναι ἐγκλωβισμένος σὲ κανένα δωμάτιο, ἔκανε τοὺς νεώτερους νὰ τρέχουν καὶ ὅταν ἀκόμη ἔγινε ἀνηφορικὸ τὸ μονοπάτι στὴν ἀπέναντι πλαγιά. Καὶ ξάφνου, νά τος, μπροστά τους ὁ λεγάμενος. Δὲν συγκρατήθηκε ὁ πρῶτος ποὺ τὸν ἀντάμωσε καί, καθὼς τὸν εἶδε χαμογελαστὸ καὶ ξένοιαστο, θύμωσε ἀκόμη πιὸ πολύ, καὶ τὸν στόλισε δεόντως. Ὁ δὲ Νώντας, ἔλεγε καὶ ἐπέμενε ὅτι κανένα Κελλὶ δὲν καίγεται. Οἱ Πατέρες τὸν προσπέρασαν καὶ ἀνέβαιναν πρὸς τὸ Κελλί. Τοὺς φώναξε ὁ Νώντας: «Ἴδετε, Πατέρες, ποῦ ὁ καπνὸς καὶ αἱ φλόγες;»
Σήκωσαν ὅλοι τὸ βλέμμα πρὸς τὸ Κελλί, καὶ πράγματι, οὔτε φλόγες φαινόταν, οὔτε ἴχνος καπνοῦ στὸν οὐρανὸ καὶ στὸν ὁρίζοντα ὑπῆρχε! Ἔμειναν ὅλοι ἀπορημένοι καὶ ἀρκέστηκαν νὰ ἐπαναλαμβάνουν τό: «Κύριε ἐλέησον» καὶ νὰ κανουν τὸν Σταυρό τους.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)

Ὁ Παρθένιος Ἰβηρίτης καὶ ἡ διαμονή του στὸ στοιχειωμένο

Ὁ Παρθένιος Ἰβηρίτης.
Ἀρχηγὸς τῶν παγγενιῶν γιὰ λογαριασμὸ τῶν περιοχῶν τῆς Ἰβήρων, κατὰ διορισμό της, ἦταν ὁ μοναχὸς Παρθένιος (Παπαδάκης Εὐάγγελος τοῦ Γεωργίου, ἐξ Ῥούστικων Ῥεθύμνου Κρήτης, γέννησις 1905, προσέλευσις 1932, κουρὰ 1933, κοίμησις 1965 (;)).
Τὸν φοβήθηκα αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι μόνο εγώ. Ὄχι τόσο γιὰ τὴν βαθειὰ μελαχρινή, σχεδὸν μαύρη, μορφή του, τὰ μὴ δεχόμενα νὰ ὑποταχθοῦν κάτω ἀπὸ τὴν σκούφια μαλλιά του, καὶ τὰ μᾶλλον μονίμως ἀχτένιστα καὶ κατσιασμένα γένια του, ποὺ τὸν ἔδειχναν ἀκόμη πιὸ ἀγριωπό, ἀλλὰ ἐπιπροσθέτως καὶ κυρίως γιὰ τὴν μέχρις ἀθυροστομίας ἔτσιν ὅτε ἐξικνουμένη, καὶ ὅλως μὴ ἁρμόζουσα πρὸς τὸ μοναχικὸ σχῆμα, γλῶσσά του.
Διορίστηκε ἀπὸ τὴν Σύναξη τῆς Μονῆς μία χρονιά, ὡς ἐπιστάτης στὸ μάζεμα τῶν λεπτοκαρυῶν στὸ στοιχειωμένο Κελλί. Ἀνέβηκε στὸ Κελλὶ μὲ τὰ χρειαζούμενα του καὶ διάλεξε γιὰ ἐγκατάστασή του τὸ καλύτερα διασωζόμενο δωμάτιο. Ἐπιστάτησε στὴν συγκομιδή, καὶ μετὰ τὸ κοινοβιακὸ δεῖπνο μὲ τοὺς ἐργάτες, ἀποσύρθηκε γιὰ τὰ τῆς ἐκκλησίας καὶ γιὰ ὕπνο.
Ἔσβησε ὁ Παρθένιος τὴν γκαζόλαμπα καὶ δὲν εἶχε καλὰ καλὰ ἀποκοιμηθῆ, καὶ ἄκουσε βηματισμοὺς στὸν διάδρομο καὶ στὸ διπλανὸ δωμάτιο. Σκέφθηκε ὅτι μπῆκαν ἐργάτες νὰ πάρουν τίποτα πράγματά τους. Οἱ θόρυβοι ὅμως συνεχίζονταν καὶ ἄρχισε νὰ θυμώνει γιατὶ δὲν τοῦ ἐρχόταν ὁ ὕπνος. Σηκώθηκε νὰ δῆ ποιοί ἦσαν καὶ νὰ τοὺς κατσαδιάσει. Ἄναψε ἕνα κερὶ καὶ ἔκανε νὰ βγῆ στὸν διάδρομο. Κάποιος ὅμως, ποὺ δὲν πρόλαβε νὰ διακρίνει, ἔκανε ἕνα «φοῦ» καὶ τοῦ τὸ ἔσβησε. Ὥρμησε σὰν λύκος ὁ Παρθένιος νὰ τὸν πιάσει, ἀλλὰ εἰς μάτην, παραπάτησε μάλιστα καὶ λίγο ἔλειψε νὰ ξαπλώσει φαρδὺς-πλατὺς στὸ πάτωμα. Ὡργίσθηκε πολύ. Ψηλαφητὰ περισσότερα ἔκλεισε τὶς πόρτες τῶν δωματίων καὶ ἀσφάλησε τῆς ἐξώπορτας τὴν ἀμπάρα, ὥστε, ἂν ἦταν ἐργάτες νὰ τοὺς ἔπιανε τὸ πρωΐ, ἂν ἦταν διάβολοι θὰ ἤξερε γιὰ τὸ ἑξῆς μὲ ποιούς εἶχε νὰ κάνει. Στὸ ὑπόλοιπο τῆς νύχτας τὸν ἄφησαν ἀνενόχλητο.
Τὴν ἑπόμενη βραδυά, ὁ Παρθένιος ἔλαβε τὰ μέτρα του. Ἀσφάλισε ὅλες τὶς πόρτες, πέρασε λουκέτο στὴν ἐξώπορτα ἀπο μέσα, ξεκρέμασε ἀπὸ τὸ ταβάνι τοῦ μαγειρειοῦ τὸ φανάρι θυέλλης, πρόσθεσε καὶ ἄλλο πετρέλαιο, κάρφωσε ἕνα καρφὶ στὸν τοῖχο, λίγο παρἔκει ἀπὸ τὸ προσκέφαλο τοῦ κρεβατιοῦ του καὶ κρεμῶντάς το μονολόγησε: «Αὐτό, δὲν θὰ μπορέσουν νὰ μοῦ τὸ σβήσουν». Εἶχε ἀκουμπισμένο στὸν τοῖχο καὶ ἕνα κοντόχοντρο ῥαβδί, ἐπίτηδες ἀπὸ ἀγριοαχλαδιὰ γιὰ νὰ ἔχει κόμπους.
Τὸν πῆρε ὁ ὕπνος καὶ ἡ νύχτα προχώρησε ἀρκετά. Ξάφνου, ἔντονοι βηματισμοὶ ἀκούστηκαν στὸν διάδρομο, ποὺ τὸν ἔκαναν νὰ ξυπνήσει. Ἄναψε τὸ φανάρι. Βγῆκε ἀμέσως στὸν διάδρομο καὶ τὸ ἀνασήκωσε κάπως ψηλότερα μὲ τὸ ἀριστερό, γιὰ νὰ δῆ καλλίτερα ἐνῶ μὲ τὸ δεξὶ σφικτοκρατοῦσε τὸ ῥαβδί. Δὲν διέκρινε κανέναν, μόνο ἕνα ἰσχυρὸ φύσημα αἰσθάνθηκε καὶ ἄκουσε πάλι, ποὺ ἔσβησε τὸ φανάρι θυέλλης. Πῆγε ὕστερα στὴν ἐκκλησία καὶ ἔκανε προσευχή, προσθέτοντας στὸ τέλος: «Καὶ διάβολοι νὰ εἶναι, ὅπως λένε οἱ γείτονές μου, Χριστέ μου, πάντως, δὲν τοὺς δίνεις ἐξουσία καὶ δικαίωμα νὰ μὲ βλάψουν, Σὲ εὐχαριστῶ. Καὶ ἐσύ, Παναγία μου, νὰ εἶσαι μαζί μου».
Τὴν τρίτη νύχτα οἱ ἀόρατοι ἐπισκέπτες του ἔγιναν πιὸ θρασεῖς. Ἄναψε καὶ ἄφησε χαμηλωμένο τὸ φανάρι γιὰ νὰ μὴν δυσκολευθῆ ὅπως τὴν προηγούμενη νύχτα· καὶ ἐνῶ ξάπλωνε νὰ κοιμηθῆ, τὸν ἔτρωγε ἡ περιέργεια ἂν θὰ τοῦ τὸ ξανασβήνανε.
Κατὰ τὰ μεσάνυχτα περίπου δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ μὴν ξυπνήσει, ἀφοῦ οἱ κουβέντες ἦταν ἀκριβῶς ἀπὸ ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα του. Σηκώθηκε καὶ προσπάθησε νὰ καταλάβει τί ἔλεγαν. Διέκρινε σαφῶς νὰ προφέρουν τὸ ὄνομά του. Δὲν ἄντεξε περισσότερο καὶ φώναξε:
-Ποιοί εἴσαστε, ῥέ;
-Οἱ νοικοκυραῖοι, Πάτερ Παρθένιε.
-Τί θέλετε ἀπὸ ἐμένα;
-Τίποτα, συντροφιὰ σοῦ κρατᾶμε.
Ἔκανε βέβαια τὸν Σταυρό του, ἀλλὰ, Παρθένιος ἦταν αὐτός, μπόρεσε εὐθὺς νὰ μνημονεύσει δεόντως τὴν μάνα καὶ τὴν γενιά τους, ὁπότε γέλια ἀκούστηκαν ἀπὸ ἔξω.
-Ἂν νομίζετε, ῥε, ὅτι ἔχετε νὰ κάνετε μὲ τὸν διακο-Γιάννη καὶ τὸν Γρηγόριο, ποὺ ... ἀπὸ τὸν φόβο τους, εἴσαστε γελασμένοι. Κάνω ὑπακοὴ στὸ Μοναστήρι καὶ δὲν θὰ φύγω ἀπὸ ἐδῶ μέχρι νὰ μαζευτοῦν τὰ λεφτόκαρα.
Πάλι γέλια ἀκούστηκαν ἀπὸ ἔξω.
Τούτη τὴν φορὰ θύμωσε περισσότερο καὶ ἔδειξε ἀποφασισμένος νὰ τοὺς τὰ πῆ κατὰ πρόσωπο καὶ νὰ ξεκαθαρίσει μιὰ καὶ καλὴ τὴν κατάσταση. Μεγάλωσε τὴν φλόγα τοῦ φαναριοῦ καὶ πῆγε νὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα, ἀλλὰ ἡ πόρτα δὲν ἄνοιγε. Ἐπέμεινε, καὶ ὕστερα τοῦ φάνηκε πὼς  κάποιος, πιάνοντας γερὰ τὴν χειρολαβὴ ἀπὸ ἔξω, τὴν τραβοῦσε μὲ δύναμη πρὸς τὸ μέρος του. Στὸ τέλος, καὶ ὅταν μὲ περισσότερη δύναμη τὴν τράβηξε ὁ Παρθένιος, ὑβρίζοντάς τους συγχρόνως, ὁ ἀπέξω σκοπίμως τὴν ἄφησε ἀπότομα, ὁπότε αὐτὴ μὲν ἄνοιξε διάπλατα, ὁ Παρθένιος ὅμως βρέθηκε ἀνάσκελα στὸ πάτωμα.
Τώρα τὰ γέλια καὶ οἱ καγχασμοί, ἔγιναν ἀσυγκρατήτοι στὸν διάδρομο. Ποτὲ ἄλλοτε στὴν ζωή του δὲν ἔνιωσε τόσο βάναυσα προσβεβλημένος καὶ ταπεινωμένος. Ἀνασηκώθηκε γρήγορα, καὶ διότι δὲν τοῦ πήγαινε αὐτὴ ἡ κατάντια καὶ γιατὶ τὸ φανάρι του, ἐγκυμονοῦσε κίνδυνο πυρκαγιᾶς γιατὶ τοῦ ἔφυγε τὸ πῶμα καὶ τὸ χυνόμενο πετρέλαιο ἅπλωνε πρὸς τὴν στοίβα τῶν ξερῶν σκουπιδιῶν τῶν ἀπὸ τῶν φουντουκιῶν τὰ κελύφια καὶ τὰ ἄλλα σκουπίδια.
Ἔτσι πέρασε ὅλες τὶς νύχτες τῆς περιόδου συγκομιδῆς ὁ Πατὴρ Παρθένιος. Μᾶς εἶναι γνωστὰ καὶ ἄλλα παρόμοια κατορθώματά του. Πάντως, καθὼς ἔλεγαν οἱ γείτονες, αὐτὰ ποὺ τράβηξε ὁ Πατὴρ Παρθένιος στὸ στοιχειωμένο μόνο οἱ δαίμονες μποροῦσαν νὰ τὰ ἐπινοήσουν καὶ πραγματοποιήσουν, ἀλλὰ καὶ ὅσα οἱ δαίμονες ἄκουσαν τότε μόνο ἀπὸ τὸν Παρθένιο μποροῦσαν νὰ τὰ ἀκούσουν.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Ὁ γερο-Γρηγόριος ὁ Γοβδελᾶς καὶ τὸ πάθημά του.

Ὁ γερο-Γρηγόριος ὁ Γοβδελᾶς.
Πολὺ εἶχε χαρεῖ γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἐγκαταβιώσεως τοῦ διακο-Γιάννη καὶ ἡ συνοδεία τοῦ Κελλιοῦ τοῦ Ἁγίου Γοβδελᾶ, καὶ ὁ δὴ ὁ Γέροντάς του Γρηγόριος (Παπαστυλιανὸς Ἰωάννης τοῦ Στυλιανοῦ ἐξ Ἱερισσοῦ, γέννησις 1911, προσῆλθε 12ετὴς ἀλλὰ καταχωρίσθηκε στὰ μοναχολόγια ὡς προσελθὼν τὸ 1925, ἐκάρη τὸ 1927, ἐκοιμήθη τὸ 1987), γιατὶ ἦταν ἀπὸ ἐτῶν γνώριμός του, συμψάλτης στὸ ἀναλόγιο, ἀφοῦ ἦταν ὑπέροχος στὴν φωνὴ καὶ τὴν κατάρτισή του καὶ αὐτός, καὶ γιατὶ μαζὶ ἀγρυπνοῦσαν μὲ πανσέληνο καὶ ἀπόβροχα στὰ δόχια καὶ τὰ καρτέρια μὲ τὸ δίκαννο στὸ χέρι.
Ὅταν ὁ διακο-Γιάννης ἐγκατέλειψε τὸ στοιχειώμενο, πρῶτος κατέφθασε πρὸς συνάντησή του ὁ φίλος του γερο-Γρηγόριος καὶ τοῦ εἶπε:
-Δὲν ντρέπεσαι, ἄντρακλας δύο μέτρα, νὰ πιστέψεις σὲ παραμύθια, νὰ τὸ βάλεις στὰ πόδια σὰν νὰ ἦσουν λαγός, γιὰ νὰ ἔρθεις νὰ κρρυφτῆς στοῦ παπποῦ Θεοδόση τὰ ῥάσα;
Τοῦ εἶπε καὶ ἄλλα προσβλητικὰ καὶ ταπεινωτικά. Ὁ διακο-Γιάννης τὰ ὑπέμεινε ὅλα καὶ δήλωσε στὸ τέλος ὅτι δὲν ξαναγυρίζει στὸ Κελλί του· τὸ ἐγκαταλείπει, θὰ ψάξει γιὰ ἀλλοῦ. Καὶ ὅσο γιὰ τὰ παραμύθια, ἂν τοῦ βάσταγε τοῦ Γρηγόριου, ἂς πήγαινε νὰ διανυχτερεύσει καὶ ἐκεῖνος γιὰ λίγο καιρὸ στὸ στοιχειωμένο καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ τὰ ξαναποῦνε.
Στὸν ἰδιόκτητο ἀρσανᾶ του, παραδῶθε ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Καλλιάγρας, βρέθηκε μετὰ τὴν συνομιλία του μὲ τὸν διακο-Γιάννη, ὁ γερο-Γρηγόριος. Δὲν μποροῦσε νὰ χωνέψει, πῶς ἕνας ἁγιορείτης τοῦ ἀναστήματος, τοῦ φρονήματος καὶ τῆς ἀνδρείας ἐκείνου, καταλήφθηκε ἀπὸ δαιμονοφοβία, καὶ πανικόβλητος ἀνεχώρησε ἀπὸ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἦταν ὁ «Γοβδελᾶς» ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ἐλαχίστους ἁγιορείτας, ποὺ ὄχι ἁπλῶς δυσπιστοῦσαν, ἀλλὰ καθόλου δὲν πίστευαν σὲ δαιμονοεμφανίσεις, καί, ἐπὶ πλέον, τῆς διαθέσεως νὰ καταγελοῦν ἐκείνους ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τέτοιες ἱστορίες· ἕως ὅτου τὴν ἔπαθε καὶ ὁ ἴδιος.
Κρεμοῦσε λίγο θαλασσάκι, ὅταν κατὰ τὸ ἡλιόγερμα ἀνοίχτηκε μὲ τὴν βάρκα του στὸν ψαρότοπο καὶ ἄρχισε νὰ ῥίχνει τὰ δίχτυα. Στὴν κακοδιαθεσία του ἀπὸ τὰ προηγηθέντα ἦρθαν νὰ προστεθοῦν καὶ τὰ παιχνίδια τοῦ καιροῦ καὶ τὰ δυσοίωνα τῶν παρατηρήσεών του. Ἕτοίμαζε τὴν τράπεζά του καὶ συχνὰ ἔῤῥιχνε βλέμματα ἀπὸ τὴν πόρτα πρὸς τὰ ἔξω. Ἡ ὑποψία του γινόταν ἀνησυχία, γιατὶ βγῆκε ἀέρας, καὶ ἡ θάλασσα, ἀντὶ νὰ μπουνατσάρει, ἄρχισε νὰ ἀγριεύει. Πῆγε νὰ διπλοδέσει τὴν βάρκα. Καὶ ἐνῶ βάδιζε πρὸς τὰ ἐκεῖ, ἄκουσε κάποιον νὰ τὸν φωνάζει μὲ τὸ ὄνομά του: «Ἔεε, Πάτερ Γρηγόριε». Παραξενεύτηκε. Φωνὴ ἀπὸ τὰ μέσα;! Ἔντεινε τὴν ἀκοὴ καὶ τὴν προσοχή του περισσότερο, καὶ διέκρινε κάποιον μὲ ἁπλωτὲς νὰ προσπαθῆ νὰ ἔρθει πρὸς τὸ μέρος του. Ἔμενε ἀκόμη ἀπόστασις 20-30 μέτρων. Δὲν ἄντεξε ὁ γερο-Γρηγόριος καὶ φώναξε δυνατά: «Ποιός εἶσαι; ῥέεε;». «Τῆς γειτονιᾶς, τῆς γειτονιᾶς», ἀπάντησε ὁ ἐπισκέπτης, ὁ ὁποῖος σταμάτησε τώρα νὰ κολυμβᾶ, καὶ ἄρχισε νὰ ἀναδύεται καὶ νὰ ἀνυψώνεται ἀπὸ τὰ κύματα, κατάμαυρος, γιγαντόσωμος, δύσμορφος, κερασφόρος, καὶ νὰ κουνᾶ τὸ χέρι του σὲ χαιρετισμό.
«Παναγιά μου!», κραύγασε καὶ ἔκανε τὸν Σταυρό του ὁ γερο-Γρηγόριος, νιώθοντας γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ζωή του σφίξιμο στὴν καρδιὰ καὶ τρεμούλα στὰ γόνατα. Εὐθὺς στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τῆς Παναγίας, βούτηξε ὁ διάβολος στὸ νερὸ καὶ ἐξαφανίστηκε. Λησμόνησε βάρκες καὶ δίχτυα ὁ ἄφοβος γερο-Γρηγόριος, καὶ μόλις συνῆλθε, κλειδαμπαρώθηκε στὸν ἀρσανᾶ, καὶ ἄρχισε νὰ άπαγγελῆ ἐν μετανοίᾳ καὶ μετὰ δακρύων, τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας ἕως τὸ πρωΐ. Ἀνέβηκε τότε στὸ Κελλί, τὰ περιέγραψε στὴν συνοδεία του, τὰ ὡμολόγησε στοὺς γείτονές του καὶ ζήτησε συγγνώμη ἀπὸ τὸν διακο-Γιάννη.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)

Ὁ πολὺς καὶ ξακουστὸς διακο-Γιάννης καὶ τὸ στοιχειωμένο Κελλί.

Ὁ πολὺς καὶ ξακουστὸς διακο-Γιάννης.

Κατὰ τὸ 1935, ἡ Ἱερὰ Κοινότης, εἰσηγήσει ἐκείνων ποὺ γνώριζαν τὴν θεωριτικὴ μουσικὴ κατάρτιση καὶ πρὸ πάντων τὴν καλλιφωνία τοῦ στὸ Ξηροποταμινὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τότε μονάζοντος διακο-Γιάννη (Σίμης Πέτρο τοῦ Κωνσταντίνου ἐξ Ἀρχαγγέλων Πέλλης, γέννησις 1905, προσῆλθε 1921, κουρὰ 1922, κοίμησις 1989), τὸν προσκάλεσε καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ δεχθῆ τὸν διορισμό του ὡς ψάλτου στὸν Ναὸ τοῦ Πρωτάτου.
Καὶ γιὰ ποιόν δὲν θὰ ἦταν τιμητικὸ καὶ κολακευτικὸ νὰ τὸν προτιμᾶ καὶ παρακαλάει ὁλόκληρη ἡ Ἱερὰ Κοινότης καὶ νὰ τὸν χρίει Πρωτοψάλτη τοῦ Πρωτάτου τῶν Καρυῶν;! Μεγάλη ὅμως ἦταν καὶ ἡ δυσκολία τῆς ἀποστάσεως· δύο ὧρες πηγαιμὸς καὶ ἄλλες τόσες ἡ ἐπιστροφὴ στὸ Κελλί του, μὲ κάψες τὸ καλοκαίρι καὶ μὲ παγωνιὲς καὶ ἴσαμε τὸ μπόϊ του πολλὲς φορὲς τὸ χιόνι τὸν χειμῶνα, δὲν ἦταν πρᾶγμα νὰ μὴν τὸ ὑπολογίσει. Δίστασε, καὶ πῆγε νὰ γνωστοποιήσει τὶς ἀντιῤῥήσεις του. Τότε ἦταν ποὺ οἱ πεπειραμένοι καὶ ἀκριβεῖς γνῶσται τῶν ἀνὰ τὸ Ὄρος συμβαινόντων Γεροντάδες, σὰν νὰ μὴν ἔφτανε ποὺ τοῦ ἀφήρεσαν κάθε ἴχνος ἀντιγνωμίας, τὸν ἔκανα νὰ ντραπῆ καὶ ἀπὸ πάνω, λέγοντάς του:
-Σὺ τὰ λὲς αὐτά, Διᾶκο; Συναγωνίζεσαι τὰ ἀγριοζουλάπια στὸ τρέξιμο καὶ σὲ τρέμουν οἱ καπροι σὲ ὅλες τὶς ξηροποταμινὲς χαράδρες καὶ τὶς σιμωνοπετρίτικες ἀκρολοφιές, καὶ ὅταν ἀκόμα τὸ κρύο πηρουνιάζει τὰ κόκκαλά μας καὶ βλέπουμε τὸ χιόνι νὰ τελειώνει στὸ κῦμα, καὶ τώρα ποὺ σὲ καλοῦμε νὰ δοξολογήσεις τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία μας μὲ τὸ χάρισμα ποὺ σοῦ ἔδωσαν, καὶ νὰ εὐχαριστήσεις καὶ ἐμᾶς καὶ ὅλους τοὺς Καρυώτας Πατέρες, νὰ περνᾶμε ὡραιώτερα τὶς Ἀκολουθίες καὶ τὶς Ἀγρυπνίες μας, μπορεῖς νὰ ἀποδείχνεσαι διστακτικὸς καὶ ἀπρόθυμος, καὶ ὅτι τάχα σκέπτεσαι τὸ μακρυὰ καὶ τὸ χιόνι; Παράτα τα αὐτὰ καὶ βάλε γρήγορα μετάνοια.
Χωρὶς νὰ καλοκαταλάβει τί ἔκανε, ἔβαλε τὴν μετάνοια καὶ ἀπὸ τότε ἔγινε ἕνα μὲ τὸ Πρωτατινὸ στασίδι.
Ἔτσι πηγαινοερχόμενος, ἔβγαλε τὶς τρεῖς πρῶτες χρονιές του. Δέθηκε ψυχικῶς μὲ τὸ Πρωτᾶτο, συνδέθηκε πνευματικῶς μὲ τοὺς Καρυώτας, ὅλο καὶ ἀτονοῦσαν οἱ συναισθηματικοὶ δεσμοί του μὲ τὸ ξηροποταμηνὸ περιβάλλον, στὸ τέλος ἔκρινε ὅτι ἔπρεπε ὁριστικὰ νὰ μετεγκατασταθῆ κἄπου ἐγγύτερα τῶν Καρυῶν.
Δὲν ἤθελε μέσα· δὲν κλείνεται τὸ λιοντάρι σὲ κλούβα· δὲν τοῦ πήγαινε ἡ συμβατικότης, τὸν ἔπνιγε ἡ στενούρα τῶν Καρυῶν. Γι’ αὐτὸ ἄρχισε νὰ ψάχνει γιὰ ἐλεύθερο καὶ λίγο ξέμακρο Κελλί, ἀφοῦ τοῦ ἦταν δύσκολο νὰ ὑπαχθῆ σὲ ἄλλη συνοδεία καὶ νὰ κάνει ὑπακοὴ καὶ στὸν τελευταῖό της κεκαρμένο μοναχό, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς θὰ ἦταν κατὰ πολὺ νεώτερός του. Εἶχε δὲ καὶ τὴν πρόσφατη δυσκολία· γιατί τότε ἀκριβῶς ἦταν ποὺ συνέπεσε νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ ὁ ἀδελφός του –Τσάκος τὸ χαϊδευτικό του- καὶ νὰ τοῦ δηλώσει ὅτι θὰ δοκίμαζε ἕνα δύο χρόνια κοντά του τὶς στερήσεις, τὶς ἀκολουθίες καὶ τὶς ἄλλες στερήσεις τῆς καλογερικῆς ζωῆς, καί, ἂν τὰ ἔβγαζε πέρα θὰ γινόταν καὶ αὐτὸς μοναχός. Τελικῶς δὲν τὰ κατάφερε καὶ ἐπέστρεψε στὰ πάτρια του.
Εἶχε συνδεθῆ ὁ διακο-Γιάννης μὲ τὴν συνοδεία τοῦ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Ἄννης σεμνυνομένου Κελλιοῦ. Ἐκεῖ διέμενε προσωρινῶς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁρμώμενος ἔκανε τὶς ἐξερευνήσεις του γιὰ νὰ εὕρη τὸ κατάλληλο τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τοῦ χαρακτῆρός του. Πρῶτος τῆς συνοδείας ἦταν ὁ Γέρων Θεοδόσιος (Μεζαράκης Θεόδωρος τοῦ Γεωργίου ἐκ Πατρῶν, γέννησις 1864, προσέλευσις 1885, κουρὰ 1899, κοίμησις 1958) καὶ ὁ ὁποῖος συμβούλευσε τὸν διακο-Γιάννη ὡς ἑξῆς:
-Ἀφοῦ μαζί μας δὲν δέχεσαι, οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν μπορεῖς νὰ κοινοβιάσεις, θὰ σὲ συμβούλευα νὰ ἐνεργήσουμε, ὥστε νὰ πάρεις τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Τὰ λεπτόκαρά του μόνιμο καὶ ἐξασφαλισμένο εἰσόδημα, ἀγριογούρουνα πολλά, καλλιεργήσιμη περιοχὴ τεράστια –τὸ δικέλλι σὲ φοβᾶται, δὲν τὸ φοβᾶσαι- καὶ ἀπὸ τὸ ἐπάνω πρὸς τὶς Καρυὲς μονοπάτι, ποὺ εἶναι στὰ περισσότερά του ὁριζοντιωμένο, περίπτατος θὰ σοῦ εἶναι τὸ πήγαινε-ἔλα στὸ Πρωτᾶτο.
Δέχθηκε ὁ διακο-Γιάννης καὶ ἄρχισε τὶς ἑτοιμασίες γιὰ νὰ μετακομίσει ὁριστικά. Τότε ὁ γερο-Θεοδόσιος ἔκρινε νὰ τὸν προετοιμάσει καὶ γιὰ κάτι ἄλλο:
-Θὰ πρέπει νὰ ξέρεις, Διᾶκο, ὅτι σ’ αὐτὸ τὸ Κελλί, ὅπως λένε, συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Κάποιους δυσεξήγητους κρότους, ἄλλοι καὶ ὁμιλίες, χωρὶς νὰ διακρίνουν πρόσωπα, ἔχουν ἀκούσει. Σὺ ὅμως, ποὺ τὶς νύχτες μὲ τὸ δίκαννο στὸ χέρι ἁλωνίζεις ῥουμάνια καὶ λαγκάδια, δὲν πτοεῖσαι ἀπὸ κάτι τέτοια· καὶ ἂν ἀκόμα σᾶς συμβῆ τίποτα, κάντε τὸν Σταυρό σας, ἐπικαλεσθῆτε τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ τότε ὅλα «ὡς ἐκλείπει καπνός» θὰ ἐκλείψουν.
-Παραμύθια θἆναι, Γέροντα, αὐτά· δὲν εἴμαστε δὰ καὶ μωρὰ παιδιά, νὰ κοψοχολιαστοῦμε καὶ νὰ τὸ βάλουμε στὰ πόδια, ἀπάντησε ὁ διακο-Γιάννης καὶ χάρηκαν γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Γέροντας Θεοδόσιος καὶ οἱ ὑποτακτικοί του, ἀφοῦ καὶ γείτονες καλοὺς θὰ ἀποκτοῦσαν καὶ τοῦ στοιχεωμένου τὰ καντήλια θὰ ἄρχιζαν νὰ ἀνάβουν.
Ἀπὸ τὶς πρῶτες κιόλας ἡμέρες τῆς ἐγκαταστάσεώς των, ὁ Τσᾶκος ἄρχισε νὰ διαμαρτύρεται ὅτι δυσκολεύεται νὰ κοιμηθῆ, ἐπειδὴ κατὰ διαστήματα τοῦ φαινόταν πὼς ἄκουγε κάποιους ἀπὸ τὰ διπλανά, ἢ καὶ σἂν πάνω ἀπὸ τὸ ταβάνι, νὰ σιγομουρμουρίζουν. Τὸν καθησύχασε ὁ διακο-Γιάννης, ὅτι δὲν εἶναι τίποτα· νὰ κάνει τὴν προσευχή του, καὶ νὰ μὴν φοβᾶται, κοτζὰμ ἄντρας.
-Ἂν ὅμως, Γέροντα, ὅπως λένε, εἶναι διάβολοι;
-Καὶ τί μ’ αὐτό; Στὸ Ὄρος ἤρθαμε νὰ πολεμήσουμε κατὰ τῶν παθῶν μας καὶ κατὰ τοῦ διαβόλου μέρα καὶ νύχτα ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Καὶ διάβολοι νὰ εἶναι, περιφρόνα τους, κοίτα ἐσὺ τὴν δουλειά σου καὶ ἄστους νὰ μουρμουρίζουν.
Προσπαθοῦσε ὁ Τσᾶκος νὰ ἐφαρμόζει τὶς ὑποδείξεις τοῦ Γέροντα καὶ νὰ ὁπλίζεται μὲ θάῤῥος καὶ προσευχή, δὲν μποροῦσε ὅμως ὁλότελα νὰ ἀποβάλει τὸν φόβο.
Ἕνα δειλινό, κατάκοποι ἀπὸ τὶς ἐργασίες τῆς ἡμέρας γιὰ νὰ ἀνθρωπέψουν τὸ ἐπι δεκατίες ἔρημο Κελλί, κάθησαν νὰ δειπνήσουν μὲ τὸν φωτισμὸ τῆς γκαζόλαμπας. Οὔτε στὰ μισὰ δὲν εἶχαν φθάσει, ὅταν ἄρχισαν νὰ ἀκοῦνε ὁμιλίες στὸ τάβανι καὶ ἀπὸ πάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὰ κεφάλια τους. Χλώμιασε ὁ Τσᾶκος. Τώρα ἄρχισε νὰ καταλαβαίνει καὶ ὁ διακο-Γιάννης καὶ ἀλλοιώθηκε ἡ ὄψις του· φώναξε δυνατά:
-Ποιός εἶναι;
-Νὰ κατεβοῦμε καὶ ἐμεῖς κάτω γιὰ παρέα;
Ἔτρεμε τώρα ὁ Τσᾶκος καὶ ἔμεινε ἄναυδος ὁ Γέροντας. Ἄκρα σιωπὴ καὶ ἀμηχανία ἀκολουθήσε. Ἔκανε ὁ Γέροντας τὸν Σταυρό του, καὶ εἶπε στὸν δόκιμο ποὺ ἔκανε τὸ ίδιο:
-Πᾶμε, Τσᾶκο, νὰ φύγουμε, δὲν εἶναι γιὰ ζωὴ καὶ προκοπὴ ἐδῶ μέσα.
Καὶ μόλις πῆραν τὰ ῥάσα τους καὶ δρασκέλιζαν τὴν πόρτα, ἀκράτητα ἔγιναν τὰ γέλια στὸ ταβάνι καὶ ῥίγη προξενοῦσαν σὲ ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Τσάκου τὰ κύματα τῶν δαιμονοκαγχασμῶν.
Νυχτιάτικα, χτυποῦσαν τὴν ἐξώθυρα τοῦ Γέροντος Θεοδοσίου. Πῆγε νὰ τοὺς πῆ κάτι, νὰ τοὺς ἐνθαῤῥύνει καὶ μεταπείσει, νὰ τοὺς συνοδεύσει ὁ ἴδιος, καὶ νὰ παραμείνει ἐν ἀνάγκῃ μαζί τους γιὰ κάμποσο καιρό· ἀνένδοτος ὁ διακο-Γιάννης.
Τελικά, βρῆκε τρόπο καὶ εὐκαιρία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ Κουτλουμουσιανὸ Κελλὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀπὸ ὅπου διευκολυνόταν ἀκόμα πιὸ πολὺ στὶς ὑποχρεώσεις του στὸ Πρωτᾶτο.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)

Τὸ στοιχειωμένο Κελλὶ στὰ Ἰβηρίτικα

Τὸ στοιχειωμένο Κελλὶ στὰ Ἰβηρίτικα

Τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, στὸ ὁποῖο ἀσκήτεψε ὁ Ἅγιος, τὸ πιὸ ἀκραῖο τῆς συστάδος τῶν ὡραίων καὶ ἡσυχαστικῶν Ἰβηριτικῶν καὶ Κουτλουμουσιανῶν Κελλιῶν ἐκείνων, ποὺ κατακοσμοῦν τὰ ὄχι καὶ πολλὰ φυσικὰ ὁριζοντιώματα τῆς ὅλης πυκνοδασωμένης καὶ καταπράσινης, χειμῶνα-καλοκαίρι, βουνοπλαγιᾶς, καὶ ἡ τεράστια ἀπὸ λεπτοκαρεῶνες περιοχή του ἀρχίζει λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ τὴν κορυφογραμμὴ τῆς Χερσονήσου μας, δὲν ξέρω ἀπὸ πότε ἀκριβῶς -ἀλλὰ πάντως ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας καὶ μέχρι τῶν δικῶν μου ἐν Καρυαῖς ἡμερῶν- ἐθεωρεῖτο καὶ ἦταν τόπος καὶ κατοικητήριο δαιμόνων.
Ὡς ἐξήγηση τοῦ φαινομένου, μᾶς πληροφοροῦσαν οἱ Γεροντάδες τῶν πέριξ Κελλιῶν, ὅτι κάποτε ἐγκαταστάθηκε σ’ αὐτὸς κάποιος ποὺ κανεὶς δὲν γνώριζε τίποτα γιὰ τὴν προέλευσή του, γιὰ τὴν μοναχική του κουρά, καὶ γιὰ τὴν χειροτονία του. Σύντομα διαφημίστηκε ὡς ἡσυχαστὴς μοναχὸς καὶ πεπειραμένος μοναχός, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα, καὶ ὅπως ἀπεδείχθη, τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν ἦταν, εἰμὴ μεγάλος μάγος καὶ ἀδίστακτος ἐγκληματίας. Μερικοί, τὸν προσδιώριζαν καὶ ὡς ἑβραϊκῆς καταγωγῆς. Ἡ πραγματικὴ ἰδιότης καὶ οἱ ἀσχολίες του ἀποκαλύφθηκαν, ὅταν δύο –περίεργο πῶς τόσο ἀφελεῖς- μοναχοί, μᾶλλον ἐντυπωσιασμένοι καὶ ἀγαθῶς ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸ ἀπομεμακρυσμένο καὶ ἐρημικὸ τοῦ ἡσυχαστηρίου του, ἰδίῳ θελήματι καὶ ἀσυμβούλως προφανῶς, ἔκριναν νὰ τὸν προτιμήσουν ὡς πνευματικό, καὶ πῆγαν νὰ ἐξομολογηθοῦν.
Προηγήθηκε ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος ἔμεινε ξέμακρα καὶ ἀπέναντι, ὅπως συνηθίζουμε στὸ Ὄρος, ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ νὰ προετοιμασθῆ ψυχικῶς καλλίτερα καὶ νὰ σπεύσει μόλις ἔρθει ἡ σειρά του. Περνοῦσαν ὅμως οἱ ὧρες καὶ ὁ πρῶτος δὲν φαινόταν νὰ βγαίνει. Ἀνησύχησε πολὺ ὁ δεύτερος, δὲν ἤξερε τί νὰ ὑποθέσει. Τελικά, πῆγε καὶ χτύπησε τὴν πόρτα. Ἄνοιξε ὁ «πνευματικός», ἀλλὰ εἶχε τόση ἀγριάδα στὸ πρόσωπό του, ποὺ τὸν ἔκανε νὰ τρομάξει. Ὡς τόσο ῥώτησε μὲ συστολὴ καὶ ἀπορία:
-Τόσες ὧρες καὶ δὲν τελειώσατε ἀκόμη μὲ τὸν ἀδελφό; Ἤρθαμε ἀπὸ μακρυὰ καὶ θὰ βραδυαστοῦμε μέχρι νὰ ἐπιστρέψουμε.
-Ποιόν ἀδελφό; ῥώτησε ἐκεῖνος. Δὲν ἦρθε κανεὶς ἕως τὰ τώρα ἐδῶ ἐκτὸς ἀπὸ σένα. Ἔλα, πέρνα μέσα.
Φρίκιασε ἀμέσως ὁ μοναχὸς καί, ἀντὶ νὰ μπῆ στὸ Κελλί, ἄρχισε νὰ τρέχει πρὸς τὶς Καρυές, μὲ ὅλη του τὴν δύναμη. Κατήγγειλε τὴν ἐξαφάνιση στὴν Ἱερὰ Ἐπιστασία καί, μὲ συντονισμὸ ἐνεργειῶν μὲ τὸν Τοῦρκο Καϊμακάμη καὶ τοὺς ζαπτιέδες του, συνελήφθη ὁ μάγος. Τότε ἀπεκαλύφθησαν ἡ ἰδότητς του καὶ οἱ σκοποὶ ἐγκαταστάσεως καὶ παραμονῆς του στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸν προηγηθέντα πρὸς ἐξομολόγηση μοναχό, τὸν εἶχε φονεύσει καὶ θάψει ἐκεῖ πλησίον, στὰ δασωμένα τῆς περιοχῆς.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Τὸ πάθημα τοῦ γερο-Ἀρσενίου τοῦ Ἁγιαννανίτου, τοῦ τσουραπᾶ.

Τὸ πάθημα τοῦ γερο-Ἀρσενίου τοῦ Ἁγιαννανίτου, τοῦ τσουραπᾶ.
(Ἐκ τῶν σημειώσεων τοῦ Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου)

Ὁ Πατὴρ Ἀρσένιος, ἦτο ὑποτακτικὸς τοῦ ἐναρέτου Αὐξεντίου, Γέροντος τῆς ἐν Σκήτῃ τῆς Ἁγίας Ἄννης Καλύβης τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς κάτωθι τῆς περιοχῆς τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Παρὰ τῷ ἰδίῳ δὲ Γέροντι ὑπετάγη καὶ ἠσκήθη ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ ἐν Καλύμνῳ. Τὸ παρεπώνυμο τσουραπᾶς, ἀπεδόθη εἰς τὸν γερο-Ἀρσένιο παρὰ τῶν Πατέρων τῆς περιοχῆς, ἐπειδή, προμηθευθεὶς ποδοκίνητη μηχανὴ πλεκτικῆς καλτσῶν (τσουραπιῶν), ἐπεδόθη εἰς τοῦτο τὸ ἐργόχειρο πρὸς ἐξοικονόμηση τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων.
Ἰδοὺ πῶς μοι ἐδιηγήθη ὁ πατὴρ Ἀρσένιος τὸ συνεπείᾳ παρακοῆς πάθημά του:
«Ἤμουν νέο καλογεράκι, γεμᾶτο μὲ ζῆλο καὶ προθυμία καὶ ἱερὸ ἐνθουσιασμὸ εἰς τὰ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, καὶ μᾶς εἰδοποίησε ἀπὸ τὰ Κατουνάκια, ὁ ἐκεῖ ἀσκούμενος καὶ ἡσυχάζων Γέρων Ἀρσένιος καὶ αὐτός, νὰ ὑπάγω νὰ ζυμώσω διότι ἐτελείωσε τὸ παξιμάδι του καὶ ὁ ὑποτακτικός του ἔλειπε εἰς ἀποστολή. Εὐχαρίστως ὁ γέροντάς μου ἔδωσε τὴν συγκατάθεσή του καὶ εὐλογία καὶ ἐγὼ ἀνέμενα ἐναγωνίως τὴν προσυμπεφωνημένη ἡμέρα νὰ μεταβῶ εἰς τὰ Κατουνάκια, ὄχι τόσο διὰ νὰ τρέξω καὶ συμβάλω εἰς τὴν πλήρωση τῆς ἀνάγκης τῶν ἄρτων, ὅσο διὰ νὰ συναναστραφῶ ἔστω ἐπ’ ὀλίγον ἐκεῖνον τὸν ἅγιο Γέροντα, νὰ ἀκούσω τὰ συμβουλάς του, νὰ ἀποκομίσω πνευματικὰ ὠφελήματα καὶ νὰ λάβω τὴν εὐχή του.
Ἦτο ὅμως χειμὼν καὶ ἀτυχῶς κατὰ τὴν καθορισμένη ἡμέρα ἐπεκράτει κακοκαιρία. Ἠγέρθημεν τὸ μεσονύχτιο, ὡς συνήθως, διὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου. Ἐγὼ δέ, ἐν τῷ ζήλῳ καὶ τῷ ἐνθουσιασμῷ μου, ἤρχισα ἀμέσως νὰ ἑτοιμάζομαι διὰ τὴν ἀναχώρηση· ὁπότε μοι λέγει ὁ Γέροντας: «Βρέ, εὐλογημένο μου παιδί, ἡ χειμωνιάτικη νύκτα εἶαι χρόνος, μεῖνε νὰ διαβάσουμε πρῶτα τὴν ἀκολουθία μας, καὶ μετὰ ἔχεις ἀρκετὰς ὥρας εἰς τὴν διάθεσή σου νὰ ὑπάγεις». Ἐγὼ ὅμως ἀντέτεινα καὶ ἐπέμεινα νὰ ἀναχωρήσω τὸ ταχύτερο δυνατόν, διὰ νὰ τελειώσω τὸ ζύμωμα καὶ νὰ ἐπιστρέψω ἐγκαίρως. Ἡ κατ’ ἀρχὰς ἠπίως συζητουμένη διαφορὰ ἐξελίχθη εἰς λυπηρὰν διχογνωμία. Ἐκεῖνος δὲν ἐδέχετο νὰ ἀναχωρήσω πρὸ τῆς ἀκολουθίας, ἐγὼ πεισμόνως περίπου ἐξέφραζα τὴν θέλησή μου νὰ ἀναχωρήσω, χωρὶς κἂν νὰ συλλογισθῶ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖο διέπραττα ἦταν ἀντιμοναχικὴ συμπεριφορὰ καὶ διεκδίκηση ίδίου θελήματος, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἐλλόχευεν ὁ σατανᾶς, ἐπιχαίρων καὶ ἕτοιμος νὰ μὲ περιαδράξει καὶ κατασπαράξει.
Ὁ Γέροντας, καταφανὼς λυπημένος, περίλυπος διὰ τὴν συμπεριφορά μου, ἠρκέσθη νὰ μοῦ εἰπῇ: «Ἀφοῦ ἐπιμένεις τόσο, πήγαινε, καὶ σὲ καλὸ νὰ σοῦ βγῇ».
Ἐγὼ ὁ ἀπερίσκεπτος, ἱκανοποιημένος πλέον ἀπὸ τὴν ἀπάντηση καὶ εὐχαριστημένος διότι ἐπεκράτησε ἡ δική μου ἐπιθυμία, χωρὶς νὰ χρονοτριβήσω περαιτέρω, ἔβαλα μετάνοια, τοῦ φίλησα τὸ χέρι καί, κρατῶντας τὸ κομποσχοίνι, πῆρα τὸ μονοπάτι λέγοντας τὴν εὐχή, γιὰ νὰ λογισθῇ ἡ καθ’ ὁδὸν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, ὡς τέλεσις καὶ ἀκολουθίας. Ἐβάδιζα χαρούμενος, διότι θὰ ἐτελείωνα καλὸ ἔργο· θὰ ἐξυπηρετοῦσα ἕναν ἅγιο ἀσκητὴ καὶ Γέροντα. Καθόλου δὲν πέρασε ἀπὸ τὸν νοῦ μου, ὅτι τὴν συγκατάθεση τὴν πῆρα δυναστικῶς καὶ ἐκβιαστικῶς καὶ ἄφησα πίσω τὸν Γέροντά μου λυπούμενο καὶ στενάζοντα.
Δὲν μὲ ἐφόβιζε τὸ σκοτάδι, δὲν ὑπελόγιζα τὸ κρύο. Πλησιάζοντας τὴν Σπηλιὰ ποὺ βρίσκεται πάνω στο μονοπάτι πρὶν τὴν Μικρὰ Ἁγία Ἄννα, διεπίστωσα ὅτι τὸ καντήλι τῆς Παναγίας στὸ προσκυνητάρι ἦταν σβησμένο καὶ θέλησα νὰ τὸ ἀνάψω.
Πάτησα τὸ πρῶτο σκαλοπάτι τοῦ Προσκυνηταριοῦ, καὶ αἴφνης, ἐν μέσῳ βαθείας νυκτὸς καὶ ἄκρας σιωπῆς, ἀκούω μία ἄγρια καὶ ἀσυνάρτητη, δαιμονικὴ φωνή. Ἐτρόμαξα καὶ ἡ καρδία μου ἄρχισε νὰ χτυπᾷ βιαίως καὶ ἀτάκτως. Ἐπεκαλέσθη τὴν βοήθεια τῆς παναχράντου Μαρίας καὶ ἀνέβηκα εἰς τὸ δεύτερο σκαλοπάτι· ὁπότε ἡ κραυγὴ ἐπανελήφθη ἰσχυροτέρα καὶ ἀγριωτέρα. Αἰσθάνθηκα νὰ τρέμω σύγκορμος καὶ νὰ παραλύουν τὰ γόνατά μου. Παρὰ ταῦτα συγκέντρωσα τὰς σωματικὰς καὶ ψυχικάς μου δυνάμεις καὶ εἶπα: «Δὲν θὰ γίνει τὸ δικό σου, σατανᾶ, εγὼ θὰ τὸ ἀνάψω τὸ κανδήλι τῆς Παναγίας», καὶ ἀνέβηκα στὸ τρίτο σκαλοπάτι. Ἀλλὰ τότε ἔγινε τὸ τρομερότερο. Ἀπὸ ὅλα τὰ πέριξ ἐρημικὰ μέρη ἤρχοντο ἰσχυραί, φοβεραί, ἄναρθροι κραυγαί, εἰς σημεῖον νὰ αἰσθάνεσαι ὅτι σείεται καὶ καταῤῥέει ὅλη ἡ βραχώδης περιοχή.
Πρὸ αὐτῶν τῶν δαιμονικῶν φωνῶν, κρότων καὶ ἀκουσμάτων καὶ τῆς ἀναστατώσεως, δὲν εἶχα νὰ ἐπιλέξω τίποτα ἄλλο σπουδαιότερο καὶ τῆς ψυχῆς ἐπιθυμητὸ ἀπὸ τὸ ἀνάψω τὸ κανδήλι τῆς Παναγίας καὶ νὰ ἀσπασθῶ τὴν Εἰκόνα Της. Δὲν ἐπρόλαβα νὰ πιάσω τὰ σπίρτα στὰ χέρια μου, καὶ βρέθηκα ἄθυρμα βιαίας καὶ δαιμονικῆς δυνάμεως καὶ ἐνεργείας, ἀνίκανος νὰ ἀντισταθῶ καὶ νὰ κάνω τίποτα. Ἕνας ἰσχυρὸ ἄνεμος, ἢ μᾶλλον ἀνεμοστρόβιλος, μὲ ἅρπαξε καὶ μὲ ἐπέταξε πολλὰ μέτρα μακρυὰ τῆς τοποθεσίας.
Οὔτε τότε ἀντελήφθην, οὔτε μέχρι τῆς σήμερον ἠμπορῶ νὰ διανοηθῶ, πῶς εὑρέθη κείμενος χαμαὶ καὶ τόσο μακράν. Καὶ δὲν εἶμαι εἰς θέση νὰ περιγράψω τί ἐδοκίμασα καὶ πῶς ἠσθάνθην κατ’ ἐκείνη τὴν στιγμή. Ἕνα μόνο ἔχω νὰ σᾶς εἴπω· ὅτι καὶ τώρα, ὅτε σᾶς τὰ διηγοῦμαι καὶ ὁσάκις ἡ σκέψη μου μεταβαίνει καὶ ἀναπολεῖ τὸ συμβάν, συγκλονίζομαι καὶ δεινοπαθῶ ψυχικῶς καὶ αἰσθάνομαι νὰ μὲ ἐγκαταλείπουν αἱ σωματικαί μου δυνάμεις.
Κάτω κείμενος, λοιπόν, ἡμιλιπόθυμος καὶ τρέμων, συνεπείᾳ τοῦ παραχωρήσει Θεοῦ ἐπισυμβάντος μοι φοβεροῦ πειρασμοῦ, καὶ ἐν μέσῳ σκοτοδίνης λογισμῶν, ἦλθα εἰς ἑαυτὸν καὶ κατενόησα ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἀποτελέσματα καὶ καρπὸς τοῦ ἐγωϊστικοῦ μου θελήματος καὶ τῆς παρακοῆς τῆς πεφωτισμένης γνώμης τοῦ Γέροντός μου, ὁ ὁποῖος, ὣς μὲ διαβεβαίωσε, μετὰ δακρύων προσηύχετο εἰς τὸν Κύριον καὶ τὴν Μητέρα Του νὰ μὴν ἐπιτρέψουν τὴν ἀπώλειά μου.
Ἀνεκάθησα κάποια στιγμή, καὶ μόλις ἀντελήφθην ὅτι ἤμουν εἰς θέση νὰ ἐγερθῶ καὶ βαδίσω, ἤρχισα τὴν ἐπιστροφή, θρηνῶν τὸ κατάντημά μου καὶ μετανοῶν ἀπὸ καρδίας· ζητῶν δὲ μετὰ δακρύων τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ συνεχῶς σταυροκοπούμενος, ἔφθασα εἰς τὴν Καλύβη καὶ εὗρον τὸν ἅγιον Γέροντά μου προσευχόμενον ἀκόμη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ.
Μὲ χαρὰ καὶ συγκίνηση μὲ ὑπεδέχθη καὶ προσπίπτοντα καὶ καταφιλοῦντα ἐν συντριβῇ καρδίας τοὺς πόδας του πρὸς ἐξιλέωση μὲ ἔγειρε, ἐδήλωσε ὅτι ἔχει με συγκεχωρημένο καὶ ἔκανε τὸ πᾶν νὰ μὲ γαληνέψει. Εἶχε, ὡς εἶπε, θεόθεν πληροφορία περὶ δεινοπαθήσεώς μου.»
Τόσο δὲ ζωηρῶς εἶχε ἐντυπωθὴ εἰς τὴν ψυχὴ τοῦ γερο-Ἀρσενίου ἡ φοβερὰ αὕτη ἐμπειρία, ὥστε, ὁσάκις ἐπιστρέφοντας ἐκ μεταβάσεώς του εἰς Λαύρα, Βίγλα καὶ ἀλλαχοῦ, πρὸς ἐπίδοση παραγγελιῶν ἢ καὶ δι’ ἄλλας ὑποθέσεις, τὸν προελάμβανε ἡ ἐσπέρα, δὲν ἐτόλμα νὰ συνεχίσει τὴν πρὸς τὴν Καλύβη πορεία του, ἀλλὰ προσερχόμενος εἰς ἡμᾶς, ἐζήτει σύντροφο, ἵνα συμπορευθῆ μετ’ αὐτοῦ καὶ πέρα ἀκόμη τοῦ Προσκυνηταρίου τῆς Θεοτόκου. Εἶχε πλέον γηράσει, ὑπερβὰς τὸ 80ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ ἐν τούτοις ὁ ίδιος φόβος τὸν κατελάμβανε, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ περάσει ἐκεῖθεν μετὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμηθῶ πόσας φορὰς τὸν ἐσυντρόφευσα ὁ ἴδιος, εἰς τὸ νὰ διέλθει ἐκ τοῦ σημείου ἐκείνου.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Τὸ καπίστρι τοῦ σατανᾶ και ὁ παρήκοος ὑποτακτικός

Τὸ καπίστρι τοῦ σατανᾶ.
(Κατά ἀφήγηση τοῦ Πνευματικοῦ παπα-Διονυσίου Μικραγιαννανίτου)

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, στὰ Κατουνάκια, ἀσκήτευε ἐκ νεότητός του ἕνας πολὺ ἐνάρετος Γέροντας, στὴν πνευματικὴ πεῖρα καὶ τὴν ἐκ Θεοῦ φώτιση τοῦ ὁποίου κατέφευγαν πολλοὶ συνασκηταὶ καὶ γείτονες, ἀλλὰ καὶ μοναχοὶ ἀπὸ μακρύτερα μέρη τοῦ Ὄρους. Ὁ ἔρωτας τῆς ἐρημικῆς ἡσυχίας καὶ οἱ ἡδύτητες τῆς ψυχῆς του ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχή, τὸν ἔκαναν νὰ μὴν θέλει νὰ ἐμπλακῆ σὲ γεροντικὲς εὐθύνες καὶ σὲ πνευματικὲς καταρτίσεις ὑποτακτικῶν, γι’ αὐτὸ καὶ ἀπέκρουε κάθε πρὸς τοῦτο πρόταση καὶ δὲν ἐκάμπτετο ἀπὸ παρακλήσεις καὶ ἱκεσίες προσερχομένων, ὅσο θερμὲς καὶ ἂν ἦταν.
Δὲν μπόρεσε ὅμως τελικῶς νὰ μὴν συγκατατεθῆ καὶ νὰ μὴν προσλάβει ὡς ὑποτακτικὸ ἕναν νέο, ὁ ὁποῖος μετὰ δακρύων τὸν παρακαλοῦσε καὶ ἐπὶ ἡμέρες δὲν ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὴν Καλύβα του. Ἐξέλαβε τὴν περίπτωση ὡς θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀνελογίσθη τὶς εὐθύνες τῆς περαιτέρω ἀρνήσεως καὶ τὸν προσέλαβε ὡς ὑποτακτικό. Τὰ ἔτη τῆς δοκιμασίας του ὑπῆρξαν ἐγγυητικὰ τῆς σταθερότητός του στὶς μοναχικὲς ἀρχὲς καὶ στὶς δυσκολίες τῆς ἀσκήσεως, ὥστε ὁ Γέροντας ἀπεφάσισε τὴν κουρά του· καὶ ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη μετὰ ταῦτα ἔμενε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ καὶ ἀπὸ τὸν ζῆλό του περὶ τὴν πνευματικὴ πολιτεία καὶ προκοπή· ἕως ὅτου ὅμως, τῇ πανουργίᾳ καὶ συνεργείᾳ τοῦ διαβόλου, ἡ συμπεριφορὰ καὶ ἡ διαγωγή του ἄλλαξαν, καὶ μάλιστα σὲ βαθμὸ ποὺ ἡ ἀνησυχία καὶ ὁ ψυχικὸς πόνος τοῦ ἁγίου ἐκείνου Γέροντος γιὰ τοὺς διαβλεπομένους κινδύνους ἔγινε δυσβάστακτος, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ προσευχές του πρὸς τὸν Ὕψιστο ἦταν πολὺ πιὸ σύντονες καὶ θερμές.
Τοῦ ἔβαλε στὸν νοῦ ὁ διάβολος, ὅτι ὁ Γέροντάς του δὲν ἦταν καὶ τόσο ἄξιος τῆς φήμης καὶ τῆς ὑπολήψεως ποὺ ἀπελάμβανε ἀπὸ τοὺς συνασκητάς του· καὶ ὅτι ἀφοῦ ἦταν ἁπλὸς μοναχός, καὶ ὄχι ἱερομόναχος καὶ πνευματικός, δὲν ἀπέῤῥεε γι’ αὐτὸν ὑποχρέωση νὰ τῷ γνωρίζει τὰ τοῦ ψυχικοῦ του κόσμου καὶ ὅλους τοὺς λογισμούς του. Ἔτσι, «τοῦ κλείδωσε ὁ διάβολος τὸ στόμα καὶ πέταξε τὸ κλειδί στὴν θάλασσα». Ὁπότε ὁ πόλεμος τῶν λογισμῶν δυνάμωσε ἀκόμη πιὸ πολύ. «Πλανεμένος καὶ ὑποκριτὴς εἶναι ὁ Γέροντας· ὄχι ὅσο νομίζουν προχωρημένος στὴν πνευματική ζωή· ἄξεστος, ἀπαίδευτος καὶ ἀνίκανος νὰ ὁδηγῆ τοὺς ἄλλους ἐν ἀσφαλείᾳ εἰς νομὰς σωτηρίους». Ἑπομένως, καλὰ θὰ ἔκανε νὰ ἀποχωρισθῆ καὶ νὰ σπεύσει σὲ ἀναζήτηση καταλληλότερου.
Διέβλεπε ὁ Γέροντας τὰ τεκταινόμενα στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ ὑποτακτικοῦ του καὶ ἔκανε τὸ πᾶν γιὰ νὰ τὸν συγκινήσει καὶ διορθώσει. Σὲ πολὺ δύσκολη θέση ἔφερναν τὸν κρυψίνουν οἱ μελετημένες καὶ εὔστοχες παρατηρήσεις τοῦ Πνευματικοῦ. Οἱ πρόχειρες δικαιολογίες καὶ οἱ ὑπεκφυγές, στὶς ὁποῖες κατέφευγε συνεχῶς, πρόδιδαν περιτράνως τὴν ντροπὴ καὶ τὴν ἀμηχανία ἐκείνου. Συμβούλευσε τὰ δέοντα, ὑπέμνησε τὶς ὑποσχέσεις καὶ τοὺς ὅρκους ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, συνέστησε ἐπίσκεψη σὲ πεπειραμένους Γεροντάδες καὶ σὲ διακριτικοὺς Πνευματικούς· κανένα ἀποτέλεσμα, ὅλα μάταια καὶ ἀτελέσφορα. Ὁ ὑποτακτικὸς ἀπεφάσισε καὶ πῆρε τὸν δρόμο τῆς παρακοῆς, ἐνῶ ὁ Γέροντας, περίλυπος καὶ ὀδυνώμενος, αὔξησε τὰ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας ἐκείνου πρὸς Κύριον κομποσχοίνια καὶ τὶς μὲ δάκρυα ἐπικλήσεις τῆς προστασίας καὶ βοηθείας τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Παρακαλοῦσε νὰ μὴν τοῦ καταλογίσουν τὸν ἐγωϊσμό, τὴν ἀπερισκεψία, καὶ τὸ στήσιμο τοῦ θελήματός του, ἀλλὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὰ τῆς μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς του.
Ὁ νέος καὶ ἄπειρος ἀκόμη ἀπὸ παγίδες καὶ πλεκτάνες τοῦ πονηροῦ μοναχός, ἀνεχώρησε ἀπὸ τὰ Κατουνάκια, πέρασε ἀπὸ τὶς Καλύβες τὶς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης καὶ βάδιζε τὸ κάπως ὁριζοντιωμένο ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα μονοπάτι, ποὺ βγάζει στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης. Ἐκεῖ, εἶχε κατὰ νοῦ, νὰ ἐπισκεφθεῖ πολυπρόσωπες καὶ ὀργανωμένες συνοδεῖες καὶ νὰ συμβουλευθῆ πνευματικοὺς κύρους καὶ φήμης.
Ὅταν ἔφθασε κάτω ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ ὀρθώνονται τὰ μεγάλα ἄρια, θέλησε νὰ ξεκουρασθῆ γιὰ λίγο· κάθησε σὲ μία πέτρα, ποὺ ἦταν στὸ πλάϊ, πιστεύοντας ὅτι ἔτσι θὰ ξεθόλωνε τὸ σκοτισμένο μυαλό του· καὶ νὰ μπροστά του τὸ κακό συναπάντημα. Ὄχι ἐν ὀνείρῳ καὶ φαντασίᾳ, ἀλλὰ πραγματικῶς καὶ ὀφθαλμοφανῶς, παρουσιάσθηκε μπροστά του μὲ ἄγρια καὶ ἀνατριχιαστικὴ μορφὴ καὶ μὲ πρόδηλες καταδυναστευτικὲς διαθέσεις ὁ σατανᾶς, κρατῶντας ἕνα μουλαροκαπίστρι στὰ χέρια, δείχνοντάς το προκλητικώτατα, καταγελῶν καὶ καταειρωνευόμενός τον.
-Αὐτὸ ἤθελα καὶ ἐπιδίωκα τόσον καιρό, καὶ τὸ κατόρθωσα ἐπὶ τέλους· νὰ σοῦ ἐμπνεύσω ἐγωϊσμὸ καὶ παρακοή, καὶ νὰ σὲ βγάλω ἀπὸ τὴν σκέπη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Γέροντός σου· τώρα πιὰ εἶσαι δικός μου. Θὰ σοῦ φορέσω τὸ καπίστρι καὶ θὰ σὲ σέρνω ὅπου θέλω ἐγώ· τοῦ εἶπε καὶ ὥρμησε κατ’ ἐπάνω του νὰ τοῦ τὸ φορέσει.
Ὁ μοναχός, μολονότι τρέμων ἀπὸ σύγχυση καὶ φόβο, ἀντιστάθηκε μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις ποὺ τοῦ ἀπέμειναν. Διηγεῖτο ἀργότερα, ὅτι ἐπάλαισε πραγματικά· εὐτυχῶς, ἐπικαλέσθηκε ἀμέσως τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, ἐνῶ ἡ σκέψις του στράφηκε πάραυτα καὶ στὸν δυστυχῆ Γέροντά του, τὴν συγχώρηση καὶ τὴν εὐχὴ τοῦ ὁποίου ἐκζήτησε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, φωνάζοντας δυνατά: «Μετανοῶ, Γέροντα, βοήθησέ με καὶ ἐπιστρέφω γρήγορα κοντά σου». Καί, ὢ τοῦ θαύματος, ἄφαντος ἔγινε ἀμέσως ὁ τρισκατάρατος, ἀφήνοντας στὸν τόπο καὶ στὴν περιοχή, ἀφόρητη δυσοσμία, τὴν ὁποία αἰσθάνθηκαν καὶ οἱ γείτονες ἀσκηταί.
Μόλις συνῆλθε ἀπὸ τὴν δυσπερίγραπτη αὐτὴ ἐμπειρία, τρέχοντας κατέφθασε καὶ εἰσῆλθε στὴν Καλύβα, στὸν ναΐσκο τῆς ὁποίας γονατιστὸ καὶ περίδακρυ βρῆκε τὸν Γέροντά του μπροστὰ στὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου. Τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν κατησπάζετο ὡς τὸν ἐπιστρέφοντα ἄσωτο ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀπωλείας. Κλαίων δὲ ἐκεῖνος ζητοῦσε συγχώρεση καὶ εὐχή, καὶ τρεμάμενος διηγήθηκε τὸ φοβερὸ πάθημα καὶ τὴν πάλη μὲ τὸν δαίμονα.
Περιχαρὴς ὁ Γέροντας γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ πνευματικοῦ του παιδιοῦ, δόξαζε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, ποὺ δὲν παρεῖδαν τὰ δάκρυα καὶ τὶς προσευχές του καὶ ἔσπευσαν τὴν κατάλληλη στιγμή, γιὰ νὰ ἀποτρέψουν τὴν βέβαιη ψυχικὴ ἀπώλεια καὶ καταστροφή. Ὁ δέ, μετανοιωμένος ἀπὸ καρδιὰς γιὰ ὅλα, ὑπέσχετο ταπείνωση καὶ ἀπόλυτη ὑπακοή.
Ἀκολούθως τὸν ἔστειλε σὲ ἐνάρετο καὶ διακριτικὸ Πνευματικὸ τῆς περιοχῆς, συνιστῶντας λεπτομερέστατη ἐξομολόγηση ὅλων τῶν πράξεων καὶ τῶν λογισμῶν του. Ἐκεῖνος δέ, οἰκονομῶν καὶ οἰκοδομῶν, ὡς οἶδε, τὰ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς του, πλέον τῶν ἄλλων, καὶ πρὸς κανόνα καὶ πρὸς ὠφέλεια τῶν πολλῶν, συνέστησε δημόσια γνωστοποίηση τοῦ συμβεβηκότος σὲ κοινὴ σύναξη τῶν Πατέρων τῆς περιοχῆς. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐδέχθη ταπεινοφρόνως.
Στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε ἡ δαιμονοεμφάνιση καὶ διεξήχθη ἡ πάλη, οἱ Πατέρες ἐτοποθέτησαν Σταυρό, εἰς ὑπομνηση καὶ μαρτυρία τοῦ πράγματος. Καὶ ὅταν περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια τὸν ἀσπάζονται, καὶ μάλιστα οἱ ἀρχάριοι μοναχοί.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)



Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Ὁ γερο-Ζαχαρίας ὁ Μικραγιαννίτης καὶ ἡ ἐπίσκεψις τοῦ «Σεβασμιωτάτου».

Ὁ γερο-Ζαχαρίας ὁ Μικραγιαννίτης καὶ ἡ ἐπίσκεψις τοῦ «Σεβασμιωτάτου».
Ὁ γερο-Ζαχαρίας, ἐγκατέλειψε τὰ πολλὰ ἀνὰ τὸν κόσμον ταξίδια καὶ τὴν διδασκαλικὴ ἐπιτήδευσή του, καί, ἀφοῦ ἦλθεν εἰς τὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, περὶ τὸ 1910, καὶ ἐδοκιμάσθη καὶ ἐκάρη μοναχὸς ὑπὸ τοῦ Ῥαιδεστηνοῦ Παχωμίου, Γέροντος τῆς κάτωθι τῆς συνοδείας τῶν Καρτσωναίων Καλύβης τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἀκολούθως, πρὸς τῇ προσευχῇ καὶ τῇ ἀσκήσει, ἐπεδόθη εἰς μελέτας καὶ συγγραφάς.
Εἰς αὐτὴν ἰδίως κατέλυε κατ’ ἔτος ὁ Σεβασμιώτατος πρώτην Καρπάθου Νεῖλος, ὅταν μετὰ τὴν πανήγυρη τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τῆς Λαύρας, περιόδευε εἰς τὴν ἔρημο τῆς Βίγλας, τῶν Καυσοκαλυβίων, τῶν Κατουνακίων καὶ τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης. Παρέμενε παρὰ τῷ Γέροντι Ζαχαρίᾳ δύο ἕως τρεῖς ἡμέρας, ἀπολαμβάνων τὴν ἀγάπη καὶ τὴν συντροφιά του, καὶ θαυμάζων τὴν ἠθελημένη πτωχεία καὶ λιτότητά του.
Τὸ ἔτος 1914, μετὰ τὸ πέρας τῆς πανηγύρεως τῆς Μεγίστης Λαύρας, συνεπείᾳ κοπώσεως ἐκ τῶν πολυώρων χοροστασιῶν καὶ ἀγρυπνιῶν, ἐννοεῖται καὶ τῆς προκεχωρημένης ἤδη ἡλικίας του, ᾐσθάνθη τὰς σωματικάς του δυνάμεις πολὺ καταβεβλημένας καὶ δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐπιχειρήσει τὴν καθιερωμένη ἀνὰ τὴν ἔρημο περιοδεία καὶ τὰς ἐπισκέψεις τῶν προσφιλῶν του ἀσκητῶν, ἀλλ’ εὐθέως ἐπανέκαμψεν εἰς τὸ ἐν Καρυαῖς Κελλίον του.
Τότε ἀκριβῶς ἐπέλεξεν ὁ διάβολος νὰ πλανήσει καὶ νὰ πειράξει τὸν Γέροντα Ζαχαρία, καὶ δὴ ὡς ἑξῆς:
Μόλις εἶχε δύσει καὶ ὁ γερο-Ζαχαρίας δὲν εἶχε ἀποσυρθῆ εἰς τὴν ὑπερθερμανθεῖσαν ἐκ τοῦ ἡλίου Καλύβη του, προτιμήσας νὰ παραμείνει ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη ἔξω εἰς τὴν αὐλή του καὶ νὰ κάμει ἐκεῖ τὰς μετανοίας, καὶ τὰ κομβοσχοίνια τοῦ κανόνος του, ὅτε ἤκουσε βήματα. Στρέφει τὸ πρόσωπό του πρὸς τὸ κάγκελο καὶ βλέπει τὸν ... Σεβασμιώτατο. Ἐνεθυμήθη τὴν καθιερωμένη κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας τιμητικὴν δι’ αὐτὸν ἐπίσκεψιν, καὶ ἀμέσως ἠγέρθη καὶ ἔσπευσεν εἰς ὑποδοχὴ καὶ ἀσπασμὸ τῆς χειρός του.
-Καλῶς ἤλθατε εἰς τὸ φτωχικό μου, Δέσποτα. Ὑπεβλήθητε καὶ πάλιν εἰς τόσον κόπον διὰ νὰ ἐπισκεφθῆτε τὸν ἀνάξιον φίλο σας, καὶ μάλιστα προϊούσης ἤδη τῆς νυκτός· εἶπε, καὶ βαλὼν ἐδαφιαίαν μετάνοιαν, ἠσπάσθη μετὰ σεβασμοῦ τὴν δεξιά του. Ἐνῷ δὲ ἐξηκολούθει κύπτων, ἵνα ἀντιληφθῆ τὴν χεῖρά του εὐλογοῦσαν τὴν κεφαλήν του σταυροειδῶς, ὡς πάντοτε κατὰ τὸ παρελθόν, ᾐσθάνθη αἴφνης τόσο δυνατὴ καὶ βιαία ὤθησιν, ὥστε κατέπεσε καὶ ἐκυλίσθη κατὰ γῆς, ὁ δὲ «Σεβασμιώτατος» ἔγινε ἄφαντος. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους «εὐλογία» ἔδωσε εἰς τὸν δυστυχῆ Γέροντα ὁ μισόκαλος καὶ ἀπατεὼν διάβολος, ὅστις τὴν μορφὴν τοῦ Μητροπολίτου Νείλου ὑπεδύθη, ἵνα τὸν κακοποιήσει καὶ ἐξουθενώσει.
Ἡμιθανὴς καὶ στένων κατέκειτο εἰς τὸ ἔδαφος ὅλη τὴν νύκτα· τὴν δὲ πρωΐαν γείτων συνασκητής, ὅστις διὰ προσωπική του ὑπόθεση μετέβη πρὸς συνάντηση, ἐνῷ, ὡς ἐννοοῦμεν, ἐπρόκειτο περὶ οἰκονομίας Θεοῦ, ἰδίως τὴν ἐλεεινή του κατάσταση, τροχάδην ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σκήτη καὶ εἰδοποίησε τοὺς Πατέρας. Αὐθωρεὶ μετέβησαν ἐπὶ τόπου πολλοὶ ἱερεῖς καὶ ἀδελφοί, προσκομίσαντες τὸ Τίμιο Ξύλο καὶ ἅγια λείψανα, καὶ ἐτέλεσαν πρὸς ἴασίν του Εὐχέλαιον, ἀνέγνωσαν δὲ καὶ τοὺς ἐξορκισμοὺς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Βοηθείᾳ τοῦ Παναγάθου Θεοῦ, ἤρχισε ἐπανακτῶν τὰς σωματικάς του δυνάμεις καὶ συνειδητοποιῶν τὸ πάθημα καὶ τὴν κατάστασή του. Εἰς ὀλίγας ἡμέρας συνῆλθε τελείως καὶ ἦτο εἰς θέσιν νὰ διηγῆται ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰ εἰς βάρος του διατρέξαντα:
-Εἶχον κρυπτόμενον ἐγωϊσμὸν καὶ ἐξελάμβανα τὸν ἑαυτό μου ὑπερέχοντα πολλῶν καὶ λίαν πεπειραμένον. Ἐταξίδευσαν εἰς πολλὰ μέρη τοῦ κόσμου, ἐμελέτησα, ἔγραψα. Ἀλλ’ ἀπεδείχθην σμικρόνους καὶ ἐπιπόλαιος, καὶ παραχωρήσει Θεοῦ κατήντησα παίγνιον τῆς πανουργίας καὶ τῆς κακότητος τοῦ σατανᾶ, ὅστις μὲ ἐξηπάτησε μέχρι βαθμοῦ νὰ τὸν προσκυνήσω! Ἂν πρὸ τοῦ ἀσπασμοῦ τῆς βδελυρᾶς χειρός του ἐποίουν τὸν Σταυρόν μου, θὰ ἐξέλιπεν ὡσεὶ καπνὸς ἔμπροσθέν μου, καὶ ἐγὼ χαίρων καὶ σκιρτῶν θὰ ἐδόξασα τὸν Θεὸ καὶ Σωτῆρά μου. Τώρα, παθὼν καὶ τεταπεινωμένος, προσεύχομαι διὰ συγχώρηση ἀπὸ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ διὰ συμπάθειαν καὶ πνευματικὴ βοήθεια παρ’ ἀνθρώπων. Ἂς εἶναι δεδοξασμένο τὸ Ὄνομά Του, διότι δὲν ἐπέτρεψε τὴν ὁλοσχερῆ καταστροφὴ καὶ καταδίκη μου.
Τολμῶ νὰ νομίσω ταπεινῶς, ὅτι ἡ παραχώρησις τοῦ Θεοῦ νὰ πειρασθῆ, συμφερόντως γιὰ τὴν ψυχή του, ὁ γερο-Ζαχαρίας ἀπὸ τὸν διάβολο, ἦταν συγχρόνως καὶ οἰκονομία Του γιὰ νὰ προβληματίσει, συνετίσει καὶ ὁδηγήσει τὸν πρώην Καρπάθου Νεῖλο εἰς μετάνοιαν. Κατηγορήθηκε, καὶ ὄχι βέβαια άδίκως, ὅτι οἱ ὑπὲρ τῶν Ῥώσσων διαμεσολαβήσεις του καὶ οἱ ἐπηρεασμοὶ τῶν ἐν ἀρχαῖς καὶ ἐξουσίαις, δὲν ἦσαν ἀνιδιοτελεῖς. Οἱ παλαιοί, τὸ Κελλὶ τοῦ Νείλου εἰς τὰς Καρυάς τὸ ὀνόμαζαν «ἀγρὸν τοῦ Κεραμέως».εἶναι πλέον μαρτυρημένο, ὅτι ὁ γηραιὸς ἱεράρχης, μετὰ τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο, ἄρχισε ὅλα του τὰ χρήματα νὰ τὰ σκορπᾷ σὲ ἐλεημοσύνες. Πρέπει δὲ νὰ ἦσαν πάρα πολλά, ἀφοῦ ἐγνώσθη ὅτι πτωχοκομεῖα, γηροκομεῖα καὶ ἄλλα εὐαγῆ ἱδρύματα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει, Σμύρνῃ καὶ ἀλλαχοῦ ἀκμαούσης τότε ὁμογενείας ἔγιναν, ζῶντός του εἰσέτι, ἀποδέκται σημαντικῶν χορηγιῶν του. Τέλος, μὲ τὴν ἐνυπόγραφη διαθήκη, ἀξίωσε καμμία ἰδιαιτέρα τιμὴ νὰ μὴ τῷ προσγίνει κατὰ τὴν κοίμησή του, ἀλλὰ νὰ κηδευθῆ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνο ἀπὸ ἕναν ἱερέα, ποὺ δὲν θὰ φοροῦσε τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ πετραχήλι.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Ὁ Γερο-Παχώμιος ὁ Καρουλιώτης.

Ὁ Γερο-Παχώμιος ὁ Καρουλιώτης.
Ὁ ἐγνωσμένης ἀρετῆς Καρουλιώτης ἀσκητής, Γέρων τοῦ Ἡσυχαστηρίου τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, Παχώμιος (Κάντζος Δημήτριος τοῦ Θεοφάνους, ἐκ Κυρισκοχωρίου Λαμίας, γέννησις 1908, προσέλευσις 1945, κουρὰ 1948, κοίμησις 1979) γλίστρησε καὶ ἔπεσε στὴν θάλασσα μὲ τὴν κοφίνα στὴν πλάτη ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ κάθετου γκρεμοῦ. Τὸν βρῆκαν μετὰ ἀπὸ ἡμέρες πνιγμένο στὸ πέλαγος, μίλια μακρυὰ ἀπὸ τὴν Καλύβα του (κοντὰ στὴν ἀκτὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Χαλκιδικῆς).
Αὐτὸς ἦταν ποὺ καλοδέχτηκε ἀπὸ ἕναν κοινοβιάτη ἀδελφὸ ἕνα γατάκι γιὰ λόγους προστασίας ἀπὸ τοὺς ποντικούς, τοὺς σκορπιοὺς καὶ τὶς ὀχιές, ποὺ συνήθιζαν νὰ κρύβονται στὶς σχισμάδες τῆς σπηλιᾶς του. Δὲν εἶχε βέβαια λιχουδιὲς νὰ τὸ μεγαλώσει, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα κατάφερνε τὸ καϋμένο νὰ ἐπιζῆ ἀσκητικώτατακαὶ αὐτὸ μὲ τοῦ Γέροντος τὸ ξερὸ ἢ βρεγμένο παξιμάδι. Μόνο ποὺ ἔμεινε ἰσχνὸ καὶ μικροκαμωμένο. Πάνω στὶς ἀναῤῥιχήσεις στοὺς βράχους καὶ στὰ σκαρφαλώματα ἐπεδείκνυε ἱκανότητες, καὶ ἀπέβη ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῶν τρωκτικῶν καὶ τῶν ἐπικίνδυνων ἑρπετῶν.
Ξένοιασε ὁ γερο-Παχώμιος μιὰ γιὰ πάντα ἀπὸ αὐτὰ καὶ τὸ ἀγάπησε πολὺ γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του καὶ γιὰ τὴν συντροφιά του. Χαιρόταν παρατηρῶντάς το ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπομεσήμερο στὸν ἀπέναντι ξέφωτο βράχο, ἀνέμελα νὰ ξερογλείφει τὴν γούνα του στὴν ζηλευτὴ ἀντηλιά. Λαχτάρισε ὅμως καὶ λυπήθηκε πολύ, ὅταν εἶδε ἕναν ἀετὸ νὰ ὁρμᾷ σὰν σίφουνας ἐπάνω του καὶ ὕστερα νὰ χάνεται στὰ ἀντίπερα κρατῶντάς το στὰ νύχια· καὶ ἐκεῖνο τὸ καϋμένο, ἔσκουζε καὶ τσίριζε καὶ ζητοῦσε βοήθεια ἀπὸ τὸν μόνο ποὺ τοῦ ἔδειξε στοργὴ καὶ ἀγάπη ἐπὶ τόσα τώρα χρόνια. Ξαφνιάστηκε, τὰ ἔχασε ὁ γερο-Παχώμιος. Πῶς ὅμως νὰ ἀντιδράσει; Περίλυπος μπῆκε στὴν σπηλιά του καὶ πῆγε κατ’ εὐθεῖαν στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου του, ποὺ πίστευε πὼς καὶ τὸν ἴδιο καὶ τὰ ὑπάρχοντά του προστάτευε ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν. Διαμαρτυρήθηκε ἐντόνως καὶ ὕστερα ἀποφάσισε νὰ κανονίσει τὸν Ἅγιο Παχώμιο, ἀφήνοντας σβηστὸ τὸ κανδήλι του τοὐλάχιστον γιὰ 24 ὧρες.
Ἔκανε τὸν σταυρό του, ὅπως κάθε φορὰ ποὺ τὸ ἄναβε, ἀλλὰ τώρα γιὰ νὰ τὸ σβήσει. Φύσηξε δυνατά, εἶδε τὴν κανδηλήθρα νὰ σιγοκαπνίζει, καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ στόμιο τῆς σπηλιᾶς του. Δὲν πρόλαβε ὅμως νὰ καθίσει ἐπ’ ἀρκετό, καὶ νάτο τὸ γατάκι μπροστά του ἄθικτο, ἀναίμακτο, νὰ νιαουρίζει καὶ νὰ τρίβεται στὰ πόδια του. Ἔτρεξε ἀμέσως καὶ ξανάναψε τὸ καντήλι.

(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)

Αἰφνίδιοι καὶ βίαιοι θάνατοι στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Αἰφνίδιοι καὶ βίαιοι θάνατοι στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ὁ γερο-Σαββάτιος (Τσιμπέκος Σταμάτιος τοῦ Ἰωάννου, ἐκ Χίου, γεννηθεὶς τὸ 1908, προσέλευσις 1946, κουρὰ 1947, κοίμησις 1963), Γέροντας τοῦ Κελλίου τῆς Παναγίας τῆς Τουρλωτὴς τῆς Μορφωνοῦ, ἐτελεύτησε ὅταν τὸν μαχαίρωσε ὁ κλέπτης ποὺ μπῆκε μέσα γιὰ νὰ κλέψει.
Ὁ παπα-Νεκτάριος Καψαλιώτης (Παπαγεωργίου Γεώργιος ἐκ Ταξιάρχου Χαλκιδικῆς), ὁ ἐπὶ δεκαετίες ἐφημέριος τοῦ Πρωτάτου καὶ τῆς Ἀθωνιάδος, χάθηκε ὅλως διόλου ἀπὸ προσώπου Ὄρους καὶ γῆς καὶ οὔτε ἴχνος του βρέθηκε πουθενά.
Ὁ Καρυώτης παπα-Νικηφόρος ὁ Πνευματικός (Μπουρδόπουλος Ἀθανάσιος τοῦ Ἀνδρέου, ἐκ Δρυοβούνου Κοζάνης, γέννησις 1910), ἐξέψυξε τὸν Ἰούνιο τοῦ 1982· τελείωσε πυρίκαυστος, ὅταν τὸ βενζινοκίνητο τζίπ, στὸ ὁποῖο ἐπέβαινε, ἀνατράπηκε καὶ ἅρπαξε φωτιά, λίγο πιὸ πάνω ἀπὸ τὸν πύργο τῆς Καλλιάγρας.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Ὁ γερο-Ἱερώνυμος, τῆς Καλύβης κάτωθεν Χαΐρι.

Ὁ γερο-Ἱερώνυμος, τῆς Καλύβης κάτωθεν Χαΐρι.
Ὁ γερο-Ἱερώνυμος (κατὰ κόσμον Ῥοῦσος Ἰωάννης ἐξ Ἀθηνῶν, γεννηθεὶς τὸ 1894, προσῆλθε τὸ 1930, κουρὰ τὸ 1931, κοίμησις 1959), ἦταν ὁ τελευταῖος ἐπισήμως καταχωρισμένος στὸ Μοναχολόγιο τῆς Λαύρας ὡς κάτοχος τῆς Καλύβης.
Κατὰ τὸ 1949, ἐπεσκέφθη τὸν Γέροντα στὴν Καλύβη του στὸ Χαΐρι, ὁ ἐν Ἀμερικῇ εὐκατάστατος ἀδελφός του, ὁ ὁποῖος εἶχε νὰ τὸν ἰδῇ πάρα πολλὰ χρόνια καὶ ἐξεπλάγη ὅταν διεπίστωσε τὴν πτωχεία καὶ τὴν ἀσκητικώτατη ζωή του. Πρότεινε νὰ τὸν βοηθήσει οἰκονομικῶς καὶ νὰ τὸν εὐεργετήσει, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἦταν ἀνένδοτος καὶ ἀντιπρότεινε νὰ βοηθήσει καὶ ἐλεήσει φτωχοὺς στὸν κόσμο, ποὺ πεινοῦσαν καὶ εἶχαν πολλὲς ἀνάγκες· αὐτός, ἔλεγε, δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα, τοῦ τὰ δίδουν ὅλα ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία, καὶ στὸ κάτω κάτω τῆς γραφῆς, μὲ τὴν φτώχεια καὶ τὴν ἀκτημοσύνη ὁρκίστηκε νὰ συζῇ κατὰ τὴν ὥρα τῆς μοναχικῆς του κουρᾶς. Ὅταν ὅμως εἶδε ὅτι οἱ παρακλήσεις τοῦ ἀδελφοῦ του ἦταν ἀσταμάτητες καὶ ὅτι κατέληξαν σὲ δάκρυα, γιατὶ τοῦ ἦταν ἀδιανόητο, ὅπως ἔλεγε, νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἀμερικὴ καὶ νὰ διηγηθῆ στοὺς δικούς του ὅτι ὁ ἀδελφός του, μολονότι πάμπτωχος, ἀπέῤῥιψε περιφρονητικὰ τὶς προτάσεις του, ἐνέδωε καὶ τοῦ εἶπε νὰ τοῦ πάρει ἕναν γάϊδαρο μὲ γερὸ καπίστρι καὶ μὲ σαμάρι καλὰ ἐξωπλισμένο, γιὰ νὰ διευκολύνεται στὶς μετακινήσεις του, ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ τὶς ἀραιώνει λόγῳ ἀσθενείας, γιὰ νὰ παύσει νὰ κουβαλάει τὰ ξύλα ἀπὸ τὸ γειτονικὸ δάσος του στὴν πλάτη του καὶ γιὰ νὰ διευκολύνει μὲ αὐτὸν καὶ κανέναν ἠλικιωμένο Βιγλιώτη ἀσκητή. Ἔβγαλε ὁ ἀδελφὸς τὸ μπλὸκ τῶν ἐπιταγῶν καὶ κινήθηκε γιὰ νὰ τοῦ ὑπογράψει ἕνα ποσό. Ἀλλὰ ἀπότομα τὸν σταμάτησε καὶ τοῦ εἶπε:
-Ἐγώ, γιὰ νὰ μὴν σὲ κακοκαρδίσω, ποὺ ὑποβλήθηκες σὲ τόσα ἔξοδα καὶ κόπο, συγκατατέθηκα νὰ δεχθῶ ἕναν γάϊδαρο, καὶ σὲ διαβεβαιῶ ὅτι πράγματι θὰ εἶναι γιὰ μένα μεγάλη εὐεργεσία. Σὺ ὅμως, ὅπως βλέπω, πᾶς νὰ μὲ μπλέξεις μὲ μέριμνες καὶ στενοχώριες. Χρήματα δὲν θέλω, οὔτε τὰ πιάνω στὰ χέρια μου. Ἂν δὲν μπορῆς, ἄσ’ το, λησμόνησέ το.
-Καλά, καλά, ἀδελφέ μου, τοῦ ἀπάντησε καὶ συμμορφώθηκε ἀμέσως, καταλαβαίνοντας ὅτι ἤθελε τὸν γάϊδαρο παραδοτέο στὴν καλύβα του, χωρὶς νὰ ἀναμειχθῆ ὁ ἴδιος οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστο στὰ σχετικὰ τρεχάματα καὶ στὰ διαδικαστικά ποὺ θὰ διέκοπταν τὶς προσευχές του καὶ θὰ τὸν ἔβγαζαν ἀπὸ τὸ ἐρημητικὸ πρόγραμμά του.

 (ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)

Ὁ γερο-Ἑρμόλαος ὁ Μαγκιώρος.

Ὁ γερο-Ἑρμόλαος ὁ Μαγκιώρος.
Ὁ τελευταῖος ποὺ θεωρήθηκε ὡς μονάζων καὶ ἡσυχαστὴς τῆς Καλύβης κάτωθεν Χαΐρι, ἦταν ὁ γερο-Ἑρμόλαος (Ἐμμανουηλίδης Ἐμμανουὴλ ἐκ Τατσάλτης Μικρᾶς Ἀσίας, γεννηθεὶς τὸ 1873, προσῆλθε τὸ 1916, κουρὰ τὸ 1917, ἐκοιμήθη τὸ 1968).
Ἐξ ἀρχῆς ἦταν Λαυριώτης μοναστηριακός, καὶ ὅλοι τὸν γνώρισαν ὡς τὸν πλέον ἀνεξίκακο, καλόγνωμο καὶ ἁπλοῦν στοὺς λόγους καὶ τὴν συμπεριφορά. Ἀρκετοί, θέλοντες νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀοργησία καὶ τὸ ἀνυποψίαστο τῆς ψυχῆς του, τὸν ἔσκωπταν ἐμφανῶς, ἐνίοτε δὲ καὶ τὸν πείραζαν ἀπρεπῶς. Ἐκεῖνος ὅμως ζοῦσε στὸν δικό του κόσμο, πλέων στὰ πελάγη τῆς ἀγαθότητός του, ἐκτὸς ἐρεθισμῶν ἐγωϊσμοῦ καὶ πνεύματος ἀντιδικίας καὶ κείμενος πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὶς ἐπήρειες τῶν παθῶν τῆς λύπης καὶ τῆς πονηρίας. Γι’ αὐτὸ καί, σὰν νὰ μὴν συνέβαινε τίποτα, μὲ νηφαλιότητα καὶ γλυκύτητα ἀπαντοῦσε μὲ ὅ,τι τὸν φώτιζε ὁ Θεός· καὶ ἦταν πάντοτε, μὲ τὸν τρόπο του, διδακτικὸς καὶ ὠφέλιμος.
Στὰ πρῶτα χρόνια της κοῦράς του, ὅταν ἡ Σύναξις τῆς Γεροντίας διεπίστωσε ὅτι ὁ γερο-Ἑρμόλαος ἦταν πολὺ ἡσύχιος καὶ ὑπήκοος καὶ μὲ ἔκδηλες τὶς ἐφέσεις νὰ ἐξέρχεται τῆς Μονῆς καὶ νὰ συχνάζει σὲ τόπους δασώδεις καὶ ἐρημικούς, ὅπου ἐπεδίδετο σὲ προσευχὲς καὶ σὲ ἐπισκέψεις ἀσκητῶν καὶ ἐρημιτῶν, τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἐπιτήρηση τοῦ κοπαδιοῦ τῶν τραγιῶν. Ἐκεῖνος δέχθηκε εὐχαρίστως τὸ διακόνημα τοῦ Τραγάρη, καὶ ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν ἔγινε... περιφερειάρχης τῆς κορυφῆς καὶ τῶν ὑπωρειῶν τοῦ Ἄθωνος, τῶν ἐκτάσεων τῆς Κερασιᾶς, τῶν Κρύων Νερῶν, τοῦ Βαθύλακκα, τῶν χειμαδιῶν τοῦ Χαϊριοῦ καὶ τοῦ Κουκουζέλους καὶ τῆς ὁριζοντιωμένης Βίγλας. Δὲν ἔμεινε ἀσκητὴς τῆς περιοχῆς, ποὺ νὰ μὴν γίνει συνομιλητὴς καὶ φίλος· ἀπὸ τὸν γερο-Ἀββακοὺμ τοῦ Ἁγίου Φανουρίου καὶ τοὺς τρυπωμένους στὴν ξεροκαλύβα τῆς λόχμης τοῦ Χαϊριοῦ, μέχρι τοὺς οὐρανογείτονες τῆς ἄκρως βραχώδους καὶ αὐχμηρῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Πολλὴ λοιπὸν γι’ αὐτὸν ἡ ἐκεῖθεν διδαχὴ καὶ πεῖρα καὶ βέβαιος ὁ ἁγιασμὸς τῆς ψυχῆς του.
Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια του ἠρέσκετο νὰ συχνάζει στὰ ἐρημητήρια τῆς Βίγλας καὶ νὰ καταλήγει στὴν Καλύβα τοῦ γερο-Ἱερωνύμου, μὲ τὸν ὁποῖο τόσο πολὺ εἶχε συνδεθῆ πνευματικῶς, ὥστε ὅλοι νὰ τὸν θεωροῦν συνοδεία του. Οἱ Προϊστάμενοι τῆς Λαύρας, ὅταν κάποτε ἀῤῥώστησε βαρειὰ ὁ γερο-Ἱερώνυμος καὶ ἐπείσθησαν πὼς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ αὐτεξηπηρετηθῆ στὴν Καλύβα καὶ λόγῳ γήρατος, τὸν μετέφεραν στὸ Μοναστήρι, γιὰ νὰ περιθαλφθῆ στὸ νοσοκομεῖο μὲ πολλὴ ἀγάπη, ὅπως κάνουν πάντοτε σὲ τέτοιες περιπτώσεις· καὶ ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ὁ γερο-Ἑρμόλαος δὲν ἔλειψε οὔτε στιγμὴ ἀπὸ κοντά του, ὑπηρετῶντάς τον μὲ ἀφοσίωση μέχρι τῆς τελευτῆς του.
Κάποτε πιστεύθηκε πὼς ἦλθε καὶ ἡ σειρὰ τοῦ γερο-Ἑρμολάου νὰ ἐκμετρήσει τὸ ζῆν. Ἦταν ὅμως γερῆς κράσεως καὶ σωματικῶν δυνάμεων καταπληκτικῶν, καὶ ἔτσι ἔπεσαν ἔξω στοὺς ὑπολογισμούς τους. Ἡ γηροκόμησίς του καὶ τὰ τέλη του στὴν Λαύρα βάστηξαν καμμιὰ δεκαπενταριὰ χρόνια, καὶ πέθανε ἔχοντας συμπληρωμένα τὰ 95 του.
Διηγοῦνταν, ὅσοι τὸν γνώρισαν ἀπὸ κοντά, θαυμαστὰ πράγματα γιὰ τὶς σωματικές του ἱκανότητες καὶ γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ ἀγωνίσματά του στὴν μοναστηριακή του κέλλα, στὸ Καθολικό, καὶ στὰ διακονήματα τῆς Λαύρας· καθὼς ἐπίσης καὶ γιὰ τὶς στὰ ἡσυχαστικὰ ἐξαρτήματα καὶ ἐρημητήρια πνευματικές του ἐντρυφήσεις.
Παροιμιώδης ἦταν ἡ ἁπλότης τῶν τρόπων του καὶ ἡ ἀγαθότης τῆς συμπεριφορᾶς του πρὸς ὅλους τοὺς πατέρες. Ἐλέχθη ὅτι στὴν κοσμικὴ ζωή του, ὁ ἀπὸ τὰ Ἀλάτσατα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καταγόμενος γέροντας, ἦταν διακεκριμένος παλαιστὴς καὶ ἀσιβαρίστας. Ὁ ἴδιος οὔτε ἐπιβεβαίωνε οὔτε διέψευδε τίποτα ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ μὲ προθυμία, φιλαδελφία καὶ ταπείνωση βοηθοῦσε σὲ δύσκολες περιπτώσεις, καὶ τότε ὅλοι καταλάβαιναν! Οἱ πάντες ἔκριναν ἀναγκαία τὴν παρουσία του καὶ τὴν συμβολή του σὲ ἐγκατάσταση μυλόπετρας, σὲ μεταφορὲς ἐλαιοπιεστηρίων, σὲ μετακινήσεις παραβούτας, σὲ μεταφορὲς πολύμετρων καὶ χονδρῶν δοκαριῶν, σὲ τραβήγματα ψαρόβαρκων καὶ καϊκιῶν ἀπὸ τὴν θάλασσα στοὺς ἀρσανάδες κ.λ.π.
Μία χαριτωμένη ἐμπειρία μαζί του εἶχε καὶ ὁ γράφων, περὶ τὸ 1965. Ἐπέστρεφαν παπάδες, διάκοι καὶ πατέρες, μὲ τὸ Τίμιο Ξύλο, μὲ ἅγια Λείψανα, εἰκόνες καὶ ξυλοσήμαντρα ἀπὸ τὸν Ἀρσανά, ὅπου κάναμε ἁγιασμὸ καὶ τὴν καθιερωμένη λιτανεία τῆς Τρίτης τῆς Διακαινησίμου. Ἀντάμωσαν τὸν γερο-Ἑρμόλαο κοντὰ στὸ προσκυνητάρι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Κατέβαινε γιὰ τὴν λιτανεία καὶ σχεδὸν ἔκλαιε ἀπὸ λύπη, γιατὶ δὲν μᾶς πρόλαβε. Ἡ ἀλήθεια ἦταν ὅτι εἶχε ἐπισπευθῆ ἡ κάθοδος καὶ ἡ τέλεσις τοῦ ἁγιασμοῦ, γιατὶ καὶ κρύο ἔκανε καὶ ὁ καιρὸς ἔδειχνε πρὸς βροχή. Ἡ ἔκπληξις ὅμως ὅλων τῶν Πατέρων ἦταν ἀπερίγραπτη, ὅταν εἶδαν ὅτι κρατοῦσε στὸ δεξί του χέρι κάθετα ἕνα, ἀπὸ τὰ ἐμπορεύσιμα τῆς Μονῆς, καστανίτικο δίμετρο καπρούλι, ποὺ ὁπωσδήποτε θὰ ζύγιζε 3-4 ὀκάδες. «Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κρατᾶς, Γέροντα;», τὸν ῥώτησαν. «Ἀπὸ τὴν βία μου νὰ σᾶς προλάβω, δὲν πῆρα τὸ μπαστούνι μου. Βρῆκα λίγο πιὸ ἐδῶ ἀπὸ τὸ κιόσκι μία στίβα ἀπὸ δαῦτα καὶ πῆρα ἕνα γιὰ νὰ στηρίζομαι, μὴν σκοντάψω κατεβαίνοντας τὸ καλντερίμι», ἀπήντησε.
Ἄπλυτος, ἀχτένιστος, καὶ μὲ τὰ ἴδια τὰ κουρέλια-ῥοῦχα μέρα νύχτα, χειμῶνα καλοκαίρι, κατέβαινε μὲ μεγάλη προσοχὴ τὰ σκαλοπάτια τῆς Κόρδας καὶ ἔσερνε ὕστερα τὰ βήματά του πρὸς τὸ Καθολικό, πρὸς τὴν Παναγία τὴν Κουκουζέλισσα καὶ πρὸς τὰ παρεκκλήσια, ποὺ εἶχαν λειτουργία. Κανενὸς δὲν δεχόταν τὴν γηροκομικὴ προσφορὰ καὶ προθυμία, καὶ κανεὶς δὲν κατόρθωσε νὰ ἀντικαταστήσει τὰ κουρέλια του μὲ ῥοῦχα καὶ ῥάσα ἀνεκτὰ καὶ ἀξιοπρεπέστερα. Γι’ αὐτήν του τὴν εμφάνιση, ὅσοι δὲν τὸν γνώριζαν, τὸν ἀπέφευγαν· ὅσοι ὅμως γνώριζαν τὶς ἀρετές του, τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς ψυχῆς του, φιλοῦσαν τὸ χέρι του καὶ ζητοῦσαν τὴν εὐχή του.
Ἦταν πολὺ ἀγαπημένος καὶ στὴν Παναγία, ἡ ὁποία δὲν ἄφησε κρύφια τὴν πρὸς αὐτὸν χάρη καὶ εὔνοιά της, ἀλλὰ τὴν ἀποκάλυψε, καὶ δὴ ὡς ἑξῆς: Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἀτελείωτες βόλτες του στὴν αὐλὴ τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι, συνήντησε μία σεμνὴ γυναῖκα! Τὸ μόνο ποὺ σκέφθηκε ὁ ἀγαθὸς καὶ ἀνυποψίαστος γερο-Ἑρμόλαος, ἦταν νὰ τὴν πλησιάσει καὶ νὰ τῆς πῆ μὲ σοβαρότητα καὶ ἀπορία: «Πῶς βρέθηκες στὸ Ὄρος; Τί θέλεις ἐσύ, γυναῖκα, μέσα στὸ Μοναστήρι μας;». Ἐκείνη τὸν ἀντίκρυσε χαρίεσσα, τοῦ ἔνευσε ἀποχαιρετιστικὰ καὶ χάθηκε, κατευθυνομένη πρὸς τὸ παρεκκλήσι τῆς Κουκουζελίσσης. Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς φανέρωσε, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ μακαριστοῦ γερο-Ἑρμολάου ὁ πνευματικὸς στὸν ὁποῖο τὸ ἐξωμολογήθη ὁ ἀείμνηστος.

(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Ὁ γερο-Σωφρόνιος καὶ ὁ γερο-Γαβριήλ, τοῦ Κελλίου τῶν Γιαννακόπουλων.

Ὁ γερο-Σωφρόνιος καὶ ὁ γερο-Γαβριήλ, τοῦ Κελλίου τῶν Γιαννακόπουλων.
Ὁ γερο-Σωφρόνιος ἦταν προικισμένος μὲ τὸ χάρισμα τῶν δακρύων. Στὴν πανήγυρη τοῦ Κελλίου του, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Εὐαγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, καὶ ἐνῷ οἱ προσκεκλημένοι ὑμνοῦσαν καὶ δοξολογοῦσαν ὁλονυχτίως τὴν Παναγία, ἐκεῖνος βρισκόταν μὲ τὸν νοῦ του στὶς οὐράνιες δόξες της καὶ δεχόταν στὴν ψυχή του τὶς ἄῤῥητες ἡδύτητες καὶ τοὺς ἐκεῖθεν καταυγασμούς. Διηγοῦνται ἐκεῖνοι ποὺ τὸν γνώρισαν καλὰ καὶ στεκόνταν στὰ διπλανὰ στασίδια, ὅτι, ἰδίως ὅταν ἄρχιζε νὰ ψάλλεται ὁ Εἱρμὸς τῆς Θ΄ ᾠδῆς καὶ νὰ προτάσσονται οἱ στίχοι: «Εὐαγγελίζου γῆ χαρὰν μεγάλην, αἰνεῖτε οὐρανοὶ Θεοῦ τὴν δόξαν», ἔδειχνε ἡ ὄψις του ἐντελῶς ἠλλοιωμένη καὶ τὰ δάκρυά του ἔῤῥεαν ἀσταμάτητα.
Μία ἀπὸ τὶς θεοφιλεῖς ἐπιθυμίες τῶν μελῶν τοῦ Κελλίου τῶν Γιαννακόπουλων ἦταν νὰ γιορτάζουν τὴν ἐτήσια πανήγυρή τους, ὅσο πιὸ ἐπίσημα μποροῦσαν. Καλοῦσαν ὑπέροχους ψάλτες, ὅλους τοὺς ἐρημίτας τῆς γειτονικῆς Βίγλας, ἐκπροσώπους τῶν μακρινῶν Ἁγιονειλιατῶν Πατέρων καὶ ὅλων τῶν ἄλλων πέριξ ἡσυχαστηρίων. Κατέφθαναν γιὰ νὰ γίνουν κοινωνοὶ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς χαρᾶς των καὶ οἱ ἀκόμη πιὸ μακρινοὶ Καυσοκαλυβῖτες καὶ οἱ τῶν ὑπωρειῶν τοῦ Ἄθω Κερασιῶτες, καὶ ἀσφαλῶς δὲν ἔλειπαν καὶ Μοναστηριακοί. Λέγεται, ὅτι παρακάθονταν στὴν πανηγυρικὴ τράπεζα συνήθως περὶ τοὺς 80, ἐνίοτε δὲ καὶ 100 πανηγυρισταί. Καὶ ὅταν τελείωναν ἡ πανήγυρις καὶ τὰ κτιτορικά, καὶ προέπεμπαν τοὺς συμπανηγυριστὰς στὰ ἴδια, ἡ εὐχή των: «Καὶ τοῦ χρόνου», δὲν ἔβγαινε ἀπὸ τὰ χείλη τους κατὰ συνήθεια καὶ συμβατικότητα, ἀλλὰ ἦταν ἀνανέωσις τῆς προσκλήσεως καὶ ἔκφρασις πεποιθήσεως ὅτι ὄντως θὰ τοὺς ἔχουν πάλι κοντά τους συμπανηγυριστὰς τὸν ἑπόμενο Εὐαγγελισμό. Καθὼς ἐξιστοροῦσαν πανηγυριστὲς καὶ ὁμοτράπεζοί τους, αὐτὴ ἡ πνευματικὴ χαρὰ τῆς πανηγύρεώς των ἦταν διάρκειας καὶ ἀπηχήσεως ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους, καὶ μὲ αὐτὴ τὴν χαρὰ τοῦ συνεορτασμοῦ καὶ τὴν χάρη τῆς Παναγίας, δὲν καταλάβαιναν πῶς περνούσαν τὰ χρόνια. Τὸ μόνο ποὺ καταλάβαιναν ἦταν ὅτι: «μὲ μεγάλη τρεχάλα ἔτρεχε ἡ ζωή τους».
Στὰ τελευταῖά του χρόνια, ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τυφλώθηκε καὶ ἔχασε ἐντελῶς τὸ φῶς του. Ἀπέμεινε μόνος του μαζὶ μὲ τὸν γερο-Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος ἦταν κουφός.
Διώροφο τὸ Κελλί, καὶ ὅταν ὁ γερο-Γαβριὴλ ἔμπαινε μέσα, ἀμπάρωνε προσεκτικὰ τὰ κάτω. Ἀνέβαινε καὶ ἔμενε στὸ ἐπάνω δωμάτιο, ἀφήνοντας σκόπιμα τὰ παραθυρόφυλλα ὀρθάνοικτα καὶ προσεκτικὰ στυλωμένα, καὶ καθόταν γιὰ ἀσφάλεια ἐντελῶς στὸ πλάϊ, στὸ ἀπυρόβλητο. Ἔπρεπε ἐσὺ νὰ πάρεις μία πετρούλα στὴν στὴν ἀρχή, νὰ τὴν πετάξεις μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ νὰ περιμένεις λίγο. Ἂν διαπίστωνες σιωπή, ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβεις τὴν ἐνέργεια μὲ ἀκόμη μεγαλύτερη πέτα. Κάποια κοτρώνα στὸ τέλος θὰ ἔβλεπε αὐτὸς νὰ κατρακυλᾶ στὸ κατατραυματισμένο καὶ πολύπαθο πάτωμά του, ὁπότε ἔμπηγε δυνατὴ τὴν φωνή: «Τώραααα» καὶ φυσικὰ θὰ σταματοῦσες ἐσὺ αὐτομάτως τὸν πετροβολισμό, γιὰ λόγους εὐνόητους. Φρόντιζε ὁ ἴδιος, σὲ εἰδικὴ θέση κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο, νὰ βρίσκονται πέτρες μικρὲς καὶ μεγαλύτερες, ἐπανατοποθετῶντες ἐκεῖνες ποὺ ῥίχτηκαν στὸ πάτωμα.
Τὰ ὕστερα ἦταν εὔκολα, χαρούμενα καὶ ἀγάπης καὶ φιλοξενίας ἔμπλεα. Νεράκι δροσερὸ ἀπὸ τὴν ὑπόγεια στέρνα του, σῦκα γλυκύτατα ἢ δαμάσκηνα, ποὺ τὰ μάζευε ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ὥρα, ἂν ἦταν καλοκαίρι, ἢ μοῦρα, μεγάλα καὶ μελιστάλακτα, ἀπὸ τὴν τεράστια μουριὰ ποὺ ἔσκιαζε τὴν αὐλή του. Καὶ τὸ ἀκουστικὸ τώρα σὲ ἐνέργεια φυσικά, τὴν μεγίστη του. Καὶ λόγια ἁπλᾶ, πατερικά, ἐγκάρδια καὶ προσφωνήσεως ἅγιες, φιλάδελφες, ποὺ σὲ ἐξέπλητταν, σὲ συνέπαιρναν, σὲ ὁδηγοῦσαν σὲ σφαῖρε ἄλλου κόσμου.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)

Ὁ Πνευματικὸς παπα-Ἰάκωβος ὁ Βιγλιώτης.

Ὁ Πνευματικὸς παπα-Ἰάκωβος ὁ Βιγλιώτης.
Στὴν Καλύβα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν τῆς Βίγλας, 

γιὰ πολλὰ χρόνια ἀσκήτεψε ὁ φημισμένος Πνευματικὸς παπα-Ἰάκωβος (Παπαμιχαὴλ Ἰωάννης ἐξ Ἠπείρου, γεννηθεὶς τὸ 1872, προσῆλθε στο Ἅγιον Ὄρος τὸ 1900, κουρὰ τὸ 1905, πρεσβύτερος καὶ πνευματικὸς τὸ 1926, ἐκοιμήθη στὴν Μεγίστη Λαύρα τὴν 8ην Ἰανουαρίου τοῦ 1955, γηροκομηθεὶς ἐπὶ δίμηνον). Τὸν φοβοῦνταν οἱ δαίμονες γιὰ τὴν νηστεία, τὴν σκληραγωγία καὶ τὴν ἑκούσια κακοπάθειά του. Γιὰ ἄσκηση κουβαλοῦσε μὲ τὸν ντορβαδίνα του στὶς πλάτες ἄμμο ἀπὸ τοῦ Βελᾶ τὴν παραλία –τρεῖς ὧρες καλντεριμόδρομο· γιὰ νὰ ἐπισκευάσει, ὅπως ἔλεγε, τὴν Καλύβα του.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Πόθος καὶ Χάρις στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΓΕΡΟ-ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΔΟΥΜΑ


Ὁ μακαριστός Ἀρχιμανδρίτης Ἀναστάσιος κατά κόσμον Γεώργιος Λεονταρίδης, γεννήθηκε στόν Πανασό Κρήτης, στίς 20/7/1927. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Νικόλαος, καταγόμενος ἀπό τή Σελεύκεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μέ πολλούς συγγενεῖς στό χωριό Δαμάνια Μονοφατσίου Κρήτης, τόπο ἐγκατάστασης προσφύγων ἀπό τή Σελεύκεια, μετά τή μικρασιατική καταστροφή. Ἡ ἀγράμματη μητέρα του Ἑλένη, καταγόταν ἀπό τό χωριό Πανασός Καινουργίου Κρήτης, ἡ ὁποία ἀγαποῦσε τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία καί ἡ ὁποία ἀργότερα ἔγινε Μοναχή μέ τό ὄνομα Εὐγενία. Οἱ γονεῖς τοῦ Γέροντα εἶχαν τρία παιδιά, τόν Γεώργιο, τή Μαρία καί τήν Κυριακή, ἡ ὁποία κοιμήθηκε σέ ἡλικία 7 ἐτῶν. Τά τρία αὐτά παιδιά χάσανε νωρίς τόν πατέρα τους, σέ δύσκολη ἐποχή καί μεγάλωσαν μέσα σέ δυστυχίες, πεῖνες, ἀρρώστιες καί ταλαιπωρίες.
Τόν Γέροντα, ὡς μικρό Γεώργιο, τόν ὤθησε στά στοιχειώδη γράμματα τοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἡ μητέρα του. Ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε τά πράγματα τότε ἦταν πολύ στενά, ἀγόραζαν ἀκόμα καί τά βιβλία τοῦ σχολείου. Ὁ μαθητής Γεώργιος ὅμως εἶχε φιλομάθεια καί ἔλαβε, τότε, πέντε ἐνδεικτικά μέ βαθμό ἐννιά καί τό ἀπολυτήριο μέ ἄριστα δέκα. Ἡ δύσκολη ἐκείνη ἐποχή διέκοψε τίς ἄριστες μαθητικές ἐπιδόσεις του. Ἡ εὐλαβέστατη μητέρα τους ἀπό νωρίς τούς μετάγγισε τή δύναμη τῆς πίστεως καί τῆς προσευχῆς. Ὁ Γέροντας ἔμαθε νά νηστεύει αὐστηρά, νά μελετᾶ καί νά προσεύχεται μέ ὅλη τή δύναμη τῆς καρδιᾶς του. Ὡς μικρό παιδί, μελέτησε τόν βίο τοῦ Ἁγ. Ἀντωνίου, ἐμπνεύστηκε ἀπό τούς ἄθλους τῆς ἔνθεης βιοτῆς του καί ἄρχισε νά ἐξασκεῖ τήν εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διά τῆς Θεοτόκου, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Ὅπως ἀφηγεῖτο ὁ ἴδιος, αὐτή ἦταν ἡ μόνιμη προσευχητική του ἐνασχόληση. Δημιουργήθηκαν ἔτσι οἱ προϋποθέσεις ἀπό τά παιδικά χρόνια του ὥστε νά ἀναπτυχθεῖ ἀργότερα ἡ ἐσωκάρδια νοερά προσευχή, ὅταν ἐνεδύθη τό μοναχικό σχῆμα. Ἡ προσευχή του ὅμως προσήλκυσε τή χάρη τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία τοῦ χορήγησε στήν πρώτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ τό χάρισμα τῆς χωρητικότητος τοῦ νοῦ. Ἡ εὐλογία τῆς Θεοτόκου τόν συνόδευε πάντοτε. Ἀργότερα ὁ Γέροντας μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί τούς πνευματικούς του ἀγῶνες ἔγινε ὁ βιωματικός ἄνθρωπος, μέσα στό πνευματικό στερέωμα τῆς ἀσκητικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅταν ὡς ἔφηβος βρέθηκε στήν πόλη τοῦ Ἡρακλείου ἐργαζόμενος, παρασύρθηκε ἀπό ἕναν συγχωριανό του πού ἀνῆκε σέ κάποια εὐαγγελική αἵρεση καί παρακολούθησε μιά ὁμιλία πού ἔγινε σέ αἴθουσά τους. Εὐθύς ἀμέσως ἡ Θεοτόκος ἐμφανίστηκε ἀστραπιαία στό νεαρό Γεώργιο, δείχνοντάς του τό μεγαλεῖο τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπό τό ὁποῖο κινδύνευσε νά ἀποκοπεῖ. Ὑπηρέτησε στίς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐνῶ τά προηγούμενα χρόνια εἶχε ταλαιπωρηθεῖ ἀπό τή γερμανική κατοχή καί τά δεινά τοῦ γνωστοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ.
Ἡ παιδιόθεν κλίση του πρός τή μοναχική πολιτεία ἄρχισε νά γίνεται πραγματικότητα μέ τήν εἴσοδό του, ὡς δοκίμου μοναχοῦ, στήν Ἱ. Μ. Βροντησίου, στίς 26/7/1957, ἡμέρα ἑορτῆς τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς, σέ ἡλικία 30 ἐτῶν. Τό γεγονός τῆς ἀναχώρησής του ἀπό τόν κόσμο τό ἀπέκρυψε ἐντελῶς ἀπό τούς συγγενεῖς του καί ἀπό κάθε ἄλλο ἄνθρωπο. Γιά τήν προσέλευσή του στήν Ἱ. Μ. Βροντησίου συνετέλεσε καί τό γεγονός ὅτι ὁ τότε ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ του, Πανοσ. Ἀρχιμ. Θεοδόσιος, ἦταν τήν περίοδο ἐκείνη καί Ἡγούμενος τῆς ἐν λόγῳ Ἱ. Μονῆς, εὑρισκομένη σχεδόν πλησίον τῆς γενέτειράς του Πανασός. Ὁ τότε Γεώργιος Λεονταρίδης καί μετέπειτα δόκιμος μοναχός, δέν γνώριζε τίποτα περί Ἱ. Μονῶν. Βοηθήθηκε πνευματικά ἀπό τόν Ἱερομόναχο Γελάσιο τῆς Ἱ.Μ. Βροντησίου, ἔκανε τόν κανόνα του, πού μεταξύ ἄλλων συμπεριελάμβανε ἑκατό μετάνοιες κάθε βράδυ. Στήν Ἱ. Μ. Βροντησίου χειροθετήθηκε ἀναγνώστης ἀπό τόν τότε ἀοίδιμο Μητροπολίτη Κρήτης Εὐγένιο. Τήν περίοδο ἐκείνη στήν Ἱ. Μ. Βροντησίου ἐμόναζε ὁ π. Ἀντώνιος Γεπεσάκης, ὁ ὁποῖος ἀργότερα πῆγε στήν Ἀνώπολη. Ἀπό τήν Ἀνώπολη μετακινήθηκε στήν Ἱ. Μ. Κουδουμᾶ, ὡς Ἡγούμενος, ἀπό τόν ἀοίδιμο Ἐπίσκοπο Ἀρκαδίας Τιμόθεο, σέ ἀντικατάσταση τοῦ Πανοσ. Ἡγουμένου, Ἀρχιμ. Ἰωακείμ Δρακωνάκη. Μετά τόν διορισμό τοῦ Πανοσ. Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Γεπεσάκη, ὡς Ἡγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Κουδουμᾶ, ὁ δόκιμος μοναχός Γεώργιος, ἔχοντας γνωριμία μαζί του ἀπό τό Βροντήσι, ἀποφάσισε νά κατευθυνθεῖ πρός τήν Ἱ. Μ. Κουδουμᾶ. Ἀντί ὅμως νά πορευθεῖ πρός τήν Ἱ. Μ. Κουδουμᾶ, πῆγε στήν Ἱ. Μ. Ὁδηγήτριας, ἐπί ἡγουμενίας τοῦ Πανοσ. Ἀρχιμ. Καλλινίκου, κατόπιν προτροπῆς τῶν πατέρων τῆς Ἱ. Μ. Καλυβιανῆς.
Κατά τήν διάρκεια τῆς παραμονῆς του στήν Ἱερά Μονή Ὁδηγήτριας καί συγκεκριμένα στίς 29/12/1957 δοκίμασε μιά ἀπροκάλυπτη καί ἀνελέητη κακουργία τῶν δαιμόνων. Ἀντιμετώπισε ὁλοφάνερη καί ἀδυσώπητη πολεμική ἀπό διαβολικά τάγματα τά ὁποῖα -ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας- θέλουν νά συντρίψουν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή. Ἔμεινε γιά λίγες ἡμέρες ἀκόμα στήν Ἱ. Μ. Ὁδηγήτριας καί κατόπιν προσῆλθε καί ἐνεγράφη ὡς δόκιμος στήν Ἱ. Μονή Κουδουμᾶ. Στίς 12/8/1958, ἐπί ἡγουμενίας τοῦ Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Γεπεσάκη, ἐκπληρώθηκε ὁ θεῖος του πόθος καί ἐκάρη μοναχός, μέ τό ὄνομα Ἀναστάσιος. Τόν ἑπόμενο χρόνο, δηλαδή στίς 11/8/1959, χειροτονήθηκε διάκονος στήν Ἱ. Μονή τῆς μετανοίας του, ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἀρκαδίας Τιμόθεο καί ἀργότερα Πρεσβύτερος. Ἐδῶ ἐμπνεύστηκε ἀπό τήν ἡσυχαστική παράδοση τοῦ Μοναστηριοῦ τήν παραδεδομένη ἀπό τούς Ἁγίους νέους κτήτορές του, Παρθένιο καί Εὐμένιο καί ἐπιδόθηκε σέ σπουδαίους πνευματικούς ἀγῶνες. Ἀθλήθηκε πρωτογενῶς στήν ὑπακοή, ἀγόγγυστα διακόνησε σέ ὅλα τά διακονήματα, τά ὁποῖα τόν καιρό ἐκεῖνο, ἰδιαίτερα στήν Ἱ. Μ. Κουδουμᾶ, ἦταν ἐξαιρετικά κοπιαστικά καί ἐπίπονα. Ἐμπνεύστηκε ἀπό τή ζωή παλαιοτέρων καί ἐναρέτων Μοναχῶν, ὅπως τοῦ Παρθενίου Ψαράκη, πνευματικοῦ τέκνου τῶν Ἁγ. Πατέρων Παρθενίου καί Εὐμενίου, τοῦ Νικοδήμου Καλιγιαννάκη καί τοῦ Εὐμενίου Χαριτάκη. Ὑπῆρξε συνασκητής καί συναγωνιστής τοῦ ὁσίου Γέροντα Εὐμενίου Σαριδάκη καί ἀρωγός του στόν μεγάλο πειρασμό πού ἀντιμετώπιζε τά χρόνια ἐκεῖνα. Πάντοτε μιλοῦσε γιά τόν π. Εὐμένιο μέ μεγάλο σεβασμό καί τόν τιμοῦσε ὡς ἕνα ὅσιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐντός τῆς χάριτος καί τῆς ὑπακοῆς τῆς ἁγιάζουσας Ἐκκλησίας, μέ ὀρθό ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου του καλλιέργησε τή σιωπή καί τήν εὐχή καί ἀθέατος ἀπό τήν ὑπόλοιπη ἀδελφότητα κατέφευγε στά σπήλαια καί τά ἁγιασμένα ἀσκητήρια, ἰδιαίτερα τίς νυχτερινές ὧρες, μέ νηστεῖες, μέ χαμαικοιτίες, μέ ἀγρυπνίες, μέ τήν ἐσωτερική νοερά ἐργασία καί ἄλλα πνευματικά γυμνάσματα καί ἀσκητικά παλαίσματα, ἀπό τά ὁποῖα ἀπόκτησε σπουδαῖες καί βαθειές πνευματικές ἐμπειρίες.
Ἔζησε, ἐπί 7 περίπου χρόνια, στό Ἱ. Μετόχιο τῆς Ἱ. Μ. Κουδουμᾶ, στόν Ἅγ. Ἰωάννη πού βρίσκεται σέ παραλιακό χῶρο. Ἐκεῖ διέμενε ἐντός σπηλαίου μέσα σέ ἀπαράκλητες γιά τά ἀνθρώπινα μέτρα συνθῆκες διαβίωσης. Τήν περίοδο αὐτή εἶχε συνασκήτρια τή μητέρα του ἡ ὁποία, ὅπως προείπαμε ἐκάρη Μοναχή μέ τό ὄνομα Εὐγενία. Τό βαρύ ἐγκεφαλικό πού ὑπέστη ἡ μητέρα του τό 1973 τόν ἀνάγκασε νά ἐγκαταλείψει τόν ἀγαπημένο του χῶρο τῆς ἀσκήσεως καί νά ἐπανέλθει στό χωριό του Πανασός γιά νά δώσει τήν ἀναγκαία βοήθεια σ᾽ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκοιμήθη τό ἴδιο ἔτος καί ἐτάφη στό ἐν λόγῳ χωριό. Μετά τήν κοίμηση τῆς μητέρας του μετέβη στό Ἅγ. Ὄρος, ὅπου περιόδευσε σέ Ἱ. Μονές καί Σκῆτες, χάριν εὐλογίας καί ἐγκαταβίωσε στήν σκήτη τῶν Ἰβήρων, κοντά στόν Γέροντα Γρηγόριο γιά ἕνα περίπου ἔτος. Ἡ ἐκεῖ παραμονή του ἦταν ὠφέλιμη, καθώς ἔζησε τόν ἁγιορείτικο τρόπο ζωῆς, ἀλλά καί γνώρισε σπουδαῖες προσωπικότητες, ὅπως τόν Γέροντα Ἀθανάσιο τόν Ἰβηρίτη.
Ἐπανῆλθε στήν Κρήτη γιά λόγους ὑγείας τό ἔτος 1974, καί μετά ἀπό συνάντηση μέ τό γνωστό του Μητροπολίτη Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Τιμόθεο, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στίς 24/11/1974. Ὁ ἐπίσκοπος Τιμόθεος τοῦ πρότεινε νά ἐπιλέξει μεταξύ τῶν Ἐνοριῶν Ἀντισκαρίου καί Τσούτσουρου. Ὁ Γέροντας ἐπέλεξε τήν ἐνορία Τσούτσουρου στήν ὁποία ἐφημέρευσε ἀπό τό 1974 ἕως καί τίς 30/6/2000, ὁπότε καί συνταξιοδοτήθηκε. Διετέλεσε παράλληλα καί ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Προσκυνήματος τοῦ Ἁγ. Νικήτα ἀπό τό 1992 ἕως καί τό 1995 καί ἐπίσης διετέλεσε καί Ἐφημέριος στήν Ἐνορία Μαχαιρᾶ. Ἔλεγε γιά τίς τότε ἐμπειρίες του «ἀπό τή διακονία στόν κόσμο, εἶχα ξεκλείνει τοῦ αὐστηροῦ ἐκείνου μοναστικοῦ περιορισμοῦ, γιατί ἡ κοινωνική ζωή ἦταν διαφορετική». Τά ὀνόμαζε «παρατράγουδα» τοῦ κόσμου. Ἐπανῆλθε στήν Ἱ. Μονή τῆς μετανοίας του μόνιμα τό ἔτος 2002, ὅπου ἔζησε τόν ὑπόλοιπο βίο του ἀσκητικά καί σιωπηλά, «πλήρης χάριτος καί Πνεύματος Ἁγίου», διδάσκων τόν ἀνεκτίμητο λόγο τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί ἀπολαμβάνων τόν ἀπεριόριστο σεβασμό τῆς ἀδελφότητας καί τῶν προσκυνητῶν τῆς Ἱ. Μονῆς, μέχρι τῆς ὁσιακῆς τελευτῆς του, ἡ ὁποία ἐπῆλθε στίς 2/12/2013.

ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
«Τεκνία ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» γιατί αὐτό φτάνει γιά ὅλα. Νά ἀγαπήσει ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἀλληλεγγύη ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλο, νά ἀλληλοεξυπηρετήσει ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ἐγώ, θά μοῦ πεῖτε ὅτι τά λέω αὐτά γιατί δέν εἶμαι ἱκανός νά ἐξυπηρετήσω κανένα καί ἐμένα μέ ἐξυπηρετοῦνε, ἀλλά δέν εἶμαι ἱκανός, γι᾽ αὐτό. Ὅλοι μας καί σέ ὅ,τι μπορεῖ ὁ κάθε ἕνας, ἄν δέν μποροῦμε μέ ἔργα, τουλάχιστον μέ τή διάθεση τῆς καρδιᾶς.

Σέ κάθε ἐπίθεση στρατιωτική χρειάζεται ἀμέσως καί σταθεροποίηση γιατί ἄν δέν σταθεροποιηθεῖς δέχεσαι ἀντεπίθεση ἀπό τό ἐχθρικό μέτωπο, ἔτσι λοιπόν καί ἐμεῖς κάνοντας κάτι καί νομίζοντας ὅτι προοδεύσαμε κάπου πρέπει νά ζητᾶμε σταθεροποίηση, καί «ὁ δοκῶν ἐστάναι, βλεπέτω μή πέσῃ» (Α´ Κορ. 10,12).

Ας προχωροῦμε λοιπόν ὁ κάθε ἕνας μέ τή διάκριση πού τοῦ χαρίζει ὁ Κύριος καί τόν ὁπλισμό ἐκεῖνο πού καταγράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τήν πίστη σάν ἄγκυρα, τήν ἐλπίδα καί ἰδίως τήν ἀγάπη, ἡ ἀγάπη εἶναι τό πλήρωμα τοῦ νόμου, ὅλα τά καλύπτει, τίποτα δέν τήν πτοεῖ, ἄς προχωροῦμε μέχρι νά φτάσουμε στόν Ποθούμενον.

Εἶναι μυστήρια πού ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά τά ζήσει ἐν ἡσυχία, ἡσυχία ἐννοῶ τήν ἄνεση. Τήν ἡσυχία τήν πνευματική πρέπει νά τήν ἐπιδιώκουμε. Δέν μπορεῖς νά πετύχεις σέ καιρό ἀνέσεων οὔτε μέ ἀνάπαυση στά πράγματα τοῦ κόσμου, στά ὑλικά καί τά λοιπά. Ὁ ὄφις γιά νά ἀλλάξει τό πουκάμισό του πρέπει νά περάσει ἀπό στενό τόπο νά ἀφήσει τό παλιό του δέρμα γιά νά τοῦ φυτρώσει τό ἄλλο, ἔτσι καί ὁ χριστιανός πρέπει νά περάσει ἀπό τή στενή πύλη, νά τριφτεῖ καί αὐτός γιά νά βγάλει τό παλαιό ἔνδυμα, τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί νά ἐπενδυθεῖ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

Οπως ἐμεῖς ἑτοιμάζουμε τόν πνευματικό μας ἐξοπλισμό γιά νά ἀντιπαρέλθουμε τόν καιρό τῶν νηστειῶν, ἔτσι καί αὐτός (ὁ διάβολος) ἑτοιμάζει τόν πόλεμό του μέ τούς δικούς του. Ὁ πόλεμος γίνεται καί ἔμμεσα καί ἄμεσα. Καί μέ πνεύματα, μέ δαίμονες καί μέ ἀνθρώπους πού τόν ὑπακοῦνε. Γι᾽ αὐτό οἱ πειρασμοί πού μᾶς ἔρχονται αὐτόν τόν καιρό τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπό ὅλους τούς πειρασμούς ὅλων τῶν ἄλλων περιόδων τοῦ ἔτους.

Πρέπει νά εἴμαστε νηφάλιοι, νά ἔχουμε τό νοῦ μας. Νά εἴμαστε στή θύρα ξάγρυπνοι ἵνα ἐργαζόμαστε καί ἵνα φυλάττομε, καθώς ἔχει πάρει ἐντολή ὁ πρωτόπλαστος στόν Παράδεισο, «ἔθετο αὐτόν ἐν τῷ Παραδείσῳ ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν» (Γεν. 2,15).

Η νηστεία ἔχει ἐπιπτώσεις ὁπωσδήποτε στό σῶμα, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν  πνευματική ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅλος ὁ πνευματικός ἀγῶνας κατά τή Μεγάλη Σαρακοστή εἶναι δύσκολος καί πρέπει νά συνεχίσουμε μέχρι τήν τελευταία ὥρα μή πτοούμενοι ἀπό τίποτα, οὔτε κρυφό οὔτε φανερό, οὔτε πνευματικό οὔτε ὑλικό, οὔτε ἀπό ἀνθρώπους, οὔτε ἀπό δαίμονες.

Ὅλα τά ποδοπατοῦμε μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ μας, πού μέ τήν δύναμή Του μᾶς ἔδωσε ἐξουσία στό πρόσωπο τῶν Ἀποστόλων Του «ἵνα πατοῦμεν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ καί οὐδέν ὑμᾶς οὐ μή ἀδικήσει» (Λουκ. 10,19), οὐδέ βλάψει.

Διανύουμε τή σταυρώσιμη περίοδο τῆς Σαρακοστῆς, γιά νά φτάσουμε στήν ἀέναο χαρά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας. Ὅποιος δέν περάσει τόν σταυρό δέν θά δεῖ καί τήν ἀνάσταση, μπορεῖ μέν νά ἑορτάσει ἀνάσταση, νά φάει καί νά πιεῖ, νά σουβλίσει καί τό ἀρνί, νά τσακίσει καί τά αὐγά, καί τά καλιτσούνια καί ὅλα αὐτά, ἀλλά οὐσιαστικά, πνευματικά δέν ἑορτάζει Πάσχα, δέν γιορτάζει ἀνάσταση στήν ψυχή του μέσα.

Η ζωή τοῦ χριστιανοῦ γενικότερα, ἀλλά ἰδίως τοῦ μοναχοῦ εἶναι σταυροαναστάσιμη. Πρῶτα σταύρωση καί ὕστερα ἀνάσταση, γι᾽ αὐτό πρέπει νά εἴμαστε πάντα πρόθυμοι στόν ἀγῶνα. Θά βαδίσουμε, θά προσπεράσουμε τά πάντα, θά προσπεράσουμε καί αὐτήν τήν ἰδέα τοῦ θανάτου.