Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Τὸ Τριμόρφι τοῦ Νάρθηκα τῆς Μονῆς Ἰβήρων.

Τὸ Τριμόρφι τοῦ Νάρθηκα τῆς Μονῆς Ἰβήρων.
Κάποτε, ὅταν ἤμουν ἀρχάριος μοναχός, ὁ Πνευματικός μου μοῦ εἶπε, ὅτι στὴν Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ βρίσκεται ἀρκετὰ ψηλά, ἐπάνω ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἰβήρων, στὴν ὁποία ἀσκήτεψε ἐπὶ πολὺ καὶ ὁ ἴδιος, ἀσκήτευε στὰ χρόνια του, ἕνας εὐλαβέστατος μοναχός, ὁ ὁποῖος προσηύχετο ἰδιαιτέρως καὶ παρακαλοῦσε νὰ τοῦ ἀποκαλυφθῆ πῶς ἀκριβῶς ἦσαν ἐπὶ γῆς οἱ μορφὲς τοῦ Σωτῆρός μας, τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου· καὶ ὅτι Ἄγγελος Κυρίου τοῦ εἶπε ὅτι πολλὰ ζητοῦσε· ἀλλὰ πάντως, ἂν ἤθελε νὰ λάβει γνῶση καὶ πεῖρα τοῦ ποθουμένου, νὰ μεταβῆ στὴν Ἰβήρων καὶ νὰ ἀρκεσθῆ στὴν θέα τῶν θείων καὶ ἁγίων προσώπων στὸ Τριμόρφι τῆς τοιχογραφίας στὸν Νάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Ὁ γερο-Γεώργιος τοῦ Φανερωμένου.

Ὁ γερο-Γεώργιος  τοῦ Φανερωμένου.
Θὰ μᾶς μείνει ἀλησμόνητη ἡ περίπτωσις τοῦ πατρὸς Γεωργίου (Κοζάκος Δῆμου ἐκ Σουφλίου Θράκης, γέννησις 1902, προσέλευσις 1925, κουρὰ 1928, κοίμησις 1982), Γέροντος τοῦ Κελλίου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Φανερωμένου, στὰ βορειοδυτικὰ τῶν Καρυῶν, πού, στὴν πανήγυρι τοῦ 1982, μπαινόβγαινε στὴν ἐκκλησία τοῦ φτωχοῦ Κελλιοῦ του καὶ παρακαλοῦσε τοὺς ψάλτας «νὰ ψάλουν πιὸ καλά», καὶ ἔκανε καὶ ἐξόδεψε τὰ πάντα του γιὰ ἐκείνη τὴν τράπεζα, γιὰ νὰ εὐχαριστηθοῦν οἱ ἀδελφοὶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά, γιατὶ ὁ αὐστηρότατος νηστευτὴς καὶ προορατικὸς Γέροντάς του, γερο-Εὐλόγιος (ἐκοιμήθη τὸ 1948), τοῦ εἶχε προείπει, τότε ποὺ ἦταν καλογέρι ἀκόμη: «Θὰ πεθάνεις ὅταν γίνεις 80 χρονῶν». Ἔλεγε δὲ στοὺς Πατέρες ὁ γερο-Γεώργιος: «Πατέρες, περπατάω τὰ 80 μου, δὲν θὰ ξαναγιορτάσω στὴν γῆ τὸν Ἅϊ-Γιώργη μου καὶ θέλω νὰ τὸν εὐαρεστήσω ἐφέτος περισσότερο ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες φορές. Γι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ, ψᾶλτε καὶ εὐχαριστηθῆτε καὶ ἐσεῖς μαζί μου. Συγχωρέστε με καὶ Θεὸς σχωρέσει ἐσᾶς».
Πράγματι, τὸ ἴδιο ἔτος, τὸ 1982, ἡμέρα Κυριακή, καὶ ὥρα 11η προμεσημβρινή, ὁ γερο-Γεώργιος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του, 6 μῆνες μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν πανήγυρι.
Κατὰ μία ἐπίσκεψή του, τὸ 1980, σὲ ἐμένα γιὰ ἐξομολόγηση, ποὺ ἀποκάλυψε τὸ ἑξῆς:
-Δέσποτα, ἔχω πνευματικό τὸν ..., στὸν ὁποῖο ἐξομολογοῦμαι τὰ πάντα. Μὲ ἔχει σὲ καλὴ σειρά, καὶ μὲ διαβεβαιώνει νὰ ἐλπίσω σὲ σωτηρία. Μὲ τὴν ἄδεια καὶ τὴν σύμφωνη γνώμη του ἦρθα στὴν ἀρχιερωσύνη σου, γιατὶ δὲν ἔχει ἄλλο ἀνώτερο πρόσωπο στὴν γῆ ἡ Ἐκκλησία μας, νὰ ζητήσει πνευματικὴ συμβουλὴ καὶ εὐλογία. Τὰ τελευταῖα χρόνια, συμβαίνουν σὲ μένα παράξενα πράγματα. Μπαίνω στὸ ἐκκλησάκι μου, ἀρχίζω τὴν εὐχή, καὶ ἀμέσως γλυκαίνεται ἡ ψυχή μου· καὶ δὲν ξέρω ὕστερα πόσες ὧρες περνᾶνε...
Πρῶτα ἦταν διαφορετικά, μὲ κυβερνοῦσε ὁ ἅγιος Γέροντας· τοῦ ἔκανα τυφλὴ ὑπακοή, ποὺ λένε, καὶ ἤμουν ἥσυχος. Ἀπὸ τότε ὅμως ποὺ τὸν πῆρε ὁ Θεὸς κοντά Του, καὶ κυρίως σὲ τοῦτα τὰ τελευταῖα χρόνια, τὰ μπέρδεψα ὅλα καὶ δὲν ξέρω τί μὲ γίνεται. Καὶ στὸν κῆπο καὶ στὰ πεζούλια, ὅταν σκάβω, λέω τὴν εὐχή, ἀλλὰ ξέρω τὶ κάνω καὶ συμμαζεύομαι μέσα ὅταν ψηλώσει ὁ ἥλιος καὶ μὲ πιάσει ἡ ζέστη. Ὅταν ὅμως μπαίνω στὴν ἐκκλησία, δὲν εἶναι τὸ ἴδιο...
Να, μπαίνω, ἂς ποῦμε γιὰ τὸν Ὄρθρο, πολὺ νύχτα ἀκόμα, ὅπως συνηθίζουμε· προσκυνῶ τὶς εἰκόνες καὶ βλέπω ὕστερα τὰ καντήλια καὶ ἂν εἶναι κανένα σβησμένο τὸ ἀνάβω. Μὲ τραβάει ὕστερα νὰ δῶ πολὺ προσεκτικὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μας. Ἀρχίζω ὕστερα τὴν εὐχή. Στὴν ἀρχὴ τὴν λέω καθαρά, μὲ τὸ στόμα, τὴν καταλαβαίνω ὅλη. Ὕστερα τὰ χάνω, οὔτε εἰκόνα βλέπω οὔτε τὰ χείλη μου αἰσθάνομαι νὰ λένε τίποτα. Μόνο ποὺ εἰρηνεύουν ὅλα καὶ μοῦ φαίνεται σὰν νὰ λέγεται ἡ εὐχὴ μέσα μου, τὴν ἀκούω καὶ τὴν καταλαβαίνω κατακάθαρα μέσα ἐδῶ, καὶ εὐχαριστιέμαι, πολὺ εὐχαριστιέμαι. Ὅταν σταματάει, εἶναι ἤδη χαραυγή, καὶ πολλὲς φορὲς ψηλωμένος ὁ ἥλιος. Πάει λοιπὸν ἡ Ἀκολουθία. Τὸ ἴδιο καὶ ὅταν μπαίνω γιὰ Ἑσπερινό, μὲ πιάνει ἡ νύχτα καὶ Ἑσπερινὸ δὲν κάνω. Τὸ ἴδιο παθαίνω καὶ μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας. Τὴν ἀγαπὼ πολύ. Μ’ ἀρέσει πολὺ νὰ τὴν ἀντικρύζω, καὶ ἀρχίζω τό «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς», καὶ ἀπὸ ἐκεὶ τὰ ἴδια. Ἔχω καὶ τὸν φόβο μὴ καὶ πέσει ἀπὸ τὰ χέρια μου τὸ καντηλοκέρι καὶ κάψω τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἅϊ-Γιώργη μου καὶ καγῶ καὶ ἐγώ, γι’ αὐτὸ τὸ σβήνω καὶ τὸ ἀποθέτω παρ’ ἐκεῖ, προτοῦ ἀρχίσω τὴν εὐχή.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)



Ὁ Προηγούμενος Καλλίστρατος ὁ Λαυριώτης.

Ὁ Προηγούμενος Καλλίστρατος ὁ Λαυριώτης.
Δεκαετίες ὁλόκληρος ὁ Προηγούμενος Καλλίστρατος (Παπακωνσταντίνου Κωνσταντῖνος, ἐκ Μεσαγροῦ Μυτιλήνης, γέννησις 1914, προσέλευσις 1931, κουρὰ 1931, κοίμησις 1980), ἦταν ἀφοσιωμένος στὴν ἐπιμέλεια καὶ περιποίηση τῶν 2.000 χειρογράφων κωδίκων καὶ στὴν ἀγάπη τῶν σεβαστῶν δεκάδων χιλιάδων ἐντύπων, ὅπως καὶ ὁ προκάτοχός του γερο-Παντελεήμων (Κυριακάκης Κωνσταντῖνος ἐκ Κύπρου, γέννησις 1893, προσέλευσις1921, κουρὰ 1922, κοίμησις 1965)
Μέρες ὁλόκληρες καὶ νύχτες ἀτελειώτες μὲ τὴν πετρελαιόλαμπα ὁ εὐλογημένος καὶ ὑπομονετικὸς Καλλίστρατος, σκυμμένος στὰ χειρόγραφα, ἀντέγραφε καὶ ἀντέγραφε ἀκούραστα, μὲ τὴν πέννα καὶ τὴν μελάνη, σὲ κόλλες ἀναφορὰς καὶ σὲ τετράδια καὶ τὰ ταχυδρομοῦσε ἀκολουθῶς στοὺς ἐπιστήμονας τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ πάντοτε ἀνιδιοτελῶς. Καὶ φαίνεται, πὼς κανεὶς ἐξ ὅσων κέρδισαν καὶ πλούτισαν ἀπὸ τὴν βασανιστικὴ γι’ αὐτὸν ἐργασία του, δὲν φιλοτιμήθηκε κάτι νὰ τὸν φιλοδωρήσει. Ἔτσι, ὅταν ἀπὸ τὴν πολλὴ κόπωση, κυρίως κατὰ τὴν νύχτα, ἔπαθαν τὰ μάτια του καὶ κινδύνευσε νὰ τυφλωθεῖ, καθὼς κανεὶς γιατρὸς στὴν Ἑλλάδα δὲν ἀνελάμβανε τὴν περίπτωσή του ἀλλὰ τὸν παρέπεμπαν σὲ κάποιον διάσημο εἰδικὸ στὴν Βιέννη, βρέθηκε στὴν ἀνάγκη νὰ ζητιανέψει, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ταξιδέψει, νὰ ἐγχειρισθῆ καὶ νᾶ περιθαλφθῆ ἐκεῖ.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Ὁ ἰατρὸς Γέρων Παῦλος Λαυριώτης.

Ὁ ἰατρὸς Γέρων Παῦλος Λαυριώτης.
Καταγωγὴ ἀνατολίτικη, ὁ γιατρὸς χειροῦργος Γέρων Παῦλος (Παυλίδης Παῦλος τοῦ Ἰορδάνου, ἐκ Θεοδωρουπόλεως Πόντου (Σαφράμπολι), γέννησις 1884, προσέλευσις 1925, κουρὰ 1926, κοίμησις 1980). Ἡ ἐγκύκλιος μόρφωσίς του στὴν δοξασμένη καὶ ἁγιοτόκο Καισάρεια. Ἡ φοιτητική του ζωή, στοὺς πανεπιστημιακοὺς κύκλους τῶν Ἀθηνῶν, ἀπὸ ὅπου ἀναχωρεῖ πτυχιοῦχος ἰατρὸς γιὰ μετεκπαίδευση καὶ εἰδίκευση στὴν χειρουργική, στὸ Παρίσι καὶ στὴν Λειψία, μὲ εἰδικὴ ὑποτροφία τοῦ τουρκικοῦ κράτους, ὡς ἀριστοῦχος. Μετὰ τὴν εἰδίκευσή του στὴν χειρουργική, ἀσκεῖ τὴν ἰατρικὴ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐν συνεχείᾳ στὴν Προῦσα.
Τὸ 1914, ὑπηρετοῦσε ὡς γιατρὸς καὶ ἀξιωματικὸς στὸν τουρκικὸ στρατό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο, εὑρισκόμενος στὴν Ἰσμαηλία, αὐτομόλησε καὶ μὲ ῥοῦχα ἄσημου χωρικοῦ πέρασε πρὸς τὸ Σουέζ, πρὸς τοὺς κατέχοντας τότε τὴν Αἴγυπτο Ἄγγλους. Ὁμὰς Ἰνδῶν φρουρῶν τὸν πυροβολοῦσε ἀδιάκοπα, ἀλλὰ καμμία σφαῖρα δὲν τὸν ἄγγιξε, ἐπειδὴ ἡ Θεία Χάρις, -ὅπως τὸ ὁμολογοῦσε- τὸν θωράκιζε.
Κρατήθηκε ὅμως καὶ ταλαιπωρήθηκε ἐπὶ τρίμηνο στὸ Κάϊρο, ὑπὸ αὐστηρὸ περιορισμό, ἀπὸ τὶς ἀγγλικὲς στρατιωτικὲς ἀρχές, καθ’ ὃ χρονικὸ διάστημα τὸν ἀνέκριναν, γιατὶ τὸν ὑποψιάστηκαν ὡς τοῦρκο κατάσκοπο. Τὸν ἀπελευθέρωσαν ὅμως οἱ ἐκεῖ ἑλληνικὲς πρεσβευτικὲς ἀρχές. Ἀκολούθως τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία ἐργασίας σὲ ἑλληνικὸ νοσοκομεῖο τοῦ Καΐρου· τοῦ ἀνετέθη μάλιστα ἡ διεύθυνσις τοῦ χειρουργικοῦ τμήματος.
Ἡ μικρασιατικὴ ἐκστρατεία τὸν βρίσκει ἐπαγγελματία γιατρὸ στὴν Προῦσα. Ἐντάσσεται ἀμέσως στὶς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ μετέχει σὲ ὅλες τὶς τύχες τουυ. Τὸ 1922 καταφθάνει ἐν ταλαιπωρίᾳ στὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου ἐργάζεται ὡς στρατιωτικὸς γιατρὸς ἐπὶ διετία. Τὸ 1924 παραιτεῖται καὶ ἐγκαθίσταται ὡς γιατρός, κατ’ ἀρχὰς στὶς Καρυές, καὶ ἀκολούθως μὲ σύμβαση στὴν Μονὴ Βατοπεδίου. Τὸ 1925 μετακομίζει, δοκιμάζεται καὶ κείρεται μοναχὸς στὴν Μεγίστη Λαύρα καὶ τὸ 1935 ἐκλέγεται μέλος τῆς Γεροντίας τῶν Προϊσταμένων.
Καὶ σὲ ποιόν δὲν ἀποδείχθηκε χρήσιμο ὡς γιατρὸς στὴν Λαύρα, καὶ πρὸς τὰ ποῦ τοῦ Ὄρους δὲν ἔτρεξε νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του καὶ τὴν ἐπιστημονική του βοήθεια; Κούτσαινε λίγο, ἐξ αἰτίας ἑνὸς κατάγματος στὸ πόδι του. Δὲν τοῦ συνέβη στοὺς πολέμους ἀλλὰ εἶχε αἰτία τὴν πτῶση ἀπὸ μουλάρι, ποὺ ξιππάστηκε σὲ μία διαδρομή του πρὸς τὴν Προβάτα, πάλι γιὰ προσφορὰ βοηθείας σὲ πάσχοντα.
Ἀποφασιστικὸς καὶ τολμηρὸς στὶς ἐπεμβάσεις του, δὲν δίστασε νὰ προβῇ σὲ ἀκρωτηριασμὸ ἄκρου ἑνὸς μοναχοῦ, ποὺ ζοῦσε σὲ πολὺ ἀπομεμακρυσμένο μέρος, χρησιμοποιῶντας ξυλουργικὸ πριόνι καὶ ὅ,τι ἄλλο σχετικὸ βρέθηκε πλησίον του, βράζοντάς τα σὲ κοινὸ καζάνι γιὰ ἀποστείρωση, ἀφοῦ τὰ δικά του χειρουργικὰ ἐργαλεῖα βρίσκονταν ὧρες μακρυὰ καὶ κάθε καθυστέρησις θὰ συνεπήγετο θάνατο ἀπὸ τὴν ἀκαταίσχετη αἱμοῤῥαγία τοῦ πολτοποιημένου μέλους. Τὸν γνωρίσαμε τὸν ἀκρωτηριασμένο μοναχό, στὰ γεράματά του, εὐγνωμονοῦντα τὸν γερο-Παῦλο, γιατὶ τοῦ ἔσωσε τὴν ζωή, καὶ εὐχαριστοῦντα τὸν Θεό, ποὺ τοῦ ἔδωσε, ὅπως ἔλεγε, πίστωση χρόνου γιὰ μετάνοια καὶ καλὴ προετοιμασία γιὰ τὴν μετάβασή του στὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια ζωή.
Θυμήθηκα πὼς κάποτε, μόλις σήμανε ὁ ἐκκλησιαστικὸς τὸ τρίτο τάλαντο γιὰ τὸν Ἑσπερινό, διᾶκος τότε ἀκόμα, τὸν εἶδα νὰ γλιστράει καὶ νὰ σωριάζεται στὸ παγωμένο χιόνι, μπροστά στὴν πόρτα τοῦ Νάρθηκος τοῦ Καθολικοῦ. Δὲν ἦταν τόσο ἡ εὐρωστία καὶ ἡ δύναμίς μου ὅσο τὸ ἀέρινό του, ποὺ μοῦ ἐπέτρεψε νὰ τὸν σηκώσω εὔκολα ἀπὸ κάτω καὶ νὰ τὸν κρατήσω στὴν ἀγκαλιά μου, γιὰ νὰ τὸν πάω μέσα, ἐνῷ ἐκεῖνος ἐπεκαλεῖτο τὴν Παναγία καὶ δόξαζε τὸν Θεό, γιατὶ δὲν ἔπαθε τίποτα. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν ἱλαρότητα τοῦ προσώπου του, καθὼς μὲ κοιτοῦσε καὶ ἔνευε εὐγνωμοσύνη.
Τὸ πρόσωπο καὶ τὴν κάτισχνη ἀπὸ τὴν νηστεία μορφή του μποροῦσες ὡς ἄριστα νὰ τὴν παραβάλῃς μὲ τὶς τοιχογραφίες τῶν Ὁσίων τοῦ Καθολικοῦ ἢ τῆς Τραπέζης τῆς Λαύρας.
Ζῶνες, σχήματα, πολυσταύρια καὶ κομποσχοῖνες τριακοσάρες κοντὰ στὸ ἀπέριττο κρεββάτι του.
Ὅταν μετὰ τὴν ἐν Κυρίῳ κοίμησή του, σὲ ἡλικία 96 ἐτῶν, τὴν Πρωτοχρονιὰ τοῦ 1980, μετακομίζαμε τὶς βιβλιοθῆκές του γιὰ νὰ τὶς ἐνσωματώσουμε στὴν κοινὴ τῆς Μονῆς, ὅπως συνηθίζεται, πίσω ἀπὸ μία βρήκαμε ἐπιμελῶς κρυμμένο, ἀπὸ μετριοφροσύνη, τὸ κορνιζαρισμένο αὐθεντικὸ-πρωτότυπο πτυχίο του, τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Παρισίων.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)



Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος ὁ Λαυριώτης.

Ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος ὁ Λαυριώτης.
Ὁ Γέρων Ἀμβρόσιος (Ντόλας Ἀμβρόσιος τοῦ Ἀγγέλου ἐξ Ἀρναῖας Χαλκιδκῆς, γέννησις 1884, προσέλευσις 14-11-1904, κουρὰ 19-3-1906, προϊστάμενος 1932, κοίμησις 24-11-1977), ἦταν ἡ ζῶσα παράδοσις τῆς Λαύρας.
Εἶχε τὴν συνήθεια νὰ βρίσκεται στὸ πρῶτο Γεροντικὸ στασίδι τοῦ δεξιοῦ χοροῦ ἀρκετὴ ὥρα πρὸ τῆς τρίτης στάσεως τοῦ σήμαντρου καὶ προτοῦ ἀκόμη ‘μπῆ στὸ βῆμα ὁ ἐφημέριος, ἀφοῦ ὅμως ἐξακρίβωνε πὼς ὅλοι οἱ ὑποτακτικοί του εἴχαμε ξυπνήσει. Καὶ πῶς νὰ μὴν ξυπνοῦσες, ὅταν ἄκουγες τοὺς βηματισμούς του στὸν διάδρομο μὲ ἐκεῖνα τὰ τεράστια, βαριὰ καὶ ἀπὸ τὰ ἐργόχειρα ἁγιορείτη τσαγκάρη κατασκευασμένα συρτά του;
Πόσες φορές,  γιὰ εὐνόητος λόγους, πρωτοστατοῦντος τοῦ μακαριστοῦ Δεσπότου Ναθαναήλ, δὲν ἀποπειραθήκαμε νὰ τὰ ἀντικαταστήσουμε μὲ μαλακὲς καὶ ἐμφανίσμες παντόφλες, ἀγοραστὲς ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, ἀλλ’ εἰς μάτην: «Δὲν ἄλλαζω τὶς συνήθειές μου, δὲν θὰ μὲ κάνετε ἐσεὶς μασκαρὰ στὰ γεράματά του, φέρτε μου γρήγορα τὰ συρτά μου».
Εἴχαμε ῥωτήσει ὅλους τοὺς ἐφημερίους τῆς Λαύρας, ἡλικιωμένους καὶ νεώτερους, ἐὰν συνέβη ποτέ, κατὰ τὰ ἔτη τῆς ἐφημερίας τους, νὰ μὴν βρισκόταν στὸ στασίδι του ὁ γερο-Ἀμβρόσιος στό: «Εὐλογητός». Κανεὶς δὲν θυμήθηκε κάτι τέτοιο, καὶ ἐπὶ πλέον ὅλοι διαβεβαίωναν, ὅτι τὸ πρώτο μετὰ τό: «Εὐλογητὸς ὁ Θεός», «Ἀμήν», ἦταν πάντοτε τοῦ Γέροντος Ἀμβροσίου. Μία τακτικὴ ἰσόβιος, χειμῶνα καλοκαίρι.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Ἐλάχιστη ἀναφορὰ σὲ θαύματα τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου.

Ἐλάχιστη ἀναφορὰ σὲ θαύματα τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου.


Πρῶτο θαῦμα, ἐν ζωῇ: Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶχε μεταξὺ τῶν ἄλλων μοναχῶν καὶ ἕναν ὑποκτακτικό, ὀνόματι Νικόλαο, ποὺ διακρινόταν ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἁπλότητα τοῦ χαρακτῆρός του καὶ τὶς ἄλλες ἀρετές του καὶ γιὰ τὴν τελεία ὑπακοή του στὰ προστάγματα καὶ τὶς ἐντολές του.
Σὲ κάποια ὅμως χρονικὴ περίοδο, ποὺ ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴν Μονή, καὶ βρισκόταν στὰ Βουλευτήρια, ὅπως λέγονταν καὶ τότε καὶ σήμερα τὰ παραθαλάσσια ἡσυχαστήρια τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, χάριν ἰδιαιτέρας προσευχὴς κατὰ μόνας, ὅπως τὸ συνήθιζε, ὁ ἀγαπητός του μαθητὴς καὶ ὑπήκοος μοναχὸς Νικόλαος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Οἱ Πατέρες τῆς Λαύρας, πεπεισμένοι γιὰ τὴν ἁγιότητά του, ἀφοῦ τοῦ ἔψαλλαν τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία, δὲν τὸν πῆγαν γιὰ ταφὴ στὸ Κοιμητήριο τῆς Μονῆς, ἀλλὰ τὸν μετέφεραν μὲ τὸ νεκροκρέββατο στὸ ἐντὸς τοῦ Καθολικοῦ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἐν ἀναμονῇ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Ἡγουμένου των Ἁγίου Ἀθανασίου· ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀργοῦσε νὰ ἔλθει.
Ὅταν ὅμως πέρασαν 15 ὁλόκληρες ἡμέρες, πρὸς ἔκπληξή τους, εἶδαν πὼς ὁ πεθαμένος ἀδελφός του Νικόλαος, ἔβγαλε τὸ χέρι του μέσα ἀπὸ τὸ κιβώριο καὶ τὸ ἅπλωσε πρὸς τὰ ἔξω. Τότε, χωρὶς νὰ χάσουν καθόλου καιρὸ οἱ Πατέρες, ἄρχισαν νὰ κουβαλᾶνε τοὺς ἀῤῥώστους καὶ πάσχοντας ἀδελφούς, καὶ τοὺς τυφλοὺς ἀκόμη· καὶ ὅλοι, ὢ τοῦ θαύματος, «προσψαύοντες τῇ χειρὶ ἐκείνῃ τῇ ἁγίᾳ, ἀπήρχοντο ὑγιεῖς, χαίροντες ἅμα καὶ δοξάζοντες τὸν Θεόν».
Ὅταν ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος πληροφορήθηκε τὰ θαυμαστὰ καὶ ἐξαίσια ποὺ ἐπιτελοῦσε στὴν Λαύρα ὁ ἀποθανὼν ἅγιος ὑποτακτικός του, ἐπέστρεψε καὶ τὰ διαπίστωσε ὅλα, ἀφοῦ, πέρα ἀπὸ τὴν ἀπ’ εὐθείας πληροφόρηση, ἔβελεπε μπροστά του ὑγιεστάτους καὶ τοὺς πρώην ἀσθενεῖς καὶ ἀνήμπορους τῆς ἀδελφότητός του. Κατευθύνθηκε λοιπὸν στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, πλησίασε τὸ νεκροκρέββατο καί, χτυπῶντας ἐλαφρὰ μὲ τὴν ἡγουμενικὴ ῥάβδο του τὸ χέρι τοῦ κεκοιμημένου Νικολάου, τοῦ εἶπε: «Καὶ ἔτι ζῶν, τέκνον, σαλὸς ἦσθα καὶ ἀποθανὼν ὁλόσαλος. Τί σοι βούλεται τὰ θαύματα ταῦτα; Θέλεις ἵνα ἀκούσωσι τοῦ κόσμου οἱ ἀσθενεῖς καὶ παραγενόμενοι ἐνταῦθα ποιήσωσι τὸ Ὄρος κοσμικὸν καταγώγιον; Λάβε τὴν χεῖρά σου ἔσωθεν». Καὶ ἐκεῖνος, ὢ τοῦ θαύματος, ἀμέσως ἔκανε ὑπακοή, ὅπως καὶ ὅταν ζοῦσε, καὶ συμμάζεψε τὸ χέρι του στὴν κανονική, ὅπως ἐμπρέπει σὲ νεκρούς, θέση. Ἀκολούθως ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος διέταξε τοὺς πατέρας: «Λαβόντες τὸ σῶμα αὐτοῦ, ῥίψατε ἐν τῷ κοιμητηρίῳ ἔνθα οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ κοιμῶνται, καὶ ἐὰν εὗρε παῤῥησίαν πρὸς τὸν δεσπότην Θεόν, ἃς παρακαλῆ καὶ ἃς δέεται ὑπὲρ τῶν ἐπταισμένων ἀδελφῶν».

Δεύτερον θαῦμα, παλαιό: Κάποτε, οἱ Λαυριῶτες μοναχοὶ Γεώργιος καὶ Συμεών, ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὴν Μονὴ μὲ πλοιάριο στὰ μετόχια της στὶς Βόρειες Σποράδες, προσορμισθήκαν στὰ Πεύκια –μᾶλλον λιμενίσκος τῆς Β. Α. Εὔβοιας. Ἐκεῖ, βρέθηκαν πρὸ θρήνων καὶ ὀδυρμῶν ναυτικῶν, ἐξ αἰτίας παθήματος ἀγαπητοῦ συναδέλφου των, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 8 ἡμέρες κειτόταν σὲ κατάσταση ἀφασίας. Οἱ Λαυριῶτες μοναχοί, ἀπὸ εὐσπλαγχνία θέλησαν νὰ δοῦν ἀπὸ κοντὰ τὸν δυστυχῆ ναυτικό, καὶ ἔγιναν ἀμέσως καὶ αὐτοὶ κοινωνοὶ τῆς γενικῆς θλίψεως, συνεπείᾳ τῆς δεινῆς θέσεώς του. Τότε, ὁ μοναχὸς Γεώργιος, συνεβούλευσε τὸν Συμεὼν νὰ ἐπιθέσει στὸ τράχηλο τοῦ ἀναίσθητου ναυτικοῦ «τὸ ἡμαγμένον ῥάκος», δηλαδὴ τὸ μαντήλι μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν σκουπίσει τὰ αἵματα ποὺ εἶχαν ἐκχυθῆ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου κατὰ τὸν κρημνισμό του μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἐτελεύτησε ὁ Ὅσιος -τέτοια μανδήλια ᾑμαγμένα ἔφεραν πολλοὶ Λαυριῶτες μαζί τους ὡς φυλαχτά.
Ὅμως ὁ Συμεών, ὀλιγοπιστῶν, εἶχε τὶς φοβίες καὶ τὶς ἀντιῤῥήσεις του· κατηγόρησε μάλιστα τὸν Γεώργιο ὡς ἀπερίσκεπτο, λέγοντας πὼς μία τέτοια ἐνέργεια, ποὺ ἀφοροῦσε τόσο δύσκολα καὶ ἀβέβαια πράγματα, ἴσως νὰ μὴν ἐπέφερε τὸ ἐπιδιωκόμενο ἀποτέλεσμα, καὶ τότε θὰ γίνονταν καὶ οἱ δύο τους καταγέλαστοι, ἀφοῦ μόνο ἡ λιγοστὴν ἀναπνοὴ τοῦ δυστυχισμένου ναυτικοῦ ἦταν ἐκείνη ποὺ τὸν ἔκανε νὰ μὴν ἐκλαμβάνεται ὡς ὁρστικὰ νεκρός. «Μὴ σύ γε, ὦ βέλτιστε, μὴ καὶ γέλωτα ὄφλωμεν, ἀδυνάτοις ἐπιχειροῦντες καὶ ἀνελπίστοις· ἢ οὐχ ὁρᾷς ὡς οὐκ ἄλλῳ δήπου ἢ τῷ ἄσθματι μόνῳ νεκροῦ διενήνοχε;» Ὁ ἀδελφὸς Γεώργιος ὅμως, ἔχων ἰσχυρὴ τὴν πίστη, καὶ τὴν πεποίθηση ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος θὰ θαυματουργοῦσε, ἐπέμεινε ζωηρῶς. Τελικῶς, προέβησαν στὴν τοποθέτηση τοῦ αἱματώμενου μαντηλιοῦ στὸ τράχηλο τοῦ σχεδὸν νεκροῦ ναυτικοῦ· καὶ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ἐθαυματούργησε. Ὁ ναυτικὸς σηκώθηκε ἀμέσως ἐπάνω καί, δείχνοντας πὼς εἶχε τελεία ἄγνοια τοῦ παθήματος καὶ τῆς δεινότητος τῆς καταστάσεώς του, σὰν μόλις νὰ εἶχε ξυπνήσει ἀπὸ βαθὺ ὕπνο, ἐπιδόθηκε στὶς ἐργασίες του καὶ προέτρεπε τοὺς φίλους καὶ συναδέλφους του, ποὺ τὰ εἶχαν χάσει ἀπὸ τὴν σαστιμάρα τους, νὰ πιάσουν καὶ αὐτοὶ γρήγορα δουλειά.

Τρῖτο θαῦμα, τῆς εὐωδιάσεως τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Συνέβη τὸ 1981, ἕνα ἔτος ἀκριβῶς μετὰ τὴν κοινοβιοποίηση τῆς Μονῆς μας, κατὰ τὴν πανήγυρη τῆς Μνήμης τοῦ Ἁγίου, 5 Ἰουλίου. Τὸ ἠλιοβασίλεμα τῆς παραμονῆς, ἀπήγγειλα τὸν Προοιμιακό, καὶ οἱ χοροὶ ἄρχισαν νὰ ψέλνουν τὰ «Ἀνοιξαντάρια». Μιὰ ἀταξία ἄρχισε νὰ παρατηρεῖται ὅμως στὸ Καθολικό καὶ ὅλοι νὰ συνωθοῦνται πρὸς τὴν Λιτή. Καταντήσαμε νὰ μείνουμε στὸν χορὸ ἐλάχιστοι. Μᾶς κατέτρωγε ἡ περιέργεια, ἀλλὰ τὰ ἀξιώματα καὶ οἱ στιγμὲς δὲν ἐπέτρεπαν ἐγκατάλειψη τῶν θέσεων καὶ μετακίνησή μας. Ἐπέστη ὅμως ἡ στιγμὴ τῆς Λιτῆς, ὅπου, κατὰ τὶς προβλέψεις τοῦ Τυπικοῦ θὰ συνοδεύαμε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγιου Ἀθανασίου πρὸς τὰ ἔξω.
Ἔκπληκτους μᾶς ἄφησε καὶ ἐμᾶς τώρα ἡ θαυμαστὴ διαπίστωσις. Σὲ συνάντηση τῶν βηματισμῶν μας ἦρθε καὶ μᾶς κατακυρίευσε τὸ κῦμα τῆς εὐωδίας. Ἔψαλα ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσα τὸ πρῶτο τροπάριο καί, μόλις τὸ τελείωσα, παράτησα ἀμέσως μανδύα καὶ πατερίτσα στὸ στασίδι καὶ ὥρμησα, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν Προηγούμενο Καλλίνικο Ἰβηρίτη, στὸ συνεχόμενο παρεκκλήσιο ὅπου βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου. Συνωστισμός, σταυροκοπήματα. Ἀρκετοί, λαϊκοὶ κυρίως, ἦσαν σκυμμένοι πάνω ἀπὸ τὸν τάφο καὶ μὲ μαντήλια σπόγγιζαν τὸ ὑάλινο ἐπικάλυμα, σὲ προσπάθεια νὰ προσάψουν χάρη σ’ αὐτά.
Τώρα εἶχα πίστωση χρόνου καὶ ἔμεινα ἐπ’ ἀρκετὸ δίπλα στὸν τάφο, ἀπολαύων τοῦ ἐξαισίου πράγματος, θαυμάζων τὸ γεγονός. Τότε ἀκριβῶς ἦρθε πολὺ πλησίον μου καὶ ὁ Πατὴρ Κλεόπας, παλαιὸς Λαυριώτης, καὶ μοῦ εἶπε ψιθυριστά: «Ἀπὸ ἐδῶ ἐλάτε, δεσπότη μου, νὰ θαυμάσετε καὶ κάτι ἄλλο», καὶ μοῦ ἔδειξε πρὸς τὴν πλευρὰ τῶν ποδιῶν τοῦ Ἁγίου. Τὰ ἔχασα κυριολεκτικῶς. δὲν ὠσφραινόμουν τώρα μόνο ἄῤῥητη εὐωδία ἀλλὰ ἔνιωθα καὶ ἕνα ἔντονο ῥεῦμα μοσχοβολοῦντος ἀέρος νὰ μὲ περιλούει καθολικά.
Ὑπῆρξε τὸ θέμα τῆς ἡμέρας. Ὅλοι ἐξηγοῦσαν τὸ γεγονὸς ὡς ξένη καὶ ἐξαίσια ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ ἐκδηλώση, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του, τὴν εὐαρέσκειά του γιὰ τὴν κοινοβιοποίηση τῆς Μονῆς του.

Τέταρτο θαῦμα, ἴασις διακόνου.
Τὸ τέταρτο θαῦμα συνετελέσθη τὴν νύκτα τῆς 19ης πρὸς 20ήν Ἰουλίου τοῦ 1988. Πρόκειται γιὰ τὴν ἴαση ἑνὸς διακόνου, ὁ ὁποῖος συνόδευε τὸν Μητροπολίτη του σὲ μία ἐπίσκεψη στὴν Λαύρα μας. Τόσο ὁ Μητροπολίτης ὅσο καὶ ὁ ἰαθεὶς διάκονος ἐπιθυμοῦν νὰ μείνουν στὴν ἀνωνυμία. Στὸ ἀρχεῖο ὅμως τῆς Μονῆς μας ὑπάρχουν οἱ ἐνυπόγραφες ἐπιστολές τους, ἄκρως ἐπιβεβαιωτικὲς καὶ περιγραφικὲς τοῦ θαύματος.
Στὸ δεξὶ χέρι τοῦ διακόνου, εἶχαν ἐμφανισθῆ τύλοι-ῥόζοι, ποὺ κατέλαβαν ὅλη τὴν ἐπιφάνεια καὶ παρουσίαζαν ὄψη καὶ δυσμορφία θλιβερή. Κατέφυγε ὁ διάκονος σὲ εἰδικοὺς γιατρούς, προέβη σὲ χειρουργικὲς ἐπεμβάσεις καὶ καυτηριασμούς, ἀλλὰ δίχως ἀποτέλεσμα. Οἱ μυρμηγκὲς ἐμφανίσθηκαν στὴν ἐπιφάνεια καὶ τῆς ἀριστερᾶς του χειρός, σὲ σημεῖο πού, πέρα τῆς θλίψεως τοῦ διακόου, νὰ προβληματίζεται καὶ ὁ Μητροπολίτης, ἐὰν ἔπρεπε νὰ τὸν χειροτονήσει εἰς ἱερέα. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὴν Λαύρα καὶ τὴν προσκύνηση τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, πίστεψε ὁ διάκονος πὼς ὁ Ἅγιος μποροῦσε νὰ τὸν εὐσπλαγχνισθῆ καὶ νὰ τὸν θεραπεύσει διὰ θαύματα καὶ πρὸς τοῦτο ἡ προσευχή του ὑπῆρξε θερμὴ καὶ ὑποκάρδιος. Τὸ θαῦμά του τὸ ἔκανε ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος. Τὸ πρωΐ, ὁ διάκονος, πλήρης χαρᾶς καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν Ὅσιο, ἔδειχνε τὰ χέρια του γιατρεμένα καὶ καθαρὰ στὸν Μητροπολίτη του!...
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

Ὁ Βηματάρης τῆς Λαύρας διορθώνει τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα.

Ὁ Βηματάρης τῆς Λαύρας διορθώνει τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα.
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγότας, ἀπόρησε καί, ἀπὸ ἄγνοια τῶν ἐν Λαύρᾳ ἀπ’ αἰώνων καθιερωμένων καὶ ἀπαρασαλεύτως κρατούντων, δυσφόρησε, γιατὶ τὸ μονίμως ἑδρασμένο παρατραπέζιο μπροστὰ ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ σύνθρονο τὸν ἐμπόδιζε νὰ ἀνέβει σ’ αὐτό. Τότε, ἄκουσε τὸν Βηματάρη Προηγούμενο Καλλίνικο (Δαμβακέλης Παναγιώτης τοῦ Ἀριστείδου ἐκ Μυτιλήνης, γέννησις 1883, προσέλευσις 1900, κουρὰ 1903, κοίμησις 1965) νὰ τῷ λέγει:
-Παναγιώτατε, σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο βρῆκε τὸ μακάριο καὶ μαρτυρικὸ τέλος του ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Ἀθανάσιος. Καὶ ἀποδεχόμεθα καὶ πιστεύομε πὼς τὸ μαρμάρινο αὐτὸ παρατραπέζιο ἀπὸ τότε εἶναι τοποθετημένο ἐδῶ. Κανεὶς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης δὲν ἀνέβηκε στὸ Σύνθρονο· οὔτε καὶ οἱ προκάτοχοί σας, ποὺ ἔζησαν κατὰ τὸ γῆράς του καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Λαύρᾳ, Ἄνθιμος (+1628), Διονύσιος Γ΄ ὁ Βάρδαλης (+1696) καὶ Ἱερεμίας (+1735), οὔτε ὁ τῶν ἡμερῶν μας ἀείμνηστος Ἰωακεὶμ ὁ Γ΄, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰ ἔτη τῆς ἐξορίας του ὑπῆρξε καὶ συμμοναστής μας καὶ συχνὰ ἱερουργοῦσε ἐδῶ. Συγχωρήσατέ με.
Ὁ αὐταρχικώτατος Πατριάρχης Ἀθηναγόρας δὲν ἄνοιξε κἂν τὸ στόμα του γιὰ νὰ ἀντείπῃ κάτι, ὁ δὲ Βηματάρης, στὸ ὀλιγοστὸ χῶρο μεταξὺ παρατραπεζίου καὶ Ἁγίας Τραπέζης, τοποθέτησε ἀμέσως μία ψάθινη πολυθρόνα, ἀλλά, πρὸς ἔκπληξιν ὅλων μας, οὔτε σ’ αὐτὴ θέλησε νὰ καθίσει ο Ἀθηναγόρας. Ἀρκέστηκε σὲ ὅλες τὸς τεταγμένες στιγμὲς νὰ στέκεται ὄρθιος παραπλεύρως καὶ ἁπλῶς νὰ ἀκουμπᾶ στὸ παρατραπέζιο.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)

Ὁ γερο-Γεδεὼν ὁ Λαυριώτης

Ὁ γερο-Γεδεὼν ὁ Λαυριώτης
Βλέμμα Ἁγίου, χαμόγελο εὐγενείας καὶ καλωσύνης, καὶ τὰ λόγια του μεστὰ συνέσεως καὶ εὐσεβείας.
Ἡ κομποσχοίνα του σχεδὸν ἀκουμποῦσε στὸ πάτωμα, καθὼς τὸ μπόϊ του, ποὺ δὲν ἦταν καὶ πολὺ ψηλό, τὸ εἶχαν κυρτώσει τὰ χρόνια καὶ οἱ πολλὲς μετάνοιες.
Καλὸς ψάλτης, ἀλλὰ ἀπὸ μετριοφροσύνη ἔψελνε μόνο στὶς λειτουργίες τῶν παρεκκλησίων. Φιλακόλουθος καὶ πολὺ αὐστηρὸς νηστευτὴς ὁ ἴδιος, συνιστοῦσε τὰ δέοντα καὶ σὲ ἐμᾶς. Κατεχόμενος ἀπὸ στενοχώρια γιὰ τὸ ὅτι ἀρκετοὶ κρεοφαγούσαμε τὶς μεγάλες γιορτές -ἦταν τὰ χρόνια ποὺ τὸ Μοναστήρι μας ἦταν ἀκόμη ἰδιόῤῥυθμο-, δὲν ἐννοοῦσε νὰ σταματήσει τὴν κατήχηση καὶ τὶς προτροπὲς νὰ τερματίσουμε τὴν ἀσυμβίβαστη μὲ τὸ σχῆμα καὶ τὴν ἰδιότητά μας συνήθεια, ποὺ τὴν θεωροῦσε καὶ ἐφάρματη.
Ἦταν περὶ τὸ 1960. Ἦταν πορτάρης, ὅταν ἕνα ἀπόγευμα, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπόλυση τοῦ Ἑσπερινοῦ, ἔβγαινα γιὰ περίπατο πρὸς τὸ ἐξωκκλήσι τοῦ Προφήτη Ἠλία. Δὲν τὸν εἶδα στὸν πόστο του, στὸν προθάλαμο τοῦ θυρωρείου, γιὰ νὰ τὸν χαιρετίσω, ὅπως τὸ συνηθίζαμε ὅλοι, καὶ τὸν ἀνεζήτησα στὰ ἐνδότερα. Κατέληξα, μὲ τὸ θάῤῥος ποὺ αὐτὸς μᾶς εἶχε δώσει, νὰ χτυπῶ δυνατὰ τὴν πόρτα τοῦ ἰδιαιτέρου δωματίου του καὶ νὰ τὸν προκαλῶ νὰ βγῆ ἔξω γιὰ λίγη ὁμιλία. Στὴν ἐπιμονή μου, ἔλυσε τὴν σιωπή του καὶ ἀπήντησε ἀπὸ μέσα νὰ κάνω λίγη ὑπομονή. Βγῆκα παραέξω. Δὲν ἄργησε νὰ κάνει τὴν ἐμφάνισή του.
-Τί ἔπαθες καὶ κλείστηκε, εὐλογημένε, τέτοια ὥρα μέσα, καὶ σὲ φωνάζω καὶ τσιμουδιὰ δὲν βγάζεις;
-Ἔκανα κομποσχοίνι, ἐυλογημένε, στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, καὶ δὲν ἤθελα νὰ τὸ ἀφήσω στὴν μέση.
-Ἔ, καὶ τί εἴδους κομποσχοίνι βρῆκες νὰ κάνεις τρυπώνοντας στὸ κελλί σου.
-Νά, εὐλογημένε· ἄκουσα πρὸς τὸ μεσημέρι νὰ συζητᾶνε ἐδῶ ἔξω, πρὸς τὸ κιόσκι, μερικοὶ προσκυνηταί, ὅτι χθὲς ἕνα ἀεροπλάνο ἔπεσε καὶ σκοτώθηκαν ὅλοι ὅσοι ταξίδευαν μὲ αὐτό. Πόνεσε πολὺ ἡ ψυχή μου. Τώρα κάνω κομποσχοίνια καὶ παρακαλῶ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία νὰ μὴν παραχωροῦνε τέτοιες συμφορές, γιατὶ εἶναι μεγάλο κακὸ νὰ πέφτει ἕνα ἀεροπλάνο· σκοτώνονται ὅλοι, κλαῖνε καὶ θρηνοῦν ἀπαρηγόρητα οἱ συγγενεῖς καὶ γνωστοί τους γιὰ τὸν ἀπρόσμενο θάνατο καὶ πᾶνε ὅλοι ἀπροετοίμαστοι γιὰ τὴν ἄλλη ζωή. Θὰ κάνω καὶ ἄλλα κομποσχοίνια, νὰ μὴν πέφτουν τὰ ἀεροπλάνα.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Θαυμαστὸ γεγονὸς μὲ τὸ Ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου

Θαυμαστὸ γεγονὸς μὲ τὸ Ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, ἡ Γεροντικὴ Σύναξη τῆς Μονῆς τῆς Μεγίστης Λαύρας, νόμισε πὼς δὲν θὰ διεπράττετο ἁμαρτία, ἐὰν ἡ μεγάλη ποσότης τοῦ ἁγιάσματος, καθὼς θὰ κατήρχετο μὲ ὁρμὴ στὴν σχεδὸν καθέτου κλίσεως πλάγιά, θὰ ἦτο ὑπερικανὴ νὰ κινήσει ὑδρόμυλο. Σιτάρι θὰ ἄλεθε γιὰ τὸ ψωμὶ τῶν Πατέρων καὶ τῶν προσκυνητῶν καὶ γιὰ τὰ πρόσφορα τῶν Λειτουργιῶν στὸ Καθολικὸ καὶ τὰ παρεκκλήσια. «Δὲν κάνουμε κάτι κακό· καὶ γιατί νὰ ἀφήνουμε νὰ πηγαίνει χαμένη τόση ἐνέργεια, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποβῇ δημιουργικὴ καὶ ἐπωφελὴς γιὰ τὴν Μονή;» Ἔτσι σκέφθηκαν καὶ εἶπαν, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὸ ἐγχείρημά των καὶ νὰ προλάβουν ἀντιστάσεις τῆς συνειδήσεώς των.
Ἔκτισαν ὡραιότατο νερόμυλο μὲ ὅλους τοὺς βοηθητικοὺς χώρους· ἔστησαν τὶς μυλόπετρες καὶ τοποθέτησαν τὴν φτερωτή, ποὺ θὰ τὶς κινοῦσε μὲ ταχύτητα, ἀφοῦ θὰ δεχόταν τόσο δυνατὴ τὴν πτῶση τοῦ ἁγιάσματος ἐπάνω της. Ἕτοιμα ἦταν καὶ τὰ ἀμπάρια γιὰ τὸ σιτάρι καὶ τὰ ἄλλα γιὰ τὸ ἀλεύρι, καὶ τὸ καταῤῥακτοφόρο αὐλάκι μὲ τὴν χοάνη στὸ τέλος του. Δὲν ἔμεινε παρὰ νὰ πανηγυρίσουν τὰ ἐγκαίνια τοῦ μύλου, καὶ θὰ ἔβλεπαν τὴν φτερωτὴ νὰ τρελλαίνεται μέσα σὲ στροφὲς καὶ θορύβους, τὶς μυλόπετρες νὰ βομβοῦν καὶ τὸ ἀλεύρι νὰ τρέχει.
Ἔκανε ὁ μυλωνὰς τὸν σταυρό του καὶ γύρισε τὴν χοντροσανίδα πρὸς τὸ αὐλάκι, γιὰ νὰ πάρει τὸ ἁγίασμα τὴν κανονικὴ πλέον καὶ συμφέρουσα πορεία. Τὰ ἔχασε ὅμως ὁ μυλωνάς, καὶ ἔμεινε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα. Κόπηκε ἡ ῥοή! Κοίταξε μὲ προσοχὴ γύρω του, μήπως καὶ ἔκανε κανένα λάθος· ὕστερα ἀνέβηκε πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ σάστισε ὅλως διόλου. Ἔπαψε ὁ βράχος νὰ ῥέει. Δὲν ἀνέβλυζε πλέον, στέρεψε ὁλότελα ἡ θαυματουργὴ πηγή του.
Ἐπηκολούθησε σαστιμάρα, ἀμηχανία, μετάνοια καὶ θρῆνοι γιὰ τὴν σοφὴ ἔμπνευση, γιὰ τὴν ἀπόφαση καὶ πραγματοποίησή της, καὶ οἰμωγὲς τῶν πρωταιτίων καὶ τῶν συμφωνησάντων. Ὅλοι ζητοῦσαν συγχώρηση καὶ ἔλεος ἀπὸ τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Κατησχυμένοι καὶ κλαίοντες ἐπέστρεψαν στὴν Μονή. Ἡ κακὴ εἴδηση κεραυνοβόλησε ὅλη τὴν ἀδελφότητα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπανορθωτικὴ ἐνέργεια ἐπηκολούθησε χωρὶς χρονοτριβή, καὶ γιὰ αὐτὸ κρίθηκε ὡς ἐξιλεωτική. Ἀποφασίσθηκε ἀπὸ τὴν Γεροντία καὶ τὴν ἀδελφότητα νὰ κατεδαφισθῆ ὁ νερόμυλος ἀμέσως.
Τὴν ἑπομένη, μὲ παγκοινιά, μὲ κασμάδες καὶ ἀξίνες ἰσοπεδώθηκε ὅ,τι εἶχε συντελεσθῆ μὲ κόπους μηνῶν καὶ μὲ ἔξοδα πολλά. Τὸ θεῖο ἔλεος δὲν βράδυνε νὰ καταφθάσει αὐθωρεὶ καὶ παραχρῆμα. Δάκρυα χαρᾶς, ἀλαλαγμοὶ ἐκ βαθέων καὶ δοξολογίες ἀντήχησαν. Τὸ ἁγίασμα ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του καὶ ξανάρχισε νὰ ῥέει ὅπως καὶ πρῶτα.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)