Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Ὁ χαριτωμένος Ῥουμᾶνος παπα-Ἰωακείμ.

Ὁ χαριτωμένος Ῥουμᾶνος παπα-Ἰωακείμ.
Κάθε Σάββατο ἀπόγευμα ἐρχόταν στὶς Καρυὲς γιὰ προμήθειες τῶν ἀναγκαίων καὶ γιὰ νὰ συναντήσει ῥουμάνους συμπατριῶτές του, ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὴν ἐρημικὴ Καψάλα γιὰ νὰ πουλήσουν τὰ ἐργόχειρά τους –κομποσχοίνια, μπαστούνια, σουσουρόσκουπες καὶ στυλιάρια-, ὁ, ἀπὸ τὸ ἄθροισμα τῶν Κελλιῶν τῆς ἀντικρυνῆς νότιας δασοπλαγιᾶς καὶ συγκεκριμένως ἀπὸ τὸ Κουτλουμουσιανὸ Κελλὶ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, χαριτωμένος Γέροντας παπα-Ἰωακείμ (Δωρόθεος Μαρίων τοῦ Κωνσταντίνου, γεννηθεὶς εἰς Τσιμπουλεύσκι Βάλτας Οὐκρανίας τὸ 1891, προσέλευσις τὸ 1906, κουρὰ τὸ 1910, κοίμησις τὸ 1979)· χρόνια τώρα μόνος, ἀφοῦ τοὺς Γεροντάδες του τοὺς ἔθαψε, γηροκομῶντάς τους μέχρι τὰ τέλη τους, ἐπιμελῶς καὶ εὐγνωμόνως, καὶ ἀπὸ τὴνν Ῥουμανία δὲν ἐρχόνταν κανεὶς γιὰ νὰ κοινοβιάσει, νὰ δῇ καὶ νὰ χαρῇ τὸ Κελλὶ διαδοχὴ καὶ ὁ ἴδιος ὑποτακτικὸ ἀνακουφιστὴ καὶ εὐλαβῆ παραγυιό.
Μόνο ἀγαθὰ αἰσθήματα διατηροῦσε στὴν καρδιά του γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ μόνο καλὰ λόγια ἤξερε νὰ λέει στὸν καθένα· νὰ συμβουλεύει τοὺς ἀρχαρίους πατρικώτατα καὶ νὰ προτρέπει τοὺς αϊκοὺς σὲ θεοφοβία καὶ εὐσέβεια. Σὲ ἐντυπωσίαζε καὶ σὲ καλοδιέθετε τὸ γλυκὺ καὶ πάντοτε πρόσχαρο πρόσωπό του, καὶ καθὼς ἦταν εὐκολοπλησίαστος γιὰ συζήτηση, ὅλο καὶ κάποιοι τὸν περικύκλωναν μόλις ἐμφανιζόταν στὶς Καρυές. Ἂν ἦταν δὲ μὲ τὴν χαριτολογία καὶ τὸ ἔξυπνο, καὶ μετρημένο βέβαια, χιοῦμόρ του νὰ ὠφελήσει καὶ καὶ οἰκοδομήσει, δὲν τὸ ἀπέφευγε. Καὶ τότε ἦταν ποὺ ἀπέβαινε ἰδιαίτερα εὐχάριστος καὶ ἀπολαυστικὸς συνομιλητής, καὶ ἂς ἦταν ἐμφανῶς ῥουμανοπρόφερτα τὰ ἑλληνικά του.
***
Λάβα καὶ κουφόβραση τὸ καλοκαίρι ἐκείνης τῆς χρονιᾶς· μόλις εἶχε ἀποτελειώσει ὅλες τὶς δουλειές του στὶς Καρυές, καὶ τοὔμεινε νὰ περάσει καὶ ἀπὸ τοῦ κυρ-Ῥασᾶ τὸ μαγαζί, νὰ πάρει τὰ πρόσφορα· τοῦ χρειάζονταν πολλὰ γιατὶ λειτουργοῦσε συχνὰ-πυκνά. Χαιρέτισε τὸν κυρ-Γιάννη καὶ ζήτησε ἀμέσως τὸ σακκουλάκι καὶ ἄνοιξε τὴν ντουρβαδίνα του νὰ τὸ ταξιθετήσει μέσα.
Ἄρχισε τὶς φιλοφροσύνες καὶ τὶς προσρήσεις του ὁ κυρ-Γιάννης ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔδειχνε νὰ μὴν θέλει νὰ χρονοτριβήσει. Ἐξήγησε ὅτι βάρυνε πολὺ τὸ φορτίο του καὶ πιθανὸν νὰ ἔκανε πολλὲς στάσεις ἕως ὅτου νὰ φθάσει στὸ Κελλί του· καὶ εἶχε νὰ διαβάσει καὶ τὸν Ἑσπερινό. Μία ἕως μιάμιση ὥρα ἀπεῖχε τὸ εὐλογημένο ἀπὸ τὶς Καρυές, καὶ σὲ ἐλάχιστα σημεῖα ἦταν ἰσιωμένο τὸ μονοπάτι· τὸ πλεῖστο ἀνηφοροκατηφόρες. Ἦταν νὰ τὸν θαυμάζεις, ὅταν βάδιζε φορτωμένος καὶ καταϊδρωμένος, μὲ ἀρκετὰ καὶ τὰ χρόνια του στὴν πλάτη.
Ἄκουσαν ὅμως τὴν γνώριμη φωνὴ ὁ Πολυγυρινὸς τηλεγραφητὴς Μιχάλης καὶ ὁ Ἱερισσιώτης ταχυδρομικὸς Θόδωρος καὶ σήκωσαν ἀπὸ τὸς ἐφημερίδες τὰ κεφάλια. Σηκώθηκαν, τοῦ φίλησαν τὸ χέρι καὶ τὸν προσκάλεσαν στὸ τραπέζι· εἶχαν μπροστά τους τὰ μπουκάλια καὶ ἐννοοῦσαν νὰ τὸν κεράσουν ὁπωσδήποτε. Ζήτησαν νὰ φέρει ὁ κυρ-Γιάννης, ἄδειο καθαρὸ ποτήρι. Εἶπε ὅτι βιάζεται, ὅτι βάραινε πολὺ ἡ ντορβαδίνα καὶ θὰ δυσκολευόνταν πολὺ ἂν τραβοῦσε καὶ οἰνόπνευμα. Ὡστόσο εἶχε στραμμένο τὸ βλέμμα του πρὸς τὰ παράξενα καὶ ὁμοιόμορφα μπουκάλια.
Εἶπε ὁ Μιχάλης: «Μὴν φοβᾶσαι, παπα-Ἰωακείμ, οὐτε κρασὶ οὔτε ῥακὶ εἶναι. Μπύρα Φὶξ εἶναι, ἀπεναντίας θὰ σὲ δροσίσει καὶ θὰ δῆς ὅτι κάνει κάλο. Τί, μόνο ἐσὺ θὰ μᾶς κερνᾶς;»
Ἡ ἀλήθεια ἦταν ὅτι κατὰ καιρούς, κατὰ τὶς μεγάλες γιορτὲς καὶ κατὰ τὰ ὀνομαστήριά τους, τοὺς κουβαλοῦσε ἀπὸ κανένα μπουκάλι ῥακὶ ἢ κρασί, δικῆς του παραγωγῆς καὶ ἐπιμελείας. Τώρα ἤθελαν νὰ τοῦ προσφέρουν ἕνα ποτήρι μπύρα.
Λίγο ἡ εὐγένειά τους, λίγο ἡ περιέργειά του, τὸν ἔκαναν νὰ κοντοσταθῆ. Ἀπὸ μικρὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ οὐδέποτε ἐξερχόμενος, δὲν εἶχε δοκιμάσει ποτέ του μπύρα.
-Α, βρέ, ἐγώ, Ἁγιορείτης καὶ Ὀρθόδοξος, μόνο κρασὶ καὶ ῥακὶ πείνω· αὐτὸ τὸν πειρασμὸ δὲν ξέρω τί εἶναι.
-Μὴν φοβᾶσαι, Γέροντα, δὲν θὰ ἀλλαξοπιστήσεις, δὲν θὰ χάσεις τὴν Ὀρθοδοξία ἅμα δοκιμάσεις λίγη μπύρα· εἶπε ὁ Θόδωρος καὶ τοῦ προσέφερε τὴν ἀφρίζουσα στὸ ποτήρι.
Δοκίμασε δειλὰ-δειλὰ στὴν ἀρχή· δροσερὴ ἦταν, καλὴ τοῦ φάνηκε. Ὕστερα μᾶλλον θαῤῥαλέα ἄδειασε τὸ ποτήρι. Τοὺς εὐχαρίστησε καὶ ἀμέσως γύρισε τὶς πλάτες του πρὸς τὴν ντουρβαδίνα, ποὺ τὴν εἶχε ἀποθέσει πάνω στὸ τσουβάλι μὲ τὸ κριθάρι, καὶ πέρασε στὶς μασχάλες του τὰ λουριά του. Εἶπε τό: «Εὐλογεῖτε» του καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὴν πόρτα.
Δὲν εἶχε ἀκόμη καλὰ-καλὰ πάρει τὴν στροφὴ τοὺ καλντεριμιοῦ καὶ τὸν πρόλαβε ὁ Μιχάλης· χαμογελῶντας ἔβγαλε ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ σακακιοῦ του ἕνα μπουκάλι καὶ τὸ ἔχωσε ἀπὸ τὸ πλάϊ στὴν ντουρβαδίνα ψιθυρίζοντάς του: «Κάνει καλό». Χαμογέλασε καὶ ἐκεῖνος καὶ ὕστερα ἐπιτάχυνε τοὺς βηματισμούς του.
Ἔκτοτε τοῦ ἔγινε συνήθεια, καὶ κάθε Σάββατο, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα του τὰ ψώνια ἀπὸ τὸν κυρ-Γιάννη, ἔπαιρνε καὶ ἕνα μπουκάλι μπύρα γιὰ νὰ πιῆ στὸ Κυριακάτικο μεσημεριανό. Προσπάθεια τοῦ κυρ-Γιάννη νὰ τὶς κάνει δύο ἀπέτυχε. Ἔλεγε ὁ παπα-Ἰωακεὶμ ὅτι: «Ὕστερα οἱ πειρασμοὶ στὸν ντορβὰ καὶ στὶ μυαλὸ γίνονται δύο καὶ ἔχουν τὴν πλειοψηφία».
Μὲ τὴν οἰκειότητα, μὲ τὰ ἀστεῖα, μὲ τό: «Φὶξ κάνει καλό», ποὺ τὸ ἐπαναλάμβανε συχνὰ ὁ παπα-Ἰωακείμ, ὁ κυρ-Γιάννης στὸν στενό του κύκλο ἄρχισε νὰ ἀποκαλεῖ τὸν Γέροντα: «παπα-Φίξ».
Τὸ ἔμαθε ὁ Γέροντας, στενοχωρήθηκε λίγο, ἀλλὰ μεγαλόκαρδος καὶ ἀνεξίκακος ὅπως ἦταν, οὔτε κἂν διαμαρτυρήθηκε. Ἁπλῶς σὲ ἄνθρωπο τῆς ἐμπιστοσύνης του εἶπε πώς, νά, τοῦ ἐρχόταν λίγο βαρύ, νὰ ἀγοράζει ἕνα μόνο μπουκάλι κάθε Σάββατο, νὰ μοιράζεται φιλόξενα τὸ περιεχόμενό του τὴν Κυριακὴ στὸ τραπέζι μὲ αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν ξελειτουργοῦσε, καὶ νὰ τὸν κάνει ὁ κυρ-Γιάννης ἕνα μὲ τὸν Φίξ;
***
Τὸν ἔβλεπαν νὰ δυσκολεύεται κατὰ τὴν διαδρομὴ οἱ γείτονες Κελλιῶτες καὶ γιὰ νὰ τὸν διευκολύνουν, ἅρπαζαν τὴν ντορβαδίνα ἀπὸ τὴν πλάτη του καὶ τὴν φόρτωναν στὰ μουλάρια τους· ἐκ παραλλήλου ὅμως τὸν συμβούλευαν, ὅτι καιρὸς ἦταν νὰ παρατήσει τὴν πεζοπορία καὶ νὰ πάρει ἕνα μουλάρι· ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀντέτεινε, ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ θρέψει, νὰ περιποιῆται καὶ νὰ κάνει κουμᾶντο σὲ τόσο μεγάλο καὶ ψηλὸ παραγυιό· ὕστερα δὲν ἦταν καὶ σίγουρος ἂν ἐκεῖνος θὰ τοῦ «ἔκανε ὑπακοή».
Τὸ 1971, στὴν ὀνομαστική του ἑορτή, ποὺ ὅλοι ἤξεραν ὅτι συμπλήρωνα καὶ τα 80 του χρόνια, μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, κατὰ τὸ κέρασμα, τοῦ εἶχαν μία μεγάλη ἔκπληξη· τοῦ ἔδειξαν στὴν αὐλὴ δεμένον μὲ τὸ καπίστρι του ἀπὸ τὸν στύλο τῆς κληματαριᾶς ἕναν γαϊδαρᾶκο μὲ κατακαίνουργιο σαμάρι καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι εἶναι δικός του. Τοῦ τὸ ἀγόρασαν βάζοντας ῥεφενὲ ὅλοι τους. Τοῦ εἶπαν ὅτι εἶναι δοκιμασμένος ἥσυχος καὶ τὸν διαβεβαίωσαν ὅτι θὰ ἔκανε καὶ «τυφλὴ ὑπακοή». Κατενθουσιασμένος ὁ Γέροντας γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν γειτόνων, ποὺ «τοῦ βρῆκαν συνοδεία», βγῆκε ἔξω καὶ πῆγε νὰ καλωσορίσει τὸν «παραγυιό». Τοῦ χάϊδεψε τὸ κούτελο καὶ ἐκεῖνος γύρισε καὶ τὸν κοίταξε μὲ εὐγνωμοσύνη. Τὴν κίνηση αὐτὴ τὴν εἶδε σὰν πολὺ καλὸ σημάδι καὶ τοῦ εἶπε: «Ἄ, βρε, ἐμεῖς οἱ δύο θὰ περάσουμε καλά. Θὰ δῆς».
Ἔκτοτε τοῦ ἔγινε διευκόλυνσις, παρηγοριὰ καὶ συντροφιὰ καὶ ποτὲ δὲν ξαναπῆγε στὶς Καρυὲς μὲ τὰ πόδια.
***
Ἀπότομα σωρεύτηκαν σύννεφα στὸν οὐρανὸ ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα, καὶ ἡ μαυρίλα ἀπὸ τὰ νότια ὅλο καὶ πλησίαζε. Σίγουρα θὰ ξεσποῦσε νεροποντή. Σεπτέμβρης μῆνας, πρωτοβρόχια, σκέφθηκε ὁ Γέροντας. Γιὰ τὰ καρύδια θὰ ἦταν καλό. Θὰ ἄνοιγαν καὶ θὰ ἔπεφταν ὅλα κάτω, ἕτοιμα νὰ τὰ μαζέψει· γιὰ τὸ ἀμπέλι ὅμως.
Ἔκανε ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε. Τοῦ ἔμενε τώρα  νὰ περάσει καὶ ἀπὸ τοῦ Ῥασᾶ, γιὰ τὰ συνηθισμένα, καὶ ὕστερα δρόμο γιὰ τὸ Κελλί. Ὡς ποὺ νὰ συνειδητοποιήσει ὅμως ὅτι νότισε ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ ἄρχισε νὰ μυρίζει χωματίλας, χοντροστάλες αἰσθάνθηκε νὰ πέφτουν στὴν σκουφιὰ καὶ στὶς πλάτες του, καὶ τὶς εἶδε νὰ χοροπηδοῦν στὸ σαμάρι τοῦ «παραγυιοῦ» του. Ἀνέβηκε τὰ δυο-τρία σκαλοπάτια, ἔσμπρωξε τὴν πόρτα καὶ ἀμέσως φώναξε: «Γρήγορα, κυρ-Γιάννη, τὰ πράγματα». Ὁ κυρ-Γιάννης ὅμως καθυστεροῦσε πίσω ἀπὸ τὸ σανιδόφραγμα. Ἔστρεψε ὁ Γέροντας τὸ βλέμμα του πρὸς τὰ ἔξω· χαλοῦσε ὁ κόσμος, ἡ βροχὴ μὲ τὸ τουλούμι. Ξαναφώναξε: «Γρήγορα, κυρ-Γιάννη, ὁ παραγυιὸς ἔξω βρέχεται».
Ὁ κυρ-Γιάννης ὅμως ἔβαλε τὸι καφόμπρικο στὴν γκαζιέρα σὲ ἐκτέλεση παραγγελίας πελατῶν ποὺ κάθοταν ἤδη στὰ τραπέζια καὶ εἶχαν προτεραιότητα· ἑπομένως δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ χρονοτριβήσει γιὰ ἄλλο πρᾶγμα καὶ παραβῆ τὴν τάξη. Ὕστερα ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος νὰ φουσκώσει ὁ καφές, νὰ χυθῆ, καὶ τότε.
«Ἄ, βρέ, κυρ-Γιάννη, ὁ παραγυιὸς ἔξω περιμένει, πολὺ στενοχωριέμαι, μούσκεμα θὰ γίνει», ξαναφώναξε πάλι ὁ Γέροντας. Πίσω ἀπὸ τὸ χώρισμα ὁ κυρ-Γιάννης καὶ προσηλωμένος μὴν φουσκώσει καὶ τοῦ χυθῆ ὁ καφές, δὲν καλοκατάλαβε περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Τὸν ἔπιασε λίγο καὶ τὸ συναισθηματικό του ἀπὸ τὸ παρακλητικὸ ὕφος τοῦ Γέροντα, καὶ ἀποκρίθηκε: «Φέρτον μέσα, εὐλογηένε, τί τὸν ἄφησες ἔξω;».
Δὲν ἔχασε καιρὸ ὁ Γέροντας· πετάχτηκε καὶ ἔσυρε ἀπὸ τὸ καπίστρι τὸν γαϊδαρᾶκό του στὸ ἐσωτερικό. Παράξενο τοῦ φάνηκε τὸ περιβάλλον, σὰν νὰ ἔδειξε πὼς δυσκολεύθηκε στὰ σκαλοπάτια, ἀλλὰ ἦταν θέμα ὑπακοῆς στὸν Γέροντά του. Πάταγος ἔγινε στὸ κατάστημα ἀπὸ τὰ γέλια τῶν πελατῶν. Ἔτρεχαν τὰ βροχοζούμια του στὸ πάτωμα, καὶ εἶδε τὸ κριθάρι πῆγε νὰ χώσει τὴν μούρη του στὸ τσουβάλι, ἀλλὰ τὸν συγκράτησε ὁ Γέροντας: «Ὄχι, βρέ, δὲν εἶναι δικό μας, δὲν ἔχει εὐλογία».
Ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν στιγμή, πρόβαλε μὲ τὸν δίσκο ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα ὁ κυρ-Γιάννης καὶ παρὰ λίγο νὰ τοῦ πέσουν ἀπὸ τὰ χέρια τὰ πάντα Ἐν ἐξάλλῳ καταστάσει ἔμπηξε τὶς φωνές:
-Τί εἶναι αὐτὰ τὰ χάλια; Καθόλου δὲν ντρέπεσθε, πάτερ Ἰωακείμ;
-Γιατί νὰ ντραπῶ, κυρ-Γιάννη, ἐσὺ εἶπες νὰ φέρω τὸν φέρω μέσα. Παραγυιός μου εἶναι, καθαρὸς εἶναι, ὑπακοὴ κάνει, ὁ Χριστὸς εἶχε καθίσει στὴν ῥάχη τοῦ παπποῦ του. Ποῦ βρῆκες τόση εὐγένεια σήμερα. Ἐμένα, κάθε μέρα, παπα-Φὶξ λές, σήμερα Πάτερ Ἰωακείμ;
Εἶδε τὸ σακκούλι μὲ τὰ πρόσφορα στὸν πάγκο, τὸ πῆρε μόνος του καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς ὅλους καὶ στὸν κυρ-Γιάννη ἔκανε βαθειὰ ὑπόκλιση καὶ εἶπε: «Ἐσεῖς τώρα, νὰ συγχωρέσετε τὸν παπα-Ἰωακείμ, ἐγὼ σᾶς ἀγαπάω ὅλους. Εὐλογεῖτε». Ὕστερα, μάζεψε στὰ ἀκόμη κοντύτερα τὸ καπίστρι καὶ εἶπε στὸν παραγυιό του: «Ἄϊντε, βρέ, πᾶμε σπίτι, ἂς βρέχει».
Στενὸς τοῦ ἦρθε τοῦ παραγυιοῦ ὁ χώρος γιὰ ἐπιτόπου στροφή. Ἔπρεπε ὅμως νὰ κάνει πάλι ὑπακοή. Πρόσεξε ὅσο μποροῦσε ἀλλὰ χτύπησε λίγο τὸ κεφάλι του στὴν τζαμόπορτα, καὶ ταρακούνησε τῖς κονσερβοστῆλες τοῦ πάγκου, καθὼς τὸν βρῆκαν τὰ ὀπίσθία του. Κόρωσε ὁλοσδιόλου ὁ κυρ-Γιάννης, ξαναγέλασαν μέχρι δακρύων οἱ πελάτες.
Βούηξαν ὅλες οἱ Καρυὲς γιὰ τὸ γεγονός. Καὶ τὸν κυρ-Γιάννη, ποὺ χρόνια ὑπερηφανευόταν γιὰ τοὺς ὑψηλῆς στάθμης πελάτες του καὶ κατηγοροῦσε τὰ ἄλλα μαγιαζιά, βάλθηκαν τώρα νὰ τὸν σκάσουν οἱ Χειμάῤῥας καὶ Δήμας μὲ τὸν σὲ κάθε συνάντηση χαιρετισμό τους: «Καλημέρα, κυρ-Γιάννη, καὶ νὰ χαίρεσαι τὴν πελατεία σου».
Δὲν κράτησε ἡ παρεξήγηση. Τὸ ἑπόμενο Σάββατοι πρόσχαρος μπῆκε καὶ πάλι στὸ μαγαζὶ ὁ παπα-Ἰωακεί,. Εὐτυχῶς, ποὺ καὶ ἂν εἶχε ἀκόμη κάτι μέσα του ὁ κυρ-Γιάννης δὲν τὸ ἔδειξε, ἀλλὰ μπόρεσε καὶ νὰ χαμογελάσει καὶ νὰ ἀνταποδώσει χαιρετισμοὺς καὶ φιλοφρονήσεις.
Ὁ παπα-Ἰωακεὶμ ἐκοιμήθη τὸ 1979, σὲ ἡλικία 88 ἐτῶν. Αἰωνία του ἡ μνήμη.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸν Ἄθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)


Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Σαλοὶ καὶ «σαλοί», στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Σαλοὶ καὶ «σαλοί», στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Στὰ Καυσοκαλύβια ὑπῆρξαν κάποιοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἐκφράζονταν ὑπόνοιες μήπως προσποιοῦνταν τοὺς σαλούς:
Α) Ὁ Ἀγάθων –ποὺ δὲν μπόρεσα νὰ ἐξακριβώσω ἂν ἦταν κανονικῶς κεκαρμένος ἡ ἁπλοῦς λαϊκός, ὑπ’ αὐτὸ τὸ ὄνομα γνωριζόμενος καὶ οἰονεὶ μοναχοαποκαλούμενος καὶ ἀπὸ ἀγάπη οἰκονομούμενος ἀπὸ τοὺς πατέρας –ζοῦσε ἀσκητικώτατα κατὰ τὶς δεκαετίες 1920 καὶ 1930 σὲ προχειροπαραπήγματα ἢ σὲ ἐγκαταλεμμένες ξεροκάλυβες.
Καθὼς φρόντιζε, κανεὶς νὰ μὴν μπορῆ νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ στὰ ἰδιαίτερα αὐτὰ ἐνδιαιτήματα-καταφύγιά του, παρέμενε ἄγνωστος ὁ τρόπος τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ πνευματικοῦ του κατὰ μόνας ἀγῶνος, καθὼς καὶ τὸ πῶς ἐπεβίωνε, ἀφοῦ μαγειρεμένο φαγητὸ ἔτρωγε μόνο ὅταν τοῦ τὸ προσέφεραν συνασκηταὶ ἀπὸ φιλανθρωπία ἢ καὶ γιὰ μικροεκδουλεύσεις. Ἐνῷ κανεὶς δὲν τὸν ἤκουε ἢ τὸν ἔβλεπε ἀσκόπως περιφερόμενο καὶ ἀργολογοῦντα, ποτὲ δὲν τὸν σημείωσε ἀπόντα ἀπὸ τὶς τακτικὲς καὶ τὶς ἔκτακτες παγκοινιὲς καὶ ἀπὸ τὶς ἑόρτιες ἀκολουθίες καὶ ἀγρυπνίες τοῦ Κυριακοῦ.
Τὸ καλοκαίρι φιῆγε ξεφούσκωτος, μονοχίτων καὶ ἀνυπόδητος. Τὰ τσουχτερὰ ὅμως κρῦα καὶ τὶς χιονοπαγωνιές, τὶς ἀντιμετώπιζε μὲ σύνεση, προνοητικότητα καὶ σοφία.
Μὲ τὰ πρῶτα γυρίσματα τοῦ καιροῦ, ἀπεκδυόταν τὸ παλιοζωστικὸ καὶ ἐπιεστράτευε τὴν χειμωνιάτικη χοντρὴ καὶ βαριὰ στολή του, ποὺ τὴν ἀπήρτηζαν: σκούφια καλογερικὴ στὴν πλουσιότριχη κεφαλή του, ἁγιαννανίτικη, σκληρὴ χοντροφανέλλα φορεμένη κατάσαρκα, περισκελίδες δικῆς του ἐπινοήσεως, κοπτικῆς καὶ ῥαπτικῆς –μὲ πρώτη ὕλη τὰ χοντροτσούβαλα-, τσαρούχια ποὺ τὰ κατασκεύαζε ἐπίσης ὁ ἴδιος ἀπὸ γουρουνοτόμαρο, ποὺ τὸ τοῦ προμήθευαν κυνηγοί, καὶ ἐπανωφόρι συναρμολογημένο ἀπὸ προβατοπροβιές, πού, γιὰ εὐνόητους λόγους, ἀρέσκοταν νὰ τὸ ἀποκαλῆ μηλωτή, ἀλλὰ ὁ νοῦς ὅσων ἔτσι τὸν ἔβλεπαν πήγαινε περισσότερο σὲ βορειοπολικὸ Ἐσκιμῶο καὶ πολὺ λιγότερο στὸν Προφήτη Ἠλία.
Δὲν ἐκκακοῦσε, δὲν ἔχανε τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ψυχραιμία του καὶ οὔτε διεμαρτύρετο ποτέ, γιὰ τὸ ὅτι ἀρκετοὶ ἀδελφοί, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ παρουσίας του στὸ Κυριακὸ ἢ σὲ Καλύβα γιὰ πρόθυμη παροχὴ βοηθείας, χάριν δοκιμασίας ἢ ἀστεϊσμοῦ τὸν πείραζαν ὑπερμέτρως. Μία τέτοια συνδιαγωγή του προσπάθησαν νὰ ἀπαθανατίσουν φωτογραφικῶς Καυσοκαλυβῖτες Πατέρες. Ὅταν κατάλαβε τί πήγαιναν νὰ τοῦ σκαρώσουν, ἐξέφερε ἀντιῤῥήσεις, ἀντέτεινε καὶ δυστρόπησε ζωηρῶς, ἀλλἀ τελικῶς ἄκων καὶ συρόμενος –καὶ παρὰ ταῦτα ἀνεξικάκως χαμογελῶν- ὑπέστη τὴν σκευωρία.
Β) Ὁ Γεώργιος Καρύδας, ἐκ Καλαμῶν τῆς Μεσσηνίας καταγόμενος, ἦταν ἀξιωματικὸς τῆς ἀεροπορίας. Ἀναμειχθεὶς ἐνεργῶς στὰ τῆς γνωστῆς περιόδου λυπηρὰ καὶ ὀλέθρια γιὰ τὴν πατρίδα μας διχαστικὰ κινήματα Βασιλικῶν καὶ Βενιζελικῶν, βρέθηκε κρατούμενος καὶ κακουχούμενος ἀπ’ τοὺς τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως. Μᾶλλον τότε τοῦ παρουσιάσθηκε μία ἀδρανοποίηση τῶν ἰκανοτήτων του καὶ ἕνα εἶδος δυσβουλίας γιὰ ἀποφάσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων προτιμήθηκε ἡ ἀναχώρησίς του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡ ἐγκαταβίωσίς του στὰ εἰρηνικὰ καὶ ἡσύχια φτωχοσκηνώματα τῶν Καυσοκαλυβίων.
Εἰδικότης καὶ εὐχαρίστησίς του στὴν Σκήτη ἦταν ὁλοχρονὶς νὰ σκάβει ἐπιμελέστατα τοὺς κήπους, εἰ δυνατόν, ὅλων τῶν Καλύβων· νὰ κόβει μὲ τὸ χειροπρίονο αὐστηρῶς ἰσομετρικὰ -χονδρὰ λινὰ- ὅλα τὰ καυσόξυλα τῶν ἀσκητῶν καὶ νὰ τὰ ντανιάζει ἀκολούθως ἀρχιτεκτονικώτατα γιὰ λόγους αἰσθητικοὺς καὶ ἐξοικονομήσεως χώρου, καὶ λόξα του πραγματικὴ ἦταν νὰ ἐπιμένει ἀτέγκτως νὰ συνομιλῆ μὲ ὅλους, ἀνεξαρτήτως μορφωτικῆς καὶ ἀντιληπτικῆς ἱκανότητος, σὲ ἄπταιστη συντακτικῶς καὶ ἄκρως ἀρχαΐζουσα καθαρεύουσα.
 Ὅμως, κάποτε, τὸ 1955, σὲ προσπάθειά του νὰ φανῆ χρήσιμος καὶ στὸ Κελλὶ τῶν Ἁγίων Πάντων, ἐπὶ Γέροντος Νήφωνος, ἀπουσιάσαντος γιὰ λίγες ὧρες τότε, ἀφοῦ ἔκοψε καὶ στοίβαξε καλλιτεχνικώτατα τὰ καυσόξυλα, ἐπωφεληθεὶς τὸ εὐχάριστο γιὰ αὐτὸν κενὸ ἐποπτείας, -γιὰ τὸ ὁποῖο θρήνησε πικρῶς ἀκολούθως ὁ Γέροντας-, κατέκοψε καὶ κατέστρωσε χαμαί, ὅλα τὰ τῆς βορειοανατολικῆς πλευρᾶς αἰωνόβια ἄρια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσαν τοὺς μόνιμους ἀνεμοθραύστας καὶ τοὺς οὐσιαστικοὺς προστάτας καὶ εὐεργέτας τοῦ ναοῦ καὶ ὅλου τοῦ σπιτιοῦ
Γ) Ὁ Κώστας, διεβίωνε μακρυὰ ἀπὸ τὶς ἐπικοινωνίες καὶ συναναστροφὲς καὶ ὅλως δι’ ὅλου παράξενα καὶ ἰδιότροπα, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ ἐθελούσιες στερήσεις καὶ κακουχίες ὑπερέβαιναν καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ κατὰ σάρκα πατέρας του (μοναχὸς Μαρδάριος) καθὼς καὶ ὁ ἀδελφός του (μοναχὸς Ὀρέστης), ἐξ ἐνθέου ζήλου ἐμφορηθέντες καὶ πολὺ νωρίτερα ἐγκαταλείψαντες πλούτη καὶ ὑποστατικὰ στὴν Σάμο, καὶ καρέντες μοναχοὶ μᾶλλον στὴν Μονὴ Ξηροποτάμου, ἤδη ἀσκήτευαν στὰ Καυσοκαλύβια, στὴν μὴ ἔχουσα ναΐσκο ξεροκαλύβα ποὺ βρίσκεται ψηλά, πάνω ἀπὸ τὸ μονοπάτι, ἀκατοίκητη καὶ ἐρειπωμένη σήμερα, καὶ ποὺ ἔκτοτε εἶναι γνωστὴ ὡς τοῦ Ὀρέστη. Θὰ μποροῦσαν ἑπομένως καὶ νὰ τὸν ἐνσωματώσουν στὴν συνοδεία τους καὶ νὰ τοῦ ἀποδειχθοῦν χρήσιμοι στὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ ἀσκητικῆς γυμνασίας. Ποσῶς δὲν τὰ ἔλαβε αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν. Ἀπ’ ἐναντίας τούτους μὲν ἀπέφευγε, ἐπειδὴ φρονοῦσε πὼς ἡ καὶ στὸν Ἄθωνα συμβίωσίς των θὰ προσέκρουε στὸ τοῦ Κυρίου: «Ὁ φιλῶν πατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος», οὔτε θὰ ἦταν συμβιβάσιμη μὲ τό: «καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν ἀδελφοὒς ἢ πατέρα ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει»· τοὺς δὲ ἄλλους, ὡς τοῦ βίου μὴ προσομοιάζοντος μὲ τὸν τοῦ Ἁγίου ὀνουφρίου, ὅστις, ἐντελῶς γυμνητεύων, τὴν ἔρημον ᾤκησεν ἐπὶ ἑξήκοντα ἔτη, ἄνθρωπον μὴ ἑωρακὼς τὸ σύνολον, ἀφοῦ τοῦτον τὸν Ὅσιο, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ πάτησε τὸ πόδι του στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔθεσε πλέον ὡς πρότυπο στὸν νοῦ του καὶ στὴν ζωή του, γιατὶ τὸν θαύμαζε καὶ εὐλαβεῖτο πολύ, ἐπεκαλεῖτο συνεχῶς τὴν βοήθεια καὶ τὶς πρὸς Κύριον πρεσβείες του καὶ ἐπιθυμοῦσε –κατὰ λογισμὸ ποὺ ἐξηγόρευσε- μὲ κάθε τρόπο καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ τὸν μιμηθῆ!
Τόποι καὶ περιοχὲς τῶν κινήσεων καὶ τῶν δραστηριοτήτων του ἦσαν τὸ δύσβατο καὶ κρημνῶδες Καρμήλιο, οἱ ἉγιοΒασιλειάτικες βραχοσχισμάδες, τὰ λοχμοκοιλώματα τῆς Κερασιᾶς, τῶν Κρύων Νερῶν τὸ καστανόδασος, τὰ καζανάρια τοῦ Βαθύλακα καὶ ἡ δασοχαράδρα τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου. Μία αὐτοόροφη μικροσπηλιά, ὅπου καὶ ἂν τὴν εὕρισκε, τοῦ ἦταν συμπαθής, φιλόξενη καὶ τὴν ἔκρινε ἀρκετὰ ἀσφαλὴ γιὰ τὸ ξεχειμώνιασμά του· καὶ μία προχείρως καὶ πρωτογωνικῶς ἀπὸ κλαδιὰ καὶ φύλα ἀπὸ τὸν ἴδιο ἑκάστοτε καὶ ἑκατασταχοῦ κατασκευαζόμενη καλύβα τοῦ ἦταν ποθεινὴ καλοκαιρινή του κατοικία.
Ποτὲ δὲν ξεμάκρυνε δυτικώτερα, πρὸς τὰ Κατουνάκια, λόγου χάριν, ἢ πρὸς ἀνατολάς, πρὸς Βίγλα καὶ ΚυρΣαΐου δηλαδή, προφανῶς γιατὶ αὐτὰ ἦσαν κατοικημένες περιοχές, βατὰ ὁπωσδήποτε μέρη καὶ ἑπομένως δὲν ἀπέκλειαν εὐκαιρίες καὶ ἐνδεχόμενα συνατήσεων καὶ συνομιλιῶν, πράγματα διὰ βίου ἀνεπιθύμητα ἀπὸ αὐτὸν φευκτέα.
Θαυμασμὸ προκαλοῦσε στοὺς Καυσοκαλυβῖτες ἀσκητὰς οἱ πληροφορίες ἐκείνων ποὺ ἀπὸ περιέργεια ἐπεδίωξαν καὶ πέτυχαν νὰ τὸν παρακολουθήσουν, ὅτι ψευτοπερνοῦσε τρώγοντας χόρτα, ἀκροβλάσταρα, κάστανα, γκόρτζια, βατόμουρα, κούμαρα καὶ βελανίδια, καὶ πὼς ἡ γυμνότης τοῦ κορμιοῦ του καθὼς κατὰ πάντα εἶχε σκληροπετσιάσει δὲν ἐνοχλεῖτο ἀπὸ τὰ κεντρίσματα τῶν ἀγκαθιῶν καὶ τὰ συρσίματα τῶν κλαδιῶν οὔτε ἡ ξυπολυσιά του ἀπὸ τὰ τριβόλια καὶ ἀπὸ τῶν κοτρωνιῶν τὶς αἰχμογωνίες. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ παρέμενε ἀκατανόητο ἦταν τὸ πῶς μποροῦσε νὰ περιφέρεται καταχείμωνο ὁλόγυμνος καὶ ξυπόλυτος καὶ νὰ διανυχτερεύει χωρὶς θέρμανση, στρῶμα, τσέργα, κουβέρτες!
Περὶ τὰ τέλη τοῦ βίου του, ἴσως ἀπὸ ἀῤῥώστια ἢ ἀπὸ γενικὴ καταβολὴ τῶν δυνάμεων τοῦ ὀργανισμοῦ του, εἶχε ἀρχίσει νὰ γίνει συγκαταβατικώτερος καὶ κοινωνικώτερος. Ἀπόβραδα συνήθως -γιὰ νὰ μὴν τὸν βλέπουν πολλοί- χτυποῦσε πολὺ διακριτικὰ τὶς πόρτες τῶν πιὸ περιφερειακῶν Καλύβων τῆς Σκήτης ἢ ἐπισκεπτόταν τὸν Δικαῖο, γιὰ νὰ ζητήσει παξιμάδι, ἐληές, κουκιά, πράσσα καὶ καμμία πατάτα.
Κρῦο, παγοβοριάς καὶ χιόνι νὰ σκεπάζει τὰ πάντα, καὶ ἐκεῖνος πελιδνὸς καὶ τουρτουρίζων νὰ στέκεται ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα, μὲ τὴν μοναδικὴ στὸ εἶδός της, λιτώτατη καὶ πρωτότυπη γιὰ τὰ ἤθη, τὰ ἔθη καὶ τὰ ἄλλα ἀθωνίτικα δεδομένα, ἔνδυση, ποὺ ἦταν, ὅλη καὶ ὅλη, μία ζώνη στὴν μέση ἀπὸ τὴν ὁποία κρέμονταν σὰν ποδιές, μπρὸς καὶ πίσω, δύο τσουπιά (τρίχινες ἢ καναβοΰφαντες σακοῦλες χρησιμοποιούμενες στὴν ἐναπόθεση τοῦ ἐληοπολτοῦ καὶ στὴν μὲ σύνθλιψη στὸ κάτεργο ἐξαγωγὴ τοῦ λαδιοῦ)
Τοῦ ἔδιδαν μετὰ χαρᾶς καὶ εὐσπλαγχνίας τὰ αἰτούμενα καὶ μὲ αἰσθήματα λύπης καὶ οἰκτιρμοῦ τὸν ἔβλεπαν νὰ ἀπομακρύνεται μέσα στὴν κακοκαιρία. Δὲν ἀπεπειρῶντο νὰ τοῦ ποῦν κάτι, νὰ τὸν συμβουλεύσουν φιλαδέλφως. Θὰ ἦταν ὅλως περιττό.
Λέγεται ὅτι γιὰ τελευταία φορά, τὸ 1953, τὸν εἶδε ὁ Γέροντας τοῦ Κελλίου Ἅγιος Εὐθύμιος, Πνευματικὸς παπα-Νεκτάριος, τὴν παραμονὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου (20 Ὀκτωβρίου). Ἀπόβραδα πάλι εἶχε χτυπήσει τὴν πόρτα.
Θέλησε ἁπλῶς νὰ τὸν χαιρετίσει, νὰ τὸν ἀποχαιρετίσει δηλαδή, ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων κατάλαβε. Τράβηξε ὁ Γέροντας τὸ γκιούμι ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τοῦ ἔφτιαξε ἕνα φασκόμηλο. Τούτη τὴν φορὰ παρατήρησε πὼς ἡ ὄψις του καὶ ἡ ἐν γένει κατάστασίς του ἦσαν σὰν νὰ μὴν εἶχαν τὴν συνήθη ἐλεεινότητά των, τὰ δὲ λιγόλογά του ἔδειχναν αἰνιγματικὰ καὶ ἀπόκοσμα.
Μόλις τὸν εἶδε νὰ σηκώνεται γιὰ νὰ φύγει, τὸν παρεκάλεσε:
-Δὲν μένεις ἀπόψε ἐδῶ, εὐλογημένε; Δὲν τὸν βλέπω τὸν καιρὸ καλὸν ἔξω.
-Ὄχι, ὄχι, εὐχαριστῶ. Θὰ πάω νὰ πεθάνω λίγο παραπάνω, κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀρτέμιο.
Γνωρίζων τὶς συνήθειές του καὶ τὸ ἀμετάθετο τῆς γνώμης του δὲν ἔδωσε μεγαλύτερη σημασία ὁ Γέροντας. Τὸ πρωΐ ὅμως, ποὺ ξανασκέφθηκε τὰ λόγια, αἰσθάνθηκε μεγάλη ταραχὴ στὸν λογισμὸ καὶ ἀνησυχία στὴν ψυχή του. Πῆρε ἀμέσως τὸ ῥαβδὶ καὶ κατευθύνθηκε πρὸς ἀναζήτησή του στὰ γνωστὰ σ’ αὐτὸν γιατάκια. Δὲν κουράσθηκε πολύ. Εὔκολα ἐντόπισε τὸ ἄπνουν πλέον καὶ πολύπαθο σκῆνος τῆς ψυχῆς του, ἀκουμπησμένο καὶ ἀναπαυόμενο στὸν μόλις ἀπὸ τὸ ἔδαφος ἀναδυόμενο κορμὸ ἑνὸς πανύψηλου δένδρου, λίγο πιὸ ἔξω ἀπὸ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου. «Ξύλιασε», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Γέροντος Μεθοδίου, τοῦ ἀμέσως γειτονικοῦ Κελλιοῦ τοῦ Ἁγίου Νείλου.
Ὁ Κώστας, ἄγων μόλις τὸ 40ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, εἶχε προγνωρίσει τὴν θανή του καὶ τὴν γνωστοποίησε στὸν τελευταῖο γείτονά του.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸν Ἄθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)




Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Ὁ Γέροντας Γρηγόριος ὁ Κουτλουμουσκητιώτης.

Ὁ Γέροντας Γρηγόριος ὁ Κουτλουμουσκητιώτης.

Πάντοτε ζωηρὰ ἐντυπωμένη ἦταν καὶ εἶναι στὴν μνήμη μου ἡ φυσιογνωμία καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ πρώτου Δικαίου τῆς Σκήτης τοῦ Κουτλουμουσίου, ποὺ γνώρισα σ’ αὐτήν. Βαριᾶς καραμανλίδικης προφορᾶς καὶ ἀρθρώσεως λόγου ὁ πατὴρ Γρηγόριος, Γέροντας τῆς Καλύβης τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων (Κεδίκογλου Κωνσταντῖνος τοῦ Νικολάου, ἐκ Σιβρὶ Χισὰρ Ἰκονίου Τουρκίας, γέννησις 1883, προσέλευσις 1907, κουρὰ 1909, κοίμησις 1963). Ἐπιβλητικὴ καὶ βιβλικὴ μορφή, μὲ μία γενειάδα ποὺ κατέβαινε λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ τὴν ζώνη του.
Μὲ μάλωσε μία μέρα, ὅταν ὡς ὑπεύθυνος τῶν κοινῶν τῆς Σκήτης, παρατήρησε ὅτι ἔκανα πολλὰ δρομολόγια κουβαλῶντας νερὸ μὲ κουβάδες καὶ μὲ γκιοῦμια.
-Τί νὰ κάνω, Γέροντα, μαζεύτηκαν πολλὰ τὰ λερωμένα μου· πρόλαβα νὰ τοῦ πῶ καθὼς τὸν εἶδα πελώριο μπροστά στὴν βρύση, κάτω ἀπὸ τὸ καμπαναριὸ τοῦ Καθολικοῦ.
-Ἀπὸ τοῦ λάκκου τὸ νερό, ποὺ ἔχει ἡ στέρνα σας γιὰ πότισμα τοῦ κήπου νὰ παίρνεις γιὰ τέτοιες δουλειές, παιδί μου. Δὲν θὰ στὸ εἶπε κανένας καὶ εἶναι κρῖμα. Μὲ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἀνέβλυσε καὶ ἀναβλύζει τούτη ἡ πηγούλα καὶ τὸ νεράκι της τὸ θεωροῦμε ἁγίασμα καὶ τὸ χρησιμοποιοῦμε μόνο γιὰ πόσιμο καὶ γιὰ μαγείρεμα. Ὁ Θεὸς νὰ σὲ ἔχει συγχωρεμένο ἀλλὰ μὴν τὸ ξανακάνεις, γιατὶ θὰ τὸ πῶ στὸν Πνευματικό σου, νὰ σοῦ βάλει μεγάλο κανόνα.
Μὲ ἔθλιψε ἡ παράβασις, μὲ πτόησε τὸ ἄκουσμα τοῦ κανόνος, στοίχιωσε ἡ μορφὴ τοῦ Γερο-Δικαίου. Δὲν μὲ ἀξίωσε κἂν πατρικοῦ μειδιάματος, δὲν μὲ ῥώτησε ποιός καὶ ἀπὸ ποῦ ἤμουν.
Δὲν ἔπιαναν κουβέντα οἱ ἀσκηταί, ἐκεῖνα τὰ χρόνια μὲ δοκίμους καὶ ἀρχαρίους ἄλλων συνοδειῶν, πρᾶγμα ποὺ δὲν τὸ ἤξερα ἐγώ, καὶ δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω τὴν ἀπότομη στροφή του, μετὰ ἀπὸ τὴν παρατήρηση καὶ τὴν ἀπειλὴ καὶ τὸ ἀπομακρυντικὸ βάδισμά του στὴν λιθόστρωτη αὐλὴ τοῦ Κυριακοῦ. Τὸν παρατηροῦσα, τὸν παρατηροῦσε μὲ ἀνάκατα συναισθήματα, μέχρι ποὺ τὸν ἔκρυψε ἡ στροφὴ τοῦ μονοπατιοῦ ποὺ ὁδηγοῦσε στὴν Καλύβα του, καὶ ἀκόμη θυμᾶμαι τὴν κομποσχοίνα του ποὺ λίγο ἀκόμα καὶ θὰ σβαρνιζόταν κάτω.
Ἀργότερα ἔμαθα ὅτι προτοῦ ἔλθει στὴν Σκήτη, ἐπὶ τουρκοκρατίας ἀκόμη, ἦταν ἀδελφὸς πολυπροσώπου συνοδείας τοῦ Κουτλουμουσιανοῦ Κελλίου Μεγάλης Παναγίας. Καὶ ὅτι ὡς νεόκουρος καὶ πυρπολούμενος ἀπὸ ὑπέρμετρη εὐλάβεια καὶ ζῆλο ἐπεθύμησε τὸ δι’ αἵματος μαρτύριο. Σκέφθηκε νὰ μεταβῆ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἂν δὲν τοῦ ἦταν δυνατὸ νὰ παρουσιασθῇ στὸν σουλτᾶνο. Τὸν συμβούλεψαν ὁ γέροντας καὶ οἱ πατέρες τὰ δέοντα ἀλλὰ αὐτὸς ἦταν ἀμετάπειστος.
Πρὸ τοῦ ζήλου του τούτου, ποὺ οἱ παράδελφοί του τὸν χαρακτήρισαν «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν», τοῦ ἔδωσαν ἕνα γερὸ ξύλο καὶ στὴν συνέχεια παίζοντας τὸν ῥόλο τῶν τούρκων δημίων του τὸν καθήλωσαν στὸ πάτωμα καὶ μὲ λαμπάδα τοῦ ἔκαψαν τὰ δάχτυλα, λέγοντάς του ὅτι κάνου πρόβα. Πόνεσε, τσίριξε, καὶ τοὺς παρακάλεσε νὰ σταματήσουν. Ἔκτοτε δὲν ξανάκανε λόγο γιὰ μαρτύριο.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸν Ἄθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)



Ὁ γερο-Γεδεών, ὁ Κουτλουμουσιανός.

Ὁ γερο-Γεδεών, ὁ Κουτλουμουσιανός.

Κεκαρμένος ἤδη μοναχός, ἀπὸ θερμὸ ζῆλο καὶ ὑπερβολὴ εὐλαβείας ποὺ διακρίνει τοὺς νεόκουρους, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ αὐτὲς ἦταν οἱ εἰσηγήσεις τῶν Γεροντάδων καὶ τῶν Πνευματικῶν, διάλεγα, όχι τοῦ κυρίως ναοῦ ἀλλὰ τῆς Λιτῆς τοῦ Καθολικοῦ τῆς Κουτλουμουσίου τὰ ἀπόμερα καὶ σκοτεινὰ κατατόπια. Δὲν μὲ ἔνοιαζε ποὺ τύχαινε νὰ ἔχω κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μου τὰ ἀποθηκευμένα ψαθιὰ ἢ νὰ στέκομαι σὲ ῥολὸ διαδρόμου.
Ὅμως, πολὺ ἄσχημα αἰσθάνθηκα ἐκείνη τὴν φορά. Δὲν ἦταν ποὺ πίσσα-σκοτάδι ἐπικρατοῦσε στὴν γωνία. Ἦταν ποὺ σὰν νὰ μέριαζαν καὶ ἔγερναν πέρα δῶθε τὰ ψαθιά, σὰν νὰ γλιστροῦσε καὶ ἤθελε νὰ μετατοπισθῆ τὸ ῥολό. Πάτησα δεξιώτερα, ἀριστερώτερα, μπρός, πίσω, ἀναπήδησα λιγάκι μήπως μὲ τὸ ωάρος μου τὰ σταθεροποιήσω, τίποτα. Καὶ ὅταν πείσθηκα πὼς δὲν θὰ τὰ κατάφερνα νὰ ἰσοῤῥοπήσω καὶ νὰ ἡσυχάσω , ἄλλαξα στασίδι, πῆγα λίγο πιὸ πέρα.
Προχώρησε ἡ Θεία Λειτουργία, ἔφεξε ἡ μέρα, τελείωνε τώρα ὁ ἀριστερὸς ψάλτης τὸ Κοινωνικό, καὶ ἀκούσθηκε νὰ ἐκφωνῆ ὁ παπᾶς τό: «Μετὰ φόβου Θεοῦ...».
Καὶ τότε, ὢ τῆς συμφορᾶς, τῆς συντριβῆς καὶ τοῦ ψυχικοῦ σκυλμοῦ μου. Ἀπὸ τὴν πατωσιὰ τοῦ στασιδιοῦ, στὸ ὁποῖο δὲν μποροῦσα νὰ ἰσοῤῥοπήσω προηγούμενος, κατὰ τὴν ἀρχὴ τῆς λειτουργίας, εἶδα νὰ ἀνασηκώνεται ὁ πατὴρ Γεδεών (Γεωργίου Γεώργιος τοῦ Φωτίου, ἐκ Δομπρινόβας Τσεπέλοβου Ἰωαννίνων, γέννησις 1887, προσέλευσις 1909, κοίμησις 1953), νὰ βγάζει βιαστικὰ σκούφια καὶ κουκκούλι, καὶ σκυφτώτερα ἀπὸ ἄλλοτε νὰ σταυροκοπιέται καὶ νὰ βηματίζει γιὰ θεία μετάληψη πρὸς τὴν Ὡραία Πύλη!
Ἦταν ἐλαχιστομίλητος, μονόχνωτος, ἰδιότροπος, παράξενος, μικροσώματος, καὶ πολὺ κυρτός, σχεδὸν διπλωμένος στὰ δύο. Δὲν μᾶς ἔβλεπε ποτὲ στὸ πρόσωπο, ἴσως νὰ μὴν τὸ μποροῦσε, καὶ οὔτε ποτὲ εἴδαμε κατάματα τὸ δικό του, ἀφοῦ πέρα ἀπὸ τὴν μονίμως ἑκούσια-ἀκούσια κατωστρέφιά του, τὸ περικάλυπτε τὸ λιγδιασμένο κουκούλι. Ἔλεγαν οἱ Κουτλουμουσιανοὶ Πατέρες πὼς οὐδέποτε τὸν εἶδε κανεὶς νὰ μῆν φοράει καὶ τὸ ῥάσο καὶ τὸ ἐπανωκαλύμαυχοι εἶτε μέρα ἦταν εἶτε νύχτα εἶτε μέσα στὸ Καθολικὸ βρισκόταν γιὰ προσευχὴ εἶτε στὸ μαγερειὸ γιὰ καθάρισμα πατατῶν καὶ κρεμμυδιῶν.
Μὲ τὸ ῥάσο καὶ τὸ επανωκαλύμαυχο κατακλινόταν καὶ κοιμῶταν. Ποτὲ δὲν ζήτησε δεύτερο ζωστικὸ καὶ ῥάσο καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς μοναχικῆς του κουρᾶς καὶ ἐντεῦθεν οὐδέποτε λούσθηκε. Μετὰ δακρύων ζήτησε τὴν ἔγκριση καὶ εὐλογία τούτου τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ διαγωγῆς ἀπὸ τὸν ἡγούμενο καὶ ἐκεῖνος τοῦ τὸ ἐπέτρεψε. Ἔτσι τὸν συνήθισαν οἱ ἀδεφοί, ἔμεναν ἀδιάφοροι ἀπέναντί του καὶ μόνο ὅταν ἦταν νὰ τὸν ὑπαινιχθοῦν ἢ νὰ τὸν ὀνομάσουν μεταξύ των, ἔλεγαν: «ὁ γλύτζης», «ὁ μουτζούρης», «ὁ καμπούρης».
Ἦταν ὁλοσδιώλου κυρτός, ἀλλὰ δὲν ἔχει στὴν πλάτη του γώνιασμα καὶ καμπούρα. Δὲν καμπούριασε ἀπὸ ἀῤῥώστια. Ἀπὸ τὶς πολλὲς μετάνοιες εἶχε ζαβώσει καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴ προσπάθεια στὴν νοερὰ προσευχή. Γιατί, μόλις κλεινόταν στὴν κέλλα του, καθόταν στὸ σκαμνάκι, ἀγκάλιαζε τὰ κνημοπόδαρά του καὶ στερέωνα τὸ κεφάλι του στὸ στῆθος, γιὰ νὰ ἄκουγε καὶ νὰ αἰσθανόταν ἀνακυκλούμενα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα καὶ τὸ «ἐλέησον» σὲ καρδιὰ καὶ νοῦ.
Τὰ πόδια του χειμῶνα-καλοκαίρι ἦταν γυμνά, καθὼς ποτέ του δὲν φοροῦσε τσουράπια, συρτὰ ὴ παπούτσια.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸνἌθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)


Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Πῶς ἡ Κουτλουμουσίου γλύτωσε ἀπὸ τὸ νὰ γίνει Ῥώσσικη.

Πῶς ἡ Κουτλουμουσίου γλύτωσε ἀπὸ τὸ νὰ γίνει Ῥώσσικη.
Οἱ Ῥῶσσοι πολὺ νωρὶς ἐπεσήμαναν τὸ πλεονέκτημα τοῦ γειτνιασμοῦ τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου μὲ τὶς Καρυές (μόλις 5 λεπτά), δηλαδὴ τὴν ἕδρα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἤτοι τοῦ μονίμου διοικητικοῦ σώματος ὅλης τῆς αὐτοδιοικήτου μοναστικῆς πολιτείας τοῦ Ἄθω. Ἦταν πολὺ παληὸς αὐτὸς ὁ σχεδιασμὸς καὶ τὸν ἐξεδήλωσαν γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1856, ἐπὶ πατριαρχείας Κυρίλλου τοῦ Ζ΄ (1855-60)· ἐπανῆλθαν ὅμως δριμύτεροι ἐπὶ τῆς πρώτης πατριαρχείας Ἰωακεῖμ τοῦ Β΄ (1861-63), διότι ἡ συγκυρία καὶ ἡ εὐκαιρία κρίθηκε ἐκμεταλλεύσιμη.
Μὲ τρόπους τῆς εἰδικότητάς των παρενεβλήθησαν στὰ ἐσωτερικὰ περὶ τὴν διαδοχὴ τῆς ἡγουμενίας τῆς Μονῆς καὶ ἀξίωσα τὴν παράδοσή της σὲ Ἕλληνα μὲν ἱερομόναχο (Πάτμιο τὴν καταγωγή), ὁ ὁποῖος ὅμως ἐμόναζε στὴν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος καὶ εἶχε ἀποβεῖ πασίγνωστος στὸ Ὄρος γιὰ τὴν ῥωσσοφροσύνη του. Τὸ πρόσωπο αὐτὸ πιστεύεται ὅτι ὅ,τι δὲν ἐπέτυχε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου τὸ κατόρθωσε ἀργότερα στὴν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος.
Ὀλίγοι βέβαια ἦταν ἐκεῖνοι οἱ Κουτλουμουσιανοί, οἱ ὁποῖοι δελεασθέντες μὲ διαφόρους τρόπους συμφώνησαν καὶ ἔλαβαν μέρος στὴν ἀπρεπῆ ἀπόπειρα. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὅμως ἀσφυκτικῶς πιεζόμενο ἀπὸ τὴν Ὑψηλὴ Πύλη καὶ ἀπὸ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ῥωσσικὴ Πρεσβεία καὶ μὴ δυνάμενο ἄλλως νὰ πράξει, ἐνέδωσε στὰ μὴ προσήκοντα. Ἔτσι ὁ μέχρι τότε ἡγούμενος καθηρέθη· καὶ ὄχι γιὰ κανέναν ἄλλον λόγο ἢ ἱεροκανονικὸ παράπτωμα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν Ἑπτανήσιος καὶ -ἄρα κατὰ τὸ κατηγορητήριο- ὄχι ὀθωμανὸς ὑπήκοος.
Ἡ πλειοψηφία ὅμως τῶν Κουτλουμουσιανῶν πατέρων ἀντιληφθεῖσα ὅτι ἡ καθαίρεσις τοῦ ἡγουμένου ἦταν ἀποτέλεσμα κακόβουλων εἰσηγήσεων ἐξ Ἄθω ἀφ’ ἑνὸς καὶ διαρκῶν πιέσεων ἐπὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀφ’ ἑτέρου, ἔμεινε πιστὴ στὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς καὶ ἀνέλαβε τὴν εὐθύνη νὰ παλαίσει καὶ ἐξωθήσει τὰ πράγματα εἰς τὰ ἄκρα, ἀνεξαρτήτων ἐπιπτώσεων.
Ἐν διαπιστώσει τῆς πρωτοφανοῦς γιὰ τὰ ἁγιορείτικα χρονικὰ καὶ γιὰ τὰ ὀθωμανικὰ κυριαρχικὰ δεδομένα, ἐπενέβη ἐμφανέστατα ἡ μεγάλως ἀνησυχήσασα τοπικὴ Τουρκικὴ Ἀρχή, ὑπὲρ τοῦ ἐγκαθέτου, ἡ δὲ Μεγάλη Ἐκκλησία, μὴ δυναμένη ἄλλως νὰ πράξει, εὑρέθη στὴν δυσάρεστη καὶ λυπηρὰ θέση νὰ ἐπικυρώσει καὶ ἐπισήμως τὴν καθαίρεση τοῦ ἡγουμένου, ὁπότε ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ ῥωσσόφρονος ἱερομονάχου ἐθεωρήθη πλέον βεβαία καὶ ἐπικειμένη.
Τότε, οἱ ἀντιτιθέμενοι Κουτλουμουσιανοὶ Πατέρες, ποὺ ἦταν οἱ περισσότεροι Ἑπτανήσιοι, πλήρωσαν τοὺς Ῥώσσους καὶ τοὺς Τούρκους μὲ τὸ ἴδιο νόμισμα, ποὺ τοὺς τὸ εἶχαν ἀναγνωρίσει ὡς ἐν ἰσχύϊ, τὸ ἑπτανησιακό. Ἀπέπεμψαν βιαίως τὸν ὑπὸ ἐγκαθίδρυση ἐγκάθετο, καὶ ἐνώπιον τῆς ἐκπλήκτου τουρκικῆς ἀστυνομικῆς φρουρᾶς καὶ τοῦ Καϊμακάμη, ξεδίπλωσαν ἐνδεικτικὰ καὶ προκλητικὰ τὴν ἀγγλικὴ σημαία ἀπὸ ἕνα παράθυρο τοῦ ἄνω ὀρόφου, τοῦ κέντρου τῆς πτέρυγος, πάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν Πόρτα καὶ στὴν συνέχεια τὴν ὕψωσαν σὲ στέρεο κοντὸ πάνω στὸν Πύργο, γιὰ νὰ εἶναι θεατὴ καὶ ἀπὸ πολὺ μακρυά.
Τὰ μαντᾶτα ἔφθασαν γρήγορα ἔφθασαν γρήγορα στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ θέμα ἔγινε ἀντικείμενο δεινοῦ διπλωματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν πρεσβευτικῶν ἀρχῶν τῆς Ῥωσσίας καὶ τῆς Ἀγλίας. Ἡ ἀγγλικὴ ὑπεροχὴ ὑπῆρξε ἰσχυροτέρα καὶ λυσιτελής. Τὸ Πατριαρχεῖο ἀνεκάλεσε τὴν καθαίρεσιν ὁ δὲ παυθεὶς καὶ δεινοπαθήσας κανονικὸς ἡγούμενος ἀνέλαβε πάλι τὰ καθήκοντά του.
Λέγεται ὅτι γιὰ τὸ ἐγχείρημα αὐτό, τὴν πατρότητα τὴν εἶχε ὁ πνευματικὸς παπα-Σάββας τῆς Καλύβης τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννας.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸνἌθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)


Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Τὸ «ἀλεξίσφαιρο» τοῦ Καπετὰν Γιακγλῆ.

Τὸ «ἀλεξίσφαιρο» τοῦ Καπετὰν Γιακγλῆ.
Ποτὲ δὲν ἀκούσθηκε ποιός τὸν κατήχησε σχετικῶς καὶ τὸν ἐφοδίασε μὲ τεμαχίδιο Τιμίου Ξύλου «γιὰ νὰ μὴν τὸν πιάνει τὸ βόλι»· καὶ ἐκεῖνος τὸ ἀσπάσθηκε μὲ εὐλάβεια, προσευχήθηκε στὸν Χριστὸ θερμὰ καὶ ἀκολούθως, γιὰ νὰ μὴ τὸ χάσει ποτέ, μὲ τὸ κοφτερὸ μαχαίρι του ἔκαμε στὸ μπράτσο του μικροτομή, καὶ τὸ ἔθαψε μέσα. Γρήγορα ἔγιανε ἡ πληγή, ἀντρίεψε ἀκόμη πιὸ πολὺ τὸ φρόνημά του, ἀποκάλυψε τὸ μυστικὸ στὰ παλικάρια του καὶ συνέστησε σὲ ὅλους νὰ πάψουν πλέον νὰ τοῦ συνιστοῦν προσοχὴ καὶ προφυλάξεις κατὰ τὶς συμπλοκὲς καὶ μετακινήσεις. «Μὲ φυλάει τὸ Τίμιο Ξύλο, δὲν μὲ βρίσκει ἐμένα βόλι· οὔτε σὲ μάχη οὔτε ἀπὸ μπαμπεσιὰ θὰ πάω· ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα μου, σὲ κρεββάτι θὰ πεθάνω», συνήθιζε νὰ λέει.
Τῆς πίστεως καὶ τοῦ λόγου του τὸ ἀσφαλὲς καὶ ἀκράδαντο ἀποδείχθηκε ὅταν στὰ ἐγγὺς τῆς Μονῆς Ζωγράφου ῥαχώνια, καταζητῶντας ἀρχικομιτατζῆ, λυμαινόμενον τὴν κύκλῳ ἐξ Ἑλλήνων καλλιεργούμενη περιοχή, τὸν ἐντόπισε κρυπτόμενον σὲ δασολόχμη καὶ ἀμέσως ἀκάθεκτος ὥρμησε νὰ τὸν συλλάβει αὐτοπροσώπως. Ἀλλ’ ἐνῶ ἐκεῖνος σημάδευε καὶ πυροβολοῦσε συνεχῶς καὶ μέχρι ἐκ τοῦ πλησίον, ὅλες οἱ σφαῖρες ἀστοχοῦσαν.
Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ στὴν Μάχη τῆς Νιγρίτας, ὅταν καβάλα πάνω στὸ ἀγέρωχο ἄσπρο του ἄτι ἔτρεχε ὁλοῦθε γιὰ νὰ δίνει ἐντολές. Μὲ κάποιον εὐφυῆ ἐλιγμὸ τὸν ἀπομόνωσαν δύο ἔφιπποι πασᾶδες καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν κυνηγοῦν πυροβολῶντάς τον πισώπλατα. Τοῦτο διήρκεσε ἐπὶ πολύ. Τότε ἐκεῖνος σοφίστηκε τὸ τέχνασμα, πὼς κουράστηκε τάχα τὸ ἄλογό του καὶ ἀπελπίστηκε ὁ ἴδιος· ἐπιβράδυνε τὸν καλπασμό, καὶ ἔκανε πὼς κοντοστέκεται, προξενῶντας τὴν ἐντύπωση ὅτι ἐπρόκειτο νὰ παραδωθῆ. Ἡ κεκτημένη ταχύτης τῶν διωκτῶν του εἶχε ὡς συνέπεια νὰ τὸν προσπεράσουν λίγα μέτρα. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ λάθος καὶ τὸ τέλος των. Δὲν πρόλαβαν νὰ γυρίσουν γιὰ πισωγύρισμα τὰ χαλινάρια καὶ αὐτοστιγμὲι βρέθηκαν ἀπὸ τοὺς πυροβολισμοὺς τοῦ κοντόκανού του ξέψυχοι στὸ χῶμα.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Ἡ «ἀτυχία» τοῦ Γέροντος Χαρίτωνος.

Ἡ «ἀτυχία» τοῦ Γέροντος Χαρίτωνος.
Ὡς πολὺ ἄτυχιο χαρακτήριζαν οἱ Γεροντάδες μας τὸν πατέρα Χαρίτωνα ἀπὸ τὸ Καρακαλλινὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὁ ὁποῖος, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ δρομολόγια διακινήσεως καὶ διανομῆς ὅπλων μὲ τὴν βάρκα του κατὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, δὲν μπόρεσε νὰ ἀποφύγει, κατὰ τὴν τελευταία στιγμή, τὸ πήδημα μέσα σ’ αὐτὴν δύο ἐνόπλων Τούρκων, γιὰ νὰ τοὺς μεταφέρει, ἤθελε δὲν ἤθελε, στὸν Ἀρσανᾶ τῆς Λαύρας. Ἀπρόοπτο τοῦ ἦλθε. Δὲν εἶχε καλοκρύψει τὸ φορτίο καὶ βρέθηκε σὲ δεινότητα θέσεως, ὅταν εἶδε πὼς οἱ Τούρκοι κόλλησαν τὰ μάτια τους στὸν ὁπλισμό, καὶ ἑπομένως κατάλαβαν τί εἴδους θελήματα καὶ μεταφορὲς ἔκανε κάθε τόσο.
Δὲν ἦταν μόνο ἡ σκέψις τοῦ τί περίμενε τὸν ἴδιο· τὸν ἔκανε ἀλλόφρονα ἡ ἀποκάλυψις πολλῶν μυστικῶν τοῦ ἀγῶνος. Καὶ ὁ εὐλογημένος, ἀφοῦ τὸ ἔλεγαν βέβαια τὰ κότσια του, ἔδωσε μία σπρωξιὰ στὸν ἕνα, ποὺ ἀμέσως ἄρχισε νὰ ἀμολάει μπουρμπουλῆθρες ἀπὸ τὰ βαθιὰ νερά· ὁ ἄλλος πάλι δὲν μπόρεσε νὰ ἀντιδράσει, γιατὶ τοῦ ἄνοιξε τὸ κεφάλι μὲ τὸ τσεκούρι, ποὺ εἶχε πάντοτε δίπλα του ὁ γερο-Χαρίτων.
Μετάνοιωσε βέβαια καὶ ἔκλαψε πολὺ γιὰ τὸν πνιγμὸ καὶ τὸν φόνο. Ἰδιαίτερα αὐστηρὸς δείχτηκε καὶ ὁ Πνευματικός του κατὰ τὴν ἐξομολόγηση. Ἡ ἀνέργεσις τοῦ κοιμητηριακοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς Καρακάλλου, ὑπῆρξε, σὺν τοῖς ἄλλοις, ὁ σοφός, βαρύς, πολυχρόνιος καὶ ἐσχατολογικὸς κανόνας του.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)


Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Ὁ σιωπὼν γερο-Θεόφιλος.

Ὁ σιωπὼν γερο-Θεόφιλος.
Ὁ Γερο-Θεόφιλος (Καψῆς Θωμᾶς τοῦ Παναγιώτου, ἐκ Κανιάνης Λαμίας), γεννήθηκε τὸ 1885, προσῆλθε στὴν Λαύρα τὸ 1910, προήχθη σὲ Γέροντα τὸ 1935 καὶ σὲ Προϊστάμενο τὸ 1945 καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1975.
Ἡ Ἱερὰ Σύναξις τῶν Προϊσταμένων, ἐν ἐκτιμήσει τῆς συνέσεώς του, τοῦ ἐγνωσμένου ἐναρέτου βίου του, τῆς ἀνελλιποῦς προσεδρεύσεώς του στὸ Καθολικὸ καὶ τῆς πάντοτε προθύμου καὶ ἐνεργοῦ συμμετοχῆς του στὰ αὐστηρὰ καὶ βαριὰ διακονήματα τῆς Μονῆς, τὸν ἐξέλεξε μέλος τῆς Γεροντίας, ὥστε νὰ προσφέρει καὶ διοικητικὲς ὑπηρεσίες στὴν ἀδελφότητα, μὲ τὴν φωτισμένη σκέψη καὶ τὴν ἀδιάφθορη συνείδησή του.
Δὲν βάστηξε ὅμως γιὰ πολὺ αὐτὴ ἡ εὐθυνοβριθὴς ἰδιότητά του ὡς Προϊσταμένου. Σύντομα ὅμως ἀνακάλυψε πὼς ἡσυχία κέλλας, νηφάλια ἔνθεη θεωρία καὶ ἔμπονη προσπάθεια ἀδιαλείπτου νοερᾶς προσευχῆς γιὰ μυστικὲς χαριτώσεις, δὲν μποροῦσαν νὰ συμβιβαστοῦν καὶ νὰ συνυπάρξουν μὲ διοικητικὲς εὐθῦνες, οἰκονομικὲς διαχειρίσεις, ἀντιμετωπίσεις ἀντιξοοτήτων, δημόσιες σχέσεις, ντυσίματα καὶ στησίματα γιὰ ὑποδοχές, συντροφεύσεις καὶ συζητήσεις μὲ ἐπισήμους κ.λ.π. Πῆρε τὴν ἀπόφαση καὶ σὲ μία συνεδρία, ἀφοῦ εὐχαρίστησε γιὰ τὴν τιμὴ τοὺς Γεροντάδες, ὑπέβαλε τὴν παραίτησή του, δικαιολόγησε τὴν ἀδυναμία του νὰ συνεχίσει τὴν προϊσταμενικὴ ὑπηρεσία καὶ περίδακρυς παρεκάλεσε νὰ δείξουν κατανόηση καὶ νὰ τὴν κάνουν ἀποδεκτή.
Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ στὸ ἑξῆς ἔγινε ἀκόμη πιὸ ἀμίλητος, κλείστηκε ὁλότελα στὴν κέλλα καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ ἐπιδόθηκε στὴν ἡσυχία καὶ τὴν προσευχή του. Τώρα δὲν τὸν πείραζε ὁ λογισμός, ἂν τὸ ζωστικό του ἦταν παληὸ καὶ λερωμένο, ἂν τὸ ῥάσο καὶ ἡ σκούφια του ξεθωριασμένα καὶ γεμᾶτα τσάκισες. Δὲν ἐκπροσωποῦσε πλέον τὴν Μονή, ἀφοῦ ἐπέστρεψε καὶ ξαναεντάχθηκε στοὺς ἀνεπισήμους καὶ ἀνωνύμους, καὶ ἔτσι, μὲ μόνιμη συντροφιὰ τὸ ταπεινὸ φρόνημα, δὲν αἰσθανόταν τὴν καταπιεστικὴ ἀνάγκη νὰ εἶναι κοινωνικός, καθὼς πρέπει καὶ εὐπαρουσίαστος.
Τώρα, ἀδιάφορος γιὰ ἐντυπώσεις καὶ σχολιασμούς, φοροῦσε τὸ προχειρομπαλωμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο ζωστικό του, ἔσερνε ἀκάλτσωτος τὰ καλογερόῤῥαφτα συρτά του, κατέβαζε μέχρι τὰ φρύδια καὶ τὰ αὐτιά του τὴν ἄκομψη σκούφια του, κρατοῦσε τὴν λιγδιασμένη καὶ ἀξιολύπητη ἀπὸ τὴν ἀκατάπαυστη χρῆση κομποσχοίνα του καί, βαδίζοντας, ἔσκυβε τὸ κεφάλι καὶ τὸ βλέμμα του πρὸς τὰ κάτω· ἐπιτάχυνε μάλιστα σκοπίμως τὸ βῆμα, σὰν ἔβλεπε πὼς κάποιος ξένος ἔδειχνε πρόθεση νὰ τὸν πλησιάσει γιὰ συζήτηση ἢ γιὰ πληροφορία. Καὶ ἂν κάποιος, πρὰ ταῦτα, ἀδιάκριτος ἢ λιγότερο εὐγενής, τοῦ ἔφραζε τὸν δρόμο καὶ ἐπέμενε νὰ τοῦ μιλήσει, ἄκουε στερεότυπη τὴν πρόταση: «Τὸ Μοναστήρι ἔχει τάξη καὶ ἁρμοδίους; Γιὰ διαμονὴ καὶ πληροφορίες στὸν ἀρχοντάρη, γιὰ πνευματικὰ στοὺς πνευματικούς, γιὰ διοικητικὲς ὑποθέσεις στὸ Γραφεῖο καὶ γιὰ ὅτι ἄλλο στὸν διακονητὴ ξεναγὸ Γερο-Διομήδη (Λασκαρίδης Δημοσθένης τοῦ Ἰωάννου ἐκ Θάσου, γέννησις 1885, προσέλευσις 1908, κουρὰ 1910, κοίμησις 1969) ποὺ ξέρει καὶ ἀγγλικά».
Τὴν νηστεία τῆς Παναγίας, τὸν Αὔγουστο, τὴν ἔβγαζε μὲ ξερὸ ψωμὶ καὶ ντομάτα. Εἶχε βέβαια ἀδυναμία καὶ στὰ σῦκα, ποὺ τὰ εὕρισκε σὲ ποικιλία καὶ ἀφθονία γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι καὶ στὰ Καθίσματα. Τότε φρόντιζε νὰ μαζέψει καὶ τὴν ἀπαιτούμενη ποσότητα καὶ νὰ τὴν ξεράνει στὸν καυτὸ ἥλιο. Ὕστερα θὰ τὰ τοποθετοῦσε σὲ κασελίτσα, σειρὰ σῦκα, σειρὰ δαφνόφυλλα, τόσο γιὰ νὰ εὐωδιάζουν ὅσο καὶ γιὰ νὰ μὴν τὰ πλησιάζουν τὰ ζωΰφια. Θὰ φρόντιζε ἐπίσης ἀπὸ τὶς καρυδιὲς τοῦ κοινοῦ καὶ ἀπὸ τὶς ἐγκαταλελειμένες ἀμυγδαλιὲς τοῦ μακαρίτη Γοργονίου (Μιχαλᾶς Γεώργιος τοῦ Μιχαήλ, ἐκ Θάσου, γέννησις 1870, προσέλευσις 1902, κουρὰ 1904, κοίμησις 1959) -ὁ ὁποῖος μοχθὼν διὰ βίου του παντός, δὲν ἀφῆκε χέρσα καὶ στεῖρα οὔτε τὰ πετρώδη καὶ κρημνώδη τῶν πέριξ τῆς Μονῆς μας χωρὶς νὰ τὰ μοχλεύσει, κατασκάψει, ἡμερέψει καὶ καταφυτεύσει ἀπὸ ὁμοειδῆ καὶ ἄλλα δένδρα- νὰ γεμίσει καὶ ἕνα καλάθι καρυδομύγδαλα, καὶ νά την ὅλη ἡ παρηγοριά του, οἱ πολύτιμες κουμπάνιες τῶν νηστίσιμων ἡμερῶν τοῦ χειμῶνα καὶ κυρίως τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Σπάνια καὶ πολὺ δύσκολα μποροῦσε νὰ μπῆ κανεὶς στὸ δωμάτιό του· δὲν θυμᾶμαι δὲ νὰ ἀῤῥώστησε καὶ πότε, γιὰ νὰ μᾶς δώσει τὴν εὐκαρία νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε καὶ νὰ περιεργασθοῦμε τὴν κοίτη, τὴν ἐπίπλωση, τὸ ἀμεσώτατο περιβάλλον του. Στὸν παπᾶ ὅμως, ποὺ θὰ λάχαινε νὰ ἐφημερεύει πρωτομηνιά, καὶ στὸν συνοδό του διᾶκο, ἤθελε δὲν ἤθελε ἄνοιγε τὴν πόρτα.
Τίποτα τὸ σπουδαίο καὶ ἐντυπωσιακό. Ὅλη περίτρανη μαρτυρία ἄκρας ἁπλότητος, ἀπολύτου ἀπεριττότητος καὶ ἠθελημένης ὀλιγαρκείας. Μερικὲς εἰκόνες, ἕνα τεμπελόξυλο γιὰ νὰ τὸν κρατάει ὁλόρθο στὶς ἀτελείωτες προσευχές του, καὶ κάποιες χοντροτάβλες γιὰ κρεββάτι, χωρὶς φυσικὰ στρῶμα, μὲ μία τσέργα ἐπάνω του, ποὺ τὶς χειμωνιάτικες νύχτες τὴν χρησιμοποιοῦσε σὰν στρῶμα καὶ σκέπασμα μαζί –μισὴ ἀπὸ κάτω, μισὴ ἀπὸ πάνω- καὶ στό μερος ὅπου ἀνέπαυε τὴν σεβάσμια κεφαλή του, κάτι πού, ἀσφαλῶς μπροστὰ ἀπὸ δεκαετίες, θὰ τοῦ τὸ προμήθευσαν γιὰ μαξιλάρι.
Ὄρθιο συνεχῶς τὸν βλέπαμε καὶ στὸ στασίδι του, στὴν ἐκκλησία, κατὰ τὶς μακρυὲς λαυριώτικες ἀκολουθίες καὶ τὶς ἀτελείωτες ἀγρυπνίες, λὲς καὶ εἶχε πεῖσμα καὶ ὅρο ἀπαράβατο, νὰ μὴν κατεβάσει τὸ σανιδοκάθισμά του γιὰ νὰ καθίσει, ὥστε νὰ χαλαρώσει λίγο ἡ μέση του καὶ τὰ ἀνακουφισθοῦν τὰ δύστυχα πόδια του. Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν θέση του φρουρὸς τῆς τυπικῆς τάξεως, ἔγκαιρος προειδοποιητὴς τοῦ πρακτέου τῶν ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ κανονάρχου καὶ τοῦ διαβαστῆ, αὐστηρὸς ἐπικριτὴς τοῦ λάθους καὶ τῆς παρατυπίας τῶν διακονητῶν.
Μεταλάμβανε κάθε Σάββατο καὶ στὶς γιορτές, κυρίως σὲ ἐκεῖνες ποὺ προβλεπόταν νὰ γίνεται ἀγρυπνία, καὶ πάντοτε κατόπιν αὐστηρᾶς νηστείας. Τὰ γεράματά του δὲν τὸν δυσκόλευαν στὸ ἀνεβοκατέβασμα τῶν σκαλοπατιῶν καὶ στὶς πορεῖες. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὶς λειτουργίες τῶν παρεκκλησίων, τόσο τῶν ἐντὸς ὅσο καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Μονῆς. Μὲ μεγάλη εὐλάβεια συμμετεῖχε καὶ στὶς λιτανεῖες καὶ ἤθελε νὰ βρίσκεται πολὺ κοντὰ στὰ ἅγια λείψανα καὶ τὸ Τίμιο Ξύλο.
Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1964, ὁ γερο-Θεόφιλος μᾶς ἐξέπληξε μὲ μία ἐνέργειά του.
Ταξιδιωτικὸ Γραφεῖο εἶχε κάνει αἴτηση στὴν Μονὴ νὰ μεταφέρει στ’ ἀνοιχτὰ προσκυνήτριες καὶ ἱερεῖς μὲ βενζινάκατους νὰ μεταφέρουν πρὸς προσκύνηση τεμάχια Τιμίου Ξύλου καὶ ἅγια λείψανα. Συγκατατέθη ἡ Γεροντικὴ Σύναξις τῆς Μονῆς μας καὶ ὥρισε τὰ καθέκαστα καὶ τὴν ἀκριβὴ ἡμέρα καὶ ὥρα τῆς δι’ ἐπιτροπῆς ἐξ ἱερέων μεταφορᾶς τῶν λειψάνων.
Τὴν ἀπόφαση αὐτὴ ἐξέλαβε ὁ σὲ ὅλα αὐστηρὸς καὶ παραδοσιακὸς γερο-Θεόφιλος ὡς καταλύουσα τὴν καθεστηκυῖα τάξη τῆς Μονῆς. Ζήτησε ἀκρόαση ἀπὸ τὴν Σύναξη τῶν Γεροντάδων καὶ πῆγε καὶ τοὺς τὰ ἔψαλε. Οἱ Γέροντες τοῦ εἶπαν ὅτι ἡ ἀπόφαση ἦταν ἤδη εἰλημμένη, οἱ εἰδοποιήσεις εἶχαν γίνει, καὶ ἑπομένως δὲν ἦταν σωστὸ νὰ παλινωδήσουν, θέτοντες σὲ ἀνυποληψία τὴν ἐντιμότητά των καὶ μειώνοντας τὸ κῦρος τῆς Μονῆς· καὶ ὅτι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ εὐθύνη ἦταν ὅλη δική των, καὶ ὁ ἴδιος, ὡς ἀπὸ ἀπὸ πολλοῦ παραιτηθεὶς ἀπὸ τὰ κοινά, ἔπρεπε νὰ περιορισθῆ στὴν κέλλα του καὶ στὴν προσευχή του.
Αἰσθάνθηκε βέβαια ἀρκετὰ προσβεβλημένος, δὲν ἡσύχασε ὅμως, γιατὶ τὴν προσέγγιση γυναικῶν στὰ νερὰ τῆς Λαύρας τὴν θεωροῦσε ἁμάρτημα, ἐνέργεια ποὺ ἀντέβαινε στὸ θέλημα τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. «Νὰ δῇς, ποὺ αὐτοί (οἱ Προϊστάμενοι), μὲ τὰ μυαλὰ ποὺ ἔχουν τώρα τελευταῖα, σιγὰ-σιγὰ θὰ τὶς φέρουν καὶ μέσα στὸ Μανδράκι (λιμενίσκος τῆς Μονῆς). Πώ, πώ, Παναγία μου! Πάει, χάθηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος», ἔλεγε καὶ ξανάλεγε στοὺς ἁπλοῦς καὶ εὐλαβεστάτους πατέρας τῆς νότιας ταπεινῆς πτέρυγος, ὅπου βρισκόταν ἡ κέλλα του, οἱ ὁποῖοι, σεβόμενοι τὴν ἡλικία του καὶ ἀναγνωρίζοντας τὰ μέτρα τῆς ἀρετῆς του, τοῦ ἦταν περίπου ὑποτακτικοὶ καὶ παραγυιοί.
Τὸ ἑσπέρας τῆς παραμονῆς τῆς ἡμέρας, ποὺ εἶχε ὁρισθῆ γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ προσκυνήματος, κατέπλευσε στὴν λαυριώτικη θάλασσα καὶ ἀγκυροβόλησε σὲ λογικὴ ἀπόσταση τὸ τεράστιο πλοῖο μὲ τὸν εὐλαβῆ γυναικόκοσμό του. Οἱ ἐφημέριοι ἱερεῖς στὸ Καθολικό, τὰ εἶχαν ἑτοιμάσει ὅλα, ὥστε τὸ πρωΐ, χωρὶς καθυστερήσεις, νὰ πραγματοποιήσουν τὴν μὲ ἁρμόζουσα πομπὴ ἱερὴ μετακομιδὴ στὸ πλοῖο.
Λύπη βαθειὰ κατέβαλε τὸν γερο-Θεόφιλο καὶ ἔκδηλη ἔγινε ἡ ἀνησυχία του, καθὼς εἶδε τὸ πλοῖο στὰ ἀνοιχτά. Θέλησε νὰ πάει νὰ χτυπήσει τὴν καμπάνα σὲ ἔνδειξη διαμαρτυρίας, καὶ νὰ ξεσηκώσει τὴν ἀδελφότητα. Τὸν συγκράτησαν ὅμως κάποιοι, λέγοντάς του ὅτι ἡ ἀπόφαση τῆς Συνάξεως ἦταν ἀμετάκλητη καὶ ὅτι δυναμικότερη ἀντίδρασίς του μποροῦσε νὰ ἐπισύρει αὐστηρὸ κανόνα καὶ καμμία ἐξορία, τώρα στὰ γεράματά του.
Τότε, μὴ ἔχοντας τίποτε ἄλλο νὰ κάνει, μάζεψε ὅλους τοὺς «δικούς» του πατέρας, τοὺς μίλησε σχετικῶς καὶ τοὺς τόνισε ἰδιαιτέρως, πώς, ἔπρεπε νὰ καταφύγουν στὸν Θεό, κάνοντας ὅλοι τους θερμὴ προσευχή, ὥστε νὰ ἐπέμβῃ πρὸς τοῦτο ὁ Ἴδιος. Θὰ ἄρχιζαν τὰ κομποσχοίνια τους μόλις θὰ βράδυαζε καὶ θὰ συνέχιζαν προσευχόμενοι μέχρι τὸ πρωΐ. «Θὰ παρακαλέσουμε νὰ κάνει δυνατὴ φουρτούνα, ὥστε νὰ τρέει γιὰ λιμάνι τὸ πλοῖο μὲ τὶς γυναῖκες».
Γέλασαν πολλοὶ στὴν Λαύρα, ὅταν ἔμαθαν τὴν εἰσήγηση καὶ τὴν ἀπόφαση τοῦ γερο-Θεοφίλου, γιατὶ τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες, καὶ ἰδιαίτερα ἐκείνη, ἐπικρατοῦσε πλήρη νηνεμία. Ἦταν ἡ θάλασσα λάδι ἀλλὰ καὶ οἱ προβλέψεις τῆς μετεωρολογικῆς ὑπηρεσίας ἰδανικὲς γιὰ τὴν περίπτωση.
Κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ποῦ βρέθηκε ἐκείνη ἡ ἀνεμοθύελλα; Χάλασε ὁ κόσμος. Ὅταν ἔφεξε, πῆγαν οἱ πατέρες στὶς ἁπλωταριὲς γιὰ νὰ δοῦν τί ἀπέγινε τὸ πλοῖο. οὔτε πλοῖο οὔτε πουλὶ πετούμενο δὲν φαινόταν στὸν ἀέρα. Μόνο ἡ θάλασσα λυσσομανοῦσε καὶ τὰ κύματά της ἔσπαζαν μὲ γδοῦπο καὶ παφλασμὸ στοὺς βράχους τοῦ Μανδρακιοῦ καὶ τοῦ Νερατζῶνα, ἀφρίζοντας ἀπὸ τὸ κακό τους.
Τὴν Μεγάλη Τρίτη (17 Ἀπριλίου) τοῦ 1975 διαπιστώσαμε πὼς δὲν κατέβηκε στὰ Νυμφία. Λύπη βαθειὰ κατέλαβε ὅλη τὴν ἀδελφότητα. Μόνο σοβαρὴ ἀσθένει θὰ μποροῦσε νὰ τὸν κάνει νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ ἀκολουθία. Τρέξανε μερικοὶ στὸ δωμάτιό του. Ἔδειχνε νὰ βρίσκεται σὲ δυσφορία καὶ ἐπεκαλεῖτο τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Κατάλαβαν πὼς ἡ κατάστασίς του ἦτο σοβαρὴ καὶ ἔκριναν ὅτι ἕνας ἀδελφὸς ἔπρεπε νὰ ἔμενε συνεχῶς πλησίον του.
Τὶς πρωϊνὲς ὧρες τῆς Μεγάλης Τετάρτης, ἀξημέρωτα ἀκόμη, ζήτησε νὰ μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, λέγοντας: «Φροντίστε νὰ μεταλάβω, καὶ γρήγορα μάλιστα, γιατὶ σὲ δύο ὧρες θὰ πεθάνω». Πράγματι, μετάλαβε ἀμέσως μὲ κάθε εὐλάβεια ὁ γερο-Θεόφιλος. Μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα ὁ παπᾶς τοῦ εἶπε: «Κουράγιο, γερο-Θεόφιλε! Θὰ πιάσουμε καὶ τὸ Ἅγιο Πάσχα, θὰ ψάλλουμε καὶ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη». Στὰ χείλη του σχηματίσθηκε ἕνα μακάριο χαμόγελο. Ἄρθρωσε μὲ δυσκολία μὲν ἀλλὰ κατακάθαρα: «Ὄχι, μαζί σας. Πάσχα θὰ κάνω ἐπάνω στὸν οὐρανὸ μὲ τὸν Χριστό».
Λίγο πιὸ ὕστερα, μὴ μπορῶντας νὰ μιλήσει ὁλοτελῶς, ἔνευσε νὰ τοῦ φέρουν μολύβι καὶ χαρτί, στὸ ὁποῖο ἔγραψε ἐλάχιστα λόγια γιὰ τὸν φόβο τῶν ἐσχάτων. Ἔκλεισε τὰ μάτια του. Μόλις ποὺ φαίνονταν νὰ κινοῦνται τὰ χείλη του. Παρέδωσε ἥσυχα καὶ γαλήνια τὸ πνεῦμά του στὸν Χριστό.
Τὸν κηδέψαμε τὸ μεσημέρι, ἀνήμερα τῆς Μεγάλης Τετάρτης. Μᾶς τὸν πῆρε ὁ Κύριος 90 ἐτῶν, τὴν 18η Ἀπριλίου τοῦ 1975.

(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καὶ Ἄρματα στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Λαυριώτικου Κελλίου Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2000)