Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Ὁ γερο-Γαβριὴλ ὁ Καρουλιώτης.

Ὁ γερο-Γαβριὴλ ὁ Καρουλιώτης.

Τέλος, διαλαμβάνω καὶ τοῦ Ἕλληνος πρώην ἀξιωματικοῦ τῆς Ἀστυνομίας, πατρὸς Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὶς μεγαλογιορτές, γιὰ ἐκκλησιασμὸ καὶ θεία Μετάληψη, συνήθιζε νὰ πηγαίνει στὴν Μονὴ Διονυσίου, ἐπειδὴ οἱ περισσότερες Καρουλιώτικες φτωχοκαλύβες στεροῦνται ναΐσκων.
Ἀγῶνα κατέβαλε κάθε φορά, κατὰ σύσταση τοῦ Ἡγουμένου, ὁ Τραπεζάρης, νὰ τὸν πείθει νὰ κάθεται στὴν Τράπεζα πρὸς συνεστίαση μὲ τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς. Καὶ ὅταν τὸν ἔπειθε, γνωρίζοντας τὴν ἀρχή του νὰ τρώει μόνο ἀνάλαδα, τοῦ παρέθετε κάπου, ἐντελῶς ἀπόμερα, γιὰ νὰ μὴν τὸν βλέπουν οἱ ἄλλοι, ψωμάκι, νερό, καὶ τίποτα περισσεύματα ἀπὸ τὰ νηστίσιμα τῆς Τετάρτης καὶ τῆς Παρασκευής, ἂν δὲν ἦταν ξινισμένα.
Φίλτατός μου ἱερομόναχος Διονυσιάτης, αὐτήκοος καὶ αὐτόπτης συμβεβηκότος, μοῦ ἐπιβεβαίωσε ὅτι ὄντως πολὺ χάρηκαν οἱ Πατέρες, ὅταν ἀφ’ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα τοῦ 1960 τὸν ἀντελήφθησαν, διακριτικὰ καὶ ἀκροποδητὶ νὰ τρυπώνει στὰ πλαϊνὰ στασίδια τῆς Λιτῆς, γιὰ νὰ συμπροσευχηθῆ καὶ γιορτάσει μαζί τους τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Στὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας, ὁ Ἡγούμενος τοῦ ἐπεσήμανε σιγηλά, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λείψει ἀπὸ τὴν Πασχαλιάτικη Τράπεζα, καὶ ἐκεῖνος κατένευσε ταπεινά, γιὰ νὰ κάνει ὐπακοή. Ἀλλὰ λίγο προτοῦ σημάνει τὸ πρὸς τούτο σήμαντρο, ἐπῆγε καὶ ἐρώτησε τὸν Τραπεζάρη: «Ἔχεις τίποτα ἀπὸ τὰ χθεσινά;». Ὁπότε ὁ διακονητής, μὲ καταφανῆ τὴν ἔκπληξή του, ἀπήντησε: «Εὐλογημένε, Πάσχα σήμερα καὶ Χριστὸς Ἀνέστη· τὰ νερόβραστα θὰ κρατούσαμε; Τὰ πετάξαμε ὅλα». Τότε ἐκεῖνος ὐπέδειξε: «Ἐληὲς ὅμως θὰ ὐπάρχουν στὸ πιθάρι. Βάλε μου, σὲ παρακαλῶ, πέρα ἐκεῖ στὴν ἄκρη, ἐλῆτσες, ψωμάκι καὶ νεράκι».
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)


Ὁ πατὴρ Φιλάρετος ὁ Καρουλιώτης.

Ὁ πατὴρ Φιλάρετος ὁ Καρουλιώτης.

Πῶς μπορῶ νὰ παραλείψω τὴν διαμνημόνευση τοῦ Ἕλληνος Γέροντος Φιλαρέτου, ποὺ παρὰ τὴν ἀποσκελέτωσή του ἀπὸ τὴν ἰσόβιό του ἀνέλαιη διατροφή, ἐκείνη ἡ ἱλαρότης τοῦ προσώπου του ζωηρή, ἐναργὴς καὶ ζηλευτή, ἐξακολουθεῖ νὰ διασώζεται ἀκόμη στὸν ψυχικό μου κόσμο, μετὰ ἀπὸ τόσες δεκαετίες.
Χάριν ἀνωτέρας ἐν ἡσυχίᾳ καὶ νήψει διαγωγῆς, παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν προϊσταμενία τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα καὶ πῆγε καὶ ἐτρύπωσε σὲ ἐκείνη τὴν ἕνα ἀποτελοῦσε μὲ τὸν κάθετο πρὸς τὴν ἀπύθμενη καὶ ταραχοχαρῆ θάλασσα γκρεμὸ ἀετοφωληά. Εἶχα τὴν εὐτυχία καὶ τὴν χάρη, μὲ ῥιψοκίνδυνη γκρεμοβασία, νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ. Ἀπήλαυσα τὴν ἐξαίσια ἐκείνη συνομιλία στὸ μόλις δύο τετραγωνικῶν ἰλιγγοπρόξενο βραχόφρυδο.
Ἀλλά, ἐτόλμησα νὰ δρασκελίσω τὸ κατώφλι καὶ διερευνήσω τὰ ἄδυτα τοῦ ἐνδιαιτήματός του. Δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ κυκλοφορήσει δεύτερο ἄτομο στὸ μοναδικό, μᾶλλον αὐτοκατασκεύαστο κατὰ τὸ περισσότερό του μέρος καὶ αὐτοώροφο δωματιάκι.
Ἕλα λαγίνι κατάχαμα στὴν γωνία, τῆς δίψας του ἀλεξιτήριο, λίγο πιὸ πέρα ἀκουμπισμένο, μὲ ἀνηρτημένη ἐπάνω του τὴν κομποσχοίνα, τὸ γνωστὸ βοηθητικὸ τῶν πολύωρων ὀρθοστασιῶν ξύλινο Ταῦ, τρεῖς ἁπλούστατες ἅγιες εἰκόνες στὸν τοῖχο καὶ ἕνα, ἀπὸ ἀφορμάριστες χοντροπαῦλες ἀποτελούμενο ὑψωμένο κρεββάτι, ὅλη καὶ ὅλη ἡ προίκα καὶ τὸ νοικοκυριό του.
Ἔσυρα στὸ πλάϊ τὸ κουρελόπανο ποὺ ἐκάλυπτε μία μικροεπιφάνεια τοῦ τοίχου, καὶ στὴν λαξευμένη στὸν βράχο μικροεσοχὴ ντουλάπι, εἶδα τὸ σακούλι μὲ τὸ παξιμάδι, μισὴ ντομάτα καὶ ἕνα ματσάκι γλυστρίδες
Τὸ βράδυ, ὁ Γέροντας τῶν Δανιηλαίων Γερόντιος, στὴν ἀδελφότητα τῶν ὁποίων ἐκατέλυσα, σὲ σχετικὴ ἀναφορά μου ἐδήλωσε: «Ἐμεῖς ὅμως ποὺ γνωρίζουμε πολὺ καλὰ τὰ ἀφορῶντα τὸν Πατέρα Φιλάρετο, διαβεβαιώνουμε ὅτι τὸ κρεβάτι ποὺ εἴδαμε τὸ διατῆρει πρὸς τὸ θεαθῆναι· ἤτοι γιὰ περιπτώσεις, ὅπως τῆς τόλμης καὶ τῆς περιέργειάς σας· ἐνῷ ἐκεῖνος κοιμᾶται ἀπὸ κάτω».
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Ὁ ἀόμματος γερο-Συμεών, ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ ἀόμματος γερο-Συμεών, ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, ζοῦσε ο καλοπροαίρετος, ὑποχωρητικός, φιλάδελφος καὶ ἀγαθώτατος Γέροντας Συμεών (Γεώργιος Κανάτσος, τοῦ Ἐμμανουὴλ καὶ τῆς Ἑλένης, γέννησις 1904, προσέλευσις 1933, κουρᾶ 1935, κοίμησις 12-3-1988).
Παραχωρήσει Θεοῦ, στὰ τελευταῖά του χρόνια εἶχε χάσει τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, καὶ ἔτσι ὁ βίος του στὰ ἀπόκρημνα Καυσοκαλύβια ἀπέβη, πέρα τοῦ φύσει καὶ θέσει σκληρός, ἀφεγγὴς καὶ ἀκινδυνώδης. Καθόλου δὲν βαρυγκόμησε ὅμως ὁ ἀείμνηστος. Ἀπ’ ἐναντίας ἐξέλαβε τὸ πάθημα ὡς θεία ἐπίσκεψη καὶ εἰδικὴ οἰκονομία, καὶ ἀφοῦ ἔβαλε νέα ἀρχὴ γιὰ τὰ ἀφορῶντα στὴν σωτηρία του, ἔστρεψε τὸ φρόνημα, τὸν νοῦ καὶ τὸ ὄμμα τῆς καρδιᾶς του στῆς ψυχῆς του τὰ ἐνδότερα, τὰ φωταυγῆ καὶ οὐρανοσήμαντα, καὶ μὲ τὴν δύναμη τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς, γνώρισε, Χάριτι Θεοῦ, τῆς χαρμολύπης τὴν ἀνεκτίμητη ἀξία, ὥστε τὴν βαναυσότητα τῆς τυφλότητός του ἦρθε, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐξισοῤῥόπησε, ἀλλὰ ὑπερκέρασε ἡ ἡδύτης τῆς προγεύσεως τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.
Κοινὴ ἦταν ἡ πεποίθησις τῶν Καυσοκαλυβιτῶν συνασκητών του, ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ἐδώρησε τὸ χάρισμα τῶν δακρύων. Καὶ ἦταν νὰ ζηλεύεις τὰ τέτοια μάτια του, τὰ ὁποῖα δακρυῤῥοῶντας ἀενάως πρὸς τὰ ἔξω ἀποδείκνυαν τὰ πνευματικῶς καὶ θείως δρώμενα καὶ βιούμενα ἔσω.
Καὶ ἦταν εὐλογία Θεοῦ γιὰ τὸν κάθε ἀδελφὸ καὶ πατέρα ἢ καὶ εὐλαβῆ ἐπισκέπτη, ὅταν τὸν πλησίαζε, καθήμενον συνήθως σὲ σπιθαμιαῖο σκαμνάκι ἢ στοῦ κατωφλιοῦ τῆς Καλύβας του τὰ παραδίπλα μὲ ἀκουμπισμένη τὴν πλάτη του στὴν τοιχοπαραστάδα, γιὰ ἀνάπαυση καὶ σιγουριὰ καὶ γιὰ ψηλαφητῶς ἀλάνθαστο ἀφετηριακὸ προσανατολισμό του. Κουβαράκι χαριτωμένο, λίγο ἀκόμη καὶ τὰ γόνατά του θὰ ἄγγιζαν τὸ πηγούνι.
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)


Ὁ ἀνεξίκακος καὶ ἀνεκτικὸς παπα-Θανάσης ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ ἀνεξίκακος καὶ ἀνεκτικὸς παπα-Θανάσης ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ἀπὸ τὸ Μυρίνι τῶν Μεγάρων μᾶς ἦρθε καλογεροκαρμένος καὶ χειροτονημένος ἀπὸ τὸν πρώην Ἀττικῆς Νικόδημο, ὁ παπα-Ἀθανάσιος (Καρίκας Νικόλαος, ἐξ Ἀμαρουσίου Ἀττικῆς, γέννησις 1942, προσέλευσις εἰς Καυσοκαλύβια 1974), ποὺ ἀφοῦ πέρασε ἕνα φεγγάρι στὸν Νεοσκητιώτη παπα-Σπυρίδωνα, ἦρθε καὶ ῥίζωσε γιὰ καλὰ στὴν Καλύβα τῆς Παναγίας τῆ Ζωοδόχου Πηγῆς. Σαραβαλιασμένη, νὰ μπάζει ἀπὸ παντοῦ ἡ σκεπή της, καὶ ἑτοιμόγκρεμη τὴν βρῆκε. Ἦταν πολὺ τυχερή, γιατὶ στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν, μόνο αὐτὸς μποροῦσε νὰ τὴν ἀναστηλώσει, ἀνακαινίσει καὶ σώσει.
Ὅλη ἡ Σκήτη καὶ οἱ ἀσκητές της ἦταν τυχεροὶ μὲ τὴν ἐγκαταβίωσή του. Ἔμεινε ἡλικιωμένος ἀβοήθητος; Ξέμεινε ἀθέρμαστος ἀπὸ ξύλα τοῦ χειμῶνα; Ἀπόμειναν οἱ κῆποί των ἄσκαφτοι, τὰ πράγματα καὶ τὰ ἐφόδιά των ἀκουβάλητα στὸν μῶλο; Μιὰ στράτα μὲ τὰ φορτώματα κάνουν οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὸν Ἀρσανᾶ πρὸς τὰ ἐπάνω, δύο καὶ τρεῖς ὁ εὐλογημένος, ἀπανωτὰ στὴν ἴδια ὥρα. Σκέτο πετσὶ τὸ δέρμα στὶς πλάτες καὶ στοὺς ὤμους του ἀπὸ τὸ κουβάλημα τοῦ ἀμμοχάλικου, τῶν τσιμέντων, τοῦ ἀσβεστιοῦ, τῶν μαδεριῶν, τῶν καυσοξύλων. Καὶ στὰ δικά μου κατορθώματα ἱδροκόπησε, χωρὶς κἂν νὰ τοῦ τὸ ζητήσω· καὶ προσεύχομαι τώρα οἱ Ἅγιοι Πάντες μου νὰ μὴν τὸ λησμονοῦνε.
Μὲ εἶχαν βέβαια προϊδεάσει οἱ ἀσκηταὶ γιὰ τὴν στενοχώρια, ποὺ τοὺς ἐβασάνιζε ἐπειδὴ δὲν εἶχαν Πνευματικὸ στὴν Σκήτη καὶ ἦσαν ἀναγκασμένοι νὰ καταφεύγουν σὲ μακρυνούς, σὲ ἄλλες Σκήτες, γιὰ νὰ λένε τοὺς λογισμούς τους καὶ νὰ λαμβάνουν ἄφεση. Ἦταν δύσκολο αὐτό, ἰδίως γιὰ τοὺς ἡλικιωμένους. «Κάνετε, Δέσποτα, Πνευματικὸ τὸν παπα-Θανάση. Ὅλοι τὸν ἀγαπᾶμε καὶ τὸν ἀποδεχόμαστε. Θὰ εἶναι πολὺ κοντά μας ἕνα πετραχήλι, ποὺ θὰ τίθεται στὰ κεφάλια μας. Ἔτσι συχνὰ γονατιστοὶ θὰ ἀκοῦμε νὰ μᾶς διαβάζει τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, γιὰ νὰ ἔχουμε ἄφεση, θεία παρηγοριά, καὶ νὰ γλυκαίνει ἡ ψυχή μας».
Βρῆκαν λοιπόν, τὴν εὐκαιρία τῆς πανηγύρεως τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1987, τὰ εἶχαν κανονίσει μὲ τὸ Μοναστήρι, μὲ περικύκλωσαν ἀφ’ ἑσπέρας ὁ Δικαῖος καὶ ἄλλοι Γεροντάδες καὶ μὲ ἐπέδωκαν γραπτὴ τὴν ἐπιθυμία ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Σκήτης. Ἀνήμερα, στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας ἐτηρήθηκαν τὰ καθιερωμένα καὶ ἔκτοτε μὲ ἐμπιστοσύνη, μὲ συντριβὴ καρδίας καὶ βαθειὰ κατάνυξη ἐξαγορεύουν σ’ αὐτὸν τὰ σφάλματα καὶ τοὺς λογισμούς των καὶ μὲ εὐλάβεια γονατίζουν ἔμπροσθέν του καὶ θέτουν τὰς κεφαλάς των κάτω ἀπὸ τὴν λυτρωτική του εὐλογία καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν χάριν.
Δὲν ἄλλαξε συνήθειες καὶ συμπεριφορὰ ὁ Πνευματικὸς ἤδη. Ἡ βαριά, ὁ κασμᾶς καὶ τὸ φτυάρι, σταματημὸ δὲν ἔχουν στὴν περιοχή του, καὶ ἀπὸ τῖς παγκοινιὲς τοῦ Κυριακοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν ὁ ἴδιος ἱδρῶτας ῥέει ἀπὸ τὸ ἴδιο ζόρι. Ξύλιασαν τὰ χέρια του, σόλιασαν οἱ παλάμες, τανάλιες ἔγιναν τὰ δάχτυλά του, ἐπειδὴ ὁ Θεός, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα χαρίσματα, τοῦ χάρισε σωματικὴ ῥώμη καὶ μυϊκὴ δύναμη σπάνια· καὶ αὐτὸς ἐννοεῖ ἀσταμάτητα νὰ τὴν ἐξαντλῆ, εὐθὺς ὡς τελειώσει, νύχτα δηλαδὴ ἀκόμα, τὴν ἀκολουθία καὶ τὴν θεία Λειτουργία του, σὲ τρεξίματα, σὲ μεταφορές, σὲ μπετά, σὲ κτισίματα, σὲ σκαψίματα, καὶ δὲν ξέρω ἀλλοῦ ποῦ...
Ὅλοι γνωρίζουν πόσο σφίγγει τὸ χέρι τους ὅταν εἶναι νὰ τοὺς χαιρετίσει. Ἀπὸ τὸ πιάσιμο πρὸς χειροφίλημα τὸν καταλαβαίνω, στὸ σκοτάδι τοῦ Κυριακοῦ, κατὰ τὶς ἀγρυπνίες, ὅταν ὅλοι παρελαύνουν ἀπὸ ἐμπρός μου χοροσταντοῦντός μου στὸν θρόνο, γιὰ νὰ πάρουν εὐχή, κατὰ τὴν τάξη· ἢ μεταξὺ τῶν παπάδων, ὅταν ἔρχονται νὰ πάρουν καιρό, καὶ μποῦμε ἀκολούθως στὴν θεία Λειτουργία.
Πολὺ πιὸ εὔκολα ἔχει καὶ ξεκούραστα θεωρεῖ τὰ ἐπαναλαμβανόμενα σαρανταλείτουργα, καὶ σἂν διασκέδαση ἐκλαμβάνει τὴν παρασκευὴ μοσχοθυμιάματος, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ καὶ τὸ κύριο καὶ ἐπίσημο ἐργόχειρό του. Ἀπὸ  αὐτῶν τοὺς πορισμούς, ὅλες οἱ ἀναστηλώσεις καὶ ἐπισκευὲς τῆς Καλύβης του, ἡ βιότευσίς του καὶ ἡ φιλοξενία τῶν ἐπισκεπτῶν του.
Σὲ ἄσυλο τῶν δεινοπαθούντων Βορειο-Ἠπειρωτῶν καὶ Ἀλβανῶν μετέβαλε τὴν Καλύβα του τὰ τελευταῖα χρόνια ὁ εὐλογημένος. Δύο φορὲς τοῦ κατέκλεψαν ὅλες τὶς οἰκονομίες, ποὺ ἐπὶ ἔτη μάζευε καὶ τὶς προώριζε γιὰ νὰ ἐπισκευάσει καὶ τὴν ἐκκλησία του. Βόγγηξε κυριολεκτικῶς μέχρι νὰ ξεχρεώσει καὶ τὸ τηλέφωνό του ἀπὸ τὴν πολυχρησία τους, παρόντος ἢ ἀπόντος του καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ τοὺς κάνει πέρα, γιὰ νὰ λήξουν οἱ πειρασμοί του. «Φτωχοί, δυστυχισμένοι καὶ ξενιτεμένοι εἶναι οἰ καημένοι, καὶ οἱ δικοί τους περνᾶνε δύσκολες μέρες. Θεὸς σχωρέσ’ τους», ἔχει νὰ ἀπαντᾶ σὲ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστει πολὺ ἐπιφυλακτικοί. Ἀποροῦμε μὲ τὴν στάση του καὶ τοῦ συνιστοῦμε νὰ εἶναι προσεκτικώτερος πρὸς τοὺς κακοπροαίρετους προστατευομένους καὶ φιλοξενουμένους του, ἀλλὰ στὸν ψυχικό του κόσμο ὑπερισχύουν τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα, ἡ εὐσπλαγχνία καὶ ἡ συμπάθεια, ποὺ παραμερίζουν τοὺς κινδύνους καὶ τὴν ζημία.
Τρόμαξε μάλιστα ὅταν ἔμαθε ὅτι ἡ Ἀστυνομία κατέβαλε προσπάθειες γιὰ ἀναζήτηση καὶ δικαστικὴ δίωξη τῶν δραστῶν, καὶ χάρηκε πληροφορηθείς, ὅτι κατώρθωσαν νὰ διαφύγουν τὴν σύλληψή τους καὶ νὰ περαιωθοῦν στὴν πατρίδα τους μαζὶ μὲ τὰ κλοπιμαῖα.
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)


Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Θαῦμα στὸν γερο-Ἡσύχιο τὸν Γρηγοριάτη.

Θαῦμα στὸν γερο-Ἡσύχιο τὸν Γρηγοριάτη.

Διηγεῖται, ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας:
-Ἐγώ, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία εἶχα αἱμοῤῤαγίες στὴν μύτη. Αὐτὴ ἡ κατάστασις μὲ ταλαιπωροῦσε χρόνια. Τὸ 1935, -ἤμουν τότε 38 ἐτῶν- εἶχα τὸ διακόνημα τοῦ μαγείρου. Κάποια ἡμέρα μοῦ συνέβη δυνατὴ αἱμοῤῥαγία. Ἔτρεξα στὸν Ἐφημέριο καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ βγάλει τὰ ἅγια λείψανά της. Ἐκεῖνος φόρεσε τὸ πετραχήλι, πῆρε στὸ χέρι του τὴν δεξιὰ τῆς Ἁγίας καὶ μὲ ἐσταύρωσε στὴν μύτη. Αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ἀπὸ τότε πέρασαν 40 ὁλόκληρα χρόνια, καὶ οὔτε μία φορὰ δὲν μὲ ἐνώχλησε τὸ πάθος αὐτό. Ἡ θεραπεία ποὺ μοῦ πρόσφερε ἡ Ἁγία, ἦταν δώρημα τέλειον.
(+ ἀρχιμ. Χερουβεὶμ Καράμπελα: Σύγχρονες Ἁγιορείτικες Μορφές, τόμος 2ος, Ἀθανάσιος Γρηγοριάτης, ἔκδοσις Μονῆς Παρακλήτου, 2009, ἔκδοσις 13η)


Θαύματα τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν Μονὴ Γρηγορίου.

Θαύματα τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν Μονὴ Γρηγορίου.


Α) Τὸ 1932, δύο μοναχοὶ τῆς Μονῆς, ὁ π. Μιχαὴλ καὶ ὁ π. Χρύσανθος ἐδούλευαν στὸ μαγκιπειὸ (ἀρτοποιεῖο) τῆς Μονῆς. Καὶ αὐτὴ τὴν φορά, ὅπως καὶ τόσες ἄλλες, ἑτοίμαζαν τὸ σιτάρι ποὺ προωριζόταν νὰ ἀλεσθῆ στὸν μύλο. Τὸ περνοῦσαν ἀπὸ μία εἰδικὴ μηχανὴ ποὺ τὸ καθάριζε ἀπὸ ὅλα τὰ ξένα σώματα. Δὲν ἔδειχναν ὅμως καὶ πολλοὶ εὐχαριστημένοι, διότι τὸ σιτάρι τοὺς τελείωνε καὶ ἦταν δύσκολο νὰ προμηθευθοῦν ἄλλο.
Πέρασε τότε ἀπὸ τὸ ἐργαστήριό τους ἕνας γεροντάκος, κοντός, φαλακρός, μὲ φτωχικὰ ῥοῦχα καὶ μὲ ἕνα μικρὸ Εὐαγγέλιο στὸ χέρι.
-Τί κάνετε, Πατέρες; Πῶς τὰ περνᾶτε;
-Καλά. Δόξα νὰ ἔχει ὁ Θεός.
-Ἔχετε ἀρκετὸ σιτάρι γιὰ τὶς ἀνάγκες σας;
- Αὐτὸ ποὺ βλέπεις, παππούλη. Μόλις ποὺ φθάνει γιὰ ἕνα ζύμωμα. Καὶ ἐμεῖς κάθε ἑβδομάδα πρέπει νὰ κάνουμε δύο ζυμώματα.
-Μὴν στενοχωρεῖσθε, Πατέρες. Ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος.
Σὲ λίγο εὐλόγησε τὸ σιτάρι καὶ ἔφυγε.
Οἱ δύο μοναχοὶ μετὰ ἀπὸ λίγο εἶπαν: «Δὲν κάναμε καλὰ ποὺ ἀφήσαμε τὸν γεροντάκο νὰ φύγει. Ἂς τὸν φωνάξουμε νὰ τοῦ δώσουμε κάτι νὰ φάει».
Ἔτρεξαν νὰ τὸν προφθάσουν, ἀλλὰ πουθενὰ δὲν φαινόταν. Περίεργο πρᾶγμα! Μήπως ἦταν καὶ κανένας νέος μὲ φτερὰ στὰ πόδια του ὥστε νὰ ἔχει τόσο γρήγορα ἀπομακρυνθῆ; Ἐρώτησαν καὶ τοὺς ἄλλους μοναχούς, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὸν εἶχε δεῖ οὔτε γνώριζε τίποτε.
Προϊόντος τοῦ χρόνου, παρατηρήθηκε κάτι τὸ θαυμαστό: Τὸ σιτάρι ποὺ εὐλόγησε ὁ γεροντάκος, ἐπὶ ἕξι ὁλόκληρους μῆνες δὲν τελείωνε. Ἡ θαυματουργία ἦταν καταφανὴς καὶ ὅτι ὁ γεροντάκος ἦταν ὁ Ἅγιος Νικόλαος.
***


Β) Κάποτε, ἐπλησίαζε ἡ 6η Δεκεμβρίου καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες εὑρίσκονταν σὲ συναγερμό. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅλες οἱ προετοιμασίες τῆς πανηγύρεως ἐπῆγαν καλά. Μόνο οἱ μάγειροι ἦταν ἀνήσυχοι ποὺ ἀκόμη δὲν μπόρεσαν νὰ τοὺς προμηθεύσουν ψάρια. Τὴν παραμονή, κατὰ τὸ ἀπόγευμα, πλησιάζουν τὸν Ἡγούμενο Συμεών, καὶ τοῦ λένε:
-Γέροντα, μήπως πρέπει νὰ σκεφθοῦμε τὸν βακαλάο. Ἂν εἶναι, νὰ τὸν βάλουμε ἀπὸ τώρα στὸ νερό.
-Ὄχι, ὄχι! Μὴν τὸ σκέπτεσθε αὐτό. Θὰ ἔχουμε φρέσκα ψάρια. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος θὰ φροντίσει.
Ἄρχισε ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἀγρυπνία.Ἔφθασε ὁ Ὄρθρος καὶ ψάρια ἀκόμα δὲν εἶχαν. Εὑρίσκουν πάλι οἱ μάγειροι τὸν Ἡγούμενο:
-Τώρα πιά, Γέροντα, οὔτε βακαλάο μποροῦμε νὰ ἔχουμε. Νὰ βάλουμε φασόλια;
-Ὄχι, ὄχι! Θὰ ἔρθουν ψάρια.
Ἦταν κάτι ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ καταλάβουν. Ἔφθασε ἡ ὥρα τῶν Αἴνων. Τότε, κάποιες χαρούμενες φωνὲς ἀκούσθηκαν στὴν αὐλή. Ἦταν ὁ ἀρσανάρης. Ἀσθαίμοντας καὶ συγκινημένος φώναζε: «Πατέρες, κατεβῆτε! Πᾶρτε καλάθια καὶ κατεβῆτε! Ὁ Ἅγιος ἔκανε μεγάλο θαῦμα!».
Τί εἶχε συμβῆ; Ἕνα ὁρμητικὸ κῦμα ἔφερε καὶ ἅπλωσε ἐπάνω στὴν παραλία πολυάριθμους ῥοφούς, ἐκλεκτοὺς καὶ μεγάλους. Δῶρο θεόσταλτο. Σὲ καμμία ἄλλη ἑορτὴ δὲν εἶχαν παρατεθῆ στὴν τράπεζα τόσο φρέσκα καὶ νόστιμα ψάρια.
***
Γ) Σὲ κάποια ἄλλη πανήγυρη τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἐπὶ ἡγουμενίας τοῦ παπα-Συμεὼν πάλι, συνέβη ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ γεγονός.
Ἐκείνη τὴν φορὰ ὁ δοχειάρης, ἀνέφερε στὸν Γέροντα ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ φιλεύσει μὲ λάδι τοὺς ἀσκητάς, ὡς συνηθιζόταν τότε, στὴν πανήγυρη.
-Γιατί εἶναι δύσκολο;
-Δὲν ἔχουμε πολὺ λάδι. Μισὸ πιθάρι μᾶς ἔχει ἀπομείνει.
-Δὲν πειράζει. Ἐσὺ θὰ δώσεις καὶ ἂς τελειώσει.
Ἔκανε ὑπακοή. Μοιράζοντας τὸ λάδι στοὺς ἀσκητάς, αὐτοὺς τοὺς ἔκανε νὰ εὐχαριστοῦνται, ἀλλὰ ὁ ἴδιος δὲν αἰσθανόταν καὶ πολὺ χαρούμενος. Ἦταν ποὺ ἦταν λιγοστὸ τὸ λάδι, τώρα πιὰ ἐξαφανιζόταν ἐντελῶς. Ὅμως, συνέβη κάτι τὸ θαυμαστό: ἡ στάθμη τοῦ λαδιοῦ δὲν κατέβηκε καθόλου, οὕτε ἕνα πόντο ἀπὸ τὸ ὕψος της. Παρέμεινε στὸ ἀρχικό της σημεῖο.

(+ ἀρχιμ. Χερουβεὶμ Καράμπελα: Σύγχρονες Ἁγιορείτικες Μορφές, τόμος 2ος, Ἀθανάσιος Γρηγοριάτης, ἔκδοσις Μονῆς Παρακλήτου, 2009, ἔκδοσις 13η)

Θαῦμα τῆς δεξιὰς χειρὸς τοῦ Ἁγίου Ἀναργύρου Δαμιανοῦ.

Θαῦμα τῆς δεξιὰς χειρὸς τοῦ Ἁγίου Ἀναργύρου Δαμιανοῦ.

Ἡ δεξιὰ χεῖρ τοῦ Ἁγίου Ἀναργύρου τοῦ Δαμιανοῦ, εὑρίσκεται εἰς τὴν Μονὴν Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχε ἐπισκεφθῆ τὴν Μονὴ Γρηγορίου ἕνας Ἕλληνας ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Ὠνομαζόταν Δημήτριος Θεοδοσιάδης καὶ διέμενε στὸ Κάϊρον. Καθὼς ὁ Ἐφημέριος ἔβγαζε τὰ ἅγια Λείψανα γιὰ προσκύνηση, ὁ Χριστιανὸς αὐτὸς συγκινήθηκε ἰδιαίτερα βλέποντας τὴν δεξιὰν τοῦ Ἁγίου Δαμιανοῦ. Αὐτομάτως τότε μὲ μία αὐθόρμητη κίνηση παίρνει τὸ ἱερὸ Λείψανο καὶ τὸ ἀκουμπᾶ στὸ στῆθός του στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς. Τί συνέβαινε; Ὁ Χριστιανὸς αὐτὸς εἶχε ἀπὸ χρόνια μία πολὺ σοβαρὴ καὶ ἐνοχλητικὴ καρδιακὴ πάθηση. Ἡ θερμὴ πίστις του τὸν διαβεβαίωνε ὅτι ὁ Ἅγιος Δαμιανός, ὡς ἰαματικὸς ἰατρὸς ποὺ εἶναι, θὰ τὸν ἐθεράπευε. Καὶ δὲν διεψεύσθη. Θεραπεύθηκε αὐτοστιγμεί. Καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἔστειλε ἀπὸ τὴν Δάφνη τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἕνα γράμμα στὴν Μονὴ ποὺ ἐξιστοροῦσε τὸ θαῦμα. Ὅλοι οἱ Πατέρες συγκινήθηκαν καὶ ἀπεφάσισαν νὰ κορνιζώσουν τὴν ἐπιστολὴ καὶ νὰ τὴν ἀναρτήσουν στὸ Ἀρχονταρίκι, ὥστε ὅλοι οἱ προσκυνηταὶ νὰ τὴν διαβάζουν καὶ θαυμάζουν τὰ μεγαλεῖα ποὺ ἐπιτελεῖ ὁ Θεὸς διὰ τῶν Ἁγίων Τοῦ
(+ ἀρχιμ. Χερουβεὶμ Καράμπελα: Σύγχρονες Ἁγιορείτικες Μορφές, τόμος 2ος, Ἀθανάσιος Γρηγοριάτης, ἔκδοσις Μονῆς Παρακλήτου, 2009, ἔκδοις 13η)


Ἠ απεριόριστη ἀγάπη τοῦ γερο-Τρύφωνος τοῦ Καυσοκαλυβίτου.

Ἠ απεριόριστη ἀγάπη τοῦ γερο-Τρύφωνος τοῦ Καυσοκαλυβίτου.

Πῶς νὰ ξεχάσω τὸν μακαρίτη γερο-Τρύφωνα (Παπαλυμπέρης Ἀγησίλαος τοῦ Λεωνίδου, ἀπὸ Λογγανῖκο Λακωνίας, γέννησις 1921, ποσέλευσις εἰς Μονὴ Γρηγορίου 1962, κουρᾶ 1963, ἐγκατάσταση εἰς Καυσοκαλύβια 1967, κοίμησις 1991), ποὺ μὲ τὴν φιλέργεια καὶ τὴν πρὸς κάθε πλησίον του ἀπεριόριστη ἀγάπη, ἀεικίνητος ἦταν, στὸ νὰ τρέχει νύκτα-μέρα σὲ ἐξυπηρετήσεις ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Σκήτης καὶ στὶς μεταφορὲς ἀπὸ τὸν Ἀρσανᾶ τῶν πραγμάτων στὶς Καλύβες των; Ἔτσι φιλάδελφα συμπεριφερόταν ἀφ’ ἧς τόπο καὶ χῶρο τῶν ἀγώνων του τούτη τὴν Σκήτη ἐπέλεξε καὶ ἠσπάσθη.
Τὸ ὅ,τι ἦταν ζηλωτής, δὲν τὸν ἐμπόδιζε τὸν ταπεινὸ καὶ πολυπόθητο ἀπὸ ὅλους Γέροντα, νὰ ἐκφράζει δημοσίως τὰ πρὸς τὴν ἐλαχιστότητά μου φίλια αἰσθήματα, νὰ μὲ συναναστρέφεται –βοηθὸν ἐπίσκοπον ὄντα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου- εὐκαιριῶν δεδομένων καὶ νὰ μὲ προσκαλῆ στὴν Καλύβη του, πρὸς προσκύνηση τοῦ ναΐσκου καὶ τοῦ σπηλαίου τοῦ προστάτου του Ἁγίου Ἀκακίου, καὶ νὰ καταφθάνει προθύμως στὸ Κελλί μου, μὲ τὸ κοντούλικο, ἀσκητικὸ καὶ ἐκεῖνο, μουλαράκι του, καὶ νὰ ἐπιδίδεται σὲ καλλιεργητικὲς καὶ ἄλλες ἐργασίες!
Χάρα καὶ τέρψις ψυχικὴ γιὰ μένα ἡ παρουσία του στοὺς Ἁγίους Πάντας μου, προσωπικὴ συμβολὴ καὶ ἐνθάῤῥυνσις στὶς ἐπίμοχθες προσπάθειές μου. Ἀλλὰ καὶ ἁπόντος μου ἔκανε καὶ ἐκεῖ τὸ πᾶν γιὰ νὰ μὲ εὐχαριστήσει. Ἐπέστρεφα ἀπὸ τὴν Ἀθωνιάδα καὶ ἔβλεπα τὰ πεζούλια καθαρά, τὴν αὐλὴ συγυρισμένη, τὰ κλήματα κλαδεμένα, τὶς λεμονιὲς σκαμμένες, τὸν κῆπο ξεχορταριασμένο, τὶς ντοματιὲς ποτισμένες.
Καὶ ποῦ νὰ δεχθῆ πληρωμὴ ὴ κάποιου εἴδους ἀμοιβή. Ἔπρεπε νᾶ σκληρύνω τὴν στάση μου ἀπέναντί του, νὰ ἀπειλήσω ὅτι θὰ ἀπηγόρευα στὸ ἑξῆς τὶς ἑλεύσεις καὶ ἀσχολίες του καὶ ὅτι θὰ διέκοπτα τὸν τόσο ὡραῖο σύνδεσμο μαζί του, γιὰ νὰ τὸν ἀναγκάσω νὰ ἐπιτρέψει τὸ βάλσιμο στὸν τουρβᾶ του κάποιων ἀντικειμένων· μερικῶν κονσερβῶν σαρδελλῶν ὴ κομπόστας καὶ λίγο τραχανὰ Σκυριανό
Πίστευε, ὁ μακαριστός, πὼς τοῦτα τὰ λίγα καὶ φτηνά, πλὴν ἄγνωστα σὲ αὐτόν, ἦταν πάρα πολλὰ καὶ πανάκριβα. Ἐξελάμβανε δὲ ἐπὶ πλέον, ὅτι καὶ τὸ ζωάκι του ὑπεραποζημιωνόταν, ἀφήνοντας τοὺς ξερότοπους τῆς Σκήτης καὶ βόσκοντας καὶ βλαστολογῶντας ἐλεύθερα καὶ χορταστικὰ στὰ χλοερὰ καὶ θαμνοβριθῆ πατέρια τῆς περιοχῆς μου, καὶ ἐπὶ πλέον, κουβαλῶντας κατὰ τὴν ἐπιστροφή, στὸ σαμάρι του δύο δέματα χόρτου διαλεχτοῦ, γιὰ νὰ ἔχει νὰ μασουλάει μακαρίως καὶ στὴν ξηροτοπιὰ τῆς Καλύβας του.
Μᾶλλον νωρὶς ἀπεδήμησε πρὸς τὰς αἰωνίους Μονάς, ὁ φίλτατός μου γερο-Τρύφων, καὶ ψυχοπόνεσα πολύ.
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)


Ὁ ἁπλοῦς γερο-Παντελεήμων ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ὁ ἁπλοῦς γερο-Παντελεήμων ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὀλιγρογράμματος, ἁπλοῦς στοὺς τρόπους καὶ στὰ λίγα του λόγια ὁ γερο-Παντελεήμων (Τριάντης Γεώργιος, ἐκ Ἀρχοντοχωρίου Αἰτωλοακαρνανίας, γέννησις 1923, προσέλευσις 1961, κουρᾶ 1962). Τὴν Καλύβα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος διάλεξε καὶ ἐγκαστάθηκε ὅταν ἐγκατέλειψε τὰ Μοναστήρια τῶν Καλαβρύτων (Μεγάλου Σπηλαίου κ. ἄ.) ἐξ αἰτίας τῆς πολυθορυβίας των καὶ τῆς ἄλλης των ἀπὸ τοὺς ἐπιτηδείους τουριστικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Στὴν ἡσυχία καὶ ἡρεμία της βρῆκε ὅ,τι διακαῶς ἀναζητοῦσε καὶ ἐπιθυμοῦσε ἕως τότε ἡ ψυχή του. Ἔγκλειστος καὶ ἐργοχειρῶν διατελεῖ ὅλη τὴν ἑβδομάδα, μὲ σταθμὸ καὶ ἀνάπαυλα στὴν λατρευτικὴ σύναξη κατὰ τὶς γιορτὲς καὶ Κυριακὲς στὸ Κυριακό, μὲ ὅλους τοὺς πατέρας.
Ἂν δῆς τὰ ῥοζιασμένα ἀπὸ τὸ σκάψιμο τοῦ κήπου καὶ ἀπὸ τὸ κτίσιμο τῶν ἀποσαθρωμένον τοίχων καὶ τῶν γκρεμισμένων πεζουλιῶν, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πιστέψεις ὅτι τὰ ἴδια χέρια εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐπεξεργασθοῦν μὲ τόση ἐπιμέλεια τὰ κουμαρόξυλα καὶ τοὺς λευκοπουρναροκορμοὺς καὶ νὰ λεπτουργήσουν ἐπάνω σὲ τεμάχια καὶ τεμαχίδιά τους, εἰκονίτσες καὶ ἁγιασματάρια, ποὺ σὲ ἀφήνουν ἄναυδο μὲ τὴν καλλιτεχνία καὶ τὴν ἐκφραστικότητά τους.
Ὅταν ἔφερε σὲ κάποιον λογαριασμὸ ἀσφαλείας καὶ εὐσταθείας τὴν Καλύβα καὶ τὸ ἐκκλησάκι καὶ διώθρωσε ὅσο καλλίτερα μποροῦσε τὰ πεζούλια, ἐπιδόθηκε μὲ μεγαλύτερη ἀφοσίωση στὴν μόνωση, στὴν προσευχὴ καὶ στὸ ἐργόχειρό του, καὶ ἔτσι περνοῦσε τὰ χρόνια του.
Περὶ τὸ 1985, πείσθηκε νὰ πάρει ὡς ὑποτακτικό του τὸν Ὠρωπικῆς-Παρακλητικῆς προελεύσεως μοναχὸ Δωρόθεο, ὀ ὁποῖος μόναζε τότε στὸ Κελλὶ τοῦ Ἀγίου Νείλου τοῦ Μυροβλήτου. Πρόκειται γιὰ τὸν μαθητή μου στὴν Ἀθωνιάδα στὶς τελευταῖες τάξεις καὶ ἀπόφοιτο, ὁ ὁποῖος καρεὶς σὲ μεγαλόσχημο ἔλαβε τὸ ὄνομα Μάξιμος (Δημόπουλος Δημήτριος, ἀπὸ τὸ Ἀγραπιδοχώρι Ἠλείας, γέννησις 1957, προσέλευσις 1982, κουρᾶ 1983), πρὸς τιμὴν τοῦ τοπικοῦ Ἀγίου Καυσοκαλύβη. Τὸ 1986 τὸν χειροτονήσαμε Διάκονο καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος 1987, πάλι ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς, κατόπιν τηρήσεως τῶν καθιερωμένων σὲ πρεσβύτερο γιὰ τὶς πολλὲς ἀνάγκες τοῦ Κυριακοῦ καὶ τῶνν συνοδειῶν ὅλης τῆς Σκήτης.
Ταπεινὸς καὶ ἐρημικὸς ὁ γερο-Παντελεήμων, δραστήριος καὶ κοινωνὸς ὁ πατὴρ Μάξιμος, μᾶλλον δυσκολεύθηκαν καὶ οἱ δύο στὴν ἀρχή. Ὡραῖα καὶ αὐτάρκη εὕρισκε τὰ πάντα στὴν Καλύβη ὁ πρῶτος, ἐλλειπῆ καὶ ἀκαλαίσθητα τὰ ἔκρινε ὁ ἐπὶ καλλιτεχνίᾳ διακρινόμενος παπᾶς μου. Ἦταν καὶ ποὺ γνώριζε καὶ σχετιζόταν μὲ κάμποσο κόσμο καὶ ἑπομένως δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἄσχετος μὲ τὴν μεμετρημένη ἔστω φιλοξενία· ἦταν καὶ ποὺ τὸ δικό του ἐργόζειρο ἦταν ἡ ἁγιογραφία καὶ ἡ ζωγραφική, ποὺ προϋπέθεταν σχέσεις εὐρύτερες καὶ συναλλαγὲς κοινωνικώτερες. Σὲ τοῦτα ἦρθε καὶ προστέθηκε καὶ ὁ προγραμματισμὸς ἀποκτήσεως περαιτέρω συνοδείας. Σὲ ὅλα αὐτὰ ὅμως ἀρνιοῦνταν νὰ ἀνταποκριθοῦν τοῦ σπιτιοῦ ἡ ἐν γένει κατάστασις καὶ τὰ ἄλλα δεδομένα.
Συγκατένευσε τελικῶς ὁ Γέροντας, καὶ ἔτσι ὅσα πορίζονταν ἀπὸ τὰ ἐργόχειρα τὰ διέθεταν σὲ ἐπισκευές, ἀνακαινίσεις καὶ βελτιώσεις. Καὶ δὲν εἶναι καθόλου εὔκολα αὐτὰ τὰ πράγματα γιὰ τὰ δεδομένα τῆς Σκήτης, οὔτε δὲ καὶ τελειώνουν τόσο γρήγορα.
Καὶ σὰν νὰ μὴν τοῦ ἔπεφταν λίγα τοῦ Γέροντα ἡ βαβούρα τῶν ἀγωγιατῶν μὲ τὰ μουλαροκαβάνια τους καὶ τῶν μαστόρων καὶ ἐργατῶν μὲ τὰ κτισίματα καὶ τὰ καρφώματά τους, ἐπέτρεψε καὶ ὁ Θεὸς νὰ πειρασθῆ ὑπερβαλλόντως μὲ ἐκεῖνο τὸ σπάσιμο τῶν ποδιῶν του, ποὺ τὸν ἀχρήστευσε ὁλοκληρωτικὰ γιὰ μῆνες ἀρκετούς, μὲ μόνιμη συντροφιὰ τοὺς πόνους, τοὺς ἀφορήτους πόνους.
Ἦταν τότε ποὺ ἕνα τεράστιο κρυφοεγκάτοικο στὰ ἐκεῖ φίδι, θορυβημένο ἀπὸ τὶς ἐπισκευαστικὲς ἐπεμβάσεις στὴν σκεπή, ἄρχισε νὰ κάνει ἀπειλητικὲς πρὸς ὅλους τὶς διαθέσεις του καὶ ποὺ κανεὶς δὲν κατάφερε νὰ τὸ σκοτώσει· γιατὶ καθώς, ποιός ξέρει ἀπὸ πόσα χρόνια πρίν, ἄντρο καὶ καταφύγιό του ἦταν ὁλα ἐκεῖ πάνω, ἔγκαιρα κρυβόταν καὶ ξέφευγε ἀπὸ τὶς ἐπιχειρήσεις τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν μαστόρων.
Μία Κυριακή, ποὺ ἐπικράτησε ἄκρα ἡσυχία, λόγω τῆς ἀργίας, ἄκουσαν Γέροντας καὶ ὑποτακτικὸς τοὺς συριγμοὺς καὶ τὰ συρσίματα καὶ ξέροντας τὰ περάσματά του ἀπὸ τὴν στέγη στὰ πεζούλια, ἅρπαξαν ῥαβδιὰ καὶ ἔπιασαν θέσεις. Κατάλαβε τὂ φοβερὸ ἑρπετὸ τὸν κίνδυνο μόλις βρέθηκε στὰ στενά· συσπειρώθηκε καὶ ἔδειξε πολὺ ἀπειλητικό. Νόμισε ὁ Γέροντας, πὼς θὰ τοῦ κατάφερνε καίριο πλῆγμα ἀλλὰ ἀστόχησε. Τότε ἀμέσως ἀντεπιτέθηκε τὸ φίδι καὶ ὁ εὐλογημένος ἀναπάντεχα βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση· μὴ ἔχοντας δὲ περιθώρια ἄνετων κινήσεων καὶ εὐκόλου φυγῆς, παραπάτησε καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὁποῖο εἶχε σκαρφαλώσει, ποὺ ἔχει ὕψος ἴσως πιὸ πάνω ἀπὸ 3 μέτρα. Κατὰ θεία οἰκονομία ἔπεσε ἐντελῶς ὄρθιος· ἀλλὰ σακατεύθηκαν ὅλως διόλου τὰ πέλματά του καὶ σφάδαζε ἀπὸ φρικτοὺς πόνους.
Μὲ τὴν βοήθεια καὶ τῶν γειτόνων, ὀλολύζοντα τὸν μετέφερε ὁ παπα-Μάξιμος στὸ δωμάτιό του. Ὅλοι ὐποψιάσθηκαν τὴν ζημιά, ἀλλὰ ποῦ νὰ ἀκούσει ὁ Γέροντας γιὰ μεταφορά του στὴν Θεσσαλονίκη. Ἔγιναν οἱ Πατέρες ὠμοὶ στὴν περιγραφὴ τῆς καταστάσεως μὲ πρόθεση νὰ συγκατατεθῆ γιὰ νοσήλευσή τους σὲ νοσοκομεῖο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔμεινε ἀμετάπειστος, λέγοντας: «Θὰ μὲ κάνει καλὰ ὁ Ἅγιος Παντελεήμων, καὶ ἂν εἶναι νὰ πεθάνω, εὐλογημένη νὰ εἶναι ἡ ὥρα· ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός».
Κατέφθασε κατ’ εὐτυχῆ συγκυρία στὴν Σκήτη ἕνας περιηγητὴς Αὐστριακός, γιατρὸς στὸ ἐπάγγελμα, πρὸς ἐπίσκεψη καὶ διανυκτέρευση στὸ Κυριακό, καὶ ὁ Δικαῖος εὐθὺς μετὰ τὴν δοχὴ καὶ τὸ καθιερωμένο κέρασμα, τὸν ὠδήγησε στὸν σακατεμένο γερο-Παντελεήμονα. Ἔφριξε βλέποντας τὰ πόδια του νὰ εἶναι μελανιασμένα καὶ ρπησμένα τούμπανα. Συνέστησε καὶ ἐκεῖνος γρήγορη μεταφορά του σὲ Νοσοκομεῖο ἀφοῦ διέγνωσε, πέρα ἀπὸ τὶς πολλαπλὲς κακώσεις καὶ κατάγματα.
Τοῦ ἐξήγησαν, ὅτι ὁ Γέροντας εἶναι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἀσκητάς, ποὺ προτιμᾶνε νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ δοῦν τὸν ἑαυτό τους σὲ λευκοσέντονα καὶ μαλακομαξίλαρα, καὶ περιθαλπόμενο ἀπὸ νοσοκόμες, ἔστω καὶ ἂν αὐτὲς μποροῦσαν νὰ εἶναι ἡ μάννα του καὶ οἱ ἀδελφές του, καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ κάνει ὅ,τι μπορεῖ ὀ ἴδιος, ἐπιτοπίως καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων· καὶ πράγματι ἔκανε ὁ ἄνθρωπος πολλά. Ὁ Θεὸς τοὺς τὸν ἔστειλε, ἔλεγαν οἱ Πατέρες.
Ὁ γερο-Παντελεήμων, ἔκανε δύο μῆνες κατάκοιτος καὶ ἀσάλευτος στὸ κρεβάτι, τρεῖς μῆνες στὴν πολυθρόνα, καὶ στὴν συνέχεια ἄρχισε νὰ κάνει τὰ πρῶτα βήματα μὲ πατερίτσες, τὶς ὁποῖες ἀποχωρίσθηκε μετὰ ἀπὸ ἕνα περίπου ἑξάμηνο.
Εὔγε στὸν παπα-Μάξιμο γιὰ τὴν παραδειγματικὴ νοσηλεία, τὴν παντοία περίθαλψη καὶ τὴν ἐν γένει περιποίηση.
Ἡ Καλύβα πάντως τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἐπισκευασμένη ἢ καὶ ἀναδομημένη ἐν πολλοῖς, ἀπὸ ἄκρου ἕως ἄκρου ἀποτελεῖ σήμερα σύνολο εὐρύχωρο, περίοπτο, καλαίσθητο καὶ λειτουργικῶς τέλειο.
Ἐκεῖ ὅμως, ποὺ ἄρχισε νὰ ἡσυχάζει καὶ ὁ παπα-Μάξιμος καὶ νὰ στρώνεται στὴν ἁγιογραφία, διαπίστωσε ὅτι ὁ ὀλιγαρκὴς καὶ φιλήσυχος Γέροντάς του, σὰν νὰ μὴν αἰσθανόταν καλὰ μέσα στὶς ἅπλες ποὺ προέκυψαν, στὶς ἀνέσεις ποὺ τὶς εὕρισκε ἀσυμβίβαστες μὲ τὸν χαρακτῆρά του καὶ τὰ ἐνδιαφέροντά του, καὶ στοὺς ἐξ ἐπισκέψεων θορύβους ποὺ τοὺς ἀπεχθανόταν πέρα ἕως πέρα. Ἀρκετὲς φορὲς τὸν ἔχανε καὶ τὸν εὕρισκε διάγοντα καὶ προσευχόμενο στὰ χαλάσματα τῆς ἀπομακρυσμένης ξεροκαλύβας τοῦ Τιμίου Προδρόμου· καὶ νὰ μετάνοιες καὶ παρακάλια νὰ τὸν μεταπείσει νὰ ξαναγυρίσει πίσω.
-Δὲν μπορεῖς νὰ ἀρνηθῆς πάντως, Γέροντα, ὅτι μὲ τὶς ἐπεμβάσεις καὶ τὶς προσπάθειες τοῦ παπα-Μάξιμου, σώθηκε τὸ σπίτι καὶ ὅτι σκέτο στολίδι ἔγινε ἡ ἐκκλησίτσα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος.
-Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ τοῦτα τὰ πράγματα δὲν εἶναι ταιριαστὰ μὲ τὰ Καυσοκαλύβια. Ἐμᾶς μία τρύπα νὰ πορευόμαστε μέσα μᾶς φθάνει καὶ λίγα τετραγωνικὰ γιὰ τὰ λαχανικά μας θὰ μᾶς ἦταν ἀρκετά. Θὰ μᾶς κατακρίνει καὶ θὰ μᾶς κολάσει δίκαια ὀ Θεός, γιατὶ κοροϊδεύουμε τὸν κόσμο, ποὺ μᾶς εὐλαβεῖται καὶ μᾶς περνάει γιὰ ἁγίους ἐνῶ ἐμεῖς κτίζουμε καὶ ζοῦμε σὲ παλάτια.
-Ἔ, ὄχι καὶ παλάτια, Γέροντα.
-Παλάτια, παλάτια· ξέρω ἐγὼ τὶ λέω· ὅταν οἱ καϋμένοι οἱ κοσμικοὶ δυσκολεύονται νὰ κτίσουν ἕνα σπιτάκι στὰ χωριὰ ἢ νὰ ἀποκτήσουν οἱ μεροκαματιάρηδες στὶς πόλεις ἕνα τριαράκι γιὰ νὰ χώσουν μέσα τὰ παιδάκια τους. Εἶπα στὸν παπα-Μάξιμο, ἔλα βρὲ παιδί μου, νὰ τὰ παρατήσουμε ὅλους καὶ ὅλα, νὰ ἀσχοληθοῦμε μόνο μὲ τὴν προσευχή, καὶ νὰ κάνουμε μόνο ἐργόχειρο· νὰ τὸ πουλᾶμε καὶ νὰ κάνουμε ἐλεημοσύνες γιὰ νὰ σωθοῦμε.
-Καὶ ἡ ἁγιογραφία, Γέροντα, ἅγιο ἐργόχειρο εἶναι καὶ καθόλου δὲν ἐμποδίζει τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη.
-Δὲν λέω ὄχι, ἀλλὰ γιὰ τοὺς Καυσοκαλυβῖτες ἁρμόζει μόνο ἡ ξυλογλυπτική. Παρατηρῶ ἐγὼ τί γίνεται: Τηλέφωνα, παραγγελίες, ταχυδρομεῖα, χρώματα, χρυσόφυλλα γιὰ φόντους καὶ φωτοστέφανα, καὶ ἕνας σωρὸς ἀπὸ ἄλλες σκοτοῦρες. Ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς, τώρα λέει ὁ Μάξιμος, καὶ τὸν περιμένω καὶ ἐγὼ δὲν ξέρω πόσο, νὰ συμπληρώσει κάτι, νὰ συμμαζέψει καὶ νὰ πλύνει τὰ πινέλα του, μὴν καὶ ξεραθοῦν ἐπάνω τους οἱ μπογιές, νὰ σώσει τὶς περισσευάμενες. Ἄστα, ἄστα, Δέσποτα· τὰ ὑποπτευόμουν ἐγὼ ἀλλὰ δὲν τὰ φανταζόμουν τόσο πολυάσχολα τοῦτα τὰ πράγματα. Ἔλα τώρα νὰ σοῦ δείξω καὶ τὸ δικό μου ἐργόχειρο: τούτη ἡ καρεκλίτσα, καὶ τὸ τραπεζάκι δύο πιθαμὲς φάρδος ὅλο καὶ ὅλο. Μία μορσίτσα σφιγμένη στὴν μεριά του, ἕνα πριονάκι κρεμασμένο ἀπὸ δίπλα, ἕνας διαβήτης, ἕνας χάρακας, ἕνα μολυβάκι, πεντέξι σκαρπελάκια καὶ ἄλλα τόσα ξυστήρια ἀραδιασμένα ἐπάνω. Ὅποτε θέλω σταματώ, ὅποτε θέλω ξαναρχίζω· καμμία δυσκολία, καμμία ἄλλοι ἔγνοια. Τούτη ἡ γωνίτσα μὲ τὸ παράθυρο ἀπὸ τὰ ἀριστερά μου καὶ τοῦτο τὸ ῥαφάκι πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου μοῦ ἀρκοῦν. Πήγαινε τώρα νὰ δῆς τὰ τοῦ Μαξίμου: ὁλόκληρη σάλα καὶ λίγη τοῦ ἔρχεται· καὶ σύ, νὰ δυσκολεύεσαι νὰ δρασκελίσεις καὶ νὰ περπατήσεις. Ἄσε τὰ ἄλλα... Ὅσο δὲ γιὰ τὰ δικά μου ὐλικά· μία φορὰ θυμᾶμαι ὅτι ξόδεψα δύο μέρες καὶ ἔχω στὸ κατώϊ, νὰ σκαλίζω γιὰ ὅλη μου τὴν ζωή. Μὲ τὸ τσεκούρι στὸ χέρι, μὲ λίγο ψάξιμο, νὰ ἐκεῖ πάνω στὰ ψηλωμένα, καὶ μὲ λίγο κόπο, βρίσκεις τὶς χοντροκουμαριές, καὶ τὰ λευκοπούρναρα καὶ ξένοιασες γιὰ πάντα. Ὅλοι οἱ Καυσοκαλυβῖτες μόνο μὲ τὴν ξυλογλυπτικὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχολοῦνται. Τόσο ἁπλᾶ, τόσο ἅγια καὶ εὔκολα εἶναι ἐδῶ τὰ πράγματα, Δέσποτα. Γιατί τὰ μπερδεύουμε καὶ τὰ κάνουμε δύσκολα. Καὶ ἐνῶ εἶναι στὸ χέρι μας καὶ εἴμαστε καταμεσὶς στὶς εὐκαιρίες τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἁγιότητας, μὲ τὶς ἀποκοτιές μας τὴν βλέπουμε νὰ ξεμακραίνει καὶ νὰ ξεμακραίνει ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ κοντά μας· καὶ ὕστερα ὅλο καὶ πιὸ δύσκολα τρέχουμε καὶ ἀγκομαχᾶμε ξοπίσω της, καὶ πῶς νὰ τὴν φθάσουμε, νὰ τὴν ἀγγίξουμε, νὰ τὴν σφιχταγκαλιάσουμε καὶ ποτὲ στὸ ἑξῆς νὰ μὴν τὴν ἀποχωρισθοῦμε. Ἀρνηθήκαμε τάχα γιὰ αὐτὴν τὸν κόσμο, Δέσποτα, καὶ ὡρκιστήκαμε σταύρωση, ἀγῶνα καὶ ἀρετή, καὶ μὲ τὶς κουταμάρες μας κινδυνεύουμε, ἀλλοίμονό μας, νὰ χάσουμε τὸν δρόμο γιὰ τὸν Παράδεισο.
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)



Τὸ παράπονο τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου.

Τὸ παράπονο τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου.
Πόσο χαρήκαμε ὅλοι ὅταν ὁ Γέροντας Πορφύριος, ἔστω στὰ γεράματά του, στὴν ἀπὸ τὰ νιᾶτά του ἀγαπημένη Καλύβα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐπανέκαμψε καὶ ἐκεῖ θέλησε νὰ ἀφήσει τὴν τελευταία πνοή του!
«Εἶχα δὲν εἶχα τελειώσει τὰ παιδικά μου χρόνια καὶ ἄρχιζα τὰ τῆς ἐφηβείας μου ὅταν, δόκιμο ἀκόμα, οἱ αὐστηροὶ Γεροντάδες μου μὲ ἔστειλαν μὲ ἄλλους ἀρχαρίους καὶ καλογέρια πρὸς τὰ δικά σου μέρη καὶ πρὸς τὴν Σάρα, γιὰ νὰ μαζέψουμε σαλιγκάρια». Ἔτσι ἄρχισε ἀφηγούμενος τὸ Καυσοκαλυβίτικο παρελθόν του, ἀνήμπορος πλέον καὶ ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι, κατὰ μία ἐπίσκεψή μου.
Τὰ κατάφερε καὶ γέμισε τὸ τσουβάλι του στὰ κατσάβραχα. Κατὰ σωροὺς ἐμφανίζονται ἐκεῖ καὶ ἀργοβαδίζουν, τὰ εὐλογημένα, στὰ ἀνοιξιάτικα ἀπόβροχα. Ὕστερα ὅμως ἄρχισαν τὰ δυσκολώτερα. Μεγάλη ἡ ἀπόστασις, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐπανακάμψεις φορτωμένος καὶ ἀνεβοκατεβαίνοντας ἀνηφόρες καὶ χαράδρες. Τοῦ ἔλειπε ἡ πεῖρα. Μουσκεμένος στὸν ἱδρῶτα ἔκανε μεγάλες στάσεις γιὰ ξεκούραση· τὸν κάρφωσαν τοῦ Ἄθωνα οἱ κατεβασιές, τὴν ἅρπαξε τὴν πούντα.
Τὸ ἴδιο βράδυ ἀνέβασε ὑψηλὸ πυρετό. Βαρειὰ περιπνευμονία, εἶπαν οἱ ἔμπειροι, γρήγορη ἐπιδείνωση καὶ μεταπήδηση σὲ φυματίωση διέβλεψαν ἄλλοι, ποὺ ἦταν ἀγιάτρευτη καὶ θέριζε κόσμο ἐκεῖνα τὰ χρόνια. Τὰ ἔχασαν στὴν κυριολεξία οἱ Γεροντάδες του, καὶ ἀπὸ φόβο μὴ τοὺς πεθάνει, παιδὶ ἀκόμα, τὸν φυγάδευσαν σὲ γνωστούς των στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἔμεινε καὶ ὑπηρέτησε ὡς κληρικὸς γιὰ ὅλα του τὰ χρόνια, μὲ φρόνημα ὅμως καὶ ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ δὴ Καυσοκαλυβίτικη.
Μὲ μακάρισε γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῶν Ἁγίων Πάντων. Διέσωζε, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια, ζωηρὰ τυπωμένες μέσα του τὶς εἰκόνες τῶν τοποθεσίων, θυμόταν ὅλα τὰ τοπωνύμια καὶ τὰ περιέγραφε μὲ ἀκρίβεια. Πληροφορημένος -ὁ πονηρός- γιὰ τὸ χάρισμα ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, νὰ βρίσκει νερὰ σὲ ἄνυδρους τόπους, βρῆκα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν συμβουλευθῶ, μήπως μποροῦσα νὰ βρῶ καὶ πιάσω τὴν φλέβα τοῦ ἀθάνατου νεροῦ ἀπὸ πολὺ ψηλότερα, καὶ νὰ τὴν στρέψω δυτικά, ὥστε νὰ πατάει ὅλα μου τὰ πεζούλια. Τοῦ εἶπα: «Κρῖμα εἶναι νὰ ἐμφανίζεται τόσο χαμηλά, γιὰ νὰ ποτίζει τὴν θάλασσα, καὶ νὰ τὸ περιφρονοῦν, μάλιστα, τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ οἱ ψαράδες ἀκόμα, γιατὶ ἔχουν μηχανὲς γρήγορες τώρα καὶ ὄχι πανιὰ καὶ κουπιὰ στὰ πλεούμενά τους, καὶ τὰ ψυγεῖά τους γεμᾶτα ὄχι μόνο ἀπὸ νερό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα δροσιστικὰ καλούδια». «Περνάει πολὺ βαθειά, καὶ τὸ μέρος εἶνα ὅλο βράχοι· θὰ δυσκολευθῆς πολὺ νὰ τὸ πετύχεις. Θὰ ἔλθω ἐγὼ καμμία μέρα γιὰ νὰ στὸ δείξω καὶ γιὰ νὰ ξαναβηματίσω στὰ γνώριμά μου ἀπὸ παληά», μοῦ ἀπάντησε.
Ἀμφέβαλα, γνωρίζοντας καὶ βλέποντας τὴν κατάστασή του. Κατάλαβα πὼς γιὰ νὰ μὴν πεῖ κάτι ἄλλο καὶ μὲ στενοχωρήσει, «προσεποιεῖτο ποῤῥωτέρω πορεύεσθαι». Ἄλλαξα καὶ ἐγὼ λοιπὸν θέμα, καὶ ἀρκέσθηκα νὰ ἀπολαμβάνω καὶ ἐπωφελοῦμαι ἀπὸ τὶς ἄλλες διηγήσεις του καὶ ἐμπειρίες. Ἐπανέφερε ὅμως ἐν τέλει τὸν λόγο στὰ ἁγιορείτικά μας γιὰ νὰ καταλήξει οἰονεὶ μὲ τὸ παράπονο: «Καὶ ὕστερα λένε μερικοί, πὼς δὲν εἶμαι καλόγερος Καυσοκαλυβίτης», καὶ ὁμολογῶ ὅτι μὲ ξάφνιασε.
Μὲ τὴν ἰδιότητα πάντως τοῦ λευκανθέντος σὲ θεάρεστη ἐν τῷ κόσμῳ διακονία ὁσιακοῦ κληρικοῦ καὶ τὴν πανθομολογουμένη σωστικὴ προσφορά του στὶς καταφεύγουσες στὸ πετραχήλι του ὡς θεοχαρίτωτου πνευματικοῦ καὶ κατηχητοῦ ψυχὲς ἀφ’ ἑνὸς καὶ κυρίως, καὶ μὲ τοῦτο τὸ ὡς ἀνωτέρω παλαιὸ συνδετικὸ ἱστορικό του μὲ τὴν Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων ἀφ’ ἑτέρου, διεξεδίκησε δικαίωμα παλινοστήσεως, καὶ τῇ συγκαταθέσει καὶ ἀποφάσει τῆς Μεγίστης Λαύρας γράφθηκε στὴν ἀγαπημένη του Καλύβα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
Διατύπωθηκαν ὅμως τότε ἀπὸ τοὺς νεωτέρους ἀμφιβολίες καὶ ἀμφισβητήσεις· ὑπέδειξα καὶ ἐγὼ σὲ ἄνθρωπό μου, πρὸς διασάφηση, ἔρευνα στὸ ἐπίσημο Μοναχολόγιο τῶν ἐξαρτημάτων, καὶ δυστυχῶς δὲν βρέθηκε πουθενὰ καταχωρισμένος, οὔτε κἂν σὰν δόκιμος. Ἄρα στοὺς ἀμφισβητίες τῆς ἐν Ἄθῳ κουρᾶς του συγκαταλεγόταν καὶ ἡ ἀφεντιά μου. Ὡς ἦταν ἑπόμενο ἐπανῆλθα ἐρευνῶν τὰ τοῦ ζητήματος, καὶ τώρα μπορῶ νὰ σημειώσω, τὸ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ Γεροντάδες ποὺ γνώρισαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ πράγματα ἑρμήνευσαν ὡς ἑξῆς τὴν σιωπὴ τῶν ἐπισήμων Κωδίκων: «Σπανὸ καὶ ἀμούστακο ἀκόμα. Μὲ τὶς αὐστηρότητες ποὺ ἐπικρατοῦσαν τότε καὶ στὶς Σκῆτες καὶ ἐδῶ, ὡς πρὸς τὸ κατάλληλο τῆς ἡλικίας γιὰ δοκιμασία καὶ κουρά, τολμοῦσαν νὰ τὸ βγάλουν παρὰ ἔξω καὶ νὰ τὸ παρουσιάσουν καὶ τὸ δηλώσουν ἐπίσημα στὸ Μοναστήρι; Τηρήθηκε τὸ ἀνεπίσημο καὶ σιωπηρὸ ἀπὸ πλευρὰ διατυπώσεων καὶ Συνάξεως τυπικό. Μᾶλλον, λοιπά, σιωπηρὰ καὶ ἐν στενῷ κύκλῳ τὸν ἔκειραν μοναχοὶ οἱ Γεροντάδες του, μὲ μέτρο τὸν ζῆλο καὶ τὴν εὐλάβειά του καὶ μὲ βασισμὸ στὴν διορατικότητά τους».
Στὴν πολυθρόνα καθήμενο ἢ στὸ φορεῖο ὁριζοντιωμένο τὸν ἀνεβοκατέβαζαν τὰ καλογέρια του, ταξιδεύοντας ἀκόμα πρὸς τὴν Ἀθήνα, γιατὶ θρηνοῦσε ὁ κόσμος, ποὺ στὸ πετραχήλι του βρῆκε τὴν λύτρωση, στὶς συμβουλὲς καὶ ὁδηγίες του τὴν ἀσφαλῆ καὶ πνευματικὴ πορεία, καὶ στὶς εὐχές του τὸ κουράγιο γιὰ ἀγῶνα καὶ σωτηρία. Χιλιάδες τὰ πνευματικοπαίδια του, ἀμέτρητες οἱ παρακλήσεις τους· ἐνέδιδε, ὑποχωροῦσε ἀλλὰ καὶ τοὺς ἑτοίμαζε γιὰ τὴν ὁρισιτκὴ ἀπὸ κοντά τους ἀπουσία.
Στὴν ἀγρυπνία τῆς πανηγύρεως τῆς Σκήτης, ἤτοι τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1991, μὲ πληροφόρησαν ὅτι μόλις πρὸ ἡμερῶν, ἀθόρυβα καὶ διακριτικά, τὸν μετέφεραν στὴν περιπόθητή του Καλύβα, καὶ ὅτι ἔτσι ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι μὲ τὸ κομποσχοίνι καὶ τὴν εὐχή, θὰ ἀγρυπνοῦσε ὅλη τὴν νύχτα μὲ τὴν μόνιμη συντροφιὰ καὶ διακονία τοῦ παπα-Φωτίου (Σκάνδαλος Ἀντώνιος τοῦ Σεραφείμ, ἐκ Λημερίου Εὐρυτανίας, γέννησις 1933, προσέλευσις 1965, κουρᾶ 1966, ποὺ φέρεται ἐγγεγραμμένος στὸ Κελλὶ Ἅγιος Δημήτριος τῆς Κερασιᾶς). Οἱ ἄλλοι ὑποτακτικοί του θὰ πηγαινοέρχονταν στὸ Κυριακὸ κατὰ βάρδιες. Ἦταν τότε ποὺ ὅλοι πίστευαν ὅτι μᾶλλον σύντομα θὰ τὸν ἔπαιρνε ὁ Κύριος κοντά Του.
Τὸ ἀπόγευμα, μετὰ τὸ σχόλασμα τοῦ μεγάλου Ἑσπερινοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς γονυκλισίας, πῆγα καὶ τὸν εἶδα.
-Ἤσουν, λοιπόν, ἐδῶ Γέροντα καὶ ἀπουσίασες ἀπὸ τὴν Σύναξή μας καὶ ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, τέτοια μεγάλη γιορτή;, θέλησα νὰ ἀστειευθῶ.
-Μὲ πειράζεις, Δέσποτα. Ἀφοῦ βλέπεις τὴν κατάστασή μου.
-Καὶ στὸ Κυριακό, στὸ κρεβάτι θὰ σὲ εἴχαμε, Γέροντα· χαρά μας μεγάλη θὰ ἦταν νὰ συνεορτάσουμε τὴν μεγάλη γιορτὴ τῆς Σκήτης μας.
-Ὄχι, Δεσπότη μου· θὰ μποροῦσε νὰ ξεψυχοῦσα, καὶ θὰ σᾶς ἔβαζα σὲ ἔννοιες καὶ ἀταξίες.
-Καὶ δὲν θὰ ἦταν ὡραῖο νὰ ξεψυχήσεις μέσα στὸ ἀγαπημένο σου Κυριακό, καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τέτοιας πανηγυρικῆς ἀκολουθίας; Θὰ μοῦ ἔδινες καὶ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκφωνήσω ἕναν καλὸ ἐπικήδειο, ποὺ θὰ εὐχαριστοῦσε, πιστεύω, τοὺς συμπανηγυριστὰς καὶ θὰ εὔφραινε, ἐλπίζω, τὴν ψυχή σου, ἐκεῖ ἐγώ νὰ ἐπιμένω μὲ περισσὴ ἀδιαντροπία.
-Δὲν χάνεις, βλέπω, τὸ κέφι σου· ὁ Θεὸς νὰ σὲ ἔχει καλά.
Ἦταν ἡ τελευταία φορὰ ποὺ τὸν εἶδα. Στὴν κηδεία του, προπαπαραμονὴ τῆς Ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων (19 Νοεμβρίου) δὲν μπόρεσα νὰ παρευρεθῶ, γιατὶ βρισκόμουν στὴν Λαύρα καὶ δὲν εἰδοποιήθηκα· ἦταν ῥητὴ ἡ ἐντολὴ στὰ καλογέρια του νὰ μὴν εἰδοποιήσουν κανέναν· κρυφὰ καὶ μὲ ἐλαχίστους ἀδελφοὺς συνασκητὰς τὸν ἐκήδευσαν. Ἔκοψαν μάλιστα σκοίμως καὶ τὰ σύρματα τῶν τηλεφώνων γιὰ νὰ ἀπομονωθῆ τελείως ἡ Σκήτη καὶ γιὰ νὰ τηρήσουν ἐπακριβῶς καὶ ἀνενοχλήτως τὴν ἐπιθυμία καὶ ἐντολὴ τοῦ Γέροντα.
Ἔτσι μυστικά, μετὰ ἀπὸ τριετία, ἔκαναν καὶ τὴν ἐκταφὴ καὶ μετακομιδὴ ποιός ξέρει ποῦ τῶν ὀστῶν του, γιατὶ ἂν προαγγελλόταν σχετικῶς, θὰ μποροῦσαν νὰ καταφθάσουν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ ἀπὸ ἀλλοῦ πνευματικοπαίδια του καὶ δὲν θὰ ἄφηναν οὔτε κοκκαλάκι του στὰ Καυσοκαλυβίτικα ψυχοπόθητά του. Κάτι τέτοιο δὲν τὸ ἤθελε καθόλου ὁ σοφὸς καὶ διακριτικώτατος παππούς, γι’ αὐτὸ καὶ ῥητὴ ὑπῆρξε ἡ ἐντολή του νὰ ἀποκλεισθῆ παντοιοτρόπως.
Ἀπὸ τὸν παπα-Ἰωαννίκιο (Καβουρίνο Μιλτιάδη ἐκ Τριπόλεως, γέννησις 1959, προσέλευσις 1987, κουρᾶ 1990) καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα Γεώργιο (Σούγκλη Κοσμᾶ, ἀπὸ τὸ Λευκόνικο Κύπρου, γέννησις 1956, προσέλευσις 1990, κουρᾶ 1991), συνεχίζεται τώρα ὁ πνευματικὸς ἀγώνας στὴν Καλύβα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τὴν πιὸ ἀπόμερη ἀπὸ ὅλες, ἐκεῖ στὰ δυτικὰ καὶ ὅλως ἡσύχια ἐκεῖνα ἄκρα τῆς εὐλογημένης Σκήτης. Μᾶς ἐνθουσιάζουν οἱ ἐπιδόσεις τους στὴν ξυλογλυπτική, ἡ σπουδή τους στὶς περαιώσεις τῶν κοινῶν, ἡ βοήθεια καὶ συμπαράστασή τους στοὺς ἐν ἀνάγκαις.
Ἐξ ἀφορμῆς ἐκείνων τῶν ἀμφισβητήσεων καὶ τοῦ ἐκφρασθέντος παραπόνου του, καὶ φυσικὰ ὅλως ἐκ τῶν ὑστέρων, τὸ 1996 καταχωρίσθηκαν ἀπὸ εὐλαβουμένους καὶ καλοπροαιρέτους Λαυριώτας πατέρας στὸν οἰκεῖο χῶρο τοῦ Μοναχολογίου, μᾶλλον καθ’ ὑπολογισμὸ καὶ προσέγγιση, τὰ ἑξῆς χρονολογικὰ στοιχεῖα: Μπαϊρακτάρης Εὐάγγελος τοῦ Λεωνίδου, ἐκ ...(;), γέννησις 1906, προσέλευσις 1922(;) (ἀρχικῶς), καὶ 1984 (ἐπανεγγράφη ἐσχάτως), κουρᾶ 1923 (;), ἱερομόναχος 1926· χειροτονηθεὶς εἰς Ἀθήνας ὑπὸ τοῦ Σιναίου Πορφυρίου Α’, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὴν 19ην-11-1991.
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)


Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

«Ἑτοιμασθῆτε, ἔρχεται ὁ... Ἅγιος Μάξιμος».

«Ἑτοιμασθῆτε, ἔρχεται ὁ... Ἅγιος Μάξιμος».

Ὁ Γέροντας Ἰωακείμ (Καρανίκας Ἀχιλλεὺς τοῦ Νικολάου, ἀπὸ τὸ Μικρὸ Μέρτσι Τρικάλων, γέννησις 1899, προσέλευσις 1927, κουρᾶ 1928, κοίμησις 1988), ἔζησε τὰ 61 ἀπὸ τὰ 89 του χρόνια σὲ τούτη τὴν ζωή, στὴν φτωχοκαλύβα τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, στὰ Καυσοκαλύβια.
Συμπαθέστατος τύπος, μελαμψός, γεροδεμένος καὶ κοινωνικότατος χαρακτήρ. Ἀφοσιωμένος στὴν διακονία τοῦ Κυριακοῦ, καλὸς καὶ ἀκούραστος ψάλτης στὶς ἀκολουθίες καὶ τὶς ὁλονυχτίες. Λέγανε ὅτι ἦταν σαλπιγκτὴς στὸν στρατό, ὅτι ἐκεῖ γύμνασε τὰ πνευμόνια του, καὶ ἀπὸ τότε τὰ διατηροῦσε γερὰ καὶ πρόθυμα σὲ ψαλσίματα καὶ ἰσχυροφωνίες.
Ὅλοι ἤξεραν ὅτι εἶχε καὶ γερὰ πόδια, ἀκόμη δὲ πιὸ γερὲς πλάτες. Δύσκολα τὰ χρόνια τῆς Γερμανοκατοχῆς καὶ τὰ ἀμέσως μεταπολεμικά. Χωρὶς πανταχοῦσες καὶ συνεισφορὲς τῶν Μονῶν, τῶν κελλιωτῶν καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν Ἁγιορειτῶν, ἦταν ἀδύνατον ὁ Δικαῖος νὰ ἀνταποκριθῆ στὶς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κυριακοῦ, καὶ πρὸ πάντων στὴν φιλοξενία καὶ τὰ τραπεζώματα τῶν δύο πανηγύρεων· τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, κατὰ τὶς ὁποῖες κατέφθαναν πλήθη μοναχῶν καθὼς καὶ προσκυνητῶν λαϊκῶν. Δύο φορές, λοιπόν, τὸν χρόνο ἔβγαζε ὁ Δικαῖος πανταχοῦσα ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἐπιστασία καὶ ἰσάριθμες περιήρχετο ὁ πατὴρ Ἰωακεὶμ τὰ 20 Μοναστήρια, ὅλες τὶς Σκῆτες καὶ ὅλα τὰ Κελλιὰ καὶ τὰ Ἡσυχαστήρια τοῦ Ἄθωνα. Αὐτὸ ἦταν τὸ μόνιμο διακόνημά του καὶ τὸ ἐργόχειρό του καθ’ ὅλα του τὰ χρόνια στὴν Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων.
Θυμᾶμαι, ἀλλὰ δυσκολεύομαι νὰ διατυπώσω, τὶς ἀξιώσεις του, τὴν φορτικότητα καὶ τὴν πειστικότητά του στὸ νὰ ἀποβαίνει ὄχι μόνο ἀναπόφευκτη ἡ χορηγία γιὰ ὅποιον ἐπισκεπτόταν ἢ συναντοῦσε, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδρότερη δυνατή. Εἶχε περασμένο στὸν λαιμό του καὶ ἕνα τεράστιο δισάκι μὲ ἕναν γκαζοτενεκὲ σὲ κάθε μεριά, μπρὸς καὶ πίσω, στοὺς ὁποίους ἔβαζε τὸ λάδι ποὺ τοῦ ἔδιναν οἱ κελλιῶτες. Ἐπὶ ὧρες καὶ μέρες βάδιζε τὰ μονοπάτια μὲ λιγόγιεμους ἢ μισόγεμους τοὺς ντενεκέδες μὲ τὴν κομποσχοίνα του νὰ σέρνεται στὸ χῶμα, νὰ σκαλώνει στὰ πουρνάρια· ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀκούραστος καὶ ἀπτόητος νὰ συνεχίζει τὸν δρόμο του καὶ στὶς δύο πλευρὲς καὶ ἀπὸ ἄκρου ἕως ἄκρου τῆς χερσονήσου, λέγοντας καὶ τὴν εὐχὴ ἀκατάπαυστα.
Ὅταν γέμιζαν οἱ ντενεκέδες διέκοπτε τὴν ἐρανικὴ περιοδεία του, τοὺς κατέβαζε στὴν Δάφνη, τοὺς φόρτωνε στὸ καΐκι καὶ τοὺς ἔστελνε στὴν Σκήτη εἰς παραλαβὴν τοῦ Δικαίου. Πρὸς τοῦτο ζητοῦσε τὴν συμπαράσταση τῶν τελειωνιακῶν ὑπαλλήλων, μὴ παραλείποντας, φυσικά, νὰ τοὺς φορολογήσει καὶ αὐτούς, γιὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο.
Ἀκολούθως, μετρώντας καὶ προσέχοντας μήπως τοῦ ξέφυγε κανένας τοπικὸς μπακάλης, ψαρᾶς, ψιλικατζῆς ἢ ξυλέμπορος ἢ διερχόμενος προσκυνητής, ἔπαιρνε δύο ἄλλους καινούργιους καὶ καθαροὺς ἀπὸ τὸ καφενειοεστιατόριο τοῦ μακαρίτη Μαλλῆ, μέσα στὸ ὁποῖο εἶχε τὸ Γραφεῖό του καὶ πρακτόρευε τὰ πλοῖα ὁ ἐπίσης μακαρίτης Θεοδωρίδης, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ζητοῦσε μόνο μετρητά, ἢ ἀπὸ τὸ μπακάλικο τοῦ μπαρμπα-Γιάννη Χριστοδούλου, λέγοντάς τους ὅτι θὰ τοὺς πλήρωνε ὁ Ἅγιος Μάξιμος.
Στὶς Καρυὲς καὶ στὰ πέριξ Κελλία, μόλις ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του, εἶχε καταντήσει παροιμιώδης ἡ ἐκφωνούμενη φράσις καὶ ἡ ἀλληλοειδοποίηση καὶ στὶς δύο φορὲς τὸν χρόνο, καναδυὸ μῆνες πρωτύτερα ἀπὸ τὶς μνημονευθεῖσες γιορτές: «Ἑτοιμασθῆτε, ἔρχεται ὁ Ἅγιος Μάξιμος». Ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο δὲν μάζευε ὁ εὐλογημένος γιὰ τὴν Σκήτη καὶ τὸ Κυριακό, ὅταν οἱ ἀπαντώμενοι μοναχοὶ καὶ παρεπιδημοῦντες λαϊκοί, δὲν εἶχαν νὰ τῦ δώσουν οὔτε χρήματα οὔτε λάδι.
Φυσικά, ὁ Δικαῖος, τοὺ ἐκχωροῦσε τὰ συμπεφωνημένα γιὰ τοὺς κόπους του καὶ κάτι παραπάνω. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἐργόχειρό του καὶ ἀπὸ αὐτὸ συνετηρεῖτο.
Στὴν ἴδια Καλύβα ἀσκήτευε ὅλως ἥσυχα, ἀθόρυβα καὶ ἀθέατα ὁ κατὰ σάρκα, καὶ κατὰ τρία ἔτη νεώτερος ἀδελφός του, πατὴρ Θεοφύλακτος (Καρανίκας Ἀπόστολος, γέννησις 1902, προσέλευσις 1926, κουρᾶ 1927, κοίμησις 1978), ὁ ὁποῖος ἔχαιρε σεβασμοῦ καὶ τιμῆς ἁγίου ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους Καυσοκαλυβίτες, ὅστις ἦταν Γέροντας τῆς Καλύβης καὶ Γέροντας τοῦ Ἰωακείμ, λόγῳ ἀρχαιοτέρας, κατὰ ἓν ἔτος, προσελεύσεως καὶ κουρᾶς. Σημειωτέον δ’ ὅτι καὶ οἱ δύο ἦσαν τῆς μαθητείας καὶ τῆς ὑποταγῆς στὸν διακεκριμένο γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν σύνεσή του Γέροντα Σωφρόνιο.
Τὸν πῆρε νωρίτερα ὁ Κύριος ἐκεῖνον κοντά του καὶ ἡ λύπη τοῦ πατρὸς Ἰωακεὶμ ὑπῆρξε μεγάλη. Ἀναγνώριζε καὶ θαύμαζε τὴν ἀρετὴ τοῦ ἀδελφοῦ του, τὴν δὲ ἀξία τῆς ἀπολύτου μονώσεως, ποὺ ἐκεῖνος τὴν προτίμησε καὶ τὴν βίωσε διὰ βίου παντός, τὴν μελέτησε καὶ τὴν ἐξετίμησε ὅταν τὸν ἔχασε ἀπὸ κοντά του. Παράτησε ὁριστικὰ τὶς ἀποδημίες, τὶς ἐρανικὲς ζητεῖες καὶ τὶς συναναστροφές, καὶ ἀφοῦ περιορίσθηκε στὴν Καλύβα του, ἐπιδόθηκε μὲ πολὺ ζῆλο νὰ μιμηθῆ τὸν ἀδελφό του καὶ Γέροντά του, σὲ ὅλα. Μέχρι καὶ σὲ Θεοφύλακτο, ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς ἐκεῖνον, μετονομάσθηκε κατὰ τὴν σὲ Μεγαλόσχημο ἐπακολουθήσασα κουρά του, συμφωνησάντων πρὸ τοῦτο τῶν πνευματικῶν ποὺ τὸν ἀνέλαβαν.
Μὲ διαβεβαίωσαν οἱ Γέροντες, ὅτι ἅγια καὶ ἄκρως ὁσιακὰ ὑπῆρξαν τὰ τέλη του. Ἐκοιμήθη τὸ 1988. Αἰωνία του ἡ μνήμη.
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)


Ὁ σεβασμὸς τοῦ Γέροντος Γαβριὴλ τοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ὁ σεβασμὸς τοῦ Γέροντος Γαβριὴλ τοῦ Καυσοκαλυβίτου

Ποιός μπορεῖ νὰ λησμονήσει τὴν πραότητα, τὴν μειλιχιότητα, τὴν καταδεκτικότητα καὶ τὰ φιλόξενα αἰσθήματα τοῦ μακαριστοῦ Μιχαήλ (Καλαμιᾶς Δημήτριος, ἐκ Σύμης, γέννησις 1905, προσέλευσις 1922, κουρᾶ 1923, κοίμησις 1979), Γέροντος τῆς Καλύβης τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου; Γλυκύτατος στὴν ὄψη, πρόσχαρος καὶ διδακτικώτατος πάντοτε, πολυμαθὴς καὶ εὐπροσήγορος. Ξεκούραζε ψυχές, ὁδηγοῦσε σὲ μετάνοια, κατηχοῦσε τὰ δέοντα, ἐνθουσίαζε γιὰ ἀγαθοεργία καὶ ἀρετή.
Συνεχίζει μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ τὸν ἀσκητικὸ ἀγῶνα καὶ τὴν Καυσοκαλυβίτικη παράδοση ὁ ἀγαπητὸς σὲ ὅλους μας διάδοχός του, Γέροντας Γαβριήλ (Ἀνδρικόπουλος Ἀθανάσιος, ἐκ Μοστιτσίου Καλαβρύτων, γέννησις 1916, προσέλευσις 1950, κουρᾶ 1952), μὲ ὅσες δυνάμεις τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ διαθέτει ἀκόμη ἡ σκληρὴ ζωή, ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀδυσώπητη ἡλικία.
Χρειάζεται νὰ προσέχεις τὰ ταβάνια τῶν δωματίων τῆς Καλύβης του, ἂν συμβαίνει νὰ εἶσαι λίγο ψηλὸ ἢ ἂν φορᾶς κουμπελίδικο καλυμμαύχι, καὶ πολὺ περισσότερο τὰ ἀνώφλια, ὅταν εἶναι νὰ δρασκελίσεις τὰ κατώφλια τῶν θυρῶν καὶ βλέπεις μόνο πρὸς τὰ κάτω.
Μετὰ ἀπὸ μία ἱεροπραξία στὴν Καλύβη του, πρὸ δεκαπενταετίας περίπου, θέλησε σώνει καὶ καλὰ νὰ φιλέψει. Ἀναγκάσθηκα νὰ δεχθῶ ὅταν κατάλαβα ὅτι μποροῦσε νὰ θρηνῆ ἂν ἀποποιόμουν τὴν πρόταση καὶ τὴν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης του· καὶ ἡ χαρά του ἀμέσως ἔγινε ἔκδηλη. Ἡ συνέχεια ὅμως μὲ δυσκόλεψε πολύ.
Πρῶτα-πρῶτα, γιατὶ δὲν ἐννοοῦσε νὰ καθίσει νὰ φᾶμε μαζί. Τὸν θερμοπαρακαλοῦσα πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ ἔμεινε ἀνένδοτος. Ὅταν δὲ προσπάθησα νὰ καταστήσω ἐμφανῆ τὴν δυσαρέσκειά μου, εἰσέπραξα τὴν δικαιολογητικὴ τῆς στάσεώς του ἐξήγηση, ἡ ὁποία συνεκλόνισε τοῦ εἶναί μου τὰ βαθέα: «ἐπειδὴ ἡ μηδαμινότης μου, εἶμαι ἀνάξιος νὰ συγγευματίσω μὲ ἕναν ἐπίσκοπο· θὰ φάγω μετὰ ταῦτα, καὶ ἀφοιῦ προπέμψω τὴν θεοφιλία σας». Φρονοῦσε δὲ ἐπὶ πλέον, ὅτι ἦταν ἐπιβεβλημένο –καὶ τὸ τηροῦσε- νὰ στέκεται ὄρθιος καθ’ ὅλη τὴν ὥρα τοῦ γεύματός μου, «λόγῳ παρουσίας στὴν Καλύβη τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος», καὶ «γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος πρὸς διακονίαν». Ποιά διακονία, διερωτήθηκα. Τὸ φαγητὸ ἦταν ἤδη σερβιρισμένο στὸ πιάτο, δύο κρεμμυδάκια ἀπὸ δίπλα, μία φέτα ψωμί, ἕνα ποτήρι νερὸ καὶ ἕνα πορτοκάλι γιὰ ἐπιδόρπιο!
Ἡ δεύτερη, ἐξ’ ἴσου μεγάλη μου δοκιμασία, ἦταν ὅτι ἀποδείχθηκα πολὺ ἀπρόθυμος νὰ μασήσω καὶ πλήρης δυσκολίας νὰ καταπιῶ τὰ νερόβραστα χλωροκούκκια, τὰ ὁποῖα τὰ εἶχε φρεσκομαζέψει ὁ Γέροντας, τὰ μαγείρεψε μὲ κρεμμυδάκια, τὰ ἄρτισε μὲ μπόλικο μάλαθρο γιὰ να νοστιμίσουν καὶ μοῦ τὰ παρέθεσε ἱεροτελεστικῶς πρὸς βρῶσιν καὶ πρὸς τέρψιν, ὑποτίθεται.
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)











Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ὁ γερο-Βλάσιος ὁ Βιγλιώτης.

Ὁ γερο-Βλάσιος ὁ Βιγλιώτης.

Ὁ γερο-Βλάσιος ὁ Βιγλιώτης (Χατζηκυριάκου Βασίλειος τοῦ Στεργίου καὶ Μαρίας, ἐξ Ἑπτακώμης Ἀμμοχώστου Κύπρου, γέννησις 1958, προσέλευσις στὴν Μεγίστη Λαύρα 1980, κουρᾶ 1981), καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τῆς ἐν Λαύρᾳ θητείας του ἦταν φιλακόλουθος, σοβαρὸς καὶ λιγομίλητος, πιστὸς δὲ καὶ ἀκριβὴς ἐκτελεστὴς τῶν ὑποχρεώσεων ποὺ ἀπαιτοῦσαν τὰ διακονήματά του. Γύρω στὰ 1990 ἀνεχώρησε γιὰ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Κοινοβίασε στὴν Μονὴ Σταυροβουνίου καὶ ἀσκούμενος ἐπ’ ἀρκετὸ ὡς ἁπλοῦς μοναχὸς εὕρισκε καὶ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐγκύπτῃ καὶ μελετᾷ τὰ τῆς ἱστορίας τοῦ ἐντοπίου μοναχισμοῦ, ἰδιαίτατα δὲ τὰ ἀφορῶντα τὴν βιοτὴ ἑνὸς ἑκάστου τῶν πολλῶν κατὰ μόνας ἀσκητευσάντων ὁσίων.
Τοῦ πέρασαν ὅμως οἱ λογισμοὶ τῆς κατὰ σάρκα πατριδονοσταλγίας καὶ τὸν κέρδισαν οἱ τοιοῦτοι τῆς δευτέρας, τῆς κατὰ πνεῦμα καὶ ψυχικὴ ἀναγέννηση πατρίδος ὅλων μας, ἤτοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῶν ὁρίων τῆς Μεγίστης Λαύρας καὶ ἐπὶ τὸ ἀποκλειστικώτερο οἱ τῶν ἐνδιαιτημάτων τῆς Βίγλας. Ἄφησε, λοιπόν, γιὰ δεύτερη φορὰ πίσω τοὺς οἰκείους καὶ οἰκεῖα καὶ σὲ ἔκπληξή μας, νἄτος καὶ πάλι στὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ ἔγκλειστος στὰ χαλάσματα τῆς Καλύβης τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
Θαῦμα τῶν Ἁγίων ποὺ στεκόταν ἀκόμα ὄρθιος ὁ πολὺ πρωτότυπα δομημένος κουμπελίδικος ναΐσκος των, μολονότι ἀπὸ ὁλοῦθε ἔμπαζε ἀέρα καὶ βρόχινα νερά. Ἐρειπιοσωρὸς θλίψεως καὶ πόνου πρόξενος τὸ ὑπόλοιπο σπίτι, δηλαδὴ ὁ ἐλάχιστος πρὸ τοῦ ἐκκλησιδίο χῶρος, τὸ ταπεινὸ δωματιάκι καὶ τὸ συνεχόμενο στέγαστρο· ξυλαποθήκη, κελλάρι, δοχειό, μαγειρειό, τραπεζαρία, ὅλα μαζί.
Τὸ πῶς ζοῦσε ἐκεῖ μέσα ἀφ’ ἧς ἐπανέκαμψε καὶ μέχρις ἐνάρξεως τῶν ἀναστηλωτικῶν ἐργασιῶν, δικό του θέμα καὶ μέλημα καὶ τοῦ Θεοῦ στοργὴ καὶ πρόνοια.
Τὸν πλησίασε ὁ πατὴρ Βασίλειος, προηγούμενος τῆς Μεγίστης Λαύρας, γιὰ προϊδεασμὸ καὶ γιὰ τὸ ἀναγκαῖο τῆς μεταστεγάσεώς του ἀλλοῦ, ἀφοῦ μὲ ἀπόφαση τῆς Μονῆς κατέφθανε ἐργολήπτης μὲ συνεργεῖο, καὶ ὁσονούπω θὰ ἄρχιζαν οἱ ἐργασίες πρὸς διάσωση τοῦ ναΐσκου ἀπὶ διαφαινόμενη πλέον κατάῤῥευση καὶ πρὸς ἀνακατασκευὴ τοῦ διαλελυμένου προσκτίσματος ὅπως ἀκριβῶς εἶχε πρωτύτερα. Τὸν διαβεβαίωσε δὲ ὅτι, ἀφοῦ εὐλαβεῖτο τόσο πολὺ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὸ ἐρημικὸ καὶ ἡσύχιο τῆς Καλύβης, αὐτὴ θὰ ἐλογίζετο πάντοτε δική του καὶ ἑπομένως μόλις ἀπεπερατοῦντο οἱ ἐργασίες εἶχε τὸ ἐλεύθερο καὶ τὴν εὐλογία, ἄνευ ἄλλης τινὸς διατυπώσεως, νὰ ἐπιστρέψει καὶ ἐπανεγκατεσταθῆ, ἐν ἀκινδυνότητι πλέον καὶ πλήρει ἀσφαλείᾳ.
Ἐκεῖνος, πῆρε τὰ λιγοστὰ πραγματάκια του καί, ἀντὶ ὅπως νομίσαμε, νὰ ἐπιστρέψει προσωρινῶς στὴν Λαύρα, τρύπωσε στὴν καλύβα-παράπηγμα ποὺ εἶχε στεριώσει λίγο πιὸ δῶθε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν σκαλοπατιῶν τῆς Σπηλιᾶς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καὶ μείνει ἐπ’ ἀρκετὰ χρόνια ὁ τὸ 1987 μετακομίσας στὸ τῆς περιφέρειας Μορφονοῦς, ἐπ’ ὀνόματι τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου σεμνυνόμενο Κελλὶ τῆς Τουρλωτῆς.
Ἔχασκε καὶ τούτη ὁλοῦθε, γιατὶ τὸ προσπερασμένο καλοκαίρι ἔμειναν αὐθαιρέτως ἐμπερίστατοι Ἀλβανοί, τῇδε κακεῖσε ὑποαπασχολούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἀναχωρήσαντες γιὰ ἀλλοῦ ἀφῆκαν ὁλάνοιχτα τὰ παράθυρά της καὶ ἔτσι ἔδωκαν τὴν εὐκαιρία στὸν ἐπελθόντα χειμῶνα νὰ ἐξαφανίσει καὶ τὴν πόρτα.
Δυσθύμησε ὅμως σύντομα, γιατὶ ἀπὸ τὴν ἑπομένη κιόλας τῆς μετακομίσεώς του ἄκουσε καὶ εἶδε τὴν μπουλντόζα νὰ ἀργοκατεβαίνει τὴν πλαγιά, παραμερίζοντας ἢ ἐσκάπτοντας ὅσα ἐμπόδια εὕρισκε στὸ διάβα της.
Κάποτε, τὸ 2001, τὸ ἔργο τελείωσε καὶ ὁ πατὴρ Βασίλειος εἰδοποίησε τὸν πατέρα Βλάσιο ὅτι τὸ σπίτι ἦταν ἑτοιμοπαράδοτο καὶ τὸ κλειδὶ στὴν πρώτη ζήτηση του.
Θέλησε πρῶτα νὰ τὸ ἐπιθεωρήσει. Σκίρτησε ἡ ψυχή του καὶ δόξασε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτήρια ἀναστέγαση τοῦ ναΐσκου καὶ γιὰ τὸν κατὰ τὶς ἐπισκευὲς ἀπόλυτο σεβασμὸ ὅλων τῶν ἔξω καὶ ἔσω παμπαλαίων χαρακτηριστικῶν καὶ ἰδιαιτεροτήτων του. Ὕστερα περιῆλθε τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐξ ὑπαρχῆς κτισθέντας χώρους· καὶ ἐνῶ οἱ παριστάμενοι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τοῦ εὐχηθοῦν καλορίζικο καὶ καλὴ προκοπή, ἀπόρησαν γιὰ τὴν ἀπότομη βουβαμάρα καὶ τὴν σκυθρωπότητα τοῦ προσώπου του. Αὐτὸ ἦταν. Τοὺς χαιρέτισε ὅλους καὶ πῆρε τὸ μονοπάτι γιὰ τὸ «παλατάκι» του, ὅπως περιπαικτικὰ ἀποκαλοῦσαν κάποιοι τὴν ὡς ἀνωτέρω λαμαρινοπαράγγα ἀπὸ ὅπου φρόντισε νὰ διαμηνύσει στὸν πατέρα Βασίλειο ὅτι δὲν σκόπευε νὰ ἐγκατασταθῆ στὴν Καλύβα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.
Συμπέρανα τὸ γιατί, ἀλλὰ ἤθελα νὰ δῶ τὰ πράγματα ἀπὸ πολὺ κοντά. Ἔμεινα καὶ ἐγὼ ἔκπληκτος. Δωμάτιο μὲ διπλοχρωμίες στὰ διαζώματα, μὲ λευκοκατάστιλπνες τὶς ἐπιφάνειες τῆς ὀροφῆς καὶ τῶν τοίχων, καὶ μὲ μία ὡραιόσχημη κτιστὴ θερμάστρα στὴν νότια πλευρά, ἐγγυώμενη σωματοχαλαρωτικὴ ζεστασιὰ καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἐνεχόμενη γιὰ μελλούμενες καταστάσης ἀκηδίας καὶ ῥεμβοραστώνης τοῦ ἐνοίκου ἀσκητοῦ στὰ παγερὰ χειμωνιάτικα νυχθήμερα. Ἠλεκτρογεννήτρια κάπου ἀπόμερα· σύγχρονοι διακόπτες ἐπιμελέστατα ἐντοιχισμένοι, λαμπτῆρες καὶ φωτιστικὰ κρεμάμενα κατακέφαλά μας καὶ πίνακας διανομῶν καὶ ἀσφαλειῶν ῥεύματος κατάντικρυ ἀσυνήθως προκλητικὸς γιὰ βλέμματα ἁγιορείτικα. Καὶ θερμοσίφωνας, παρακαλῶ, παρέκει, καὶ καμπινὲς μὲ ὅλα τὰ χρειώδη, καὶ κουζίνα μὲ πλακάκια καὶ ντουλάπια καὶ ἀνοξείδωτο νεροχύτη.
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ πατὴρ Βλάσιος, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρει περαιτέρω τὸ ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν Καλύβα ἀδιάκοπο πέρασμα τῶν πρὸς τὴν Σπηλιὰ κατεθυνομένων προσκυνητῶν, προτοῦ κἂν μᾶς ἀποχαιρετίσει ἡ βαρυχειμωνιά, διάλεξε τόπο μετεγκαταστάσεως καὶ ἐπιδόθηκε σὲ κατασκευὴ Καλύβας ἐξ ὑπαρχῆς. Μία Παρασκευὴ ἀπόβραδο, ποὺ ἦρθε στὸ Μοναστήρι, βρῆκα τὴν εὐκαιρία καὶ τὸν προκάλεσα νὰ συζητήσουυμε τὸ γιατὶ δὲν ἐπέστρεψε στὸ Ἡσυχαστήριο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.
-Δὲν μποροῦσα νὰ ζήσω πλέον ἐκεῖ, δέσποτα. Ἔχω ἀγριέψει. Δὲν εἶναι αὐτὰ γιὰ ἐμένα. Ἀναπαύομαι ἀλλοιῶς. Καλλίτερα νὰ δοθῆ σὲ κανέναν εὐγενῆ καὶ καλομαθημένο Θεσσαλονικιὸ ἢ Ἀθηναῖο. Θὰ εἶναι στὰ μέτρα του καὶ σὺν Θεῷ θὰ προκόψει.
-Καὶ μὲ τί καταγίνεσαι;
-2Χ2 εἶναι, Γέροντα, ἐκεῖνο ποὺ βλέπατε. Νόμιζα πὼς μὲ βόλευε. Ἀλλὰ ὁ τρελοβοριᾶς, ποὺ ἐπὶ  ἡμέρες φυσομανοῦσε τελευταῖα, μὲ ταλαιπώρησε καὶ μὲ φόβισε πολύ. Τὸ ταρακουνοῦσε ὁλόκληρο, ποὺ πίστεψα πὼς θὰ τὸ ξεσήκωνε. Τούτη ἡ ἐμπειρία μὲ ἀνάγκασε νὰ κατασκευάσω ἄλλο στὴν πρὸς τὰ ἀπὸ ἐδῶ ἐντελῶς ἀπάνεμη πλαγιά, κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἰσιάδι τοῦ Ἁγίου Φανουρίου. Αὐτὸ οὔτε νὰ τὸ ἀγγίζει δὲν μπορεῖ ὁ κακόκαιρος. Εἶνα διπλάσιο περίπου τὸ μέγεθός του, καὶ τὸ στέριωσα προσεχτικώτερα. Θὰ ἔχω βέβαια πολλὴ ζέστη τὸ καλοκαίρι. Ἀλλὰ τὴν προτιμῶ ἀπὸ τὸ χειμωνιάτικο χάλι. Τὰ χοντρόξυλα τοῦ σκελετοῦ μοῦ τὰ χάρισαν, τσιγκολαμαρίνες, σανίδια καὶ ἄλλα χρειαζούμενα μοῦ ἔδωκαν ἄλλοι γνωστοὶ καὶ φίλοι. Δὲν εἶναι πολὺ ψηλό. Νά, καμμία πιθαμὴ πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου τὸ ταβάνι. Τί νὰ τὸ κάνω τὸ περισσότερο; Ἀντὶ γιὰ παράθυρα, ἔχω καρφώσει νάϋλον, θὰ τὰ βγάλω μόλις καλοκαιριάσει. Μὲ δυσκόλεψε βέβαια τὸ ἔδαφος. Ἔκοψα τὰ πουρνάρια, ξεπάτωσα τὶς ῥίζες καὶ ἴσιωσα τὸ μέρος. Τώρα ἐκχερσώνω τὰ ἐμπρός, γιὰ αὐλίτσα καὶ κηπάκι. Νερὸ παίρνω μὲ λάστιχο ἀπὸ τὸ μερτικὸ τοῦ Ἁγίου Φανουρίου.
-Καὶ μὲ τὸ κρύο πῶς τὰ πᾶς; Ἔχεις σόμπα;
- ... (σιωπή)

(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)

Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ γερο-Γεωργίου τοῦ Ἁγιοπαυλίτου.

Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ γερο-Γεωργίου τοῦ Ἁγιοπαυλίτου.

Ὁ πατὴρ Γεώργιος ὁ Ἁγιοπαυλίτης, ὁ ἥρωας αὐτὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, μέχρις ἐσχάτων του δὲν ἔμπαινε σὲ αὐτοκίνητο, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Κοινότητι, τὴν ἀπόσταση Δάφνης-Καρυῶν τὴν ἔκανε μὲ τὰ πόδια.
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)

Ὁ γερο-Γερόντιος ὁ Γρηγοριάτης.

Ὁ γερο-Γερόντιος ὁ Γρηγοριάτης.

Ὁ μοναχὸς Γερόντιος (Γεώργιος Νικολάου τοῦ Παναγιώτου, ἐκ Πύργου Ἠλείας, γέννησις 1909, προσέλευσις στὴν Μονὴ Γρηγορίου 1932, κουρᾶ 1935), γιὰ λόγους ὑγείας, πολὺ νωρὶς ἀπεμακρύνθη τῆς Μονῆς, ἀγαπῶν ὅμως, παρὰ ταῦτα, τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ τὴν ἀπόλυτη ἡσυχία, τολμοῦσε ἑκάστοτε νὰ ἐπιλέγει καὶ κατόρθωνε κατὰ περιόδους ἐτῶν νὰ διαβιῆ στὰ πλέον ἀπομακρυσμένα καὶ ἐρημικὰ μέρη τοῦ Ἄθωνος. Πλήρης ἡμερῶν, ἐπεθύμησε νὰ διανύσει τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του στὴν Μονὴ τῆς μετανοίας του, στὴν ὁποία τυχὼν φιλαδέλφου δοχῆς καὶ στοργικωτάτης περιθάλψεως, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ 2002.
Ἐκεῖνα τὰ χρόνια, ποὺ ἤμουν μοναχὸς στὴν Σκήτη τῆς Κουτλουμουσίου, ἀσκήτευε σὲ φτωχοκαλύβα στὰ νότια προσήνεμα τῆς ἐρήμου τῆς Καψάλας, ὑποβαλλόμενος, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ στὸν τακτικώτατα ἀπαιτούμενο πεζοποριακὸ κόπο γιὰ νὰ συχνάζει λατρευτικῶς στὸ Κυριακὸ τῆς Κουτλουμουσιανῆς Σκήτης, σαραντάρης τῇ ἡλικίᾳ· τοῦ ὁποίου ἡ στάσις, τὸ σχῆμα καὶ ἡ ἐν γένει συμπεριφορά του μᾶς ἐντυπωσίαζε ἰδιαιτέρως.
Ἔψαλλε εὐάκουστα στὶς ἀγρυπνίες, ὅταν ἐρχόταν ἡ σειρά του, ἀλλὰ ἦταν ἀδιανόητο γιὰ τὸν Τυπικάρη, νὰ μὴν τὸν ξετρυπώνει ἀπὸ τὰ ἀπόμερα στασίδια, στὰ ὁποῖα συνήθιζε νὰ κρύβεται, γιὰ νὰ τὸν βάλει νὰ διαβάσει τὸ πρῶτο Κάθισμα ἀπὸ τὰ κατ’ Ὄρθρον τεταγμένα.
Σὰν ξεχωριστὴ ἱεροτελεστία τὴν περιμέναμε ἐκείνη τὴν στιγμή· ποὺ κάνοντας ὑπακοή, τραβοῦσε ἀκόμα περισσότερο τὰ πλαϊνὰ τοῦ κουκουλιοῦ του, γιὰ νὰ κρύψει καὶ ἄλλο ἀκόμη τὸ λιπόσαρκο καὶ ξερακιανὸ πρόσωπό του· καὶ ἀκολούθως, σκυφτά, ταπεινά, βημάτιζε πρὸς τὸ ἀναλόγι, λίγο προτοῦ τελειώσει τὸ Θεοτοκίο τῶν ἀπολυτικίων τοῦ: Θεὸς Κύριος· μεγάλωνε τὴν φόγα τοῦ λαδοφανοῦ, καὶ ἔπιανε σταθερὰ καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές του τὸ Ψαλτήρι.
Καὶ σἂν τελείωνε τοῦτο τὸ ἐν κινήσει θέαμα, ὁποῖο ἄκουσμα, Θεέ μου!  Σοῦ ἐρχόταν νὰ πιστέψεις, πώς, στῆς ἁγιορείτικης νύχτας τὴν σιγαλιὰ καὶ στοῦ Κυριακοῦτὸ γλυκοσκόταδο, κἄποιος ὅσιος ἡ Παλαιοδιαθηκικὸς Προφήτης ζωντάνευε, ξεκολλοῦσε ἀπὸ τὶς τοιχογραφίες καὶ πήγαινε στὸ ἀναλόγι, γιὰ νὰ ἐνεστωποιοιήση τὰ τότε καὶ τὰ πάλαι.
Ὢ πόσο διαφορετικὸ πρᾶγμα ἦταν, νὰ διαβάζουμε ἐμεῖς τοὺς ψαλμοὺς στὴν κέλλα ἢ στὸ ἀναλόγι, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς ἀκοῦμε ἐκφερομένους ἀπὸ τὸ ἀσκητικώτατο στόμα τοῦ πατρὸς Γεροντίου. Ἦταν, σἂν ὅλοι οἱ στίχοι νὰ ἀποκτοῦσαν πρόσθετη δυναμική, ἀξιολογικώτερη σημασία, βαθύτερη ἔννοια, περισσότερη νοστιμιὰ καῖ γλυκύτητα καὶ ἔμπαιναν μὲ τόση χαρὰ καὶ χάρη στὰ ἐντός μας.
(+ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα, ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίων Πάντων Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος, 2004)



Τὸ πείραγμα τοῦ γερο-Ἀκάκιου στὸν γερο-Εὐλόγιο.

Τὸ πείραγμα τοῦ γερο-Ἀκάκιου στὸν γερο-Εὐλόγιο.

Στὴν Λιτανεία τοῦ Ἄξιόν Ἐστιν, τὴν Δευτέρα τοῦ Πάσχα, τὸ 1978, μπήκαμε στὸ Ξηροποταμηνὸ Κονάκι καὶ τὸ ἴδιο τελετουργικὸ καὶ κερασματικὸ τυπικὸ θὰ ἰσχύσει καὶ εδὠ. Νὰ καὶ ὁ πληθωρικὸς σὲ ἐμφάνιση καὶ ἀπολαυστικὸς σὲ λόγια ἀντιπρόσωπος γερο-Εὐλόγιος (Καμπουρέλος Ἐμμανουὴλ ἐκ Πετροκεράσων Χαλκιδικῆς, γέννησις 1909, προσέλευσις 1939, κουρᾶ 1941), μὲ τὸ καντσὶ καὶ τὴν ῥαντιστικὴ λήκυθο στὰ χέρια του νὰ ὑποδέχεται μὲ τὴν καλοκαρδία του καὶ τὸ γνωστό του χαμόγελο ὅλους τοὺς λιτανευτάς.
Δὲν θεωρεῖται ἀνευλάβεια ὁ κἄποιος μεμετρημένος ἀστεϊσμὸς μεταξὺ μοναχῶν τὶς χαρμόσυνες τοῦτες ἡμέρες τοῦ Πάσχα· καὶ ὁ λίαν ἀγαπητός μου παπα-Ἀκάκιος, τῶν Παχωμαίων, θέλησε νὰ πειράξει τὸν Γέροντα, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖνος ἔῤῥεπε πότε-πότε σὲ τέτοιες δραστηριότητες. Φρόντισε νὰ φθάσουν στὰ αὐτιὰ τοῦ γερο-Εὐλόγιου, ὅτι τὸν κακοσχολιάζουνε μέσα ἐπὶ ἀμελείᾳ καὶ βασικῇ παραλείψει, γιατὶ τάχα βρήκαμε σβησμένα τὰ καντήλια στὴν ἐκκλησία του, τέτοια μέρα!
Παράτησε ἀμέσως τὸ θυμίασμα καὶ τὸ ῥάντισμα τῶν προσκυνητῶν καὶ ὥρμησε μέσα στὴν ἐκκλησία. Τὰ καντήλια φυσικὰ ἦταν ἀναμμένα. Τότε, ἀγανακτισμένος γιὰ τὴν συκοφαντία, καθὼς ἦταν πάντοτε αὐθόρμητος καὶ εἰλικρινής, φώναξε γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν ὅλοι: «Ποιός μασκαρὰς εἶπε πὼς ἄφησα σβηστὰ τὰ καντήλια μου;».
Ὁ παπα-Ἀκάκιος ἔλαβε τὰ μέτρα του καὶ ἀπομακρύνθηκε ἐγκαίρως ἀπὸ τὴν ἐπικίνδυνη ζώνη, ἀναμεμιγμένος δὲ μὲ ἄλλους πρωτοποροῦσε ἐν συμμετοχῇ στὶς ψαλμῳδίες· ἄλλως θὰ τὸν ὑποψιαζόταν ἀμέσως καὶ τότε... Εἶχαν παράδοση σὲ τέτοιου εἴδους ἀλληλοπειράγματα καὶ ἀστεϊσμοὺς οἱ δύο χαριτωμένοι φίλοι καὶ ἀθωνῖτες συμμονασταί.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸν Ἄθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)


Ἡ φωτιὰ στὴν Βιβλιοθήκη τοῦ γερο-Ματθαίου, τῆς Μονῆς Βατοπεδίου, τοῦ 1966

Ἡ φωτιὰ στὴν Βιβλιοθήκη τοῦ γερο-Ματθαίου, τῆς Μονῆς Βατοπεδίου, τοῦ 1966
Τὸ 1966 μεγάλη πυρκαϊὰ κατέστρεψε τὴν μεγαλύτερη καὶ ὡραιότερη πτέρυγα τῆς Μονῆς. Ἡ πυρκαϊὰ ἐκείνη σὺν τοῖς ἄλλοις κατέστρεψε καὶ τὴν Βιβλιοθήκη τοῦ ἀειμνήστου Προηγούμενου Ματθαίου Βατοπεδινοῦ (Σταμούλης Κοντούλης τοῦ Νικολάου, ἐκ Προμυρίου Βόλου, γέννησις 1928, προσέλευσις 1952, κουρᾶ 1953, κοίμησις 1982). Ἦταν ὁ μόνος κληρικὸς ἁγιορείτης ποὺ εἶχε κάνει σπουδὲς γιὰ τὶς συντηρήσεις Κωδίκων καὶ χειρογράφων στὴν Κρυπτοφέρη τῆς Ἰταλίας καὶ εἶχε εἰδικευθῆ στὴν παθολογία τοῦ βιβλίου στὸ πρὸς τοῦτο ξακουστὸ Ἰνστιντοῦτο τοῦ Βατικανοῦ. Μοῦ εἶχε ἀποστείλει τότε τὴν ἑξῆς ἐπιστολή:

«Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου τῇ 5/3/1966
Πάτερ Χρυσόστομε, ὑγείαινε.
Πέρασαν 24 ἡμέρες ἀφ’ ὅτου ἡ ἐπάρατος πυρκαϊὰ ἔπληξε τὴν Μονήν μας. περισσότερον ὅμως ἀπ’ ὅλους ἔπληξε τρεῖς ἐκ τῆς ἀδελφότητός μας καὶ κυρίως ἐμένα, καθ’ ὅτι ἀπετεφρώθησαν ἅπαντα τὰ ὑπάρχοντά μου.
Δὲν ἐλυπήθηκα οὔτε τὶς οἰκονομίες μου, οὔτε τὰ ῥοῦχά μου οὔτε τὰ ἄλλα πράγματά μου. Κλαίω ἀπαρηγόρητα καὶ καθημερινῶς τὴν Βιβλιοθήκη μου καὶ πρὸ πάνττων τὶς 750 ἐκδόσεις (τόμους) Βούδας, Μοσχοπόλεως, Βουκουρεστίου, Μελίτης,  Aldy κ.λ.π. Τὰ βιβλία ποὺ μοῦ κάηκαν συμποσοῦνται εἰς 1450· μόλις καὶ μετὰ βίας γλίτωσα 200 κι’ αὐτὰ νεώτερα. Ἂς ἀφήσω τὰ βιβλιοδετικά μου ἐργαλεῖα, τὰ ἄλλα σχετικὰ εἴδη καὶ τὰ ἱερὰ ἄμφιά μου καθὼς καὶ μία συλλογὴ ἀπὸ σμάλτα καὶ νομίσματα καὶ τρεῖς Σταυρούς, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ Ἀρχεῖό μου. Τώρα κάθομαι σὰν ἄλλος Ἀδὰμ «ἔναντι τοῦ Παραδείσου»...
Πέρασαν 24 ἡμέρες· κανένας δὲν μὲ ῥώτησε ποῦ κάθεσαι; Τί τρῶς; τί φορᾷς; κ.λ.π. Εὐτυχῶς ποὺ βρέθηκε ἕνας ἀδελφὸς καὶ μοῦ ἔδωσε ἕνα ῥάσο καὶ ἕνα καλυμαῦχι καὶ μπορῶ νὰ βγαίνω ἔξω.
Ἐπὶ τέσσαρα χρόνια ἤδη κρατάω τὴν Ἐκκλησία καὶ ἐγὼ ξέρω πῶς. Οἱ Γεροντάδες ἐπιμένουν στὰς ἀπόψεις των.
Ἠμπορούσαμε νὰ γλιτώσουμε πολλὰ πράγματα ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ, πλὴν ἤθελαν νὰ κάνουν... Σύναξη!!! Ἐγὼ ἠμποροῦσα νὰ γλιτώσω ὅλα τὰ πράγματά μου, πλὴν μὲ ἔστειλαν νὰ διαβάσω Παράκληση!!!
Καὶ ὡς ἐπισφράγισμα τῆς ζημίας, διατελῶ κατηγορούμενος ἐπὶ ἐμπρησμῷ ἐξ ἀμελείας.
Πολλοὶ φίλοι προσεφέρθησαν νὰ μὲ βοηθήσουν ἀπὸ ἄλλας Μονάς. Ἀπέκρουσα τὴν προσφορά των. Πρὸ ἡμερῶν καὶ ἕνας ῬωμαιοΚαθολικὸς ἱερεὺς μοῦ ἔγραψε, ἀπὸ τί χρηματικὸ ποσὸν ἔχω ἀνάγκη· δὲν τοῦ ἀπήντησα γιὰ λόγους εὐνοήτους καὶ γιὰ νὰ μὴν πέσει ἡ ὑπόληψη τῆς Μονῆς.
Εὐτυχῶς, ποὺ μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν ποὺ ἐργάζονται ἐδῶ πρὸς διευθέτηση τῆς πυρκαϊᾶς, εἶναι καὶ ἕνας γνωστός μου, ὁ μάγειρος, καὶ μὲ ἐξοικονομεῖ λίγο φαγητό.
Τὰ ὅσα σοῦ γράφω, τὰ γράφω ὑπὸ τύπον ἐξομολογήσεως.
Ἔῤῥωσθε ἐν Κυρίῳ.
Ἱερομόναχος Ματθαῖος.»
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸν Ἄθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)


Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Τὸ καράβι τοῦ γερο-Δημητρίου τοῦ ἉγιοΠαυλίτου

Τὸ καράβι τοῦ γερο-Δημητρίου τοῦ ἉγιοΠαυλίτου
Ὁ μοναχὸς Δημήτριος (Μικελᾶτος Χαράλαμπος τοῦ Γερασίμου, ἐκ Σιμωτάτων Κεφαλληνίας, γέννησις 1921, προσέλευσις 1945, κουρὰ 1947), κατοίκησε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια στὶς Καρυές, ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς Μονῆς στὴν Ἱερὰ Κοινότητα.
Τὴν μεγάλη του σωματικὴ ἀντοχὴ καὶ δύναμη τὴν κατηνάλωνε στὴν καλλιέργεια τοῦ θαυμάσιου κήπου καὶ τῶν ὀπωροφόρων δένδρων καὶ στὴν κατασκευὴ πολλῶν καὶ μεγάλων κρεβατῶν γιὰ νὰ ἁπλώνουν ἄνετα τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ σταφύλια των οἱ εὔρωστες κληματαργιές. Εἶναι τόσο χονδρὲς οἱ καστανοκολῶνες καὶ τόσο σίγουρα στὸ ἔδαφος μπηγμένες καὶ στερεωμένες καὶ ἀναλόγως ἐφαρμοσμένες οἱ ὁριζόντες ἀπὸ πάνω τους μάκρυνες, ποὺ θὰ ἀντέξουν γιὰ πολλὲς δεκαετίες.
Καὶ ἦταν ὅλα τοῦτα ἔργα τῶν μονίμως ῥωζιασμένων χεριῶν του καὶ τοῦ πολλοῦ ἱδρῶτός του, ἀφοῦ δὲν ἐννοοῦσε νὰ ἔχει οὔτε τὴν παραμικρότερη βοήθεια καὶ συμπαράσταση κανενός, καὶ ἄξια θαυμασμοῦ γιὰ τὴν ὁμορφιά, τὸν σχεδιασμό, τὴν αἰσθητικὴ καὶ τὴν ἀρχιτεκτονικότητά τους, ποὺ φανέρωναν τὸν εὐγενῆ καὶ χαρισματικὸ ψυχικὸ κόσμο ποὺ κρυβόταν στὸ ἁπλὸ καὶ ταπεινὸ παρουσιαστικό του.
Καὶ ὅταν τὸν ἔκλειναν μέσα οἱ παγωμένες μέρες τοῦ χειμῶνα, τὶς ὧρες ποὺ τοῦ περίσσευαν, μετὰ ἀπὸ προσευχή, ἀνάγνωση καὶ τὰ ἄλλα ἀναγκαῖα κουτσοδούλια, τὶς ἀφιέρωνε σὲ ἐργόχειρο δικῆς του ἐμπνεύσεως καὶ καλλιτεχνίας, ὄχι γιὰ νὰ βγάζει τὸ ψωμί του, ἀφοῦ κουμπάνιες τοῦ ἔστελναν τακτικὰ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ἀλλὰ γιὰ νὰ εὐχαριστιέται ὁ ἴδιος καὶ γιὰ νὰ «διασκεδάζει τοὺς λογισμούς του». Καὶ ἔφτιαχνε τὰ πιὸ ἀπίθανα πράγματα, ἐφευρήματα ὅμως καὶ καλλιτεχνήματα σωστά.
Ἕνα καράβι ἐμπορικὸ στολίζει ἀκομα τὸ ἀρχονταρίκι τοῦ Κονακιοῦ καθὼς εἶναι τοποθετημένο σὲ ἕνα μεγάλο τραπέζι καὶ ἐπιδηλώνει τὶς καλλιτεχνικὲς ἱκανότητες τοῦ μακαρίτη. Κατήγετο ἀπὸ τὴν Κεφαλλονιὰ ὁ πατὴρ Δημήτριος καὶ εἶχε σχέση μὲ τὴν ναυτιλία στὸν κοσμικό του βίο. Δὲν ἀρκέστηκε μόνο ὁ εὐλογημένος μόνο στὸ νὰ κατασκευάσει σὲ σμίκρυνση ἕνα ἐμπορικὸ μπᾶρκο μὲ ἄγκυρες, ἄλμπουρα, ξάρτια καὶ βαροῦλκα, ἀλλὰ μὲ συναρμολόγηση συστοιχίας μηχανισμῶν ἀπὸ ἄχρηστα καὶ παρατεταμένα ὡρολόγια, λάμες καὶ κουδουνάκια, ποὺ τὰ τοποθέτησε ὅλα μὲ σοφία στὸ ἀμπάρι καὶ μὲ τὸ ἀπαραίτητο φυσικὰ κούρντισμα, παρῆγε ἤχους καὶ θορύβους πλήρους λιμανιώτικης λειτουργίας καὶ συγγενῶν ἀκουσμάτων. Ἄτακτοι κρότοι στὰ ἀμπάρια του, ἄγκυρες νὰ βιράρουν, τροχαλίες νὰ τσιρίζουν, χωρὶς φυσικὰ νὰ ἀπουσιάζει τὸ ἀργὸ τσὰφ-τσοὺφ τῆς τσιμινιέρας του.
Μετὰ τὴν ἐν Κυρίῳ κοίμηση τοῦ Δημητρίου, ἔστειλε τὸ Μοναστήρι ὡς ἀντιπρόσωπο, τὸν Προηγούμενο Εὐσέβιο (Καλογερᾶς Εὐστάθιος τοῦ Σπυρίδωνος, ἐκ Βαλσαμάτων Κεφαλληνίας, γέννησις 1904, προσέλευσις 1937, κουρὰ 1939), ἄσχετο πέρα ὡς πέρα καὶ ἀσυγγενῆ μὲ τὰ ἐνδιαφέροντα καὶ τὶς ἐπιδόσεις τοῦ μακαρίτη.
Μὲ τὸ ποὺ ἐγκαταστάθηκε στὸ ἀντιπροσωπεῖο, ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ πλοίου στὸ ἀρχονταρίκι. Χαρακτήρισε ἀμέσως ἄσκοπη καὶ ἀνοίκεια πρὸς τὰ ἰδεώδη τοῦ μοναχισμοῦ τὴν ἀπασχόληση τοῦ προκατόχου του καὶ ἀσυμβίβαστο πρὸς τὸ σχῆμα καὶ τὴν κλῆσή του τὸ κατασκεύασμα, ὅση καλλιτεχνικὴ καὶ ἐφευρηματικὴ ἀξία καὶ ἂν εἶχε. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν ἐξέπληξε, καὶ τὸν τρόμαξε καὶ λίγο, ἦταν, ποὺ περιεργαζόμενος τὸ πλοῖο, κίνησε τυχαῖα τὸν μηχανισμὸ τῆς λειτουργίας του. Κατασκανδαλισμένος ἀπὸ τὸ ἀναπάντεχο, ἐξέλαβε τὸ ὅλο φαινόμενο καὶ ἀκουόμενο περίπου ὡς δαιμονοενεργούμενο καὶ φρόντισε νὰ τὸ κάνει νὰ σιωπήσει ὁριστικά, καταστρέφοντας τὰ σωθικά του.
Μάταια, μετὰ ἀπὸ χρόνια, σὲ μία εὐκαιρία μὲ ἕναν ἀδελφὸ ἉγιοΠαυλίτη προσπαθούσαμε νὰ ἐξακριβώσουμε τὶς κακώσεις τοῦ πλοίου καὶ νὰ δοῦμε μήπως ἦταν ἰάσιμες. Μάταιος ὁ κόπος μας

(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸν Ἄθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Ἡ προσπάθεια ἁρπαγῆς τῆς Εἰκόνος τοῦ Ἄξιόν Ἐστι ἀπὸ τοὺς Ῥώσσους.

Ἡ προσπάθεια ἁρπαγῆς τῆς Εἰκόνος τοῦ Ἄξιόν Ἐστι ἀπὸ τοὺς Ῥώσσους.

Γύρω στὰ 1900, ὅταν τὸ Σεράϊ ἦταν στὴν ἀκμή του καὶ οἱ μοναχοί του περίπου 800, ὁ Δικαῖος καὶ ἡ Γεροντία του, εἴτε μὲ ἐξαπατήσεις ἀφελῶν εἴτε ἀντὶ πολλῶν χρημάτων, ἐπεδίωκαν νὰ πλουτίσουν –καὶ τὸ κατώρθωσαν- τὴν Βιβλιοθήκη τους μὲ σπάνια χειρόγραφα καὶ παλαιὰ βιβλία καὶ τὸν ναό τους μὲ ἅγια λείψανα καὶ ἄλλα ἱερὰ ἀντικείμενα.
Στὴν τακτικὴ καὶ τὴν μεθοδολογία τους αὐτὴ τόλμησαν νὰ μετέλθουν δόλο καὶ ἀπάτη γιὰ νὰ σφετερισθοῦν ἀσεβέστατα τὸ ἱερώτατο κειμήλιο τοῦ Πρωτάτου καὶ τοῦ Κέντρου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, δηλαδὴ τὴν θαυματουργὸ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Ἄξιόν Ἐστι.
Κατὰ τὴν λιτανεία τῆς Εἰκόνος, τὴν Δευτέρα τοῦ Πάσχα, γινόταν στάση στὸν Σταυρὸ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Παρακάλεσαν ὅμως οἱ Ῥώσσοι πολὺ καὶ ἐπέτυχαν νὰ μπαίνει ἡ Εἰκόνα καὶ νὰ ἐνθρονίζεται στὸ μέσον τοῦ ναοῦ, καὶ ὧρες κρατοῦσε τὸ προσκύνημά της ἀπὸ τὴν χιλιάδα τῶν μοναχῶν καὶ τῶν ἐργαζομένων, ὅπως μᾶς διηγοῦντο οἱ ὑπέργηροι πνευματικοὶ παπποῦδές μας.
Τούτη λοιπὸν τὴν εὐκαιρία μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ μυστικότητα σχεδίασαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν οἱ Σεραγιῶτες. Γι’ αὐτὸ κατ’ ἐκείνη τὴν ἐπέτειο ἔγιναν εὐγενεῖς μέχρι φορτικότητος στὸ νὰ ἀνεβοῦν οἱ τουρκικὲς τοπικὲς ἀρχὲς καὶ ἡ Ἱερὰ Ἐπιστασία καὶ ὅσοι ἄλλοι θὰ ἤθεαν στὰ τεράστια συνοδικά δώματα καὶ τὰ ἀρχονταρίκια τους γιὰ κέρασμα καὶ γιὰ ὀλιγόλεπτη ξεκούραση. Καὶ πράγματι ἔτσι ἔγινε.
Οἱ μεμυημένοι ὅμως καὶ ἐντεταλμένοι νὰ ἐφαρμόσουν τὸ ἀνίερο σχέδιο καιροφυλακτοῦσαν, ἔχοντες κρυμμένο κἄπου ἐκεῖ πλησίον τὸ κατὰ πάντα ἀκριβὲς ἀντίγραφο τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος, πού, ποιός ξέρει ἀπὸ πόσο καιρὸ πρίν, τεχνῖτες ἱκανοὶ τὸ κατεσκεύασαν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἀντικαθιστοῦσαν τὸ πρωτότυπο, ἁρπάζοντάς το καὶ φυγαδεύοντάς το σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀσφαλεῖς καὶ ἀγνώστους γιὰ τοὺς πολλοὺς χώρους ποὺ διαθέτει ὁ τεράστιος ναός.
Τὸ ὅλο ὅμως τελικὸ ἐγχείρημα, μολονότι κρυφὸ σὲ σχεδιασμὸ καὶ ταχύτατο σὲ ἐκτέλεση, δὲν ξέφυγε τοῦ ἀγρύπνου βλέμματος τοῦ Ἐκκλήσιαστικοῦ τοῦ Πρωτάτου καὶ ἑνὸς Σεϊμένη, ποὺ δὲν θέλχθηκαν νὰ ἀνεβοῦν στὸ Συνοδικό, γιατὶ τοὺς ἦταν ἀδιανόητο νὰ ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι καὶ νὰ μείνει ἐντελῶς ἀφρούρητη ἡ Εἰκόνα.
Περίμεναν καθισμένοι σὲ κἄποια διπλανὰ στασίδια νὰ τελειώσει τὸ προσκύνημα καὶ νὰ κατεβοῦν οἱ Ἀρχὲς καὶ οἱ Γεροντάδες, γιὰ νὰ πάρει ἡ λιτανεία τὸν δρόμο της καὶ πάλι. Ἦταν τέτοιες οἱ φωνὲς καὶ οἱ διαμαρτυρίες καὶ οἱ καταγγελίες τους στὴν κρίσιμη στιγμή, ποὺ ἔκαναν τοὺς τολμητίας νὰ τὰ χάσουν, καὶ νὰ κάνουν τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἀποκρύψουν τὸ ἀντίγραφο, ὑποστηρίζοντες ὅτι τοὺς παρεξήγησαν.
Ἦταν ὅμως πολὺ ἀργά, γιατὶ κατέφθασαν γρήγορα καὶ οἱ ἄλλοι Σεϊμένηδες τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος καὶ οἱ Ἐπιστάται καὶ ἡ ἱερόσυλος ἀπόπειρα ἐπιβεβαιώθηκε πλήρως μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ ἀγανακτισμένου καὶ ὀργισμένου πλήθους τῶν Ἑλλήνων μοναχῶν καὶ προσκυνητῶν.
Ἔκτοτε, σὺν τοῖς ἄλλοις, πρὸς τιμωρία τῶν Σεραγιωτῶν, δὲν ξαναμπῆκε στὸν ναό τους ἡ Εἰκόνα καὶ τὴν προσκυνοῦσαν κατησχυμένοι ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλή τους, μακρυὰ καὶ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ μανδρότοιχου.
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸν Ἄθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Τὸ Πάσχα τοῦ βροντόφωνου Γέροντος Ὀνουφρίου.

Τὸ Πάσχα τοῦ βροντόφωνου Γέροντος Ὀνουφρίου.

Δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ ἐκείνη τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τοῦ 1953, κατὰ τὴν ὁποία ἐνσκύψασα καὶ στὸν Ἄθωνά μας γρίππη φοβερὴ καὶ ἐπιδημική, τὴν ὁποία οἱ εἰδικοὶ τὴν εἶχαν ὀνομάσει Ἀσιατική, ἐλαχίστους δὲν μπόρεσε νὰ ῥίξει βαριὰ στὸ κρεββάτι ἀφ’ ὅλο τὸν ἁγιορείτικο πληθυσμό.
Εἴχαμε μπεῖ στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, πλησίαζε τὸ Πάσχα καὶ ὁ καϋμένος Γέροντας Ὀνούφριος, τοῦ Κελλιοῦ τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, κάτωθεν τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου, δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῆ ἀπὸ τὸ κρεββάτι. Ἄλλο Κελλὶ εἶχε σειρά –κατὰ τὰ τυπικὰ τῶν κατὰ περιοχὲς κελλιώτικων ἀδελφάτων- νὰ ὑποδεχθῆ τὶς γειτονικὲς συνοδεῖες γιὰ τὴν τέλεση τῆς ἀγρυπνίας τοῦ Πάσχα. Γιὰ νὰ μπορέσει ὅμως ὁ Γέροντας νὰ ἀκούσει τὰ Γράμματα, ἀπὸ τῆς κέλλας του τὶς εὐκολίες καὶ τὴν ζεστασιά, νὰ αἰσθανθῆ τὴν μεγάλη χαρὰ ἡ ψυχή του καὶ νὰ μεταλάβει ἀνέτως τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, παρεκάλεσε ἡ συνοδεία του νὰ προσίδουν ὅλοι συμπαθῶς πρὸς τὴν κατάστασή του καὶ νὰ δεχθοῦν, ἀθετοῦντες κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν ἐπικρατοῦσα τάξη, νὰ γιορτάσουν τὸ Πάσχα στὸ δικό τους ἐκκλησάκι, πρᾶγμα ποὺ δέχθηκαν οἱ ἀδελφοὶ ἀσμένως.
Κατέφθασαν οἱ Γεροντάδες καὶ οἱ Πατέρες καὶ τῶν μακρύτερων ἀκόμη κελλιῶν. Ἐν τῷ μεταξύ, ἐμεῖς οἱ νεώτεροι καὶ ἀρχάριοι παρατηρούσαμε ὅτι, οἱ πιὸ ἡλικιωμένοι Γεροντάδες, ἀκολούθως δὲ καὶ οἱ τῆς ἑπόμενης γενιᾶς, ἕνας, ἕνας καὶ κατὰ διαστήματα, ἔμπαιναν στὴν κέλλα τοῦ ἀῤῥώστου Γέροντος, γιὰ νὰ τὸν χαιρετίσουν, τὸν ἐμψυχώσουν καὶ τοῦ εὐχηθοῦν τὰ δέοντα. Καὶ ὅταν ἔβγαιναν, παραδόξως ἔδειχναν περιχαρεῖς καὶ διαβεβαίωναν πὼς ὁ Γέροντας ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ δυσκολευόταν νὰ ἀνοίξει τὰ μάτια του καὶ καιγόταν ἀπὸ τὸν πυρετό, τώρα ἔδειχνε νὰ παίρνει πρὸς τὸ καλλίτερο, ἀφοῦ ὀρθάνοιχτα κρατοῦσε τὰ μάτι του, σωστὰ καὶ καθαρὰ ἄρθρωνε τὶς λέξεις καί, τὸ κυριώτερο, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον οἱ ψίθυροί του ἄρχισαν νὰ ἀποβαίνουν ἀκουστοὶ καὶ εὐδιάκριτοι... μέχρι καὶ μέσα στὸ ἐκκλησάκι.
Ἀκούσθηκε τό· Δεῦτε λάβετε φῶς. Ὡδηγηθήκαμε στὴν ἁπλωταριά, πάνω στὴν ὁποία θὰ ἐτελῆτο ἡ χαρμόσυνη ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως. Στό· Χριστὸς Ἀνέστη, πέρασε ἔξαφνα ἀπὸ μπροστά μας ὁ πατὴρ Ὀνούφριος ὁ νεώτερος (Τσαγκάρης Χρῆστος τοῦ Διονυσίου, ἐκ Πύργου Ἠλείας, γέννησις 1935, προσέλευσις 1950, κουρὰ 1953), καὶ εἶπε στοὺς προεξάρχοντας ὅτι, ὁ Γέροντας κλαίει γοερὰ στὴν κέλλα του καὶ παρακαλεῖ νὰ τὸν μεταφέρουν ὁπωσδήποτε καὶ γρήγορα στὴν ἁπλωταριὰ γιὰ νὰ ψάλλει καὶ ἐκεῖνος τό· Χριστὸς Ἀνέστη. Δὲν μπορεῖ, λέει, νὰ τὴν ἀντέξει τὴν ἀπουσία ἀπὸ ἀνάμεσά τους, τέτοια χαρούμενη στιγμή, ὅτι ἀφόρητο τοῦ ἔρχεται νὰ εἶναι ξαπλωμένος καὶ ἄφωνος στὸ κρεβάτι. Καί «ἅμ’ ἔπος, ἅμ’ ἔργον». Οὔτε καταλάβαμε γιὰ πότε τὸν μετέφεραν καθήμενο σὲ μία καρέκλα. Πρὸς στιγμὴν σταμάτησε ὁ ἀναστάσιμος ὕμνος καὶ ἐπεκράτησε σιωπή. Ἀκούσθηκε τότε νὰ λέει ὁ Γέροντας: «Βοηθεῖστέ με νὰ στυλωθῶ στὰ πόδια μου καὶ μὴν ξενοιάζετε, μήπως ζαλισθῶ καὶ πέσω». Καὶ πράγματι, τὸν βοήθησαν νὰ σηκωθῆ δύο μεγαλόσωμοι Πατέρες, ποὺ ἐξακολουθοῦσαν νὰ τὸν συγκρατοῦν παραμάσχαλα.
Καὶ τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ ἀκούσαμε, ἀδελφοί μου; Μὲ τὸ ποὺ ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ ἔπιασε τὸ ἀπήχημα στὸ ἁρμόζον στὶς δυνατότητες τῆς δικῆς του φωνῆς ἴσο καὶ ἄρχισε νὰ ψάλλει τό· Χριστὸς Ἀνέστη, χάλασε ὁ κόσμος. Δὲν εἶχε ἀκόμη τελειώσει τὴν κατάληξη καὶ οἱ πλησιέστεροι ἄρχισαν νὰ τοῦ φιλοῦν συγχαρητηρίως τὰ χέρια καὶ ἄλλοι νὰ τοῦ ἀβροχτυποῦν τοὺς ὤμους. Μερικοὶ νεανικώτεροι χειροκρότησαν, πρᾶγμα ποὺ κάναμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἀρχάριοι καὶ ἄπειροι. Μᾶς σταμάτησαν ὅμως κἄπως ἀπότομα τὰ αὐστηρὰ καὶ ἐπιτιμητικά, γιὰ τὸ τόλμημά μας, βλέμματα τῶν σεβασμίων Γεροντάδων Νήφωνος καὶ Θεοκτίστου. Ἦλθε κοντά μας ὁ δεύτερος καὶ εἶπε σιγανά: «Μὴν τὸ ξανακάνετε στὸ Ὄρος. Αὐτὰ εἶναι κοσμικὰ συνήθεια».
«Ἄντε, τώρα, πηγαίνετέ με στὸ δωμάτιο, καὶ ὅπως βλέπω μᾶλλον θὰ τὰ καταφέρω νὰ βρεθῶ καὶ στὴν Λειτουργία, ὥστε νὰ τὴν ζήσω δυνατὰ καὶ νὰ μὴν μὲ κοινωνήσουν στὸ κρεβάτι», εἶπε ὁ Γέρων Ὀνούφριος. Κάποιος τῆς ἡλικίας του, τοῦ φώναξε: «Μᾶς ξάφνιασες, Γερο-Ὀνούφριε. Ἐκεῖ ποὺ μᾶς πέρασε ἡ ἰδέα πὼς ξοφλοῦσες καὶ ἦταν νὰ παίρναμε σειρά. Χριστὸς Ἀνέστη, καὶ νὰ σὲ ἔχει σιδερένιο. Ποτὲ νὰ μὴν πεθάνεις». «Ἀληθῶς Ἀνέστη. Καὶ ἐγὼ καὶ ἐσεῖς δὲν θὰ πεθάνουμε ποτέ, γιατὶ εἴμαστε ἀθάνατοι. Θὰ ἔρθει ὅμως ἡ στιγμή, ποὺ θὰ θάψουνε τὸ σκῆνός μας στὸ χῶμα, γιὰ νὰ ζήσουν οἱ ψυχές μας οὐσιαστικώτερα μὲ τὸν Χριστὸ καὶ πρὸ πάντων αἰώνια. Θὰ μοῦ στοιχίζει ὅμως τότε, ποὺ μὲ τὶς φωνὲς ποὺ ἔχετε καὶ ψέλνετε ἐσεῖς, βουνοὺς περίπου θὰ σᾶς νομίζω καὶ ἀπὸ ψηλὰ ὅλους, καὶ ποὺ χωρὶς τὴν φωνάρα μου, βουβαμάρα θὰ ἐπικρατῆ στὸ ταπεινὸ Κελλί μου καὶ σὲ ὅλο τὸ ἀγαπημένο μας λειβάδι».
(ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου: Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸν Ἄθωνα, Λαυριώτικο Κελλὶ Ἁγίων Πάντων, Ἅγιον Ὄρος, 2001)