Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟ 2017



ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟ 2017

«Ἀνάστα ὁ Θεός», προστάζουμε και ευχόμαστε. Ελπίζουμε να Αναστηθεί και ταυτόχρονα Τον διατάσσουμε· η εναγώνια ελπίδα, η μία και μοναδική ελπίδα, που αν διαψευστεί, θα μας περιμένει άβυσσος, γίνεται ανάγκη και η ανάγκη διαταγή. Και ο Θεός, για άλλη μία φορά, θα εισακούσει το πλάσμα Του και θα αναστηθεί. Την τιγμή που ο άνθρωπος ισχυρίζεται ότι δεν έχει ανάγκη τον Θεό, την ίδια στιγμή νιώθει έντονα την έλλειψή Του· την ίδια στιγμή που Τον σκοτώνει, Τον αφήνει μόνο και έρημο, την ίδια στιγμή, αλαλάζοντας εντός του, Τον αποζητά. Και ευτυχώς, ο Θεός, δεν μένει στο φαίνεστε αλλά στο είναι· δεν μένει στις εκδηλώσεις αλλά στις προστυπώσεις· και για αυτό Ανασταίνεται. Ανασταίνεται κάθε φορά που Τον χρειαζόμαστε, κάθε φορά που έχουμε σκοτώσει και την παραμικρή ελπίδα μέσα μας, κάθε φορά που το έρεβος της απελπισίας μας τραβάει ολοένα και πιο βαθιά στην άβυσσό του. Και τότε, εκεί που θεωρείς ότι χάθηκαν όλα, έρχεται ο Αναστημένος Χριστός και σέ ανασταίνει.
Και «κατέπαυσεν ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ», σήμερα, «τὸ εὐλογημένο» Σάββατο, «ἡ τῆς καταπαύσεως ἡμέρα».
Σήμερα, ο Χριστός αναπαύεται, ηρεμεί από την κούραση, τα βάσανα, το άγχος, τις τιμωρίες, τις συκοφαντίες που υπέστη επί τρία χρόνια από τυς ανθρώπιυς· σήμερα, ξεκουράζεται από τα άπειρα θαύματα τα οποία επετέλεσε στους πονεμένους ανθρώπους· σήμερα, σιωπά το πάντιμο στόμα Του, από τους αναρίθμητους, παραστατικούς, παραμυθητικούς ή ελεγχτικούς λόγους, στους διψασμένους και άγονους ανθρώπους. Σήμερα, ο Χριστός ηρεμεί. Τα δύσκολα πέρασαν· ό,τι ήταν να πράξει για τους ανθρώπους, το έπραξε, ήδη απολαμβάνει τους καρπούς των έργων Του.
Μεγάλο Σάββατο· η ηρεμία πριν από την καταιγίδα. Όλη η φύση και όλοι οι άνθρωποι, βρίσκονται με το αίσθημα της αναμονής, αυτής της αναμονής για ένα γεγονός το οποίο δεν εξαρτάται από σένα και επομένως δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να το επισπεύσεις, να το σιγουρέψεις, να συμμετάσχεις στην τέλεσή του. Επομένως, το μόνο που σού μένει είναι να περιμένεις, απλώς να περιμένεις βουβά, ήσυχα, με αγωνία.
Αυτό το αίσθημα της αναμονής είναι διάχυτο στον αέρα των Καρυών, διαχέεται σαν την ομίχλη στα στενά σοκάκια της και εξαπλώνεται στο περιβάλλον αυτής. Το βλέπεις στα πρόσωπα, στις κινήσεις μοναχών και λαϊκών, στις τελευταίες υλικές ετοιμασίες, στην αδιάκοπα λεγόμενη ευχή: «Καλή Ανάσταση». Το κλίμα, σαν να έχει αλλάξει, τα χρώματα της φύσης ίνονται πιο έντονα σήμερα και τα αρώματά της πιο μεθυστικά.
Κουρασμένος σωματικά και ψυχικά, ίσα που άγγιξα τις αλάδωτες αγγινάρες στο εστιατόριο των Καρυών, όσο και αν πεινούσα, αφού είχα να φάω δύο ημέρες. Ίσα που με έπαιρναν τα πόδια μου και όμως, ήθελα να περπατήσω. Αποφάσισα να κάνω το πάνω ημικύκλιο των Καρυών, αν θεωρήσουμε τις Καρυές ως έναν νοητό κύκκλο, με την μία και μοναδική, κεντρική οδό να την χωρίζει στην μέση. Έκανα για πολλοστή φορά τον Σταυρό μου, περνώντας από το Πρωτάτο, και στον φούρνο, το τελευταίο οίκημα της πολίχνης, με τους σοβατισμένους άσπρους τοίχους, έστριψα στο δεξιό, ανηφορικό, λιθόχτιστο μονοπάτι. Όσο ανεβαίνεις, βλέπεις σε πιάτο τις Καρυές, ηλιόλουστες, να μοσχοβολάνε ανοιξιάτικα αρώματα. Τα δένδρα σε προστατεύουν με τον ίσκιο τους και αραί εμφανίζονται κάποια Κελλία, χωμένα μέσα στο πράσινο.
Στα αριστερά μου είδα την εξώπορτα του Κελλιού του Αγίου Νικολάου του Χαλκιά, με το κόκκινο κτήριο ίσα να αχνοφαίνεται ανάμεσα από τις καμέλιες και πέρασα μέσα στην αυλή για να τις απολαύσω. Όμως, δύο δεμένα σκυλιά, αναστάτωσαν τον κόσμον και για αυτό βγήκα γρήγορα έξω. Ο ήχος των σκυλιώ συνεχίζονταν και αφού βγήκα από την αυλή και έστριψα στον χωματόδρομο πάνω αριστερά, για να θαυμάσω έστω περιμετρικά και από απόσταση, το Κελλί. Όταν το προσπέρασα, τότε σταμάτησαν τα γαβγίσματα. Ο χωματόδρομος συνέχιζε στα χωράφια και μία διασταύρωση στα δεξιά με οδηγούσε στο Κελλί το υΤιμίου Προδρόμου ή στους Ευφρόσυνους, όπως είναι γνωστό στην Καρυώτικη διάλεχτο, από το όνομα του νυν Γέροντος του Κελλίου, μοναχού Ευφρόσυνου. Ένας λεπτοκαμωμένος, μεσαίου ύψους καλόγερος, γύρω στα πενήντα, κατέβαινε, πηγαίνοντας μια βόλτα στα χωράφια: «είναι απαραίτητη, ύστερα από τόσες ώρες στην εκκλησία», όπως πολύ ευδιάθετα μού είπε, συν τοις άλλοις.
Ξαναβγήκα στο κεντρικό μονοπάτι και προσπέρασα, σχεδόν αδιάφορα, την νεότευκτη, ογκώδης εκκλησία, στην μέση του πουθενά, του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου· αρχιτεκτονικά τέλεια, αλλά παράταιρη σε σχέση με το γύρω περιβάλλον.
Εδώ, στο Κελλί αυτό του Αγίου Γεωργίου των Σκουρταίων, έχουμε φτάσει σχεδόν στην ψηλότερη άκρη των Καρυών. Το καλντερίμι σταματάει και ένας, περίπου ευθύς, χωματόδρομος, ενώνει τα Κελλιά με τον κεντρικό δρόμο Δάφνης-Καρυών. Στην διασταύρωση αυτή ευρίσκεται το προαναφερθέν Λαυριώτικο Κελλί της Αγίας Τριάδος με τους γαλάζιους εξώστες. Σε ένα τραπεζάκι στην αυλή, ανάμεσα στις καμέλιες, ίσα που ξεχώριζαν δύο μοναχοί που συζητούσαν. Από την χαρακτηριστική φωνή του ενός, αλλά κυρίως από το παμπάλαιο, ταλαιπωρημένο βανάκι, άσπρου χρώματος υποτίθεται, κατάλαβα ότι ήταν ο πατριώτης μου ο Θεοδόσης και τον εφώναξα. Αυτός με εκάλεσε κατευθείαν μέσα στο Κελλί. Ο μοναχός του Κελλιού, ένας νεαρός, μαυρομάλλης, ονόματι Ευγένιος, με κέρασε αμέσως σπιτικό γλυκό σταφύλι.
-Ε, πώς σού φαίνεται; με ρώτησε ο Θεοδόσης. Δεν είναι ευγενής; Φαίνεται η ευγένεια στο πρόσωπό του, για αυτό άλλωστε και τον ονόμασαν Ευγένιο.
Ο Θεοδόσης έχει πλάκα. Πάντοτε με το χαμόγελο και το αστείο στο στόμα, αυτός ο κοντούλης, μεσήλικας, με το ισχνό γένι, είναι ολιγαρκής. Σε ένα ξεροκάλυβο μένει, μέσα στο δάσος και είναι ευτυχισμένος με τα απολύτως απαραίτητα τα οποία έχει. Αρκείται σε αυτά και δεν έχει μέριμνες· ούτε πώς να ανακαινίσει το σπίτι, να το μεγαλώσει, να βάλει τις στοιχειώδες ανέσεις. Καόμα και αυτό το βανάκι, που μου θυμίζει περισσότερο έκθεμα σε παλαιοπωλείο, παρά μέσο μέσο μεταφοράς, και να μπορούσε, δεν θα το άλλαζε, παρά μόνο θα το συντηρούσε, καθώς, όπως μού έλεγε: «Ξέρει τους δρόμους, ξέρω και εγώ τις συνήθειές του και νιώθω ασφαλής. Ενώ, το καινούριο, μέχρι να το μάθεις είναι επικίνδυνο, μπορεί να σού φύγει. Άσε, που τα καινούρια χαλάνε πιο εύκολα και άντε να τρέχεις μετά τα φτιάξεις». Άλλος τρόπος σκέψης, πιο απλός και αγαθός, πιο αμέριμνος.
***
Και ξανφικά, η ώρα πήγε δέκα το βράδυ. Το κατάλαβα, ακούγοντας το πρώτο τάλαντο του Πρωτάτου, μέσα στην σιγαλιά. Το παθαίνω κάθε Πάσχα, είναι τόση η σωματική και ψυχική εξάντλησή μου, ώστε δεν μπορώ να χαρώ όσο θα ήθελα την ημέρα· δεν έχω την δύναμη, η χαρά της καρδιάς να διαχυθεί σε όλο το σώμα που είχε κουραστεί από τα Πάθη Θεού και ανθρώπων.
Είχε παρέλθει η ώρα μία της νυχτός και εμείς ακόμα δεν είχαμε κάνει Ανάσταση, καθώς περιμέναμε το Άγιο Φως.
-Ε, Αβέρκιε, με τα πόδια έρχεται από τα Ιεροσόλυμα το Άγιο Φως;, πείραξα τον μεσήλικα πατριώτη μου, δεύτερο εκκλησιαστικό του Πρωτάτου, με την πλούσια, λευκή γενειάδα, που ανέμενε στην είσοδο του ναού.
-Ε, τί το πέρασες εδώ, Πάτρα, που φτάνει από τις επτά το απόγευμα; Εδώ είμαστε μακριά, απήντησε ο Αβέρκιος, έχοντας τσιμπήσει το δόλωμα.
Χριστός Ανέστη, επιτέλους, Χριστός Ανέστη!!!
Η εκκλησία φωτίστηκε ολόκληρη· η επί πέντε ημέρες σκοτεινή, πένθιμη, φωτίστηκε από τις λαμπάδες και από τους Πολυελέους, οι οποίοι κινούνταν κυκλικά, συμμετέχοντας στην χαρά μου και δηλώνοντας την χαρά των αΰλων Δυνάμων. Χριστός Ανέστη, φώναζαν τα φωτεινά πρόσωπα των Αγίων του Πανσέληνου, λες και είχαν βγει από τους τοίχους. Χριστός Ανέστη, εφώναζε συνέχεια ο ιερέας που έβγαινε να λιβανίσει· και λιβάνιζαν όλοι οι ιερείς που συμμετείχαν στην Ακολουθία.
Μία κουκκίδα φωτός μέσα στο σκοτάδι· έτσι φάνταζε ο φωτεινός ναός του Πρωτάτου μέσα στο πυκνό σκοτάδι των Καρυών. Πιο κάτω, στα δέκα λεπτά, άλλη μία φωτεινή κουκκίδα, αυτή του Καθολικού της Κουτλουμουσίου, ανάμεσα στα αμπέλια. Και πολυάριθμες μικρές κουκκίδες μέσα στο δάσος, πάνω στα βράχια, σε κάθε Κελλί που λειτουργείται τούτη την νύχτα.
Τί είναι η ζωή μας! Μια πορεία φωτός μέσα στο σκοτάδι, μία πορεία φωτός που δεν πρέπει να σβήσει πριν το τέλος και που δεν ξέρεις τί θα γίνει στο τέλος! Και αυτό, φυσικά, δεν είναι η μαγεία της, αλλά δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, είσαι προορισμένος να ζήσεις στο φως είτε θες είτε όχι.
Δεκάδες μικρά φωτάκια, από τις αναμμένες λαμπάδες μας, σχημάτισαν μία άτακτη ακολουθία, κατά τις πέντε το ξημέρωμα, προς το, απέχον πενήντα μέτρα, Αρχονταρίκι της Ιεράς Κοινότητας για την Αναστάσιμη Τράπεζα. Με αδημονία περίμενα τον Δεσπότη να ξεντυθεί και να έλθει. Το γεύμα, πλούσιο εν σχέση με την νηστεία, μα λιτό και λίγο με βάση τα δικά μου, κοσμικά, δεδομένα. Ένα πιάτο ψαρόσουπα, ένα πιάτο με ένα μεγάλο κομμάτι βακαλάο, τυρί, αυγά, γλυκό. Τα δύο παιδά που καθόντουσαν απέναντί μου δεν αγγίξανε καθόλου τον βακαλάο. Με το ζόρι κρατήθηκα για να μην πάρω ένα από τα δύο αυτά πιάτα· δυστυχώς.
Δεν είχε ξημερώσει ακόμα, όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Το λυκαυγές μόλις έκανε την εμφάνισή του. Οι κουρτίνες δεν στάθηκαν ικανές να συγκρατήσουν το φως που έμπαινε με ορμή στο δωμάτι, και που διετάραζε τον ύπνο μου!

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2017



ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2017

«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα».
Δεν έβαλα ξυπνητήρι, καθώς η Ακολουθία των Ωρών θα άρχιζε κατα τις 8 και επομένως, οι ακτίνες του ήλιου και το φως που θα έμπαινε απλόχερα στο δωμάτιο, θα με ξυπνούσαν από μόνα τους.
Είναι λίγο κουραστική η Ακολουθία των Ωρών· ένα κατεβατό από κείμενα που αναγινώσκονται χύμα, χωρίς τονισμό, καμμιά φορά και τυπικά, μουρμουρητά ή βιαστικά –πόσες φορές μου έρχει έρθει ο πειρασμός να πάρω το βιβλίο από τον διατεταγμένο μοναχό και να το διαβάσω εγώ-· ελάχιστοι χθεσινοί ύμνοι επαναλαμβάνονται σήμερα, με την λιτή αλλά λυρική απόδοσή τους από τον Ιάκωβο, σε κινητοποιούν λίγο. Και όμως, παρ’ όλη την κουράση, δεν μπορεί να αφήσεις τον νεκρό μόνο Του, χωρίς παρέα, χωρίς συντροφιά!
Μέσα στην ψηλό, φωτεινό, ευρύχωρο ναό, Τον βλέπεις να στέκεται πάνω στον Σταυρό, ήρεμος, γαλήνιος, πράος, μειλίχιος, κάτω από τον Πολυέλεο, να αγκαλιάζει όλη την πλάση με τα ανοιχτά, πληγωμένα χέρια Του και να την ανεβάζει προς Αυτόν.
Είθισται να προσκυνάνε, στα μικρά μέρη της πατρίδος μας, τους Επιταφίους όλων των εκκλησιών. Εγώ όμως, ως ανάποδος Κεφαλλονίτης, ένιωσα την ανάγκη να προσκυνήσω τους Εσταυρωμένους. Τελειώνοντας το Πρώτατο, κατά τις 11, κατηφόρισα στο μονοπάτι, προσπέρασα αδιάφορα τον φούρνο, χάζεψα λίγο, πάνω στην γεφυρούλα, τον μικρό καταρράχτη του χειμάρρου στα δεξιά μου και περνώντας μέσα από τα αμπέλια, έφθασα μετά από ένα δεκάλεπτο, στην Μονή Κουτλουμουσίου. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα που είχαν αρχίσει.
Και εφώ, οι μοναχοί, διάβαζαν τις Ώρες, μόνο που ο ναός είναι πιο μικρός, και ο Εσταυρωμένος πιο χαμηλός και πιο κοντά σου· λες και γίνεται ένα με σένα· Τὸν φτάνεις και σέ φτάνει. Βγήκα από την μικρή αυλή του Μοναστηριού και εκάθισα στην αγαπημένη μου μαρμάρινη κρήνη. Οι πολλές γάτες της Μονής, όπως κάθε μέρα, νωχελικά λιάζονταν στον ήλιο.
Ξαναγυρνώντας από το ίδιο μονοπάτι, κατευθύνθηκα στην άλλη άκρη των Καρυών, στην ογκώδη, πάλαι ποτέ Ρωσσική, Σκήτη του Αγίου Ανδρέα. Πώς να κουμαντάρεις ένα τέτοιο κτίριο, με αμέτρητα δωμάτια και ατελειώτους διαδρόμους; Και πώς να φροντίσεις, να έχεις καθαρή, τακτοποιημένη, την πανύψηλη, μεγάλη εκκλησία τού Αγίου Ανδρέα με τα πεντακόσια στασίδια; Μια τέτοια εκκλησία, που δεν ζεσταίνεται εύκολα, όσα ξύλα και αν ρίξεις στον λέβητα, που θέλει πολλή φροντίδα, τον χειμώνα παραμένει κλειστή και οι Ακολουθίες γίνονται στο μικρότερο, εσωτερικό παρεκκλήσιο τού πρώτου ορόφου, πάνω από την κύρια είσοδο της Σκήτης. Είναι πιο μαζεμένο, πιο ζεστό, πιο οικείο, αν και χωράει περί τους εκατό καθήμενος· συντελεί και αυτό η πρωτοβουλία της νέας ελληνικής αδελφότητος, εκτός από τα υπάρχοντα στασίδια, τα περιμετρικά των τοίχων, να προσθέσει στους κενούς χώρους, ομοιόμορφες, ξύλινες καρέκλες με μοβ μαξιλάρια, καλύπτοντας το κενό και το συναίσθημα του άδειου. Μολοταύτα, ο ταπεινός Εσταυρωμένος, έρχεται σε αντίθεση με το φόντο του, αυτό το παλιό, ρωσσικό, χρυσό τέμπλο. Ο Πεντζίκης έγραφε πως έφτανε να έβλεπες το τέμπλο του μεγάλου ναού, για να αντιλαμβανόσουν την αιτία της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αν και ως λογοτέχνης υπερβάλλει, στην ουσία έχει δίκιο, με την έννοια ότι αυτή η τάση υπερβολής καί, επιτρέψτε μου, αλαζονείας της Ρωσσικής Εκκλησίας ελειτούργησε προσθετικά στα αίτια της πολιτειακής ανατροπής. Το νιώθω και αυτήν εδώ την στιγμή, με την αντίθεση του Εσταυρωμένου και του τέμπλου, παρ’ όλη την φιλότημη προσπάθεια του Γέροντος Εφραίμ και της συνοδίας του να περιορίσει το ασύδοτο της ρωσσικής τέχνης και να κατεβάσει, όσο γίνεται, τον ουρανό στην γή.
Ενδυόμενος για λίγο την κοινωνιολογική μου ιδιότητα, σκέφτομαι ότι όλη αυτή η λανθάνουσα ατμόσφαιρα ήταν φυσιολογικό επακόλουθο των συμπλεγμάτων κατωτερότητας και του μιμητισμού. Από την στιγμή που, κυρίως, αλλά όχι μόνο, ο Τσάρος Πέτρος ο Μέγας αποφάσισε, με την δύναμη και την επιβουλή της εξουσίας, με μιά μονοκονδυλιά να διαγράψει την μέχρι τότε παράδοση αιώνων, η οποία είχε βυζαντινές καταβολές και να επιβάλλει  και στην θρησκεία, την άκριτη υιοθέτηση του δυτικού πολιτισμού, το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Έθνος, που παραμένει πιστά καθηλωμένο στις παραδόσεις, χωρίς να τις βελτιώνει, να τις προσαρμόζει, να τις εξελίσσει, πεθαίνει· αλλά, και έθνος, το οποίο απεπμπολεί το παρελθόν του και μιμείται ανοίκειος τρόπους ζωής, πάλι πεθαίνει.
Αν και είχα να φάω από την προηγούμενη ημέρα το μεσημέρι, δεν πεινούσα λόγω της θλίψεως και της συγκινήσεως της ημέρας. Στο σπίτι έφτιαξα μόνο έναν δυνατό, διπλό, ελληνικό καφέ για να με αναζωογονήσει και να με βοηθήσει να αντέξω έως την επόμενη ημέρα το μεσημέρι. Δεν είχα όρεξη για περπάτημα. Εκάθισα στον εξώστη της κουζίνας, με την καμέλια από κάτω να προσπαθεί να με αποπροσανατολίσει· και μια διάβαζα, μια αγνάντευα το πέπλο ηρεμίας που έπεφτε πάνω στις ηλιόλουστες Καρυές.
Ο Βαρλαάμ, πιστός στο καθήκον του, χτύπησε κατά τις 2:30 το μεσημέρι το πρώτο τάλαντο τού Πρωτάτου, καλώντας όλους να προετοιμαστούν για την Ακολουθία της Αποκαθηλώσεως. Είναι αυτό που λέμε, απλός άνθρωπος. Δεν γνωρίζει από φτασιδώματα και καλολογίες. Η αυθόρμητη συμπεριφορά του θα είναι η ίδια, είτε βρίσκεται στον ναό, είτε στο σπίτι του είτε σε ανοιχτό χώρο. Δεν είναι λίγες οι φορές, που κατά την ώρα των Ακολουθιών, ανάμεσα στα ψαλσίματα των ψαλτών και των ιερέων, ακούγεται καθαρά η φωνή του για κάποιο θέμα που έτυχε εκείνη την στιγμή να προκύψει· και λόγω του ότι αντιμετωπίζει και κάποιο πρόβλημα ακοής, μιλάει πιο δυνατά από το κανονικό. Μπορεί, στην αρχή, να μου φάνταζε η στάση του ανοίκεια, αλλά, όμως πιά, την θεωρώ όχι απλώς φυσιολογική μα και πνευματική· θεωρεί τον ναό σπίτι και συμπεριφέρεται ως να βρίσκεται σε οικείο χώρο. Μα, τί άλλο είναι ο ναός εκτός από σπίτι μας;
Ο Βαρλαάμ είναι γύρω στα 60 ή 70, μεσαίου ύψους, με όχι μακρυά γκρι γένια. Θυμάμαι ένα πρόσφατο περιστατικό, στην κηδεία ενός ιερομονάχου. Στο πίσω μέρος του Πρωτάτου, καθόταν ο, συγχωρεμένος αργότερα, υπερενεννηκοντούτης μοναχός γερο-Νικόδημος των Σκουρταίων –του Κελλιού, δηλαδή, τοῦ Αγίου Γεωργίου, του επονομαζομένου των Σκουρταίων, από το επίθετο του ονομαστού κατοίκου του το πάλαι ποτέ, μοναχού Παρθενίου. Πλησιάζει, λοιπόν, τον γερο-Νικόδημο, που και αυτός δεν άκουγε καλά, ο γερο-Βαρλαάμ την ώρα της Εξοδίου Ακολουθίας και του λέει κάπως δυνατά:
-Άντε, γερο-Νικόδημε, και στα δικά μας!
-Τί είπες;, τον ρώτησε ο γερο-Νικόδημος.
-Λέω, και στα δικά μας, φωνάζει πιο δυνατά ο Βαρλαάμ.
-Ναι, ναι, και στα δικά μας.
-Αν και εσένα, μου φαίνεται, σε ξέχασε ο Χάρος, συνεχίζει ο Βαρλαάμ. Φαίνεται, έχει πάρει σβάρνα τους σαραντάρηδες.
-Ναι, ναι, απαντάει ο Νικόδημος· ζήτημα αν άκουσε.
***
«Πῶς σὲ κηδεύσω, Θεέ μου, ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω; Ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα;»
Εδώ, δεν έχουμε θέατρο· δεν τοποθετείται σκάλα, να ανέβει ο ιερέας να ξεκρεμάσει τον Χριστό. Απλώς, ο Εσταυρωμένος μετακινείται λίγα εκατοστά πιο πέρα για να τοποθετηθεί ένα φροντισμένο πάνω, πάνω στο οποίο αποτίθεται το Σώμα, το κεντητό ύφασμα με τον νεκρό Χριστό. Απλά πράγματα, χωρίς εντυπωσιασμούς και περισπάσεις του νοός.
Με την σειρά μας προσκυνήσαμε και βγήκαμε έξω. Ένα αμάξι με πήγε στο Μοναστήρι, να κάνω και δεύτερη Αποκαθήλωση. Το φως του Πρωτάτου και η ευρυχωρία του, αντικαταστάθηκαν με το όμορφο μισοσκόταδο και την γοητευτική στενότητα του Καθολικού της Μονής· ο Εσταυρωμένος, από την μεγάλη εικόνα της Σταυρώσεως σε σχήμα Σταυρού που αποσύρθηκε την πρέπουσα στιμή· το κάπως περίτεχνο τραπέζι του Πρωτάτου, από ένα απλό λιτό· και τα γαρύφαλα που το στόλιζαν, από τα πέταλα μιας τριανταφυλλιάς.
Δεν επρόλαβα καλά-καλά να ανέβω στις Καρυές και έπρεπε ξανά να ροβολήσω για το Πρωτάτο, για την τελουμένη στις 8:30 το βράδυ, Ακολουθία του Επιταφίου· τα διαφορετικά ωράρια από μέρος σε μέρος στο Όρος, με αποσυντονίζουν.
Όλοι γοητεύονται από το: «Ὢ γλυκύ μου ἔαρ...». Μόνο, ίσως, εγώ το προσπερνάω, όχι αδιαφόρα όμως και μένω και συγκινούμαι στην παρομοίωση: «Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα». Ίσως, γιατί μου είναι πιο παραστατικό, πιο άμεσα αντιληπτό και ευνόητο, και μου διαλύει την καρδιά. Υπάρχει πιό σκληρό πράγμα από μία μάνα που βλέπει τον γιο της να συκοφαντείται, να εμπαίζεται, να μαστιγώνεται, να σταυρώνεται; Το πιο τραγικό πράγμα είναι η μάνα. Για αυτό, σε κάποια μέρη της πατρίδος μας, τοποθετείται δίπλα από τον Εσταυρωμένο και η εικόνα της Παναγίας μας, ντυμένη στα μαύρα.
Λίγο μετά τις δέκα, το Σώμα του Επιταφίου, φερόμενο υπό των ιερέων, βγήκε, μέσα στην γλυκιά εκείνη νύχτα. Έκανε έναν κύκλο γύρω από την εκκλησία. Εξήλθε από την, κλειστή εδώ και δεκαετίας λόγω εργασιών, κεντρική θύρα του ναού και εισήλθε πάλι από από αυτήν. Έκανε τις διατεταγμένες στάσεις, μνημονεύθηκαν οι εν ζωή και οι προσφάτως κοιμηθέντες Γέροντες, οι Υπηρεσίες και οι εργαζόμενοι των Καρυών, ενώ ο Ιάκωβος έψελνε: «δός μοι τοῦτον τὸν ξένον».
Σαν λυγμός ακουγόνταν μέσα στο σκοτάδι, επαναλαμβανόμενο έξι φορές, αυτό το αίτημα: «δός μοι τοῦτον τὸν ξένον». Η νύχτα, από ψηλά, μας κοίταγε περίεργε, εξήντα, εβδομήντα άτομα, σε ένα χωριό στην μέση του πουθένα, ανάμεσα από τα βουνά, να κάνουν ένα κύκλο γύρω από την Εκκλησία, βουβά, με την πένθιμη καμπάνα να ταρτάζει τοις κοιμώμενες καστανιές. «Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον», και αναρωτιέται το φεγγάρι που έχει απομείνει από την, προ λίγων ημερών, πανσέληνο: Ποιόν ξένο κηδεύουν αυτοί, οι λίγοι, μοναχικοί άνδρες; Πώς είναι δυνατόν, αυτός ο νεκρός να είναι ξένος, αφού παρευρίσκονται στην κηδεία του αυτοί και κλαίνε πραγματικά, κρυφά ή φανερά. Και, πώς μπορεί, ένας Θεός να είναι ξένος; Τον Θεό τον γνωρίζουνε όλοι, Τον αγαπάνε όλοι, Τον φέρουν επάνω τους όλοι! Και, όμως, ο Θεός, στα δύσκολα έμεινε μόνος, γιατί εμείς τον κάναμε ξένο· εμείς, αποφασίσαμε να τον εξορίσουμε από την καρδιά μας· εμείς, αποφασίσαμε να στείλουμε τον Θεό στην υπερορία, μόνο, που στην πραγματικότητα, τον δικό μας εαυτό στείλαμε εκεί. Ξένοι, λοιπόν, εμείς, κηδεύουμε έναν ξένο· ό,τι είμαστε εμείς, θέλουμε να κάνουμε και τον Θεό· ως αλλοτριωμένοι, να Τον αλλοτριώσουμε· ως απομονωμένοι, να Τον απομονώσουμε· ως νεκροί, να τον νεκρώσουμε. Παρεξηγημένος ο Νίτσε, έγραφε σε μία μακρινή μα και τόσο κοντινή εποχή: «Ο Θεός πέθανε. Τον Θεό τον σκοτώσαμε· εγώ και εσύ!». Και, οποία συγκατάβασις! Ο Θεός, δέχεται, το πλάσμα να αντιδώσει στον Πλάστη του όλα τα αρνητικά συναισθήματά του· να Τον γεμίσει με τοξικές σκέψεις και ανασφάλειες· να ξεθυμάνει επάνω Του όλα τα συμπλέγματα κατωτερότητας· να Τον στοχοποιήσει, θεωρώντας τον ως τον πιο αδύναμο. Και ο Θεός το δέχεται, το υπομένει, το αντέχει. Εώς πότε;, είναι το αγωνιώδες ερώτημα. Εώς πότε, ο Θεός θα ανέχεται να παραμένει ξένος, στο μοναδικό δημιουργήμα που έπλασε από Αγάπη, τον άνθρωπό;
***
Ξένος καὶ πάροικος είμαι εγώ,
και μόνος μές την νύχτα,
νιώθω το σπίτι μου ότι είναι αυτό,
το μονοπάτι της ψυχής μου.
Ανέστιος και φερέοικος περιφέρομαι,
μες τις χαράδες του νοός μου,
και βότανα άγνωστα αναζητώ,
αρχέτυπα, πρωτόλεια, εντός μου.
***

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Μεγάλη Πέμπτη 2017



Μεγάλη Πέμπτη 2017

Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του δωματίου μου, επιστρέφοντας από την Ακολουθία του Μυστικού Δείπνου, άναψα την λάμπα πετρελαίου, εκάθισα στο γραφείο μου και άρχισα να γράφω, να γράφω, να γράφω.
Και αν την προηγουμένη ημέρα, κεντρικό πρόσωπο ήταν η πόρνη, σήμερα, κεντρικό πρόσωπο ήταν ο Ιούδας· αν χθες εξυψώναμε την πόρνη, σήμερα κατακρημνίζουμε τον Ιούδα. Μα, καλά, αμαρτωλή η μία, αμαρτωλός και ο άλλος· γιατί τους φερόμαστε διαφορετικά; Δικαιώνουμε την πόρνη, ρίχνουμε το ανάθεμα στον Ιούδα!
«Γέννημα ἐχιδνῶν», ψέλνουμε σήμερα, χαρακτηρίζοντας τον Ιούδα. Σκληρή πρόταση· μάλλον ο υμνογράφος εννοεί τις έχιδνες, τα φίδια. Το δικό μου το μυαλό όμως πήγε στο μυθικό τέρας, την Έχιδνα· θα ταίριαζε να τον χαρακτηρίσουμε και με αυτόν τον τρόπο τον Ιούδα. Νομίζω, με δικαιολογεί ο υμνογράφος, που λέει: «πνέων δὲ τὴν χάριν σου μαθητὴς ὁ ἀχάριστος, ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε». Τί είναι ο άνθρωπος; Δεν είναι κατά χάριν Θεός; Δεν δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση τοῦ Θεού; Άρα, όταν επιλέγει να είναι κατά χάριν θεός, αυτόματα, παύει να είναι και άνθρωπος! Και αν δεν είσαι άνθρωπος ούτε θεός, αναγκαστικά είσαι τέρας και δαίμονας. Ίσως για αυτό να μου ήρθε στο μυαλό η Έχιδνα.
Ο Ιούδας, υστερεί και σε ένα άλλο σε σχέση με την πόρνη. Η πόρνη έζησε μέσα στην αμαρτία, συναναστράφηκε αμαρτωλούς ανθρώπους, αυτή την ζωή έμαθε, αυτή έπραττε· έχοντας μεν συναίσθηση του λάθους, δίχως όμως να γνωρίζει πώς αλλιώς να ζήσει. Ο Ιούδας όμως έζησε επί τρία χρόνια καθημερινά δίπλα στον Χριστό, άκουγε καθημερινά την διδασκαλία Του, έβλεπε καθημερινά τα άπειρα θαύματα που τελούσε Εκείνος, την ευσπλαγχνία Του, την αγάπη Του, την ελεημοσύνη Του. Και όμως, δεν μετεβλήθη, δεν άλλαξε τον χαρακτήρα του, δεν βελτιώθηκε. Φιλάργυρος ήταν, φιλάργυρος έμεινε· «δολιότητα» είχε στον χαρακτήρα πριν, «δόλιος» παρέμεινε και μετά. Ο Θεός, που Τον είχε δίπλα του, δεν τον αλλοίωσε, και δεν τον αλλοίωσε, διότι ο ίδιος ο Ιούδας ύψωσε έναν τοίχο ανάμεσα σε αυτόν και Αυτόν. Αν η πόρνη είχε την ίδια ευκαίρια που είχε ο Ιούδας και ζούσε τρία χρόνια κοντά στον Χριστό, σήμερα θα μιλούσαμε, για την μεγάλη αρετή της, για τα ασκητικά της κατοθρώματα, για τα θαύματά της, για το ιεραποστολικό της έργο. Η πόρνη είχε συναίσθηση, ο Ιούδας όχι.
Και είναι ακόμη πιο αδικαιολόγητος. Γιατί, όχι μόνο επί τρία χρόνια δεν κατάλαβε ποιόν είχε δίπλα του, αλλά και γιατί δεν εκτίμησε τον Χριστό, έστω και ως άνθρωπο. Πώς μπορείς να μένεις επί τρία συναπτά έτη δίπλα σε κάποιον, να περνάς τις ίδιες δυσκολίες με αυτόν, να υφίστασαι τις μακρινές οδοιπορίες, την καχυποψία μερικών, τις συκοφαντίες άλλων, τον φθόνων ορισμένων και να μην έχεις δεθεί, έστω και μερικώς, με τον συνοδίτη σου. Στις θλίψεις του, θλιβόσουν και εσύ Ιούδα· στίς χαρές Του, χαιρόσουν· όταν Τον τιμούσανε, λάμβανες και εσύ ένα μέρος της τιμής. Και όμως, όλη αυτή η συνοδοιπορία δεν στάθηκε ικανή για να σε σταματήσει από το πάθος σου! Ύψωσες έναν τοίχο, όχι μόνο για να μην σε αλλάξει ο Θεός, αλλά και για να μην σε αλλάξει ο φίλος σου, ο συμπάσχων σε, ο αγαπών σε. Αποφάσισες να αγαπάς μόνο τον εαυτό σου ή μάλλον, μόνο το κακό κομμάτι του εαυτού σου. Έστησες αιχμηρά σίδερα και το περιέφραξες με αγκαθωτό σύρμα, για να μην μπει κανένας μέσα σε αυτό. Αποφάσιες να βυθιστείς μέσα στον κακό σου εαυτό και να αγαπήσεις μόνο αυτόν. Αυτόν απολαμβάνεις μέχρι σήμερα. Να, γιατί σε κατηγορώ· όχι γιατί πρόδωσες τον Θεό μου, αλλά, γιατί, επέτρεψες, εξαιτίας του κακού σου εαυτού, να βλαφτεί ένας Αθώος. Στον εαυτό σου μπορείς να του συμπεριφερθείς όπως επιθυμείς· σε σένα ανήκει άλλωστε. Δεν μπορείς, όμως, εξαιτίας τνω παθών σου, να κάνεις κακό στους άλλους, στον οποιονδήποτε άλλο. Να και σε κάτι άλλο που διαφέρεις από την πόρνη· αυτή, έβλαπτε τουλάχιστο, μόνο τον εαυτό της. Εσύ, όλους τους άλλους! «νοσῶν γὰρ φιλαργυρίαν, ἐκέρδησας μισανθρωπίαν».
***
Δεν είχε ξημερώσει καλά-καλά, όταν ξανακατηφόρισα για το Πρωτάτο, καθώς στις 6 θα άρχιζε το Ευχέλαιο μετά του Εσπερινού και της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου.
Συνειδητοποίησα κάτι, εξαιτίας μιας φίλης. Στις Ακολουθίες του Εσπερινού της Μεγάλης Εβδομάδος, διαβάζεται σε αποσπάσματα το Βιβλίο του Ιώβ. Εννοείται ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο, όταν πρόκειται για την τάξη και το τυπικό της Εκκλησίας· όλα έχουν κάποιον λόγο που είναι τοποθετημένα όπως και όπου είναι.
Και άρχισα να σκέφτομαι για ποιό λόγο να διαβάζεται ο Ιώβ, Μεγάλη Εβδομάδα. Γιατί δεν τον συναντάμε πουθενά αλλού, σε καμμία άλλη ημέρα ή γιορτή ή περίοδος του έτους; Μήπως, γιατί η ιστορία του Ιώβ δεν είναι προς μίμηση των ανθρώπων.
Ο Ιώβ, τί κάνει; Πονάει σωματικά, αλλά δεν μιλάει. Πονάει ψυχικά και πάλι παραμένει βουβός! Κλαίει βουβά, υποφέρει βουβά και υπομένει βουβά! Τι λέει το ίδιο το Βιβλίο; «ἐν τούτοις πᾶσι τοῖς συμβεβηκόσιν αὐτῷ, οὐδὲν ἥμαρτεν Ἰὼβ ἔναντι Κυρίου». Όμως, ποιός άνθρωπος είναι αναμάρτητος; Ποιός άνθρωπος δεν αμαρτάνει καθόλου απέναντι στον Κύριο; Ουδείς. Γνωρίζουμε, ότι αναμάρτητος είναι μόνο ο Χριστός-Θεός. Επομένως, μήπως είναι προφητικός ο βίος του Ιώβ; Μήπως είναι εις προτύπωση του Πάθους του Κυρίου;
Ο άνθρωπος θα κλάψει, θα στενοχωρηθεί, θα στενάξει, θα φωνάξει. Δεν είναι παραίτητο να βρίσει ή να κατηγορήσει τον Θεό. Αλλά, θα εκδηλώσει τον πόνο του, σε κάποια έκφανση, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του· και πρέπει να τον εκδηλώσει για να μπορέσει να το αντιμετωπίσει. Η εκδήλωση του πόνου συνεπάγεται αποδοχή, μετά συνειδητοποίηση του άσχημου γεγονότος, ανασύνταξη δυνάμεων και τέλος αντιμετώπιση με όλες του τις δυνάμεις. Ο άνθρωπος, μετά την εκδιώξη του από τον Παράδεισο, ορίστηκε από τον Θεό να προχωράει μέσα από τις δυσκολίες, να αντιπαρέρχεται τα εμπόδια και να δημιουργεί μέσα από τα χαλάσματα. Την Γένεση δεν διαβάζουμε τις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής; Με κόπο και μόχθο. Ο άνθρωπος, με υπομονή κοπιάζει και προχωράει μπροστά· ο Ιώβ, παραιτείται και υπομένει τις δυστυχίες χωρίς να προσπαθήσει μέσα από την στάχτη να ξαναφτιάξει την ζωή του, δεν το παλεύει. Μα, μόνο ο Χριστός παραιτήθηκε και δεν προσπάθησε να αποφύγει τις συμφορές που τον βρήκαν ή να μειώσει τις επιπτώσεις πάνω Του. Ο Ιώβ απάντησε στην γυναίκα του: «εἰ τὰ καλὰ ἐδεξάμεθα ἐκ χειρὸς Κυρίου, τὰ κακὰ οὐχ ὑποίσομεν;» Ὁ Χριστὸς είπε στον Θεό-Πατέρα Του: «οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ». Ο Ιώβ στα δυσάρεστα έσχισε τα ρούχα του, κούρεψε το κεφάλι του σε ένδειξη πένθους και, όταν αρρώστησε, κάθισε πάνω στην κοπριά και υπέμενε, ξύνοντας τις πληγές του· ο Χριστός απέτρεψε τον Πέτρο από το να τον υπερασπιστεί και υπέμεινε τις βρισιές, τα μαστίγωματα, τα ραπίσματα, την φυλακή και την σταύρωση.
Για αυτό σκέφτομαι· ο Θεός μου δεν θέλει να παραιτούμαι, με θέλει μάχιμο, εξάλλου, αν παραιτηθώ πώς θα πολεμήσω τα πάθη μου και τους δάιμονες; Υπομονή στους πειρασμούς δεν  συνεπάγεται παραίτηση· συνεπάγεται υπομονή στο να δίνω τις μάχες μους απέναντι σε αυτούς τους πειρασμούς έως το τέλος.
«Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες και στεφανωθέντες», «τὰς ἀλγηδόνας τῶν Ἁγίων σου» ψέλνουμε. Κύριε, δός μου υπομονή για να αντιμετωπίσω τον πειρασμό και όχι για να τον αφήσω να με κυριέψει, προσεύχονται οι Άγιοι. Κανείς δεν παραιτήθηκε, παρά μόνο ύστερα από αγώνα, μάχη, πάλη. Αν εγκαταλείψω τον πόλεμο είμαι ρίψασπις.
Ίσως, για αυτό διαβάζεται τώρα ο Ιώβ· μία ατελής προτύπωσις του Χριστοῦ-Θεού· όπως και οι τρεις Άγγελοι του Αβραάμ, προτύπωσις της Αγίας Τριάδος. Και όταν ήρθε ο Χριστός, το Αρχέτυπο, κατήργησε όλες τις προτυπώσεις και τις ατέλειες. Συνειδητοποιώντας ότι η στάση του Ιώβ δεν είναι για τους ανθρώπους, και δεν είναι ανθρώπινη, δυνάμεθα, έστω και στο ελάχιστο, να κατανοήσουμε την θεϊκή υπόσταση του Χριστού.
***
Το μεσημεράκι, την ώρα που έφτανα τα λεωφορεία από την Δάφνη, πήγα στην πλατεία να συναντήσω έναν φίλο που έμπαινε σήμερα μέσα. Στο μικρό εστιατόριο της πλατείας, φάγαμε για μεσημεριανό· έφαγα ένα ωραιότατο, αλάδωτο φρικασέ με μανιτάρια, ο Ιωάσαφ τελικά είναι μεγάλος μάστορας. «Ευτυχώς που είμαι και εγώ εδώ και σε κρατάω, αλλιώς θα φας και το πιάτο», αστειεύτηκε ο φίλος μου, αποχαιρετώντας με μετά από λίγο, παίρνοντας τον δρόμο για το Μοναστήρι.
***
Η μέρα περνάει γρήγορα, χωρίς να το καταλάβεις· πότε άρχισε να σκοτεινιάζει και να ακούγεται υπόκωφα το τάλαντο που σε καλούσε για την Ακολουθία των Παθών; Ο Βαρλαάμ χτυπούσε το σήμαντρο και αυτό ίσα που ακούγονταν στα πιο περιφερειακά σπίτια των Καρυών, ιδίως αν τα παράθυρα δεν είναι ανοιχτά. Τα φώτα στα Κελλιά έσβηναν, οι μοναχοί έκλειναν τις πόρτες, και μέσα στο λυκόφως, ανέβαιναν ή κατέβαιναν στο Πρωτάτο, πεζή ή εποχούμενοι. Καθίσαμε στα στασίδια, ο ιερέας έβαλε· Εὐλογητός, και ο Ιάκωβος, μέσα στο μισοσκόταδο, να ξεχωρίζει για το ύψος του, άρχισε να ψέλνει, χωρίς κορώνες και φωνές· αλλά, σιγά, ήρεμα και ταπεινά: «Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταί, ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο...». Μ’ αρέσει πολύ αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ φωτός και σκότους· ούτε πομπώδεις λέξεις, ούτε εντυπωσιακές εκφράσεις, ούτε ενοχοποιητικές προτάσεις. Τα πράγματα είναι απλά και συνάμα διακριτά και ξεκάθαρα. Έχω την βούληση να επιλέξω το φώς ή το σκοτάδι και να απολαύσω τις ενέργειες της επιλογής μου ή τις συνέπειες αυτής. Μεσοβέζικες αποφάσεις δεν υπάρχουν, λίγο φως ή λίγο σκοτάδι δεν νοείται ως επιλογή, αυτές είναι για ανθρώπους δειλούς, καιροσκόπους ή ωφελιμιστικούς· είναι δικαιολογίες για ανθρώπους που ποτέ δεν θέλησαν να τεθούν προ των ευθυνών τους. Αλλά, ενώπιον του Θεοῦ, μεσοβέζικα πράγματα δεν υπάρχουν: «τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὐ οὐ».
Η Ακολουθία των Παθών, είναι για εμένα, ίσως η πιο δύσκολη· τα νοήματα και τα μηνύματα των ύμνων, πυκνά, διαδέχονται ασταμάτητα το ένα το άλλο και δεν σε αφήνουν να καταλαγιάσει το συναίσθημα· στο φορτίζουν, στο δυναμώνουν, στο δυναμιτίζουν καί, ή το αντέχεις, ή όχι, όπως εγώ, που μετά βίας κρατιόμουν όρθιος και ήρεμος στό: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου...». Και όταν ο Εσταυρωμένος τοποθετήθηκε στην θέση του, στην μέση του ναού, βγήκα γρήγορα-γρήγορα έξω από τον ναό και «ἔκλαυσα πικρῶς», πάνω στις ψυχρές πλάκες. Όλη την υπόλοιπη Ακολουθία την έζησα στεκόμενος έξω από την εκκλησία, με τα δάκρυα να πέφτουν ανά διαστήματα. Και όταν, κατά τα μεσάνυχτα, ειπώθηκε το: «Δι’ εὐχῶν», έφυγα τάχιστα, φοβούμενος μήπως κάποιος, μέσα στο σκοτάδι, δει τα δάκρυά μου.
«Ποῖός σε τρόπος, Ἰούδα, προδότην τοῦ Σωτῆρος εἰργάσατο; Μὴ τοῦ χοροῦ σε τῶν Ἀποστόλων ἐχώρισε; Μὴ τοῦ χαρίσματος τῶν ἰαμάτων ἐστέρησε; Μή, συνδειπνήσας ἐκείνους, σὲ τῆς τραπέζης ἀπώσατο; Μὴ τῶν ἄλλων νίψας τοὺς πόδας, τοὺς σοὺς ὑπερεῖδεν; Ὢ πόσων ἀγαθῶν ἀμνήμων ἐγένου!». Όντως, για όλα φταίει η αχαριστία, η αγνωμοσύνη, η στενότης του μυαλού μας. Βυθιζόμαστε σε πόθους, όνειρα, ελπίδες, σκεφτόμαστε το αύριο, το μακρινό μέλλον, τί θα κατακτήσουμε, τί θα καταφέρουμε, πώς θα το καταφέρουμε, και ξεχνάμε το σήμερα. Και άλλοι, που έχουν καταποντιστεί στο σήμερα, και ξεχνάνε το αύριο. Μας λείπει η ισορροπία· αν δεν την βρούμε, χανόμαστε μέσα μας, εξαφανιζόμαστε, αιωρούμαστε.
«Τάδε λέγει Κύριος τοῖς Ἰουδαίοις· Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, ἢ τί σοι παρηνώχλησα;... καὶ τί μοι ἀνταπέδωκας; ἀντὶ τοῦ μάννα χόλην, ἀντὶ τοῦ ὕδατος ὄξος, ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με Σταυρῷ με προσηλώσατε». Ρητορικά ερωτήματα, που ειπώνονται κάθε μέρα, από αιώνων, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Και απάντηση δεν υπάρχει. Αφού οι άνθρωποι φέρονται αγνώμονα στον διπλανό τους που τον βλέπουν, δεν θα συμπεριφερθούν αγνώμονα στον Θεό που δεν θέλουν να τον δούν; Ο πλησίον είναι ο καθρέπτης του εαυτού μας, με μία όμως διαφορά· αν ο πλησίον είναι άσχημος, τότε εμείς αισθανόμαστε πολύ όμορφοι και χαιρόμαστε· αν ο πλησίον μας είναι όμορφος δεν δεχόμαστε να δούμε την δικιά μας ασχήμια και για αυτό σπάμε τον καθρέπτη. Ποιός φταίει; Ο καθρέπτης μας λέει την αλήθεια; Τόσο χειρότερα για τον καθρέπτη. Να, γιατί δεν αντέχουμε να ζούμε με τον Θεό και για αυτόν τον σκοτώνουμε. Όπως συνθλίβουμε μία μύγα που μας ενοχλεί, κατά τον ίδιο τρόπο συνθλίβουμε και τον Θεό. Αν ο Θεός υπάρχει, τόσο χειρότερα για τον Θεό. Ποιός αντέχει να αντικατροπτιστεί η ψυχή του; Άρα, εξαφανίζουμε το κάτροπτο.
«Τῇ ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Παρασκευῇ ἐπιτελοῦμεν· τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ῥαπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαῖναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην, καὶ πρὸ πάντων τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι’ ἡμᾶς ἐκὼν κατεδέξατο». Θεέ μου, Θεέ μου, τί σού κανάμε, τί υπέφερες για εμάς, αλλά προ πάντων, τί ακόμα υποφέρεις από εμάς. Έχουν παρέλθει δύο χιλιάδες χρόνια και κάθε ημέρα σε τιμωρούμε με τον ίδιο τρόπο που σού φερθήκαμε και τότε. Για αυτό κλαίω σήμερα Κύριε. Γιατί δεν έχουμε άλλάξει καθόλου, δεν έχουμε βάλει ούτε στο ελάχιστο μυαλό, αντίθετα, χειροτερεύουμε. Ιδίως, εμείς που σε πιστεύουμε Κύριε, πόσο σε πληγώνουμε καθημερινώς. Πού πάμε, Κύριε; Πού πορευόμαστε; Σε σταυρώνουμε και Εσύ σιωπάς, όπως σιώπησες τότε! Και εγώ, ώς οι μαθητές Σου, φοβάμαι ότι δεν θα γίνει Ανάσταση. Αλλά, ευτυχώς, δεν εξαρτάσαια πό εμάς, Κύριε. Και θα αναστηθείς, γιατί μας αγαπάς. Ό,τι και αν Σού κάνουμε.
«Σὺ δέ, Ἰσραήλ, οὐκ ἐνετράπης, ἀλλὰ θανάτῳ με παρέδωκας. Ἐξέστη ο οὐρανὸς ἐπὶ τούτῳ, καὶ ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε». Ένας λυγμός βγαίνει από την καρδιά μου, κάθε φορά που ακούω να ψέλνεται και να το τόνιζεται το «ἐνετράπης». Ένας σεισμός γίνεται όταν ακούω τό «ἐξέστη ὁ οὐρανός... καὶ ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας». «Ντράπηκαν τα ίδια τα ψέμματα, αφού δεν ντράπηκαν αυτοί που τα έλεγαν», θυμάμαι πάντα, σε αντιστοιχία, την πρόταση αυτή του Λουντέμη, όταν την διάβαζα, παιδί 10 ετών, στο «Οδός Αβύσσου αριθμός 0». Ντρέπονται άλλοι και όχι εμείς που πράττουμε τα αίσχη· ντρέπονται άλλοι, υποδερέστεροι ημών. Και αυτός είναι ο μεγαλύτερος έλεγχος μας· το να μας κρίνουν οι κατώτεροί μας κατά τα ανθρώπινα, μα ανώτεροί μας κατά τον Θεό. Δεν θα με κρίνουν, εμένα, Άγιοι, που σάπισαν τα γόνατά τους στην άσκηση, αλλά θα με κρίνει ο συσταυρούμενος Ληστής, η Πόρνη και ο Ρωμαίος Εκατόνταρχος. Και τότε, το ράπισμα που θα μού δώσουν, θα έχει τέτοια ορμή που θα ακουστεί σε όλα τα πέρατα.
Αρκετά έγραψα για σήμερα, Κύριε. Η ώρα κοντεύει δύο μετά τα μεσάνυχτα. Σβήνω την λάμπα πετρελαίου. Πρέπει να ξεφορτιστώ λίγο, για να έχω αύριο την δύναμη να σε κηδέψω. Και μαζί σου, ελπίζω να κηδέψω τις αμαρτίες μου.
Καληνύχτα.
***

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Μεγάλη Τετάρτη 2017



Μεγάλη Τετάρτη 2017
Αχ, αυτό το δωμάτιο του Ξενώνα. Μπορεί η βιβλιοθήκη του να μην αξίζει πολλά, καθώς έχει μόνο έναν τοίχο με βιβλία και τα περισσότερα γνωστά και ευπώλητα, αλλά, ως Αναγνωστήριο είναι το καλύτερο που έχω συναντήσει. Με διακρικό φωτισμό και παράθυρα τόσα ώστε να μην σε αποσυντονίζουν οι εξωγενείς παράγοντες, σε ωθεί να εσωτερικεύσεις αυτό που διαβάζεις και να γίνει κτήμα σου· σε ωθεί να εξωτερικεύσεις αυτό που έχεις μέσα σου και να το δεις να παίρνει σάρκα και οστά. Θυμάμαι, το πάλαι ποτέ, όταν έληγε η προθεσμία για να παραδώσω μια εργασία σε ένα μεταπτυχιακό που έκανα τότε και δεν μπορούσα να την γράψω, σε αυτό εδώ το δωμάτιο ήταν που, μέσα στην νύχτα, άρχισα να γράφω, χωρίς να είχα μαζί μου βιβλία, παρά μόνο χαρτί και στυλό, και έγραφα μέχρι που ξημέρωσε και τότε την είχα τελειώσει της εργασία, σε μία πρώτη γραφή. Έτσι και τώρα, όταν με ξύπναγαν τα ροχαλητά των συνυπνούντων μου, έβρισκα καταφύγιο σε αυτό το δωμάτιο, το οποίο, για άλλη μία φορά με λύτρωσε και μου ελευθέρωσε την ενέργεια που για πολύ καιρό ήταν καταπιεσμένη μέσα μου· αποτέλεσμα δε της απελευθέρωσης αυτής το ποίημα που μόλις διαβάσατε.
Απόλυτη ησυχία, ηρεμία της φύσεως, όταν, κατά τις 3:30 την νύχτα, ξεκίνησε η Ακολουθία του Νυμφίου της Μεγάλης Τετάρτης.
«Πόρνη προσῆλθέ σοι/ μῦρα σὺν δάκρυσι/ κατακενοῦσά σου/ ποσί, φιλάνθρωπε,/ καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν λυτροῦται τῇ κελεύσει σου·/ πνέων δὲ τὴν χάριν σου/ μαθητὴς ὁ ἀχάριστος,/ ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύεται,/ φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε...»
Μου αρέσει η Μεγάλη Τετάρτη. Οι περισσότεροι την γνωρίζουν από το τροπάριο της Κασσιανής με αποτέλεσμα να χάνεται η υπέροχη αντιδιαστολή που γίνεται σε όλη την διάρκεια της Ακολουθίας, ανάμεσα στην Πόρνη και τον Ιούδα· ανάμεσα στην ανώνυμη καὶ τον επώνυμο· ανάμεσα στην αμαρτωλή και τον άγιο· ανάμεσα στην άτιμη και στον τιμημένο.
Η Πόρνη είναι ανώνυμη, όχι γιατί δεν έχει όνομα, ούτε γιατί δεν ξέρανε οι τότε γράφοντες το όνομά της· το γνωρίζανε, όπως και της άλλης Πόρνης του Ευαγγελίου, του: «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τῷ λίθῳ βαλλέτω». Είναι ανώνυμη, γιατί δεν μας ενδιαφέρει να την κρίνουμε, να την δικάσουμε, να την καταδικάσουμε. Η αμαρτία δεν έχει πρόσωπο, είναι απρόσωπη, άδηλη. Όσο μας βρωμίζει όταν την κάνουμε, τόσο καθαροί γινόμαστε όταν παύουμε να την εκτελούμε. Η αμαρτία είναι πέρα και έξω από εμάς, δεν είμαστε εμείς η αμαρτία και δεν ταυτίζεται αυτή με εμάς.
Και ένα δεύτερο σημείο· το όνομά της είναι άγνωστο, όχι μόνο γιατί ήταν αμαρτωλή· και ο Ζακχαίος ήταν αμαρτωλός, αλλά αναφέρεται ονομαστικώς στο Ευαγγέλιο, καθώς μετανόησε και άλλαξε διαγωγή, και επομένως δικαιωμένος στα μάτια των ανθρώπων και παράδειγμα προς μίμηση. Στο Ευαγγέλιο, δεν αναφέρεται ως η πρώην πόρνη, η μετανοημένη και αλλαγμένη πόρνη, αλλά ως σκέτο πόρνη την στιγμή που έπλενε τα πόδια του Χριστου, δεν γνωρίζουμε αν άλλαξε έπειτα ζωή, αν έπαψε να επιτελεί την αμαρτία όπως ο Ζακχαίος· πιθανόν να συνέχισε την ίδια αμαρτωλή ζωή της. Και τότε γιατί την αναφέρουμε ως παράδειγμα και ψέλνουμε: «ἐκείνην εὐθὺς ἐδικαίωσας»; Μα, απλούστατα, γιατί άλλη η δικαιοσύνη τού Θεού και άλλη των ανθρώπων. Ο Θεός βλέπει την πρόθεση, ο άνθρωπος το αποτέλεσμα· ο Θεός ξέρει ότι ο άνθρωπος, ο συμφυρμένος με τα πάθη του, δεν είναι εύκολο να απαλλαχτεί από αυτά και για αυτό δεν μένει ο Θεός μόνο σε αυτά. Η Πόρνη αισθάνθηκε την θεότητα του Χριστοῦ -«τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα»- και αυτό μόνο ήταν αρκετό για να δικαιωθεί. Προσοχή στην λέξη «αισθάνθηκε»· ούτε κατάλαβε ή κατανόησε ούτε διάβασε ούτε έκρινε· αλλά, απλά το ένιωσε. Δηλαδή, με το πιο απλό, το πιο πρωτογενές συναίσθημα, χωρίς πολυπλοκότητες και εξηγήσεις, η Πόρνη δικαιώθηκε αμέσως. Αυτό είναι το μεγαλείο του Θεού. Δεν σου ζητάει τίποτα και ταυτόχρονα σου τα δίνει όλα! Μόνο να τον αισθανθείς, και τον εκέρδισες!
Δεν υπάρχει όμως σε αυτό το σημείο κάτι παράξενο; Ίσως η Πόρνη να συνέχισε την αμαρτωλή ζωή της και ο Χριστός, ως Θεός, φυσικά το ήξερε, αλλά την δέχθηκε, την άφησε να Του αγγίζει τα θεϊκά Του πόδια, δεν την παρατήρησε, δεν την συμβούλεψε, δεν της είπε κάν, όπως στην άλλη πόρνη: «πορεύου καὶ μηκέτι ἁμάρτανε»! Μα, είναι δυνατόν η Ηθική να μην συμβουλεύει ή να μην προτείνει τον δρόμο της Αρετής; Πώς γίνεται, ο Θεός, να αφήνει τον άνθρωπο στην αμαρτία; Μα, δεν την άφησε στην αμαρτία, αντίθετα, την έσωσε και άλλη, μεγαλύτερη! Η Πόρνη ήταν «ἀπεγνωσμένη διὰ τὸν βίον»· προσοχή στην λέξη απεγνωσμένη. Όταν κάποιος βρίσκεται σε απόγνωση, σημαίνει ότι έχει εξαντλήσει όλες τις αντοχές του και πλέον ευρίσκεται σε παραίτηση και άρα μπορέι να οδηγηθεί στις χείριστες των ενεργειών, στον φόνο, στην αυτοκτονία. Για αυτό και ο Χριστός ενήργησε μυστικά. Πρώτον, εσιώπησε, καθώς εγνώριζε πως, μία οποιαδήποτε πρόταση, όσο θετική και αν είναι, όταν απευθύνεται σε έναν απεγνωσμένο άνθρωπο, μπορεί να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα. Δεύτερον, την εδικαίωσε δύο φόρες· την εδικαίωσε, ως Θεός, μέσα Του, μυστικά, και αυτό η Πόρνη, όπως ένιωσε την θεϊκή Του υπόσταση, ένιωσε και την συγχώρηση, εξάλλου και η ίδια σιωπηλά την εζήτησε –χωρίς να πουν τίποτε, είπαν τα πάντα-· και την εδικαίωσε και ενώπιον των μαθητών Του και όλου του κόσμου. Όπως «ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, ἔτσι ἀνέστησε καὶ τὴν Πόρνη».
***
Οχτώ η ώρα το πρωΐ και είχα δύο επιλογές, αφού από το Μοναστήρι έπρεπε να φύγω· είτε να πήγαινα στην Δάφνη και να περίμενα το λεωφορείο των 12 για Καρυές, πίνοντας το καφεδάκι μου, είτε να ανέβαινα σιγά-σιγά προς Καρυές με τα πόδια. Προτίμησα το δεύτερο.
Δύο ώρες παρά πέντε λεπτά ακριβώς έκανα την διαδρομή, περπατώντας σιγά-σιγά, ανηφορίζοντας τον δρόμο, ανάμεσα στις γυμνές, ακόμα, καστανιές. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, χωρίς ίχνος από σύννεφα και η θάλασσα χρύσιζε χωρίς ίχνος κυμάτων.
Πάνω από μία ώρα ανηφόριζα, στις συνεχόμενες στροφές, προσπερνώντας τον έναν λόφο μετά τον άλλο, μέσα σε μία μονότονη φύση. Ώσπου, έφτασα στην κορυφή, πάνω από 500 μέτρα και άρχισα να κατεβαίνω. Όλο και πιο γρήγορα περπατούσα στην κατηφόρα, καθώς έβλεπα στο βάθος την πολίχνη των Καρυών χτισμένη σε μία πλαγιά, στα 300, 350 μέτρα, με τα τελευταία σπίτια να φτάνουν έως την κορυφή. Αυτός ήταν και ο λόγος που προτίμησα να πεζοπορήσω. Ανέκαθεν με γοήτευε η θέα των Καρυών από ψηλά. Να βλέπω τα σπίτια, αραία, να αρχίζουν από ψηλά να εμφανίζονται, με μεγάλους κήπους και όσο πλησιάζουν προς το κέντρο να πυκνώνουν, να είναι κολλητά το ένα με το άλλο και με υποτυπώδεις ή ανύπαρκτες αυλές. Μου αρέσει να βλέπω την ανομοιομορφία στο κτίσιμο· άλλα σπίτια να είναι μεγάλα, άλλα μικρά, άλλα αυτό που λέμε του κουτιού, χτισμένα εξ αρχής ή ανακαινισμένα, άλλα να έχουν κρατήσει εξωτερικά την παλαιότητα τους και άλλα εγκαταλελειμμένα, ερειπωμένα, με τα ανοίγματα από τις πόρτες και τα παράθυρα να χάσκουν. Δεν μπορείς να μην προσέξεις, σε απόλυτη αντίθεσι, τους τρεις ψηλούς πράσινους τρούλλους, από αντίστοιχα ρωσσικά Κελλιά, χτισμένα στις αρχές του 20ου αιώνος, μεγάλα, τριώροφα, στα πλαίσια του τσαρικού σχεδίου για την εκρωσσοποίηση των Καρυών και κατ’ επέκταση, όλου του Αγίου Όρους. Η ογκώδης, μεγαλοπρεπής Σκήτη του Αγίου Ανδρέα στα αριστερά, με τους 800 μοναχούς της τον καλό καιρό, το επιβεβαιώνει εμφατικά. Ευτυχώς, ήρθε η Οκτωβριανή Επανάσταση, εγκαταστάθηκε ο κομμουνισμός στην Ρωσσία, και ανάμεσα στα τόσα κακά που έκανε, έκανε και ένα καλό· το αστείρευτο τσαρικό ρούβλι στέρεψε, οι νέοι μοναχοί, όσοι δεν ήρθαν για να μονάσουν επέστρεψαν πίσω, άλλοι με το ζόρι. Επομένως, όσοι μοναχοί έμειναν άρχισαν να γερνάνε, χρήματα για συντήρηση των μεγάλων αυτών κτισμάτων δεν υπήρχαν, σταμάτησε και η ανανέωση σε έμψυχο δυναμικό, και έτσι σιγά-σιγά εγκαταλείφθηκαν και ερειπώθηκαν. Δεν μπορείς να μην θαυμάσεις όμως την γερή κατασκευή τους, που αντέχει εδώ και έναν αιώνα, παρά τους μεγάλους όγκους χιονιού και νερού που έχουν δεχτεί. Σε ένα από αυτά τα Κελλιά, το τριώροφο οίκημα στέκει ακόμα, αν και οι δύο από τις τέσσερις μπροστινές κολώνες έχουν πέσει, με το που θα πέσει και η τρίτη, το κτήριο έπεσε. Αισθητικά, καλύτερα, γιατι αυτά τα ογκώδη κτήρια με τους χάλκινους τρούλλους δεν ταιριάζουν στην φυσιογνωμία των Καρυών· είναι παράταιρα, μπροστά στους χαμηλούς τρούλλους των υπόλοιπων σπιτιών, μολύβδινοι ή με σχιστόπλακες.
Με αυτές τις σκέψεις, άρχισα να κατεβαίνω, αφήνοντας το ένα μετά το άλλο, αραιά χτισμένα σπίτια. Στην αρχή της κατηφόρας, μετά την διασταύρωση του δρόμου για το Βατοπέδι, βλέπεις αντικριστά, στις άκρες του δρόμου για το Βατοπέδι, δύο σχεδόν δίδυμα, διώροφα σπίτια, νεοανακαινισμένα και που μόνο το χρώμα των εξωτερικών τοίχων τους διαφέρει· στα μεν αριστερά είναι το Αγιοπαυλίτικο Κελλί της Υπαπαντής, στα δε δεξιά, το Λαυριώτικο Κελλί της Αγίας Τριάδος ή του Προφούρνι και όπου εγνώρισα τον Ροδίτη νεαρό μοναχό Ευγένιο, το Μεγάλο Σάββατο. Από αυτό το Κελλί ξεκινάει μονοπάτι που οδηγεί στην πίσω μεριά των Καρυών και καταλήγει στον φούρνο.
Ακριβώς από κάτω από την Αγία Τριάδα βρίσκεται το Ιβηρίτικο Κελλί της Αναλήψεως, στο οποίο διαμένει ο πρωτοψάλτης του Πρωτάτου, ο Ιάκωβος. Ο κήπος του είναι καλλιεργημένος με διάφορα βότανα, από τα οποία προσπορίζεται τα προς το ζην.
Και, χωρίς να το καταλάβω, έφτασα στην κεντρική πλατεία των Καρυών, αφήνοντας κάπως αδιάφορα, πίσω μου, την τεράστια, παλαιά Ρωσσική, Σκήτη του Αγίου Ανδρέου, που μια ομάδα, Ελλήνων κατα το πλείστον, μοναχών, την ανακαινίζει.
Άρχισα και ένιωθα ως ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος πάνω στην γή, φτάνοντας στο Κελλί που θα με φιλοξενούσαν. Το δωμάτιο στο οποίο έμενα, ήταν ένα γωνιακό παραλληλόγραμμο με τρία μεγάλα παράθυρα. Στον ένα τοίχο, το κρεβάτι στην μία γωνία και ξυλόσομπα στην άλλη και στον απέναντι, μια καρέκλα και μια πολυθρόνα και ανάμεσά τους ένα ξύλινο γραφείο· ίσα που άφηναν ένα μικρό διάδρομο, άλλα έπιπλα δεν χωρούσαν. Και όμως, μου φαινόνταν τόσο μεγάλο. Κάθε μέρα η Ανατολή με καλημέριζε και η Δύση με καληνύχτιζε. Δεν ήθελα κάτι άλλο. Έβγαινα στο ένα μπαλκόνι και η μεγάλη, ανθισμένη κερασιά με συντρόφευε, αγναντεύοντας μαζί, στο πολύ βάθος, την θάλασσα. Έβγαινα στο άλλο και έβλεπα σχεδόν όλες τις Καρυές να ξετυλίγονται στην πλαγιά του βουνού, στην αρχή πυκνά δομημένες και ανεβαίνοντας, μόλις να ξεχωρίζουν τα σπίτια, ανάμεσα στις γυμνές καστανιές· η καμέλια που βρισκόνταν κάτω από το μπαλκόνι, μου φώναζε: «Μην με ξεχνάς! Είμαι και εγώ εδώ!»
Η μέρα ξετυλίγεται ήσυχα και γρήγορα. Λίγη ξεκούραση, λίγο διάβασμα, λίγες δουλειές και πέρασε. Και, οπωσδήποτε, το απαραίτητο περπάτημα. Μα, μία οι Ακολουθίες, μία η νηστεία, δεν περπάτησα όσο ήθελα· πολύ λίγο και στα πέριξ.
Από τότε που κατά τύχη ανακάλυψα την Μολυβδοκκλησιά, δεν παραλείπω να την επισκέπτομαι οσάκις ευρίσκομαι στις Καρυές. Όπως και σήμερα. Πήρα το ανηφορικό και μόλις διακρινόμενο μονοπάτι, στρωμένο με ξερά φύλλα και χορτάρια, ανάμεσα από τις πανύψηλες καστανιές, τις τυλιγμένες με τους κισσούς. Το μονοπάτι γίνεται τρακτερόδρομος και συναντάει μία χαράδρα, όπου από απέναντι, διακρίνεται ευκρινέστατα, μέσα στα γυμνά δένδρα το Κελλί· λίγο να είχε προχωρήσει η άνοιξη και τα φύλλα θα το είχαν κρύψει.
Ένα παλιό σπίτι είναι η Μολυβδοκκλησιά, με τα κεραμίδια χορταριασμένα. Ένα ξύλινο σκέπαστρο στην είσοδο της πόρτας σε υποδέχεται με δύο μισοσάπια παγκάκια, ενώ πάνω από την θύρα, μια ξεφτισμένη αγιογραφία, όπου μετά βίας διακρίνεις τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Εκ του σύνεγγυς, μόνο αυτή η πλευρά είναι προσβάσιμη· στα αριστερά το χώμα της πλαγιάς, και στα δεξιά η ρεματιά, σε εμποδίζουν να κάνεις το κύκλο του σπιτιού.
Δεν μου αρέσει μόνο το ότι η Μολυβδοκκλησιά βρίσκεται στην μέση του πουθενά· και άλλα Κελλιά στο Όρος είναι σε παρόμοιες τοποθεσίες. Αλλά, μου αρέσει, γιατί μου μοιάζει καθώς δεν απλώνεται σε έκταση, δεν έχει ημέρεψει τον περιβάλλονται χώρο για να τον μεταβάλλει σε ένα κηπάκο, σε μία υλή. Νιώθει ότι εμποδίζει την άγρια φύση και κάθεται στην άκρη, σαν να ζητάει συγγνώμη για τον χώρο που καταλαμβάνει· ακόμα και το μονοπάτι, που συνεχίζει για άλλα Κελλιά, περνάει δίπλα ακριβώς από το στέγαστρο, σαν ανα της λέει ότι δεν δικαιούται ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο γης παραπάνω. Σαν κλέφτες βρίσκονται πιο πέρα το στέγαστρο για τα καυσόξυλα, μια αποθήκη και μια πιθαμή λαχανόκηπου· όλα μικρά, στριμωγμένα, στενά.
Πόσο πολύ θα ήθελα,
από τους ανθρώπους να κρυφτώ
στις φυλλωσιές της αφάνεις,
του αόρατου να κρυφτώ.
Πόσο θα ήθελα,
να περπατώ ανάμεσά τους
και την ψυχή μου
να διαφυλάττω καθαρή.
Μα, πώς θα γίνει αυτό
όταν στην μολύνουν
τα βλέμματα, τα λόγια των περαστικῶν;
Φοβάμαι τα ρυάκια των αγνώστων,
των αδιάκριτων, των καταναγκαστικών!
Φοβάμαι, την γύμνια των ασχέτων
που επιμένουν να γδύσουν και εμένα.
Ψυχή μου, ψυχή μου, πώς θα κρυφτείς από τους άλλους
χωρίς μισάνθρωπος να γενείς,
χωρίς την ελπίδα σου να χάσεις,
την πίστη σου την ζωντανή;
Πόσο φοβάμαι τους ανθρώπους,
που μέσα στην ησυχία της νυκτός,
καλύπτονται πίσω από τον ήχο του χειμάρρου
και σκαρφαλώνουν στον κισσό
και από εκεί συμπλέκονται, σε τυλίγουν αθόρυβα, με πάταγο σε σφίγγουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους εκείνους
που λίγο-λίγο σού ρίχνουν χώμα·
λες, σκόνη είναι θα περάσει,
μα, η πίεση που ασκεί το λίγο είναι υποχθόνια
με το καιρό, τις μέρες, τους μήνες
σε καταβάλλει και σου τσακίζει τον τοίχο της ψυχής
και ένας αυχμός δημιουργείται,
μια ξεραΐλα απίστευτη εντός σου·
ο δε όμβρος που σε επισκέπτεται, απογοητεύεται που άδικα προσπαθεί
και εξαφανίζεται και αυτός
καθώς αν παραμείνει θα πάψει να υπάρχει.
Ποιός ξέρει;
Κάποτε, ξανά η έρημος θα γεμίσει
από καθάριο, γάργαρο νερό.
Ποιός ξέρει;
Κάποτε, μπορεί!
Αν και ποτέ δεν χτύπησα την πόρτα για να μου ανοίξει ο γερο-Χρυσόστομος, ένιωθα μια ανάπαυση μέσα μου, κάθε φορά που καθόμουν στο παγκάκι. Και σήμερα, ένιωσα μία ξεραΐλα και έναν πνευματικό αυχμό· αυτή η χάρις που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα, είχε φύγει, καθώς είχε φύγει και ο γερο-Χρυσόστομος –γέρος ον και μόνο, πήγε στο Μοναστήρι, όπως είναι φυσικό, για να γηρκομηθεί. Και αυτή την ξηρασία την έκανε ακόμα πιο ανυπόφορη ο μακρόστενος κορμός που είχε τοποθετηθεί μπροστά στο σκέπαστρο για να σού απαγορεύσει την είσοδο και να σού δηλώσει πως ο ένοικος δεν είναι πια εδώ. Δίπλα στο μονοπάτι, υπήρχε πάντα ένα ξύλινο ράφι, με λίγα προϊόντα προς πώληση, με μια θυρίδα μισάνοιχτη, όπου ο περαστικός-αγοραστής έβαζε μόνος του το αντίτιμο των αγορών. Αυτό το ράφι σήμερα ήταν άδειο και μισοξηλωμένο. Έφυγα γρήγορα-γρήγορα και χωρίς πια να έχω κίνητρο για να την ξαναεπισκεφθώ.
***
Η μέρα πέρασε σχετικά γρήγορα και το τάλαντο χτύπησε στις 8:30 το βράδυ. Οι Καρυές, ως χωριό, μα και ως πέρασμα, έχουν υιοθετήσει την κοσμική ώρα για την τέλεση των Ακολουθιών. Και τώρα, θα άρχιζε ο Όρθρος της Μεγάλης Πέμπτης, η Ακολουθία του Μυστικού Δείπνου, που θα τελείωνει κατά τις 11 περίπου.
Για μένα, το να περπατάω στις 11 την νύχτα μέσα στα σκοτάδια για να επιστρέψω στο Κελλί, ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Η έλλειψη τεχνητού φωτισμού, η απόλυτη ησυχία της φύσης και το, αιώνων, λιθόστρωτο μονοπάτι που ακολουθούσα, με ανέβαζαν σε μυστικές ενώσεις με τον εαυτό μου.
***

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Μεγάλη Τρίτη 2017



Μεγάλη Τρίτη 2017
Μία υπέροχη μέρα προμηνύονταν, ξημερώνοντας στην Ουρανούπολη. Στο αχνό γαλάζιο του ουρανού, το φεγγάρι επέμενε πεισματικά να παραμένει ολόγιομο και ακέραιο, μα, δίχως το φως του. Και όμως, αν και έχασε πια τον λόγο ύπαρξης του, αυτό δεν το έβαζε κάτω και παρέμενε στην θέση του, μέχρι να βγει ο ήλιος πίσω από τα βουνά και να το εξαφανίσει. Η θάλασσα ήταν λάδι, χωρίς ίχνος κυμάτων, εκτός από αυτά, που το ταχύπλοο δημιουργούσε διασχίζοντάν την και διαταράσσοντας την γαλήνη και την ηρεμία της.
Περικλεισμένο, από τα χαμηλά βουνά, στριμωγμένο σε μία μικρή λωρίδα γης, βρίσκεται το μικρό λιμανάκι της Δάφνης, με τα ελάχιστα, βοηθητικά κτίρια. Ο ήλιος, εκεί, καθυστερεί να φανεί, καθώς πρέπει να ανέβει αρκετά ψηλά στον ουρανό, προκειμένου να χαϊδέψει με τις ακτίνες του, τούς προσκυνητές, τούς εργαζομένους και τις πολλές γάτες του.
Έτσι, μέσα στον ίσκιο που έδιναν τα βουνά και προχωρούσαν αρκετά μέσα στην  θάλασσα, πήρα πεζή τον δρόμο για την, ευρισκόμενη πάνω σε έναν από τους λόφους που περικλείουν την Δάφνη, Μονή Ξηροποτάμου. Τα ανθισμένα, μοναχικά δέντρα, με το μοβ χρώμα, σου τόνιζαν την μοναξιά του τόπου· τα ξεπεταγμένα από το πουθενά και σε απίθανα σημεία, κίτρινα και γαλάζια λουλουδάκια, σε συντρόφευαν, δίνοντάς σου και την ελπίδα της χαράς. Μετά από ένα τέταρτο πεζοπορίας, ένα τσιμεντένιο γεφυράκι παίζει τον ρόλο του σηματοδότη. Ο χείμαρρος που το διασχίζει είναι και το φυσικό σύνορο ανάμεσα στην περιοχή της Δάφνης και την περιοχή της Μονής Ξηροποτάμου. Μαγεμένος από τα πλατάνια ή κουρασμένος ή αφηρημένος, πιθανόν να μην προσέξει κάποιος, στα δεξιά του, την αρχή ενός λιθόστρωτου, ανηφορικού μονοπατιού, που ακολουθεί την φυσική χάραξη του ποταμιού και, σχεδόν κάθετα, διασχίζει το βουνό και σε οδηγεί κατευθείαν στο Μονατήρι. Αν δεν το προσέξεις και δεν βάλεις εξ αρχής ως σημάδι την γέφυρα και τον ξεροπόταμο, μάλλον θα το προσπεράσεις και θα ακολουθήσεις την χάραξη που δρόμου, και θα σε βγάλει και αυτός στο Μοναστήρι, έχοντας κάνει μίση ώρα παραπάνω, με λιγότερες ευκαιρίες να απολαύσεις την φύση, τρώγοντας και την σκόνη από τα διερχόμενα αυτοκίνητα, μα φτάνοντας πιο ξεκούραστος, καθώς η κλίση του εδάφους ανεβαίνοντας είναι μικρή και δεν κουράζονται οι πνεύμονες και η καρδία πρωτίστως, μα και τα πόδια, στα οποία πέφτει το βάρος των αποσκευών. Οι Πατέρες συστήνουν να ακολουθούμε την μέση, την βασιλική όδο, όχι ως την πιο σύντομη, μα ως την πιο ασφαλή και την πιο σίγουρη για να φτάσει κάποιος στον προορισμό του· τα άκρα, λένε οι Πατέρες, μπορεί να είναι πιο σύντομα, με περισσότερες απολαύσεις καθ’ οδόν, μα είναι επικίδνυνα, παραφυλάνε πολλοί εχθροί, που ψάχνουν την ευκαιρία να σε ρίξουν κάτω, να σε ληστέψουν, να σε σκοτώσουν, με αποτέλεσμα, ψάχνοντας για τα πολλά, να χάσεις τα πάντα. Την βασιλική όδο την περπατάνε και άλλοι άνθρωποι και αν πέσεις σε μία ανάγκη, κάποιος θα βρεθεί να σε βοηθήσει· στα άκρα, όμως, περπατάς μόνος σου και αν γλιστρήσεις, δεν θα βρεθεί, εύκαιρα κάποιος να σου δώσει το χέρι.
Ως ανάποδος και αντιδραστικός άνθρωπος που είμαι, μου αρέσουν τα άκρα και έτσι πήρα το μονοπάτι. Ως συνήθως, η αναπνοή μου κοβόταν, ίδρωνα και τα γυαλιά μου θάμπωνα. Μα, δεν συγκρίνεται η δυσκολία αυτή, με την απόλαυση να περπατάς κατά μήκος του ποταμιοῦ και το να σε συντροφεύει το κελάρυσμά του, καθώς πέφτει από ψηλά, δημιουργώντας υποτύπωδεις καταρράχτες και κατ’ εὐφημισμό λιμνούλες· τα λάβδανα με το κίτρινο άνθος τους και οι άλλοι θάμνοι να σε γδέρνουν και να σε ευφραίνουν, ενώ τα αηδόνια στα κλαδιά τους να σου τραγουδάνε· τυλιγμένη στον κισσό, μια παλιά, πέτρινη βρύση που έχει στερέψει, με το ζόρι ξεπροβάλλει, παρατημένη στην τύχη της. Ύστερα από ένα μισάωρο –σαρανταπέντε λεπτά στο σύνολο- έφτασα στην πίσω μεριά του Κοιμητηρίου της Μονής, και προσπερνώντας το, στην κυρία είσοδό της.
Ως τοποθεσία, συγκρινόμενη με αυτές των 17 άλλων Μοναστηριών του Όρους που έχω επισκεφθεί –από τα 20 εν συνόλω-, είναι αυτή που με αναπαύει περισσότερο, με ευφραίνει και με ηρεμεί ταυτόχρονα.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι σου παρέχει την δυνατότητα ελευθερίας οράσεως και επομένως και σκέψεως. Ευρισκόμενη σε ένα ξέφωτο, στην κορυφή ενός λόφου, από τα μεν δυτικά, νότια και βόρεια βλέπεις, μέχρι εκεί που μπορείς, την θάλασσα, τις ακτογραμμές και τις βουνοκορφές· στα δε ανατολικά και βορειοανατολικά, το ξέφωτο συνεχίζει, οι λόφοι συνεχίζονται σταδικά και είναι χαμηλοί, με αποτέλεσμα το μάτι να μην εμποδίζεται απότομα και βάναυσα από το να πάψει να βλέπει εις βάθος. Όπου και αν γυρίσεις το μάτι, δεν σταματάς να κοιτάς, να απορροφάς, να προσλαμβάνεις, να αντιλαμβάνεσαι, να επεργάζεσαι, να αναρωτιέσαι, να σκέφτεσαι. Η Δάφνη στα νοτιοδυτικά, να και απέχει μόλις  χιλιόμετρα, φαίνεται σαν μία Λιλλιπούπολη· ενώ τα βουνά, αλληλοδιαδόχως πέφτουν απότομα και με κρότο στην θάλασσα, σχίζοντάν την σαν μαχαίρι, και συνεχίζουν και συνεχίζουν και συνεχίζουν να πέφτουν, έως εκεί που δεν αντέχεις να δεις. Νοτιανατολικά και ανατολικά, οι ήρεμοι λόγοι σε προ(σ)καλούν να τους ανακαλύψεις, να εξερευνήσεις τι βρίσκεται πίσω από κάθε στροφή τους, πίσω από τις συνεχόμενες εναλλαγές του, πάνω και πέρα από τα υψωματάκια τους. Δυτικά και βορειοδυτικά, το δεύτερο και το τρίτο πόδι της Χαλκιδικής συμπλέκονται αρμονικά, ξεχωρίζουν ήρεμα, ενώνονται ήσυχα, με την θάλασσα να παίζει τον ρόλο του συμφιλιωτή και ταυτόχρονα και του διαιτητή. Αυτή η ελευθερία έκφρασης, ανάσας και αναγέννησης που δημιουργεί η πλουσιοπαρόχως προσφερόμενη θέα, θα ήταν λειψή και θα την ζημίωνε τα μέγιστα, αν δεν συντορφευόνταν από την ένωση των ήχων· της θάλασσας, των πουλιών και του πλησιοχώρου χειμάρρου· με μία μυστική γλώσσα, ο καθένας ήχος, ξεχωριστά ή ενωμένος με τον/τους άλλον/ους, σού μιλάνε στα εσώτερα βάθη της ψυχής σου και σού ψιθυρίζουν τα άρρητα μυστικά της. Και, ως κατακελίδα, εμφανίζεται ο ήλιος, ο οποίος απλώνεται σε όλη την έκταση, καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας, χωρίς να τον κρύβει, σποραδικά ή παροδικά, κανένα φυσικό εμπόδιο, και να σου φανερώνει όσα θα ήθελες και όσα δεν θα ήθελες να δεις. Μπορείς να κρυφτείς από τον εαυτό σου, μα από τον Ήλιο δεν μπορείς. Η ησυσχία, η μουσική και το φως σε περιτριγυρίζουν ολούθε, χωρίς να σου αφήνουν ούτε μία χαραμάδα στην οποία να μπορέσεις να εισέλθεις και να μην σε δουν.
Και λες και βάλθηκε ο άνθρωπος, να βοηθήσει το έργο του φωτός και να σου δώσει μία δυνατή σπρωξιά να χαθείς μέσα του. Τα υλικά πράγματα και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου από τον άνθρωπο, απόλυτα εναρμονισμένα με τον τόπο, σε ωθούν να ανέβεις, να ανακαλύψεις, να αποκαλύψεις.
Φτάνοντας από το ανηφορικό μονοπάτι, απαντάς στα νότια μία ευρύχωρη, εξωτερική αυλή με γρασίδι να καταλήγει στην κεντρική είσοδο της Μονής· στα δεξιά, οριοθετείται από ένα πλακόστρωτο αίθριο και στα αριστερά από το Κοιμητήριο της Μονής· τοποθετημένες ένθεν και ένθεν αυτές οι δύο κατασκευές, μοιάζουν σαν να σε εισάγουν, ακούσια, στα νεδότερα του Μοναστηριού. Το ξύλινο κιόσκι, στην άκρη του Κοιμητηριακού ναού των Αγίων Πάντων, αποτελεί την βίγλα, από την οποία αγνατεύεις στις τρεις πλευρές του ορίζοντα, καθώς στην τέταρτη στέκεται σαν κάστρο το κτίριο της Μονής· και αν είσαι μουσίτσα, κάτω από το κιόσκι, θα ανακαλύψεις μία μικρή κουζίνα με όλα τα απαραίτητα για να φτιάξεις καφέ, ώστε η απόλαυση να γίνει τέλεια. Στα δυτικά, οι κήποι, φροντισμένοι· στα βόρεια, μία άλλη, μεγαλύτερη, πλακόστρωτη αυλή και στα ανατολικά ο ελαιώνας· στα νότια το ποταμάκι και χαμηλοί λόγοι, με πουρνάρια κυρίως.
Το ορθογώνιο κύριο κτήριο της  τετραώροφης Μονής, μοιάζει με τον όγκο του, στο κέντρο του ξέφωτου, να θέλει να εγκλωβίσει αυτή την ευρυχωρία και να την απορροφάει σταδιακά και αέναα.
Ένα μαρμάρινο περιστύλιο σε εισάγει στην ψηλή στοά της εισόφου, με την τοιχογραφία των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων μόλις να διακρίνεται· και μόνο αν είσαι υποψιασμένος, καταλαβαίνεις τί εικονίζει.
Μπαίνοντας στην ευρύχωρη, καταπράσινη, εσωτερική αυλή, συναντάς φως και εδώ· ακόμα και ο ίσκιος των κτιρίων είναι γεμάτος φως. Η φιάλη, η καμέλια, τ αλίγα δενδράκια που δεν λένε να πάρουν τα πάνω τους, μόνα τους κάθονται, σε απόσταση το ένα από το άλλο. Και η αυλή σού φαίνεται τόσο άδεια, τόσο έρημη μα και τόσο ήρεμη και γεμάτη.
Ο ναός, το Καθολικό της Μονής, ακολουθεί την διάταξη χωροθέτησης του παραλληλόγραμου συγκροτήματος, για αυτό και το Ιερό βλέπει προς βορρά· αν έβλεπε προς ανατολάς, αναγκαστικάν θα χτιζόταν μικρός και σκοτεινός. Ενώ, με την προσαρμογή αυτή, κτίσθηκε μεγάλος και ψηλός, σχεδόν όσο τρεις όροφοι, με τους δύο τρούλους να προεξέρχουν του τετραπλεύρου. Μπαίνεις μέσα στην κατάγραπτη Λιτή και πλημμυρίζεις από φως και άνεση· καμμία σχέση με τα μουντά Καθολικά –ακόμα και μέρα μεσημέρι- άλλων Μονών, που και αυτά όμως έχουν την δικιά τους γοητεία και χάρη.
Την ώρα που εισήλθα –κατά τις 11 το πρωΐ- οι μοναχοί, στον κυρίως ναό, έψελναν την Ακολουθία της Ενατής και του Εσπερινού μετα της Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας. Ουδείς υπήρχε στην Λιτή· τα, περίπου, σαράντα στασίδια αυτής, περιμετρικώς και καθέτως τοποθετημένα, μάταια περίμεναν κάποιον να ακουμπήσει πάνω τους. Τα δύο επίχρυσα τέμπλα στις άκρες της Λιτής, που χωρίζουν και δηλώνουν την ύπαρξη μικρών ιερών, εν είδει εσωτερικών παρεκκλησίων, σε κοιτάνε παραπονεμένα και τα ελάχιστα καντήλια που καίνε πάνω από την είκονα, καίνε μόνο για το πρόσωπο που εικονίζουν, για να δει το πρόσωπο αυτό, ακόμα φωτεινότερα –λες και το χρειάζεται- την κατακάθαρη, και στις λεπτομέρειες ακόμα, μοναξιά των ανθρώπων. Στις πλάκες του πατώματος, αρκετά φύλλα δάφνης είχαν ξεμείνει από την Κυριακή των Βαΐων, που ο ιερέας τις σκόρπιζε· αλλά για ποιόν; Για τις παγωμένες πλάκες ή για τα άδεια στασίδια· μάλλον για τους ολόσωμους Αγίους που εικονίζονται πάνω από αυτά, τουλάχιστον, ας γίνουν αυτοί μέτοχοι της χαράς και της θλίψεως του Κυρίου τους. Για τους ελάχιστους μοναχούς, -κάτω από 15 άτομα- ήταν υπεραρκετά τα στασίδια των δύο ημικυκλίων των χορών· και για τους άλλους τόσους προσκυνητές, ήταν ικανοποιητικά, αν και όχι τόσο άνετα, τα στασίδια πίσω από τους χωρούς, και κατά μήκος του τοίχου που χωρίζει την Λιτή από τον κυρίως ναό, προκειμένου να μπορούν να βλέπουν τα δρώμενα που τελούνται.
Δεν θα ήταν δυνατό, επομένως, να άφηνα την ευκαιρία ανεκμετάλευτη! Εκάθισα στο μέρος της Λιτής και όλο αυτό τετράπλευρο δωμάτιο των 100 περίπου τετραγωνικών μέτρων, ήταν δικό μου. Ο τοίχος που ξεχωρίζει αυτά τα δύο δωμάτια, με τις δύο μικρές θύρες στα άκρα και την μεγαλύτερη στο κέντρο, μου παρείχε την τέλεια κάλυψη για να συμπεριφερθώ όπως ένοιωθα, προσευχόμενος χωρίς να έπρεπε να ακολουθήσω τους τυπικούς κανόνες, όπως όταν υπάρχουν και άλλα άτομα. Αλλά και οι ίδιοι οι Άγιοι, όπως κοίταζαν αναγκαστικά μόνο εμένα, ήταν σαν να μου έλεγαν: «Έλα, μίλησέ μας, κουβέντιασέ μας. Το θες και το θέλουμε». Ιδίως, η αγιογραφία με τον Απόστολο Θωμά σε απόλυτη αταραξία να λγχίζεται από τρεις σκουρόχρωμους ανθρώπους –αφού εμαρτύρησε στην Ινδία-, με το αίμα να πετάγεται από την πλεύρα του, ήταν σαν να πεταγόταν πάνω σου, μα, αντί να λερώσει το πρόσωπό σου και τα ρούχα σου, προσπαθούσε να ξεπλύνει τα μέσα σου.
Στην ψηλή, ευρύχωρη στοά της κυρίας εισόδου της Μονής, ένα ξύλινο, νεοπαγές, υαλόφρακτο κουβούκλιο, τοποθετήθηκε για να αποτελεί το γραφείο του πορτάρη, του μοναχού που ελέγχει την είσοδο των προσκυνητών στην Μονή. Περίμενα γύρω στα σαράντα λεπτά από την στιγμή που έφτασα, έως ότου το ρολόϊ να έγραφε 10:30 και όπου τότε θα άνοιγαν, απαρέγκλιτα, οι πύλες της Μονής. Λόγω, φαίνεται των ημερών, είχαν κάνει μία μικρή τροποποίηση στο πρόγραμμα, καθώς η κίτρινη ταμπέλα, η τοποθετημένη στην έναρξη του μονοπατιού στην Δάφνη, εδήλωνε αυστήρα ότι η Πύλη ανοίγει στις 11:00
Δεν μοι έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, ότι στην θέση του πορτάρη ήταν ένας λαϊκός, καθώς εγνώριζα ότι, η μικρή έτσι και αλλιώς αδελφότητα, είχε συρρικνωθεί έτι περισσότερο με την συνεχόμενη εκροή μοναχώ προς άλλα μέρη. Ο νεαρός εκείνος μοναχός, που θυμόμουν ως πορτάρη στις προηγούμενες δύο επισκέψεις μου, εκτελούσε άλλο διακόνημα. Η αυστηρότητά του ήταν παροιμιώδη. Γνωρίζω ένα παλιό περιστατικό, όπου μια ομάδα τεσσάρων ατόμων, γύρω στα 40-45, έχοντας αποβιβασθεί στην Δάφνη, αποφάσισαν, οι μεν δύο να πάνε στην Μονή με το λεωφορείο και οι άλλοι δύο με τα πόδια. Όταν έφθασαν στην Μονή οι τελευταίοι, καθώς οι δύο πρώτοι είχαν φτάσει νωρίτερα και είχαν τακτοποιηθεί σε δωμάτια, ο μοναχός τους έβαλε σε άλλο δωμάτιο με τρεις Κύπριους. Αυτοί, εζήτησαν να μην χωρισθεί η παρέα και να μείνουν όλοι στο ίδιο δωμάτιο. Τότε, ο μοναχός τους απήντησε: «Α, για ακούστε να σας πώ! Κανονικά, κακώς σας δεχόμαστε. Εμείς φιλοξενούμε, μόνο και μόνο μήπως έρθει κανένας νέος και θελήσει να μείνει για μοναχός».
Ο ευγενικός, ψηλός, λιγομίλητος, τριαντάρης λαϊκός, εζήτησε, εκτός από το Διαμονητήριο και την ταυτότητά μου. Αν ήταν στην θέση του ο μοναχός, είχα ήδη σχεδιάσει να του έκανα ένα άστειο, λέγοντάς του, το αληθές, ότι πέρυσι μπαινόβγαινα στην φυλακή. Αλλά, με τον λαϊκό δεν είχε νόημα! Μετά το πέρας της Λειτουργίας και της Τραπέζης, εμφανίστηκε αμέσως ξανά, δίνοντας στον κάθε ένα προσκυνητή τα χαρτιά του και οδηγώντας μας στα δωμάτια, αφού πρώτα μας είπε το πρόγραμμα της Μονής, συμπληρώνοντας στο τέλος: «... και αύριο το πρωΐ, μετά τις έξι, που θα τελειώσει η εκκλήσια, θα πάτε για ξεκούραση στα δωμάτιά σας και στις 07:30 θα κατεβείτε με τα πράγματά σας, θα πάρετε πρωϊνό και μετά θα φύγετε σιγά-σιγά».
Η μισή ανατολική πτέρυγα της Μονής είναι καταλλήλως διαμορφωμένη για χώρο φιλοξενίας. Στο ισόγειο υπάρχουν τρεις χώροι· ένα δωμάτιο με ράφια για να τοποθετούνται οι αποσκευές, ένα μεγάλο καθιστικό με όμορφους πίνακες ζωγραφικής και με τα παράθυρα να βλέπουν στην εσωτερική αυλή και τέλος, ειδική τραπεζάρια για μικρογεύματα διαμορφωμένη με τον καλύτερο ξενοδοχειακό εξοπλισμό και με κρυφό αιρ-κοντίσιον στο ταβάνι. Στον πρώτο και δεύτερο όροφο βρίσκονται τα υπνοδωμάτια· στον πρώτο υπάρχει μία αίθουσα Βιβλιοθηκή-Αναγνωστήριο και στον δέυτερο ένα δωμάτιο καπνιστήριο.
Μία ξεκούραση, διάρκειας μίας ώρας περίπου, ήταν απαραίτητη για να αναλάβω δυνάμεις. Και μέσα σε έναν ζεστό ήλιο, άρχισα να περπατάω. Πέρασα το ποταμάκι χωρίς να βραχώ και προχωρούσα· άγνωστο πού, ακολουθώντας το σπειροειδές μονοπάτι. Άλλος ένας μικρός καταρράχτης εμφανίστηκε μπροστά μου και η γούβα που σχημάτιζε ήταν πιο βαθιά, με αποτέλεσμα να βραχούν τα πόδια μου. Άσπρα, μοβ, κίτρινα, κόκκινα, τα άνθη από τα λουλούδια και τα δέντρα, σχημάτιζαν ένα ξέφωτο ανάσας και ανακούφισης. Και, αφού κανείς δεν με έβλεπε, ξάπλωσα πάνω τους ανάσκελα και άρχισα να κολυμπάω. Το Μοναστήρι, μέσα από μία χαραμάδα ουρανού, γης και θαλάσσης, φαινόνταν σαν μεσαιωνικό κάστρο, ενώ ο ήλιος σιγά-σγιά το έσβηνε από μπροστά μου, έχοντας την απαίτηση να μην βλέπω τίποτε ή μάλλον να βλέπε μόνο αυτόν. Κάτι ήχους από πουλιά και έντομα αντιλαμβανόμουν, χωρίς να μπορώ να δω τους δημιουργούς τους, ώσπου άκουσα το πρώτο χτύπημα του τάλαντου που μηνούσε για το Μεγάλο Απόδειπνο και σιγά-σιγά άρχισα να ξυπνάω από το μεθύς της άνοιξης και να επιστρέφε με γοργά βήματα στο Μοναστήρι, όχι τόσο για την Ακολουθία, όσο για να μην χάσω, μετά το πέρας της;, το απογευματικό κολατσιό –ψωμί, ελιές, μαρμελάδα, χαλβάς, τσάϊ- που στην ουσία είχε την θέση δείπνου.

Τα όνειρα, σαν μία στροφή του δρόμου γίνονται,
εκεί που πας να πιάσει το ένα εμφανίζεται το άλλο,
και αν στην στροφή σταματήσεις χάθηκαν
και ο γκρεμός από κάτω σε περιμένει.
Πότε θα απολαύσω τα όνειρά μου, σκέφτομαι,
πότε θα σταματήσω να τα κυνηγάω;
Και αν τα πιάσω, «ακολούθα μας», μου λένε,
και έναν καινούργιο κόσμο μου εμφανίζουνε,
που δεν είχα ποτέ μου ονειρευτεί.
Ο φιδίσιος ο δρόμος των ονείρων μας
ποτέ δεν τελειώνει
και ποτέ δεν αρχίζει·
εκεί που έφτασες στο τέρμα, νόμιζες, συνεχίζεις,
και ο ένας κόσμος μετά τον άλλο ανασύρεται.
Γιατί τα όνειρα δεν σταματάνε,
να ξαποστάσω, να ευφρανθώ
το μοσχοβόλημα της προσπάθειάς μου,
των κόπων μου τον χρωματισμό;
Γιατί, μόνο τα λουλούδια να ευωδιάζουν,
να ζωγραφίζουνε την γή·
και εγώ δεν δύναμαι να διακοσμήσω
τον οὐρανό τον απέραντο της ζωής;
-Στροφή, στάσου, δεν σ’ ἀκολουθώ άλλο,
το όνειρό μου είναι εδώ, το βρήκα,
θα σταματήσω να το απολαύσω,
μες στα πνευμόνια μου όλο να μπει,
ένα με την καρδιά και την ψυχή να γίνει,
και τότε, αφού και αυτό θα έχει εξελιχθεί,
σε κάτι καινούργιο και εκείνο θα έχει μεταμορφωθεί,
ώστε, το όνειρο κάποιου άλλου, κάποτε να γίνει,
θα συνεχίζω να σ’ ἀκολουθώ.
Η ατέρμονη αναζήτηση σε κουράζει,
η αέναη ποτέ·
φτάνει να ξέρεις να τα ξεχωρίζεις,
πράγμα που δεν είναι εύκολο, σοφέ μου εαυτέ.