Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Γράφει ο Πλούταρχος:

Διαβάζω στον Πλούταρχο: 
...Οι Αιγύπτιοι φαίνονται ότι έκαναν την διευκρίνιση και δέχονται την πιθανότητα ότι το πνεύμα του θεού μπορεί να πλησιάσει μια γυναίκα και να θέσει μέσα της κάποιες αρχές δημιουργίας...
... Ο Πυθαγόρας θεωρούσε ότι η πρώτη αρχή των όντων δεν είναι αισθητή και υποκείμενη στις μεταβολές, αλλά είναι αόρατη και άκτιστη και αντιληπτή μόνο με τον νου· για αυτό και ο δεύτερος βασιλιάς της Ρώμης ο Νουμάς εμπόδισε τους Ρωμαίους να πλάσουν άγαλμα του Θεού με μορφή ανθρώπου ή ζώου

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Ὁ Ἁγιορειτὴς Πατὴρ Ἀθανάσιος ὁ Ζαχαροπλάστης (1900-1945)



Ὁ Ἁγιορειτὴς Πατὴρ Ἀθανάσιος ὁ Ζαχαροπλάστης (1900-1945)
(ἀρχιμανδρίτου Γαβριὴλ προηγουμένου Μονῆς Διονυσίου)

Α) Ἡ Ὑπόθεσις.
Τὸ ἔτος 1900 ἦλθεν εἰς τὴν Μονήν μας, τοῦ Ἁγίου Διονυσίους, εἷς νέος 25-28 ἐτῶν ἐκ Θεσσαλονίκης, Ἀστέριος ὀνόματι, μονογενὴς Ἕλληνος Χριστιανοῦ Ὀρθοδόξου, ζαχαροπλάστου τὸ ἐπάγγελμα.
Ἐπὶ τετράμηνον, ὡς δόκιμος, παρέμεινεν ἐν τῇ Μονῆ, ἀλλ’ ἔπειτα μετ’ ἄλλων νέων μοναχῶν καὶ δοκίμων, ἐστάλη εἰς τὸν Μονοξυλίτην, ἀγρόκτημα ἀμπέλων καὶ ἐλαιώνων, ἵνα βοηθήσουν ἐκεῖ εἰς ἐλαφροτέρας ἐργασίας, ὡς εἶναι τὸ ξεφύλισμα καὶ βαστολόγημα τῶν ἀμπέλων.
Κατὰ τὸν ἐν τῇ Μονῇ τετράμηνον διάστημα τοῦ ἐν λόγῳ, ἦλθε δύο φορὰς ὁ πατήρ του, διὰ νὰ τὸν μεταπείσῃ καὶ παραλάβη εἰς τὴν ἐργασίαν του, ἀλλ’ ὁ εὐλαβὴς νέος ἐστάθη ἀμετάπειστος.
Ὡς ἐκ τούτου ὁ πατήρ του, ἐν τῇ ἀπονίᾳ καὶ ἀπελπισίᾳ του, προτροπῇ του διαβόλου, προσέφυγεν εἰς μάγους Τούρκους καὶ Ἑβραίους ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ τίς οἶδε τί τοὺς ὑπεσχέθη ὑλικὰ ἀλλ’ ἴσως καὶ πνευματικά, ἐξ οὗ καὶ οἱ δαίμονες ἀνταποκρινόμενοι, ἔβαλον τὰ δυνατά των, ἵνα μεταπείσωσι τὸν νέον καὶ ἐπιστρέψη εἰς τὸν κόσμον, ἐγκαταλείπων τὸ Ἅγιον Ὄρος.
Καὶ πρὸς τοῦτο, ἐκζητήσαντες, ἔλαβον παρὰ Θεοῦ τὴν ἄδειαν, ἵνα τὸν πειράσουν ὡς καὶ τὸν Δίκαιον Ἰὼβ ταλαιπωροῦντες αὐτόν, πλὴν τῆς ζωῆς, ὡς ἔγινεν καὶ τὸν πολυάθλον. Ὡς ἐκ τούτου ἐκεῖ εἰς τὸν Μονοξυλίτην, ὁσάκις ὁ νέος αὐτὸς ἐξήρχετο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Μετοχίου, διὰ νὰ ὑπάγη εἰς τὸν κῆπον ἢ εἰς τὰ παρακείμενα ἐξωκκλήσια ἵνα ἀνάψη τὰ κανδήλια, ὑφίστατο ῥαγδαῖον λιθοβολισμὸν ἐκ διαφόρων σημείων, ἀλλὰ χωρὶς τὸ παράπαν ἀγγίσεις τῶν πετρῶν εἰς τὸ σῶμά του.
Ὁ τότε οἰκονόμος γερο-Δωρόθεος, ἀνησυχήσας ἀλλ’ ἔχων καὶ μικρὰν ὑποψίαν μήπως Ῥῶσσοι ἐκ τῆς πλησιοχώρου Σκήτης τῆς Θηβαΐδος, πολυανθρώπου τότε, χάριν παιδιᾶς ποιῶσι τοῦτο, ἔγραψε πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Μονῆς εἰς Καρυὰς ὅπως στείλη τὸ ἐκ Σεϊμένηδων ἀπόσπασμα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος πρὸς ἐξέτασιν τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι ἐλθόντες καὶ ἐρευνήσαντες πανταχόθεν, τοῦ εἶπον: «Δὲν βρήκαμε τίποτε, Γέροντα, εἶναι δαιμονικὴ ἐνέργεια». Καὶ ὄντως τοιαύτη ἦτο. Ὁσάκις ὁ νέος μετέβαινεν εἰς τὸν Ἅγιον Ἀρτέμιον ἀπὸ τὸν δρόμον ποὺ ἄγει πρὸς τὸν κόσμον δὲν τὸν πετροβολοῦσαν, ὅταν ὅμως ἐπέστρεφεν εἰς τὸ Μετόχι, τότε ἤρχιζεν ὁ πετροβολισμός.
Τοῦτο ἀνεστάτωσε καὶ τοὺς νέους μοναχούς, ἐφ’ ὧ ὁ οἰκονόμος, ἀπὸ συμφώνου μὲ τὸν ἐφημερεύοντα ἐκεῖσε, εὐλαβέστατον παπα-Μᾶρκον, τὸν διατελέσαντα μετέπειτα καὶ Ἡγούμενον τῆς Μονῆς, παρ’ οὗ τὰ ἔμαθον λεπτομερῶς, ἔγραψαν εἰς τὴν Μονὴν τὰ γενόμενα καὶ νὰ σταλῆ ἡ λέμβος πρὸς παραλαβὴν τοῦ δοκίμου αὐτοῦ, καθότι φοβηθέντες οἱ ἄλλοι δόκιμοι, θὰ τραποῦν πρὸς ἄλλας κατευθύνσεις. Μεθ’ ἡμέρας ἦλθεν ἡ λέμβος καὶ ἀπεφασίσθη ὅπως τὸν συνοδεύσῃ καὶ ὁ παπα-Μᾶρκος μέχρι τῆς Μονῆς. Καὶ ἐν ὅσῳ κατέβαινον πρὸς τὴν παραλίαν, δὲν συνέβαινε τίποτε. Μόλις ὅμως εἰσῆλθον εἰς τὸ πλοῖον καὶ τοῦτο ἐκίνησε πρὸς τὸ Ὄρος, ἤρχισαν οἱ πετροβολισμοὶ ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ἵνα τοῦ ἐμποδίσουν τὴν πρόοδον.
Οἱ λεμβοῦχοι Πατέρες, φοβηθέντες καὶ αὐτοί, ἐτράπησαν πρὸς τὰ ἀνοιχτά, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἔφθαναν αἱ πέτραι. Τότε, ὁ παπα-Μᾶρκος σηκωθείς, ἔβαλε τὸ ἐπιτραχήλιο καὶ ἄρχισε τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας καὶ οὕτως ἔπαυσεν ἡ δαιμονικὴ ἐνέργεια καὶ ἔφθασαν ἥσυχοι εἰς τὴν Μονὴν μέχρι τῆς Πύλης αὐτῆς.
***



Β) Μετάβασις εἰς τὴν Ἔρημον.
Ἐκεῖ, μερικοὶ Πατέρες εἰρωνεύθησαν τὸν παπᾶ, λέγοντες ὅτι: «Δὲν εἶναι τίποτε, ἰδού, δὲν γίνεται τίποτε», ὅτε ἀμέσως ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ παρακείμενου πύργου ἔπασαν στὰ πόδια τους 3-4 μικρὲς πέτρες.
Ἐννόησαν ὅλοι ὅτι ἦτο σατανικὴ ἐνέργεια ὁ λιθοβολισμός, ἐκλονίσθη δὲ καὶ ἡ ὑγεία τοῦ δοκίμου, ἠσθάνετο ἕνα ἄγχος εἰς τὸν λαιμὸν μὲ διάθεσιν ἐμετοῦ, ἐξ οὗ καὶ δὲν μεταλάμβανε. Τὸν ἐδιάβαζαν κάθε ἡμέραν ἐξορκισμούς, παρακλήσεις κ.λ.π., ἀλλὰ καμμία βελτίωσις, ὁπότε ἀπεφασίσθη καὶ τὸν ἔστειλαν εἰς τὸν Πνευματικὸν παπα-Σάββαν εἰς τὴν Μικρὰν Ἁγίαν Ἄννα, ὄντα πρώην Διονυσιάτη, ὅστις καὶ τὸν ἐδέχθη, ἀλλὰ τὸ βράδυ, μόλις ἐνύχτωνεν, ἤρχιζαν νὰ κυλίωνται βράχοι ἀπὸ ἄνωθεν τῆς Καλύβης καὶ νὰ διέρχονται πλησίον αὐτῆς χωρὶς νὰ τὴν θίγουν.
Ὁ ἁγιώτατος Πνευματικός, ἐνέτεινε τὰς προσευχάς του μὲ ἀπόλυτον νηστείαν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας καὶ τὴν τετάρτην, ἐνῶ τὸν ἐδιάβαζεν τοὺς ἐξορκισμοὺς παρουσίᾳ τῆς συνοδείας του, μὲ ἕνα δυνατὸν βῆχα τοῦ δοκίμου, ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματός του ἕνα ζῶον ὡσὰν ἀλώπηξ, τὸ ὁποῖον ἐμβλέψας ἀγρίως τὸν ἅγιον Πνευματικόν, καὶ τρίξας κατ’ αὐτοῦ τοὺς ὀδόντας του ἔγινεν ἄφαντον, ὁπότε ὁ ἐν λόγῳ, σηκωθεὶς καὶ βαλὼν μετάνοιαν εἰς τὸν Πνευματικόν, τοῦ εἶπεν: «Ἔγινα καλά, ἅγιε Πνευματικέ, σὲ εὐχαριστῶ», καὶ τὴν ἑπομένην, εἰς τὴν Λειτουργίαν, ἐκοινώνησε.
***

Γ) Μετάβασις εἰς Καρυάς.
Τὸν ἐβάστηξαν 2-3 ἡμέρας νὰ συνέλθη καὶ ἔπειτα ὁ Πνευματικὸν τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν Μονήν μας συνοδεία τοῦ ὑποτακτικοῦ του παπα-Σάββα, ὁ ὁποῖος ἔγινε κατόπιν Ἡγούμενος εἰς τὴν Μονὴν Εἰκοσιφοινίσσης τοῦ Παγγαίου, καὶ ὁ ὁποῖος μοὶ τὰ ἐδιηγήθη. Ἔστειλε δὲ καὶ ἐπιστολὴν ὁ Πνευματικός, ἐν ᾗ ἔγραφε νὰ τὸν στείλη ἡ Μονὴ εἰς τὰς Καρυάς, συνιστῶσα αὐτὸν εἰς τὸν Κελλιώτην της παπα-Διονύσιον, πρὸς ἠθικὴν προστασίαν.
Εἰς αὐτὸν δὲ τὸν νέον συνέστησε ὅπως ζήση κατὰ μόνας εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ συγκεκριμένως εἰς τὰς Καρυάς, ἔνθα μετερχόμενος τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ζαχαροπλάστου θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξοικομῆ τὰ πρὸς τὸ ζῆν.
Ἐκεῖ λοιπὸν εἰς τὰς Καρυάς, ὁ παπα-Διονύσιος τοῦ παρεχώρησε τὸν οἰκίσκον τοῦ ἀμπελῶνός του, ὀλίγον ἔξωθεν τῶν Καρυῶν, τὸν συνέστησε δὲ καὶ εἰς τὰ δύο ἑστιατόρια τῆς πολίχνης καὶ οὕτως ἔμεινε ἐπὶ τριετίαν ἐκεῖ ἐφησυχάζων. Μετὰ ἔφυγεν ἐκεῖθεν, διότι ἠνωχλεῖτο ἀπὸ τὸ ὑπερκείμενο κιόσκι τῶν Καρυῶν, ἀπὸ τὰς φωνὰς καὶ ἐνίοτε ᾄσματα τῶν λαϊκῶν, καὶ μετέβη εἰς τὴν Μονὴν Κουτλουμουσίου, ὅπου τοῦ παρεχωρήθη μία ἠρειπωμένη χορταποθήκη ἔξωθεν τῆς Μονῆς, ἔχουσα εἰς τὸ ἀνώγειον μικρὸν δωμάτιον καὶ ἐκεῖ παρέμεινεν ἐπὶ 40 ἔτη.
***

Δ) Ἡ ζωή του ἐν Καρυαῖς.
Ἦτο καλοκάγαθος, καθαρώτατος εἰς τὰ πενιχρά του ῥάσα καὶ εὐλαβέστατος, τακτικὸς εἰς τὰς ἀγρυπνίας τοῦ Πρωτάτου, συχνὰ μεταλαμβάνων καὶ πάντοτε ξηροφαγών, ἐξ οὗ καὶ δὲν ἐκάθητο εἰς τὴν Τράπεζαν τοῦ Κουτλουμουσίου, ὁσάκις ἐκκλησιάζετο ἐκεῖ.
Ἔκαμνε τὰ γλυκὰ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος ὡς καὶ τῶν πανηγυριζόντων Κονακίων καὶ Κελλίων, μὴ δεχόμενος ἐξ αὐτῶν ἀμοιβήν, μόνον λαμβάνων ὀλίγον ἀπὸ τὰ γλυκὰ τοῦ κουταλιοῦ, ἵνα δι’ αὐτῶν καταπολεμῆ τὴν ἔμμονον, ὡς ἐκ τῆς ξηροφαγίας, δυσκοιλιότητα.
***

Ε) Τὸ ὁσιακὸν τέλος του.
Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1945, κοινωνήσας εἰς τὴν Πανήγυριν τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου (τῆς Μεταμορφώσεως, 6 Αὐυγούστου), συνήντησε ἔπειτα τὸν Ἡγούμενο αὐτῆς καὶ τοῦ εἶπε: «Αὔριον, Γέροντα, νὰ στείλης τὸν παπα-Σπῦρον νὰ ἔλθη εἰς τὸ σπίτι νὰ μὲ ἰδῆ, δὲν εἶμαι καλά». Τοῦ εἶπεν ὁ Ἡγούμενος: «Πῶς νὰ σὲ ἰδῆ, ἐσὺ εἶσαι κλεισμένος, δὲν δέχεσαι κανέναν». «Θὰ ἀφήσω ἀνοιχτὴ τὴν πόρτα καὶ νὰ ἔλθη», τοῦ εἶπε.
Τὸ πρωΐ, μετὰ τὴν Λειτουργίαν τῶν κτητόρων τῆς Μονῆς, ἐπῆγεν ὁ παπα-Σπυρίδων, ἀλλὰ τὸν εὗρε νεκρὸν καὶ ὅτε ἦλθεν εἰς τὸ Ἡγουμενεῖον ἵνα ἀναγγείλη τοῦτο ἤμουν παρὼν καὶ ἐγώ, εὑρεθεὶς τότε εἰς τὰς Καρυὰς καὶ προστὰς εἰς τὴν πανήγυριν τῆς Μονῆς.
Ἔτρεξαν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ μαζὶ μὲ τὸν παπα-Σπῦρον καὶ εἶδον αὐτὸν ὕπτιον ἐπὶ τῆς κλίνης μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ προσβλέποντας εἰς τὸ ἀπέναντί του εἰκονοστάσιον, δίπλα του δὲ ἕνα σημείωμα, ὅπως τὸν θάψουν ὅπως εἶναι, ἐκεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ οἴκημα.
Οἱ ἀδελφοὶ ὅμως, δὲν τὸ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ ἤρχισαν νὰ τοῦ ἀλλάζουν, ὡς συνήθως τὰ ῥοῦχά του, ὁπότε εἶδον ὅτι κατάσαρκα φοροῦσε πλατεῖαν μεταλλικήν, ἁλυσιδωτὴν ζώνην, ὡς πολλοὶ ἀσκηταὶ τῆς Αἰγύπτου τὸ πάλαι.
Τὸν ἔφεραν ἔπειτα εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κοιμητηρίου καὶ τὸ ἑσπέρας, πρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ, ἔγινε ἡ κηδεία. Ἔλεγον δὲ οἱ ἀλλάξαντες αὐτὸν πατέρες, ὅτι τὸ πρόσωπόν του ὡς νεκροῦ ἔλαμπεν· ἐγὼ δὲν τὸ εἶδα, καθότι εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὰ λείψανα τῶν νεκρῶν ῥάπτονται ἐξ ὁλοκλήρου ἐντὸς παλαιοῦ ῥάσου, μηδὲ τῆς κεφαλῆς ἐξαιρουμένης. Καὶ οὕτως ἀπεδήμησε πρὸς Κύριον ὁ καλοκάγαθος πατὴρ Ἀθανάσιος ὁ ζαχαροπλάστης, ὁ πειρασθεὶς πολὺ ὑπὸ τοῦ διαβόλου, ἀλλ’ ἐν τέλει ἐξουθενώσας αὐτὸν διὰ τῆς μοναχικῆς του ἀσκήσεως.
***

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2. ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 6. ΓΕΡΩΝ ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ ΦΙΛΟΘΕΪΤΗΣ



ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 7. ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΤΗΤΩΡ ΜΟΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1. ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ



ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1. ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΙΑΚΩΒΟΣ

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 9. ΟΣΙΟΙ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Κ ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ


ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 12. ΟΣΙΟΣ ΝΕΙΛΟΣ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 20. ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 18. ΟΣΙΟΣ ΡΩΜΥΛΟΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 22. ΟΣΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ


24. ΟΣΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 15. ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 16. ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 21. ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΤΕΛΑΡΟΣ



ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 25. ΟΣΙΟΣ ΚΟΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΙΟΥΛΙΟΥ

ΙΟΥΛΙΟΣ 3. ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ



ΙΟΥΛΙΟΣ 5. ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ


ΙΟΥΛΙΟΣ 12. ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΙΟΥΛΙΟΣ 14. ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΙΟΥΛΙΟΣ 11. ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΟΣ

ΙΟΥΛΙΟΣ 11. ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΕΣΣΕΞ




ΙΟΥΛΙΟΣ 28. ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΙΝΟΣ


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΙΟΥΝΙΟΥ

ΙΟΥΝΙΟΣ 12. ΟΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ

ΙΟΥΝΙΟΣ 15. ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΟΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΪΟΥ

ΜΑΪΟΣ 13. ΟΣΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΙΒΗΡ

ΜΑΪΟΣ 13. ΟΣΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΙΒΗΡ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

ΑΠΡΙΛΙΟΥ 7. ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ


ΑΠΡΙΛΙΟΥ 12. ΟΣΙΟΣ ΑΚΑΚΙΟΣ ΑΚΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ


ΑΠΡΙΛΙΟΥ 17. ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ