Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Μεγάλη Δευτέρα 2017



Μεγάλη Δευτέρα 2017

Ώρα 5:45 το απόγευμα. Το λεωφορείο στο ΚΤΕΛ Χαλκιδικής της Θεσσαλονίκης, ξεκίναγε γεμάτο για τα χωριά της Χαλκιδικής, με τέρμα στην Ουρανούπολη· ακόμα και η θέση 0 –αυτή του εισπράκτορα- ήταν κατειλημμένη. Ήταν το τελευταίο δρομολόγιο της ημέρας. Από τα 50 άτομα, περίπου τα μισά θα κατέβαιναν στο τέρμα, όπου την επόμενη ημέρα θα έμπαιναν στο Άγιον Όρος –λαϊκοί και μοναχοί, νέοι οι περισσότεροι. Εκάθισα στην θέση που έγραφε το εισητήριό μου και άρχισα να διαβάζω τις Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος, για να περάσει η ώρα.
Δεν πρόλαβα να τελειώσω μία-δύο σελίδες και το λεωφορείο έκανε στάση στην Θέρμη, όπου ήθελε να επιβιβαστεί μία ψηλή, λεπτεπίλεπτη, καστανομάλλα κοπέλα. Ο οδηγός την ενημέρωσε ότι, αν ήθελε, μπορούσε να επιβιβαστεί, αλλά θα ταξίδευε όρθια. Ένας δισταγμός απλώθηκε στο πρόσωπό της και με ερωτηματικό το έστρεψε προς τον σύζυγό της, ο οποίος μάγκωσε τα χείλη του. Μετά από βραχεία σιωπή, απάντησε στον οδηγό: «Είμαι έγκυος». Ο οδηγός το σκέφτηκε λίγο και της είπε: «Έλα, κάποιος θα βρεθεί να σηκωθεί». Μόνο, που αυτός ο κάποιος δεν βρέθηκε. Τότε, μία κυρία, γύρω στα 60 και εύσωμη, που καθόταν από πίσω μου, αφού είδε ότι κανείς δεν προσεφέρθη, διατέθηκε να σηκωθεί αυτή· και πάλι κανείς δεν συγκινήθηκε. Τότε, καθώς ευρισκόμουν εξ αρχής σε ετοιμότητα, και αφού διαπίστωσα ότι κανείς νεώτερός μου δεν συγκινήθηκε, προσέφερα την δική μου θέση.
Όταν ξανακάθισα, μετά από μία ώρα περίπου, που άδειασε από κόσμο το λεωφορείο, λίγο μετά τον Ταξιάρχη, ξανάνοιξα το βιβλιάρακι, και συνέχισα να διαβάζω από εκεί που είχα σταματήσει: «Δεῦτε οὖν, φιλέοροι, ὑπαντήσωμεν ᾄσμασιν· ὁ γὰρ Κτίστης ἔρχεται, Σταυρὸν καταδέξασθαι, ἐτασμοὺς καὶ μάστιγας, Πιλάτῳ κρινόμενος· ὅθεν καὶ ἐκ δούλου ῥαπισθεὶς ἐπὶ κόῤῥης, τὰ πάντα προσίεται, ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον».
Τὴν προηγούμενη μέρα το απόγευμα, πολλοί από όσους ήμασταν στο λεωφορείο, θα είχαμε ακούσει αυτό τροπάριο. Αλλά, φαίνεται, μείναμε μόνο στην αρχή, που μας προσκαλεί να προϋπαντήσουμε τον ερχόμενο Κύριο. Ως επιφανειακοί άνθρωποι, μείναμε σε αυτό. Αλλά, ο Κύριος, δεν έρχεται σήμερα για να τον δοξάσουμε, αλλά για να κριθεί, να χλευαστεί, να μαστιγωθεί, να ραπιστεί, να σταυρωθεί από αυτούς τους οποίους εδημιούργησε. Και αυτό, εμείς, το ξεχνάμε· ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται. Και όταν λέω το ξεχνάμε, εννοώ στα απλά, τα επουσιώδη πράγματα και περιστατικά της καθημερινότητάς μας· ταπείνωση δεν είναι, εν προκειμένω, να παραχωρήσουμε την θέση μας σε κάποιον που την έχει ανάγκη ή την σειρά μας σε μία ουρά; Χωρίς να έχουμε πει κάτι, χωρίς το στόμα μας να βγάλει ούτε μία λέξη, έχουμε πει πολλά μόνο με την στάση του σώματος και έχουμε επιτρέψει στον εγωϊσμό ή στην ταπείνωση να πάρει την θέση του/της μέσα μας. Ο άνθρωπος φαίνεται στις λεπτομέρειες και μάλιστα, σε αυτές που δύναται να πράξει όπως ο ίδιος επιθυμεί, χωρίς να έχει καμμία τυπική επίπτωση. Και για να επανέλθω στο θέμα. Πόσοι από εμας δεν σκεφθήκαμε: «Α, εμένα το εισητήριό μου γράφει αριθμό θέσεως. Για αυτό πλήρωσα, για να έχω και θέση· την δικαιούμαι». Τυπικά, σκεφτόμαστε, είμαστε εντάξει· ηθικά όμως, όχι. Και, υποτίθεται, ότι πολλοὶ ἀπὸ εμάς, που βρισκόμαστε μέσα στο λεωφορείο, προετοιμάζουμε διαρκῶς την ψυχή μας για το ηθικό, όχι για το τυπικό.
Τυπικά, κανείς δεν θα έλεγε τίποτα στον Χριστό, αν χρησιμοποιούσε την θεϊκή Του υπόσταση και δύναμη, όπως είχε δικαίωμα. Θα υποστηρίζαμε ότι δικαιωματικά ο Πλάστης δεν ανέχθηκε να λοιδορείται από το πλάσμα Του, ο Ανώτερος από τον κατώτερο, ο Αθάνατος από τον θνητό, ο Δημιουργός από το δημιούργημα· και δικαιωματικά αντιστάθηκε ως Θεός. Όμως, για τον Χριστό-Θεό, η λέξη δικαίωμα, είναι άγνωστη λέξη. Ο Χριστός δεν έχει ανάγκη να δικαιωθεί, δεν έχει την ανάγκη να αγαπηθεί, να δοξαστεί, να υψωθεί στα μάτια των ανθρώπων· ως Θεός, είναι αυτάρκης. Δεν έχει καμμία ανάγκη και ακόμα περισσότερο, δεν έχει καμμία ανάγκη που να απορρέει από την λέξη Δικαίωμα ή συναφείς σε αυτήν λέξεις. Έχει μία ανάγκη, που απορρέει από την λέξη Αγάπη· ὅποιος αγαπάει πραγματικά, πληγώνεται, τραυματίζεται, σχίζεται η καρδιά του σε χίλια κομμάτια, όταν βλέπει το Πρόσωπο που αγαπάει να υποφέρει από τις λάθος επιλογές των πράξεών του. Και τί κάνει τότε αυτός που αγαπάει πραγματικά; Μεταχειρίζεται τα πάντα, προκειμένου να βοηθήσει το αγαπημένο του πρόσωπο· δεν τον νοιάζει αν θα υποφέρει προσωρινά, αν θα αντιμετωπίσει δυσκολίες και παγίδες· είναι έτοιμος να πάθει τα πάντα, για να επανέλθει ο άλλος στην προτεραία, υγιή κατάστασή του. Αυτό κάνει σήμερα και ο Χριστός: «τὰ πάντα προσίεται ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον». Με μία διαφορά όμως. Ο άνθρωπος, θυσιάζεται για τον αγαπημένο του, για αυτόν που έχει επιλέξει να αγαπάει, γιατί έχει ανάγκη να αγαπάει κάποιον, γνωρίζει ότι, χωρίς αγάπη δεν έχει και οντότητα, δεν έχει λόγο υπάρξεως. Ο Θεός όμως, ως Αυτάρκης, δεν έχει ανάγκη να αγαπάει. Όμως, Θεός και Αγάπη είναι το ένα και το αυτό. «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι». Ο Θεός είναι παντοδύναμος, αλλά το μόνο που δεν κάνει, γιατί δεν το θέλει, είναι να πάψει να αγαπάει, αυτό που, από αγάπη, ό Ίδιος ἐδημιούργησε, τον Άνθρωπο. Γιατί, ο Θεός είναι τέλειος, και αν πάψει να αγαπάει, θα είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος, ο Τιμωρός του κόσμου, το αόρατο κινούν, το όντως Ον, αλλά δεν θα είναι Θεός. Γιατί ο Θεός είναι τέλειος, και οι προαναφερθέντες υποτιθέμενες υπάρξεις δεν είναι τέλειες, γιατί τους λείπει η Αγάπη. Και ο Θεός-Αγάπη δίνει «λύτρον ἀντὶ πολλῶν τὴν ψυχήν».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου