Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Μεγάλη Τετάρτη 2017



Μεγάλη Τετάρτη 2017
Αχ, αυτό το δωμάτιο του Ξενώνα. Μπορεί η βιβλιοθήκη του να μην αξίζει πολλά, καθώς έχει μόνο έναν τοίχο με βιβλία και τα περισσότερα γνωστά και ευπώλητα, αλλά, ως Αναγνωστήριο είναι το καλύτερο που έχω συναντήσει. Με διακρικό φωτισμό και παράθυρα τόσα ώστε να μην σε αποσυντονίζουν οι εξωγενείς παράγοντες, σε ωθεί να εσωτερικεύσεις αυτό που διαβάζεις και να γίνει κτήμα σου· σε ωθεί να εξωτερικεύσεις αυτό που έχεις μέσα σου και να το δεις να παίρνει σάρκα και οστά. Θυμάμαι, το πάλαι ποτέ, όταν έληγε η προθεσμία για να παραδώσω μια εργασία σε ένα μεταπτυχιακό που έκανα τότε και δεν μπορούσα να την γράψω, σε αυτό εδώ το δωμάτιο ήταν που, μέσα στην νύχτα, άρχισα να γράφω, χωρίς να είχα μαζί μου βιβλία, παρά μόνο χαρτί και στυλό, και έγραφα μέχρι που ξημέρωσε και τότε την είχα τελειώσει της εργασία, σε μία πρώτη γραφή. Έτσι και τώρα, όταν με ξύπναγαν τα ροχαλητά των συνυπνούντων μου, έβρισκα καταφύγιο σε αυτό το δωμάτιο, το οποίο, για άλλη μία φορά με λύτρωσε και μου ελευθέρωσε την ενέργεια που για πολύ καιρό ήταν καταπιεσμένη μέσα μου· αποτέλεσμα δε της απελευθέρωσης αυτής το ποίημα που μόλις διαβάσατε.
Απόλυτη ησυχία, ηρεμία της φύσεως, όταν, κατά τις 3:30 την νύχτα, ξεκίνησε η Ακολουθία του Νυμφίου της Μεγάλης Τετάρτης.
«Πόρνη προσῆλθέ σοι/ μῦρα σὺν δάκρυσι/ κατακενοῦσά σου/ ποσί, φιλάνθρωπε,/ καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν λυτροῦται τῇ κελεύσει σου·/ πνέων δὲ τὴν χάριν σου/ μαθητὴς ὁ ἀχάριστος,/ ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύεται,/ φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε...»
Μου αρέσει η Μεγάλη Τετάρτη. Οι περισσότεροι την γνωρίζουν από το τροπάριο της Κασσιανής με αποτέλεσμα να χάνεται η υπέροχη αντιδιαστολή που γίνεται σε όλη την διάρκεια της Ακολουθίας, ανάμεσα στην Πόρνη και τον Ιούδα· ανάμεσα στην ανώνυμη καὶ τον επώνυμο· ανάμεσα στην αμαρτωλή και τον άγιο· ανάμεσα στην άτιμη και στον τιμημένο.
Η Πόρνη είναι ανώνυμη, όχι γιατί δεν έχει όνομα, ούτε γιατί δεν ξέρανε οι τότε γράφοντες το όνομά της· το γνωρίζανε, όπως και της άλλης Πόρνης του Ευαγγελίου, του: «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τῷ λίθῳ βαλλέτω». Είναι ανώνυμη, γιατί δεν μας ενδιαφέρει να την κρίνουμε, να την δικάσουμε, να την καταδικάσουμε. Η αμαρτία δεν έχει πρόσωπο, είναι απρόσωπη, άδηλη. Όσο μας βρωμίζει όταν την κάνουμε, τόσο καθαροί γινόμαστε όταν παύουμε να την εκτελούμε. Η αμαρτία είναι πέρα και έξω από εμάς, δεν είμαστε εμείς η αμαρτία και δεν ταυτίζεται αυτή με εμάς.
Και ένα δεύτερο σημείο· το όνομά της είναι άγνωστο, όχι μόνο γιατί ήταν αμαρτωλή· και ο Ζακχαίος ήταν αμαρτωλός, αλλά αναφέρεται ονομαστικώς στο Ευαγγέλιο, καθώς μετανόησε και άλλαξε διαγωγή, και επομένως δικαιωμένος στα μάτια των ανθρώπων και παράδειγμα προς μίμηση. Στο Ευαγγέλιο, δεν αναφέρεται ως η πρώην πόρνη, η μετανοημένη και αλλαγμένη πόρνη, αλλά ως σκέτο πόρνη την στιγμή που έπλενε τα πόδια του Χριστου, δεν γνωρίζουμε αν άλλαξε έπειτα ζωή, αν έπαψε να επιτελεί την αμαρτία όπως ο Ζακχαίος· πιθανόν να συνέχισε την ίδια αμαρτωλή ζωή της. Και τότε γιατί την αναφέρουμε ως παράδειγμα και ψέλνουμε: «ἐκείνην εὐθὺς ἐδικαίωσας»; Μα, απλούστατα, γιατί άλλη η δικαιοσύνη τού Θεού και άλλη των ανθρώπων. Ο Θεός βλέπει την πρόθεση, ο άνθρωπος το αποτέλεσμα· ο Θεός ξέρει ότι ο άνθρωπος, ο συμφυρμένος με τα πάθη του, δεν είναι εύκολο να απαλλαχτεί από αυτά και για αυτό δεν μένει ο Θεός μόνο σε αυτά. Η Πόρνη αισθάνθηκε την θεότητα του Χριστοῦ -«τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα»- και αυτό μόνο ήταν αρκετό για να δικαιωθεί. Προσοχή στην λέξη «αισθάνθηκε»· ούτε κατάλαβε ή κατανόησε ούτε διάβασε ούτε έκρινε· αλλά, απλά το ένιωσε. Δηλαδή, με το πιο απλό, το πιο πρωτογενές συναίσθημα, χωρίς πολυπλοκότητες και εξηγήσεις, η Πόρνη δικαιώθηκε αμέσως. Αυτό είναι το μεγαλείο του Θεού. Δεν σου ζητάει τίποτα και ταυτόχρονα σου τα δίνει όλα! Μόνο να τον αισθανθείς, και τον εκέρδισες!
Δεν υπάρχει όμως σε αυτό το σημείο κάτι παράξενο; Ίσως η Πόρνη να συνέχισε την αμαρτωλή ζωή της και ο Χριστός, ως Θεός, φυσικά το ήξερε, αλλά την δέχθηκε, την άφησε να Του αγγίζει τα θεϊκά Του πόδια, δεν την παρατήρησε, δεν την συμβούλεψε, δεν της είπε κάν, όπως στην άλλη πόρνη: «πορεύου καὶ μηκέτι ἁμάρτανε»! Μα, είναι δυνατόν η Ηθική να μην συμβουλεύει ή να μην προτείνει τον δρόμο της Αρετής; Πώς γίνεται, ο Θεός, να αφήνει τον άνθρωπο στην αμαρτία; Μα, δεν την άφησε στην αμαρτία, αντίθετα, την έσωσε και άλλη, μεγαλύτερη! Η Πόρνη ήταν «ἀπεγνωσμένη διὰ τὸν βίον»· προσοχή στην λέξη απεγνωσμένη. Όταν κάποιος βρίσκεται σε απόγνωση, σημαίνει ότι έχει εξαντλήσει όλες τις αντοχές του και πλέον ευρίσκεται σε παραίτηση και άρα μπορέι να οδηγηθεί στις χείριστες των ενεργειών, στον φόνο, στην αυτοκτονία. Για αυτό και ο Χριστός ενήργησε μυστικά. Πρώτον, εσιώπησε, καθώς εγνώριζε πως, μία οποιαδήποτε πρόταση, όσο θετική και αν είναι, όταν απευθύνεται σε έναν απεγνωσμένο άνθρωπο, μπορεί να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα. Δεύτερον, την εδικαίωσε δύο φόρες· την εδικαίωσε, ως Θεός, μέσα Του, μυστικά, και αυτό η Πόρνη, όπως ένιωσε την θεϊκή Του υπόσταση, ένιωσε και την συγχώρηση, εξάλλου και η ίδια σιωπηλά την εζήτησε –χωρίς να πουν τίποτε, είπαν τα πάντα-· και την εδικαίωσε και ενώπιον των μαθητών Του και όλου του κόσμου. Όπως «ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, ἔτσι ἀνέστησε καὶ τὴν Πόρνη».
***
Οχτώ η ώρα το πρωΐ και είχα δύο επιλογές, αφού από το Μοναστήρι έπρεπε να φύγω· είτε να πήγαινα στην Δάφνη και να περίμενα το λεωφορείο των 12 για Καρυές, πίνοντας το καφεδάκι μου, είτε να ανέβαινα σιγά-σιγά προς Καρυές με τα πόδια. Προτίμησα το δεύτερο.
Δύο ώρες παρά πέντε λεπτά ακριβώς έκανα την διαδρομή, περπατώντας σιγά-σιγά, ανηφορίζοντας τον δρόμο, ανάμεσα στις γυμνές, ακόμα, καστανιές. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, χωρίς ίχνος από σύννεφα και η θάλασσα χρύσιζε χωρίς ίχνος κυμάτων.
Πάνω από μία ώρα ανηφόριζα, στις συνεχόμενες στροφές, προσπερνώντας τον έναν λόφο μετά τον άλλο, μέσα σε μία μονότονη φύση. Ώσπου, έφτασα στην κορυφή, πάνω από 500 μέτρα και άρχισα να κατεβαίνω. Όλο και πιο γρήγορα περπατούσα στην κατηφόρα, καθώς έβλεπα στο βάθος την πολίχνη των Καρυών χτισμένη σε μία πλαγιά, στα 300, 350 μέτρα, με τα τελευταία σπίτια να φτάνουν έως την κορυφή. Αυτός ήταν και ο λόγος που προτίμησα να πεζοπορήσω. Ανέκαθεν με γοήτευε η θέα των Καρυών από ψηλά. Να βλέπω τα σπίτια, αραία, να αρχίζουν από ψηλά να εμφανίζονται, με μεγάλους κήπους και όσο πλησιάζουν προς το κέντρο να πυκνώνουν, να είναι κολλητά το ένα με το άλλο και με υποτυπώδεις ή ανύπαρκτες αυλές. Μου αρέσει να βλέπω την ανομοιομορφία στο κτίσιμο· άλλα σπίτια να είναι μεγάλα, άλλα μικρά, άλλα αυτό που λέμε του κουτιού, χτισμένα εξ αρχής ή ανακαινισμένα, άλλα να έχουν κρατήσει εξωτερικά την παλαιότητα τους και άλλα εγκαταλελειμμένα, ερειπωμένα, με τα ανοίγματα από τις πόρτες και τα παράθυρα να χάσκουν. Δεν μπορείς να μην προσέξεις, σε απόλυτη αντίθεσι, τους τρεις ψηλούς πράσινους τρούλλους, από αντίστοιχα ρωσσικά Κελλιά, χτισμένα στις αρχές του 20ου αιώνος, μεγάλα, τριώροφα, στα πλαίσια του τσαρικού σχεδίου για την εκρωσσοποίηση των Καρυών και κατ’ επέκταση, όλου του Αγίου Όρους. Η ογκώδης, μεγαλοπρεπής Σκήτη του Αγίου Ανδρέα στα αριστερά, με τους 800 μοναχούς της τον καλό καιρό, το επιβεβαιώνει εμφατικά. Ευτυχώς, ήρθε η Οκτωβριανή Επανάσταση, εγκαταστάθηκε ο κομμουνισμός στην Ρωσσία, και ανάμεσα στα τόσα κακά που έκανε, έκανε και ένα καλό· το αστείρευτο τσαρικό ρούβλι στέρεψε, οι νέοι μοναχοί, όσοι δεν ήρθαν για να μονάσουν επέστρεψαν πίσω, άλλοι με το ζόρι. Επομένως, όσοι μοναχοί έμειναν άρχισαν να γερνάνε, χρήματα για συντήρηση των μεγάλων αυτών κτισμάτων δεν υπήρχαν, σταμάτησε και η ανανέωση σε έμψυχο δυναμικό, και έτσι σιγά-σιγά εγκαταλείφθηκαν και ερειπώθηκαν. Δεν μπορείς να μην θαυμάσεις όμως την γερή κατασκευή τους, που αντέχει εδώ και έναν αιώνα, παρά τους μεγάλους όγκους χιονιού και νερού που έχουν δεχτεί. Σε ένα από αυτά τα Κελλιά, το τριώροφο οίκημα στέκει ακόμα, αν και οι δύο από τις τέσσερις μπροστινές κολώνες έχουν πέσει, με το που θα πέσει και η τρίτη, το κτήριο έπεσε. Αισθητικά, καλύτερα, γιατι αυτά τα ογκώδη κτήρια με τους χάλκινους τρούλλους δεν ταιριάζουν στην φυσιογνωμία των Καρυών· είναι παράταιρα, μπροστά στους χαμηλούς τρούλλους των υπόλοιπων σπιτιών, μολύβδινοι ή με σχιστόπλακες.
Με αυτές τις σκέψεις, άρχισα να κατεβαίνω, αφήνοντας το ένα μετά το άλλο, αραιά χτισμένα σπίτια. Στην αρχή της κατηφόρας, μετά την διασταύρωση του δρόμου για το Βατοπέδι, βλέπεις αντικριστά, στις άκρες του δρόμου για το Βατοπέδι, δύο σχεδόν δίδυμα, διώροφα σπίτια, νεοανακαινισμένα και που μόνο το χρώμα των εξωτερικών τοίχων τους διαφέρει· στα μεν αριστερά είναι το Αγιοπαυλίτικο Κελλί της Υπαπαντής, στα δε δεξιά, το Λαυριώτικο Κελλί της Αγίας Τριάδος ή του Προφούρνι και όπου εγνώρισα τον Ροδίτη νεαρό μοναχό Ευγένιο, το Μεγάλο Σάββατο. Από αυτό το Κελλί ξεκινάει μονοπάτι που οδηγεί στην πίσω μεριά των Καρυών και καταλήγει στον φούρνο.
Ακριβώς από κάτω από την Αγία Τριάδα βρίσκεται το Ιβηρίτικο Κελλί της Αναλήψεως, στο οποίο διαμένει ο πρωτοψάλτης του Πρωτάτου, ο Ιάκωβος. Ο κήπος του είναι καλλιεργημένος με διάφορα βότανα, από τα οποία προσπορίζεται τα προς το ζην.
Και, χωρίς να το καταλάβω, έφτασα στην κεντρική πλατεία των Καρυών, αφήνοντας κάπως αδιάφορα, πίσω μου, την τεράστια, παλαιά Ρωσσική, Σκήτη του Αγίου Ανδρέου, που μια ομάδα, Ελλήνων κατα το πλείστον, μοναχών, την ανακαινίζει.
Άρχισα και ένιωθα ως ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος πάνω στην γή, φτάνοντας στο Κελλί που θα με φιλοξενούσαν. Το δωμάτιο στο οποίο έμενα, ήταν ένα γωνιακό παραλληλόγραμμο με τρία μεγάλα παράθυρα. Στον ένα τοίχο, το κρεβάτι στην μία γωνία και ξυλόσομπα στην άλλη και στον απέναντι, μια καρέκλα και μια πολυθρόνα και ανάμεσά τους ένα ξύλινο γραφείο· ίσα που άφηναν ένα μικρό διάδρομο, άλλα έπιπλα δεν χωρούσαν. Και όμως, μου φαινόνταν τόσο μεγάλο. Κάθε μέρα η Ανατολή με καλημέριζε και η Δύση με καληνύχτιζε. Δεν ήθελα κάτι άλλο. Έβγαινα στο ένα μπαλκόνι και η μεγάλη, ανθισμένη κερασιά με συντρόφευε, αγναντεύοντας μαζί, στο πολύ βάθος, την θάλασσα. Έβγαινα στο άλλο και έβλεπα σχεδόν όλες τις Καρυές να ξετυλίγονται στην πλαγιά του βουνού, στην αρχή πυκνά δομημένες και ανεβαίνοντας, μόλις να ξεχωρίζουν τα σπίτια, ανάμεσα στις γυμνές καστανιές· η καμέλια που βρισκόνταν κάτω από το μπαλκόνι, μου φώναζε: «Μην με ξεχνάς! Είμαι και εγώ εδώ!»
Η μέρα ξετυλίγεται ήσυχα και γρήγορα. Λίγη ξεκούραση, λίγο διάβασμα, λίγες δουλειές και πέρασε. Και, οπωσδήποτε, το απαραίτητο περπάτημα. Μα, μία οι Ακολουθίες, μία η νηστεία, δεν περπάτησα όσο ήθελα· πολύ λίγο και στα πέριξ.
Από τότε που κατά τύχη ανακάλυψα την Μολυβδοκκλησιά, δεν παραλείπω να την επισκέπτομαι οσάκις ευρίσκομαι στις Καρυές. Όπως και σήμερα. Πήρα το ανηφορικό και μόλις διακρινόμενο μονοπάτι, στρωμένο με ξερά φύλλα και χορτάρια, ανάμεσα από τις πανύψηλες καστανιές, τις τυλιγμένες με τους κισσούς. Το μονοπάτι γίνεται τρακτερόδρομος και συναντάει μία χαράδρα, όπου από απέναντι, διακρίνεται ευκρινέστατα, μέσα στα γυμνά δένδρα το Κελλί· λίγο να είχε προχωρήσει η άνοιξη και τα φύλλα θα το είχαν κρύψει.
Ένα παλιό σπίτι είναι η Μολυβδοκκλησιά, με τα κεραμίδια χορταριασμένα. Ένα ξύλινο σκέπαστρο στην είσοδο της πόρτας σε υποδέχεται με δύο μισοσάπια παγκάκια, ενώ πάνω από την θύρα, μια ξεφτισμένη αγιογραφία, όπου μετά βίας διακρίνεις τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Εκ του σύνεγγυς, μόνο αυτή η πλευρά είναι προσβάσιμη· στα αριστερά το χώμα της πλαγιάς, και στα δεξιά η ρεματιά, σε εμποδίζουν να κάνεις το κύκλο του σπιτιού.
Δεν μου αρέσει μόνο το ότι η Μολυβδοκκλησιά βρίσκεται στην μέση του πουθενά· και άλλα Κελλιά στο Όρος είναι σε παρόμοιες τοποθεσίες. Αλλά, μου αρέσει, γιατί μου μοιάζει καθώς δεν απλώνεται σε έκταση, δεν έχει ημέρεψει τον περιβάλλονται χώρο για να τον μεταβάλλει σε ένα κηπάκο, σε μία υλή. Νιώθει ότι εμποδίζει την άγρια φύση και κάθεται στην άκρη, σαν να ζητάει συγγνώμη για τον χώρο που καταλαμβάνει· ακόμα και το μονοπάτι, που συνεχίζει για άλλα Κελλιά, περνάει δίπλα ακριβώς από το στέγαστρο, σαν ανα της λέει ότι δεν δικαιούται ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο γης παραπάνω. Σαν κλέφτες βρίσκονται πιο πέρα το στέγαστρο για τα καυσόξυλα, μια αποθήκη και μια πιθαμή λαχανόκηπου· όλα μικρά, στριμωγμένα, στενά.
Πόσο πολύ θα ήθελα,
από τους ανθρώπους να κρυφτώ
στις φυλλωσιές της αφάνεις,
του αόρατου να κρυφτώ.
Πόσο θα ήθελα,
να περπατώ ανάμεσά τους
και την ψυχή μου
να διαφυλάττω καθαρή.
Μα, πώς θα γίνει αυτό
όταν στην μολύνουν
τα βλέμματα, τα λόγια των περαστικῶν;
Φοβάμαι τα ρυάκια των αγνώστων,
των αδιάκριτων, των καταναγκαστικών!
Φοβάμαι, την γύμνια των ασχέτων
που επιμένουν να γδύσουν και εμένα.
Ψυχή μου, ψυχή μου, πώς θα κρυφτείς από τους άλλους
χωρίς μισάνθρωπος να γενείς,
χωρίς την ελπίδα σου να χάσεις,
την πίστη σου την ζωντανή;
Πόσο φοβάμαι τους ανθρώπους,
που μέσα στην ησυχία της νυκτός,
καλύπτονται πίσω από τον ήχο του χειμάρρου
και σκαρφαλώνουν στον κισσό
και από εκεί συμπλέκονται, σε τυλίγουν αθόρυβα, με πάταγο σε σφίγγουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους εκείνους
που λίγο-λίγο σού ρίχνουν χώμα·
λες, σκόνη είναι θα περάσει,
μα, η πίεση που ασκεί το λίγο είναι υποχθόνια
με το καιρό, τις μέρες, τους μήνες
σε καταβάλλει και σου τσακίζει τον τοίχο της ψυχής
και ένας αυχμός δημιουργείται,
μια ξεραΐλα απίστευτη εντός σου·
ο δε όμβρος που σε επισκέπτεται, απογοητεύεται που άδικα προσπαθεί
και εξαφανίζεται και αυτός
καθώς αν παραμείνει θα πάψει να υπάρχει.
Ποιός ξέρει;
Κάποτε, ξανά η έρημος θα γεμίσει
από καθάριο, γάργαρο νερό.
Ποιός ξέρει;
Κάποτε, μπορεί!
Αν και ποτέ δεν χτύπησα την πόρτα για να μου ανοίξει ο γερο-Χρυσόστομος, ένιωθα μια ανάπαυση μέσα μου, κάθε φορά που καθόμουν στο παγκάκι. Και σήμερα, ένιωσα μία ξεραΐλα και έναν πνευματικό αυχμό· αυτή η χάρις που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα, είχε φύγει, καθώς είχε φύγει και ο γερο-Χρυσόστομος –γέρος ον και μόνο, πήγε στο Μοναστήρι, όπως είναι φυσικό, για να γηρκομηθεί. Και αυτή την ξηρασία την έκανε ακόμα πιο ανυπόφορη ο μακρόστενος κορμός που είχε τοποθετηθεί μπροστά στο σκέπαστρο για να σού απαγορεύσει την είσοδο και να σού δηλώσει πως ο ένοικος δεν είναι πια εδώ. Δίπλα στο μονοπάτι, υπήρχε πάντα ένα ξύλινο ράφι, με λίγα προϊόντα προς πώληση, με μια θυρίδα μισάνοιχτη, όπου ο περαστικός-αγοραστής έβαζε μόνος του το αντίτιμο των αγορών. Αυτό το ράφι σήμερα ήταν άδειο και μισοξηλωμένο. Έφυγα γρήγορα-γρήγορα και χωρίς πια να έχω κίνητρο για να την ξαναεπισκεφθώ.
***
Η μέρα πέρασε σχετικά γρήγορα και το τάλαντο χτύπησε στις 8:30 το βράδυ. Οι Καρυές, ως χωριό, μα και ως πέρασμα, έχουν υιοθετήσει την κοσμική ώρα για την τέλεση των Ακολουθιών. Και τώρα, θα άρχιζε ο Όρθρος της Μεγάλης Πέμπτης, η Ακολουθία του Μυστικού Δείπνου, που θα τελείωνει κατά τις 11 περίπου.
Για μένα, το να περπατάω στις 11 την νύχτα μέσα στα σκοτάδια για να επιστρέψω στο Κελλί, ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Η έλλειψη τεχνητού φωτισμού, η απόλυτη ησυχία της φύσης και το, αιώνων, λιθόστρωτο μονοπάτι που ακολουθούσα, με ανέβαζαν σε μυστικές ενώσεις με τον εαυτό μου.
***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου