Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Μεγάλη Πέμπτη 2017



Μεγάλη Πέμπτη 2017

Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του δωματίου μου, επιστρέφοντας από την Ακολουθία του Μυστικού Δείπνου, άναψα την λάμπα πετρελαίου, εκάθισα στο γραφείο μου και άρχισα να γράφω, να γράφω, να γράφω.
Και αν την προηγουμένη ημέρα, κεντρικό πρόσωπο ήταν η πόρνη, σήμερα, κεντρικό πρόσωπο ήταν ο Ιούδας· αν χθες εξυψώναμε την πόρνη, σήμερα κατακρημνίζουμε τον Ιούδα. Μα, καλά, αμαρτωλή η μία, αμαρτωλός και ο άλλος· γιατί τους φερόμαστε διαφορετικά; Δικαιώνουμε την πόρνη, ρίχνουμε το ανάθεμα στον Ιούδα!
«Γέννημα ἐχιδνῶν», ψέλνουμε σήμερα, χαρακτηρίζοντας τον Ιούδα. Σκληρή πρόταση· μάλλον ο υμνογράφος εννοεί τις έχιδνες, τα φίδια. Το δικό μου το μυαλό όμως πήγε στο μυθικό τέρας, την Έχιδνα· θα ταίριαζε να τον χαρακτηρίσουμε και με αυτόν τον τρόπο τον Ιούδα. Νομίζω, με δικαιολογεί ο υμνογράφος, που λέει: «πνέων δὲ τὴν χάριν σου μαθητὴς ὁ ἀχάριστος, ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε». Τί είναι ο άνθρωπος; Δεν είναι κατά χάριν Θεός; Δεν δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση τοῦ Θεού; Άρα, όταν επιλέγει να είναι κατά χάριν θεός, αυτόματα, παύει να είναι και άνθρωπος! Και αν δεν είσαι άνθρωπος ούτε θεός, αναγκαστικά είσαι τέρας και δαίμονας. Ίσως για αυτό να μου ήρθε στο μυαλό η Έχιδνα.
Ο Ιούδας, υστερεί και σε ένα άλλο σε σχέση με την πόρνη. Η πόρνη έζησε μέσα στην αμαρτία, συναναστράφηκε αμαρτωλούς ανθρώπους, αυτή την ζωή έμαθε, αυτή έπραττε· έχοντας μεν συναίσθηση του λάθους, δίχως όμως να γνωρίζει πώς αλλιώς να ζήσει. Ο Ιούδας όμως έζησε επί τρία χρόνια καθημερινά δίπλα στον Χριστό, άκουγε καθημερινά την διδασκαλία Του, έβλεπε καθημερινά τα άπειρα θαύματα που τελούσε Εκείνος, την ευσπλαγχνία Του, την αγάπη Του, την ελεημοσύνη Του. Και όμως, δεν μετεβλήθη, δεν άλλαξε τον χαρακτήρα του, δεν βελτιώθηκε. Φιλάργυρος ήταν, φιλάργυρος έμεινε· «δολιότητα» είχε στον χαρακτήρα πριν, «δόλιος» παρέμεινε και μετά. Ο Θεός, που Τον είχε δίπλα του, δεν τον αλλοίωσε, και δεν τον αλλοίωσε, διότι ο ίδιος ο Ιούδας ύψωσε έναν τοίχο ανάμεσα σε αυτόν και Αυτόν. Αν η πόρνη είχε την ίδια ευκαίρια που είχε ο Ιούδας και ζούσε τρία χρόνια κοντά στον Χριστό, σήμερα θα μιλούσαμε, για την μεγάλη αρετή της, για τα ασκητικά της κατοθρώματα, για τα θαύματά της, για το ιεραποστολικό της έργο. Η πόρνη είχε συναίσθηση, ο Ιούδας όχι.
Και είναι ακόμη πιο αδικαιολόγητος. Γιατί, όχι μόνο επί τρία χρόνια δεν κατάλαβε ποιόν είχε δίπλα του, αλλά και γιατί δεν εκτίμησε τον Χριστό, έστω και ως άνθρωπο. Πώς μπορείς να μένεις επί τρία συναπτά έτη δίπλα σε κάποιον, να περνάς τις ίδιες δυσκολίες με αυτόν, να υφίστασαι τις μακρινές οδοιπορίες, την καχυποψία μερικών, τις συκοφαντίες άλλων, τον φθόνων ορισμένων και να μην έχεις δεθεί, έστω και μερικώς, με τον συνοδίτη σου. Στις θλίψεις του, θλιβόσουν και εσύ Ιούδα· στίς χαρές Του, χαιρόσουν· όταν Τον τιμούσανε, λάμβανες και εσύ ένα μέρος της τιμής. Και όμως, όλη αυτή η συνοδοιπορία δεν στάθηκε ικανή για να σε σταματήσει από το πάθος σου! Ύψωσες έναν τοίχο, όχι μόνο για να μην σε αλλάξει ο Θεός, αλλά και για να μην σε αλλάξει ο φίλος σου, ο συμπάσχων σε, ο αγαπών σε. Αποφάσισες να αγαπάς μόνο τον εαυτό σου ή μάλλον, μόνο το κακό κομμάτι του εαυτού σου. Έστησες αιχμηρά σίδερα και το περιέφραξες με αγκαθωτό σύρμα, για να μην μπει κανένας μέσα σε αυτό. Αποφάσιες να βυθιστείς μέσα στον κακό σου εαυτό και να αγαπήσεις μόνο αυτόν. Αυτόν απολαμβάνεις μέχρι σήμερα. Να, γιατί σε κατηγορώ· όχι γιατί πρόδωσες τον Θεό μου, αλλά, γιατί, επέτρεψες, εξαιτίας του κακού σου εαυτού, να βλαφτεί ένας Αθώος. Στον εαυτό σου μπορείς να του συμπεριφερθείς όπως επιθυμείς· σε σένα ανήκει άλλωστε. Δεν μπορείς, όμως, εξαιτίας τνω παθών σου, να κάνεις κακό στους άλλους, στον οποιονδήποτε άλλο. Να και σε κάτι άλλο που διαφέρεις από την πόρνη· αυτή, έβλαπτε τουλάχιστο, μόνο τον εαυτό της. Εσύ, όλους τους άλλους! «νοσῶν γὰρ φιλαργυρίαν, ἐκέρδησας μισανθρωπίαν».
***
Δεν είχε ξημερώσει καλά-καλά, όταν ξανακατηφόρισα για το Πρωτάτο, καθώς στις 6 θα άρχιζε το Ευχέλαιο μετά του Εσπερινού και της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου.
Συνειδητοποίησα κάτι, εξαιτίας μιας φίλης. Στις Ακολουθίες του Εσπερινού της Μεγάλης Εβδομάδος, διαβάζεται σε αποσπάσματα το Βιβλίο του Ιώβ. Εννοείται ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο, όταν πρόκειται για την τάξη και το τυπικό της Εκκλησίας· όλα έχουν κάποιον λόγο που είναι τοποθετημένα όπως και όπου είναι.
Και άρχισα να σκέφτομαι για ποιό λόγο να διαβάζεται ο Ιώβ, Μεγάλη Εβδομάδα. Γιατί δεν τον συναντάμε πουθενά αλλού, σε καμμία άλλη ημέρα ή γιορτή ή περίοδος του έτους; Μήπως, γιατί η ιστορία του Ιώβ δεν είναι προς μίμηση των ανθρώπων.
Ο Ιώβ, τί κάνει; Πονάει σωματικά, αλλά δεν μιλάει. Πονάει ψυχικά και πάλι παραμένει βουβός! Κλαίει βουβά, υποφέρει βουβά και υπομένει βουβά! Τι λέει το ίδιο το Βιβλίο; «ἐν τούτοις πᾶσι τοῖς συμβεβηκόσιν αὐτῷ, οὐδὲν ἥμαρτεν Ἰὼβ ἔναντι Κυρίου». Όμως, ποιός άνθρωπος είναι αναμάρτητος; Ποιός άνθρωπος δεν αμαρτάνει καθόλου απέναντι στον Κύριο; Ουδείς. Γνωρίζουμε, ότι αναμάρτητος είναι μόνο ο Χριστός-Θεός. Επομένως, μήπως είναι προφητικός ο βίος του Ιώβ; Μήπως είναι εις προτύπωση του Πάθους του Κυρίου;
Ο άνθρωπος θα κλάψει, θα στενοχωρηθεί, θα στενάξει, θα φωνάξει. Δεν είναι παραίτητο να βρίσει ή να κατηγορήσει τον Θεό. Αλλά, θα εκδηλώσει τον πόνο του, σε κάποια έκφανση, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του· και πρέπει να τον εκδηλώσει για να μπορέσει να το αντιμετωπίσει. Η εκδήλωση του πόνου συνεπάγεται αποδοχή, μετά συνειδητοποίηση του άσχημου γεγονότος, ανασύνταξη δυνάμεων και τέλος αντιμετώπιση με όλες του τις δυνάμεις. Ο άνθρωπος, μετά την εκδιώξη του από τον Παράδεισο, ορίστηκε από τον Θεό να προχωράει μέσα από τις δυσκολίες, να αντιπαρέρχεται τα εμπόδια και να δημιουργεί μέσα από τα χαλάσματα. Την Γένεση δεν διαβάζουμε τις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής; Με κόπο και μόχθο. Ο άνθρωπος, με υπομονή κοπιάζει και προχωράει μπροστά· ο Ιώβ, παραιτείται και υπομένει τις δυστυχίες χωρίς να προσπαθήσει μέσα από την στάχτη να ξαναφτιάξει την ζωή του, δεν το παλεύει. Μα, μόνο ο Χριστός παραιτήθηκε και δεν προσπάθησε να αποφύγει τις συμφορές που τον βρήκαν ή να μειώσει τις επιπτώσεις πάνω Του. Ο Ιώβ απάντησε στην γυναίκα του: «εἰ τὰ καλὰ ἐδεξάμεθα ἐκ χειρὸς Κυρίου, τὰ κακὰ οὐχ ὑποίσομεν;» Ὁ Χριστὸς είπε στον Θεό-Πατέρα Του: «οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ». Ο Ιώβ στα δυσάρεστα έσχισε τα ρούχα του, κούρεψε το κεφάλι του σε ένδειξη πένθους και, όταν αρρώστησε, κάθισε πάνω στην κοπριά και υπέμενε, ξύνοντας τις πληγές του· ο Χριστός απέτρεψε τον Πέτρο από το να τον υπερασπιστεί και υπέμεινε τις βρισιές, τα μαστίγωματα, τα ραπίσματα, την φυλακή και την σταύρωση.
Για αυτό σκέφτομαι· ο Θεός μου δεν θέλει να παραιτούμαι, με θέλει μάχιμο, εξάλλου, αν παραιτηθώ πώς θα πολεμήσω τα πάθη μου και τους δάιμονες; Υπομονή στους πειρασμούς δεν  συνεπάγεται παραίτηση· συνεπάγεται υπομονή στο να δίνω τις μάχες μους απέναντι σε αυτούς τους πειρασμούς έως το τέλος.
«Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες και στεφανωθέντες», «τὰς ἀλγηδόνας τῶν Ἁγίων σου» ψέλνουμε. Κύριε, δός μου υπομονή για να αντιμετωπίσω τον πειρασμό και όχι για να τον αφήσω να με κυριέψει, προσεύχονται οι Άγιοι. Κανείς δεν παραιτήθηκε, παρά μόνο ύστερα από αγώνα, μάχη, πάλη. Αν εγκαταλείψω τον πόλεμο είμαι ρίψασπις.
Ίσως, για αυτό διαβάζεται τώρα ο Ιώβ· μία ατελής προτύπωσις του Χριστοῦ-Θεού· όπως και οι τρεις Άγγελοι του Αβραάμ, προτύπωσις της Αγίας Τριάδος. Και όταν ήρθε ο Χριστός, το Αρχέτυπο, κατήργησε όλες τις προτυπώσεις και τις ατέλειες. Συνειδητοποιώντας ότι η στάση του Ιώβ δεν είναι για τους ανθρώπους, και δεν είναι ανθρώπινη, δυνάμεθα, έστω και στο ελάχιστο, να κατανοήσουμε την θεϊκή υπόσταση του Χριστού.
***
Το μεσημεράκι, την ώρα που έφτανα τα λεωφορεία από την Δάφνη, πήγα στην πλατεία να συναντήσω έναν φίλο που έμπαινε σήμερα μέσα. Στο μικρό εστιατόριο της πλατείας, φάγαμε για μεσημεριανό· έφαγα ένα ωραιότατο, αλάδωτο φρικασέ με μανιτάρια, ο Ιωάσαφ τελικά είναι μεγάλος μάστορας. «Ευτυχώς που είμαι και εγώ εδώ και σε κρατάω, αλλιώς θα φας και το πιάτο», αστειεύτηκε ο φίλος μου, αποχαιρετώντας με μετά από λίγο, παίρνοντας τον δρόμο για το Μοναστήρι.
***
Η μέρα περνάει γρήγορα, χωρίς να το καταλάβεις· πότε άρχισε να σκοτεινιάζει και να ακούγεται υπόκωφα το τάλαντο που σε καλούσε για την Ακολουθία των Παθών; Ο Βαρλαάμ χτυπούσε το σήμαντρο και αυτό ίσα που ακούγονταν στα πιο περιφερειακά σπίτια των Καρυών, ιδίως αν τα παράθυρα δεν είναι ανοιχτά. Τα φώτα στα Κελλιά έσβηναν, οι μοναχοί έκλειναν τις πόρτες, και μέσα στο λυκόφως, ανέβαιναν ή κατέβαιναν στο Πρωτάτο, πεζή ή εποχούμενοι. Καθίσαμε στα στασίδια, ο ιερέας έβαλε· Εὐλογητός, και ο Ιάκωβος, μέσα στο μισοσκόταδο, να ξεχωρίζει για το ύψος του, άρχισε να ψέλνει, χωρίς κορώνες και φωνές· αλλά, σιγά, ήρεμα και ταπεινά: «Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταί, ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο...». Μ’ αρέσει πολύ αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ φωτός και σκότους· ούτε πομπώδεις λέξεις, ούτε εντυπωσιακές εκφράσεις, ούτε ενοχοποιητικές προτάσεις. Τα πράγματα είναι απλά και συνάμα διακριτά και ξεκάθαρα. Έχω την βούληση να επιλέξω το φώς ή το σκοτάδι και να απολαύσω τις ενέργειες της επιλογής μου ή τις συνέπειες αυτής. Μεσοβέζικες αποφάσεις δεν υπάρχουν, λίγο φως ή λίγο σκοτάδι δεν νοείται ως επιλογή, αυτές είναι για ανθρώπους δειλούς, καιροσκόπους ή ωφελιμιστικούς· είναι δικαιολογίες για ανθρώπους που ποτέ δεν θέλησαν να τεθούν προ των ευθυνών τους. Αλλά, ενώπιον του Θεοῦ, μεσοβέζικα πράγματα δεν υπάρχουν: «τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὐ οὐ».
Η Ακολουθία των Παθών, είναι για εμένα, ίσως η πιο δύσκολη· τα νοήματα και τα μηνύματα των ύμνων, πυκνά, διαδέχονται ασταμάτητα το ένα το άλλο και δεν σε αφήνουν να καταλαγιάσει το συναίσθημα· στο φορτίζουν, στο δυναμώνουν, στο δυναμιτίζουν καί, ή το αντέχεις, ή όχι, όπως εγώ, που μετά βίας κρατιόμουν όρθιος και ήρεμος στό: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου...». Και όταν ο Εσταυρωμένος τοποθετήθηκε στην θέση του, στην μέση του ναού, βγήκα γρήγορα-γρήγορα έξω από τον ναό και «ἔκλαυσα πικρῶς», πάνω στις ψυχρές πλάκες. Όλη την υπόλοιπη Ακολουθία την έζησα στεκόμενος έξω από την εκκλησία, με τα δάκρυα να πέφτουν ανά διαστήματα. Και όταν, κατά τα μεσάνυχτα, ειπώθηκε το: «Δι’ εὐχῶν», έφυγα τάχιστα, φοβούμενος μήπως κάποιος, μέσα στο σκοτάδι, δει τα δάκρυά μου.
«Ποῖός σε τρόπος, Ἰούδα, προδότην τοῦ Σωτῆρος εἰργάσατο; Μὴ τοῦ χοροῦ σε τῶν Ἀποστόλων ἐχώρισε; Μὴ τοῦ χαρίσματος τῶν ἰαμάτων ἐστέρησε; Μή, συνδειπνήσας ἐκείνους, σὲ τῆς τραπέζης ἀπώσατο; Μὴ τῶν ἄλλων νίψας τοὺς πόδας, τοὺς σοὺς ὑπερεῖδεν; Ὢ πόσων ἀγαθῶν ἀμνήμων ἐγένου!». Όντως, για όλα φταίει η αχαριστία, η αγνωμοσύνη, η στενότης του μυαλού μας. Βυθιζόμαστε σε πόθους, όνειρα, ελπίδες, σκεφτόμαστε το αύριο, το μακρινό μέλλον, τί θα κατακτήσουμε, τί θα καταφέρουμε, πώς θα το καταφέρουμε, και ξεχνάμε το σήμερα. Και άλλοι, που έχουν καταποντιστεί στο σήμερα, και ξεχνάνε το αύριο. Μας λείπει η ισορροπία· αν δεν την βρούμε, χανόμαστε μέσα μας, εξαφανιζόμαστε, αιωρούμαστε.
«Τάδε λέγει Κύριος τοῖς Ἰουδαίοις· Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, ἢ τί σοι παρηνώχλησα;... καὶ τί μοι ἀνταπέδωκας; ἀντὶ τοῦ μάννα χόλην, ἀντὶ τοῦ ὕδατος ὄξος, ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με Σταυρῷ με προσηλώσατε». Ρητορικά ερωτήματα, που ειπώνονται κάθε μέρα, από αιώνων, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Και απάντηση δεν υπάρχει. Αφού οι άνθρωποι φέρονται αγνώμονα στον διπλανό τους που τον βλέπουν, δεν θα συμπεριφερθούν αγνώμονα στον Θεό που δεν θέλουν να τον δούν; Ο πλησίον είναι ο καθρέπτης του εαυτού μας, με μία όμως διαφορά· αν ο πλησίον είναι άσχημος, τότε εμείς αισθανόμαστε πολύ όμορφοι και χαιρόμαστε· αν ο πλησίον μας είναι όμορφος δεν δεχόμαστε να δούμε την δικιά μας ασχήμια και για αυτό σπάμε τον καθρέπτη. Ποιός φταίει; Ο καθρέπτης μας λέει την αλήθεια; Τόσο χειρότερα για τον καθρέπτη. Να, γιατί δεν αντέχουμε να ζούμε με τον Θεό και για αυτόν τον σκοτώνουμε. Όπως συνθλίβουμε μία μύγα που μας ενοχλεί, κατά τον ίδιο τρόπο συνθλίβουμε και τον Θεό. Αν ο Θεός υπάρχει, τόσο χειρότερα για τον Θεό. Ποιός αντέχει να αντικατροπτιστεί η ψυχή του; Άρα, εξαφανίζουμε το κάτροπτο.
«Τῇ ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Παρασκευῇ ἐπιτελοῦμεν· τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ῥαπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαῖναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην, καὶ πρὸ πάντων τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι’ ἡμᾶς ἐκὼν κατεδέξατο». Θεέ μου, Θεέ μου, τί σού κανάμε, τί υπέφερες για εμάς, αλλά προ πάντων, τί ακόμα υποφέρεις από εμάς. Έχουν παρέλθει δύο χιλιάδες χρόνια και κάθε ημέρα σε τιμωρούμε με τον ίδιο τρόπο που σού φερθήκαμε και τότε. Για αυτό κλαίω σήμερα Κύριε. Γιατί δεν έχουμε άλλάξει καθόλου, δεν έχουμε βάλει ούτε στο ελάχιστο μυαλό, αντίθετα, χειροτερεύουμε. Ιδίως, εμείς που σε πιστεύουμε Κύριε, πόσο σε πληγώνουμε καθημερινώς. Πού πάμε, Κύριε; Πού πορευόμαστε; Σε σταυρώνουμε και Εσύ σιωπάς, όπως σιώπησες τότε! Και εγώ, ώς οι μαθητές Σου, φοβάμαι ότι δεν θα γίνει Ανάσταση. Αλλά, ευτυχώς, δεν εξαρτάσαια πό εμάς, Κύριε. Και θα αναστηθείς, γιατί μας αγαπάς. Ό,τι και αν Σού κάνουμε.
«Σὺ δέ, Ἰσραήλ, οὐκ ἐνετράπης, ἀλλὰ θανάτῳ με παρέδωκας. Ἐξέστη ο οὐρανὸς ἐπὶ τούτῳ, καὶ ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε». Ένας λυγμός βγαίνει από την καρδιά μου, κάθε φορά που ακούω να ψέλνεται και να το τόνιζεται το «ἐνετράπης». Ένας σεισμός γίνεται όταν ακούω τό «ἐξέστη ὁ οὐρανός... καὶ ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας». «Ντράπηκαν τα ίδια τα ψέμματα, αφού δεν ντράπηκαν αυτοί που τα έλεγαν», θυμάμαι πάντα, σε αντιστοιχία, την πρόταση αυτή του Λουντέμη, όταν την διάβαζα, παιδί 10 ετών, στο «Οδός Αβύσσου αριθμός 0». Ντρέπονται άλλοι και όχι εμείς που πράττουμε τα αίσχη· ντρέπονται άλλοι, υποδερέστεροι ημών. Και αυτός είναι ο μεγαλύτερος έλεγχος μας· το να μας κρίνουν οι κατώτεροί μας κατά τα ανθρώπινα, μα ανώτεροί μας κατά τον Θεό. Δεν θα με κρίνουν, εμένα, Άγιοι, που σάπισαν τα γόνατά τους στην άσκηση, αλλά θα με κρίνει ο συσταυρούμενος Ληστής, η Πόρνη και ο Ρωμαίος Εκατόνταρχος. Και τότε, το ράπισμα που θα μού δώσουν, θα έχει τέτοια ορμή που θα ακουστεί σε όλα τα πέρατα.
Αρκετά έγραψα για σήμερα, Κύριε. Η ώρα κοντεύει δύο μετά τα μεσάνυχτα. Σβήνω την λάμπα πετρελαίου. Πρέπει να ξεφορτιστώ λίγο, για να έχω αύριο την δύναμη να σε κηδέψω. Και μαζί σου, ελπίζω να κηδέψω τις αμαρτίες μου.
Καληνύχτα.
***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου