Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2017



ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2017

«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα».
Δεν έβαλα ξυπνητήρι, καθώς η Ακολουθία των Ωρών θα άρχιζε κατα τις 8 και επομένως, οι ακτίνες του ήλιου και το φως που θα έμπαινε απλόχερα στο δωμάτιο, θα με ξυπνούσαν από μόνα τους.
Είναι λίγο κουραστική η Ακολουθία των Ωρών· ένα κατεβατό από κείμενα που αναγινώσκονται χύμα, χωρίς τονισμό, καμμιά φορά και τυπικά, μουρμουρητά ή βιαστικά –πόσες φορές μου έρχει έρθει ο πειρασμός να πάρω το βιβλίο από τον διατεταγμένο μοναχό και να το διαβάσω εγώ-· ελάχιστοι χθεσινοί ύμνοι επαναλαμβάνονται σήμερα, με την λιτή αλλά λυρική απόδοσή τους από τον Ιάκωβο, σε κινητοποιούν λίγο. Και όμως, παρ’ όλη την κουράση, δεν μπορεί να αφήσεις τον νεκρό μόνο Του, χωρίς παρέα, χωρίς συντροφιά!
Μέσα στην ψηλό, φωτεινό, ευρύχωρο ναό, Τον βλέπεις να στέκεται πάνω στον Σταυρό, ήρεμος, γαλήνιος, πράος, μειλίχιος, κάτω από τον Πολυέλεο, να αγκαλιάζει όλη την πλάση με τα ανοιχτά, πληγωμένα χέρια Του και να την ανεβάζει προς Αυτόν.
Είθισται να προσκυνάνε, στα μικρά μέρη της πατρίδος μας, τους Επιταφίους όλων των εκκλησιών. Εγώ όμως, ως ανάποδος Κεφαλλονίτης, ένιωσα την ανάγκη να προσκυνήσω τους Εσταυρωμένους. Τελειώνοντας το Πρώτατο, κατά τις 11, κατηφόρισα στο μονοπάτι, προσπέρασα αδιάφορα τον φούρνο, χάζεψα λίγο, πάνω στην γεφυρούλα, τον μικρό καταρράχτη του χειμάρρου στα δεξιά μου και περνώντας μέσα από τα αμπέλια, έφθασα μετά από ένα δεκάλεπτο, στην Μονή Κουτλουμουσίου. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα που είχαν αρχίσει.
Και εφώ, οι μοναχοί, διάβαζαν τις Ώρες, μόνο που ο ναός είναι πιο μικρός, και ο Εσταυρωμένος πιο χαμηλός και πιο κοντά σου· λες και γίνεται ένα με σένα· Τὸν φτάνεις και σέ φτάνει. Βγήκα από την μικρή αυλή του Μοναστηριού και εκάθισα στην αγαπημένη μου μαρμάρινη κρήνη. Οι πολλές γάτες της Μονής, όπως κάθε μέρα, νωχελικά λιάζονταν στον ήλιο.
Ξαναγυρνώντας από το ίδιο μονοπάτι, κατευθύνθηκα στην άλλη άκρη των Καρυών, στην ογκώδη, πάλαι ποτέ Ρωσσική, Σκήτη του Αγίου Ανδρέα. Πώς να κουμαντάρεις ένα τέτοιο κτίριο, με αμέτρητα δωμάτια και ατελειώτους διαδρόμους; Και πώς να φροντίσεις, να έχεις καθαρή, τακτοποιημένη, την πανύψηλη, μεγάλη εκκλησία τού Αγίου Ανδρέα με τα πεντακόσια στασίδια; Μια τέτοια εκκλησία, που δεν ζεσταίνεται εύκολα, όσα ξύλα και αν ρίξεις στον λέβητα, που θέλει πολλή φροντίδα, τον χειμώνα παραμένει κλειστή και οι Ακολουθίες γίνονται στο μικρότερο, εσωτερικό παρεκκλήσιο τού πρώτου ορόφου, πάνω από την κύρια είσοδο της Σκήτης. Είναι πιο μαζεμένο, πιο ζεστό, πιο οικείο, αν και χωράει περί τους εκατό καθήμενος· συντελεί και αυτό η πρωτοβουλία της νέας ελληνικής αδελφότητος, εκτός από τα υπάρχοντα στασίδια, τα περιμετρικά των τοίχων, να προσθέσει στους κενούς χώρους, ομοιόμορφες, ξύλινες καρέκλες με μοβ μαξιλάρια, καλύπτοντας το κενό και το συναίσθημα του άδειου. Μολοταύτα, ο ταπεινός Εσταυρωμένος, έρχεται σε αντίθεση με το φόντο του, αυτό το παλιό, ρωσσικό, χρυσό τέμπλο. Ο Πεντζίκης έγραφε πως έφτανε να έβλεπες το τέμπλο του μεγάλου ναού, για να αντιλαμβανόσουν την αιτία της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αν και ως λογοτέχνης υπερβάλλει, στην ουσία έχει δίκιο, με την έννοια ότι αυτή η τάση υπερβολής καί, επιτρέψτε μου, αλαζονείας της Ρωσσικής Εκκλησίας ελειτούργησε προσθετικά στα αίτια της πολιτειακής ανατροπής. Το νιώθω και αυτήν εδώ την στιγμή, με την αντίθεση του Εσταυρωμένου και του τέμπλου, παρ’ όλη την φιλότημη προσπάθεια του Γέροντος Εφραίμ και της συνοδίας του να περιορίσει το ασύδοτο της ρωσσικής τέχνης και να κατεβάσει, όσο γίνεται, τον ουρανό στην γή.
Ενδυόμενος για λίγο την κοινωνιολογική μου ιδιότητα, σκέφτομαι ότι όλη αυτή η λανθάνουσα ατμόσφαιρα ήταν φυσιολογικό επακόλουθο των συμπλεγμάτων κατωτερότητας και του μιμητισμού. Από την στιγμή που, κυρίως, αλλά όχι μόνο, ο Τσάρος Πέτρος ο Μέγας αποφάσισε, με την δύναμη και την επιβουλή της εξουσίας, με μιά μονοκονδυλιά να διαγράψει την μέχρι τότε παράδοση αιώνων, η οποία είχε βυζαντινές καταβολές και να επιβάλλει  και στην θρησκεία, την άκριτη υιοθέτηση του δυτικού πολιτισμού, το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Έθνος, που παραμένει πιστά καθηλωμένο στις παραδόσεις, χωρίς να τις βελτιώνει, να τις προσαρμόζει, να τις εξελίσσει, πεθαίνει· αλλά, και έθνος, το οποίο απεπμπολεί το παρελθόν του και μιμείται ανοίκειος τρόπους ζωής, πάλι πεθαίνει.
Αν και είχα να φάω από την προηγούμενη ημέρα το μεσημέρι, δεν πεινούσα λόγω της θλίψεως και της συγκινήσεως της ημέρας. Στο σπίτι έφτιαξα μόνο έναν δυνατό, διπλό, ελληνικό καφέ για να με αναζωογονήσει και να με βοηθήσει να αντέξω έως την επόμενη ημέρα το μεσημέρι. Δεν είχα όρεξη για περπάτημα. Εκάθισα στον εξώστη της κουζίνας, με την καμέλια από κάτω να προσπαθεί να με αποπροσανατολίσει· και μια διάβαζα, μια αγνάντευα το πέπλο ηρεμίας που έπεφτε πάνω στις ηλιόλουστες Καρυές.
Ο Βαρλαάμ, πιστός στο καθήκον του, χτύπησε κατά τις 2:30 το μεσημέρι το πρώτο τάλαντο τού Πρωτάτου, καλώντας όλους να προετοιμαστούν για την Ακολουθία της Αποκαθηλώσεως. Είναι αυτό που λέμε, απλός άνθρωπος. Δεν γνωρίζει από φτασιδώματα και καλολογίες. Η αυθόρμητη συμπεριφορά του θα είναι η ίδια, είτε βρίσκεται στον ναό, είτε στο σπίτι του είτε σε ανοιχτό χώρο. Δεν είναι λίγες οι φορές, που κατά την ώρα των Ακολουθιών, ανάμεσα στα ψαλσίματα των ψαλτών και των ιερέων, ακούγεται καθαρά η φωνή του για κάποιο θέμα που έτυχε εκείνη την στιγμή να προκύψει· και λόγω του ότι αντιμετωπίζει και κάποιο πρόβλημα ακοής, μιλάει πιο δυνατά από το κανονικό. Μπορεί, στην αρχή, να μου φάνταζε η στάση του ανοίκεια, αλλά, όμως πιά, την θεωρώ όχι απλώς φυσιολογική μα και πνευματική· θεωρεί τον ναό σπίτι και συμπεριφέρεται ως να βρίσκεται σε οικείο χώρο. Μα, τί άλλο είναι ο ναός εκτός από σπίτι μας;
Ο Βαρλαάμ είναι γύρω στα 60 ή 70, μεσαίου ύψους, με όχι μακρυά γκρι γένια. Θυμάμαι ένα πρόσφατο περιστατικό, στην κηδεία ενός ιερομονάχου. Στο πίσω μέρος του Πρωτάτου, καθόταν ο, συγχωρεμένος αργότερα, υπερενεννηκοντούτης μοναχός γερο-Νικόδημος των Σκουρταίων –του Κελλιού, δηλαδή, τοῦ Αγίου Γεωργίου, του επονομαζομένου των Σκουρταίων, από το επίθετο του ονομαστού κατοίκου του το πάλαι ποτέ, μοναχού Παρθενίου. Πλησιάζει, λοιπόν, τον γερο-Νικόδημο, που και αυτός δεν άκουγε καλά, ο γερο-Βαρλαάμ την ώρα της Εξοδίου Ακολουθίας και του λέει κάπως δυνατά:
-Άντε, γερο-Νικόδημε, και στα δικά μας!
-Τί είπες;, τον ρώτησε ο γερο-Νικόδημος.
-Λέω, και στα δικά μας, φωνάζει πιο δυνατά ο Βαρλαάμ.
-Ναι, ναι, και στα δικά μας.
-Αν και εσένα, μου φαίνεται, σε ξέχασε ο Χάρος, συνεχίζει ο Βαρλαάμ. Φαίνεται, έχει πάρει σβάρνα τους σαραντάρηδες.
-Ναι, ναι, απαντάει ο Νικόδημος· ζήτημα αν άκουσε.
***
«Πῶς σὲ κηδεύσω, Θεέ μου, ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω; Ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα;»
Εδώ, δεν έχουμε θέατρο· δεν τοποθετείται σκάλα, να ανέβει ο ιερέας να ξεκρεμάσει τον Χριστό. Απλώς, ο Εσταυρωμένος μετακινείται λίγα εκατοστά πιο πέρα για να τοποθετηθεί ένα φροντισμένο πάνω, πάνω στο οποίο αποτίθεται το Σώμα, το κεντητό ύφασμα με τον νεκρό Χριστό. Απλά πράγματα, χωρίς εντυπωσιασμούς και περισπάσεις του νοός.
Με την σειρά μας προσκυνήσαμε και βγήκαμε έξω. Ένα αμάξι με πήγε στο Μοναστήρι, να κάνω και δεύτερη Αποκαθήλωση. Το φως του Πρωτάτου και η ευρυχωρία του, αντικαταστάθηκαν με το όμορφο μισοσκόταδο και την γοητευτική στενότητα του Καθολικού της Μονής· ο Εσταυρωμένος, από την μεγάλη εικόνα της Σταυρώσεως σε σχήμα Σταυρού που αποσύρθηκε την πρέπουσα στιμή· το κάπως περίτεχνο τραπέζι του Πρωτάτου, από ένα απλό λιτό· και τα γαρύφαλα που το στόλιζαν, από τα πέταλα μιας τριανταφυλλιάς.
Δεν επρόλαβα καλά-καλά να ανέβω στις Καρυές και έπρεπε ξανά να ροβολήσω για το Πρωτάτο, για την τελουμένη στις 8:30 το βράδυ, Ακολουθία του Επιταφίου· τα διαφορετικά ωράρια από μέρος σε μέρος στο Όρος, με αποσυντονίζουν.
Όλοι γοητεύονται από το: «Ὢ γλυκύ μου ἔαρ...». Μόνο, ίσως, εγώ το προσπερνάω, όχι αδιαφόρα όμως και μένω και συγκινούμαι στην παρομοίωση: «Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα». Ίσως, γιατί μου είναι πιο παραστατικό, πιο άμεσα αντιληπτό και ευνόητο, και μου διαλύει την καρδιά. Υπάρχει πιό σκληρό πράγμα από μία μάνα που βλέπει τον γιο της να συκοφαντείται, να εμπαίζεται, να μαστιγώνεται, να σταυρώνεται; Το πιο τραγικό πράγμα είναι η μάνα. Για αυτό, σε κάποια μέρη της πατρίδος μας, τοποθετείται δίπλα από τον Εσταυρωμένο και η εικόνα της Παναγίας μας, ντυμένη στα μαύρα.
Λίγο μετά τις δέκα, το Σώμα του Επιταφίου, φερόμενο υπό των ιερέων, βγήκε, μέσα στην γλυκιά εκείνη νύχτα. Έκανε έναν κύκλο γύρω από την εκκλησία. Εξήλθε από την, κλειστή εδώ και δεκαετίας λόγω εργασιών, κεντρική θύρα του ναού και εισήλθε πάλι από από αυτήν. Έκανε τις διατεταγμένες στάσεις, μνημονεύθηκαν οι εν ζωή και οι προσφάτως κοιμηθέντες Γέροντες, οι Υπηρεσίες και οι εργαζόμενοι των Καρυών, ενώ ο Ιάκωβος έψελνε: «δός μοι τοῦτον τὸν ξένον».
Σαν λυγμός ακουγόνταν μέσα στο σκοτάδι, επαναλαμβανόμενο έξι φορές, αυτό το αίτημα: «δός μοι τοῦτον τὸν ξένον». Η νύχτα, από ψηλά, μας κοίταγε περίεργε, εξήντα, εβδομήντα άτομα, σε ένα χωριό στην μέση του πουθένα, ανάμεσα από τα βουνά, να κάνουν ένα κύκλο γύρω από την Εκκλησία, βουβά, με την πένθιμη καμπάνα να ταρτάζει τοις κοιμώμενες καστανιές. «Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον», και αναρωτιέται το φεγγάρι που έχει απομείνει από την, προ λίγων ημερών, πανσέληνο: Ποιόν ξένο κηδεύουν αυτοί, οι λίγοι, μοναχικοί άνδρες; Πώς είναι δυνατόν, αυτός ο νεκρός να είναι ξένος, αφού παρευρίσκονται στην κηδεία του αυτοί και κλαίνε πραγματικά, κρυφά ή φανερά. Και, πώς μπορεί, ένας Θεός να είναι ξένος; Τον Θεό τον γνωρίζουνε όλοι, Τον αγαπάνε όλοι, Τον φέρουν επάνω τους όλοι! Και, όμως, ο Θεός, στα δύσκολα έμεινε μόνος, γιατί εμείς τον κάναμε ξένο· εμείς, αποφασίσαμε να τον εξορίσουμε από την καρδιά μας· εμείς, αποφασίσαμε να στείλουμε τον Θεό στην υπερορία, μόνο, που στην πραγματικότητα, τον δικό μας εαυτό στείλαμε εκεί. Ξένοι, λοιπόν, εμείς, κηδεύουμε έναν ξένο· ό,τι είμαστε εμείς, θέλουμε να κάνουμε και τον Θεό· ως αλλοτριωμένοι, να Τον αλλοτριώσουμε· ως απομονωμένοι, να Τον απομονώσουμε· ως νεκροί, να τον νεκρώσουμε. Παρεξηγημένος ο Νίτσε, έγραφε σε μία μακρινή μα και τόσο κοντινή εποχή: «Ο Θεός πέθανε. Τον Θεό τον σκοτώσαμε· εγώ και εσύ!». Και, οποία συγκατάβασις! Ο Θεός, δέχεται, το πλάσμα να αντιδώσει στον Πλάστη του όλα τα αρνητικά συναισθήματά του· να Τον γεμίσει με τοξικές σκέψεις και ανασφάλειες· να ξεθυμάνει επάνω Του όλα τα συμπλέγματα κατωτερότητας· να Τον στοχοποιήσει, θεωρώντας τον ως τον πιο αδύναμο. Και ο Θεός το δέχεται, το υπομένει, το αντέχει. Εώς πότε;, είναι το αγωνιώδες ερώτημα. Εώς πότε, ο Θεός θα ανέχεται να παραμένει ξένος, στο μοναδικό δημιουργήμα που έπλασε από Αγάπη, τον άνθρωπό;
***
Ξένος καὶ πάροικος είμαι εγώ,
και μόνος μές την νύχτα,
νιώθω το σπίτι μου ότι είναι αυτό,
το μονοπάτι της ψυχής μου.
Ανέστιος και φερέοικος περιφέρομαι,
μες τις χαράδες του νοός μου,
και βότανα άγνωστα αναζητώ,
αρχέτυπα, πρωτόλεια, εντός μου.
***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου