Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟ 2017



ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟ 2017

«Ἀνάστα ὁ Θεός», προστάζουμε και ευχόμαστε. Ελπίζουμε να Αναστηθεί και ταυτόχρονα Τον διατάσσουμε· η εναγώνια ελπίδα, η μία και μοναδική ελπίδα, που αν διαψευστεί, θα μας περιμένει άβυσσος, γίνεται ανάγκη και η ανάγκη διαταγή. Και ο Θεός, για άλλη μία φορά, θα εισακούσει το πλάσμα Του και θα αναστηθεί. Την τιγμή που ο άνθρωπος ισχυρίζεται ότι δεν έχει ανάγκη τον Θεό, την ίδια στιγμή νιώθει έντονα την έλλειψή Του· την ίδια στιγμή που Τον σκοτώνει, Τον αφήνει μόνο και έρημο, την ίδια στιγμή, αλαλάζοντας εντός του, Τον αποζητά. Και ευτυχώς, ο Θεός, δεν μένει στο φαίνεστε αλλά στο είναι· δεν μένει στις εκδηλώσεις αλλά στις προστυπώσεις· και για αυτό Ανασταίνεται. Ανασταίνεται κάθε φορά που Τον χρειαζόμαστε, κάθε φορά που έχουμε σκοτώσει και την παραμικρή ελπίδα μέσα μας, κάθε φορά που το έρεβος της απελπισίας μας τραβάει ολοένα και πιο βαθιά στην άβυσσό του. Και τότε, εκεί που θεωρείς ότι χάθηκαν όλα, έρχεται ο Αναστημένος Χριστός και σέ ανασταίνει.
Και «κατέπαυσεν ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ», σήμερα, «τὸ εὐλογημένο» Σάββατο, «ἡ τῆς καταπαύσεως ἡμέρα».
Σήμερα, ο Χριστός αναπαύεται, ηρεμεί από την κούραση, τα βάσανα, το άγχος, τις τιμωρίες, τις συκοφαντίες που υπέστη επί τρία χρόνια από τυς ανθρώπιυς· σήμερα, ξεκουράζεται από τα άπειρα θαύματα τα οποία επετέλεσε στους πονεμένους ανθρώπους· σήμερα, σιωπά το πάντιμο στόμα Του, από τους αναρίθμητους, παραστατικούς, παραμυθητικούς ή ελεγχτικούς λόγους, στους διψασμένους και άγονους ανθρώπους. Σήμερα, ο Χριστός ηρεμεί. Τα δύσκολα πέρασαν· ό,τι ήταν να πράξει για τους ανθρώπους, το έπραξε, ήδη απολαμβάνει τους καρπούς των έργων Του.
Μεγάλο Σάββατο· η ηρεμία πριν από την καταιγίδα. Όλη η φύση και όλοι οι άνθρωποι, βρίσκονται με το αίσθημα της αναμονής, αυτής της αναμονής για ένα γεγονός το οποίο δεν εξαρτάται από σένα και επομένως δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να το επισπεύσεις, να το σιγουρέψεις, να συμμετάσχεις στην τέλεσή του. Επομένως, το μόνο που σού μένει είναι να περιμένεις, απλώς να περιμένεις βουβά, ήσυχα, με αγωνία.
Αυτό το αίσθημα της αναμονής είναι διάχυτο στον αέρα των Καρυών, διαχέεται σαν την ομίχλη στα στενά σοκάκια της και εξαπλώνεται στο περιβάλλον αυτής. Το βλέπεις στα πρόσωπα, στις κινήσεις μοναχών και λαϊκών, στις τελευταίες υλικές ετοιμασίες, στην αδιάκοπα λεγόμενη ευχή: «Καλή Ανάσταση». Το κλίμα, σαν να έχει αλλάξει, τα χρώματα της φύσης ίνονται πιο έντονα σήμερα και τα αρώματά της πιο μεθυστικά.
Κουρασμένος σωματικά και ψυχικά, ίσα που άγγιξα τις αλάδωτες αγγινάρες στο εστιατόριο των Καρυών, όσο και αν πεινούσα, αφού είχα να φάω δύο ημέρες. Ίσα που με έπαιρναν τα πόδια μου και όμως, ήθελα να περπατήσω. Αποφάσισα να κάνω το πάνω ημικύκλιο των Καρυών, αν θεωρήσουμε τις Καρυές ως έναν νοητό κύκκλο, με την μία και μοναδική, κεντρική οδό να την χωρίζει στην μέση. Έκανα για πολλοστή φορά τον Σταυρό μου, περνώντας από το Πρωτάτο, και στον φούρνο, το τελευταίο οίκημα της πολίχνης, με τους σοβατισμένους άσπρους τοίχους, έστριψα στο δεξιό, ανηφορικό, λιθόχτιστο μονοπάτι. Όσο ανεβαίνεις, βλέπεις σε πιάτο τις Καρυές, ηλιόλουστες, να μοσχοβολάνε ανοιξιάτικα αρώματα. Τα δένδρα σε προστατεύουν με τον ίσκιο τους και αραί εμφανίζονται κάποια Κελλία, χωμένα μέσα στο πράσινο.
Στα αριστερά μου είδα την εξώπορτα του Κελλιού του Αγίου Νικολάου του Χαλκιά, με το κόκκινο κτήριο ίσα να αχνοφαίνεται ανάμεσα από τις καμέλιες και πέρασα μέσα στην αυλή για να τις απολαύσω. Όμως, δύο δεμένα σκυλιά, αναστάτωσαν τον κόσμον και για αυτό βγήκα γρήγορα έξω. Ο ήχος των σκυλιώ συνεχίζονταν και αφού βγήκα από την αυλή και έστριψα στον χωματόδρομο πάνω αριστερά, για να θαυμάσω έστω περιμετρικά και από απόσταση, το Κελλί. Όταν το προσπέρασα, τότε σταμάτησαν τα γαβγίσματα. Ο χωματόδρομος συνέχιζε στα χωράφια και μία διασταύρωση στα δεξιά με οδηγούσε στο Κελλί το υΤιμίου Προδρόμου ή στους Ευφρόσυνους, όπως είναι γνωστό στην Καρυώτικη διάλεχτο, από το όνομα του νυν Γέροντος του Κελλίου, μοναχού Ευφρόσυνου. Ένας λεπτοκαμωμένος, μεσαίου ύψους καλόγερος, γύρω στα πενήντα, κατέβαινε, πηγαίνοντας μια βόλτα στα χωράφια: «είναι απαραίτητη, ύστερα από τόσες ώρες στην εκκλησία», όπως πολύ ευδιάθετα μού είπε, συν τοις άλλοις.
Ξαναβγήκα στο κεντρικό μονοπάτι και προσπέρασα, σχεδόν αδιάφορα, την νεότευκτη, ογκώδης εκκλησία, στην μέση του πουθενά, του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου· αρχιτεκτονικά τέλεια, αλλά παράταιρη σε σχέση με το γύρω περιβάλλον.
Εδώ, στο Κελλί αυτό του Αγίου Γεωργίου των Σκουρταίων, έχουμε φτάσει σχεδόν στην ψηλότερη άκρη των Καρυών. Το καλντερίμι σταματάει και ένας, περίπου ευθύς, χωματόδρομος, ενώνει τα Κελλιά με τον κεντρικό δρόμο Δάφνης-Καρυών. Στην διασταύρωση αυτή ευρίσκεται το προαναφερθέν Λαυριώτικο Κελλί της Αγίας Τριάδος με τους γαλάζιους εξώστες. Σε ένα τραπεζάκι στην αυλή, ανάμεσα στις καμέλιες, ίσα που ξεχώριζαν δύο μοναχοί που συζητούσαν. Από την χαρακτηριστική φωνή του ενός, αλλά κυρίως από το παμπάλαιο, ταλαιπωρημένο βανάκι, άσπρου χρώματος υποτίθεται, κατάλαβα ότι ήταν ο πατριώτης μου ο Θεοδόσης και τον εφώναξα. Αυτός με εκάλεσε κατευθείαν μέσα στο Κελλί. Ο μοναχός του Κελλιού, ένας νεαρός, μαυρομάλλης, ονόματι Ευγένιος, με κέρασε αμέσως σπιτικό γλυκό σταφύλι.
-Ε, πώς σού φαίνεται; με ρώτησε ο Θεοδόσης. Δεν είναι ευγενής; Φαίνεται η ευγένεια στο πρόσωπό του, για αυτό άλλωστε και τον ονόμασαν Ευγένιο.
Ο Θεοδόσης έχει πλάκα. Πάντοτε με το χαμόγελο και το αστείο στο στόμα, αυτός ο κοντούλης, μεσήλικας, με το ισχνό γένι, είναι ολιγαρκής. Σε ένα ξεροκάλυβο μένει, μέσα στο δάσος και είναι ευτυχισμένος με τα απολύτως απαραίτητα τα οποία έχει. Αρκείται σε αυτά και δεν έχει μέριμνες· ούτε πώς να ανακαινίσει το σπίτι, να το μεγαλώσει, να βάλει τις στοιχειώδες ανέσεις. Καόμα και αυτό το βανάκι, που μου θυμίζει περισσότερο έκθεμα σε παλαιοπωλείο, παρά μέσο μέσο μεταφοράς, και να μπορούσε, δεν θα το άλλαζε, παρά μόνο θα το συντηρούσε, καθώς, όπως μού έλεγε: «Ξέρει τους δρόμους, ξέρω και εγώ τις συνήθειές του και νιώθω ασφαλής. Ενώ, το καινούριο, μέχρι να το μάθεις είναι επικίνδυνο, μπορεί να σού φύγει. Άσε, που τα καινούρια χαλάνε πιο εύκολα και άντε να τρέχεις μετά τα φτιάξεις». Άλλος τρόπος σκέψης, πιο απλός και αγαθός, πιο αμέριμνος.
***
Και ξανφικά, η ώρα πήγε δέκα το βράδυ. Το κατάλαβα, ακούγοντας το πρώτο τάλαντο του Πρωτάτου, μέσα στην σιγαλιά. Το παθαίνω κάθε Πάσχα, είναι τόση η σωματική και ψυχική εξάντλησή μου, ώστε δεν μπορώ να χαρώ όσο θα ήθελα την ημέρα· δεν έχω την δύναμη, η χαρά της καρδιάς να διαχυθεί σε όλο το σώμα που είχε κουραστεί από τα Πάθη Θεού και ανθρώπων.
Είχε παρέλθει η ώρα μία της νυχτός και εμείς ακόμα δεν είχαμε κάνει Ανάσταση, καθώς περιμέναμε το Άγιο Φως.
-Ε, Αβέρκιε, με τα πόδια έρχεται από τα Ιεροσόλυμα το Άγιο Φως;, πείραξα τον μεσήλικα πατριώτη μου, δεύτερο εκκλησιαστικό του Πρωτάτου, με την πλούσια, λευκή γενειάδα, που ανέμενε στην είσοδο του ναού.
-Ε, τί το πέρασες εδώ, Πάτρα, που φτάνει από τις επτά το απόγευμα; Εδώ είμαστε μακριά, απήντησε ο Αβέρκιος, έχοντας τσιμπήσει το δόλωμα.
Χριστός Ανέστη, επιτέλους, Χριστός Ανέστη!!!
Η εκκλησία φωτίστηκε ολόκληρη· η επί πέντε ημέρες σκοτεινή, πένθιμη, φωτίστηκε από τις λαμπάδες και από τους Πολυελέους, οι οποίοι κινούνταν κυκλικά, συμμετέχοντας στην χαρά μου και δηλώνοντας την χαρά των αΰλων Δυνάμων. Χριστός Ανέστη, φώναζαν τα φωτεινά πρόσωπα των Αγίων του Πανσέληνου, λες και είχαν βγει από τους τοίχους. Χριστός Ανέστη, εφώναζε συνέχεια ο ιερέας που έβγαινε να λιβανίσει· και λιβάνιζαν όλοι οι ιερείς που συμμετείχαν στην Ακολουθία.
Μία κουκκίδα φωτός μέσα στο σκοτάδι· έτσι φάνταζε ο φωτεινός ναός του Πρωτάτου μέσα στο πυκνό σκοτάδι των Καρυών. Πιο κάτω, στα δέκα λεπτά, άλλη μία φωτεινή κουκκίδα, αυτή του Καθολικού της Κουτλουμουσίου, ανάμεσα στα αμπέλια. Και πολυάριθμες μικρές κουκκίδες μέσα στο δάσος, πάνω στα βράχια, σε κάθε Κελλί που λειτουργείται τούτη την νύχτα.
Τί είναι η ζωή μας! Μια πορεία φωτός μέσα στο σκοτάδι, μία πορεία φωτός που δεν πρέπει να σβήσει πριν το τέλος και που δεν ξέρεις τί θα γίνει στο τέλος! Και αυτό, φυσικά, δεν είναι η μαγεία της, αλλά δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, είσαι προορισμένος να ζήσεις στο φως είτε θες είτε όχι.
Δεκάδες μικρά φωτάκια, από τις αναμμένες λαμπάδες μας, σχημάτισαν μία άτακτη ακολουθία, κατά τις πέντε το ξημέρωμα, προς το, απέχον πενήντα μέτρα, Αρχονταρίκι της Ιεράς Κοινότητας για την Αναστάσιμη Τράπεζα. Με αδημονία περίμενα τον Δεσπότη να ξεντυθεί και να έλθει. Το γεύμα, πλούσιο εν σχέση με την νηστεία, μα λιτό και λίγο με βάση τα δικά μου, κοσμικά, δεδομένα. Ένα πιάτο ψαρόσουπα, ένα πιάτο με ένα μεγάλο κομμάτι βακαλάο, τυρί, αυγά, γλυκό. Τα δύο παιδά που καθόντουσαν απέναντί μου δεν αγγίξανε καθόλου τον βακαλάο. Με το ζόρι κρατήθηκα για να μην πάρω ένα από τα δύο αυτά πιάτα· δυστυχώς.
Δεν είχε ξημερώσει ακόμα, όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Το λυκαυγές μόλις έκανε την εμφάνισή του. Οι κουρτίνες δεν στάθηκαν ικανές να συγκρατήσουν το φως που έμπαινε με ορμή στο δωμάτι, και που διετάραζε τον ύπνο μου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου