Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Μεγάλη Τρίτη 2017



Μεγάλη Τρίτη 2017
Μία υπέροχη μέρα προμηνύονταν, ξημερώνοντας στην Ουρανούπολη. Στο αχνό γαλάζιο του ουρανού, το φεγγάρι επέμενε πεισματικά να παραμένει ολόγιομο και ακέραιο, μα, δίχως το φως του. Και όμως, αν και έχασε πια τον λόγο ύπαρξης του, αυτό δεν το έβαζε κάτω και παρέμενε στην θέση του, μέχρι να βγει ο ήλιος πίσω από τα βουνά και να το εξαφανίσει. Η θάλασσα ήταν λάδι, χωρίς ίχνος κυμάτων, εκτός από αυτά, που το ταχύπλοο δημιουργούσε διασχίζοντάν την και διαταράσσοντας την γαλήνη και την ηρεμία της.
Περικλεισμένο, από τα χαμηλά βουνά, στριμωγμένο σε μία μικρή λωρίδα γης, βρίσκεται το μικρό λιμανάκι της Δάφνης, με τα ελάχιστα, βοηθητικά κτίρια. Ο ήλιος, εκεί, καθυστερεί να φανεί, καθώς πρέπει να ανέβει αρκετά ψηλά στον ουρανό, προκειμένου να χαϊδέψει με τις ακτίνες του, τούς προσκυνητές, τούς εργαζομένους και τις πολλές γάτες του.
Έτσι, μέσα στον ίσκιο που έδιναν τα βουνά και προχωρούσαν αρκετά μέσα στην  θάλασσα, πήρα πεζή τον δρόμο για την, ευρισκόμενη πάνω σε έναν από τους λόφους που περικλείουν την Δάφνη, Μονή Ξηροποτάμου. Τα ανθισμένα, μοναχικά δέντρα, με το μοβ χρώμα, σου τόνιζαν την μοναξιά του τόπου· τα ξεπεταγμένα από το πουθενά και σε απίθανα σημεία, κίτρινα και γαλάζια λουλουδάκια, σε συντρόφευαν, δίνοντάς σου και την ελπίδα της χαράς. Μετά από ένα τέταρτο πεζοπορίας, ένα τσιμεντένιο γεφυράκι παίζει τον ρόλο του σηματοδότη. Ο χείμαρρος που το διασχίζει είναι και το φυσικό σύνορο ανάμεσα στην περιοχή της Δάφνης και την περιοχή της Μονής Ξηροποτάμου. Μαγεμένος από τα πλατάνια ή κουρασμένος ή αφηρημένος, πιθανόν να μην προσέξει κάποιος, στα δεξιά του, την αρχή ενός λιθόστρωτου, ανηφορικού μονοπατιού, που ακολουθεί την φυσική χάραξη του ποταμιού και, σχεδόν κάθετα, διασχίζει το βουνό και σε οδηγεί κατευθείαν στο Μονατήρι. Αν δεν το προσέξεις και δεν βάλεις εξ αρχής ως σημάδι την γέφυρα και τον ξεροπόταμο, μάλλον θα το προσπεράσεις και θα ακολουθήσεις την χάραξη που δρόμου, και θα σε βγάλει και αυτός στο Μοναστήρι, έχοντας κάνει μίση ώρα παραπάνω, με λιγότερες ευκαιρίες να απολαύσεις την φύση, τρώγοντας και την σκόνη από τα διερχόμενα αυτοκίνητα, μα φτάνοντας πιο ξεκούραστος, καθώς η κλίση του εδάφους ανεβαίνοντας είναι μικρή και δεν κουράζονται οι πνεύμονες και η καρδία πρωτίστως, μα και τα πόδια, στα οποία πέφτει το βάρος των αποσκευών. Οι Πατέρες συστήνουν να ακολουθούμε την μέση, την βασιλική όδο, όχι ως την πιο σύντομη, μα ως την πιο ασφαλή και την πιο σίγουρη για να φτάσει κάποιος στον προορισμό του· τα άκρα, λένε οι Πατέρες, μπορεί να είναι πιο σύντομα, με περισσότερες απολαύσεις καθ’ οδόν, μα είναι επικίδνυνα, παραφυλάνε πολλοί εχθροί, που ψάχνουν την ευκαιρία να σε ρίξουν κάτω, να σε ληστέψουν, να σε σκοτώσουν, με αποτέλεσμα, ψάχνοντας για τα πολλά, να χάσεις τα πάντα. Την βασιλική όδο την περπατάνε και άλλοι άνθρωποι και αν πέσεις σε μία ανάγκη, κάποιος θα βρεθεί να σε βοηθήσει· στα άκρα, όμως, περπατάς μόνος σου και αν γλιστρήσεις, δεν θα βρεθεί, εύκαιρα κάποιος να σου δώσει το χέρι.
Ως ανάποδος και αντιδραστικός άνθρωπος που είμαι, μου αρέσουν τα άκρα και έτσι πήρα το μονοπάτι. Ως συνήθως, η αναπνοή μου κοβόταν, ίδρωνα και τα γυαλιά μου θάμπωνα. Μα, δεν συγκρίνεται η δυσκολία αυτή, με την απόλαυση να περπατάς κατά μήκος του ποταμιοῦ και το να σε συντροφεύει το κελάρυσμά του, καθώς πέφτει από ψηλά, δημιουργώντας υποτύπωδεις καταρράχτες και κατ’ εὐφημισμό λιμνούλες· τα λάβδανα με το κίτρινο άνθος τους και οι άλλοι θάμνοι να σε γδέρνουν και να σε ευφραίνουν, ενώ τα αηδόνια στα κλαδιά τους να σου τραγουδάνε· τυλιγμένη στον κισσό, μια παλιά, πέτρινη βρύση που έχει στερέψει, με το ζόρι ξεπροβάλλει, παρατημένη στην τύχη της. Ύστερα από ένα μισάωρο –σαρανταπέντε λεπτά στο σύνολο- έφτασα στην πίσω μεριά του Κοιμητηρίου της Μονής, και προσπερνώντας το, στην κυρία είσοδό της.
Ως τοποθεσία, συγκρινόμενη με αυτές των 17 άλλων Μοναστηριών του Όρους που έχω επισκεφθεί –από τα 20 εν συνόλω-, είναι αυτή που με αναπαύει περισσότερο, με ευφραίνει και με ηρεμεί ταυτόχρονα.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι σου παρέχει την δυνατότητα ελευθερίας οράσεως και επομένως και σκέψεως. Ευρισκόμενη σε ένα ξέφωτο, στην κορυφή ενός λόφου, από τα μεν δυτικά, νότια και βόρεια βλέπεις, μέχρι εκεί που μπορείς, την θάλασσα, τις ακτογραμμές και τις βουνοκορφές· στα δε ανατολικά και βορειοανατολικά, το ξέφωτο συνεχίζει, οι λόφοι συνεχίζονται σταδικά και είναι χαμηλοί, με αποτέλεσμα το μάτι να μην εμποδίζεται απότομα και βάναυσα από το να πάψει να βλέπει εις βάθος. Όπου και αν γυρίσεις το μάτι, δεν σταματάς να κοιτάς, να απορροφάς, να προσλαμβάνεις, να αντιλαμβάνεσαι, να επεργάζεσαι, να αναρωτιέσαι, να σκέφτεσαι. Η Δάφνη στα νοτιοδυτικά, να και απέχει μόλις  χιλιόμετρα, φαίνεται σαν μία Λιλλιπούπολη· ενώ τα βουνά, αλληλοδιαδόχως πέφτουν απότομα και με κρότο στην θάλασσα, σχίζοντάν την σαν μαχαίρι, και συνεχίζουν και συνεχίζουν και συνεχίζουν να πέφτουν, έως εκεί που δεν αντέχεις να δεις. Νοτιανατολικά και ανατολικά, οι ήρεμοι λόγοι σε προ(σ)καλούν να τους ανακαλύψεις, να εξερευνήσεις τι βρίσκεται πίσω από κάθε στροφή τους, πίσω από τις συνεχόμενες εναλλαγές του, πάνω και πέρα από τα υψωματάκια τους. Δυτικά και βορειοδυτικά, το δεύτερο και το τρίτο πόδι της Χαλκιδικής συμπλέκονται αρμονικά, ξεχωρίζουν ήρεμα, ενώνονται ήσυχα, με την θάλασσα να παίζει τον ρόλο του συμφιλιωτή και ταυτόχρονα και του διαιτητή. Αυτή η ελευθερία έκφρασης, ανάσας και αναγέννησης που δημιουργεί η πλουσιοπαρόχως προσφερόμενη θέα, θα ήταν λειψή και θα την ζημίωνε τα μέγιστα, αν δεν συντορφευόνταν από την ένωση των ήχων· της θάλασσας, των πουλιών και του πλησιοχώρου χειμάρρου· με μία μυστική γλώσσα, ο καθένας ήχος, ξεχωριστά ή ενωμένος με τον/τους άλλον/ους, σού μιλάνε στα εσώτερα βάθη της ψυχής σου και σού ψιθυρίζουν τα άρρητα μυστικά της. Και, ως κατακελίδα, εμφανίζεται ο ήλιος, ο οποίος απλώνεται σε όλη την έκταση, καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας, χωρίς να τον κρύβει, σποραδικά ή παροδικά, κανένα φυσικό εμπόδιο, και να σου φανερώνει όσα θα ήθελες και όσα δεν θα ήθελες να δεις. Μπορείς να κρυφτείς από τον εαυτό σου, μα από τον Ήλιο δεν μπορείς. Η ησυσχία, η μουσική και το φως σε περιτριγυρίζουν ολούθε, χωρίς να σου αφήνουν ούτε μία χαραμάδα στην οποία να μπορέσεις να εισέλθεις και να μην σε δουν.
Και λες και βάλθηκε ο άνθρωπος, να βοηθήσει το έργο του φωτός και να σου δώσει μία δυνατή σπρωξιά να χαθείς μέσα του. Τα υλικά πράγματα και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου από τον άνθρωπο, απόλυτα εναρμονισμένα με τον τόπο, σε ωθούν να ανέβεις, να ανακαλύψεις, να αποκαλύψεις.
Φτάνοντας από το ανηφορικό μονοπάτι, απαντάς στα νότια μία ευρύχωρη, εξωτερική αυλή με γρασίδι να καταλήγει στην κεντρική είσοδο της Μονής· στα δεξιά, οριοθετείται από ένα πλακόστρωτο αίθριο και στα αριστερά από το Κοιμητήριο της Μονής· τοποθετημένες ένθεν και ένθεν αυτές οι δύο κατασκευές, μοιάζουν σαν να σε εισάγουν, ακούσια, στα νεδότερα του Μοναστηριού. Το ξύλινο κιόσκι, στην άκρη του Κοιμητηριακού ναού των Αγίων Πάντων, αποτελεί την βίγλα, από την οποία αγνατεύεις στις τρεις πλευρές του ορίζοντα, καθώς στην τέταρτη στέκεται σαν κάστρο το κτίριο της Μονής· και αν είσαι μουσίτσα, κάτω από το κιόσκι, θα ανακαλύψεις μία μικρή κουζίνα με όλα τα απαραίτητα για να φτιάξεις καφέ, ώστε η απόλαυση να γίνει τέλεια. Στα δυτικά, οι κήποι, φροντισμένοι· στα βόρεια, μία άλλη, μεγαλύτερη, πλακόστρωτη αυλή και στα ανατολικά ο ελαιώνας· στα νότια το ποταμάκι και χαμηλοί λόγοι, με πουρνάρια κυρίως.
Το ορθογώνιο κύριο κτήριο της  τετραώροφης Μονής, μοιάζει με τον όγκο του, στο κέντρο του ξέφωτου, να θέλει να εγκλωβίσει αυτή την ευρυχωρία και να την απορροφάει σταδιακά και αέναα.
Ένα μαρμάρινο περιστύλιο σε εισάγει στην ψηλή στοά της εισόφου, με την τοιχογραφία των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων μόλις να διακρίνεται· και μόνο αν είσαι υποψιασμένος, καταλαβαίνεις τί εικονίζει.
Μπαίνοντας στην ευρύχωρη, καταπράσινη, εσωτερική αυλή, συναντάς φως και εδώ· ακόμα και ο ίσκιος των κτιρίων είναι γεμάτος φως. Η φιάλη, η καμέλια, τ αλίγα δενδράκια που δεν λένε να πάρουν τα πάνω τους, μόνα τους κάθονται, σε απόσταση το ένα από το άλλο. Και η αυλή σού φαίνεται τόσο άδεια, τόσο έρημη μα και τόσο ήρεμη και γεμάτη.
Ο ναός, το Καθολικό της Μονής, ακολουθεί την διάταξη χωροθέτησης του παραλληλόγραμου συγκροτήματος, για αυτό και το Ιερό βλέπει προς βορρά· αν έβλεπε προς ανατολάς, αναγκαστικάν θα χτιζόταν μικρός και σκοτεινός. Ενώ, με την προσαρμογή αυτή, κτίσθηκε μεγάλος και ψηλός, σχεδόν όσο τρεις όροφοι, με τους δύο τρούλους να προεξέρχουν του τετραπλεύρου. Μπαίνεις μέσα στην κατάγραπτη Λιτή και πλημμυρίζεις από φως και άνεση· καμμία σχέση με τα μουντά Καθολικά –ακόμα και μέρα μεσημέρι- άλλων Μονών, που και αυτά όμως έχουν την δικιά τους γοητεία και χάρη.
Την ώρα που εισήλθα –κατά τις 11 το πρωΐ- οι μοναχοί, στον κυρίως ναό, έψελναν την Ακολουθία της Ενατής και του Εσπερινού μετα της Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας. Ουδείς υπήρχε στην Λιτή· τα, περίπου, σαράντα στασίδια αυτής, περιμετρικώς και καθέτως τοποθετημένα, μάταια περίμεναν κάποιον να ακουμπήσει πάνω τους. Τα δύο επίχρυσα τέμπλα στις άκρες της Λιτής, που χωρίζουν και δηλώνουν την ύπαρξη μικρών ιερών, εν είδει εσωτερικών παρεκκλησίων, σε κοιτάνε παραπονεμένα και τα ελάχιστα καντήλια που καίνε πάνω από την είκονα, καίνε μόνο για το πρόσωπο που εικονίζουν, για να δει το πρόσωπο αυτό, ακόμα φωτεινότερα –λες και το χρειάζεται- την κατακάθαρη, και στις λεπτομέρειες ακόμα, μοναξιά των ανθρώπων. Στις πλάκες του πατώματος, αρκετά φύλλα δάφνης είχαν ξεμείνει από την Κυριακή των Βαΐων, που ο ιερέας τις σκόρπιζε· αλλά για ποιόν; Για τις παγωμένες πλάκες ή για τα άδεια στασίδια· μάλλον για τους ολόσωμους Αγίους που εικονίζονται πάνω από αυτά, τουλάχιστον, ας γίνουν αυτοί μέτοχοι της χαράς και της θλίψεως του Κυρίου τους. Για τους ελάχιστους μοναχούς, -κάτω από 15 άτομα- ήταν υπεραρκετά τα στασίδια των δύο ημικυκλίων των χορών· και για τους άλλους τόσους προσκυνητές, ήταν ικανοποιητικά, αν και όχι τόσο άνετα, τα στασίδια πίσω από τους χωρούς, και κατά μήκος του τοίχου που χωρίζει την Λιτή από τον κυρίως ναό, προκειμένου να μπορούν να βλέπουν τα δρώμενα που τελούνται.
Δεν θα ήταν δυνατό, επομένως, να άφηνα την ευκαιρία ανεκμετάλευτη! Εκάθισα στο μέρος της Λιτής και όλο αυτό τετράπλευρο δωμάτιο των 100 περίπου τετραγωνικών μέτρων, ήταν δικό μου. Ο τοίχος που ξεχωρίζει αυτά τα δύο δωμάτια, με τις δύο μικρές θύρες στα άκρα και την μεγαλύτερη στο κέντρο, μου παρείχε την τέλεια κάλυψη για να συμπεριφερθώ όπως ένοιωθα, προσευχόμενος χωρίς να έπρεπε να ακολουθήσω τους τυπικούς κανόνες, όπως όταν υπάρχουν και άλλα άτομα. Αλλά και οι ίδιοι οι Άγιοι, όπως κοίταζαν αναγκαστικά μόνο εμένα, ήταν σαν να μου έλεγαν: «Έλα, μίλησέ μας, κουβέντιασέ μας. Το θες και το θέλουμε». Ιδίως, η αγιογραφία με τον Απόστολο Θωμά σε απόλυτη αταραξία να λγχίζεται από τρεις σκουρόχρωμους ανθρώπους –αφού εμαρτύρησε στην Ινδία-, με το αίμα να πετάγεται από την πλεύρα του, ήταν σαν να πεταγόταν πάνω σου, μα, αντί να λερώσει το πρόσωπό σου και τα ρούχα σου, προσπαθούσε να ξεπλύνει τα μέσα σου.
Στην ψηλή, ευρύχωρη στοά της κυρίας εισόδου της Μονής, ένα ξύλινο, νεοπαγές, υαλόφρακτο κουβούκλιο, τοποθετήθηκε για να αποτελεί το γραφείο του πορτάρη, του μοναχού που ελέγχει την είσοδο των προσκυνητών στην Μονή. Περίμενα γύρω στα σαράντα λεπτά από την στιγμή που έφτασα, έως ότου το ρολόϊ να έγραφε 10:30 και όπου τότε θα άνοιγαν, απαρέγκλιτα, οι πύλες της Μονής. Λόγω, φαίνεται των ημερών, είχαν κάνει μία μικρή τροποποίηση στο πρόγραμμα, καθώς η κίτρινη ταμπέλα, η τοποθετημένη στην έναρξη του μονοπατιού στην Δάφνη, εδήλωνε αυστήρα ότι η Πύλη ανοίγει στις 11:00
Δεν μοι έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, ότι στην θέση του πορτάρη ήταν ένας λαϊκός, καθώς εγνώριζα ότι, η μικρή έτσι και αλλιώς αδελφότητα, είχε συρρικνωθεί έτι περισσότερο με την συνεχόμενη εκροή μοναχώ προς άλλα μέρη. Ο νεαρός εκείνος μοναχός, που θυμόμουν ως πορτάρη στις προηγούμενες δύο επισκέψεις μου, εκτελούσε άλλο διακόνημα. Η αυστηρότητά του ήταν παροιμιώδη. Γνωρίζω ένα παλιό περιστατικό, όπου μια ομάδα τεσσάρων ατόμων, γύρω στα 40-45, έχοντας αποβιβασθεί στην Δάφνη, αποφάσισαν, οι μεν δύο να πάνε στην Μονή με το λεωφορείο και οι άλλοι δύο με τα πόδια. Όταν έφθασαν στην Μονή οι τελευταίοι, καθώς οι δύο πρώτοι είχαν φτάσει νωρίτερα και είχαν τακτοποιηθεί σε δωμάτια, ο μοναχός τους έβαλε σε άλλο δωμάτιο με τρεις Κύπριους. Αυτοί, εζήτησαν να μην χωρισθεί η παρέα και να μείνουν όλοι στο ίδιο δωμάτιο. Τότε, ο μοναχός τους απήντησε: «Α, για ακούστε να σας πώ! Κανονικά, κακώς σας δεχόμαστε. Εμείς φιλοξενούμε, μόνο και μόνο μήπως έρθει κανένας νέος και θελήσει να μείνει για μοναχός».
Ο ευγενικός, ψηλός, λιγομίλητος, τριαντάρης λαϊκός, εζήτησε, εκτός από το Διαμονητήριο και την ταυτότητά μου. Αν ήταν στην θέση του ο μοναχός, είχα ήδη σχεδιάσει να του έκανα ένα άστειο, λέγοντάς του, το αληθές, ότι πέρυσι μπαινόβγαινα στην φυλακή. Αλλά, με τον λαϊκό δεν είχε νόημα! Μετά το πέρας της Λειτουργίας και της Τραπέζης, εμφανίστηκε αμέσως ξανά, δίνοντας στον κάθε ένα προσκυνητή τα χαρτιά του και οδηγώντας μας στα δωμάτια, αφού πρώτα μας είπε το πρόγραμμα της Μονής, συμπληρώνοντας στο τέλος: «... και αύριο το πρωΐ, μετά τις έξι, που θα τελειώσει η εκκλήσια, θα πάτε για ξεκούραση στα δωμάτιά σας και στις 07:30 θα κατεβείτε με τα πράγματά σας, θα πάρετε πρωϊνό και μετά θα φύγετε σιγά-σιγά».
Η μισή ανατολική πτέρυγα της Μονής είναι καταλλήλως διαμορφωμένη για χώρο φιλοξενίας. Στο ισόγειο υπάρχουν τρεις χώροι· ένα δωμάτιο με ράφια για να τοποθετούνται οι αποσκευές, ένα μεγάλο καθιστικό με όμορφους πίνακες ζωγραφικής και με τα παράθυρα να βλέπουν στην εσωτερική αυλή και τέλος, ειδική τραπεζάρια για μικρογεύματα διαμορφωμένη με τον καλύτερο ξενοδοχειακό εξοπλισμό και με κρυφό αιρ-κοντίσιον στο ταβάνι. Στον πρώτο και δεύτερο όροφο βρίσκονται τα υπνοδωμάτια· στον πρώτο υπάρχει μία αίθουσα Βιβλιοθηκή-Αναγνωστήριο και στον δέυτερο ένα δωμάτιο καπνιστήριο.
Μία ξεκούραση, διάρκειας μίας ώρας περίπου, ήταν απαραίτητη για να αναλάβω δυνάμεις. Και μέσα σε έναν ζεστό ήλιο, άρχισα να περπατάω. Πέρασα το ποταμάκι χωρίς να βραχώ και προχωρούσα· άγνωστο πού, ακολουθώντας το σπειροειδές μονοπάτι. Άλλος ένας μικρός καταρράχτης εμφανίστηκε μπροστά μου και η γούβα που σχημάτιζε ήταν πιο βαθιά, με αποτέλεσμα να βραχούν τα πόδια μου. Άσπρα, μοβ, κίτρινα, κόκκινα, τα άνθη από τα λουλούδια και τα δέντρα, σχημάτιζαν ένα ξέφωτο ανάσας και ανακούφισης. Και, αφού κανείς δεν με έβλεπε, ξάπλωσα πάνω τους ανάσκελα και άρχισα να κολυμπάω. Το Μοναστήρι, μέσα από μία χαραμάδα ουρανού, γης και θαλάσσης, φαινόνταν σαν μεσαιωνικό κάστρο, ενώ ο ήλιος σιγά-σγιά το έσβηνε από μπροστά μου, έχοντας την απαίτηση να μην βλέπω τίποτε ή μάλλον να βλέπε μόνο αυτόν. Κάτι ήχους από πουλιά και έντομα αντιλαμβανόμουν, χωρίς να μπορώ να δω τους δημιουργούς τους, ώσπου άκουσα το πρώτο χτύπημα του τάλαντου που μηνούσε για το Μεγάλο Απόδειπνο και σιγά-σιγά άρχισα να ξυπνάω από το μεθύς της άνοιξης και να επιστρέφε με γοργά βήματα στο Μοναστήρι, όχι τόσο για την Ακολουθία, όσο για να μην χάσω, μετά το πέρας της;, το απογευματικό κολατσιό –ψωμί, ελιές, μαρμελάδα, χαλβάς, τσάϊ- που στην ουσία είχε την θέση δείπνου.

Τα όνειρα, σαν μία στροφή του δρόμου γίνονται,
εκεί που πας να πιάσει το ένα εμφανίζεται το άλλο,
και αν στην στροφή σταματήσεις χάθηκαν
και ο γκρεμός από κάτω σε περιμένει.
Πότε θα απολαύσω τα όνειρά μου, σκέφτομαι,
πότε θα σταματήσω να τα κυνηγάω;
Και αν τα πιάσω, «ακολούθα μας», μου λένε,
και έναν καινούργιο κόσμο μου εμφανίζουνε,
που δεν είχα ποτέ μου ονειρευτεί.
Ο φιδίσιος ο δρόμος των ονείρων μας
ποτέ δεν τελειώνει
και ποτέ δεν αρχίζει·
εκεί που έφτασες στο τέρμα, νόμιζες, συνεχίζεις,
και ο ένας κόσμος μετά τον άλλο ανασύρεται.
Γιατί τα όνειρα δεν σταματάνε,
να ξαποστάσω, να ευφρανθώ
το μοσχοβόλημα της προσπάθειάς μου,
των κόπων μου τον χρωματισμό;
Γιατί, μόνο τα λουλούδια να ευωδιάζουν,
να ζωγραφίζουνε την γή·
και εγώ δεν δύναμαι να διακοσμήσω
τον οὐρανό τον απέραντο της ζωής;
-Στροφή, στάσου, δεν σ’ ἀκολουθώ άλλο,
το όνειρό μου είναι εδώ, το βρήκα,
θα σταματήσω να το απολαύσω,
μες στα πνευμόνια μου όλο να μπει,
ένα με την καρδιά και την ψυχή να γίνει,
και τότε, αφού και αυτό θα έχει εξελιχθεί,
σε κάτι καινούργιο και εκείνο θα έχει μεταμορφωθεί,
ώστε, το όνειρο κάποιου άλλου, κάποτε να γίνει,
θα συνεχίζω να σ’ ἀκολουθώ.
Η ατέρμονη αναζήτηση σε κουράζει,
η αέναη ποτέ·
φτάνει να ξέρεις να τα ξεχωρίζεις,
πράγμα που δεν είναι εύκολο, σοφέ μου εαυτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου